ΦΥΡΙΛΛΑ κ.α. ν. ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1392/19, 22/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1392/19 Μεταξύ:
- XXXXX ΦΥΡΙΛΛΑ
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντες v. ΔΗΜΟΥ ΓΕΡΙΟΥ Εναγόμενων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 03/06/2020 για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Θ. Παπαθεοδώρου, για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Στ. Σταυρινίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρισαν αίτηση με την οποία ζητούν άδεια για να τους επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημερομηνίας 11/06/2019, με την οποία ζητείται η έκδοση αριθμού διαταγμάτων που αφορούν, μεταξύ άλλων, την οριοθέτηση του δημόσιου δρόμου που διέρχεται μεταξύ των τεμαχίων Φ./Σχ.30/24W1/2/XXXXX, 30/24W1/2/XXXXX, 30/24W1/2/XXXXX, 30/24W1/2/XXXXX, 30/24W1/2/XXXXX, 30/24W1/2/XXXXX και 30/24W1/2/XXXXX. Διαζευκτικά, ζητούν προστακτικά διατάγματα που να διατάζουν το Κτηματολόγιο Λευκωσίας ή/και τους Εναγόμενους ή/και υπαλλήλους τους να αναθέσουν σε ιδιωτική εταιρεία την οριοθέτηση του δημόσιου δρόμου ή/και να άρουν την δημόσια οχληρία ή/και να κατεδαφίσουν οποιοδήποτε αυθαίρετο κτίσμα. Νομική βάση για την υπό κρίση αίτηση αποτέλεσαν οι Δ.39 θ.θ. 1-2, Δ.48 θ.θ. 1-13 και Δ.64 θ.θ.1-2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, τα άρθρα 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το άρθρο 9
(1)-
(4)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 7 του περί Δήμων Νόμου, τα άρθρα 2, 3 και 11 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, οι γενικές αρχές και κανόνες της επιείκειας, η πρακτική και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Φυρίλλα, Ενάγοντα 1, ο οποίος έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν τόσο την αίτηση ημερομηνίας 11/06/2019, καθώς και την υπό εκδίκαση αγωγή. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι οι Καθ' ων η αίτηση προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο διότι δεν αποκαλύπτουν ουσιώδη γεγονότα που είναι σε γνώση τους, αλλά και έγγραφα των οποίων το περιεχόμενο σχετίζεται με τους λόγους ενστάσεως που προωθούν. Για να αντικρουστούν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων, οι οποίοι προβάλλονται στην ένσταση, είναι η θέση του πως θα πρέπει να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση αποκρύπτουν το γεγονός ότι είναι ενήμεροι ότι έχει ανεγερθεί πολυκατοικία στο συγκεκριμένο ακίνητο, καθώς και το γεγονός ότι έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο συμφωνία διανομής μεταξύ των συνιδιοκτητών. Και αυτό ενώ προβαίνουν σε χρεώσεις σκυβάλων και σε έκδοση αδειών λειτουργίας των καταστημάτων του συγκεκριμένου ακινήτου. Υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται για σκοπούς της υπό κρίση αγωγής όπως ενάγουν όλοι οι συνιδιοκτήτες, αφού ο κάθε συνιδιοκτήτης ενάγει στο μέτρο και την έκταση που του επιτρέπουν τα δικαιώματά του τα οποία θίγονται. Στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του ο Ομνύοντας αναφέρεται στον περί Δήμο Νόμο και στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο και ισχυρίζεται ότι η οριοθέτηση την οποία επιζητεί μπορεί να διεκπεραιωθεί είτε από Χωρομέτρη του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, είτε από ιδιώτη αρμόδιο Χωρομέτρη. Ο ίδιος έχει απευθυνθεί στο Ε.Τ.Ε.Κ. ζητώντας διερεύνηση πιθανών παρεμβάσεων στη δημόσια οδό και έχει λάβει απάντηση στην οποία καταγράφεται ότι για σκοπούς οριοθέτησης του δρόμου απαιτείται συγκατάθεση όλων των συνιδιοκτητών των ακινήτων τα οποία εφάπτονται της δημόσιας οδού. Αυτός είναι και ο λόγος που ο ίδιος ζητά την έκδοση προστακτικού διατάγματος που να του επιτρέπει να καταχωρήσει αίτηση για οριοθέτηση της δημόσιας οδού. Ο Ομνύοντας στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωσή του απορρίπτει ένα προς ένα τους λόγους ενστάσεως και προβάλλει τους ισχυρισμούς τους οποίους θέλει να εισαγάγει με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, πλην όμως δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους η παροχή άδειας για καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι επιβεβλημένη. Επίσης προβαίνει σε ευρήματα σε σχέση με την αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Οι Καθ' ων η αίτηση αντιμετώπισαν την υπό κρίση αίτηση με την καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφονται 14 λόγοι ένστασης, οι οποίοι σε συντομία είναι οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, ότι είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραχώρηση άδειας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ότι η αίτηση στηρίζεται πάνω σε γεγονότα τα οποία δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι δεν αποκαλύπτεται ούτε τεκμηριώνεται καλός λόγος για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου που να δικαιολογεί την παροχή της αιτούμενης άδειας, ότι τυχόν καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα δημιουργήσει την ανάγκη περαιτέρω απάντησης εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, ότι οι Αιτητές έχουν υποβάλει τη θέση τους και τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της αίτησης είναι επανάληψη, οπόταν δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για την παροχή άδειας. Ότι επιχειρείται η εισαγωγή θέσεων αντίθετων με τα όσα ο Ενάγοντας 1-Αιτητής καταγράφει στις παραγράφους 5.5 και 34 της αρχικής ένορκης δήλωσής του, ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές επαναλαμβάνουν θέσεις και ισχυρισμούς τις οποίες κατέγραψαν στις αρχικές ένορκες δηλώσεις, ότι δεν απέσεισαν το βάρος που φέρουν σε σχέση με την ύπαρξη καλού λόγου για την καταχώριση της αιτούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ότι επιδιώκουν να προσθέσουν, μέσω της καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ισχυρισμούς χωρίς στην ουσία να προσθέτουν οτιδήποτε στην υφιστάμενη εκδοχή τους σε σχέση με την οριοθέτηση του δρόμου. Η Ένσταση βασίστηκε στη Δ.36, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-9 και 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στα άρθρα 29, 30 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο άρθρο 9
(1)-
(4)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η Ένσταση καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Στυλιανού, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση, η οποία δικηγόρος είναι εξουσιοδοτημένη στην κατάρτισή της. Σύμφωνα με την Ομνύουσα, οι Ενάγοντες-Αιτητές έχουν προωθήσει τη θέση τους και έχουν προβάλει την εκδοχή τους, σε σχέση με τα όσα καταγράφει ο Ενάγοντας 1-Αιτητής στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 30/06/2021, στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση ημερομ. 11/06/2019, οπόταν δεν προκύπτει καλός λόγος για την καταχώριση της σκοπούμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι ο ισχυρισμός της ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν θέση αντίθετη με αυτά που αναφέρει ο Ενάγοντας 1-Αιτητής. Συγκεκριμένα, ενώ ζητά να εκδοθεί διάταγμα το οποίο να επιτρέπει στους Ενάγοντες-Αιτητές να καταχωρίσουν αίτηση για οριοθέτηση δημόσιας οδού, στην αίτηση ημερομ. 11/06/2019 ζητείται διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση όπως οριοθετήσουν το δημόσιο δρόμο. Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν επιδιώκουν να απαντήσουν επί αμφισβητούμενων γεγονότων ή θεμάτων, αλλά επαναλαμβάνουν τις θέσεις και τους ισχυρισμούς τους που είχαν αρχικά διατυπώσει. Εισηγείται ότι δεν απέσεισαν το βάρος αναφορικά με την ύπαρξη καλού ή/και επαρκούς λόγου για να τους επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Προτού το Δικαστήριο επιληφθεί αυτής τούτης της ουσίας της υπό κρίση Αίτησης, θα πρέπει να επιλύσει το θέμα της εκπρόθεσμης καταχώρισης της ένστασης των Καθ' ων η αίτηση, θέμα το οποίο ηγέρθηκε στην γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων-Αιτητών. Οι Αιτητές εισηγούνται ότι δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της Ενστάσεως γιατί αυτή έχει καταχωριστεί εκπρόθεσμα. Καθοδήγηση για τη συγκεκριμένη εισήγηση αντλείται από το σκεπτικό της απόφασης στην Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1(Β)
- Αναδρομή στο χρονικό ιστορικό της υπό κρίση αίτησης θα βοηθήσει. Στις 03/06/2020 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Στις 26/06/2020 ήταν για πρώτη φορά ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου και δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση ένστασης μέχρι τις 16/10/
- Στις 16/10/2020 ζητήθηκε παράταση χρόνου καταχώρισης της Ένστασης και εγκρίθηκε το αίτημα, με το χρόνο καταχώρισης της Ένστασης να παρατείνεται μέχρι 30/11/
- Ζητήθηκε εκ νέου παράταση χρόνου καταχώρισης της Ένστασης στις 07/12/2020 που ήταν ορισμένη για Ακρόαση η αίτηση και δόθηκε χρόνος μέχρι τις 25/01/
- Λόγω του ότι υπήρχε «lock down» συνεπεία της πανδημίας, το Πρωτοκολλητείο δεν δεχόταν καταχωρίσεις χωρίς άδεια ενώ στις 25/01/2021 όρισε την υπόθεση αυτόματα για τις 20/04/
- Στις 20/04/2021 ζητήθηκε και πάλι παράταση χρόνου για καταχώριση της Ένστασης με ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο, από τον συνήγορο των Καθ' ων η αίτηση στο οποίο δεν έφερε ένσταση ο Αιτητής, με το Δικαστήριο να παραχωρεί χρόνο μέχρι τις 26/04/2021 για την καταχώριση της Ένστασης. Η Ένσταση τελικά καταχωρίστηκε στις 10/05/2021 χωρίς προηγουμένως να ληφθεί άδεια από το Δικαστήριο για την εκπρόθεσμη καταχώρισή της. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται από τους διαδικαστικούς θεσμούς είναι επιτακτική. Κατ' αναλογίαν, οι προθεσμίες που τάσσονται από το Δικαστήριο θα πρέπει να τηρούνται με ευλάβεια (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd (ανωτέρω), Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique U.K. Inc
(2010)1 ΑΑΔ 1395). Από το ιστορικό της εξέλιξης της καταχώρισης της Ένστασης μπορεί να διαπιστωθεί ότι η Ένσταση όχι μόνο καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα και χωρίς άδεια αλλά δεν λήφθηκε και οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο εκ μέρους του συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση για «νομιμοποίηση» της εκπρόθεσμης καταχώρισης. Τα όσα επικαλείται στα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάγησαν μεταξύ των συνηγόρων και διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο θα έπρεπε να τεθούν στο Δικαστήριο έτσι ώστε η διαδικασία να καταστεί παράτυπη και όχι άκυρη. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Olympia Designs (Properties) Ltd, ανωτέρω: « Όπως έχει επισημανθεί και στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς. Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση, όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157).» Καθοδηγούμενο από τη νομολογία το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την Ένσταση. Όμως, αναγνωρίζοντας ότι η πανδημία Covid-19 και τα Πρωτόκολλα και Διατάγματα που την συνόδευσαν έθεσαν εκ ποδών τις προθεσμίες που τέθηκαν από το Δικαστήριο, κατά παρέκκλιση θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και θα αποδεχθεί την Ένσταση ως εμπρόθεσμη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως τροποποιήθηκε το 1999: « Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.». Ανάγνωση της συγκεκριμένης δικονομικής πρόνοιας οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι πέραν της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δια κλήσεως ή την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Ήτοι, δίδεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, στην περίπτωση που καταδειχθεί «καλός λόγος» από το διάδικο που το ζητά, όπως παράσχει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εξουσία, επομένως, η οποία προβλέπεται από τη Δ.48 θ.4
(2)είναι διακριτικής φύσεως και ασκείται στη βάση των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία θα πρέπει να αποκαλύπτουν την αναγκαιότητα για την παροχή της αιτούμενης άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε συνδυασμό με τη διαπίστωση, στο πλαίσιο αυτό, του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης. Τι συνιστά «καλό λόγο» έχει ερμηνευθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου, Έφ. Αρ. 29/2014, ημερ. 03/11/2016, στην οποία επισημάνθηκε ότι: « καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Καθοδηγητικά είναι επίσης και τα όσα καταγράφονται επί του θέματος από τον έντιμο κ. Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Mathew Shaw κ.ά. ν. Depha Investment Bank Ltd Αρ. Αγ. 8869/05, ημερ. 28/02/2007: « Στόχος της αναμόρφωσης του θ.4 της Δ.48 με την Κ.Δ.Π. 5/99 ημερομηνίας 23/12/99, ήταν να αποφευχθούν τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την ερμηνεία που δόθηκε στον προηγούμενο θεσμό από νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ... Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Σχετικό είναι και το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά ν. Ανδρέα Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, η οποία αφορούσε αίτημα το οποίο υποβλήθηκε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησής της. Τονίστηκαν τα εξής σχετικά και διαφωτιστικά για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για το ζήτημα παραχώρησης άδειας καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Στην σελίδα 199 διαβάζονται τα εξής: « Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.». Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για παραχώρηση άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ασκείται με βάση γεγονότα τα οποία τίθενται ενώπιον του. Σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς διαμόρφωσης της κρίσης του Δικαστηρίου είναι η φύση και οι ανάγκες της διαδικασίας, την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Προκύπτει ότι μπορεί να δοθεί άδεια για να παρασχεθούν διευκρινίσεις, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων. Είναι ζήτημα των εκάστοτε περιστάσεων, σε συνάρτηση και με τη φύση της συγκεκριμένης διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Mε δεδομένο το περιορισμένο αντικείμενο της ενδιάμεσης διαδικασίας εκδίκασης προσωρινού διατάγματος, η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που να απαντώνται προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία, δεν είναι επιθυμητή. Αναφορά μπορεί να γίνει στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τομ. 24, σελ. 519, παρ. 972, υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Ως δε έχει υποδειχθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, η διαδικασία της εκδίκασης προσωρινών διαταγμάτων δεν πρέπει να γίνεται «απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Κούππα v. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.ά.
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1665, αλλά και στις υποθέσεις Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(A) Α.Α.Δ. 731, σε ενδιάμεσες αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα, το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ
(2014)1A Α.Α.Δ. 866, αναφέρθηκε ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας, ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Η υπό κρίση Αίτηση θα εξεταστεί και θα κριθεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές. Θα πρέπει να εξεταστεί πρώτον, κατά πόσον οι Αιτητές επιδιώκουν να συμπληρώσουν ηθελημένα κενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους για την έκδοση των διαταγμάτων, ούτως ώστε να τροποποιήσουν ή αλλοιώσουν την εικόνα που αρχικά έδωσαν στο Δικαστήριο. Σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική, δεύτερον, κατά πόσον οι Αιτητές εκείνο που επιδιώκουν είναι να απαντήσουν σε ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση, τους οποίους δεν μπορούσαν να προβλέψουν. Για τους σκοπούς της εξέτασης της παρούσας Αίτησης, έχω λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαιδεύτων δικηγόρων τα οποία έχουν εκτεθεί με πληρότητα και με τρόπο υποβοηθητικό προς το Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις παραγράφους για τις οποίες οι Αιτητές ζητούν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έτσι ώστε να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η αίτηση, όπως αυτοί διαφαίνονται στις δικές τους ένορκες δηλώσεις. Ουσιαστικά ζητούν να καταχωρίσουν μια νέα ένορκη δήλωση στην οποία όχι μόνο προβάλλονται νέοι ισχυρισμοί αλλά προωθείται και μια νέα νομική πτυχή σε σχέση με τα γεγονότα. Όλα αυτά τα γεγονότα, που οι Αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν, δεν προέκυψαν μετά την καταχώριση της Ένστασης αλλά αντίθετα προϋπήρχαν. Το εύρος της μαρτυρίας που ο Αιτητής - Ενάγοντας 1 θέλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση σκοπεί στο να συμπληρώσει τυχόν κενά υπάρχουν στην αρχική ένορκη δήλωση προσθέτοντας νέα γεγονότα και αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Ασφαλώς στο πλαίσιο της εκδίκασης της αγωγής οι Ενάγοντες θα μπορούν να φέρουν μαρτυρία για όλα τα θέματα που θεωρούν ουσιώδη και αναγκαία, για να κρίνει το Δικαστήριο λεπτομερώς και εις βάθος τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς, αλλά στο παρόν στάδιο δεν θα ήταν ορθό να μεταβάλουν με εκ των υστέρων μαρτυρία το πλαίσιο των γεγονότων στη βάση του οποίου ζητήθηκε η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Δικαιότερο είναι να αντιταχθούν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων προς τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην αρχική Αίτηση, για να αποφανθεί το Δικαστήριο αν ικανοποιείται για την αναγκαιότητα παροχής θεραπείας εκκρεμούσας της δίκης και για το κατά πόσον πληρούνται οι άλλες ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Έχοντας διευκρινίσει τα ανωτέρω, απορρίπτω την υπό κρίση αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση για το μόνο λόγο ότι θεωρώ δικαιότερο να κριθεί το βάσιμο της έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος στη βάση του πραγματικού υποβάθρου που έχει τεθεί στο Δικαστήριο ως εκδοχή των Εναγόντων, χωρίς να επιτραπεί βελτίωση ή/και διόρθωση ή/και ανάπλαση του υπόβαθρου αυτού μεθύστερα. Η κατάληξη μου αυτή δεν αφαιρεί από τους Ενάγοντες το δικαίωμα να αιτηθούν τυχόν αντεξέταση των Εναγομένων, δυνάμει των προνοιών της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατ' ακολουθία του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, όσον αφορά τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της εκδίκασης της αίτησης για προσωρινά διατάγματα. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο