Φιλιππίδου ν. GENTE TRADING LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 892/2019, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A314 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 892/2019 Μεταξύ: XXXXX Φιλιππίδου Ενάγουσας και
- GENTE TRADING LTD,
- XXXXX Ιωάννου, Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 11/12/2020 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 29 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα. Ν. Κληρίδου για Νίκη Κληρίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η Αίτηση: κ. Χ. Τσίγκης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα - Αιτήτρια με την μονομερή αίτησή της ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος 2 - Καθ' ου η Αίτηση από το να πωλήσει, υποθηκεύσει, επιβαρύνει, μεταβιβάσει ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο διαθέσει το χωράφι με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ.Σχ18/44, Τεμάχιο XXXXX, μερίδιο όλο, στο χωριό Πηγένια, στην Λευκωσία. Επίσης ζήτησε διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 από του να αποξενώσει οποιεσδήποτε καταθέσεις που διαθέτει σε τραπεζικούς λογαριασμούς μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Η αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Δ.48 θ.1, 2
(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, καθώς και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας - Αιτήτριας κας Φιλιππίδου, η οποία γνωρίζει καλά τα γεγονότα. Στο μεγαλύτερο μέρος της ένορκης δήλωσής της επαναλαμβάνει το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια καταστήματος με υπόγειο χώρο στην οδό XXXXX 254 στην Λευκωσία, με αριθμό εγγραφής 1/XXXXX, Φ/Σχ.21/460/512, τεμ. XXXXX, το οποίο της δώρισε ο σύζυγος της. Η Εναγόμενη 1 ενοικίαζε, με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 01/12/2002, το συγκεκριμένο κατάστημα για περίοδο 10 ετών, από το 2002-2012 και ακολούθως μέχρι το
- Σύμφωνα με την Ομνύουσα, λόγω του ότι δεν κατέβαλλε ενοίκια η Εναγόμενη 1, καταχωρίστηκε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 η υπό τον συγκεκριμένο αριθμό αγωγή, με την οποία, εκτός από τα ενοίκια, αξιώνεται και η ανάκτηση κατοχής του καταστήματος. Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε την συγκεκριμένη σύμβαση ενοικίασης ως εγγυητής της Εναγόμενης
- Είναι ο ισχυρισμός της Ομνύουσας ότι της οφείλεται το ποσό των €11.134,97 ως ενοίκια για την περίοδο από 01/12/2010 μέχρι 01/04/2019 αφού η Εναγόμενη 1 αντί να καταβάλλει το ποσό των €867,97 μηνιαίως, ως προβλέπεται από τον όρο 6(Ε) της σύμβασης ενοικίασης, καταβάλλει το ποσό των €
- Επιπρόσθετα, έχουν καταστεί πληρωτέα, είναι η θέση της, τα ενοίκια από τον Μάιο 2019 μέχρι τον Δεκέμβριο 2020 συνολικού ύψους €16.
- Υποστηρίζει, η Ομνύουσα, ότι η Εναγόμενη 1 δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και ότι το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/XXXXX, Φ.Σχ18/44, Τεμάχιο XXXXX, μερίδιο όλο, στο χωριό Πηγένια, στην Λευκωσία, είναι το μοναδικό ακίνητο που έχει ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η Αίτηση στο όνομά του. Είναι η θέση της ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος 2 αποξενώσει ή/και πωλήσει το συγκεκριμένο ακίνητο ή αποξενώσει τους τραπεζικούς λογαριασμούς του θα είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ικανοποιήσει έστω και μερικώς την απαίτησή της σε μεταγενέστερο χρόνο. Καταλήγει, ότι έχει πολύ καλό αγώγιμο δικαίωμα και ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού ο Εναγόμενος 2 δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα και διαθέτει μόνο τη συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία, ενώ η Εναγόμενη 1 σκοπεύει να συνεχίσει να κατέχει το κατάστημά της χωρίς να καταβάλλει ενοίκια. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση της συγκεκριμένης μονομερούς αιτήσεως λόγω του ότι έκρινε ότι δεν πληρείτο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Αντιμετωπίστηκε η συγκεκριμένη αίτηση με την καταχώριση ένστασης στην οποία καταγράφονται ως λόγοι ενστάσεως οι ακόλουθοι: Ότι η Αιτήτρια δεν έχει καλή και βάσιμη υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ούτε και μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας, ότι αναφέρει παραπλανητικά και/ή αναληθή στοιχεία, ότι η Αιτήτρια ουδέποτε όχλησε τον Καθ΄ου η Αίτηση, ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, ότι η Αιτήτρια είναι πλήρως εξασφαλισμένη, ότι δεν συντρέχει το κατεπείγον, ότι η αίτηση είναι αόριστη και θα προκαλέσει στον Καθ΄ου η αίτηση ανυπολόγιστες ζημιές, βλάβες και απώλειες και ότι έχουν εγερθεί προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες θα καθορίσουν την έκβαση της αγωγής. Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη Δ.48 θ.1 - 4, 7, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στο άρθρο 70 του περί Συμβάσεως Νόμου και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την ένορκη δήλωση του XXXXX Ιωάννου, Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η Αίτηση. Παραδέχεται ότι με ενοικιαστήριο έγγραφο, μεταξύ του συζύγου της Αιτήτριας και της Εναγόμενης 1, ενοικίασε το επίδικο κατάστημα και τόσο ο ίδιος καθώς και η Εναγόμενη 1 κατέστησαν θέσμιοι ενοικιαστές του επίδικου υποστατικού. Είναι η δική του θέση ότι στο επίδικο ενοικιαστήριο έγγραφο δεν αναφέρεται οτιδήποτε, είτε σε σχέση με την ισοτιμία του ενοικίου σε ευρώ, είτε αναφορικά με οποιαδήποτε μηνιαία πληρωμή. Αντίθετα, αναφέρεται ρητά ετήσια καταβολή του ενοικίου, το οποίο αναθεωρείται ανά διετία. Υποστηρίζει ότι, από τη στιγμή που η Αιτήτρια κατέστη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου στις 21/12/2012 δεν νομιμοποιείται να ζητά οποιαδήποτε ενοίκια ή οποιαδήποτε ισχυριζόμενη διαφορά ενοικίων. Επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του περί ετήσιας καταβολής του ενοικίου και το γεγονός ότι η Αιτήτρια ουδέποτε έθεσε οποιοδήποτε θέμα σε σχέση με τη μη πληρωμή του ενοικίου σε ετήσια βάση, καθώς επίσης, ότι ουδέν ποσό οφείλεται υπό τη μορφή ενοικίων και ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας είναι ψευδείς. Ισχυρίζεται, ο Ομνύοντας, ότι η Αιτήτρια ή/και φιλικά της πρόσωπα παρενοχλούν τους Εναγόμενους 1 και 2, τους πελάτες και γενικά την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Επιπρόσθετα, προωθεί τη θέση ότι η Αιτήτρια δεν προέβη σε οποιαδήποτε συντήρηση ή/και επιδιόρθωση του ακινήτου με αποτέλεσμα εμπορεύματα της Εναγόμενης 1 να υφίστανται φθορές και/ή ζημιές και το υποστατικό να χρήζει άμεσα βελτιώσεων. Καταλήγει ότι η Αιτήτρια δεν έχει καλή υπόθεση εναντίον του, ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας, δεν καταδείχθηκε η ύπαρξη του κατεπείγοντος αλλά ούτε και πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η έκδοση του οποιουδήποτε διατάγματος θα του προκαλέσει ανυπολόγιστες ζημιές, βλάβες και απώλειες που θα είναι δύσκολο να επανορθωθούν σε κατοπινό στάδιο. Και οι δυο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις και οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Το Δικαστήριο θα κάνει αναφορά στις γραπτές αγορεύσεις όπου το κρίνει απαραίτητο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Όπως φαίνεται από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την αγωγή της η Ενάγουσα - Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η συμφωνία ενοικίασης ημερ. 01/12/2012 λόγω της συστηματικής παράλειψης καταβολής των ενοικίων από την Εναγόμενη 1, καθώς και διάταγμα ανάκτησης κατοχής του συγκεκριμένου υποστατικού. Διαζευκτικά, ζητούνται τα οφειλόμενα ενοίκια ύψους €11.134,97 που αντιπροσωπεύει τη διαφορά των ενοικίων από τη 01/12/2010 μέχρι 01/04/2019, καθώς και ενδιάμεσα οφέλη. Προκύπτει από το έγγραφο ενοικίασης, Τεκμήριο 2 στην αίτηση, ότι η καταβολή του ενοικίου ήταν σε ετήσια βάση και ότι η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε διάφορα ποσά ως ενοίκιο από το 2013 μέχρι το 2018, Τεκμήριο 3 στην αίτηση. Ουσιαστικά υπάρχει διαφωνία στο κλείδωμα της συναλλαγματικής ισοτιμίας της λίρας με το ευρώ, ενώ δεν αμφισβητείται η καταβολή του ποσού των €810 ως ενοίκιο από την Εναγόμενη
- Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 όφειλε να καταβάλλει ποσό ύψους €867,97 ως ενοίκιο, ενώ καταβάλλει €810 μηνιαίως από το 2012 μέχρι σήμερα και για αυτό έχει συσσωρευθεί το ποσό των €11.134,97 ως οφειλόμενο μέχρι το
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα εξεταστούν στη συνέχεια οι προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται στην υπό εξέταση υπόθεση. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Επιπρόσθετα, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Εφ. 71/2011 ημερ. 16/04/2014: « Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.». Στην υπόθεση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: « Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19). Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της Αιτήτριας ώστε σε συσχετισμό με τη δικογραφία της αίτησης και το αγώγιμο της δικαίωμα να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο 2 στην αίτηση το έγγραφο ενοικίασης του συγκεκριμένου ακινήτου. Τα μέρη φαίνεται να ερμηνεύουν διαφορετικά τις πρόνοιες του συγκεκριμένου εγγράφου και αυτό οδήγησε στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής. Το θέμα όμως παραμένει ότι η τελική ερμηνεία των όρων της συμφωνίας ενοικίασης εναποτίθεται στο Δικαστήριο και είναι ανεξάρτητη από τις πεποιθήσεις των εμπλεκομένων μερών. Σύμφωνα με τη νομολογία, αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο κριτήριο. Η Αιτήτρια θεωρώ ότι έχει ικανοποιήσει και τα δυο κριτήρια αφού υπάρχει παραδοχή από τον Καθ΄ου η Αίτηση ότι καταβάλλει το ποσό των €810 και όχι το ποσό των €867,97 ως ενοίκιο. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, αυτή της ανεπανόρθωτης ζημιάς, απαιτείται να διαφανεί ότι, χωρίς την έκδοση του διατάγματος, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στο πλαίσιο της προϋπόθεσης αυτής. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά η θεραπεία των αποζημιώσεων επαρκή θεραπεία, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η προϋπόθεση αυτή. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της Επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύκολα, τότε η έκδοσή του αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκη την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της χρηματικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτών τη θεραπεία. Σ' αυτό το σημείο θα πρέπει να γίνει αναφορά στο γεγονός ότι η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, οι πρόνοιες του οποίου, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 αφού το πρώτο κριτήριο που καθορίζεται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 αφορά την καλή βάση αγωγής και το δεύτερον, με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγοντας να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης. Οι αξιώσεις της Αιτήτριας - Ενάγουσας, ως αυτές εμφανίζονται στο Κλητήριο Ένταλμα, αποτιμώνται σε χρήμα και αν όλοι οι σχετικοί ισχυρισμοί των Εναγομένων 1 και 2 απορριφθούν, κατά το μέγιστο, στο ποσό των €11.134,97 που είναι το ποσό που η Αιτήτρια αξιώνει ως οφειλόμενο, πλέον το Φ.Π.Α. και οι τόκοι, θα της αποδοθεί. Ως εκ τούτου, η επιδίκαση του συγκεκριμένου ποσού είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας - Ενάγουσας πλην, όμως, υπάρχει η ανησυχία ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση είναι αφερέγγυος. Η ανησυχία αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα. Αυτό, από μόνο του, όμως, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Καθ΄ ου η Αίτηση είναι αφερέγγυος. Στο Σύγγραμμα των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», στη σελίδα 132 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: « Δηλαδή αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2),
(2008)1 A.A.Δ. 626, επισημάνθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η προβολή της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και επεξηγήσεων. Δεν είναι αρκετός ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση ενός εναγομένου - καθ' ου η αίτηση είναι τέτοια που να αποστερήσει από τον ενάγοντα - αιτητή της καταβολής αποζημιώσεων εάν επιτύχει στην αγωγή του. Θα πρέπει να δίδονται συγκεκριμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση ενός ατόμου ή εταιρείας, διασυνδέοντάς τα με την αμεσότητα του κινδύνου να παραμείνει τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας ανικανοποίητη. Οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί σε σχέση με τη φερεγγυότητα ή την αδυναμία να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας, δεν είναι αρκετοί. Κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί υπόψη μου, ικανό έστω να ενισχύσει την θέση της Ενάγουσας - Αιτήτριας, ότι δεν θα μπορεί και για ποιο λόγο θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εάν ήθελε φανεί ότι δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον του Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η Αίτηση στα πλαίσια της αγωγής. Κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μου, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και εν γένει τη φερεγγυότητα του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση, το οποίο θα υποστήριζε τη θέση ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας - Αιτήτριας, η τελευταία δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί λόγω αφερεγγυότητας είτε της Εναγόμενης 1 είτε του Εναγόμενου 2 - Καθ' ου η Αίτηση. Το γεγονός ότι η μόνη ακίνητη περιουσία που έχει επ' ονόματί του ο Εναγόμενος 2 - Καθ΄ου η Αίτηση είναι το συγκεκριμένο ακίνητο, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι αφερέγγυος. Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη μου, καταλήγω ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, ειδικότερα ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αν επιτύχει στην αγωγή της, δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως σε μεταγενέστερο στάδιο. Παρά την ως άνω αρνητική, για την προώθηση της αίτησης, κατάληξη, κρίνεται χρήσιμη η περαιτέρω ενασχόληση με το κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδίδεται ακόμη και αν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνται γιατί επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα. Αυτό εξετάζεται με βάση το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως χαρακτηρίστηκε στην πρόσφατη απόφαση Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λιμιτεδ ν. Ιωαννίδη Πολ. Εφ. Ε44/14 ημερ. 16/07/19. Όπως συνοψίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/19: « Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32
(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Όπως είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο (Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) AΑΔ 1237, το Εφετείο δεν επεμβαίνει στον τρόπο άσκησης της διακριτικής εξουσίας πρωτόδικου Δικαστηρίου προς έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, εκτός εάν διαπιστώσει ότι ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών που η νομολογία αναγνωρίζει, υπό το φως πάντα των ιδιαίτερων γεγονότων που περιβάλλουν την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. » Το απαιτούμενο «ισοζύγιο της ευχέρειας», όπως εξηγείται στην BACARDI & CO LTD v. VINCO LTD
(1996)1(Β) ΑΑΔ 788, σχετίζεται με το καθήκον του Δικαστηρίου να σταθμίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει για τον ενάγοντα ή τον εναγόμενο αναλόγως αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Οι φόβοι που έχει καταγράψει η Ενάγουσα - Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι γενικοί, δεν είναι εύλογοι και δεν θεμελιώνεται η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης, η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της (Βλ. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785). Δεν παραβλέπω τις επισημάνσεις από μέρους της ευπαιδεύτου συνηγόρου της Ενάγουσας - Αιτήτριας σε σχέση με το ότι σήμερα το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό από την Εναγόμενη 1 έχει αυξηθεί και ότι η Εναγόμενη 1 δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία. Υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι συνέπειες οι οποίες δυνατόν να επέλθουν σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, κρίνονται ως ασυγκρίτως μεγαλύτερες και δυσμενέστερες από τη μη έκδοσή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης κλίνει υπέρ του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ ου η αίτηση. Ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση και ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους που έχουν τεθεί και αποτελούν αντικείμενο εξέτασης κατά τις αγορεύσεις των συνηγόρων, παρέλκει. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να επεξηγήσω, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας- Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο