ROTOS DEVELOPERS LTD ν. AGROMARKETS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 871/2016, 10/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A326 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 871/2016 Μεταξύ: ROTOS DEVELOPERS LTD Ενάγουσα και AGROMARKETS LIMITED Εναγόμενης και ERMES DEPARTMENT STORES PLC Μεσεγγυούχος Ημερομηνία: 10 Ιουνίου,2021 Για ενάγουσα/αιτήτρια: Η κα Αμφ. Παναγιώτου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση: Η κα Γ. Ζαχαρίου για Α. Ζαχαρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Μεσεγγυούχο: Η κα Παναγ. Κωνσταντινίδου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα/αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), με την υπό κρίση αίτησή της αιτείται διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (writ of attachment) στα χέρια τρίτου για το ποσό των €350.245 ή/και το υπόλοιπο μέχρι εξόφλησης της δικαστικής απόφασης στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή ημερ. 16.02.2017, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, πλέον ΦΠΑ. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, Μέρος 7, άρθρα 73 -81, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.43 και Δ.48.Θ.1 και 2, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960)άρθρο 32 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Μιχαηλίδης ο οποίος δηλώνει ότι είναι στην υπηρεσία της Αιτήτριας από την οποία έχει εξουσιοδότηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης λόγω προσωπικού χειρισμού της, από έγγραφα που κατέχει και από πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει την προέλευση των οποίων και αναφέρει. Τα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά πιστεύει ότι είναι ορθά και αληθή. Σε σχέση δε με τη νομική πτυχή της υπόθεσης διατυπώνει τη γνώμη και συμβουλή των δικηγόρων της Αιτήτριας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι την 16.02.2017 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης/ καθ' ης η αίτηση (στη συνέχεια «η Καθ' ης η αίτηση»), για το ποσό των €350.
- Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτει ως Τεκμ. Α. Η εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν κατάβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Όμως, την 28.03.2017 δόθηκε διάταγμα με το οποίο διατάσσεται και επιτρέπεται η έκδοση εντάλματος Garnishee order nisi για την κατάσχεση εις χείρας τρίτων. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτει ως Τεκμ. Β. Ότι εξ όσων καλύτερα γνωρίζει και πληροφορείται η ERMES DEPARTMENT STORES PLC οφείλει χρήματα στην εναγόμενη δυνάμει συμφωνιών ή/και τιμολογίων. Όπως δε πληροφορείται από τους δικηγόρους της Αιτήτριας το εξ αποφάσεως χρέος πρέπει να εξοφληθεί κατά προτεραιότητα έναντι των οποιωνδήποτε άλλων εξόδων της Καθ' ης η αίτηση. Πιστεύει δε ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου η Αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο ίδιος ο κ. Μιχαηλίδης ο οποίος δηλώνει ότι σύμφωνα με νομική συμβουλή που λαμβάνει, μετά και την καταχώριση της ένστασης εκ μέρους της μεσεγγυούχου, διαφάνηκε η αναγκαιότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Αιτήτριας, με σκοπό να ξεκαθαρισθεί ο ισχυρισμός της Μεσεγγυούχου για την ύπαρξη ή μη χρέους από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση. Ειδικότερα, όπως τον ενημερώνουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, έχει αφεθεί προ ολίγων ημερών, στη δικηγορική θυρίδα τους, επιταγή με αρ. XXXXX6923 η οποία έχει εκδοθεί από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση ημερ. 29.10.2015, για αυτό και η καταχώριση της παρούσας αίτησης γίνεται σε αυτό το στάδιο. Η καταχώριση της παρούσας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης γίνεται σε αυτό το στάδιο, καθώς έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της εν λόγω επιταγής πολύ πρόσφατα. Η εν λόγω επιταγή είναι αναγκαίο να προσκομισθεί, λαμβανομένης υπ' όψιν και της διαδικασίας εκδίκασης αυτής της φύσης υπόθεση όπως είναι η παρούσα, οι οποίες εκδικάζονται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Πρόσθετα, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Αιτήτριας, η επιταγή αφορά σε πληρωμή από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση, γεγονός που αποδεικνύει την ύπαρξη οφειλόμενου χρέους από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του επισυνάπτεται, αντίγραφο της εν λόγω επιταγής, ως Τεκμ. Α. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας την συμβουλεύουν ότι η ύπαρξη οφειλόμενου χρέους από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση, αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μεσεγγύησης. Όπως επίσης τυγχάνει νομικής συμβουλής, η Μεσεγγυούχος επιδιώκει την παραπλάνηση του Δικαστηρίου αναφορικά με την ύπαρξη ή μη άμεσης σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Μεσεγγυούχου. Εξαιτίας τούτου λοιπόν, κρίνεται αναγκαία η προσκόμιση του Τεκμ. Α, για την εξακρίβωση της ύπαρξης χρέους οφειλόμενου από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση. Η Καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην οποία προβάλλει τους ακόλουθους λόγους (παρατίθενται αυτούσιοι): «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η αίτηση είναι παράνομη.
- Δεν μπορεί να προχωρήσει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης, περιλαμβανομένου και του διαβήματος αυτού ενόψει του διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή για τους εναγόμενους.
- Δεν υπάρχει οφειλή που είναι πληρωτέα κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης ή κατά το χρόνο εξέτασης αυτής.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος». Η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση όπως και αυτή της Μεσεγγυούχου βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), άρθρα 73-81, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.42, Δ.43, Δ.43Α, Δ.48 Θ.Θ.1-13 και Δ.64, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 220 επόμενα του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113), στο άρθρο 23, 30.2 και 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 6, στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, όπως και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και τη Νομολογία. Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίζεται από τον κ. XXXXX Πατσαλίδη ο οποίος πέραν από την ιδιότητα του ως προσωρινού εκκαθαριστή της Καθ' ης η αίτηση δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 3.04.2017 στα πλαίσια της Αίτησης Διάλυσης 116/2015, δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από ενημέρωση που είχε εκ μέρους διευθυντών της Καθ' ης η αίτηση και από άλλες πηγές τις οποίες κατονομάζει και σε σχέση με νομικές απόψεις κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση. Επί της ουσίας αναφέρει ότι η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να παραμεριστεί, κάτι για το οποίο επιφυλάσσει τα δικαιώματα της και επίσης ότι αυτή τελεί υπό αναστολή λόγω της έκδοσης διατάγματος διορισμού του ως προσωρινού εκκαθαριστή και ότι παράτυπα και αντικανονικά έχει εισπραχθεί ποσό έναντι και δεν υπάρχει το αναφερόμενο υπόλοιπο που αναφέρει ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την αίτηση. Το ίδιο το διάταγμα μεσεγγύησης εκδόθηκε παράτυπα και κατόπιν παραπλάνησης του Δικαστηρίου αφού αποτελεί μέτρο εκτέλεσης και μέτρο το οποίο αναστέλλεται αυτόματα σε περίπτωση διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή και έτσι κανένα μέτρο δεν μπορεί να εκτελεστεί ούτε και οποιαδήποτε πληρωμή μπορεί να γίνει ενόψει του διορισμού του ως προσωρινού εκκαθαριστή κάτι που γνώριζαν οι δικηγόροι της Αιτήτριας. Για τούτο και αξιώνει την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος της Αιτήτριας. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζει την ένσταση της η Μεσεγγυούχος είναι οι ακόλουθοι (παρατίθενται αυτούσιοι): «
- H Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήριχτη και δεν συντρέχουν ούτε και πληρούνται οι λόγοι και/ή οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τη σχετική Νομολογία επί του θέματος, με το οποίο να διατάζεται η κατάσχεση του ποσού του εξ αποφάσεως χρέους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, από τη Μεσεγγυούχο.
- Η αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών δεν στηρίζεται σε ορθή και/ή επαρκή νομική βάση και/ή δεν γίνεται ορθή αναφορά των σχετικών Νόμων και/ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και επομένως η αίτηση είναι ελλιπής. Πρόσθετα, η αίτηση δεν είναι ενδιάμεση αλλά εναρκτήρια, παράλειψη η οποία θεωρείται θεμελιακή και δεν θεραπεύεται.
- Η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από τον Αιτητή αντιβαίνει τους σκοπούς της διεξαγωγής διαδικασίας μεσεγγύησης («garnishee proceedings»), αφ' ης στιγμής ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει συμφέρον (is not beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή περιουσία που τελούν υπό την φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία.
- Η Μεσεγγυούχος δεν είναι οφειλέτης των Εναγόμενων και μεταξύ τους δεν έχει εκδοθεί καμία δικαστική απόφαση ή έχει υπάρξει οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής. Η ένορκη δήλωση των Αιτητών δεν αποδεικνύει τίποτα επί τούτου και είναι παντελώς ελλιπής και/ή ανεπαρκής.
- Η όποια οφειλή οι Αιτητές ισχυρίζονται πως υπάρχει μεταξύ Εναγόμενων και Μεσεγγυούχου δεν είναι εκκαθαρισμένη και τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση. Τα τιμολόγια δεν αποτελούν αφ' εαυτά ξεκαθαρισμένο χρέος.
- Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή καταχωρήθηκε κακή τη πίστη και/ή εκδικητικά και/ή κακόβουλα.
- Η ζημιά και/ή βλάβη που θα υποστεί η Μεσεγγυούχος από την έκδοση του διατάγματος είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σύγκριση με την ζημιά και/ή βλάβη που τυχόν θα υποστούν οι Αιτητές από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η Μεσεγγυούχος αμφισβητεί ότι οφείλει το ποσό των 350.245,00 ευρώ και/ή οποιοδήποτε ποσό προς την Εναγόμενη βάσει συμφωνιών και/ή άλλως πως.
- Δεν υπάρχει οποιοδήποτε ποσό δεκτικό κατάσχεσης εις χείρας της Μεσεγγυούχου και/ή δεν υπάρχει οποιαδήποτε χρέος που ο Εναγόμενος μπορεί να ζητήσει πληρωμή από την Μεσεγγυούχο.
- Τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται οι Αιτητές δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δυνάμει του διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Agromarkets Ltd (Εναγομένων) από το Δικαστήριο στις 3.4.17 η παρούσα διαδικασία πρέπει να διακοπεί και να ληφθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο για τη συνέχισή της.
- H υπό εξέταση Αίτηση είναι ενοχλητική και/ή καταχρηστική και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
- Το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις δεν πρέπει και/ή δεν μπορεί να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η παρούσα Αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα της Μεσεγγυούχου σε δίκαιη δίκη και/ή στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας». Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση της Μεσεγγυούχου εμφαίνονται στον φάκελο της διαδικασίας και σε ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Μιτσίδη ο οποίος δηλώνει ότι εργάζεται στην υπηρεσία της Μεσεγγυούχου στη θέση εσωτερικού νομικού συμβούλου του Ομίλου CTC που είναι η μητρική εταιρεία της Μεσεγγυούχου από το
- Δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία πιστεύει ότι είναι ορθά και αληθή από προσωπικό χειρισμό, από έγγραφα τα οποία κατέχει όσο και από πληροφορίες και συμβουλές τις οποίες έχει λάβει από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Δηλώνει δε ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Για όσα δε από τα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά, δηλώνει ότι αποκαλύπτει δεόντως την πηγή της πληροφόρησης του. Ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι έχει μελετήσει το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως και της ένορκης δήλωσης του κ. Μιχαηλίδη που τη συνοδεύει, εκτός από τους ισχυρισμούς για τους οποίους προβαίνει σε ρητή παραδοχή, αρνείται και απορρίπτει όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς. Εξ' όσων γνωρίζει και όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε από τους Αιτητές είναι λανθασμένη και παράτυπη και εν πάση περιπτώσει δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σε συνάρτηση με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η παρούσα αίτηση θα έπρεπε να είναι εναρκτήρια και όχι ενδιάμεση, γεγονός το οποίο αποτελεί ουσιώδη παράλειψη των Αιτητών η οποία δεν θεραπεύεται. Ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στις πρόνοιες των άρθρων 73 και 74 του Κεφ. 6 για να εισηγηθεί ότι τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, γίνεται απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων που αφορούν την εν λόγω υπόθεση από την Αιτήτρια, γεγονός που συντείνει στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η απλή αναφορά και μόνο ότι η Μεσεγγυούχος οφείλει χρήματα στην Καθ' ης η αίτηση δυνάμει τιμολογίων και/ή συμφωνιών είναι εσφαλμένη και/ή ελλιπέστατη και στερείται οποιαδήποτε αποδεικτικής αξίας. Η Μεσεγγυούχος δεν είναι οφειλέτης της Καθ' ης η αίτηση και μεταξύ τους δεν έχει εκδοθεί καμία δικαστική απόφαση και επίσης ουδέποτε η Καθ' ης η αίτηση έχει κινηθεί δικαστικά ή άλλως πως εναντίον της Μεσεγγυούχου εταιρείας. Εξ' όσων επίσης τον πληροφορούν οι δικηγόροι τους, η όποια οφειλή ισχυρίζονται οι Αιτητές πως υπάρχει μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Μεσεγγυούχου δεν είναι εκκαθαρισμένη και τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση από τη Μεσεγγυούχο. Τα τιμολόγια εξ όσων τυγχάνει νομικής συμβουλής δεν αποτελούν αφ' εαυτά ξεκαθαρισμένο χρέος. Δηλώνει ακόμα ότι η ζημιά και/ή βλάβη που θα υποστεί η Μεσεγγυούχος από την έκδοση του διατάγματος είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη σε σύγκριση με την ζημιά και/ή βλάβη που τυχόν θα υποστεί η Αιτήτρια από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με την τυχόν επιτυχία της παρούσας αίτησης η Μεσεγγυούχος δεν θα μπορεί να αμφισβητήσει το ποσό που φέρεται να οφείλει στην Καθ' ης η αίτηση και αν αυτό είναι χαμηλότερο και επί ποιου ύψους. Περαιτέρω, με βάση τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει οποιοδήποτε ποσό δεκτικό κατάσχεσης εις χείρας της Μεσεγγυούχου και/ή δεν υπάρχει οποιοδήποτε χρέος που η Καθ' ης η αίτηση μπορεί να ζητήσει πληρωμή από τη Μεσεγγυούχο. Δεν έχουν υπάρξει δικαστικά διαβήματα από την Καθ' ης η αίτηση προς τη Μεσεγγυούχο για οποιαδήποτε ποσό, πόσο δε μάλλον για το ποσό που αυθαίρετα ζητεί η Αιτήτρια. Θεωρεί ότι στη βάση των πιο πάνω γεγονότων η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ενοχλητική. Ακόμα υπό τις περιστάσεις δεν πρέπει και/ή δεν μπορεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και για τον λόγο ότι σύμφωνα με το Τεκμ. 1 που επισυνάπτει, στις 3.04.2017 δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου διορίστηκε ο κ. XXXXX Πατσαλίδης προσωρινός εκκαθαριστής της Καθ' ης η αίτηση και επομένως, στη βάση του άρθρου 220 του Κεφ. 113 σύμφωνα με τους δικηγόρους της η παρούσα διαδικασία πρέπει να διακοπεί ώστε να ληφθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο για τη συνέχισή της. Σημειώνει δε ότι στο Τεκμ. 1 γίνεται αναφορά σε διορισμό του προσωρινού εκκαθαριστή στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, με σκοπό να γίνει αίτηση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. Είναι δε εντελώς παράτυπο να διαταχθεί η Μεσεγγυούχος να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό προς την Αιτήτρια ενώ αργότερα ενδέχεται η απόφαση την οποία επικαλείται η Αιτήτρια να παραμεριστεί από την Καθ' ης η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών στη βάση των πιο πάνω θεωρεί ότι ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει συμφέρον (is not beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή περιουσία που τελούν υπό την φύλαξη ή τον έλεγχο της Μεσεγγυούχου στη Δημοκρατία. Και τούτο καθώς δεν υπάρχει χρέος οφειλόμενο και η ύπαρξή του αμφισβητείται από τη Μεσεγγυούχο ή χρέος που θα καταστεί οφειλόμενο ("debt due or accruing due") και η Αιτήτρια ως εκ τούτου δεν μπορεί να προβαίνει σε διαδικασία εκτέλεσης προς όφελος της. Από όσα δε τον πληροφορούν οι δικηγόροι τους, η παρούσα αίτηση αποτελεί λανθασμένο δικονομικό μέτρο εκ μέρους της Αιτήτριας, καθότι δεν δύναται το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στη βάση όλων των ουσιωδών γεγονότων που αναφέρονται στην παρούσα. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, και εξ' όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι οι οποίοι χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος διατηρεί το status quo και δεν τοποθετεί την Αιτήτρια στη παρούσα σε δυσμενή θέση ούτε και επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της ή είναι επιζήμια για τα δικαιώματα της καθώς μπορεί να ασκήσει άλλα μέτρα εκτέλεσης για είσπραξη του λαβείν της από την Καθ' ης η αίτηση. Αντίθετα, αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, είναι μεγάλος ο κίνδυνος η Μεσεγγυούχος να καταβάλει εις διπλούν το ποσό που επιδιώκεται να κατασχεθεί με την παρούσα αίτηση ή να καταβάλει ποσό μεγαλύτερο από αυτό που πιθανόν να οφείλεται στην εναγόμενη. Το αντίθετο και σύμφωνα με πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους οι οποίοι χειρίζονται προσωπικά τη παρούσα υπόθεση, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος εναντίον της Μεσεγγυούχου θα είναι αδικαιολόγητη, μη εύλογη και ενάντια στο συμφέρον της Δικαιοσύνης. Αυτό γίνεται γιατί θα την τοποθετήσει σε δυσμενέστατη θέση έναντι της Αιτήτριας, αφού ουσιαστικά με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιαστούν τα Συνταγματικά της δικαιώματα αυτά της ιδιοκτησίας και της δίκαιης δίκης, αφού θα πρέπει να δεσμευθεί η περιουσία της και να κατασχεθεί το ποσό που επιδιώκεται να κατασχεθεί με την παρούσα αίτηση, χωρίς αυτό να αποτελεί εκκαθαρισμένο χρέος ή ιδιοκτησία στην οποία έχει αδιαμφισβήτητο δικαίωμα η Καθ' ης η αίτηση προτού εγερθεί αγωγή εναντίον της και εξετασθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί των διαδίκων σε μελλοντική αγωγή αν ποτέ υπάρξει. Η Μεσεγγυούχος μετά από άδεια του Δικαστηρίου καταχώρισε και αυτή απαντητική ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει και πάλι ο κ. Μιτσίδης. Σε αυτή δηλώνει ότι προβαίνει στην καταχώριση της με σκοπό να απαντηθούν συγκεκριμένοι ισχυρισμοί και/ή ζητήματα που εγείρονται από την Αιτήτρια με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μιχαηλίδη. Συγκεκριμένα δηλώνει ότι από μόνη της η επιταγή ημερ. 29.10.2015 της Μεσεγγυούχου προς την εναγόμενη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτόματα αποδεικνύει και την ύπαρξη χρέους/οφειλής της Μεσεγγυούχου προς την Καθ' ης η αίτηση. Για τους λόγους που εξηγεί στη συνέχεια με αναφορά στα πραγματικά γεγονότα και εξ' όσων τυγχάνει συμβουλής για τις νομικές προεκτάσεις, δηλώνει ότι διαφωνεί με την θέση αυτή της Αιτήτριας και την απορρίπτει ως εσφαλμένη στην ολότητα της. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι μεταξύ της Καθ' ης η αίτηση και της Μεσεγγυούχου υπήρχε συμφωνία εμπορικής συνεργασίας ημερομηνίας 3.01.2009, δια της οποίας η Καθ' ης η αίτηση προμήθευε τη Μεσεγγυούχο με εμπορεύματα τα οποία στη συνέχεια η Μεσεγγυούχος θα διέθετε προς πώληση (Τεκμ. Α). Στο πλαίσιο της ανωτέρω συμφωνίας, η Μεσεγγυούχος εξέδωσε την πιο πάνω αναφερόμενη επιταγή στις 29.10.2015, η οποία όμως ουδέποτε παρουσιάστηκε από την Καθ' ης η αίτηση, καθότι υπήρξε διαφωνία ανάμεσα στην Καθ' ης η αίτηση και στη Μεσεγγυούχο αναφορικά με το πραγματικό ύψος του οφειλόμενου ποσού από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση. Αποτέλεσμα της εν λόγω διαφωνίας, ήταν να παρέλθει και ο χρόνος, εντός του οποίου η εν λόγω επιταγή θα μπορούσε να τιμηθεί. Αναφέρει ότι οι συναλλαγές μεταξύ της Μεσεγγυούχου και της Καθ' ης η αίτηση συνεχίστηκαν και μετά την 29.10.2015 ενώ η διαφωνία μεταξύ της Καθ' ης η Αίτηση και της Μεσεγγυούχου αναφορικά με το ύψος του πραγματικά οφειλόμενου ποσού προς την Καθ' ης η Αίτηση υφίσταται μέχρι και σήμερα, και είναι υπαρκτή. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω δεν υπάρχει εκκαθαρισμένο χρέος το οποίο να οφείλεται από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση, ενόσω υπάρχει αυτή η διαφωνία για το ακριβές ποσό που προκύπτει δυνάμει της συμφωνίας και εν τέλει αυτό που η Μεσεγγυούχος έχει να παίρνει από την Καθ' ης η αίτηση. Το δε χρέος που αναφέρει η Αιτήτρια δεν είναι ληξιπρόθεσμο. Ενόψει όλων των ανωτέρω, αλλά και ως πληροφορείται από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση, η ύπαρξη (κατά κάποιο χρονικό διάστημα) της πιο πάνω επιταγής, ουδόλως αποδεικνύει την ύπαρξη εκκαθαρισμένης οφειλής ή ληξιπρόθεσμου χρέους από τη Μεσεγγυούχο προς την Καθ' ης η αίτηση, εφόσον το πραγματικά οφειλόμενο ποσό αμφισβητείται από τα μέρη και η εν λόγω επιταγή δεν έχει ποτέ τιμηθεί. Συνεπώς, δεν υπάρχει εν προκειμένω, οποιοδήποτε ποσό το οποίο να είναι δεκτικό προς κατάσχεση, ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Πέραν των πιο πάνω, η Μεσεγγυούχος επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της ότι εάν υπήρχε ζήτημα εκκαθαρισμένης οφειλής της προς την Καθ' ης η αίτηση, η Καθ' ης η αίτηση θα είχε προ πολλού προχωρήσει στην καταχώριση σχετικής αγωγής εναντίον της, με σκοπό την είσπραξη του λαβείν της, πράγμα όμως που ουδέποτε έπραξε μέχρι και σήμερα. Ως εκ τούτου η παρουσίαση της εν λόγω επιταγής χωρίς καμία εξήγηση ή αναφορά ως προς την συναλλαγή που αυτή αφορά, ή κατά πόσο αυτή εξαργυρώθηκε και κάτω από ποιες συνθήκες είχε εκδοθεί από τη Μεσεγγυούχο, ουδόλως μπορεί να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη εκκαθαρισμένης οφειλής εκ μέρους της Μεσεγγυούχου και προς όφελος της Καθ' ης η αίτηση. Το δε ποσό της επιταγής είναι μάλιστα έκδηλα πιο χαμηλό από το ποσό που δεσμεύτηκε με την ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (order nisi). Αποτελεί θέση της Μεσεγγυούχου ότι η Αιτήτρια αφότου αντιλήφθηκε ότι αδυνατούσε να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη εκκαθαρισμένου χρέους μεταξύ Μεσεγγυούχου και Καθ' ης η αίτηση, προέβη κακόπιστα και πολύ αργοπορημένα, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση, στην καταχώριση της Συμπληρωματικής ΕΔ Μιχαηλίδη, με μόνο σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να πετύχει την έκδοση του διατάγματος που αιτείται με την κυρίως αίτηση της. Στη βάση των πιο πάνω, το Τεκμ. 1 που επισυνάπτεται στην Συμπληρωματική ΕΔ Μιχαηλίδη, ουδόλως αποδεικνύει την ύπαρξη οποιουδήποτε ποσού το οποίο είναι δεκτικό κατάσχεσης εις χείρας της Μεσεγγυούχου και/ή δεν υπάρχει οποιοδήποτε εκκαθαρισμένο χρέος την πληρωμή του οποίου μπορεί να ζητήσει η Αιτήτρια από τη Μεσεγγυούχο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ζητεί όπως απορριφθεί η Αίτηση της Αιτήτριας με έξοδα υπέρ της Μεσεγγυούχου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν όλες τις πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης και στη νομική πτυχή όπως η κάθε πλευρά τα αντιλαμβάνεται και παρουσιάζει. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπ' όψιν τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει, χωρίς να απαιτείται από το Δικαστήριο να ενδιατρίψει σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας,
(1999)2 ΑΑΔ 490). ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΤΗΣ ΠΤΥΧΗ: Η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας υποβλήθηκε μέσω του προσωρινού εκκαθαριστή της ο οποίος διορίστηκε με εξουσία μεταξύ άλλων να υπερασπίζεται την εταιρεία σε οποιεσδήποτε διαδικασίες τυχόν εγερθούν και ειδικά σε σχέση με την παρούσα αγωγή να προβεί σε αίτηση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφαση σε αυτή την αγωγή και συνεπώς να προβεί και σε κάθε αναγκαία και σχετική με αυτές τις ιδιότητες πράξη και ενέργεια. Οι ενστάσεις της Καθ' ης η αίτηση και της Μεσεγγυούχου επικεντρώνονται κυρίως στο γεγονός της αδιαμφισβήτητης κατάστασης της εταιρείας, ήτοι του διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή της, ο οποίος έλαβε χώρα στις 3.04.2017 με διάταγμα Δικαστηρίου και έτσι κάθε διαδικασία, περιλαμβανομένης και διαδικασίας εκτέλεσης, αυτόματα αναστέλλεται και σταματά. Σύμφωνα με το άρθρο 220 του Κεφ. 113: «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει». Σύμφωνα επομένως με την πιο πάνω νομοθετική διάταξη κατά την άποψη μου και στη βάση του αδιαμφισβήτητου γεγονότος της έκδοσης του διατάγματος διορισμού του προσωρινού εκκαθαριστή και με δεδομένο ότι δεν έχει εξασφαλιστεί οποιαδήποτε άδεια για καταχώριση και προώθηση της αίτησης για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, η αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει εναντίον της Καθ' ης η αίτηση και ούτε και να εκδοθεί το διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου όπως επιζητείται. Στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stories Trading Ltd v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λτδ (Αρ.1),
(1998)1 (Γ) ΑΑΔ 1806, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το ποιες διαδικασίες καλύπτει η απαγόρευση του Άρθρου 220 του Κεφ. 113: «Είναι σαφές πως σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, αυτόματα καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει. Σχετικές και βοηθητικές στην ερμηνεία που επιδιώκεται, είναι οι πρόνοιες του άρθρου 215 που αφορούν την εξουσία αναστολής ή περιορισμού διαδικασίας εναντίον εταιρείας στο στάδιο μετά την υποβολή αίτησης για την εκκαθάριση της, αλλά πριν από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Οι πρόνοιες αυτές είναι οι εξής: "215. At any time after the presentation of a winding-up petition, and before a winding-up order has been made, the company, or any creditor or contributory, may- (
- a)where any action or proceeding against the company is pending in any District Court or the Supreme Court apply to the Court in which the action or proceeding is pending for a stay of proceedings therein; and (
- b)where any other action or proceeding is pending against the company, apply to the Court having jurisdiction to wind up the company to restrain further proceedings in the action or proceeding, and the Court to which application is so made may, as the case may be, stay or restrain the proceedings accordingly on such terms as it thinks fit». Σε μετάφραση: ¨215. Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται: (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή, και (β) όταν οποιαδήποτε άλλη αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης της εταιρείας για παρεμπόδιση της λήψης περαιτέρω επιπρόσθετης διαδικασίας στην αγωγή ή διαδικασία, και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό¨. Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd
(1923)1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.), [1973] 1 W.L.R. 63). Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στον Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450:"... Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected. "Proceedings" under section 130
(2)is given a wide meaning, and includes executions and inderpleader summonses. The words "any other action or proceeding" in section 126
(1)likewise are general and not limited to actions in England but extend to actions and proceedings in Scotland; Northern Ireland being covered by section 126
(1)(a)... where a winding-up order has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding-up.» Το αρμόδιο Δικαστήριο για να δώσει τη σχετική άδεια, όπως έχει τονιστεί σε σωρεία υποθέσεων αλλά και στη πιο πάνω αναφερόμενη είναι το Δικαστήριο της Επαρχίας που βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Συνεπώς, έχοντας υπ' όψιν τα πιο πάνω γεγονότα της υπόθεσης, συμφωνώ με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων που εκπροσωπούν στην παρούσα τον προσωρινό εκκαθαριστή της Καθ' ης η αίτηση και τη Μεσεγγυούχο ότι το διάταγμα μεσεγγύησης δεν μπορεί να προχωρήσει ούτε και να δοθεί άδεια για εκτέλεση του αφού κάτι τέτοιο καταστρατηγεί άμεσα την περί Εταιρειών Νομοθεσία. Περαιτέρω, εάν δεν απορριφθεί η αίτηση και προχωρήσει οποιαδήποτε πληρωμή ήθελε φανεί ότι έπρεπε να γίνει, καθώς εξακολουθεί να παραμένει αόριστη, αδιευκρίνιστη και μη εκκαθαρισμένη, όπως γενικά και αόριστα αναφέρεται στην αίτηση, θα συνιστά δόλια προτίμηση πληρωμής έναντι άλλων πιστωτών, η οποία ως τέτοια θα υπόκειται σε ακύρωση. Σχετικό είναι το άρθρο 301 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «301.—
(1)Οποιαδήποτε µεταβίβαση, επιβάρυνση, υποθήκη, παράδοση αγαθών, πληρωµή, εκτέλεση ή άλλη πράξη που σχετίζεται µε ιδιοκτησία που έγινε από ή εναντίον εταιρείας µέσα σε έξι µήνες πριν από την έναρξη της εκκαθάρισής της, που, αν εγίνετο από ή εναντίον φυσικού προσώπου µέσα σε έξι µήνες πριν από την αίτηση πτώχευσης κατά την οποία κηρύχτηκε σε πτώχευση, θα λογιζόταν στην πτώχευσή του ως δόλια προτίµηση, στην περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας λογίζεται δόλια προτίµηση των πιστωτών της και ακολούθως ακυρώνεται:» Ο δε χρόνος έναρξης εκκαθάρισης καθορίζεται, βάση του άρθρου 218 του Κεφ. 113 σύμφωνα με το οποίο: «218.-
(1)Όταν, πριν από την υποβολή αίτησης για την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο, εγκρίθηκε από την εταιρεία ψήφισμα για εκούσια εκκαθάριση, η εκκαθάριση της εταιρείας λογίζεται ότι αρχίζει το χρόνο έγκρισης του ψηφίσματος, και εκτός αν το Δικαστήριο, με την απόδειξη δόλου ή πλάνης, θεωρήσει σκόπιμο να διατάξει διαφορετικά, όλα τα μέτρα που λήφθηκαν στην εκούσια εκκαθάριση λογίζονται ότι λήφθηκαν έγκυρα.
(2)Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται ότι αρχίζει από το χρόνο της υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση». Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου δεν εξασφαλίστηκε άδεια για την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Συνεπώς, είναι φανερό ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να προωθείται περαιτέρω η παρούσα αίτηση ούτε και να εκδοθεί το διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν έχει λόγους επιτυχίας και απορρίπτεται. Δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω επί των λοιπών λόγων ένστασης εφόσον κάθε περαιτέρω συζήτηση επ' αυτών μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον μπορεί να ενέχει. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Σε σχέση με τα έξοδα είναι η εισήγηση της συνηγόρου που εκπροσωπεί τον προσωρινό εκκαθαριστή ότι θα πρέπει να βαρύνουν την Αιτήτρια επειδή το ζήτημα του διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή τέθηκε στην Αιτήτρια αμέσως μετά την έκδοση του διατάγματος του διορισμού του και μετά που αυτή το διαπίστωσε εντούτοις επέλεξε να προωθήσει την αίτηση και έτσι δεν μπορεί να επικαλείται άγνοια. Την επιβάρυνση της με τα έξοδα θα μπορούσε να την αποφύγει ενδεχομένως εάν η αίτηση αποσυρόταν αμέσως μετά την προβολή του ισχυρισμού περί διορισμού του προσωρινού εκκαθαριστή. Από τη στιγμή που η Αιτήτρια επέλεξε να προωθήσει την παρούσα αίτηση, τότε δίκαια τα έξοδα θα πρέπει να την βαρύνουν. Θα συμφωνήσω με την πιο πάνω εισήγηση. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια ως προς την επιδίκαση των εξόδων δεν βλέπω λόγον απόκλισης από τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα του. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της εναγόμενης/ Καθ' ης η αίτηση και της Μεσεγγυούχου και εναντίον της ενάγουσας/ Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο