← Κύπρος

PIERIDES HOLDINGS LTD ν. A.A.C. CONSTANTINOU ELECTRICAL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 58/13, 1/6/2021

PIERIDES HOLDINGS LTD ν. A.A.C. CONSTANTINOU ELECTRICAL LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 58/13, 1/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ։ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 58/13 Μεταξύ: PIERIDES HOLDINGS LTD Ενάγοντες και

  1. A.A.C. CONSTANTINOU ELECTRICAL LTD
  2. XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενοι Ημερομηνία։ 1 Ιουνίου, 2021 Εμφανίσεις։ Για τους Ενάγοντες։ κ. Ε. Χειμώνας με κ. Μ. Χατζηδάκη, για ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΑΝΟΣ & ΣΙΑ Για τους Εναγόμενους 1 και 2։ κ. Μ. Χαραλάμπους, για CHRYSSES DEMETRIADES & CO LLC ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι Ενάγοντες αξιώνουν «ποσό €10.551,75σ. ως υπόλοιπο τρεχούμενου ή χρεωστικού λογαριασμού ή τιμολογίων ή αξίας εμπορευμάτων», πλέον τόκο 9% από 22.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα. Είναι η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων, στην Έκθεση Απαίτησης που φαίνεται ειδικά οπισθογραφημένη επί του κλητηρίου εντάλματος, ότι αυτοί, ως «δημόσια εταιρεία δεόντως και νομοτύπως εγγεγραμμένη», ασχολούνταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, με την εισαγωγή και εμπορία υλικών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, φωτιστικών ειδών και καταναλωτικών ειδών οικιακής και επαγγελματικής χρήσεως. Διαρκούσης της περιόδου από 10.1.2012 έως 30.9.2012 και κατόπιν συμφωνίας γενομένης στη Λευκωσία, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι πωλούσαν στους Εναγόμενους 1 και 2 ή υπαλλήλους ή αντιπροσώπους αυτών, διάφορα εμπορεύματα επί πιστώσει ή/και δυνάμει τιμολογίων ή δελτίων παραλαβής ή άλλως πως. Έναντι της συμφωνηθείσας ή ευλόγου ή νομίμου αξίας των εμπορευμάτων, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλλαν διάφορα ποσά και τηρείτο από τους Ενάγοντες σχετικός τρεχούμενος ή χρεωστικός λογαριασμός, όπου πιστώνονταν τυχόν πληρωμές που τους έκαναν οι Εναγόμενοι. Ο λογαριασμός αυτός, κατά ή περί την 30.9.2012 έδειχνε υπόλοιπο €10.551,75σ. Οι Ενάγοντες δεσμεύτηκαν στην Έκθεση Απαίτησης να δώσουν πλήρεις λεπτομέρειες του λογαριασμού αυτού κατά την ακρόαση της αγωγής ή «άμα τη παρακλήσει» των Εναγομένων. Σημείωσαν δε οι Ενάγοντες, ότι ο εν λόγω επίδικος λογαριασμός άρχισε κατόπιν γραπτής αίτησης εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1, «του Εναγομένου 2 αναλαβόντος ή εγγυηθέντος προσωπικώς την πληρωμή του χρέους». Περαιτέρω, ήταν η θέση των Εναγόντων ότι συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και των Εναγομένων η πληρωμή τόκου προς 9% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, οι Εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να πληρώσουν το χρέος τους, γι' αυτό και οι Ενάγοντες κίνησαν την υπό κρίση αγωγή. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2, οι οποίοι είχαν κοινή νομική εκπροσώπηση στο Δικαστήριο, αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και αντέταξαν την εξής εκδοχή։ · Ότι, στην πραγματικότητα, ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είναι διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης αρ. 1 ουδέποτε είχε οποιαδήποτε εμπορική και/ή άλλη δοσοληψία με τους Ενάγοντες με την προσωπική του ιδιότητα και ουδέποτε είχε συνάψει υπό την ιδιότητα αυτή οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ενάγοντες. · Η Εναγόμενη 1 όντως είχε μια συνεργασία με τους Ενάγοντες και αγόραζε εμπορεύματα από αυτούς, αλλά ουδέποτε καθυστέρησε τις πληρωμές της και ουδέποτε τέθηκε οποιοδήποτε θέμα με το λογαριασμό της. · Σε ό,τι αφορά το χρεωστικό υπόλοιπο των €10.551,75σ. που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έδειχνε ο λογαριασμός των Εναγομένων κατά ή περί την 30.9.2012, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό, αλλά αντίθετα ανταπαιτούν διάφορα ποσά ως θα αναλυθούν πιο κάτω για τους εξής λόγους։ o Κατά ή περί τον Μάρτιο του 2012, η Εναγόμενη 1 παρήγγειλε διάφορα προϊόντα από τους Ενάγοντες, τα οποία αυτοί δεν είχαν σε διαθέσιμο απόθεμα και δεσμεύτηκα ότι θα τα παρέδιδαν σε ένα μήνα. Τα εν λόγω προϊόντα, η Εναγόμενη 1 θα τα τοποθετούσε σε σπίτια δικών της πελατών, οι οποίοι και τα είχαν επιλέξει από το κατάστημα των Εναγόντων ως ήταν της αρεσκείας τους και είναι εκείνα που οι Ενάγοντες δεσμεύτηκαν ότι θα προμήθευαν εντός ενός μηνός. o Παραταύτα, επειδή τα παραγγελθέντα προϊόντα καθυστερούσαν να φτάσουν και κατόπιν πιέσεων από τους Εναγόμενους 1, οι Ενάγοντες πρότειναν και προμήθευσαν στους Εναγόμενους 1, με επιπλέον όμως χρέωση, άλλα εμπορεύματα, για να μπορέσουν οι Εναγόμενοι 1 να ολοκληρώσουν προσωρινά τις εργασίες τους στα σπίτια των πελατών τους, με συμφωνία ότι όταν έφθαναν τα παραγγελθέντα προϊόντα, τότε θα γινόταν η αντικατάσταση των προσωρινά τοποθετημένων. Οι δε Ενάγοντες αποδέχθηκαν να αναλάβουν το κόστος των εργατικών που θα συνεπαγόταν η αντικατάσταση των προϊόντων (αφαίρεση των προσωρινών και τοποθέτηση των παραγγελθέντων). o Εν τέλει, περί τον Ιούλιο του 2012, οι Ενάγοντες ειδοποίησαν τους Εναγόμενους 1 ότι δεν ήταν σε θέση να εκτελέσουν την παραγγελία. Ο Εναγόμενος 2, ως Διευθυντής των Εναγόντων 1, επισκέφθηκε τους Ενάγοντες και είχε συνάντηση με τον Διευθυντή των Εναγόντων ζητώντας από τους Ενάγοντες είτε να εκτελέσουν την παραγγελία είτε να πάρουν πίσω τα προϊόντα που τοποθετήθηκαν προσωρινά στα σπίτια των πελατών των Εναγομένων 1 και να αποζημιώσουν τους Εναγόμενους 1 για τις ζημιές που υπέστη εξαιτίας της μη τήρησης των συμφωνηθέντων. o Συγκεκριμένα, το ποσό των εργατικών που οι Εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται ότι θα υποστούν για την αφαίρεση των προσωρινά τοποθετημένων προϊόντων από τα σπίτια των πελατών τους, και το οποίο ανταπαιτούν από τους Ενάγοντες, ανέρχεται σε €5.500, η δε ζημιά που έχουν υποστεί οι Εναγόμενοι 1, λόγω του ότι οι πελάτες τους δεν τους πληρώνουν επειδή θεωρούν ότι δεν ολοκλήρωσαν τις εργασίες τους εφόσον δεν τοποθέτησαν τα παραγγελθέντα προϊόντα της αρεσκείας τους, ανέρχεται σε €13.
  3. o Οι Ενάγοντες, όχι μόνο δεν δέχθηκαν να πάρουν πίσω τα προϊόντα που προσωρινά τοποθετήθηκαν στα σπίτια των πελατών των Εναγομένων αρ. 1 και να αποζημιώσουν τους Εναγόμενους 1, αλλά αντί τούτου χρέωσαν τους Εναγόμενους 1 με την αξία των προσωρινών προϊόντων που οι Εναγόμενοι 1 στην πραγματικότητα ουδέποτε είχαν παραγγείλει και που οι ίδιοι οι Ενάγοντες πρότειναν στους Εναγόμενους 1 ως ενδιάμεση λύση μέχρι την εκτέλεση της κανονικής παραγγελίας. o Αναφορικά με τον τόκο, οι Εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται ότι αυτός θα έτρεχε αν οι Εναγόμενοι αρνούνταν να αποπληρώσουν τα τιμολόγια για τα συμφωνημένα προϊόντα που παραγγέλθηκαν, ενώ κάτι τέτοιο ουδέποτε έγινε. Για τους πιο πάνω λόγους, οι Εναγόμενοι 1 και 2 / εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο την απόρριψη της αγωγής και την επιδίκαση υπέρ αυτών των ποσών που ανταπαιτούν εναντίον των Εναγόντων / εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων (βλ. τα ποσά €5.500 και €13.300 ως ανωτέρω περιγράφονται). Με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες / εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι δεν παραδέκτηκαν τους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1 και 2 / εξ ανταπαιτήσεως Εναγόντων και κάλεσαν το Δικαστήριο να απορρίψει την εν λόγω εκδοχή, με έξοδα. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Η ακρόαση της ως άνω υπόθεσης άρχισε την 1.3.2021 και ολοκληρώθηκε με την υποβολή των γραπτών τελικών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων, με την απόφαση του Δικαστηρίου να έχει επιφυλαχθεί στις 19.5.
  4. Για ν' αποδείξουν την υπόθεσή τους, οι Ενάγοντες παρουσίασαν έναν μόνο μάρτυρα, τον κ. XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο Διευθυντής στην υπηρεσία των Εναγόντων. Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 1.3.2021 και 22.3.
  5. Από την άλλη, για ν' αποδείξουν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους, οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρουσίασαν έναν μόνο μάρτυρα, τον ίδιο τον Εναγόμενο 2, κ. XXXXX Κωνσταντίνου (MY1). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου 8.4.
  6. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ
  7. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση, ως το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α» και υιοθέτησε το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής ως αληθές. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε ως τεκμήρια τα εξής έγγραφα։ · Ως «Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α», τα στοιχεία που αφορούν στη νομική οντότητα των Εναγόντων, όπως εμφαίνονται στο ηλεκτρονικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών Κύπρου. · Ως «Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α», την κατάσταση που τηρούσαν οι Ενάγοντες αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό των Εναγομένων. · Ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β», τη Δέσμη των επίδικων Τιμολογίων. · Ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Γ», την ισχυριζόμενη γραπτή εντολή που έδωσε ο Εναγόμενος 2 προς τους Ενάγοντες στις 22.2.2012 για μεταφορά χρέους €4.823,55σ. από το λογαριασμό μιας άλλης εταιρείας (N. APOSTOLOU GENERAL LTD) στον επίδικο λογαριασμό των Εναγομένων αρ.
  8. · Ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Δ», την γραπτή αίτηση των Εναγομένων 1 για το άνοιγμα λογαριασμού επί πιστώσει προς όφελος αυτών από τους Ενάγοντες, στην οποία αίτηση φαίνεται κατ' ισχυρισμόν η ανάληψη προσωπικής ευθύνης εγγύησης της πληρωμής του χρέους από τον Εναγόμενο 2 ως εγγυητή ή/και συνοφειλέτη. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1 στην παρα. 6 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α), ο ίδιος εξασφάλισε τα πιο πάνω έγγραφα στην κατοχή του υπό την ιδιότητά του ως του προσώπου που ήταν υπεύθυνο, στο πλαίσιο των καθηκόντων του στην υπηρεσία των Εναγόντων, για την παρακολούθηση προβληματικών λογαριασμών πελατών. Ισχυρίστηκε, συγχρόνως, ότι ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να δώσει μαρτυρία προς υποστήριξη των αξιώσεών του εναντίον των Εναγομένων. Όσον αφορά την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασε, ήταν η θέση του ΜΕ1 στις παραγράφους 8 έως 11 και 18 έως 21 του Εγγράφου Α, ότι οι Ενάγοντες τηρούσαν τα εμπορικά βιβλία τους σε ηλεκτρονική μορφή στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές, όπου φυλάσσονταν όλες οι πληροφορίες για τις χρεώσεις και πιστώσεις στους λογαριασμούς των πελατών τους, περιλαμβανομένων των Εναγομένων. Οι καταχωρήσεις των χρεοπιστώσεων στα βιβλία των Εναγόντων γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων. Ήταν δε ο ισχυρισμός του ΜΕ1 (βλ. την παρα. 10 του Εγγράφου Α) ότι τα βιβλία καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρίσκονταν και εξακολουθούσαν να βρίσκονται φυλαγμένα στις κτιριακές εγκαταστάσεις των Εναγόντων, υπό τον έλεγχο αυτών, και ότι είχαν πρόσβαση σε αυτά οι διευθυντικοί λειτουργοί, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ίδιος ο ΜΕ
  9. Τέλος, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι οι Εναγόμενοι λάμβαναν τις καταστάσεις λογαριασμού, καθώς και τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι Ενάγοντες, χωρίς οποτεδήποτε να διαμαρτυρηθούν, παρά μόνο αμέλησαν και/ή παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να πληρώσουν όταν οι Ενάγοντες τους όχλησαν για πληρωμή. Για τούτο, ο ΜΕ1 κατέληξε να ζητεί ως η αξίωση των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης, ενώ αρνήθηκε ως αβάσιμους όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που περιλήφθηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ως εξωπραγματικούς. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 2 (ΜΥ1). Ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Ε), όπου ουσιαστικά υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τόνισε εξ αρχής ότι αυτός ουδέποτε συμβλήθηκε υπό την προσωπική του ιδιότητα με τους Ενάγοντες, παραμόνο υπέγραψε υπό την ιδιότητα του διευθυντή και μετόχου της εταιρείας (Εναγομένων 1) την αίτηαη για το λογαριασμό επί πιστώσει για τη συνεργασία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων
  10. Διευκρίνισε ότι τον Μάρτιο του 2012 είχε μεταβεί ο ίδιος μαζί με τους πελάτες των Εναγομένων 1 στο κατάστημα των Εναγόντων για να διαλέξουν τα προϊόντα της αρεσκείας των πελατών τους, γι' αυτό και γνωρίζει ότι η παραγγελία έγινε με τη συμφωνία ότι τα επιλεγέντα προϊόντα θα παραδίδονταν μέσα σε ένα μήνα. Δήλωσε επίσης ο ΜΥ1 ότι ο ίδιος ήταν που, όταν παρήλθε ο ένας μήνας, άρχισε να πιέζει τους Ενάγοντες, εφόσον διαμαρτύρονταν και οι πελάτες των Εναγομένων 1 για την καθυστέρηση στην παραλαβή των προϊόντων. Γνωρίζει ο ΜΥ1 ότι προς τον ίδιο προτάθηκε ως προσωρινή λύση να του παραδώσουν άλλα προϊόντα και του δόθηκε η υπόσχεση από τους Ενάγοντες ότι μόλις παραλάμβαναν τα προϊόντα της κανονικής παραγγελίας, θα επωμίζονταν οι ίδιοι οι Ενάγοντες το κόστος για την αφαίρεση των προσωρινών και την τοποθέτηση των κανονικών προϊόντων. Ωστόσο, όπως ανέφερε ο ΜΥ1, οι Ενάγοντες δεν τίμησαν ούτε αυτήν την υπόσχεση, επικαλούμενοι, περί τον Ιούλιο του 2012, ότι το εργοστάσιο στην Κίνα έπαυσε να παράγει τη σειρά προϊόντων που είχαν επιλέξει αρχικά οι πελάτες των Εναγομένων 1, γι'αυτό και δεν θα μπορούσαν να εκτελέσουν την αρχική παραγγελία. Ο ΜΥ1 ενημέρωσε τότε τους πελάτες των Εναγομένων 1, αλλά εκείνοι δεν ενδιαφέρονταν για καμιά άλλη σειρά προϊόντων των Εναγόντων. Έτσι, ο ΜΥ1 επικοινώνησε ξανά με τους Ενάγοντες και τους είπε ότι θα τους επέστρεφε τα προϊόντα που παρέλαβε προσωρινά, νοουμένου ότι οι Ενάγοντες θ' αναλάμβαναν, ως είχαν υποσχεθεί, το κόστος της αφαίρεσης και απομάκρυνσης των προσωρινών προϊόντων. Αντίθετα, όμως, οι Ενάγοντες όχι μόνο αρνήθηκαν να πληρώσουν το κόστος αυτό, αλλά ζήτησαν να πληρωθούν τα προϊόντα. Κατέληξαν οι Εναγόμενοι να αποστέλλουν δύο φορές επιστολή στους Ενάγοντες και να αξιώνουν να τους αποζημιώσει για τη ζημιά που υπέστηκαν από την παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων και, αντί απάντησης, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αγωγή. Τις επιστολές αυτές, ο ΜΥ1 τις παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 1 και 2 υπό Έγγραφο Ε. ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ. Είναι πάγια νομολογημένο ότι σε αστικής φύσεως υποθέσεις, η πλευρά των Εναγόντων οφείλει να αποσείσει το βάρος της απόδειξης στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Τούτο σημαίνει, ότι θα πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι η εκδοχή τους, όπως δικογραφήθηκε, αποδεικνύεται ότι είναι πιο πιθανό να είναι αληθής παρά να μην είναι. Όπως χαρακτηριστικά τέθηκε στη Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858, «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not)». ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ. Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας που καταθέτει, αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Ο ΜΕ1 δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του είχε ολισθήματα, υπαναχωρήσεις από προηγούμενες δηλώσεις του και γενικότερα δημιούργησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι δεν έδωσε την πρέπουσα προσοχή στην υποχρέωση που είχε ως μάρτυρας να δώσει αληθή και αξιόπιστη μαρτυρία στο Δικαστήριο. Παράλληλα, παραδέχθηκε ότι στερείτο άμεσης γνώσης ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης. Ειδικότερα, επισημαίνω ότι δεν με ικανοποίησε ότι αυτός διεξήγαγε δέουσα έρευνα προκειμένου να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου την καλύτερη δυνατή μαρτυρία για να αποδείξει την υπόθεση των Εναγόντων։ (α) Κατά την πρώτη δικάσιμο της κυρίως εξέτασής του, ημερ. 1.3.2021, ο ΜΕ1 επιχείρησε να καταθέσει στο Δικαστήριο ως τεκμήριο τα αντίγραφα των επίδικων τιμολογίων. Όταν ο συνήγορος Υπεράσπισης ήγειρε ένσταση ότι τα αντίγραφα δεν αποτελούν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, ο ΜΕ1 ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος εκτύπωσε τα εν λόγω αντίγραφα από τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή του, αλλά υπήρχαν και τα πρωτότυπα των τιμολογίων, φυλαγμένα στο αρχείο της εταιρείας. Δεδομένης της δήλωσής του αυτής, το Δικαστήριο αποδέχθηκε την ένσταση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι εφόσον υπήρχε καλύτερη δυνατή μαρτυρία (ήτοι τα πρωτότυπα), δεν ήταν ορθό ή δίκαιο να επιτραπεί η κατάθεση των αντίγραφων των τιμολογίων. Αντίστοιχη ένσταση έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο, όταν ο ΜΕ1 επιχείρησε να καταθέσει αντίγραφο της γραπτής αίτησης των Εναγομένων αρ. 1 για άνοιγμα λογαριασμού επί πιστώσει, που υπογράφηκε και από τον Εναγόμενο αρ. 2, εφόσον ο ΜΕ1 παραδέχτηκε ότι δεν είχε κάνει έρευνα στο αρχείο της εταιρείας για να εντοπίσει το πρωτότυπο της εν λόγω αίτησης, πριν επιχειρήσει να καταθέσει απλό αντίγραφο αυτής στο Δικαστήριο. (β) Επανερχόμενος στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.3.21, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι προσπάθησε να βρει τα πρωτότυπα τιμολόγια, αλλά επειδή πέρασαν πολλά χρόνια και επειδή η εταιρεία δεν λειτουργεί πλέον, αυτός δεν κατάφερε να τα εντοπίσει. Την ίδια δικαιολογία έδωσε και για τον μη εντοπισμό του πρωτότυπου της γραπτής αίτησης των Εναγομένων αρ. 1 για το άνοιγμα του λογαριασμού επί πιστώσει, ως επίσης και την ισχυριζόμενη γραπτή εντολή που έδωσε ο Εναγόμενος αρ. 2 για να μεταφερθεί το χρέος μιας τρίτης εταιρείας ως χρέος στο λογαριασμό επί πιστώσει που ανοίχθηκε στο όνομα των Εναγομένων αρ.
  1. Και για τα τρία αυτά έγγραφα (δέσμη τιμολογίων, γραπτή αίτηση ανοίγματος λογαριασμού επί πιστώσει και γραπτής εντολής μεταφοράς χρέους), ο ΜΕ1 ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να καταθέσει τα αντίγραφα που κατ' ισχυρισμόν είχε εκτυπώσει από τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, εφόσον παρά την προσπάθεια ανεύρεσης των πρωτοτύπων στο αρχείο της εταιρείας, δεν κατάφερε να τα βρει. Βασιζόμενο στη δήλωσή του αυτή, το Δικαστήριο επέτρεψε την κατάθεση των εν λόγω αντίγραφων ως τα τεκμήρια με ένδειξη Έγγραφα Β, Γ και Δ. (γ) Κατά την αντεξέτασή του, κατά τη δικάσιμο ημερ. 22.3.21, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι στην πραγματικότητα κατά τον παρόντα χρόνο που ισχυρίστηκε ότι διεξήγαγε την έρευνα εντοπισμού των πιο πάνω πρωτότυπων εγγράφων στο αρχείο της εταιρείας των Εναγόντων, αυτός δεν εργαζόταν για την εν λόγω εταιρεία διότι αυτή έπαυσε να λειτουργεί από το
  2. Απεναντίας, εργάζεται σε άλλη εταιρεία, την οποία κατονόμασε («Π. Κ. Ευρωδυναμική Λτδ»). Σε μετέπειτα στάδιο της αντεξέτασής του, ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει στο παρόν στάδιο ο φάκελος των πελατών (εν προκειμένω των Εναγομένων αρ. 1), για να μπορεί να τον προσκομίσει στο Δικαστήριο, ενώ υπήρχε φάκελος πελατών το
  3. (δ) Παραδέχθηκε ότι τα αντίγραφα των τιμολογίων που αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο ως δέσμη - τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β», δεν είναι υπογραμμένα από κανένα συμβαλλόμενο μέρος (ούτε από τον εκδότη ούτε από τον παραλήπτη), διότι στην πραγματικότητα δεν είναι αντίγραφα των πρωτοτύπων. Ισχυρίστηκε ότι στα καταστήματά τους, κατά τον ουσιώδη χρόνο που γίνονταν οι επίδικες δοσοληψίες (ήτοι το 2012), δεν συνήθιζε η εταιρεία να σκανάρει τα υπογεγραμμένα τιμολόγια και να τα φυλάει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της, γι' αυτό και δεν μπορούσε ο ίδιος να τα εντοπίσει τώρα σε αυτή την μορφή. Παραδέχθηκε ότι αυτά που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο αποτελούν απλώς εκτύπωση από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αποτυπώνει τα τιμολόγια ως ήταν καταχωρημένα πριν την όποια υπογραφή τους. (ε) Ερωτηθείς, όμως, προς το τέλος της αντεξέτασής του από τον συνήγορο Υπεράσπισης, για το πού βρίσκονται οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές της εταιρείας τώρα που, όπως ο ίδιος ο ΜΕ1 είπε ενωρίτερα στη μαρτυρία του, η εταιρεία δεν λειτουργεί και τελεί υπό διαχείριση, ο ΜΕ1 απάντησε λέγοντας «Τα πήρε ο διαχειριστής πριν ενάμιση, δύο χρόνια». Ισχυρίστηκε τότε ο ΜΕ1 ότι όταν είχε δηλώσει προηγουμένως ότι έψαξε στο αρχείο των Εναγόντων αρ. 1 για τον εντοπισμό των πρωτότυπων εγγράφων, δεν εννοούσε ότι έψαξε σε κάποια αποθήκη των Εναγόντων αρ. 1, αλλά ότι προσπάθησε να τα βρει στον διαχειριστή της εταιρείας των Εναγόντων αρ.
  4. Την ίδια στιγμή όμως που ο ΜΕ1 προέβηκε σε αυτόν τον ισχυρισμό, δεν ήταν καν σε θέση να πει στον συνήγορο Υπεράσπισης πώς ονομάζεται ο διαχειριστής. Δεν θυμόταν το όνομα του Διαχειριστή, παρά το ότι μόλις 10 μέρες πέρασαν κατ'ισχυρισμόν μέχρι τη δικάσιμο της αντεξέτασής του από τότε που διεξήγαγε την ισχυριζόμενη έρευνα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές του Διαχειριστή των Εναγόντων. Δημιούργησε έτσι με τις δηλώσεις του μεγάλη αμφιβολία στο Δικαστήριο για το αν αυτός έψαξε πράγματι σε αρχείο των Εναγόντων, το οποίο κατ'ισχυρισμόν τελεί υπό τη φύλαξη του Διαχειριστή της εταιρείας, για να βρει τα έγγραφα που θα συνιστούσαν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία στην υπόθεση των Εναγόντων. Επί της ουσίας της υπόθεσης, η εμπλοκή του ΜΕ1 στα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αποκρυσταλλώθηκε κατά την αντεξέτασή του, φαίνεται να περιορίζεται χρονικά στο στάδιο που ο εμπορικός λογαριασμός των Εναγόντων εμφάνισε καθυστέρηση είσπραξης. Δηλαδή, όπως ο ίδιος ο ΜΕ1 δήλωσε κατά την αντεξέτασή του, αυτός δεν υπηρετούσε ποτέ ως υπεύθυνος πωλήσεων, δεν είχε την παραμικρή ανάμειξη στην έκδοση των επίδικων τιμολογίων ως η δέσμη που αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο (Έγγραφο Β) και δεν γνωρίζει ο ίδιος αν εκδίδονταν δελτία παραγγελίας ή/και παράδοσης των προϊόντων προς τους πελάτες. Τούτος ήταν κατ'ακολουθίαν και ο λόγος που δεν γνώριζε να πει αν τα προϊόντα που παραγγέλθηκαν από τους πελάτες των Εναγομένων αρ. 1 παραδόθηκαν ή όχι στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αν έγινε συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων να παραδοθούν στους Εναγόμενους άλλα προϊόντα προσωρινά μέχρι να μπορέσουν οι Ενάγοντες να εκτελέσουν την κανονική παραγγελία και αν καθυστέρησε για περίοδο 5 μηνών ή/και παρέλειψε η πλευρά των Εναγόντων να εκτελέσει την παραγγελία ή/και να παραδώσει τα παραγγελθέντα προϊόντα, ώστε κατ'ουσίαν να υπήρξε παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας με υπαιτιότητα των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 δεν δίστασε να παραδεχθεί κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός δεν γνώριζε λεπτομέρειες για τις δοσοληψίες των Εναγομένων αρ. 1 με την εταιρεία των Εναγόντων. Γνώριζε μόνο ότι κατ'ισχυρισμόν τηρήτο ο εμπορικός λογαριασμός ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, χωρίς να ακούσει ποτέ την οποιαδήποτε διαμαρτυρία από πλευράς πελατών. Αυτή ήταν η θέση του. Τούτο το είπε ο ΜΕ1, χωρίς όμως να θεωρεί τον εαυτό του «Οικονομικό Διευθυντή» αφού μόνος του ανέφερε ότι υπήρχε άλλος Οικονομικός Διευθυντής, ούτε θεωρούσε τον εαυτό του ως τον αποκλειστικά αρμόδιο για τις εισπράξεις. Τέλος, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι ο ίδιος δεν έλαβε ποτέ ούτε ζήτησε να λάβει εξουσιοδότηση από τον Διαχειριστή της εταιρείας των Εναγόντων για να δώσει μαρτυρία στο παρόν Δικαστήριο εκ μέρους των Εναγόντων. Ο ΜΕ1 παραδέχθηκε πέραν των πιο πάνω κατά την αντεξέτασή του, ότι αυτός δεν ήταν καν παρών όταν υποβλήθηκε ή/και υπογράφτηκε η αίτηση για το άνοιγμα του λογαριασμού επί πιστώσει των Εναγομένων αρ. 1 ως το Έγγραφο Δ που αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο. Δεν γνωρίζει ο ίδιος τί ειπώθηκε ή τί συμφωνήθηκε παρά μόνον βρήκε αυτό το έγγραφο και το έφερε στο Δικαστήριο. Βλέποντας ενώπιον του Δικαστηρίου την υπογραφή και σφραγίδα υπό την ένδειξη «Υπογραφή Διευθυντή/ Ιδιοκτήτη», συμφώνησε με τον συνήγορο Υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος 2 δεν εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1 έναντι των Εναγόντων. Τούτο παραβλέποντας ή/και μη δίνοντας σημασία ή/και μη όντας καταρτισμένος νομικός για να μπορεί να συγκρίνει την εν λόγω υπογραφή με το λεκτικό που προηγείται της υπογραφής αυτής, όπου με κεφαλαία γράμματα αναγράφεται ότι «ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΟΡΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΑΣ. ΕΓΓΥΟΥΜΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΝΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΟΡΟΥΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ 90 ΗΜΕΡΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟΥ [.]». Προχώρησε μάλιστα στη διατύπωση της άποψης ότι δεν ήταν ουσιώδες το γεγονός ότι το εν λόγω έντυπο «Αίτησης για πίστωση» (ως το Έγγραφο Δ) δεν ήταν συμπληρωμένο στο κουτί που τιτλοφορείται «ΕΓΚΡΙΣΗ», ούτε το γεγονός ότι φαινόταν να απουσιάζει η υπογραφή, αφενός, του Διευθυντή Πωλήσεων της εταιρείας των Εναγόντων και, αφετέρου, η υπογραφή του Οικονομικού Διευθυντή των Εναγόντων. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ1 ότι η συνήθης πρακτική των Εναγόντων ήταν να μην υπογράφουν στο κουτί που τιτλοφορείται «ΕΓΚΡΙΣΗ» και ότι «τυχαία» τοποθετήθηκε στο έντυπό τους η συγκεκριμένη ένδειξη. Αντεξετασθείς επί του περιεχομένου του επίδικου εμπορικού λογαριασμού για διάφορες καταχωρήσεις με την ένδειξη BRAXOS XXXXX, ο ΜΕ1 δεν γνώριζε να πει τί σήμαιναν αυτές. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΕ1, κρίνω ότι την καθιστούν ποιοτικά πολύ φτωχή, μη επαρκή και αναξιόπιστη. Δεν την κρίνω ικανή για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση των Εναγόντων. Από την άλλη, όσον αφορά τη μαρτυρία του ΜΥ1 έχω να παρατηρήσω ότι ναι μεν αυτός παραδέχθηκε (όπως επισημαίνει και ο συνήγορος των Εναγόντων στην τελική του αγόρευση) ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την αντεξέτασή του ότι εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτο το ποσό των €10.551,75σ. που αξιώνουν οι Ενάγοντες βάσει της Κατάστασης Λογαριασμού ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α και βάσει των τιμολογίων ως το Έγγραφο Β, αλλά εξήγησε ο ΜΥ1 πολύ καθαρά προς το Δικαστήριο ότι σταμάτησαν οι πληρωμές όταν οι Ενάγοντες απέτυχαν να εκτελέσουν την παραγγελία και χρειάσθηκε να κάνει νέα συμφωνία για την προσωρινή παραλαβή άλλων προϊόντων. Κρίνω ότι ο ΜΥ1 έδωσε επαρκείς λεπτομέρειες για το πού συνήφθη αυτή η άλλη συμφωνία, πότε και στην παρουσία ποιων και συσχέτισε τα λεγόμενά του με το περιεχόμενο των δύο επιστολών που κατέθεσε (βλ. τα πρακτικά στης αντεξέτασης κατά τη δικάσιμο ημερ. 8.4.21). Συγκεκριμένα, εξήγησε ο ΜΥ1 ότι μεταξύ της 1ης επιστολής, ημερ. 3.9.2012, που αυτός απέστειλε με συστημένο ταχυδρομείο στους Ενάγοντες και της δεύτερης επιστολής, ημερ. 27.11.2012, αυτός επικοινώνησε με τον κ. XXXXX Πιερίδη, ο οποίος τοποθέτησε έναν υπεύθυνο καταστημάτων για να συνεννοηθεί με τους πελάτες των Εναγομένων αρ. 1 ώστε να μεταβούν σε κατάστημα των Εναγόντων και να διαλέξουν καινούρια σειρά προϊόντων, εφόσον οι Ενάγοντες δήλωσαν ότι δεν μπορούσαν πλέον να ικανοποιήσουν την αρχική παραγγελία, επειδή έπαυσε να υπάρχει εκείνη η σειρά προϊόντων. Η αδυναμία της μαρτυρίας του ΜΥ1 έγκειται μόνο στο ότι, παρά την πιο πάνω εκδοχή που ανέπτυξε, εντούτοις δεν έφερε τελικά αποδεικτικά στοιχεία για να πείσει το Δικαστήριο για το μέγεθος της ειδικής ζημιάς που υπέστη συνεπεία της πιο πάνω παράλειψης των Εναγόντων να ικανοποιήσουν την αρχική συμφωνία. Δεν έφερε αποδεικτικά οποιασδήποτε προσφοράς που ζήτησε ή/και έλαβε για τυχόν αφαίρεση των προϊόντων που ισχυρίζεται ότι προσωρινά έλαβε από τους Ενάγοντες για τοποθέτηση στα σπίτια των πελατών του, ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε τιμολόγια ή/και αποδείξεις που να αποδεικνύουν ότι διενεργήθηκε η εν λόγω δαπάνη με δικά του έξοδα. Οι επιστολές που αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τα Τεκμήρια 1 και 2 υπό Έγγραφο Ε, και ιδίως το Τεκμήριο 2, αναφέρονται σε πολύ μεγαλύτερα ποσά ζημιάς από αυτά που εν τέλει δικογράφησε στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η πλευρά των Εναγομένων, και παραδέχθηκε ο ΜΥ1 ότι δεν ανταποκρίνονται σε ρεαλιστικά ποσά ή αφορούν σε άλλες αιτίες αγωγής, όπως π.χ. σε ισχυριζόμενη δυσφήμιση της εταιρείας του. Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι αυτός αφαίρεσε τα προσωρινά προϊόντα που του παρέδωσαν οι Ενάγοντες διότι δεν ήταν ούτε εκείνα ικανοποιητικής ποιότητας λόγω διχρωμίας και τριχρωμίας, ότι τα επέστρεψε στους Ενάγοντες και ότι εκείνοι αρνήθηκαν να αποδεχθούν την επιστροφή τους, γι'αυτό και δεν του έδωσαν κάποια απόδειξη. Μετέπειτα, όμως, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι, εφόσον οι Ενάγοντες αρνούνταν να δεχθούν την επιστροφή των εν λόγω προϊόντων, αυτός τα έχει στην αποθήκη του. Πόσα ακριβώς ήταν αυτά τα προϊόντα, σε τί κατάσταση βρίσκονταν και τί αξίας, δεν έδωσε λεπτομέρειες ο ΜΥ
  5. Ούτε έφερε οποιεσδήποτε φωτογραφίες για να δείξει. Κρίνω πως υπό το φως των πιο πάνω, ούτε η μαρτυρία του ΜY1 είναι ικανοποιητική ή/και επαρκής, για να στοιχειοθετήσει τις αξιούμενες ειδικές ζημιές των Εναγομένων ως η ανταπαίτησή τους κατά των Εναγόντων. Υπό το φως της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, κρίνω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος της απόδειξης της εκδοχής τους, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως όμως και οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν τη δική τους ανταπαίτηση. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Τόσο η αγωγή όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα και έχοντας υπόψη ότι η αγωγή και η ανταπαίτηση βρίσκονταν στην ίδια κλίμακα, κρίνω δίκαιο να εκδώσω διαταγή όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της. (υπ.).......... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.