← Κύπρος

B.S. Beteiligungsgellschaft mbH ν. Bryanston Resources AG κ.α., Αρ. Αγωγής: 1384/2019, 18/6/2021

B.S. Beteiligungsgellschaft mbH ν. Bryanston Resources AG κ.α., Αρ. Αγωγής: 1384/2019, 18/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A327 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1384/2019 Μεταξύ: B.S. Beteiligungsgellschaft mbH Ενάγουσας v. 1. Bryanston Resources AG 2. Belkacar Ltd 3. F.K. Beteiligungsgellschaft mbH 4. Winterberg Group AG 5. . Kroeher 6. . Tencati 7. . Brickenstein 8. . Nowak 9. . Azmukhanov 10. . Makarova 11. . Muradova 12. . Sardar 13. . Petriakov Εναγομένων Αίτηση ημ. 10.7.19 Εναγομένης 2 για Παραμερισμό και ή Αναστολή της Αγωγής Αίτηση ημ. 2.1.20 Εναγομένων 3-9, ημ. 7.1.20 Εναγομένου 13 και ημ. 10.1.20 Εναγομένης 12, για Παραμερισμό και ή Αναστολή της Αγωγής και ή του Διατάγματος Επίδοσης και ή της Επίδοσης Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 2 - Αιτήτρια: κα Ν. Λιασίδου για D. Katsis LLC Για τους Εναγόμενους 3-9 - Αιτητές: κ. Γ. Μίτλετον για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 12 και 13 - Αιτητές: κ. Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Χ. Κότσαπα για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ, Μάρκο Δράκο και Μ. Κορέλης & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η H Εναγομένη 2 - Αιτήτρια καταχώρισε αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα παραμερισμού και ή αναστολής της Αγωγής, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της κας ΕΓ (εφεξής «η ΕΓ»), εκ των διευθυντών της Εναγομένης 2, στη βάση της μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της, έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή και ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι τα καταλληλότερα για την εκδίκαση αυτής. Οι λόγοι ένστασης εστιάζονται στο ότι η αίτηση είναι πρόωρη καθότι καταχωρίστηκε πριν την έκθεση απαίτησης, η Εναγομένη 2 δεν νομιμοποιείται να εγείρει θέμα καταλληλότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων και ότι η παρούσα παράγωγη Αγωγή καταχωρίστηκε καθόλα έγκυρα και νομότυπα. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΚ (εφεξής «ο ΜΚ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Μ. Κορέλλης το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Καθ΄ ης, στην οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, επισημαίνοντας ότι υπάρχει μαρτυρία για την εμπλοκή της Εναγομένης 2 στην επίδικη συνωμοσία. Οι Εναγόμενοι 3-9, 12 και 13 - Αιτητές καταχώρισαν ξεχωριστές αιτήσεις με τις οποίες ζητούν (
  2. i)διάταγμα παραμερισμού και ή ακύρωσης και ή αναστολής της Αγωγής και ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και (
  3. ii)διάταγμα παραμερισμού και ή ακύρωσης του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και ή της επίδοσης. Η αίτηση των Εναγομένων 3-9 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΠΜ (εφεξής «ο ΠΜ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο τους εκπροσωπεί. Οι αιτήσεις των Εναγομένων 12 και 13 συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις του κ. ΑΑ (εφεξής «ο ΑΑ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί αυτούς. Στις ένορκες τους δηλώσεις αντίστοιχα, ο ΠΜ και ο ΑΑ ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και δεν κατέδειξε τις προϋποθέσεις στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ενώ επαναλαμβάνουν τις θέσεις για έλλειψη δικαιοδοσίας και μη καταλληλότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων καθώς επίσης και για έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος. Οι λόγοι ένστασης στις τρεις προαναφερόμενες αιτήσεις είναι ταυτόσημοι και οι ακόλουθοι: 1. Ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος ημ. 1.7.19 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καθότι στην αίτηση της ημ. 18.6.19 η Ενάγουσα κατέδειξε εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα και ή συζητήσιμη υπόθεση και πως τα Κυπριακά Δικαστήρια άπτονται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. 2. Από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι 3-9, 12 και 13 εγείρουν θέμα καταλληλότητας δικαιοδοτικού φορέα, αναγνωρίζουν ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία τα οποία, εν πάση περιπτώσει, είναι τα πλέον κατάλληλα να εκδικάσουν την επίδικη διαφορά. 3. Η Ενάγουσα αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα αναγκαία και ουσιώδη γεγονότα και ή στοιχεία στα πλαίσια της αίτησης ημ. 18.6.19 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Οι ενστάσεις συνοδεύονται από ένορκη δήλωση του ΜΚ στην οποία προβαίνει σε μια σύνοψη των γεγονότων της παρούσας Αγωγής και αναφέρεται και σε γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την έκδοση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας τα οποία, ως ισχυρίζεται, υποστηρίζουν τη θέση της Ενάγουσας περί πρόκλησης ζημιάς στην Εναγομένη 1 από την επίδικη μεταβίβαση των μετοχών. Ο ΜΚ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης για τους οποίους καταλήγει ότι οι αιτήσεις θα πρέπει να αποτύχουν. Σημειώνεται ότι αντίστοιχη ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό και ή αναστολή της Αγωγής και ή για παραμερισμό και ή ακύρωση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και ή της επίδοσης είχε καταχωρίσει στις 24.1.20 και η Εναγομένη 1 η οποία εκπροσωπείται από άλλο δικηγόρο, στην οποία επίσης η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση. Στις 12.4.21 η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης και με επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Εναγομένης 1. Ενόψει της φύσης τους, όλες οι υπόλοιπες, υπό κρίση, αιτήσεις ορίστηκαν για ακρόαση κατά την ίδια ημερομηνία. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν όλες οι πλευρές στο Δικαστήριο. Λόγω των θεμάτων που εγείρονται και στις τέσσερις αιτήσεις, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εκδώσει μια απόφαση αναφορικά με όλες τις αιτήσεις ούτως ώστε να εξετάσει οποιοδήποτε ζήτημα είναι κοινό και ή αποβαίνει καθοριστικό για όλες τις αιτήσεις. Νοείται βεβαίως ότι σε περίπτωση και στον βαθμό που ήθελε κριθεί αναγκαίο, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί και με ζητήματα τα οποία εγείρονται ξεχωριστά και αφορούν συγκεκριμένη ή συγκεκριμένες αιτήσεις. Ι. Ύπαρξη Δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων Το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται στα πλαίσια όλων των υπό κρίση αιτήσεων και χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα Αγωγή. Ι.Α Νομική Βάση για Εξέταση Δικαιοδοσίας Η δικαιοδοσία αποτελεί μια εκ των προϋποθέσεων για την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί για να διατάξει επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το ζήτημα της επίδοσης στο εξωτερικό διέπεται από τη Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης αυτού εκτός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι ικανοποιούνται οι πρόνοιες των θ.1 και 4. Σύμφωνα με τη Δ.6 θ.4, κάθε αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγων έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση καθώς επίσης και ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό κρίση διαφορά. Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία επί του θέματος της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, εκείνο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd

(1999)1(B) A.A.Δ. 995. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Sekavin S.A. v. Ship Platon CΗ
(1987)1 C.L.R. 297: «.the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie case or arguable case in order for the Court to exercise its discretion in favour of the proponent of service outside jurisdiction.» Στο πλαίσιο αιτήσεων παραμερισμού της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το βάρος εξακολουθεί να παραμένει στους ώμους του ενάγοντος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή συζητήσιμη υπόθεση. Αυτό λέχθηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση GCC Computers Ltd v. Pendril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584. Κατά την εξέταση τέτοιων αιτήσεων το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση για τη χορήγηση άδειας για επίδοση στο εξωτερικό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Her Brittanic Majesty΄s Secretary of State for Defence v. A.P. Lanitis Investments Ltd (ανωτέρω), Demstar United v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners
(1993)1 A.Α.Δ. 1030. Στην υπόθεση S.P.P. Project Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 762 λέχθηκε πως απαραίτητη προϋπόθεση για να διαταχθεί επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι η κατάδειξη ύπαρξης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος .» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Nozaki & Co Ltd κ.ά. v. Σιουκιούρογλου & Υιοί Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1689, στην οποία αναφέρθηκε πως «το ερώτημα που ανακύπτει στην υπό συζήτηση αίτηση είναι αν η εφεσίβλητη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής, και συνδρομή βεβαίως των προϋποθέσεων της Δ.6 θ.1 για να επιτραπεί η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου στο εξωτερικό». Αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι, παρόλο που αυτό μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εντούτοις είναι ορθό να επιλύεται το συντομότερο δυνατόν. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 και Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 C.L.R. 566. Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τονίστηκε ότι το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να εξετάζει το θέμα της δικαιοδοσίας σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας και σε εκείνη την περίπτωση αποφασίστηκε με βάση την έκθεση απαίτησης. Στην υπόθεση Μούρτζινος v. Global Cruises SA.
(1992)1(Β) A.A.Δ. 1160 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το τι λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό Νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι' απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. (Βλ. Central Cooperative Bank ν. CY.E.M.S.
(1984)1 CLR 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση SEVEGEP LTD v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως. (Βλ. επίσης Αγρόκτημα ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ. και άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλοι,
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industries and Trading Company Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059.» Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα της δικαιοδοσίας με βάση μόνο τη γενική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος ενώ η έκθεση απαίτησης δεν είχε ακόμη καταχωριστεί. Το Εφετείο έκρινε λανθασμένο αυτόν τον χειρισμό για τον λόγο ότι η γενική οπισθογράφηση περιείχε περιορισμένο υλικό που καθιστούσε την εξέταση του ζητήματος σε εκείνο το στάδιο πρόωρη. Τονίστηκε ότι είναι ανάλογα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης που είτε οι εναγόμενοι είτε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα θα κρίνουν κατά πόσο δημιουργείται ζήτημα ως προς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η υπόθεση Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A. (ανωτέρω) έτυχε αναφοράς στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 2182, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτε διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπως αναφέρεται στη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία» (βλ. μεταξύ άλλων Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Homeros Th. Courtis a.ο. v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134). Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd v. United Sea Transport Ltd a.ο.
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.l.c. κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844).» Παρά τα όσα αναφέρθηκαν στη Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A. και στην Powertools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε. (ανωτέρω), στην υπόθεση Παπακόκκινου v. Landbroke Group PLC κ.ά.
(1999)1(B) A.A.Δ. 838, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο διέκρινε την υπό κρίση υπόθεση από τη Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A. (ανωτέρω) και αποφάσισε πως στερείτο κατά τόπον αρμοδιότητας με βάση μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο καθότι αυτό φανέρωνε χωρίς δυσκολία ότι η βάση του αγώγιμου δικαιώματος προέκυψε στην Αθήνα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση το οποίο έτυχε επιδοκιμασίας από το Εφετείο είναι διαφωτιστικό: «"Η παρούσα όμως υπόθεση διαφοροποιείται διότι εν προκειμένω δεν εξετάζεται θέμα δικαιοδοσίας ή καθ' ύλην αρμοδιότητας, οπότε πράγματι θα ήταν αναγκαία η έκθεση απαίτησης για να καταδειχθεί, πρώτα απ' όλα, κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις ανάληψης δικαιοδοσίας επί "αλλοδαπής αδικοπραξίας". Εν προκειμένω εγείρεται θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φως των προνοιών του άρθρου 21
(1)(α) και (β). Ό,τι ήταν να αναφερθεί σχετικά έχει ήδη περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα και την οπισθογράφησή του. Όσα δε, έχουν αναφερθεί επαρκούν για να καταλήξουμε, από το στάδιο αυτό, στην απόφαση περί μη στοιχειοθέτησης τοπικής αρμοδιότητας. Ό,τι και να λεχθεί στην έκθεση απαίτησης δεν μπορεί να αναιρέσει τα δύο δεδομένα που η ίδια η ενάγουσα απεκάλυψε: πρώτο, το δεδομένο ότι η βάση του αγώγιμου δικαιώματος σε ότι αφορά αδικοπραξία (παράγραφος (Α) της Οπισθογράφησης Απαίτησης) προέκυψε στο Χίλτον Αθηνών, αποκλειόμενης, έτσι, της εφαρμογής του άρθρου 21
(1)(α). δεύτερο, το δεδομένο σε σχέση με τις διευθύνσεις των εναγομένων κατά το χρόνο έγερσης της αγωνής που αποκλείει εφαρμογή του άρθρου 21
(1)(β). Υπό το φως των παραπάνω βρίσκουμε ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείται από τις παραμέτρους της υπόθεσης Μούρτζινος η οποία, ως εκ τούτου, δεν βρίσκει εν προκειμένω εφαρμογή. Αντίθετα η Μούρτζινος βρίσκει εφαρμογή σε ότι αφορά την παράγραφο (Β) της Οπισθογράφησης. Μόνο μέσα από την έκθεση απαίτησης και τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων θα φανεί κατά πόσο η κατ' ισχυρισμό συμφωνία μπορεί τελικά να συνδεθεί με το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσία υπό το φως του άρθρου 21
(1)και άρθρου 2 ("βάσις της αγωγής") του Ν. 14/60. Στο κλητήριο ένταλμα γίνεται απλώς αναφορά σε "σύμβαση συναφθείσα δυνάμει προφορικής τηλεφωνικής συμφωνίας εις Λευκωσία". Σε περίπτωση σύμβασης η βάση της αγωγής δεν απαιτείται να προκύψει καθ' ολοκληρίαν εντός της δικαιοδοσίας. Υπεισέρχεται το θέμα της σύναψης αφ' ενός και της διάρρηξης της αφ' ετέρου. Όσον αφορά δε τη διάρρηξη και πάλι εξαρτάται η δικαιοδοσία από το κατά πόσο το χρέος είναι άρσιμο ή κομίσιμο (C & Κ Κυριάκου & Αδελφοί Λτδ ν. Αντώνη Ιωάννου
(1990)1 Α.Α.Δ. 479). Είναι συνεπώς εντελώς πρόωρο και χωρίς βάση να εξεταστεί τέτοιο θέμα τώρα."» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές προκύπτει πως το θέμα της δικαιοδοσίας μπορεί να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης. Βεβαίως υπάρχει η δυνατότητα εξέτασης και επίλυσης του ζητήματος με βάση μόνο το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και το συνολικό περιεχόμενο του φακέλου, συμπεριλαμβανομένων των ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη αιτήσεων και ενστάσεων, στις περιπτώσεις όπου από αυτό υπάρχει επαρκές υλικό από το οποίο προκύπτει ξεκάθαρα η ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας. Ι.Β Περιεχόμενο Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και Ένορκης Δήλωσης προς Υποστήριξη της Αίτησης για Επίδοση Εκτός Δικαιοδοσίας Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η θέση των Αιτητών 3-9, 12 και 13 πως η Καθ΄ ης δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη δικαιοδοσίας για σκοπούς έκδοσης διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και όλων των Αιτητών γενικά για σκοπούς εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Η Καθ΄ ης προβάλλει την αντίθετη άποψη, ήτοι πως παρουσίασε επαρκή μαρτυρία περί της ύπαρξης δικαιοδοσίας και πως η βάση της Αγωγής, ήτοι η αδικοπραξία και η ζημιά την οποία υπέστη η Εναγομένη 1, προκύπτει εν μέρει στην Κύπρο και έτσι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της Αγωγής. Για να καταστεί δυνατή η εξέταση του ζητήματος της δικαιοδοσίας, θα πρέπει να γίνει μια παράθεση του περιεχομένου του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου καθώς επίσης και της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Υπενθυμίζεται ότι αυτά τα έγγραφα αποτελούν το υπόβαθρο για την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να καταδείξει τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η Αγωγή καταχωρίστηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, με το οποίο εγείρονται οι ακόλουθες αξιώσεις: (Α) Δήλωση ότι η μεταβίβαση την 1.2.17 του 52,47% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 από την Εναγομένη 1 στην Εναγομένη 4 είναι παράνομη και άκυρη. (Β) Δήλωση ότι η μείωση στις 15.4.19 του μεριδίου της Εναγομένης 4 στην Εναγομένη 2 από 52,47% σε 46,36% είναι παράνομη και άκυρη. (Γ) Δήλωση ότι η Εναγομένη 1 είναι επ΄ ωφελεία ιδιοκτήτρια του 46,36% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 που κατέχει η Εναγομένη
  1. (Δ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η Εναγομένη 2 και ή η Εναγομένη 4 και ή οι αξιωματούχοι και ή οι υπάλληλοι και ή εκπρόσωποι τους να μεταβιβάσουν και να εγγράψουν το 46,36% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 από την Εναγομένη 4 πίσω στην Εναγομένη
  2. (Ε) Διαζευκτικά με την παρ. (Δ), απόφαση εναντίον των Εναγομένων 2-13 για το ποσό των €38,985,418 και ή ποσό που αντιστοιχεί στην αξία του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 το οποίο απώλεσε η Εναγομένη 1 ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για συνωμοσία προς εξαπάτηση της Εναγομένης 1 και ή για απάτη και ή για δόλο και ή για παράβαση των καθηκόντων των διοικητικών συμβούλων της και ή για δόλια υποβοήθηση για διάπραξη παραβάσεων καθήκοντος εμπιστοσύνης και ή για συνωμοσία για πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα με παράνομα μέσα και ή για αδικαιολόγητο πλουτισμό. (ΣΤ) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους και ή συμβούλους και ή αξιωματούχους και ή υπαλλήλους τους να εκχωρήσουν και ή αποξενώσουν και ή επιβαρύνουν και ή διαθέσουν τα περιουσιακά στοιχεία και ή μειώσουν την αξία των μετοχών που κατέχει η Εναγομένη 2, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στην Carsharing JSC στη Ρωσία και οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 46,36% του κεφαλαίου της μέχρι του ποσού των €38,985,418 μέχρι την πλήρη εκτέλεση της απόφασης. (Ζ) Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους και ή συμβούλους και ή αξιωματούχους και ή υπαλλήλους τους να πωλήσουν και ή μεταβιβάσουν και ή ενεχυριάσουν και ή αποξενώσουν και ή επιβαρύνουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, είτε κατέχονται άμεσα είτε έμμεσα, μέχρι του ποσού των €38,985,418 μέχρι την πλήρη εκτέλεση της απόφασης. Στις 30.5.19 η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ΜΚ της ίδιας ημερομηνίας. Αξίζει να σημειωθεί πως στις 2.6.19 η Ενάγουσα καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ΜΚ προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης και στις 3.6.19 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα. Ακολούθησε η καταχώριση ενστάσεων από την Εναγομένη 2 και τους Εναγόμενους 3-9 και 10-13 και η καταχώριση δεύτερης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του ΜΚ στις 15.7.
  3. Κατόπιν εκδίκασης της αίτησης, στις 6.9.19 με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) ακύρωσε το διάταγμα και απέρριψε την αίτηση στη βάση της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Εν τω μεταξύ, στις 18.6.19 η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 1 και 3-13 της ειδοποίησης του κλητηρίου, της εν λόγω αίτησης και του διατάγματος επίδοσης. Η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του ΜΚ στην οποία βασικά παραπέμπει στην ένορκη του δήλωση ημ. 30.5.19 η οποία συνόδευε την αίτηση για προσωρινά διατάγματα (και την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1), υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας την για σκοπούς της εν λόγω αίτησης, καθώς επίσης και στα συνημμένα σε εκείνη τεκμήρια. Ακολούθως παραθέτει συνοπτικά το ιστορικό των γεγονότων. Στην ένορκη του δήλωση ημ. 30.5.19 ο ΜΚ αναφέρεται σε έκταση στα επίδικα γεγονότα, τα οποία, για σκοπούς της παρούσας, συνοψίζονται στα ακόλουθα:
(1)Το 2011 ο BS (εφεξής «ο SB») μαζί με τον Εναγόμενο 5 ίδρυσαν την Εναγομένη 1 με έδρα τη Zug Ελβετίας, αρχικά με ποσοστό κατά 50% έκαστος ενώ από τις 13.6.14 κατείχαν το συμφέρον τους μέσω Γερμανικών ιθυνουσών εταιρειών, ο μεν SB μέσω της Ενάγουσας και ο Εναγόμενος 5 μέσω της Εναγομένης 3. Οι Εναγόμενοι 5, 6 και ο SB ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 και αργότερα, τον Οκτώβριο του 2014 ο SB παραιτήθηκε και τον Σεπτέμβριο του 2015 διορίστηκαν οι Εναγόμενοι 7 και 8.
(2)Τον Σεπτέμβριο του 2016 οι Εναγόμενες 10-12 ίδρυσαν την Εναγομένη 2, Κυπριακή εταιρεία, η οποία κατείχε το 100% των μετοχών της Ρωσικής εταιρείας Carsharing JSC η οποία ιδρύθηκε πάλι από τις Εναγόμενες 10-12.
(3)Ο μέτοχος πλειοψηφίας της Εναγομένης 2 ήταν η Εναγομένη 1 η οποία κατείχε το 52,47% των μετοχών της και οι υπόλοιπες μετοχές κατέχοντο από τος Εναγόμενες 10-12.
(4)Τον Ιανουάριο του 2017 οι Εναγόμενοι 5-8 ίδρυσαν την Εναγομένη 4 με έδρα τη Zug Ελβετίας και κατέχουν κατά 25% έκαστος. Οι Εναγόμενοι 6-8 είναι οι διοικητικοί της σύμβουλοι.
(5)Την 1.2.17 η Εναγομένη 4 εξαγόρασε από την Εναγομένη 1 το μερίδιο της στην Εναγομένη 2, ήτοι το 52,47%, εν αγνοία της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 9 διορίστηκε επίσης σύμβουλος της Εναγομένης 2.
(6)Η Εναγομένη 4 και οι υπόλοιποι μέτοχοι της Εναγομένης 2 ενέκριναν την έκδοση 8,928 νέων μετοχών της από τις οποίες οι 8,423 εκδόθηκαν προς νέους μετόχους για το ποσό των €9.232,754 ενώ οι υπόλοιπες εκδόθηκαν προς τους υφιστάμενους μετόχους πλην της Εναγομένης 4, στην ονομαστική τους αξία για το ποσό των €10,50. Επίσης το καταστατικό της Εναγομένης 2 τροποποιήθηκε. Η εν λόγω απόφαση και η τροποποίηση του καταστατικού είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 στην Εναγομένη 2 στο 46,36%.
(7)Βασικά, η ρήξη μεταξύ των δύο αρχικών ιδιοκτητών της Εναγομένης 1 άρχισε περί τον Φεβρουάριο του 2016 με τη δυσαρέσκεια του Εναγομένου 5 ως προς τον τρόπο διανομής των κερδών που ήταν αναλόγως της συνεισφοράς του καθενός στα εισοδήματα της εταιρείας. Περί τον Σεπτέμβριο του 2016 ο Εναγόμενος 5 μαζί με τους Εναγόμενους 6-8 άρχισαν διαπραγματεύσεις για να εξαγοράσουν το μερίδιο της Ενάγουσας στην Εναγομένη 1. Ενώ γίνονταν οι διαπραγματεύσεις έναντι λογικής τιμής, ιδρύεται η Εναγομένη 4 στην οποία τελικώς μεταβιβάστηκε το μερίδιο της Εναγομένης 1, υπό τις συνθήκες που αναφέρονται ανωτέρω.
(8)Ενώ η μεταβίβαση έγινε την 1.2.17, η γνωστοποίηση στον Έφορο Εταιρειών έγινε στις 28.6.17.
(9)Μεταξύ Αυγούστου και Δεκεμβρίου του 2017 το μερίδιο της Εναγομένης 1 σε τρεις άλλες εταιρείες, Bryanston South Africa (Pty) Ltd, BID Equity Investment I GmbH & Co. KG και Bryanston CIS, μεταβιβάστηκε επίσης στην Εναγομένη 4, εν αγνοία της Ενάγουσας.
(10)Στις 10.4.18 υποβλήθηκε στην Ενάγουσα προσφορά για αγορά του μεριδίου της για χαμηλό ποσό μετά από αντιστάθμιση ισχυριζόμενων (ανύπαρκτων) δανείων και τελικώς στις 11.5.18 η Εναγομένη 1 καταχώρισε απαίτηση εναντίον της Ενάγουσας ζητώντας την αποπληρωμή των δανείων, σε μια προσπάθεια των Εναγομένων 5-8 να νομιμοποιήσουν τις δόλιες πράξεις τους αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 και να πιέσουν την Ενάγουσα ώστε να εξαγοραστεί σε εξευτελιστικά χαμηλή τιμή.
(11)Περί τα μέσα Ιουλίου - αρχές Αυγούστου του 2018 η Ενάγουσα προσπάθησε χωρίς επιτυχία να συγκαλέσει γενική συνέλευση της Εναγομένης 1 και προς τούτο καταχώρισε σχετική αγωγή στην Ελβετία.
(12)Το καλοκαίρι του 2018 η Ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 1 είχαν αποξενωθεί και μεταβιβαστεί στην Εναγομένη 4. Μάλιστα αυτή η πώληση των μετοχών έγινε χωρίς την πληρωμή χρημάτων αλλά έναντι της εκχώρησης ενός υποτιθέμενου (χωρίς αντάλλαγμα) δανείου το οποίο είχε λάβει η Εναγομένη 1 από μια άλλη εταιρεία στις 13.12.16.
(13)Στις 11.10.18 η Ενάγουσα καταχώρισε την Αγωγή 2797/18 αναφορικά με τη συνωμοσία για αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων και εξασφάλισε μονομερώς προσωρινά διατάγματα.
(14)Τον Μάρτιο του 2019 το Ελβετικό Δικαστήριο απέρριψε την προαναφερόμενη αγωγή και το Κυπριακό Δικαστήριο ακύρωσε τα διατάγματα.
(15)Στις 15.4.19 οι υφιστάμενοι μέτοχοι της Εναγομένης 2, ήτοι η Εναγομένη 4 και οι Εναγόμενοι 10-13, ενέκριναν την έκδοση νέου κεφαλαίου προς τους Εναγόμενους 10-13 και προς τρεις νέους μέτοχους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του μεριδίου της Εναγομένης 4 στην Εναγομένη 2 σε 46,36%.
(16)Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η μεταβίβαση του 52,47% των μετοχών της Εναγομένης 1 ήταν δόλια και πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση των υποχρεώσεων πίστης των συμβούλων της Ενάγουσας και της Εναγομένης 2. Επίσης οι πιο πάνω συναλλαγές φαίνεται να έχουν ενορχηστρωθεί από τους Εναγόμενους 2-13 έτσι ώστε οι Εναγόμενοι 5-8, μέσω της Εναγομένης 4, και οι Εναγόμενοι 10-13, ως μέτοχοι της Εναγομένης 1, να αποκτήσουν τον έλεγχο και να περιορίσουν το μερίδιο της Ενάγουσας στην Εναγομένη 1.
(17)Η εν λόγω μεταβίβαση των μετοχών έγινε με την ενεργό συμμετοχή του Εναγομένου 9 ο οποίος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 2. Η έγκριση της Εναγομένης 1 ήταν απαραίτητη για να προχωρήσει η μεταβίβαση, γεγονός το οποίο δεικνύει ότι η Εναγομένη 2 και οι διοικητικοί της σύμβουλοι, οι οποίοι έπρεπε να ενεργούν μόνο με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο τελικών δικαιούχων της, είχαν ενεργό ρόλο στη μεταβίβαση. Επίσης δεν υπήρχε εξουσιοδότηση στη PWC ή στο δικηγορικό γραφείο Katsis δυνάμει σχετικών συμφωνιών παροχής υπηρεσιών, για την έγκριση εκ μέρους της Εναγομένης 2 τόσο της μεταβίβασης όσο και της έκδοσης νέων μετοχών.
(18)Λόγω του ότι οι αδικοπραγούντες Εναγόμενοι 5-8 ελέγχουν το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1, η Ενάγουσα δεν έχει άλλη επιλογή από του να κινήσει την παρούσα ως παράγωγη αγωγή για τη ζημιά που προκλήθηκε στην Εναγομένη 1 από την επίδικη συνωμοσία και τις δόλιες πράξεις των Εναγομένων 3-
  1. Τέλος, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιων των παραγράφων 79-82 από την ένορκη δήλωση ημ. 30.5.19 του ΜΚ, στην οποία παρατίθεται η συνολική εικόνα ως εξής: «
  2. Η συνολική εικόνα των προαναφερόμενων συναλλαγών δείχνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο: Οι εναγόμενοι 5-8 προκάλεσαν υπό την ιδιότητά τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1, την αποξένωση των μετοχικών μεριδίων της τελευταίας και την παράνομη μεταβίβασή τους στην εναγόμενη 4, της οποίας οι ίδιοι εναγόμενοι 5-8 είναι μέτοχοι και σύμβουλοι. Είναι γεγονός ότι οι ενέργειες αυτές είναι ασύμβατες με τις υποχρεώσεις πίστης του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1 και φαίνεται να εξυπηρετούν τα δικά τους συμφέροντα και να βλάπτουν τα συμφέροντα όχι μόνο της εναγόμενης 1 αλλά και της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλες οι μεταβιβάσεις μετοχών στην εναγόμενη 4 πραγματοποιήθηκαν έναντι ελάχιστού ή/και μηδενικού αντιτίμου. Αν η εναγόμενη 1 λάμβανε μια δίκαιη τιμή αγοράς στην αγοραία αξία για την πώληση του μεριδίου της στην εναγόμενη 1, την BID Equity Investment I GmbH & Co. KG και τις τρεις θυγατρικές της Bryanston, δηλ. ύψους αρκετών εκατομμυρίων ευρώ, θα ήταν αδύνατο η εναγόμενη 1 να βρεθεί σε οικονομικές δυσκολίες, ως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, καθώς οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων θα έπρεπε να ανέρχονταν σε αρκετά εκατομμύρια Ευρώ το
  3. Είναι προφανές ότι υπήρξαν αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με αποκλειστικό σκοπό την εξαπάτηση της ενάγουσας ως προς το δικαιωματικό συμφέρον της στην εναγόμενη
  4. Οι εναγόμενες 2 και 3, ως μέρη της εταιρικής δομής της εναγόμενης 1, έχουν εγκρίνει ή υπογράψει τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, η εναγόμενη 4 είναι αυτή που απέκτησε τα περιουσιακά στοιχεία και οι εναγόμενοι 5-8 είναι οι τελικοί πραγματικοί ιδιοκτήτες της εναγόμενης 4 που ενορχήστρωσαν τη συνωμοσία. Ο εναγόμενος 9 είναι ο σύμβουλος στο διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης 2 που ενέκρινε την εν λόγω μεταβίβαση μετά από οδηγίες των εναγόμενων 5-
  5. Επιπρόσθετα, κατά παράβαση των καθηκόντων τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1, οι εναγόμενοι 5-8 δεν αξιοποιούσαν πλέον επιχειρηματικές ευκαιρίες προς όφελος της εναγόμενης 1 αλλά κυρίως προς όφελος της εναγόμενης
  6. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 2017 - ενώ ο εναγόμενος 5 και οι συνεργάτες του προσποιούνταν ότι διαπραγματεύονται με τον SΒ την πώληση του μεριδίου του στην εναγόμενη 1 - η τελευταία στην ουσία καταληστεύθηκε, ουσιώδη μετοχικά μερίδια μεταβιβάστηκαν στην εναγόμενη 4 και επιχειρηματικές ευκαιρίες δεν αξιοποιήθηκαν προς όφελος της εναγόμενης 1, αλλά έτυχαν εκμετάλλευσης αποκλειστικά προς όφελος της εναγόμενης 4.» I.Γ Εξέταση Αίτησης Βασικός ισχυρισμός των Αιτητών 3-9, 12 και 13 είναι ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς έχει το Ελβετικό Δικαστήριο κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 22
(2)της Σύμβασης του Λουγκάνο του 2007. Η Καθ΄ ης προβάλλει αντίθετη άποψη, ήτοι πως το άρθρο 22
(2)της Σύμβασης δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση καθότι η επίδικη διαφορά δεν αφορά στην εγκυρότητα της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1, ήτοι κατά πόσο αυτή λήφθηκε ορθά και νομότυπα σύμφωνα με το Καταστατικό της ή τον Ελβετικό Νόμο, αλλά αφορά στις επιπτώσεις που επέφερε η εν λόγω απόφαση πώλησης των επίδικων μετοχών σε χαμηλή τιμή και ή χωρίς αντάλλαγμα προς άλλη εταιρεία συμφερόντων του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1. Η Σύμβαση του Λουγκάνο του 2007 έχει στόχο να πετύχει την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας, της Νορβηγίας και της Ισλανδίας. Επομένως, η Σύμβαση καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει αποτελεί κοινό έδαφος, ανεξαρτήτως της διαφωνίας των δύο πλευρών η οποία εστιάζεται στην εφαρμογή ή μη του άρθρου 22
(2). Το άρθρο 22
(2)της Σύμβασης του Λουγκάνο του 2007 προνοεί τα ακόλουθα: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν: . 2. σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του δεσμευομένου από την παρούσα σύμβαση κράτους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα, το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του∙» Αντίστοιχη πρόνοια περιέχεται στο άρθρο 22
(2)του παλαιού ΕΚ 44/01 ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον ΕΚ 1215/12 όπου και παραμένει η ίδια ακριβώς πρόνοια στο άρθρο 22
(2). Επομένως, χρήσιμη καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου προσφέρει η νομολογία τόσο επί της Σύμβασης του Λουγκάνο όσο και επί των δύο Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Το άρθρο 22
(2)του ΕΚ 44/01 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Berliner Verkehrsbetriebe (BVG) v. JP Morgan Chase Bank NA, Frankfurt Branch, C-144/10, ημ. 12.5.11, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «30 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η δωσιδικία την οποία προβλέπει το άρθρο 2 του κανονισμού 44/2001, δηλαδή αυτή των δικαστηρίων του κράτους μέλους εντός του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, αποτελεί τον κανόνα. Κατά παρέκκλιση μόνον από τον κανόνα αυτό, ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ειδικές βάσεις διεθνούς δικαιοδοσίας σε περιοριστικώς απαριθμούμενες περιπτώσεις στις οποίες ο εναγόμενος μπορεί ή πρέπει, αναλόγως της περιπτώσεως, να εναχθεί ενώπιον δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (βλ. απόφαση της 13ης Ιουλίου 2006, C-103/05, Reisch Montage, Συλλογή 2006, σ. I-6827, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Έτσι, το Δικαστήριο προέκρινε τη συσταλτική ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 22 του κανονισμού 44/2001 (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2008, C-372/07, Hassett και Doherty, Συλλογή 2008, σ. I-7403, σκέψεις 18 και 19). 31 Η προσέγγιση αυτή πρέπει να τύχει εφαρμογής και στην υπό κρίση υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας εγείρεται το ζήτημα αν έχει εφαρμογή το άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Hassett και Doherty, σκέψεις 18 και 19, και αποφάσεις της 23ης Απριλίου 2009, C-167/08, Draka NK Cables κ.λπ., Συλλογή 2009, σ. I-3477, σκέψη 20, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C-292/08, German Graphics Graphische Maschinen, Συλλογή 2009, σ. I-8421, σκέψη 27). 32 Βεβαίως, το άρθρο 23, παράγραφος 5, του κανονισμού 44/2001 ορίζει ότι οι συμφωνίες παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας είναι ανίσχυρες σε περίπτωση κατά την οποία τα δικαστήρια, των οποίων τη διεθνή δικαιοδοσία αποκλείουν, έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 22 του κανονισμού αυτού. Εντούτοις, η υπεροχή αυτή των διατάξεων του εν λόγω άρθρου 22 δεν δικαιολογεί τη διασταλτική ερμηνεία τους. Αντιθέτως, η συσταλτική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 22, σημείο 2, η οποία δεν υπερβαίνει αυτά που επιτάσσουν οι σκοποί των οποίων την επίτευξη επιδιώκει, είναι κατά μείζονα λόγο επιβεβλημένη καθόσον πρόκειται για κανόνα αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας, οπότε τυχόν εφαρμογή του θα στερούσε από τους συμβαλλομένους οποιαδήποτε αυτονομία ως προς την επιλογή άλλου δικαστηρίου έχοντος διεθνή δικαιοδοσία. 33 Πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι τυχόν διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, βάσει της οποίας η διάταξη αυτή θα είχε εφαρμογή επί οποιασδήποτε διαφοράς στο πλαίσιο της οποίας θα ανέκυπτε ζήτημα σχετικά με το κύρος αποφάσεως των οργάνων εταιρίας, θα αντέβαινε, αφενός, σε έναν από τους γενικούς σκοπούς του κανονισμού αυτού, ο οποίος διαλαμβάνεται στην ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του και συνίσταται στην υψηλού βαθμού προβλεψιμότητα των κανόνων διεθνούς δικαιοδοσίας, και, αφετέρου, στην αρχή της ασφάλειας δικαίου. 34 Συγκεκριμένα, εάν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 όλες οι ένδικες διαφορές σχετικά με απόφαση οργάνου εταιρίας, τούτο θα συνεπαγόταν στην πράξη ότι οι αγωγές κατά εταιρίας, ανεξαρτήτως αν στηρίζονται σε σύμβαση, αδικοπραξία ή άλλη αιτία, θα ενέπιπταν σχεδόν πάντοτε στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους της έδρας της εταιρίας αυτής (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Hassett και Doherty, σκέψη 23). Συγκεκριμένα, θα αρκούσε για μια εταιρία να επικαλεσθεί καταρχάς ότι οι αποφάσεις των οργάνων της, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη σύναψη συμβάσεως ή αποτέλεσαν τον γενεσιουργό λόγο ζημιογόνου κατά την εταιρία γεγονότος, δεν ελήφθησαν, κατά την εταιρία, εγκύρως, ώστε να καταστήσει, μονομερώς, αποκλειστική τη διεθνή δικαιοδοσία του δικαστηρίου της έδρας της. . 36 Διαπιστώνεται επίσης ότι ένας άλλος σκοπός των κανόνων περί διεθνούς δικαιοδοσίας που απορρέουν από τις διατάξεις του άρθρου 22 του κανονισμού 44/2001 συνίσταται στην αναγνώριση αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων κράτους μέλους σε ειδικές περιπτώσεις στις οποίες, λόγω του είδους της διαφοράς, τα δικαστήρια αυτά είναι τα πλέον κατάλληλα να επιληφθούν των διαφορών που εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, λόγω του ότι υφίσταται ιδιαιτέρως στενός σύνδεσμος μεταξύ των διαφορών αυτών και του εν λόγω κράτους μέλους. 37 Έτσι, βάσει του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, διεθνή δικαιοδοσία να επιλαμβάνονται διαφορών σχετικών με το κύρος αποφάσεως των οργάνων εταιρίας έχουν τα δικαστήρια της έδρας της εταιρίας αυτής. Πράγματι, τα δικαστήρια αυτά είναι τα πλέον κατάλληλα για να επιληφθούν διαφορών των οποίων αποκλειστικό, ή ενδεχομένως κύριο, αντικείμενο είναι το ζήτημα αυτό. 38 Πάντως, στο πλαίσιο διαφοράς εκ συμβάσεως, ζητήματα σχετικά με το κύρος και την ερμηνεία της συμβάσεως ή με το αν αυτή μπορεί να αντιταχθεί στον αντίδικο βρίσκονται στο επίκεντρο της διαφοράς και αποτελούν το αντικείμενό της. Οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με το κύρος της αποφάσεως περί συνάψεως της εν λόγω συμβάσεως, η οποία ελήφθη προγενέστερα από τα συλλογικά όργανα ενός εκ των συμβαλλομένων, πρέπει να θεωρηθεί παρεπόμενο. Μπορεί, βεβαίως, να αποτελέσει μέρος της σχετικής αναλύσεως, αλλά δεν είναι ούτε το μόνο ούτε και το κύριο αντικείμενό της. 39 Επομένως, το αντικείμενο τέτοιας διαφοράς εκ συμβάσεως δεν συνδέεται κατ' ανάγκη ιδιαίτερα στενά με το δικαστήριο του τόπου της έδρας του συμβαλλομένου που επικαλείται ότι δεν ελήφθη εγκύρως απόφαση των οργάνων του. Επομένως, η υπαγωγή τέτοιων διαφορών στην αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους της έδρας μίας εκ των συμβαλλομένων εταιριών αντιβαίνει στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. 40 Επιπλέον, τυχόν διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 θα αντέβαινε και στον ειδικό σκοπό της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται απλώς στη συγκέντρωση της διεθνούς δικαιοδοσίας στην περίπτωση διαφορών με αντικείμενο την ύπαρξη των εταιριών ή το κύρος των αποφάσεων των οργάνων τους, προκειμένου να αποτραπεί η έκδοση αντιφατικών μεταξύ τους αποφάσεων (βλ., σχετικώς, προπαρατεθείσα απόφαση Hassett και Doherty, σκέψη 20). Συγκεκριμένα, ο σκοπός αυτός αφορά μόνον τις περιπτώσεις διαφορών με το ως άνω αντικείμενο και, επομένως, η διάταξη αυτή δεν σκοπεί στη συγκέντρωση της διεθνούς δικαιοδοσίας όσον αφορά όλες τις περιπτώσεις διαφορών με αντικείμενο σύμβαση της οποίας μέρος είναι νομικό πρόσωπο που προβάλλει ως μέσο άμυνας την έλλειψη κύρους των αποφάσεων των οργάνων του. 41 Όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 38 της παρούσας αποφάσεως, οποιοδήποτε ζήτημα σχετικά με το κύρος αποφάσεως περί της συνάψεως συμβάσεως, η οποία ελήφθη από τα εταιρικά όργανα ενός εκ των συμβαλλομένων πρέπει να θεωρείται παρεπόμενο στο πλαίσιο διαφοράς εκ συμβάσεως. Επί τέτοιας διαφοράς δεν είναι, καταρχήν, δυνατό να ανακύψουν αντιφατικές αποφάσεις που εξέδωσαν δικαστήρια διαφορετικών κρατών μελών, διότι τυχόν ασκηθείσες εκ παραλλήλου αγωγές ή ανταγωγές στηριζόμενες στην ίδια σύμβαση αποτελούν, καταρχήν, περίπτωση εκκρεμοδικίας εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001, οι δε αποφάσεις τις οποίες εκδίδει το έχον διεθνή δικαιοδοσία δικαστήριο πρέπει να αναγνωρίζονται και να εκτελούνται σε όλα τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 33, παράγραφος 1, και 38, παράγραφος 1, του κανονισμού 44/2001. 42 Από το σύνολο των ανωτέρω προκύπτει ότι τυχόν διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, βάσει της οποίας η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή επί οποιασδήποτε διαφοράς στην οποία εγείρεται ζήτημα σχετικά με το κύρος αποφάσεως των οργάνων εταιρίας, θα διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής πέραν του μέτρου που επιτάσσουν οι σκοποί των οποίων η επίτευξη επιδιώκεται με την εν λόγω διάταξη.» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Open Joint Stock Company "Sumy Machine-Building Science & Production Association" κ.ά. v. Prosceno Trading Ltd, Πολ. Έφ. 253/12, ημ. 29.3.18, προσφέρει επίσης ιδιαίτερη διαφώτιση ως προς την εμβέλεια και εφαρμογή του άρθρου 22
(2)του ΕΚ 44/
  1. Όπως επισήμανε το Εφετείο, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εφεσίβλητης η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και μέτοχος του 13,5124% του συνολικού εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εφεσείουσας 1, οι εφεσείοντες με επιλήψιμες πράξεις, ήτοι δόλο, απάτη και καταχρηστικές διαθέσεις περιουσιακών στοιχείων της εφεσείουσας 1 μέσω πλαστών και παράνομων συναλλαγών, κακόβουλα προκάλεσαν στον ιδιοκτήτη και δικαιούχο της, IS, ζημιά ύψους US$115εκ. που αντιπροσωπεύει τη μείωση της αξίας του μεριδίου της (εφεσίβλητης) στην εφεσείουσα
  2. Αυτό έγινε μέσω παράνομων και αντικανονικών εταιρικών αποφάσεων της εφεσείουσας 1 η οποία είναι νομική οντότητα δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με τους νόμους της Ουκρανίας, όπου και η έδρα της. Προς τούτο η εφεσίβλητη καταλογίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στους εφεσείοντες 15 και 33 οι οποίοι είναι Ρώσοι επιχειρηματίες και ο εφεσείων 15 είναι ο τελικός δικαιούχος των εφεσειουσών 2, 9, 10 και 12-14 οι οποίες είναι εταιρείες που συστάθηκαν σύμφωνα με τον Κυπριακό Νόμο, ο δε εφεσείων 33 είναι μέτοχος του 0.000007% του μετοχικού κεφαλαίου της εφεσείουσας 1 και επικεφαλής του Εποπτικού της Συμβουλίου. Μέλη του ίδιου Συμβουλίου είναι και οι Ελβετικές εταιρείες εφεσείουσες 4 και 5, η Ρωσική εταιρεία εφεσείουσα 6 και η εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους εφεσείουσα 8, ενώ μέτοχοι της εφεσείουσας 1 είναι και οι Κυπριακές εταιρείες εφεσείουσες 2 και
  3. Οι υπόλοιποι εφεσείοντες είτε ανήκουν κατ΄ ισχυρισμό σε κάποιους από τους προαναφερθέντες εφεσείοντες είτε χρησιμοποιήθηκαν ως μέσο για υλοποίηση του παράνομου σχεδιασμού πρόκλησης ζημιάς στον IS μέσω των παράνομων και αντικανονικών εταιρικών αποφάσεων της εφεσείουσας
  4. Η εφεσίβλητη αξιώνει σειρά θεραπειών, μεταξύ των οποίων η διεκδίκηση του ποσού των US$115εκ. ως αποζημιώσεις για όλες τις ζημιές που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη από τις επιλήψιμες πράξεις των εφεσειόντων, δηλωτικές αποφάσεις ότι σειρά συναλλαγών είναι πλαστές κατά παράβαση του Αστικού Κώδικα της Ουκρανίας και διατάγματα αποκάλυψης διαφόρων εγγράφων στους Κύπριους δικηγόρους της που σχετίζονται με τις κατ΄ ισχυρισμό πλαστές συναλλαγές. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέγραψε τις κατ΄ ισχυρισμό παράνομες και αντικανονικές εταιρικές αποφάσεις της εφεσείουσας 1 επί των οποίων η εφεσίβλητη βασίζει τα παράπονα και τις θεραπείες που αξιώνει με την αγωγή της. Πρόκειται βασικά για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων της, όπως του Εποπτικού Συμβουλίου και της συνέλευσης των μετόχων της, οι οποίες αφορούσαν μη έγκριση και διανομή μερίσματος στους μετόχους παρά την ύπαρξη κερδών, καθώς επίσης και για διάθεση περιουσιακών της στοιχείων προς όφελος νομικών οντοτήτων και δομών των εφεσειόντων 15 και
  5. Κατέληξε πως, παρόλο που φαινομενικά οι επίδικες αποφάσεις της εφεσείουσας 1 θα μπορούσαν να υπαχθούν δυνάμει του άρθρου 22
(2)του ΕΚ 44/01 στα Ουκρανικά Δικαστήρια, όπου έχει την έδρα της, εντούτοις αντικείμενο της ενώπιον του διαδικασίας δεν ήταν αυτές καθ΄ αυτές οι αποφάσεις, αλλά το περιεχόμενο των συναλλαγών. Στη βάση αυτή έκρινε, αντλώντας προς τούτο καθοδήγηση από την Grupo Torras SA v. Al Sabah (No1) 1995 CCL 1025, πως δεν είχε εφαρμογή το άρθρο 22
(2)του Κανονισμού. Το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου έχει ως εξής: «Όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης εκείνο που παρουσιάζεται αξιούμενο είναι αποζημιώσεις συνεπεία των «απατηλών» συναλλαγών και της μη καταβολής μερίσματος. Δεν επιδιώκεται η ανατροπή των αποφάσεων ή η ακυρότητα της παράλειψης των οργάνων της εναγόμενης 1, αλλά τα ζημιογόνα αποτελέσματα, από τις άνω πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις. Ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από αδικοπραξίες κατά παράβαση άρθρων του Αστικού Ουκρανικού Κώδικα. Στην κρινόμενη περίπτωση, αναδεικνύονται συναλλαγές οι οποίες οδήγησαν σε αποξένωση περιουσίας της Εναγομένης 1 ήτοι διάθεση μετοχών και παροχή δανείου χωρίς εμφανές αντάλλαγμα. Περιουσία, η οποία περιήλθε εμμέσως στην κατοχή του Εναγομένου 15 με τη συμβολή και βοήθεια του Εναγομένου 33 ως μέλος του εποπτικού συμβουλίου της Εναγομένης
  1. Κρίνεται πως οι συναλλαγές αυτές και τα γεγονότα που τις περιβάλλουν όπως ανωτέρω περιγράφησαν και εκτέθηκαν δεν είναι δυνατό να υπαχθούν στις περιπτώσεις που ρυθμίζει το άρθρο 22.2 του κανονισμού. Κρίνεται πως η αποξένωση και διάθεση αυτή μετοχών και χρημάτων και η περιέλευση τους στην κατοχή τρίτων, εκφεύγει της εφαρμογής του άρθρου τούτου αφού η κύρια διαφορά άπτεται των θεμάτων των συναλλαγών και όχι των αποφάσεων που οδήγησαν στη συνομολόγηση τους. Βέβαια οι επίδικες συναλλαγές και συμφωνίες φαίνεται να έγιναν μέσω διαδικασιών και αποφάσεων οργάνων της Εναγομένης
  2. Άλλες κανονικές και νομότυπες και άλλες όχι, όπως εισηγούνται οι Ενάγοντες. Σε κάθε όμως περίπτωση συναλλαγής εταιρείας είτε αυτή είναι σύμβαση συνεργασίας είτε σύμβαση δανείου προηγείται πάντοτε απόφαση κάποιων οργάνων της, αφού η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο με αυτό τον τρόπο λειτουργεί. Εάν ερμηνεύονταν οι συναλλαγές και οι συμφωνίες αυτές ως αποφάσεις οργάνων, τότε θα έπρεπε όλες οι αγωγές που αφορούν εταιρείες να υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 22.
  3. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αφού όπως ανωτέρω επεξηγήθηκε μέσω της νομολογίας, σημασία έχει το αντικείμενο της διαφοράς που αναφύεται και το κύριο θέμα της δικαστικής διαδικασίας. Στην κρινόμενη περίπτωση όπου οι διαφορές δεν παρουσιάζονται να ανάγονται σε εσωτερική διαχείριση των θεμάτων της εταιρείας και η κύρια διαφορά είναι η ανωτέρω αναφερθείσα, κρίνεται πως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 22.2 του κανονισμού και δεν τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας.» Το Εφετείο επισήμανε πως όσον αφορά εταιρικά θέματα, το άρθρο 22
(2)καθορίζει ότι για τα θέματα αυτά αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Δικαστήρια του κράτους όπου έχει την έδρα της η εταιρεία, προσθέτοντας τα ακόλουθα: «Είναι πρόδηλο από τις πιο πάνω σαφείς πρόνοιες των δύο άρθρων του Κανονισμού ότι για τα εταιρικά θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 22.2 αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν τα δικαστήρια όπου και η έδρα της εταιρείας. Σε τέτοιες δε περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση που ένας διάδικος εκούσια υπαχθεί στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, το άλλο δικαστήριο δεν αποκτά δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Παραθέτουμε επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από τις σελ. 382-383 του συγγράμματος του Σπυρίδωνα Βρέλλη «Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο», Γ΄ Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, το οποίο υιοθετείται πλήρως για τους σκοπούς της παρούσας. «Β. Σιωπηρά παρέκταση. Αν ο εναγόμενος παραστεί σε δικαστήριο Κράτους μέλους, χωρίς να αμφισβητήσει εγκαίρως τη διεθνή δικαιοδοσία του, το δικαστήριο αυτό αποκτά (και μόνον εξ αυτού του λόγου) διεθνή δικαιοδοσία. Εξαίρεση υπάρχει, δηλ. δεν χωρεί παρέκταση σε μια τέτοια περίπτωση, όταν κάποιο άλλο δικαστήριο έχει αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 22 Καν. ή με το άρθρο 16 Σύμβ. (άρθρο 25 Καν., άρθρο 18 Συμβ.). Χωρεί όμως σιωπηρά παρέκταση, ακόμη και αν οι διάδικοι είχαν προηγουμένως προσδιορίσει συμβατικώς το αρμόδιο δικαστήριο (με ρητή δηλ. συμφωνία παρεκτάσεως).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Εφετείο παρέπεμψε στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Ε.ΟΝ Czech Holding AG v. Dedouch κ.ά., C-560/16 ημ. 7.3.18, η οποία αφορούσε αίτηση για προδικαστική απόφαση αναφορικά με την ερμηνεία του άρθρου 5 και του άρθρου 22
(2)του Κανονισμού. Η αίτηση υποβλήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας της Τσεχίας με τρία ερωτήματα, το πρώτο εκ των οποίων αφορούσε την ερμηνεία του άρθρου 22
(2)του Κανονισμού και κατά πόσο αυτό εφαρμόζεται και σε διαδικασία δικαστικού ελέγχου του εύλογου χαρακτήρα του ανταλλάγματος, το οποίο ο κύριος μέτοχος οφείλει να καταβάλει στους μετόχους μειοψηφίας από τους οποίους απέκτησε τις μετοχές τους με απόφαση της γενικής συνέλευσης που καθόρισε και το ύψος του εύλογου ανταλλάγματος. Σε εκείνη την υπόθεση, με απόφαση της γενικής συνέλευσης της Τσέχικης εταιρείας Jihoceska Plynarenska, αποφασίστηκε η μεταβίβαση των μετοχών της μειοψηφίας των μετόχων της εταιρείας στον κύριο μέτοχο της που ήταν η Ε.ΟΝ Holdings Ltd. Η απόφαση της γενικής συνέλευσης καθόρισε και το ύψος του ποσού του ανταλλάγματος που θα έπρεπε η Ε.ΟΝ να καταβάλει στους μετόχους μειοψηφίας, οι οποίοι δεν ικανοποιήθηκαν και προσέφυγαν σε Τσέχικο Δικαστήριο προκειμένου να ελεγχθεί το εύλογο του χαρακτήρα του ανταλλάγματος. Στο πλαίσιο της πιο πάνω δικαστικής διαδικασίας η Ε.ΟΝ πρόβαλε ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας, στη βάση ότι μόνο τα Γερμανικά Δικαστήρια είχαν διεθνή δικαιοδοσία εφόσον εκεί είχε την έδρα της. Η ένσταση απερρίφθη, πλην όμως η Ε.ΟΝ άσκησε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο της Τσεχίας, το οποίο προέβη σε προδικαστική παραπομπή προς το ΔΕΕ του προαναφερόμενου ερωτήματος. Το ΔΕΕ αποφάσισε ότι αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία έχει το κράτος στο οποίο έχει την έδρα της η εταιρεία, δηλαδή η Τσεχία, στη βάση κυρίως τεσσάρων σκέψεων, όπως τις συνόψισε το Εφετείο: 1. Οι προβλεπόμενοι στις διατάξεις του άρθρου 22 του Κανονισμού κανόνες αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας έχουν ως σκοπό την υπαγωγή των διαλαμβανομένων στις διατάξεις αυτές διαφορών αποκλειστικώς στη διεθνή δικαιοδοσία των δικαστηρίων που τελούν σε σχέση ουσιαστικής και νομικής εγγύτητας με τις διαφορές αυτές (σκέψη 30). 2. Ο κύριος σκοπός του άρθρου 22
(2)του Κανονισμού είναι να συγκεντρώσει τη διεθνή δικαιοδοσία ώστε να αποφευχθούν οι αντιφατικές δικαστικές αποφάσεις ως προς την ύπαρξη των εταιρειών και το κύρος των αποφάσεων των οργάνων τους (σκέψη 31).
  1. Τα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου εδρεύει η εταιρία φαίνονται ως τα πλέον ενδεδειγμένα για να κρίνουν τέτοιες διαφορές, ιδίως λόγω του ότι οι διατυπώσεις δημοσιότητας της εταιρίας λαμβάνουν χώρα στο ίδιο αυτό κράτος. Μια τέτοια αποκλειστική διεθνής δικαιοδοσία απονέμεται επομένως στα δικαστήρια αυτά προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης (σκέψη 32).
  2. Υπό το πρίσμα του άρθρου 22
(2)του Κανονισμού, μια δικαστική διαδικασία, όπως η επίμαχη, αφορά τον έλεγχο της μερικής εγκυρότητας αποφάσεως οργάνου της εταιρείας και λόγω αυτού ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 22
(2)(σκέψη 36). Ακολούθως το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «Υπό τα περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης είναι δεδομένο ότι η εφεσείουσα 1 είναι δημόσια εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ουκρανία, όπου και η έδρα της. Δεδομένο επίσης είναι ότι οι θεραπείες που αξιώνει η εφεσίβλητη βασίζονται σε υλοποίηση (κατ΄ ισχυρισμό) παράνομων και αντικανονικών αποφάσεων οργάνων της εφεσείουσας
  1. Συγκεκριμένα, διατείνεται πως (α) ενώ το 2009 η εφεσείουσα 1 είχε καθαρό κέρδος UAH 403.254.000, το Εποπτικό της Συμβούλιο που ελέγχεται από τους εφεσείοντες 15 και 33 ενήργησε επιλήψιμα να μην εγκριθεί ψήφισμα για διανομή στους μετόχους και στην ίδια μερίσματος και (β) με αντικανονικές και παράνομες αποφάσεις συνελεύσεων των μετόχων της διατέθηκε το 100% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου των εφεσειουσών 17 και 18 και του 78,32% της εφεσείουσας 19, που είναι εξ ολοκλήρου θυγατρικές (ουκρανικές) εταιρείες της εφεσείουσας
  2. Ενόψει των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών, το ερώτημα για το πρωτόδικο Δικαστήριο, ανεξάρτητα από την πολυπλοκότητα που προσδόθηκε στο ζήτημα, ήταν κατά πόσο οι εν λόγω αξιώσεις της εφεσίβλητης βασίζονταν σε αμφισβήτηση του κύρους αποφάσεων των οργάνων της εφεσείουσας
  3. Όπως δε γίνεται αντιληπτό, καταφατική απάντηση στο ερώτημα θα συνεπαγόταν επιτυχία των δύο αιτήσεων των εφεσειόντων με ανάλογη απόφαση ως προς το ζήτημα της δικαιοδοσίας του κυπριακού Δικαστηρίου, ενώ αρνητική θα είχε αντίθετο αποτέλεσμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο ρόλος του οποίου κατά το στάδιο εξέτασης των επίδικων αιτήσεων ήταν η διάγνωση της βάσης της αγωγής που συνιστούσε τον οδηγό για διάγνωση της δικαιοδοσίας του (Μούρτζινος, ανωτέρω), κατέληξε στο (μη εφεσιβληθέν) εύρημα ότι «. οι αιτιάσεις, παράπονα και αξιώσεις των εναγόντων έχουν έρεισμα συγκεκριμένες αποφάσεις ή παραλείψεις της εναγομένης 1» (σελ. 21 και 25 της πρωτόδικης απόφασης), εύρημα που προδιέγραφε και την τύχη των επίδικων αιτήσεων. Αντ΄ αυτού, με αναφορά στην Grupo Torras (ανωτέρω), αποφάνθηκε πως «Όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση απαίτησης εκείνο που παρουσιάζεται αξιούμενο είναι αποζημιώσεις συνεπεία των «απατηλών» συναλλαγών και της μη καταβολής μερίσματος. Δεν επιδιώκεται η ανατροπή των αποφάσεων ή η ακυρότητα της παράλειψης των οργάνων της εναγόμενης 1, αλλά τα ζημιογόνα αποτελέσματα, από τις άνω πράξεις, ενέργειες και παραλείψεις. Ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν από αδικοπραξίες κατά παράβαση άρθρων του Αστικού Ουκρανικού Κώδικα». Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η προσέγγιση αυτή. Οι κατ΄ ισχυρισμό ζημιές της εφεσίβλητης, ως «ζημιογόνα αποτελέσματα», δεν θα μπορούσαν να εξεταστούν αυτοτελώς χωρίς να προηγηθεί η εξέταση της αιτίας πρόκλησής τους, που δεν ήταν άλλη από αποφάσεις των οργάνων της εφεσείουσας 1 που σύμφωνα με την εφεσίβλητη ήταν αντικανονικές και παράνομες. Προβάλλει επομένως θέμα ελέγχου - έστω εν μέρει - της εγκυρότητας αποφάσεων οργάνων της εταιρείας που σύμφωνα με τη σκέψη 36 (ανωτέρω) εμπίπτει στο πεδίο του άρθρου 22.2 του Κανονισμού. Για το ζήτημα δε αυτό διεθνή αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν μόνο τα Ουκρανικά Δικαστήρια λόγω και της ουσιαστικής και νομικής εγγύτητας των διαφορών των διαδίκων με τα ουκρανικά δικαστήρια (σκέψη 30, ανωτέρω). Ως εκ τούτου οι δύο επίδικες αιτήσεις των εφεσειόντων θα έπρεπε να επιτύχουν, διαφορετικά ελλοχεύει ο προφανής κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων ως προς την εγκυρότητα των υπό αναφορά αποφάσεων στην περίπτωση που εφεσείοντες προσφύγουν στα Ουκρανικά Δικαστήρια για το ζήτημα αυτό (σκέψη 31, ανωτέρω), κάτι που δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (σκέψη 32, ανωτέρω). Η Grupo Torras (ανωτέρω), επομένως, δεν ετύγχαναν εφαρμογής στα περιστατικά της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου υπόθεσης εφόσον - σε αντίθεση με την εν λόγω υπόθεση - στο επίκεντρο της διαφοράς που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν κατ΄ ισχυρισμό αντικανονικές και παράνομες αποφάσεις οργάνων της εφεσείουσας 1, οι οποίες επέφεραν και τα κατ΄ ισχυρισμό ζημιογόνα αποτελέσματα στην εφεσίβλητη. Εσφαλμένα λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι με την αγωγή της η εφεσίβλητη δεν επεδίωκε «. ανατροπή των αποφάσεων ή ακυρότητα της παράλειψης των οργάνων της εναγόμενης 1», για τον απλό λόγο ότι τα αποτελέσματα δεν θα μπορούσαν να κριθούν χωρίς να προηγηθεί κρίση κατά πόσο η αιτία πρόκλησής τους - δηλαδή οι προηγηθείσες αποφάσεις, εν μέρει έστω, οργάνων της Εταιρείας - ήταν νόμιμες ή παράνομες. Όπως δεν τυγχάνουν εφαρμογής και οι άλλες αυθεντίες που επικαλέστηκε η εφεσίβλητη (οι Hasset v. South Eastern Health Board (C-372/07), Fly LAL-Lithuanian Airlines AS, in liquidation v. Starptautiska Lidosta Riga VAS, Air Baltic Corporation AS (C-302/13) και Berliner Verkehrsbetriebe (BVG) v. JP Morgan Chase Bank NA (C-144/10) όπου, στην πρώτη, δεν αμφισβητείτο ο τρόπος λήψης και η νομιμότητα της απόφασης αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκτελέστηκε, στη δεύτερη, ετίθετο ζήτημα παραβίασης κοινοτικής νομοθεσίας (προστασία ανταγωνισμού) και, στην τρίτη, συμβατικές σχέσεις των διαδίκων ενώ η παρούσα παράπονα και αιτιάσεις μετόχου μειοψηφίας εταιρείας για αποφάσεις οργάνων της εταιρείας. Απομένουν προς εξέταση τα παράπονα της εφεσίβλητης ότι οι επίδικες αιτήσεις θα έπρεπε να απορριφθούν στη βάση ότι οι εφεσείοντες έχουν υπαχθεί εκούσια στην δικαιοδοσία κυπριακού Δικαστηρίου και ότι στην αγωγή συμπεριλήφθησαν και ημεδαποί εναγόμενοι εφόσον διαδραματισθέντα γεγονότα διαδραματίστηκαν και στην Κύπρο. Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι υπό αναφορά αιτιάσεις. Πρώτο γιατί, όπως ήδη έχει σημειωθεί, ο κανόνας της εκούσιας υπαγωγής στη δικαιοδοσία ενός Δικαστηρίου δεν εφαρμόζεται όπου υπάρχει άλλο Δικαστήριο - εδώ Ουκρανικό - με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία (άρθρο 24 του Κανονισμού). Επιπρόσθετα 17 από τους εφεσείοντες (οι υπ΄ αρ. 2, 9-14, 20-26, 30, 31 και 35) μόλις τους επιδόθηκε η αγωγή καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και οι δύο επίδικες αιτήσεις καταχωρίστηκαν στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, στοιχείο που αποκαλύπτει πως οι εφεσείοντες εμφανίστηκαν στη διαδικασία με σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας του κυπριακού Δικαστηρίου. Δεύτερο, το ότι υπάρχουν ημεδαποί εναγόμενοι δεν διαφοροποιεί τα πράγματα εφόσον η βάση της αγωγής είναι οι κατ΄ ισχυρισμό παράνομες και αντικανονικές αποφάσεις οργάνων της εφεσείουσας 1 και, τέλος, η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της εφεσίβλητης η οποία έγινε το Δεκέμβριο του 2016 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι αντικείμενο της παρούσας έφεσης είναι η ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 18.5.12 και όχι του τι επεσυνέβη 4½ και πλέον χρόνια μετά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Οι πιο πάνω αρχές και υποθέσεις υιοθετήθηκαν στην πιο πρόσφατη Αγγλική υπόθεση Koza Ltd and another v. Ackil and others [2020] 3 All E.R. 97, η οποία αφορούσε δύο συνδεδεμένες απαιτήσεις, η μια μόνο εκ των οποίων ενέπιπτε εντός του άρθρου 24
(2)του ΕΚ 1215/12. Το Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) αναφέρθηκε και υιοθέτησε πλήρως τις νομικές αρχές που καθιερώθηκαν από την ανωτέρω Ευρωπαϊκή νομολογία και κατέληξε, στη βάση των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης, ως εξής: « [42] . Article 24
(2)does not apply in the present case by reason of the strict (ie narrow) interpretation to be given to that provision (para 27 of the EON judgment, above). It is not sufficient that there is a link between the authority claim and the English company law claim (para 33 of the EON judgment, above). There is an absence of any 'particularly close link' between the authority claim and the English courts as would be required to bring the case within art 24
(2)(para 30 of the EON judgment, above); . . [45] Since on its proper interpretation art 24
(2)of the Recast Regulation does not cover the authority claim, the English courts have no jurisdiction in relation to the trustees under that provision with respect to that claim. The proceedings against the trustees are principally concerned with the authority claim. It cannot be said that the fact that the English courts have jurisdiction under art 24
(2)in relation to the English company law claim, as it concerns Koza Ltd, means that such jurisdiction extends to cover the trustees, who are not necessary parties to that claim and are more removed from it than they are in relation to the authority claim. Once it is appreciated that the application of art 24
(2)to the authority claim and its application to the English company law claim are to be considered separately, a strict interpretation of art 24
(2)as explained by the Court of Justice leads to the conclusion that it does not cover the trustees in relation to the latter claim.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Η παράθεση λεπτομερώς των γεγονότων της προαναφερόμενης Κυπριακής υπόθεσης έγινε με σκοπό να καταδειχθεί η ομοιότητα που παρουσιάζεται με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. Όπως έχει ήδη διαφανεί, η παρούσα Αγωγή εγείρεται ως παράγωγη προς όφελος της Εναγομένης 1 και εναντίον 12 άλλων Εναγομένων, εκ των οποίων μόνο η Εναγομένη 2 είναι ημεδαπή, και με αυτή ζητείται η ακύρωση της απόφασης μεταβίβασης του 52,47% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 2 από την Εναγομένη 1 στην Εναγομένη 4 και η συνακόλουθη μείωση αυτού του ποσοστού σε 46,36%, καθώς επίσης η ακύρωση της μεταβίβασης και επανεγγραφής στο όνομα της Εναγομένης 1 ή διαζευκτικά η απόδοση αποζημιώσεων συνεπεία συνωμοσίας, δόλου, παράβασης καθήκοντος διευθυντών και πρόκλησης ζημιάς με παράνομα μέσα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 και άλλα πρόσωπα τα οποία είτε εκτελούσαν εντολές τους είτε είχαν συμφέρον από την εν λόγω μεταβίβαση. Η Καθ΄ ης υιοθετεί βασικά το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Open Joint Stock Company "Sumy Machine-Building Science & Production Association" κ.ά. v. Prosceno Trading Ltd (ανωτέρω), ισχυριζόμενη ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν εγείρεται ζήτημα νομιμότητας ή εγκυρότητας της απόφασης για την επίδικη μεταβίβαση του 52,47% καθότι το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1 είχε τη δυνατότητα και εξουσία να λάβει τέτοια απόφαση με βάση το καταστατικό της, αλλά το κατά πόσο η εν λόγω απόφαση συνιστά δόλο και συνωμοσία με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς. Αυτή η προσέγγιση δεν βρίσκει έρεισμα στην προαναφερόμενη νομολογία. Κατ΄ αρχάς κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως στην υπόθεση Hassett v. South Eastern Health Board, C-372/07, ημ. 2.10.08, πράγματι είχε λεχθεί πως το άρθρο 22
(2)«. πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν μόνον οι διαφορές στις οποίες ένας διάδικος αμφισβητεί το κύρος αποφάσεως οργάνου εταιρίας βάσει του εφαρμοστέου δικαίου εταιριών ή των καταστατικών διατάξεων περί της λειτουργίας των οργάνων της». Υιοθετώντας αυτή την στενή ερμηνεία του άρθρου 22
(2), είναι γεγονός ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν θα θεωρείτο πως εμπίπτει εντός αυτού. Αυτή όμως η στενή ερμηνεία έχει έκτοτε διευρυνθεί από την Ευρωπαϊκή νομολογία. Ειδικότερα στην υπόθεση Ε.ΟΝ Czech Holding AG v. Dedouch κ.ά., C-560/16, ημ. 7.3.18, στην οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω, λέχθηκαν τα εξής: «33 Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι δεν είναι δυνατόν εντεύθεν να συναχθεί ότι, για την εφαρμογή του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, αρκεί μια αγωγή να έχει οποιαδήποτε σχέση με μια απόφαση οργάνου εταιρίας (απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2008, Hassett και Doherty, C‑372/07, EU:C:2008:534, σκέψη 22), και ότι στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής εμπίπτουν μόνον οι διαφορές στις οποίες ένας διάδικος αμφισβητεί το κύρος αποφάσεως οργάνου εταιρίας βάσει του εφαρμοστέου εταιρικού δικαίου ή των καταστατικών διατάξεων περί της λειτουργίας των οργάνων της εταιρίας (αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2008, Hassett και Doherty, C‑372/07, EU:C:2008:534, σκέψη 26, καθώς και της 23ης Οκτωβρίου 2014, flyLAL-Lithuanian Airlines, C‑302/13, EU:C:2014:2319, σκέψη 40).» ( Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η επίδικη διαφορά ενέπιπτε εντός του άρθρου. Επομένως, με βάση τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι το άρθρο δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το αντικείμενο διαφοράς είναι απόφαση εταιρείας λόγω λήψης της παράνομα και αντικανονικά κατά παράβαση του καταστατικού της ή της νομοθεσίας, αλλά και όπου αυτό (το αντικείμενο διαφοράς) είναι ο έλεγχος της εγκυρότητας απόφασης οργάνου εταιρείας. Σαφώς η παρούσα επίδικη διαφορά αφορά και αποσκοπεί στον έλεγχο της ορθότητας και νομιμότητας της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 για τη μεταβίβαση του 52,47% που κατείχε στην Εναγομένη 2 προς την Εναγομένη 4 στη βάση βεβαίως λήψης της ως αποτέλεσμα συνωμοσίας, δόλου και παράβασης καθήκοντος πίστης. Αυτή η απόφαση είναι το κύριο αντικείμενο της επίδικης διαφοράς και το έναυσμα για την περαιτέρω πορεία και εξέλιξη των γεγονότων, ήτοι τη συνακόλουθη μείωση του 52,47% σε ποσοστό 46,36% με την έκδοση νέων μετοχών και την τροποποίηση του καταστατικού από την Εναγομένη 2 και συνεπώς την πρόκληση ζημιάς. Με άλλα λόγια, η επίδικη διαφορά έχει επίκεντρο και εστιάζεται στην απόφαση για τη μεταβίβαση του 52,47% η οποία κατ΄ ισχυρισμό λήφθηκε από το διοικητικό συμβούλιο της Εναγομένης 1 συνεπεία συνωμοσίας, δόλου και παράβασης καθήκοντος και οι συνακόλουθες συνέπειες αυτής. Εξ ου και αν ήθελε κριθεί πως η εν λόγω απόφαση ήταν το προϊόν δόλου κ.λπ., τότε σαφώς η μεταβίβαση θα θεωρηθεί άκυρη και ενδεχομένως η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία επανεγγραφής του μετοχικού κεφαλαίου στο όνομα της Εναγομένης 1 ενώ η αντίθετη κατάληξη σε σχέση με δόλο στην αρχική απόφαση αναπόφευκτα θα θέσει τέρμα στην αλυσίδα γεγονότων. Αυτές οι διαπιστώσεις βρίσκουν έρεισμα στο περιεχόμενο του κλητηρίου και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις αιτήσεις της Ενάγουσας για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Έχει ήδη λεχθεί πως η παρούσα προσομοιάζει με την υπόθεση Open Joint Stock Company "Sumy Machine-Building Science & Production Association κ.ά. v. Prosceno Trading Ltd" (ανωτέρω), όσον αφορά αφενός τη φύση της επίδικης διαφοράς, ήτοι αποφάσεις οι οποίες κατ΄ ισχυρισμό έχουν ληφθεί είτε κανονικά είτε παράνομα, συνεπεία δόλου κ.λπ., και αφετέρου τους διάδικους οι οποίοι αφορούν αξιωματούχους της εταιρείας και περιλαμβάνουν και ημεδαπούς εναγόμενους. Επομένως, το Δικαστήριο καταλήγει πως η επίδικη διαφορά αφορά στο κύρος και την εγκυρότητα απόφασης της Εναγομένης 1, Ελβετικής εταιρείας, η οποία (διαφορά) θέτει σε εφαρμογή το άρθρο 22
(2)της Σύμβασης του Λουγκάνο, δίδοντας αποκλειστική δικαιοδοσία στο Ελβετικό Δικαστήριο στη δικαιοδοσία του οποίου η Εναγομένη 1 διατηρεί την έδρα της. Λόγω ακριβώς της αποκλειστικής δικαιοδοσίας, αυτή η κατάσταση δεν δύναται να διαφοροποιηθεί με την εκούσια υπαγωγή οποιουδήποτε των διαδίκων, όπως π.χ. με την απόσυρση της αίτησης για παραμερισμό από την Εναγομένη 1 καθιστώντας, κατά την εισήγηση της δικηγόρου της Ενάγουσας, ανεπιφύλακτη την εμφάνιση εκ μέρους της. Ούτε και το γεγονός της ύπαρξης της ημεδαπής Εναγομένης 2 και του αποδιδόμενου σε αυτή δόλου και εμπλοκής στην ισχυριζόμενη συνωμοσία ενέχει οποιαδήποτε σημασία, από τη στιγμή που η βάση της απαίτησης είναι η εγκυρότητα της αρχικής απόφασης για την επίδικη μεταβίβαση μετοχών. Αυτές οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν και πάλι έρεισμα στην υπόθεση Open Joint Stock Company "Sumy Machine-Building Science & Production Association κ.ά. v. Prosceno Trading Ltd" (ανωτέρω). Ως εκ τούτου, με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ ότι το υλικό που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, είναι επαρκές για να καταδείξει την πραγματική φύση της επίδικης διαφοράς και να την εντάξει εντός της εφαρμογής του άρθρου 22
(2)της Σύμβασης του Λουγκάνο. Σημειώνεται επίσης πως για το θέμα της δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει σε ολόκληρο τον φάκελο της υπόθεσης και επομένως θα μπορούσε να λάβει υπόψιν και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης για τα προσωρινά διατάγματα και τις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των ενστάσεων στις υπό κρίση αιτήσεις. Οι δύο συμπληρωματικές δεν προσθέτουν οτιδήποτε ενώ οι ένορκες δηλώσεις του ΜΚ στις ενστάσεις βασικά επαναλαμβάνουν τους ίδιους ισχυρισμούς και επομένως επιβεβαιώνουν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Μάλιστα, αξίζει να γίνει ειδική παραπομπή στις παρ. 14, 16 και 17 της ένορκης δήλωσης του ΜΚ που συνοδεύει την κάθε ένσταση της Ενάγουσας στις αιτήσεις των Εναγομένων 3-9, 12 και 13 αντίστοιχα στις οποίες φαίνεται ξεκάθαρα ότι η επίδικη διαφορά αφορά στο κύρος και την εγκυρότητα της απόφασης για τη μεταβίβαση του 52,47% των μετοχών. Στην παρ. 14 προβάλλεται ισχυρισμός για τη στοιχειοθέτηση εκ πρώτης όψεως καλού αγώγιμου δικαιώματος στις αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με αναφορά σε παράβαση των καθηκόντων των διευθυντών της Εναγομένης 1 λόγω της αποξένωσης των περιουσιακών της στοιχείων στην 100% εταιρεία τους, την Εναγομένη 4, και σε διάπραξη συνωμοσίας μεταξύ αυτών και των υπόλοιπων Εναγομένων. Ο ΜΚ προβαίνει σε ειδική αναφορά στα εξής: · Η μεταβίβαση του 52,47% έγινε σε υποτιμημένη ή καμία αξία. · Οι Εναγόμενοι 5-8 τελούσαν υπό σύγκρουση συμφερόντων όταν ενεργούσαν τόσο για τον πωλητή, Εναγομένη 1, όσο και για τον αγοραστή, Εναγομένη 4 και αποφάσισαν την πώληση των μετοχών. · Η συναλλαγή στην υποτιμημένη αξία έγινε με την ανοχή και ή σύμφωνη γνώμη όλων των Εναγομένων. · Η Εναγομένη 4 δεν είναι καλόπιστος αγοραστής και είχε ενεργό ρόλο στη συνωμοσία. · Η Εναγομένη 1 είχε ιδιοκτησιακό δικαίωμα με βάση το δίκαιο της επιείκειας επί του 52,47% το οποίο δόλια μεταβιβάστηκε στην Εναγομένη
  1. Εξ ου και δικαιούται στη διατήρηση του ποσοστού και ή της αξίας και ή των δικαιωμάτων αυτών των μετοχών, αλλιώς δικαιούται σε αποζημιώσεις. · Ο Εναγόμενος 9 είναι ο σύμβουλος της Εναγομένης 2 που ενέκρινε την επίδικη μεταβίβαση, κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων 5-8 και είναι και υπάλληλος της Εναγομένης 1 μετά της Εναγομένης
  2. · Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 10-13 έδωσαν οδηγίες στους διευθυντές της Εναγομένης 2 για την υλοποίηση της μεταβίβασης και τη μη εξάσκηση των προτιμησιακών δικαιωμάτων τους, καταδεικνύει ότι ήταν γνώστες της πώλησης την οποία αποδέχθηκαν προς όφελος της Εναγομένης 4 η οποία ήταν συμφερόντων μόνο των Εναγομένων 5-8, καθιστώντας τους έτσι συνεργούς στην επίδικη αδικοπραξία. · Οι υφιστάμενοι μέτοχοι της Εναγομένης 2, ήτοι οι Εναγόμενοι 10-13, ενώ γνώριζαν την απαίτηση της Ενάγουσας συναίνεσαν στην περαιτέρω έκδοση μετοχών με αποτέλεσμα τη μείωση του μεριδίου της Εναγομένης
  3. · Η ζημιά της Εναγομένης 1 υπολογίζεται στις €38.985,
  4. Στην παρ. 16 γίνεται αναφορά στην ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, στη βάση του ότι η αδικοπραξία έλαβε χώρα στην Κύπρο, καθότι τόσο η αρχική μεταβίβαση όσο και η έκδοση των νέων μετοχών έγινε στην Κύπρο, η ζημιά στην Εναγομένη 1 επήλθε στην Κύπρο, η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 2 να εγκρίνει τη μεταβίβαση, η αλλαγή στο μητρώο της και η ενημέρωση του Εφόρου Εταιρειών έγιναν στην Κύπρο και η θεραπεία για επιστροφή των μετοχών θα εκτελεστεί στην Κύπρο. Στην παρ. 17 ο ΜΚ αναφέρεται στη συμπεριφορά των διευθυντών της Εναγομένης 2 οι οποίοι έπρεπε να είχαν οδηγίες από τους τελικούς δικαιούχους της, ήτοι τους Εναγόμενους 3 και 10-13, για να εγκρίνουν τη μεταβίβαση, σύμφωνα με τις συμφωνίες υπηρεσιών με τη PWC και το δικηγορικό γραφείο Katsis, καθιστώντας την (Εναγομένη 2) έτσι συνεργό στην αδικοπραξία. Οι πιο πάνω παραπομπές κρίνονται βοηθητικές και επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη διαφορά αφορά την εγκυρότητα και τις συνέπειες της απόφασης για τη μεταβίβαση του 52,47%, εξ ου και όλοι οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί αδικοπραξίας, συνωμοσίας, δόλου και παράβασης καθήκοντος πίστης εκ μέρους των διευθυντών αφορούν και επικεντρώνονται γύρω από αυτή την απόφαση. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Ενάγουσα δεν κατάφερε να καταδείξει την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων στα πλαίσια και για σκοπούς της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου οδηγεί δίχως άλλο σε παραμερισμό των συναφών εκδοθέντων διαταγμάτων στα πλαίσια της αίτησης ημ. 18.6.19 αναφορικά με τους Εναγόμενους 3-9, 12 και 13 - Αιτητές. Επιπλέον και ανεξάρτητα από την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου, δεν αποκαλύπτεται δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων αλλά αντιθέτως έχει διαφανεί ότι αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Ελβετικό Δικαστήριο, ούτως ώστε η παρούσα διαδικασία να πρέπει να παραμεριστεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Αυτή η κατάληξη σφραγίζει την πορεία όλων των αιτήσεων, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο θέμα εγείρεται στα πλαίσια αυτών. ΙΙ. Κατάληξη Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της παρούσας Αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων αναφορικά με τους Εναγόμενους 2, 3-9, 12 και
  5. Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2, 3-9, 12 και 13 και εναντίον της Ενάγουσας, αντίστοιχα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.