Tofarco Limited ν. Ευθυμίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 8741/2012, 22/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A328 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8741/2012 Μεταξύ: Tofarco Limited Ενάγουσας v.
- . Ευθυμίου
- Alpha Bank Cyprus Limited Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 17.5.21 για Tροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 22 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Α. Νεοφύτου για G. Kaimakliotis & Co LLC Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Χ. Λειβαδιώτου Για την Εναγομένη 2 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την προσθήκη παραγράφων στις οποίες προβάλλεται ισχυρισμός επί γεγονότων, διαζευκτικός ισχυρισμός για πρόκληση ζημιών, διαζευκτική αξίωση εναντίον του Εναγομένου 1 και διόρθωση μιας ημερομηνίας. Αξίζει να σημειωθεί πως η Αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της Αγωγής και ειδικότερα πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρος για την Ενάγουσα, κ. ΝΤ (εφεξής «ο ΝΤ»). Συγκεκριμένα, η ακρόαση της παρούσας ξεκίνησε στις 23.4.21 με την κυρίως εξέταση του διευθυντή της Ενάγουσας ΝT, ο οποίος κατέθεσε Γραπτή Δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, Έγγραφο 1, και τέσσερα έγγραφα ως τεκμήρια. Ακολούθησε αίτημα αναβολής από τη δικηγόρο της Ενάγουσας ούτως ώστε τα υπόλοιπα προτεινόμενα τεκμήρια να έμπαιναν σε σειρά επειδή ήταν πολλά και να εντοπιστούν κάποια επιπρόσθετα έγγραφα τα οποία η Ενάγουσα επιθυμούσε να καταθέσει ως τεκμήρια. Εκ μέρους των Εναγομένων δεν υπήρξε ένσταση και το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και όρισε την Αγωγή για συνέχιση της ακρόασης στις 18.5.21, όταν μεσολάβησε η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης στις 17.5.21 την οποία το Δικαστήριο επιλήφθηκε στις 18.5.
- Η δικηγόρος της Εναγομένης 2 δήλωσε πως δεν την αφορούσε η Αίτηση και επομένως θα ανέμενε το αποτέλεσμα αυτής, ενώ η δικηγόρος την οποία εν τω μεταξύ διόρισε ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε ένσταση. Έτσι η Αίτηση προχώρησε σε ακρόαση μεταξύ των δύο αυτών διαδίκων και στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του ΝΤ στην οποία βασικά αναφέρει πως κατά την προετοιμασία της υπόθεσης και τη λεπτομερή μελέτη των εγγράφων που την αφορούν για τη συνέχιση της ακρόασης από τους δικηγόρους του, διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης ούτως ώστε αυτή να αντικατοπτρίζει ολοκληρωμένα και αποσαφηνίζει όλες τις αξιώσεις της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων οι οποίες προκύπτουν από τα επίδικα γεγονότα. Ο ΝΤ ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι απαραίτητες για να εκδικαστούν όλες οι μεταξύ των μερών διαφορές και οι Εναγόμενοι να γνωρίζουν με ακρίβεια τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Αποτελεί ισχυρισμό του ΝΤ πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αλλάζουν τη βάση αγωγής και αφορούν στα επίδικα θέματα καθώς επίσης και πως δεν προκαλούν ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους οι οποίοι δύνανται να αποζημιωθούν με έξοδα. Τέλος, ο ΝΤ αναφέρεται στο αρχικό στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η Αίτηση, ισχυριζόμενος ότι ο χρόνος δεν μπορεί από μόνος του να αποβεί μοιραίος για την κατάληξη της Αίτησης. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι:
- Η Αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και ουσιαστικά αδικαιολόγητη.
- Με τις αιτούμενες θεραπείες η Ενάγουσα επιδιώκει να προσθέσει νέα βάση αγωγής και ή να αλλάξει ριζικά τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση της. Ειδικότερα με την πρώτη αιτούμενη τροποποίηση η Ενάγουσα επιχειρεί να εισαγάγει ισχυρισμό για συμφωνία μεταξύ της και του Εναγομένου 1, ενώ με τις προτεινόμενες αξιώσεις επιχειρεί να προσθέσει ως βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και την παράβαση συμφωνίας.
- Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες για τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και αποτελούν επαναπροσδιορισμό αυτών.
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον υποβάλλεται σε τελικό στάδιο εκδίκασης της Αγωγής και με υπέρμετρη και ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
- Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Εναγομένο
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αφορά θέματα τα οποία ήταν γνωστά ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να ήταν εξαρχής γνωστά στην Ενάγουσα.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης.
- Ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο περιήλθαν σε γνώση του αυτά τα γεγονότα. Και στην ένσταση αναφέρεται πως τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Εναγομένου
- Σε αυτή ο Εναγόμενος 1 επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, προσθέτοντας πως τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης θα προκαλέσει υπέρμετρο κόστος και καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής και θα εκτροχιάσει τη δίκη. Ο Εναγόμενος 1 απορρίπτει ως αβάσιμους και ψευδείς τους ισχυρισμούς του ΝΤ περί ανάγκης συμπερίληψης των θέσεων της Ενάγουσας για τη διασαφήνιση των επίδικων θεμάτων, καθότι με την Αίτηση επιδιώκεται η προσθήκη νέων θεμάτων κατόπιν δεύτερης σκέψης με σκοπό την επέκταση της απαίτησης και τη διόρθωση νομικών σφαλμάτων και έλλειψης στοιχείων προς επιτυχία της Αγωγής. Έτσι ο Εναγόμενος 1 αναφέρει πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα του προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και επισημαίνει την υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση των δέκα ετών στην καταχώριση της παρούσας. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων έχουν καθιερωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου v. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745 περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 7.12.12 και η δικογραφία ολοκληρώθηκε στις 29.1.15 με την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση του Εναγομένου 1. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε ειδοποίηση εκ μέρους των τότε δικηγόρων της Ενάγουσας για τον ορισμό της Αγωγής και η Αγωγή οριζόταν έκτοτε για ακρόαση ή οδηγίες καθότι ακολούθησαν αλλαγές των δικηγόρων τόσο της Ενάγουσας όσο και του Εναγομένου 1. Επίσης μεσολάβησαν αίτηση (ημ. 12.1.16) της Ενάγουσας για παροχή από τον Εναγόμενο 1 περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα στις 7.6.16 και μονομερής αίτηση (ημ. 19.3.18) της Ενάγουσας για αποκάλυψη εγγράφων από την Εναγομένη 2, η οποία αποσύρθηκε στις 30.3.18. Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται σε δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα δυνάμει των οποίων η Ενάγουσα πώλησε στον Εναγόμενο 1 δύο διαμερίσματα. Με την υπογραφή τους, ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε τα πωλητήρια έγγραφα προς όφελος της Εναγομένης 2 και εκδόθηκαν κατ΄ εντολή της Ενάγουσας δύο εγγυητικές από την Τράπεζα Κύπρου προς όφελος της Εναγομένης 2. Η πρώτη εγγυητική έληγε αρχικά την 1.3.06 και μετά από σειρά ανανεώσεων έληξε στις 31.3.11 ενώ η δεύτερη εγγυητική έληγε αρχικά στις 3.4.07 και μετά από σειρά ανανεώσεων έληξε στις 3.4.11 (παρ. 13). Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, ο Εναγόμενος 1 έπρεπε να καταβάλει το τίμημα αγοράς των διαμερισμάτων για να δικαιούται σε μεταβίβαση στο όνομα του, και αυτός κατέβαλε μόνο μέρος του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς αναφορικά με τα δύο διαμερίσματα, συμπεριλαμβανομένων και επιπλέον εργασιών για το δεύτερο διαμέρισμα, όπως καταγράφεται στην παρ. 15 (
- i)και (
- ii)αντίστοιχα, ενώ παραμένει υπόλοιπο για εξόφληση του λογαριασμού και ή για επιπρόσθετες εργασίες. Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε αμφισβήτησε το υπόλοιπο του λογαριασμού με την Ενάγουσα και προφορικά είχε αποδεχθεί αυτό και υποσχεθεί την πλήρη εξόφληση του, πλην όμως ουδέποτε το έπραξε (παρ. 16). Η Εναγομένη 2 ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση αρνήθηκε την ανανέωση των εγγυητικών, οι οποίες έληγαν η πρώτη στις 30.3.11 και η δεύτερη στις 3.4.11 (παρ. 17). Η Εναγομένη 2 υπέβαλε απαίτηση για πληρωμή των εγγυητικών και παρά τη διαφωνία της Ενάγουσας στη βάση του ότι οι τίτλοι είχαν εκδοθεί αλλά δεν είχε ακόμα γίνει η μεταβίβαση, την 1.7.11 η Εναγομένη 2 προχώρησε στην είσπραξη αυτών και συγκεκριμένα του ποσού των €800.869,20. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι η πληρωμή των εγγυητικών έγινε καταχρηστικά και είναι αντίθετη προς τις αρχές της επιείκειας, και επομένως η Εναγομένη 2 πλούτισε αδικαιολόγητα και ή παράνομα εις βάρος της Ενάγουσας. Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως για να είχε δικαίωμα στην είσπραξη των εγγυητικών, η Εναγομένη 2 θα έπρεπε να προβεί σε τερματισμό των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και να παραδώσει ελεύθερη κατοχή των διαμερισμάτων, ενώ αυτή εισέπραξε τις εγγυητικές, προέβη σε τερματισμό των συμβολαίων αλλά δεν παρέδωσε την κατοχή των διαμερισμάτων στην Ενάγουσα. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα αναγκάστηκε να πληρώσει στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των εγγυητικών ενώ ο Εναγόμενος 1 απολαμβάνει την κατοχή των διαμερισμάτων. Έτσι η Ενάγουσα απαίτησε από τον Εναγόμενο 1 εξόφληση του υπολοίπου, πλην όμως αυτός παρέλειψε να ανταποκριθεί με οποιονδήποτε τρόπο με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να προβεί σε τερματισμό των συμβολαίων ενώ ο Εναγόμενος 1 να συνεχίζει να έχει κατοχή αυτών, να ενοικιάζει το ένα σε τρίτο πρόσωπο και να παραλείπει να τα παραδώσει στην Ενάγουσα και να αποσύρει τα συμβόλαια από το Κτηματολόγιο. Συνεπεία της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγομένου 1, η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ύψους €118.092,77 την οποία και αξιώνει. Επιπρόσθετα και ή διαζευκτικά η Ενάγουσα αξιώνει επιστροφή του ποσού των €800.869,20 το οποίο η Εναγομένη 2 εισέπραξε και κατακρατεί παράνομα και ή ως αποτέλεσμα αδικαιολόγητου πλουτισμού (παρ. 41) και αξιώνει · εναντίον του Εναγομένου 1 (Α) Δήλωση ότι η Ενάγουσα νόμιμα τερμάτισε τα πωλητήρια έγγραφα και δικαιούται στην άμεση κατοχή των διαμερισμάτων. (Β) Δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 από τον τερματισμό των πωλητήριων εγγράφων στις 10.2.11 κατέχει και ή εκμεταλλεύεται παράνομα τα διαμερίσματα. (Γ) Διάταγμα που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 να αποσύρει τα συμβόλαια από το Κτηματολόγιο, να παραδώσει ελεύθερη κατοχή των διαμερισμάτων στην Ενάγουσα και σε περίπτωση που οποιοδήποτε εξ αυτών είναι ενοικιασμένο να εκχωρήσει τα δικαιώματα των ενοικιαστηρίων εγγράφων προς όφελος της Ενάγουσας. (Δ) Αποζημιώσεις για παράβαση των πωλητηρίων. (Ε) Γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση των πωλητηρίων και παράνομη κατοχή και εκμετάλλευση των διαμερισμάτων. (ΣΤ) Αποζημιώσεις υπό μορφή διαφυγόντος κέρδους ίσο με την ενοικιαστική αξία των διαμερισμάτων μέχρι την παράδοση αυτών στην Ενάγουσα. · εναντίον της Εναγομένης 2 (Ζ) Αποζημιώσεις ύψους €800.869,20 ως το ποσό των εγγυητικών. (Η) Διάταγμα ότι η Εναγομένη 2 δεν δικαιούται να κατακρατεί το εν λόγω ποσό. (Θ) Δήλωση ότι η Εναγομένη 2 δεν νομιμοποιείται να απαιτεί τη μεταβίβαση των διαμερισμάτων στον Εναγόμενο 1 από τη στιγμή που ο τελευταίος δεν εξόφλησε τον λογαριασμό του και ή έχει παραβεί τις υποχρεώσεις του δυνάμει των πωλητηρίων εγγράφων. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που δεν δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες εναντίον της Εναγομένης 1, η Ενάγουσα αξιώνει · εναντίον του Εναγομένου 1 (Ι) Δήλωση ότι η Εναγομένη 1 δεν δικαιούται να επιστρέψει στον Εναγόμενο 1 οποιοδήποτε ποσό έχει καταβάλει ως μέρος του τιμήματος πώλησης το οποίο η Εναγομένη 2 χρησιμοποίησε για εξόφληση του δανείου που συνήψε ο Εναγόμενος 1 για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Στην Υπεράσπιση ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται τη σύναψη των αγοραπωλητηρίων συμβολαίων και την έκδοση από την Εναγομένη 2, κατόπιν αιτήματος της Τράπεζας Κύπρου, των δύο εγγυητικών. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος εξόφλησε πλήρως κάθε οικονομική υποχρέωση προς την Ενάγουσα και δέχεται ότι εκχώρησε τα δικαιώματα του στην Εναγομένη 2. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Ενάγουσα δεν τήρησε την προθεσμία μεταβίβασης των διαμερισμάτων ως προνοείτο στις εγγυητικές και αρνείται ότι έγιναν επιπρόσθετες εργασίες ή ότι ο ίδιος αποδέχθηκε οποιοδήποτε υπόλοιπο λογαριασμού. Ισχυρίζεται ότι οι εγγυητικές είναι θέμα που αφορά την Ενάγουσα και την Εναγομένη 2 και επομένως η πρώτη δύναται να έχει απαίτηση μόνο εναντίον της τελευταίας. Τέλος ισχυρίζεται ότι κατέχει νόμιμα τα διαμερίσματα εφόσον το οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό καταβλήθηκε μετά από στεγαστικό δάνειο το οποίο συνήψε με την Εναγομένη 2 η οποία και πλήρωσε το ποσό της αγοράς προς την Ενάγουσα, επομένως η Ενάγουσα παράνομα τερμάτισε τα συμβόλαια και δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία. Ο Εναγόμενος 1 εγείρει Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει το ποσό των €800.869,20 πλέον το ποσό των €1.000 για κακοτεχνίες. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση η Ενάγουσα απορρίπτει πλήρως τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1 και επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, αναφέροντας επίσης ότι νόμιμα προέβη στον τερματισμό των συμβολαίων και δεν παραβίασε τους όρους των εγγυητικών, επομένως δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Με την αιτούμενη τροποποίηση η Ενάγουσα επιθυμεί να προβάλει και συμπεριλάβει τα ακόλουθα:
(1)Την προσθήκη μετά την παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης της εξής παραγράφου «16.1 Περαιτέρω, αναφορικά με τις επιπλέον εργασίες, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αυτές έγιναν κατόπιν προφορικών και/ή γραπτών εντολών και/ή συμφωνίας του Εναγόμενου 1 και/ή του Εναγόμενου 1 μέσω των αντιπροσώπων του και ήταν της απολύτου αρεσκείας του. Ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε κατά την παράδοση των Διαμερισμάτων ή και μεταγενέστερα για τις επιπλέον εργασίες και/η το κόστος των επιπλέον εργασιών. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το κόστος των επιπλέον εργασιών είχε συμφωνηθεί και/ή εγκριθεί από τον Εναγόμενο 1 και/ή τον Εναγόμενο 1 μέσω των αντιπροσώπων του και/ή ο Εναγόμενος 1 αποδέχτηκε προφορικώς και/ή γραπτώς το κόστος των επιπλέον εργασιών στα Διαμερίσματα και/ή το σχετικό κόστος ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις.»
(2)Την προσθήκη μετά την παράγραφο 41 της Έκθεσης Απαίτησης της εξής παραγράφου «42. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνεπεία της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1: (α) υπέστη ζημιές και/ή ειδικές ζημιές τις δαπάνες που καταγράφονται στα σημεία (
- i)και (
- ii)της παραγράφου 15 της Έκθεσης Απαίτησης, και (β) έχει ζημιωθεί με το ποσό των €800.869,20 το οποίο χρεώθηκε η ίδια από την Τράπεζα Κύπρου και/ή που αναγκάστηκε να πληρώσει η ίδια στην Τράπεζα Κύπρου για να καλύψει το ποσό των Εγγυητικών που εισέπραξε η Εναγομένη 2 προς όφελος του Εναγόμενου 1 και/ή με το οποίο εξοφλήθηκαν τα δάνεια του Εναγόμενου 1 στην Εναγόμενη 2. Εν προκειμένω, ο Εναγόμενος 1 συνεχίζει να κατέχει και/ή να χρησιμοποιεί τα Διαμερίσματα και/ή έχει καταστεί άδικα πλουσιότερος με το ποσό των €800.869,20 που πληρώθηκε στην Εναγόμενη 2 και το οποίο κατατέθηκε προς εξόφληση των δανείων του.»
(3)Την προσθήκη μετά την παράγραφο (Ι) της Έκθεσης Απαίτησης της εξής παραγράφου «Κ. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που δεν δοθούν οι αιτούμενες εναντίον της Εναγόμενης 2 και/ή οποιεσδήποτε από αυτές θεραπείες και οι αιτούμενες εις την παράγραφο Γ και Δ θεραπείες εναντίον του Εναγόμενου 1, η Ενάγουσα απαιτεί εναντίον του Εναγόμενου 1 απόφαση για το ποσό των €800.869,20 και τα ποσά που καταγράφονται στα σημεία (
- i)και (
- ii)της παραγράφου 15 της Έκθεσης Απαίτησης ως ειδικές ζημιές και/ή ως δαπάνες και/ή ποσά που πληρώθηκαν αδίκως και/ή άνευ ανταλλάγματος και/ή ως αποζημιώσεις και/ή βάσει αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής.»
(4)Τη διόρθωση στη δεύτερη γραμμή της παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης της ημερομηνίας «31/3/2011» με την ημερομηνία «30/3/2011». Ξεκινώντας από την τελευταία προτεινόμενη τροποποίηση, υπ΄ αρ.
(4), διαφαίνεται χωρίς δυσκολία πως η καταγραφή της ημερομηνίας συνιστά τυπικό και τυπογραφικό λάθος, αφού άλλωστε σε κατοπινό στάδιο στην Έκθεση Απαίτησης, και ειδικότερα στην παρ. 17, γίνεται αναφορά στην ορθή ημερομηνία, ήτοι στις 30.3.
- Επιπλέον, στη Γραπτή του Δήλωση, Έγγραφο 1, παρ. 19(β), ο ΝΤ αναφέρθηκε στην εν λόγω ημερομηνία χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς Εναγομένων. Επομένως, ανεξαρτήτως της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος διόρθωσης αυτής, λόγω ακριβώς της φύσης της συγκεκριμένης τροποποίησης, της ανάγκης διασαφήνισης της εν λόγω ημερομηνίας και αναφοράς σε αυτή με συνέπεια στο δικόγραφο της Ενάγουσας και της ανάγκης συνοχής της προσαχθείσας μαρτυρίας με το δικόγραφο της, γίνεται δεκτή αυτή η αιτούμενη τροποποίηση. Μέσα από την παράθεση των πιο πάνω, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η πρώτη προτεινόμενη τροποποίηση αφορά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πριν την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης και σαφώς αυτά βρίσκονταν εξαρχής εις γνώση της Ενάγουσας, αφού άλλωστε δεν προβάλλεται ισχυρισμός από τον ΝΤ πως αυτά περιήλθαν σε μεταγενέστερο στάδιο εις γνώση του. Οι υπόλοιπες προτεινόμενες τροποποιήσεις αφορούν σε προσθήκη ισχυρισμών και αξιώσεων οι οποίοι αποτελούν νομικά ζητήματα τα οποία πηγάζουν και βασίζονται στα γεγονότα τα οποία ήταν εξαρχής γνωστά και επομένως και αυτοί θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στην καταχωρισθείσα Έκθεση Απαίτησης. Εκείνο το οποίο επικαλείται ο ΝΤ είναι η διαπίστωση της ανάγκης αυτής της τροποποίησης κατά την προετοιμασία της υπόθεσης και τη λεπτομερή μελέτη των εγγράφων που αφορούν για τη συνέχιση της ακρόασης από τους δικηγόρους του. Επομένως, η Ενάγουσα προβάλλει ως λόγο για την υποβολή της Αίτησης σε αυτό το στάδιο την πρόσφατη διαπίστωση των κενών και ελλείψεων τόσο στην αναφορά στα γεγονότα όσο και στην προβολή των αξιώσεων της εναντίον του Εναγομένου
- Αυτοί οι ισχυρισμοί του ΝΤ προσφέρουν εξήγηση για το στάδιο υποβολής του αιτήματος τροποποίησης. Το γεγονός ότι αυτά τα ζητήματα θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν εντοπιστεί από την αρχή και συμπεριληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης, δεν εξουδετερώνει αυτομάτως και δίχως άλλο την όποια πιθανότητα παράλειψης ανάκλησης αυτών στη μνήμη του μάρτυρος και ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου εκ μέρους της Ενάγουσας που έδιδε την αναφορά των γεγονότων ή ακόμα και παράλειψης συμπερίληψης αυτών και ή επισήμανσης των αιτούμενων πρόσθετων αξιώσεων από πλευράς των τότε δικηγόρων της. Επιπλέον ακόμα και στο στάδιο προετοιμασίας για την έναρξη της ακρόασης της Αγωγής στις 23.4.21, η Γραπτή Δήλωση του ΝΤ περιλάμβανε τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, χωρίς προφανώς να είχε γίνει ακόμα και σε εκείνο το στάδιο αντιληπτή η απουσία των συγκεκριμένων ισχυρισμών και αξιώσεων. Εξ ου και προφανώς ο ΝΤ επικαλείται το καλόπιστο της Αίτησης. Μέσα από το περιεχόμενο του φακέλου και το όλο ιστορικό της διαδικασίας, διαφαίνεται πως μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, η Ενάγουσα έλαβε βασικά δύο δικονομικά διαβήματα, ήτοι την καταχώριση των αιτήσεων για λεπτομέρειες και για αποκάλυψη. Η μεν πρώτη αφορούσε στο δικόγραφο του Εναγομένου 1 και κυρίως στις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες, η δεύτερη στους λογαριασμούς του Εναγομένου 1 στην Εναγομένη 2, επομένως δεν αφορούσαν στα θέματα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της Αίτησης. Πέραν αυτών, διαφαίνεται ότι η Αγωγή οριζόταν είτε για ακρόαση είτε για οδηγίες και αναβάλλετο για διάφορους λόγους. Ο ισχυρισμός της δικηγόρου του Εναγομένου 1 πως οι Εναγόμενοι δήλωναν στο Δικαστήριο ετοιμότητα για την ακρόαση ουδόλως βρίσκει έρεισμα στα πρακτικά και επομένως δεν είναι βάσιμος. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε στο στάδιο ετοιμασίας και μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς συνέχισης της ακρόασης αυτής, εξ ου και η Αίτηση υπεβλήθη πριν τη συνέχιση της ακρόασης. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, όσο πιο μεγάλη είναι η καθυστέρηση τόσο αυξάνεται το βάρος του αιτούντος την τροποποίηση να δικαιολογήσει την καθυστέρηση. Στην υπόθεση Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, αναφέρθηκε ότι η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην τροποποίηση της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361, όπου υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη. Η υπόθεση Icos Cif Ltd v. Coward κ.ά.
(2014)1(A) A.A.Δ. 663 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική ως προς το θέμα της καθυστέρησης. Σε αυτή οι αρχές συνοψίζονται ως ακολούθως: «Έχουν ήδη παρατεθεί οι βασικές αρχές, οι οποίες και συνιστούν τον γνώμονα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, κατά την εξέταση ζητήματος τροποποίησης δικογράφων. Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 A.A.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005). Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. Η δε αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Δικαστήριο έχει ήδη ικανοποιηθεί ότι η Ενάγουσα κατέδειξε βάσιμο και επαρκή λόγο για τον οποίο καταχώρισε σε αυτό το στάδιο την Αίτηση. Αναφορικά με τη φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τον λόγο ένστασης πως με αυτές επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και ο επαναπροσδιορισμός των επίδικων θεμάτων. Μια προσεκτική ανάγνωση των προτεινόμενων τροποποιήσεων καταδεικνύει χωρίς δυσκολία πως αυτές αφορούν στα γεγονότα τα οποία ήδη περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα, η πρώτη τροποποίηση αφορά στις επιπλέον εργασίες, για τις οποίες γίνεται αναφορά περί εκτέλεσης αυτών στην παρ. 15 της Έκθεσης Απαίτησης και πληρωμής μέρους τους από τον Εναγόμενο 1 για το δεύτερο διαμέρισμα στην παρ. 15(ii). Στην παρ. 16 περιγράφεται η συμπεριφορά του Εναγομένου 1 σε σχέση με το υπόλοιπο του λογαριασμού, ήτοι η μη αμφισβήτηση αυτού εκ μέρους του και η υπόσχεση εξόφλησης του, η οποία (περιγραφή) σαφώς και αφορά και την πληρωμή για τις επιπρόσθετες εργασίες. Επομένως, η προτεινόμενη τροποποίηση δεν επιχειρεί να αλλάξει τη βάση αγωγής αλλά απλώς να προσθέσει κάποιους ισχυρισμούς ουσιαστικά για να διασαφηνίσει περισσότερο και συμπληρώσει την όλη εικόνα αναφορικά με αυτό το ζήτημα, ήτοι τις συνθήκες εκτέλεσης των επιπρόσθετων εργασιών και την αποδοχή του κόστους αυτών από τον Εναγόμενο
- Η δεύτερη αιτούμενη τροποποίηση με την προτεινόμενη προσθήκη ισχυρισμού για την πρόκληση ζημιάς λόγω παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 στηρίζεται εξ ολοκλήρου στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία περιέχεται ήδη ισχυρισμός για παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 και στην οποία γίνεται πολλαπλή αναφορά στο ποσό των €800.869,
- Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, η επίκληση της εφαρμογής του αδικαιολόγητου πλουτισμού δεν δημιουργεί νέα βάση αγωγής άσχετη και ανεξάρτητη με τα επίδικα γεγονότα αλλά στηρίζεται ακριβώς στα ίδια γεγονότα. Ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός πηγάζει καθαρά από όσα ήδη περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Αντίστοιχη είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου και για την προτεινόμενη προσθήκη αξίωσης εναντίον του Εναγομένου 1 για το ποσό των €800.869,
- Και αυτή βασίζεται εξολοκλήρου στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και επομένως δεν δημιουργεί νέα βάση αγωγής ασύνδετη και άσχετη με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς και θεραπείες. Είναι εμφανές από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης πως η Αγωγή αφορά την ισχυριζόμενη παραβίαση των δύο πωλητηρίων εγγράφων και την παράλειψη εξόφλησης του τιμήματος πώλησης των διαμερισμάτων και άλλων χρεώσεων από τον Εναγόμενο 1 ο οποίος συνεχίζει να τα κατέχει. Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης, κατόπιν παράκλησης του ιδίου, η Τράπεζα Κύπρου εκ μέρους της Ενάγουσας εξέδωσε προς όφελος της Εναγομένης 2 δύο εγγυητικές ως εξασφάλιση των δανείων που ο Εναγόμενος 1 έλαβε από την τελευταία για την αγορά των διαμερισμάτων. Ενώ ο Εναγόμενος 1 δεν ανταποκρινόταν στις υποχρεώσεις του βάσει των πωλητηρίων και όφειλε χρήματα, η Ενάγουσα υποχρεώθηκε να πληρώσει στην Εναγομένη 2 τα ποσά των εγγυητικών με αποτέλεσμα την εξόφληση των δανείων του Εναγομένου 1 και τη διατήρηση της κατοχής από αυτόν των διαμερισμάτων. Εξ ου και η Ενάγουσα θεωρεί ότι ο Εναγόμενος 1 παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις και εγείρει αξιώσεις εναντίον του και της Εναγομένης
- Σαφώς οι προτεινόμενοι νέοι ισχυρισμοί και αξιώσεις αφορούν, σχετίζονται και απορρέουν άμεσα από το υφιστάμενο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και την επίδικη διαφορά όπως διαμορφώνεται μέσα από το εν λόγω δικόγραφο. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι και οι τρεις προαναφερόμενες προτεινόμενες τροποποιήσεις αφορούν στα ίδια υπάρχοντα γεγονότα και απλώς συμπληρώνουν την εικόνα των γεγονότων και τις αξιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ούτως ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα να συμπεριληφθούν και αποφασιστούν στα πλαίσια της εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Πρόκειται δηλαδή ακριβώς για αποσαφήνιση και ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσης της Ενάγουσας στην προσπάθεια έκθεσης με περισσότερη ορθότητα, σαφήνεια και ακρίβεια τις θέσεις και αξιώσεις της, όπως ισχυρίζεται ο ΝΤ. Άλλωστε ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί πως κάποια εκ των προτεινόμενων τροποποιήσεων αφορά σε νέα βάση αγωγής, έχει λεχθεί πως αυτό από μόνο του δεν αποβαίνει μοιραίο για την αιτούμενη τροποποίηση. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Icos Cif Ltd v. Coward κ.ά. (ανωτέρω): «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Ακόμη και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται νέα βάση αγωγής, η αίτηση τροποποίησης δεν είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, αλλά εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση. . Με δεδομένο, λοιπόν, το πραγματικό υπόβαθρο, είναι ξεκάθαρο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιωκόταν η προσθήκη νέας βάσης αγωγής και, ταυτόχρονα, η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, Εφεσιβλήτων 2-
- Υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξολοκλήρου το χαρακτήρα της.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σαφώς στην υπό κρίση περίπτωση, τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης ουδόλως αλλάζει τη βάση και τη φύση της Αγωγής. Εν πάση περιπτώσει, όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, Τόμος 1, σελ. 627, το Δικαστήριο δεν απορρίπτει αίτηση τροποποίησης για τον λόγο ότι η αιτούμενη τροποποίηση εισαγάγει νέα βάση αγωγής αλλά όπου η τροποποίηση θα μετέβαλλε την αγωγή σε κάποια με ουσιωδώς διαφορετικό χαρακτήρα και θα ήταν ευχερέστερο να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής. To ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42; Hubbuck v. Helms, 56 L. J. Ch. p. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen, [1898] 1 Ch. P. 81).» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, επισημαίνω πως η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης υπεβλήθη μεν περίπου εννέα έτη μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και αφορά γεγονότα τα οποία ήταν εξαρχής εις γνώση της Ενάγουσας, πλην όμως η ακρόαση αυτής ξεκίνησε μόλις τον Απρίλιο του 2021 και η Ενάγουσα προβάλλει επαρκή και ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη υποβολής τέτοιου αιτήματος σε οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται σε πολύ αρχικό στάδιο, ήτοι πριν καν τη συμπλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρος για την Ενάγουσα, επομένως ο Εναγόμενος 1 θα έχει κάθε δικαίωμα και ευκαιρία να γνωρίζει πλήρως την υπόθεση της Ενάγουσας από την πρώτη κιόλας μαρτυρία του πρώτου της μάρτυρος και έτσι να μπορεί να αντιμετωπίσει την υπόθεση της και να προβάλει την υπεράσπιση και δική του απαίτηση. Επίσης η Ενάγουσα επιχειρεί να προσθέσει ισχυρισμούς και αξιώσεις οι οποίοι είναι άμεσα συνδεδεμένοι και συναρτώνται με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, ούτως ώστε να υπάρξει μια ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων και αξιώσεων της Ενάγουσας, κάτι το οποίο θα οδηγήσει στην οριστική επίλυση της επίδικης διαφοράς. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, στην οποία αναφέρθηκε ότι «ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι . να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Η ίδια αρχή διατυπώθηκε και στην υπόθεση Preece κ.ά. v. Ρωσσίδου
(2011)(Γ) Α.Α.Δ. 2138. Θεωρώ πως στην υπό κρίση περίπτωση έχει προσφερθεί βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση και πως τυχόν έγκριση της Αίτησης ουδόλως οδηγεί σε εκτροχιασμό από τα θέσμια της δίκης ούτε και προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα του Εναγομένου 1 όσον αφορά τον χειρισμό της υπεράσπισης του. Το Δικαστήριο συνεκτιμά το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε το 2012 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης & Συνεταίροι Λτδ κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 817, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44 και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Επί αυτού, το Δικαστήριο αρχικά λαμβάνει υπόψιν ότι τυχόν έγκριση της Αίτησης δεν θα οδηγήσει σε τέτοια καθυστέρηση ούτως ώστε να επηρεάζεται δυσμενώς ο Εναγόμενος 1, ο οποίος θα αποζημιωθεί με τα έξοδα. Και τούτο καθότι το Δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες για την άμεση καταχώριση της τροποποιημένης δικογραφίας ούτως ώστε η ακρόαση να συνεχίσει το συντομότερο δυνατόν. Πριν την τελική κατάληξη του, το Δικαστήριο κρίνει βοηθητική την παραπομπή σε ακόμα δύο υποθέσεις. Η πρώτη είναι η Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία εγκρίθηκε αίτηση τροποποίησης καταχωρισθείσα 12 έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εννέα έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Εκεί λέχθηκε πως ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Η δεύτερη είναι η Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω), στην οποία και πάλι εγκρίθηκε τροποποίηση 12 έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και τονίστηκε μεν η μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης πλην όμως το βασικό κριτήριο ήταν ότι δεν θα προκαλείτο αδικία η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο καταλήγει ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση και ειδικότερα οι παρ. Α
(1)-
(4)αυτής. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός τριών ημερών από σήμερα. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Εναγομένου 1 να καταχωριστεί εντός επτά ημερών από την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης. Η τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός πέντε ημερών από την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας και υπέρ του Εναγομένου 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. Αναφορικά με την Εναγομένη 2, η οποία δεν καταχώρισε ένσταση ούτε και έλαβε μέρος στην ακρόαση της Αίτησης, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο