← Κύπρος

Mo ν. Hergan, Αρ. Αγωγής: 1060/2018, 4/6/2021

Mo ν. Hergan, Αρ. Αγωγής: 1060/2018, 4/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1060/2018 Μεταξύ: . Mo, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Ενάγουσας v. . Hergan, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Εναγομένου Αίτηση ημ. 19.5.20 από ΧΑ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης των μετοχών του . Hergan στην εταιρεία Ceeif Central and Eastern European Investment Ltd για Ακύρωση και ή Παραμερισμό Επιβαρυντικoύ Διατάγματος Ημερομηνία: 4 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Μ. Ι. Αναστασίου για Makis Anastasiou & Co. LLC Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Χαραλάμπους με κ. Χ. Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σια ΔΕΠΕ Για τη Franklin Management S.R.L. - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Κ. Πασιαρδής για Γεώργιος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ΧΑ υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης των μετοχών του . Hergan στην εταιρεία Ceeif Central and Eastern European Investment Ltd ζητά (
  2. i)διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται και ή παραμερίζονται τα διατάγματα ημ. 1.11.19 τα οποία εκδόθηκαν στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας ημ. 30.9.19 και (
  3. ii)οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και ή οδηγίες το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Τα διατάγματα των οποίων ζητείται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός έχουν ως εξής: 1. Διάταγμα με το οποίο να επιβαρύνονται και ή δεσμεύονται οι 394,972 μετοχές τις οποίες ο Εναγόμενος κατέχει στην εταιρεία Ceeif Central and Eastern European Investment Ltd (εφεξής «η Ceeif») με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους του προς την Ενάγουσα. 2. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο και ή στους αντιπροσώπους του από του να ρευστοποιήσουν, επιβαρύνουν, μεταβιβάσουν, πωλήσουν, αποξενώσουν ή διαθέσουν με οποιονδήποτε τρόπο τις μετοχές και ή από του να εισπράττει οποιαδήποτε μερίσματα ή άλλα εισοδήματα πληρωτέα σε σχέση με τις μετοχές και ή να ασκεί οποιαδήποτε δικαιώματα που αντλούνται από αυτές τις μετοχές. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία αναφέρει πως στις 10.4.19 διορίστηκε δυνάμει δικαστικού διατάγματος, στα πλαίσια της Αίτησης υπ΄ αρ. 229/15 ΕΔ Λευκωσίας, ως Παραλήπτης για την πώληση 394,972 συνήθων μετοχών ιδιοκτησίας του Εναγομένου στην εταιρεία Ceeif. Σύμφωνα με τον Αιτητή, είχε προηγηθεί η έκδοση διαταγμάτων επιβάρυνσης την 1.12.15 και στις 29.3.18. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι μετά την έκδοση του διατάγματος πώλησης, οι μετοχές περιήλθαν στην κατοχή και προστασία του για λογαριασμό της εταιρείας Franklin και ότι ο ίδιος έλαβε διαβήματα ούτως ώστε οι μετοχές να έχουν εγγραφεί στο όνομα του και καταχωρίστηκε ως μέτοχος στο μητρώο της εταιρείας υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης. Ενώ ο Αιτητής προχωρούσε με τη διαδικασία πώλησης των μετοχών, πληροφορήθηκε για την έκδοση του υπό κρίση επιβαρυντικού διατάγματος ημ. 1.11.19. Τότε ο Αιτητής ενημέρωσε τους δικηγόρους της Ενάγουσας πως οι μετοχές ήταν ήδη επιβαρυμένες και δεσμευμένες δυνάμει προηγούμενων διαταγμάτων και πως αυτός ενεγράφη ως μέτοχος στο μητρώο μετόχων της Franklin. Ο Αιτητής εκφράζει τη θέση πως το απαγορευτικό διάταγμα ημ. 1.11.19 δεν μπορεί να έχει ισχύ καθότι οι μετοχές έχουν προγενέστερα επιβαρυνθεί και ή δεσμευτεί, και επομένως δεν ανήκουν πλέον στον Εναγόμενο ο οποίος έχει μόνο το δικαίωμα να λάβει τυχόν πλεόνασμα από την πώληση των μετοχών και μετά την ικανοποίηση της οφειλής προς τη Franklin, καθιστώντας έτσι το διάταγμα μάταιο και αναποτελεσματικό. Ισχυρίζεται επίσης πως η ύπαρξη του υπό κρίση επιβαρυντικού διατάγματος περιπλέκει την απρόσκοπτη εκτέλεση των καθηκόντων του με ορατό κίνδυνο την αδυναμία εκπλήρωσης τους και πως η Ενάγουσα θα πρέπει να καταφύγει σε άλλα μέτρα εκτέλεσης και ή εξασφάλισης της εναντίον του Εναγομένου απόφασης. Η Ενάγουσα - Καθ΄ ης καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι ο Αιτητής δεν εξασφάλισε άδεια για να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία με σκοπό να ζητήσει την ακύρωση των υπό κρίση διαταγμάτων. 2) Τα διατάγματα ημ. 1.11.19 εκδόθηκαν ορθά, νομότυπα και κατόπιν εκπλήρωσης όλων των νομικών προϋποθέσεων. 3) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. 4) Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και σκοπεύει στην παρεμπόδιση της νόμιμης εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα Αγωγή και της διεκδίκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της Ενάγουσας μέσω της απόφασης. 5) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της Ενάγουσας που απορρέουν από την απόφαση, καθότι οι μετοχές είναι το μοναδικό αντικείμενο εκτέλεσης της απόφασης. 6) Το αιτούμενο διάταγμα είναι δραστικότατο και ανατρέπει την ορθή και ή δίκαιη πορεία της εκτέλεσης της απόφασης. 7) Ο Αιτητής δεν παρουσίασε επαρκή μαρτυρία και ή δεν καταδεικνύονται λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 8) Η Αίτηση είναι δικονομικά λανθασμένη και ή παράτυπη και ή αντίθετη με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τη νομοθεσία και ή την πρακτική του Δικαστηρίου. 9) Η Αίτηση συνιστά προϊόν δεύτερης σκέψης και ή καταχωρίστηκε με κακή πίστη και ή καταχρηστικά με σκοπό να πλήξει τα δικαιώματα της Ενάγουσας και να υποσκάψει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρεται στην ένσταση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος της εταιρείας Franklin δήλωσε στο Δικαστήριο ότι θα υποστηρίξει την Αίτηση. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν όλες οι πλευρές στο Δικαστήριο. Ι. Νομότυπο Ένστασης Το πρώτο ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης είναι το νομότυπο της ένστασης καθότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι λόγοι αυτής δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε μαρτυρία και επομένως παραμένουν παντελώς ατεκμηρίωτοι και δεν δύνανται να ληφθούν υπόψιν. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4

(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η ειδοποίηση ένστασης θα πρέπει να εξειδικεύει τους λόγους ένστασης και «οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται . τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση». Στην υπό κρίση περίπτωση η ένσταση εξειδικεύει τους λόγους ένστασης και παραπέμπει στον φάκελο ως προς τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται. Όπως θα διαφανεί και κατωτέρω, η Ενάγουσα δεν αμφισβητεί τους ισχυρισμούς του Αιτητή ως προς τα γεγονότα και στηρίζεται στον φάκελο για τα γεγονότα της υπό κρίση διαδικασίας ενώ τα νομικά ζητήματα που εγείρει δεν επιτρέπεται να αναλυθούν σε ένορκη δήλωση η οποία περιορίζεται σε γεγονότα και τυγχάνουν, ορθώς, ανάλυσης στην αγόρευση των δικηγόρων της. Επομένως, η ένσταση είναι καθόλα νομότυπη και δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4
(1). ΙΙ. Νομότυπο Αίτησης - Μη Εξασφάλιση Άδειας για Καταχώριση Το επόμενο θέμα προς εξέταση είναι το κατά πόσο η Αίτηση είναι νομότυπη λόγω του ότι ο Αιτητής δεν εξασφάλισε άδεια του Δικαστηρίου ως προς την καταχώριση αυτής. Αποτελεί κοινό έδαφος πως το υπό κρίση επιβαρυντικό διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 3 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν.31(Ι)/92. Σύμφωνα με την υπόθεση Ιωάννου (Σιαρματτά) v. Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1463, οι μετοχές δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο επιβαρυντικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 4
(2)(α)(ii) του εν λόγω Νόμου εφόσον συμπεριλαμβάνονται στα «ομόλογα (stock)», όπως ο όρος ερμηνεύεται στο άρθρο 2
(1). Το άρθρο 3 του Ν.31(Ι)/92 προνοεί τα ακόλουθα: «3.-
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή), τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο, με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο ο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο δύναται κατά την έκδοση του διατάγματος να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη και άλλου ενδιαφερόμενου ή επηρεαζόμενου προσώπου ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, οι οποίοι κατά την κρίση του είναι αναγκαίοι και υπό τις περιστάσεις δίκαιοι.» Μετά την έκδοση τέτοιου διατάγματος παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο ακύρωσης ή διαφοροποίησης αυτού κατόπιν σχετικής αίτησης η οποία δύναται να καταχωριστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(4): «
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Συνεργατικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2090, λέχθηκε πως «Το άρθρο 3
(4)του Νόμου 31(Ι)/92 προβλέπει ότι σε περίπτωση που εκδοθεί «επιβαρυντικό διάταγμα» ως μέτρο εκτέλεσης, ο οφειλέτης ή άλλο επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει δικαίωμα να αποταθεί στο δικαστήριο και με αίτηση να ζητήσει την ακύρωση του επιβαρυντικού διατάγματος». Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί παλαιότερα με το ποια πρόσωπα έχουν δικαίωμα και νομιμοποιούνται να αιτηθούν την ακύρωση επιβαρυντικού διατάγματος, στα πλαίσια της απόφασης του ημ. 10.5.16 στην Γενική Αίτηση 279/16 ΕΔ Λευκωσίας και θεωρεί σκόπιμο να επαναλάβει αυτούσια τα όσα ανέφερε επί αυτού του θέματος: «Αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως στο άρθρο 3 του Νόμου χρησιμοποιούνται διάφοροι όροι αναφορικά με τα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται στη διαδικασία έκδοσης ή ακύρωσης ή διαφοροποίησης επιβαρυντικού διατάγματος. Ειδικότερα, στο άρθρο 3
(2)χρησιμοποιείται ο όρος «άλλος πιστωτής», στο άρθρο 3
(3)ο όρος «άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο» και στο άρθρο 3
(4)ο όρος «πρόσωπο που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται στο διάταγμα». . Είναι γεγονός πως ο Αγγλικός Charging Orders Act 1979, ο οποίος προσάρμοσε και την παλαιά O.50 των Αγγλικών Θεσμών (Rules of the Supreme Court), αποτέλεσε το πρότυπο για τη θέσπιση του δικού μας Νόμου. Βεβαίως εντοπίζεται μια διαφορά μεταξύ των δύο νομοθετημάτων, ήτοι στο ότι βάσει του Αγγλικού εκδίδεται προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης το οποίο σε μεταγενέστερο στάδιο δυνατόν να καταστεί απόλυτο ενώ βάσει του Κυπριακού εκδίδεται απ΄ ευθείας οριστικό διάταγμα επιβάρυνσης. Και στα δύο όμως νομοθετήματα περιέχεται πρόνοια για τη δυνατότητα ακύρωσης και ή διαφοροποίησης του διατάγματος επιβάρυνσης. Συγκεκριμένα το άρθρο 3
(5)του Αγγλικού Νόμου αναφέρει πως: «The court by which a charging order was made may at any time, on the application of the debtor or of any other person interested in any property to which the order relates, make an order discharging or varying the charging order.» Επισημαίνεται πως το Αγγλικό άρθρο αναφέρεται σε «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» σε οποιαδήποτε περιουσία ενώ το άρθρο 3
(4)του δικού μας Νόμου σε «πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον» σε περιουσιακό στοιχείο. Έχει ήδη επισημανθεί πως ο όρος «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» («interested person») παρουσιάζεται στο άρθρο 3
(3), το οποίο ρυθμίζει την «κατά την έκδοση» επιβολή όρων σε σχέση με άλλο πρόσωπο, και όχι στο άρθρο 3
(4), το οποίο θεσμοθετεί την εκ των υστέρων υποβολή αίτησης από άλλο πρόσωπο. Εκ πρώτης όψεως διαφαίνεται πως η χρήση διαφορετικών όρων στα εδάφια
(3)και
(4)του άρθρου 3 παραπέμπει σε διαφορετική ερμηνεία και κατ΄ επέκταση σε διαφορετικά πρόσωπα. Με άλλα λόγια, με μιαν εκ πρώτης όψεως ανάγνωση των εν λόγω εδαφίων, θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως συνάγεται το συμπέρασμα ότι η χρήση διαφορετικών όρων αποσκοπεί στον διαχωρισμό των προσώπων τα οποία το καθένα περιλαμβάνει. Πιθανόν δηλαδή να δίδεται η εντύπωση συγκεκριμένα ότι ο όρος «άλλο ενδιαφερόμενο ή επηρεαζόμενο πρόσωπο» είναι πολύ πιο ευρύς από τον όρο «άλλο πρόσωπο που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο», επειδή ο νομοθέτης ίσως επεδίωκε όπως στο αρχικό στάδιο λαμβάνεται πρόνοια γενικά για ενδιαφερόμενους ή επηρεαζόμενους ενώ μετά την τυχόν έκδοση να περιορίζεται ο αριθμός αυτών που δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση ακύρωσης ή διαφοροποίησης. Ταυτόχρονα όμως διαπιστώνεται πως αυτό δεν ισχύει απόλυτα και πάντως δεν φαίνεται να ήταν αυτή η πρόθεση του νομοθέτη. Και τούτο καθότι στο άρθρο 6 του Νόμου, το οποίο ρυθμίζει την έκδοση διατάγματος πώλησης περιουσιακών στοιχείων, και ειδικότερα στο εδάφιο
(3), παρατηρείται ένας συσχετισμός των όρων αυτών ο οποίος καταδεικνύει και καθοδηγεί προς μια διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την ερμηνεία αυτών. Το άρθρο 6
(3)προνοεί ως εξής: «Το Δικαστήριο, προτού εκδώσει την απόφαση του σε αίτηση η οποία υποβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), οφείλει να εξασφαλίσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών, περιλαμβανομένων του Επίσημου Παραλήπτη και Εφόρου Εταιρειών, των Συμβούλων της Εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος του οφειλέτη και του συμφέροντος όλων όσων δυνατό να έχουν συμφέρον στα βαρυνόμενα περιουσιακά στοιχεία ή δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση τους..» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Με βάση το λεκτικό του εν λόγω εδαφίου προκύπτει πως οι όροι «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» και «πρόσωπο που δυνατό να έχει συμφέρον» δεν είναι ασύνδετοι μεταξύ τους αλλά αντιθέτως ο πρώτος χρησιμοποιείται και αποτελεί τη βάση για την εξακρίβωση της ύπαρξης ή μη συμφέροντος. Επομένως το Δικαστήριο θεωρεί πως οι δύο αυτοί όροι δεν είναι αυτοτελείς με ξεχωριστή νομική ερμηνεία αλλά θα πρέπει να ερμηνεύονται σε συνάρτηση μεταξύ τους. Βασικά παρατηρείται ότι εν σχέσει με το στάδιο πώλησης ο νομοθέτης επανέρχεται στον βασικό όρο του «ενδιαφερόμενου προσώπου» τον οποίον διευρύνει ακόμα περισσότερο στην επεξήγηση του λόγου της εξασφάλισης των απόψεων τους, καθορίζοντας ότι αυτό γίνεται με σκοπό την εξακρίβωση του συμφέροντος το οποίο πιθανόν να έχουν κάποιοι στα συγκεκριμένα υπό πώληση περιουσιακά στοιχεία, αλλά και όσοι πιθανόν να επηρεάζονται γενικά από τέτοια πώληση, επανερχόμενος έτσι (ο νομοθέτης) και στην έννοια του επηρεαζόμενου προσώπου την οποία χρησιμοποιεί και στο άρθρο 3
(3). Έτσι καθίσταται καταρχάς χρήσιμη η ερμηνεία που δίδεται στον αντίστοιχο όρο «interested person» για σκοπούς του Αγγλικού άρθρου 3
(5). Στην Αγγλία ο όρος «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» («interested person») έχει ερμηνευθεί πως περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία έχουν κάποιου είδους ενδιαφέρον, όπως ιδιοκτησίας ή συγγενικό με αυτό, μέσω του οποίου νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις επηρεάζονται άμεσα από το επιβαρυντικό διάταγμα. Αυτά αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση (Reissue), σελ. 176, παρ. 320, και ειδικότερα: «The interested persons have to have some form of interest, such as a proprietary interest or something akin to that, whereby legal rights and liabilities are directly affected by the charging order.» Στο ίδιο σύγγραμμα γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Banque National de Paris v. Montman Ltd
(1999)All E.R. (D) 837, στην οποία λέχθηκε πως ο αιτητής δυνάμει του άρθρου 3
(5)του Νόμου του 1979 πρέπει να είναι πρόσωπο το οποίο να επηρεάζεται άμεσα από το διάταγμα επιβάρυνσης και επίσης να είναι σε θέση να καταδείξει δικαίωμα βάσει νόμου ή των αρχών της επιείκειας στην περιουσία, ή κάτι συγγενικό προς τέτοιο δικαίωμα.» Στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή ως προς την ιδιότητα του και το ιστορικό των γεγονότων και της διαδικασίας από την έκδοση προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων μέχρι και την εγγραφή του ιδίου ως μετόχου προς τον σκοπό πώλησης των υπό κρίση μετοχών, δεν έχει αμφισβητηθεί με οποιονδήποτε τρόπο. Άλλωστε, τα όσα ο Αιτητής αναφέρει επιβεβαιώνονται από τα σχετικά έγγραφα τα οποία επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση ως τεκμήρια. Ως εκ τούτου προκύπτει πως στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 229/15 ΕΔ Λευκωσίας μεταξύ της εταιρείας Franklin και του ιδίου Καθ΄ ου, την 1.12.15 και στις 29.3.18 το Δικαστήριο εξέδωσε επιβαρυντικά διατάγματα αναφορικά με 379,173 και 15,799 μετοχές, αντίστοιχα, ονομαστικής αξίας €1,71 έκαστη τις οποίες ο Καθ΄ ου κατέχει στη Ceeif, Τεκμήρια 2 και
  1. Στις 10.4.19 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα πώλησης των υπό κρίση μετοχών δυνάμει του άρθρου 6 του Ν.31(Ι)/92 και διόρισε τον Αιτητή ως Παραλήπτη αυτών για τον σκοπό πώλησης των προαναφερόμενων 394,972 μετοχών προς ολική ή μερική είσπραξη και ή εξόφληση του εξ αποφάσεως οφειλόμενου ποσού από τον Καθ΄ ου στη Franklin ύψους €457.300 πλέον Euribor ενός μηνός, πλέον προσαύξηση προς 4% ανά έτος μέχρις τις 30.11.09, πλέον τόκο υπερημερίας προς 4% από την 1.12.09 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα εκτέλεσης τα οποία μέχρι και την 1.5.18 ανέρχονταν στις €718.082,86, Τεκμήριο
  2. Επιπλέον το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο οι υπό κρίση μετοχές να περιέλθουν στην κατοχή και προστασία του Παραλήπτη για λογαριασμό της εκεί Αιτήτριας (Franklin), καθώς επίσης και όλα τα δικαιώματα και ή προνόμια αυτών, μέχρι την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Παραλήπτη και ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο διέταξε επίσης την καταχώριση του ονόματος του Παραλήπτη ως μετόχου στο μητρώο της Ceeif υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτη των μετοχών. Σημειώνεται ότι το εξ αποφάσεως χρέος προέκυψε δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημ. 26.7.04 η οποία πιστοποιήθηκε ως δημόσιο έγγραφο από το Δικαστήριο Βουκουρεστίου και ενεγράφη, αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε εκτελεστό στα πλαίσια της Αίτησης 229/15 δυνάμει δικαστικού διατάγματος ημ. 7.7.15, Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Μετόχων της Ceeif ημ. 25.10.19, ο Αιτητής ενεγράφη ως μέτοχος σε σχέση με τις υπό κρίση μετοχές υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης αυτών, Τεκμήριο
  4. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του παρόντος επιβαρυντικού διατάγματος ημ. 1.11.19, ο Αιτητής είχε ήδη διοριστεί από το Δικαστήριο, στα πλαίσια της Αίτησης 229/15, ως ο Παραλήπτης των υπό κρίση μετοχών για σκοπούς πώλησης αυτών και εγγραφεί υπό αυτή την ιδιότητα ως μέτοχος στο μητρώο της Ceeif. Είναι δε υπό αυτή την ιδιότητα του ως Παραλήπτης που καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 6 του Ν.31(Ι)/92, το επιβαρυντικό διάταγμα συνοδευόμενο με διάταγμα πώλησης λογίζεται ως τρόπος εκτέλεσης απόφασης Δικαστηρίου. Ο σκοπός διορισμού παραλήπτη και οι εξουσίες, τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις του περιέχονται στο άρθρο 7 του Ν.31(Ι)/92, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «7.-
(1)Το Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται αίτησης για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων βαρυνομένων με επιβαρυντικό διάταγμα δύναται, αν αυτό ζητηθεί από τον αιτητή και αν το Δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο, να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την είσπραξη του εξασφαλισμένου ποσού.
(2)Με το διορισμό παραλήπτη δυνάμει του παρόντος άρθρου και τηρουμένων τυχόν όρων και οδηγιών που το Δικαστήριο θα επιβάλει, το βαρυνόμενο στοιχείο περιέρχεται στην κατοχή και προστασία του παραλήπτη για λογαριασμό του αιτητή και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οφειλέτη επί του εν λόγω περιουσιακού στοιχείου περιέρχονται στον παραλήπτη, μέχρις ότου ο παραλήπτης εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και το Δικαστήριο ακυρώσει το διορισμό του.
(3)Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου
(2), παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις πιο κάτω εξουσίες, εκτός αν το Δικαστήριο κατά το διορισμό του εξαιρέσει ή αντικαταστήσει μερικές από αυτές: Χωρίς έγκριση του Δικαστηρίου (α) Να εγείρει ή να υπερασπίζει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (β) να διορίζει δικηγόρο για να τον βοηθήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του~ (γ) να συμβιβάζει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ του οφειλέτη και οποιουδήποτε άλλου προσώπου σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (δ) να υπογράφει και να εκτελεί στο όνομα και για λογαριασμό του οφειλέτη όλα τα συμβόλαια, αποδείξεις και άλλα έγγραφα που σχετίζονται με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (ε) να εκδίδει, να αποδέχεται, να καταρτίζει και να οπισθογράφει οποιαδήποτε συναλλαγματική ή γραμμάτιο σε διαταγή, στο όνομα ή εκ μέρους του οφειλέτη σχετικά με το βαρυνόμενο στοιχείο~ (στ) να εισπράττει εκ μέρους του οφειλέτη οποιοδήποτε ποσό καθίσταται πληρωτέο δυνάμει του βαρυνόμενου στοιχείου~ Με έγκριση του Δικαστηρίου (ζ) να πωλεί το βαρυνόμενο στοιχείο με δημόσιο πλειστηριασμό ή ιδιωτική σύμβαση~ (η) να εξασφαλίζει πιστώσεις, χρησιμοποιώντας το βαρυνόμενο στοιχείο ως εγγύηση με την υποθήκευση του ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και για το σκοπό αυτό να προβαίνει στην υπογραφή και εκτέλεση κάθε σχετικού εγγράφου~ (θ) να διανέμει το προϊόν πώλησης του βαρυνόμενου στοιχείου με τον τρόπο που αναφέρεται στο εδάφιο
(5)του παρόντος άρθρου~ (ι) να προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια για διασφάλιση της αξίας του βαρυνόμενου στοιχείου και των συμφερόντων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή που απορρέουν από αυτό~ (ια) να διαχειρίζεται το βαρυνόμενο στοιχείο με οποιοδήποτε τρόπο κρίνει αναγκαίο για τους σκοπούς του διορισμού του~ (ιβ) σε περίπτωση μετοχών θα έχει και θα ασκεί τα ίδια δικαιώματα όπως και ο μέτοχος και το όνομα του καταχωρείται ως μέτοχος στο σχετικό Μητρώο με την ιδιότητα του παραλήπτη.
(4)Τα έξοδα του παραλήπτη θεωρούνται έξοδα εκτέλεσης και αποτελούν μέρος του ποσού που εξασφαλίζεται με την επιβάρυνση.
(5)Ο παραλήπτης κατά την πώληση του βαρυνόμενου στοιχείου διαθέτει το προϊόν πώλησης με την πιο κάτω σειρά προτεραιότητας: (α) Έξοδα πώλησης· (β) αμοιβή και έξοδα παραλήπτη ή άλλα παρεπόμενα έξοδα· (γ) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5(α) την πληρωμή του ποσού για το οποίο επιβαρύνθηκε το περιουσιακό στοιχείο· (δ) τυχόν υπόλοιπο πληρώνεται στον οφειλέτη.
(6)Το Δικαστήριο δύναται για οποιοδήποτε λόγο να τερματίσει το διορισμό του παραλήπτη και τον τερματίζει, όταν αυτός έχει εκπληρώσει τους σκοπούς για τους οποίους διορίστηκε.
(7)Το Δικαστήριο δύναται κατόπιν αίτησης του παραλήπτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να δώσει οποιαδήποτε οδηγία κρίνει αναγκαία σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του παραλήπτη, περιλαμβανομένης διαταγής για την αμοιβή του.» Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, είναι προφανές ότι ο Αιτητής φέρεται ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των μετοχών, αντικείμενο του υπό κρίση επιβαρυντικού διατάγματος, τις οποίες κατέχει ως μέτοχος υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης διορισμένος από το Δικαστήριο για τον σκοπό πώλησης αυτών και είσπραξης του εξασφαλισμένου εξ αποφάσεως χρέους. Όπως προνοείται και στο ίδιο το άρθρο 7
(2), ο Αιτητής κατέχει τις εν λόγω μετοχές όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά ως Παραλήπτης αυτών και για λογαριασμό του εξ αποφάσεως πιστωτή, στην προκειμένη περίπτωση της Franklin, προς όφελος του οποίου θα προχωρήσει στην πώληση και είσπραξη του προϊόντος πώλησης. Είναι αποκλειστικά και μόνο υπό αυτή την ιδιότητα και δυνάμει Νόμου που ο Αιτητής έχει αποκτήσει κάποια δικαιώματα και υποχρεώσεις σε σχέση με τις επίδικες μετοχές. Επομένως, η εγγραφή του ως μέτοχος είναι το συνεπακόλουθο του διατάγματος πώλησης και του διορισμού του ως Παραλήπτη για τον σκοπό πώλησης, εξ ου και φαίνεται ως μέτοχος υπό τη συγκεκριμένη ιδιότητα. Αυτά τα δεδομένα τον καθιστούν ως άμεσα ενδιαφερόμενο και επηρεαζόμενο πρόσωπο και πρόσωπο που έχει συμφέρον στις μετοχές, αφού ο ίδιος έχει διοριστεί από το Δικαστήριο και διατάχθηκε να τις κατέχει για να τις πωλήσει και να διαθέσει το προϊόν πώλησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(5), εκπληρώνοντας έτσι το καθήκον του προς εκτέλεση της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον του ιδιοκτήτη των μετοχών, ήτοι του Εναγομένου. Βασικά ενώ ο Αιτητής κατέχει τις μετοχές για τον αποκλειστικό σκοπό πώλησης τους προς ικανοποίηση της απόφασης υπέρ άλλου εξ αποφάσεως πιστωτή, της Franklin, τα μεταγενέστερα εκδοθέντα διατάγματα προστάζουν την επιβάρυνση και απαγόρευση πώλησης προς όφελος άλλου πιστωτή, ήτοι της . Mo, επομένως ο Αιτητής έχει ενδιαφέρον και επηρεάζεται από τα εν λόγω διατάγματα τα οποία φαίνεται να παρεμβαίνουν και επηρεάζουν τον δικό του ρόλο και υποχρεώσεις σε σχέση με τις ίδιες μετοχές. Έτσι το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι ο Αιτητής εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 3
(4)του Νόμου και ως εκ τούτου νομιμοποιείται και είχε κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση, χωρίς την αναγκαιότητα οποιασδήποτε άδειας προς τούτο. ΙΙΙ. Εξέταση Αίτησης επί της Ουσίας Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως τα υπό κρίση διατάγματα ημ. 1.11.19 έχουν καταστεί άνευ αντικειμένου και είναι μάταια, αναποτελεσματικά και ατελέσφορα καθότι οι μετοχές δεν ανήκουν πλέον στον Εναγόμενο ο οποίος διατηρεί μόνο το δικαίωμα επί τυχόν πλεονάσματος από την πώληση των μετοχών. Περαιτέρω επικαλείται δυσκολία μέχρι και αδυναμία στην εκτέλεση των καθηκόντων του λόγω της ύπαρξης του υπό κρίση επιβαρυντικού διατάγματος. Επί αυτού του ζητήματος, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το άρθρο 5 του Ν.31(Ι)/92, στο οποίο αναφέρονται οι συνέπειες του επιβαρυντικού διατάγματος ως εξής: «5.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 θα έχει ως συνέπειες— (α) Την επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη στο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού το οποίο κατέστη οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα αυτά περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. (β) Την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4 άνευ επηρεασμού εκτέλεσης αποφάσεων ή διαταγμάτων του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος. (γ) Την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 4. Τα μερίσματα θα κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό και θα αποτελούν μέρος του βαρυνόμενου στοιχείου της περιουσίας. .
(2)Το Δικαστήριο όταν εκδίδει διάταγμα καθορίζει τις συνέπειες του ανάλογα με το περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ζητείται το διάταγμα και επιβάλλει τέτοιους όρους ή δίνει τέτοιες οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικές της καθοριζόμενης συνέπειας ή συνεπειών.» Υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου. Είναι σαφές από το λεκτικό του άρθρου 5
(1)(α) πως η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος αποσκοπεί βασικά στη δέσμευση-επιβάρυνση της υπό κρίση περιουσίας για να λειτουργήσει ως εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Μάλιστα, αυτό γίνεται με απόδοση προτεραιότητας πληρωμής προς ικανοποίηση του υπό κρίση εξ αποφάσεως πιστωτή. Εξ ου και προνοεί πως κάθε επιβαρυντικό διάταγμα, ακολουθούμενο από διάταγμα πώλησης, δίδει προτεραιότητα έναντι άλλων χρεών και υποχρεώσεων του εξ αποφάσεως οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα ίδια περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν την έκδοση του διατάγματος επιβάρυνσης. Με βάση το ίδιο το λεκτικό, το άρθρο ουδόλως εμποδίζει ή απαγορεύει την έκδοση πέραν του ενός επιβαρυντικού διατάγματος επί της ίδιας περιουσίας. Αντιθέτως, ο Νόμος αφενός επιτρέπει την έκδοση διαφόρων και ξεχωριστών επιβαρυντικών διαταγμάτων επί της ίδιας περιουσίας, προφανώς υπέρ διαφορετικών πιστωτών, και αφετέρου, αναλόγως του χρόνου έκδοσης του κάθε διατάγματος, δίδει και την ανάλογη χρονική προτεραιότητα στη δημιουργία της εξασφάλισης και συνακόλουθα στην είσπραξη του προϊόντος πώλησης νοουμένου βεβαίως ότι θα έχει εκδοθεί και εκτελεστεί διάταγμα πώλησης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις πρόνοιες του άρθρου 7
(5)το οποίο ρυθμίζει τη σειρά προτεραιότητας ως προς τη διάθεση του προϊόντος πώλησης και στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στην τήρηση των διατάξεων του άρθρου 5(α) το οποίο με τη σειρά του καθορίζει τη σειρά προτεραιότητας των επιβαρυντικών διαταγμάτων επί της ίδιας περιουσίας. Επομένως, με την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, ο αιτητής-πιστωτής διασφαλίζει τη δέσμευση της περιουσίας και αποκτά προτεραιότητα ικανοποίησης της υπέρ του απόφασης, εξαιρουμένων βεβαίως οποιωνδήποτε παλαιότερων επιβαρυντικών διαταγμάτων επί της ίδιας περιουσίας, οπότε και ο πιστωτής μπαίνει στην ανάλογη σειρά και θα πληρωθεί εφόσον υπάρχει περίσσευμα. Η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος θα μπορούσε να προσομοιαστεί με κάποια άλλη εξασφάλιση για τον σκοπό εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, όπως π.χ. η εγγραφή δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνσης (μέμο επί ακίνητης περιουσίας), υπό την έννοια πως ο κάθε δικαιούχος τέτοιας επιβάρυνσης-μέμο αποκτά και την ανάλογη σειρά προς ικανοποίηση της οφειλής προς αυτόν, νοουμένου πάντοτε ότι υπάρχει οποιοδήποτε περίσσευμα μετά την ικανοποίηση του προηγούμενου πιστωτή. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Law and Practice of Charging Orders on Land, Falcon Chambers, σελ. 58, το οποίο κατ΄ αναλογία μπορεί να καταστεί υποβοηθητικό στην υπό κρίση περίπτωση. Το απόσπασμα αναφέρεται στη σχετική Αγγλική νομοθετική πρόνοια πως κάθε προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης επί ακίνητης περιουσίας πρέπει να επιδίδεται σε όλους τους πιστωτές όπως ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, πλην όμως η πρακτική των Δικαστηρίων είναι να διατάσσουν την επίδοση στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές καθότι οι εξασφαλισμένοι πιστωτές έχουν ήδη εξασφάλιση κατά προτεραιότητα της επιβάρυνσης. Συγκεκριμένα σε αυτό αναφέρονται τα ακόλουθα: «. in practice the court is likely to require service on all other creditors (in other words, those other than the applicant judgement creditor) except existing secured creditors. Unsecured creditors may be prejudiced by the making of a charging order in the applicant's favour because the effect of the order will be to give the applicant priority over and above those secured creditors in respect of the charged asset. By contrast the rights of existing secured creditors (that is, prior chargees) will be unaffected by the charge imposed by a charging order, which will rank below, and subordinate to, their own charges.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει σαφώς πως σε περίπτωση έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος ακίνητης ιδιοκτησίας οι υφιστάμενοι εξασφαλισμένοι πιστωτές δεν επηρεάζονται από το διάταγμα και έτσι δεν υπάρχει ανάγκη να λάβουν γνώση αυτού εφόσον αυτοί έχουν ήδη εξασφάλιση επί της συγκεκριμένης περιουσίας η οποία προηγείται και δεν επηρεάζεται από το διάταγμα επιβάρυνσης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση της Ενάγουσας ότι η προγενέστερη έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος ουδόλως αποτελεί εμπόδιο για τη μεταγενέστερη έκδοση άλλου τέτοιου διατάγματος επί της ίδιας περιουσίας, πλην όμως προέχει πρώτα το παλαιό διάταγμα και μετά το νέο κατά σειρά προτεραιότητας αναλόγως του χρόνου έκδοσης του καθενός. Άλλωστε αυτή η ερμηνεία συνάδει και με τον σκοπό του Νομοθέτη, ο οποίος ήθελε να προσφέρει στους εξ αποφάσεως πιστωτές ακόμα ένα τρόπο εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων μέσω της επιβάρυνσης περιουσίας των οφειλετών και ακολούθως πώλησης αυτής. Θα ήταν παράλογο αυτή η διαδικασία να τερματίζεται με την έκδοση του ενός και μοναδικού διατάγματος επιβάρυνσης και να μην παρέχεται δυνατότητα έκδοσης επιπρόσθετου τέτοιου διατάγματος σε περίπτωση που η περιουσία είναι επαρκής να ικανοποιήσει πέραν του ενός εξ αποφάσεως πιστωτών (με αποτέλεσμα μάλιστα να καταλήγει το τυχόν περίσσευμα στον χρεώστη). Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, η κατάσταση θα ήταν απλούστερη αν υπήρχαν μόνο επιβαρυντικά διατάγματα για τα οποία θα τηρείτο η σειρά προτεραιότητας τους αναλόγως του χρόνου έκδοσης τους. Στην υπό κρίση περίπτωση όμως, τα προηγούμενα επιβαρυντικά διατάγματα συνοδεύονται και από διάταγμα πώλησης και διορισμού Παραλήπτη. Έχει ήδη λεχθεί ότι ο Παραλήπτης κατέχει την υπό κρίση περιουσία για λογαριασμό του πιστωτή, ήτοι της Franklin, πλην όμως σαφώς ο πιστωτής δεν καθίσταται ιδιοκτήτης αυτής παρά μόνο δικαιούται στην είσπραξη του προϊόντος πώλησης κατά προτεραιότητα προς ικανοποίηση της οφειλής προς αυτόν. Παρά την εγγραφή των μετοχών στο όνομα του Παραλήπτη, εντούτοις ο Παραλήπτης γίνεται ο ιδιοκτήτης των μετοχών για τον αποκλειστικό σκοπό πώλησης αυτών, εξ ου και με την εκπλήρωση του σκοπού διορισμού του αυτός (ο διορισμός) τερματίζεται από το Δικαστήριο - βλ. άρθρο 7
(6). Με άλλα λόγια, ο Παραλήπτης αποκτά κατοχή ως εάν να ήταν ο μέτοχος, για να μπορέσει να υλοποιήσει τα καθήκοντα του υπό την ιδιότητα του ως Παραλήπτης, και όχι επειδή καθίσταται πλέον ο ίδιος ο ιδιοκτήτης αυτών. Τούτο προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 7 και ειδικότερα των εδαφίων 7
(2)και 7
(3)(ιβ). Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι ο Παραλήπτης φαίνεται πλέον ο κάτοχος των μετοχών δεν εξουδετερώνει την ιδιοκτησία των μετοχών από τον πραγματικό ιδιοκτήτη και δικαιούχο αυτών που είναι ο Εναγόμενος ο οποίος εξακολουθεί μεν να διατηρεί το συμφέρον του επί των μετοχών όμως ο πιστωτής παρενέβη και εξασφάλισε προτεραιότητα επί του προϊόντος πώλησης της περιουσίας του (Εναγομένου) ενόψει της ύπαρξης δικαστικής απόφασης υπέρ του, εξ ου και θα ικανοποιηθεί πρώτα ο πιστωτής από το προϊόν πώλησης και μόνον οποιοδήποτε τυχόν περίσσευμα θα καταβληθεί στον Εναγόμενο. Εκείνο το οποίο βασικά παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση είναι η ύπαρξη του υπό κρίση επιβαρυντικού διατάγματος μετά την έκδοση των προηγούμενων και του διατάγματος πώλησης. Αυτό δεν οδηγεί δίχως άλλο στην αδυναμία επιβάρυνσης του ίδιου περιουσιακού στοιχείου ή στην αλλαγή ιδιοκτησίας αυτού, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Αυτό που παρουσιάζεται είναι ότι με βάση τα αρχικά διατάγματα επιβάρυνσης, η Franklin απέκτησε προτεραιότητα ως προς την πληρωμή της οφειλής προς αυτή και με βάση το μεταγενέστερο υπό κρίση επιβαρυντικό διάταγμα ακολουθεί κατά σειρά η Ενάγουσα ως προς τη δική της πληρωμή. Με την έκδοση του διατάγματος πώλησης, έχει πλέον ενεργοποιηθεί και τροχοδρομηθεί η διαδικασία πώλησης προς όφελος και κατά προτεραιότητα της Franklin, ενώ το όποιο περίσσευμα, αντί να καταβληθεί στον Εναγόμενο, παραμένει δεσμευμένο προς όφελος της Ενάγουσας η οποία και έχει αποκτήσει δικαίωμα επί αυτού. Με άλλα λόγια, η όλη εξέλιξη της διαδικασίας, μέσω των διαφόρων διαταγμάτων, αναφορικά με τις υπό κρίση μετοχές ουσιαστικά απολήγει στη δημιουργία επιβάρυνσης και δικαιώματος ικανοποίησης της Franklin, και οποιοδήποτε περίσσευμα μετά την εξόφληση της Franklin θα πρέπει να παραμείνει δεσμευμένο προς όφελος της Ενάγουσας μέχρι την απόφαση κατά πόσο θα εκδοθεί διάταγμα πληρωμής σε αυτή ή όχι. Η ύπαρξη του διατάγματος πώλησης δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την εξουδετέρωση επιβάρυνσης και δέσμευσης του ίδιου περιουσιακού στοιχείου ή του προϊόντος πώλησης αυτού εφόσον η περιουσία εξακολουθεί να υφίσταται, να ανήκει στον εξ αποφάσεως χρεώστη και ο πιστωτής να έχει το δικαίωμα εξασφάλισης προτεραιότητας προς ικανοποίηση της οφειλής προς αυτόν. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η προβλεπόμενη στον Ν.31(Ι)/92 διαδικασία προσομοιάζει αυτή της εξασφάλισης με υποθήκη, όπου και πάλι το προϊόν πώλησης από την εκποίηση της ενυπόθηκης περιουσίας καταβάλλεται κατά προτεραιότητα στον πιστωτή προς όφελος του οποίου παραχωρήθηκε η πρώτη υποθήκη και οποιοδήποτε τυχόν περίσσευμα καταβάλλεται στον οφειλέτη εκτός αν υπάρχει άλλος πιστωτής στη σειρά βάσει δεύτερης υποθήκης στον οποίο ο αρχικός πιστωτής οφείλει να το καταβάλει. Το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Goode on Legal Problems of Credit and Security, 6η έκδοση, σελ. 379, παρ. 1-73, είναι διαφωτιστικό: «An important method of enforcing a security interest in the event of the debtor's default is sale of the asset given in security and application of the proceeds in discharge of the debt. Where no other creditor has a security interest in the asset, any surplus proceeds remaining after the creditor has taken what is due to him have to be handed over to the debtor and meanwhile are held on trust for him, so that if the creditor becomes insolvent while the surplus is still in his hands it does not form part of his estate but belongs to the debtor. It follows that the creditor has no right to set off some other debt owed to him by the debtor against the surplus, for a money claim cannot be set off against a property claim. Where the sale is by a junior incumbrancer and takes effect subject to the interest of a prior incumbrancer, the latter has no claim to the surplus proceeds, since his security interest continues in the original asset. By contrast, an incumbrancer ranking after the selling mortgagee has an interest in the surplus ahead of the debtor, and the mortgagee, if having notice of such incumbrancer΄s rights, is obliged to hold the surplus on trust for him, and to make it over to him. Where the selling mortgagee is a junior incumbrancer and the sale is not made subject to the senior incumbrancer΄s interest, this then attaches to the proceeds of sale and must be satisfied from those proceeds in priority to the claim of the junior incumbrancer.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Αυτή την κατάσταση πραγμάτων αναγνωρίζει πλήρως και η Ενάγουσα η οποία διεκδικεί και επιζητεί την σειρά ικανοποίησης της μετά την ικανοποίηση της Franklin. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι η ύπαρξη του διατάγματος πώλησης των μετοχών και η εγγραφή του Αιτητή ως Παραλήπτη για τον σκοπό πώλησης αυτών δεν καθιστά δίχως άλλο χωρίς ισχύ το υπό κρίση διάταγμα επιβάρυνσης το οποίο εξακολουθεί να επενεργεί ως δέσμευση των μετοχών και παροχή προτεραιότητας μετά τη Franklin στην Ενάγουσα. Επομένως, σε αυτή την ισχυριζόμενη βάση δεν δικαιολογείται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός των υπό κρίση διαταγμάτων ημ. 1.11.19. Ενόψει όμως της έκδοσης του διατάγματος πώλησης και της διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθηθεί, το Δικαστήριο θα πρέπει να διασφαλίσει τόσο την εκτέλεση αυτού όσο και τη συμμόρφωση με τα υπό κρίση διατάγματα ημ. 1.11.19. Επομένως, το υπό κρίση διάταγμα επιβάρυνσης επενεργεί ούτως ώστε να δημιουργεί δέσμευση επί των μετοχών προς όφελος της Ενάγουσας αμέσως μετά τα προηγούμενα διατάγματα επιβάρυνσης που δίδουν προτεραιότητα στη Franklin, ενώ το διάταγμα μη αποξένωσης απευθύνεται και αφορά κανονικά τον Εναγόμενο στον βαθμό που αυτός θα εισπράξει οποιοδήποτε περίσσευμα από την πώληση των μετοχών και μετά την πληρωμή σύμφωνα με το άρθρο 7
(5), συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής στη Franklin. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, με δεδομένο ότι ο Εναγόμενος βρίσκεται στο εξωτερικό και ο Παραλήπτης στην Κύπρο, κρίνεται προσφορότερο όπως το όποιο περίσσευμα μην δοθεί στον Εναγόμενο αλλά κρατηθεί από τον Παραλήπτη μέχρι τις νεότερες οδηγίες και ή διαταγή του Δικαστηρίου. Σε αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία να δώσει οδηγίες αναφορικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του Παραλήπτη κατόπιν μελλοντικής αίτησης του ιδίου δυνάμει του άρθρου 7
(7). Άλλωστε αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου να δώσει τέτοιες οδηγίες αναγνωρίζεται και από τις δύο πλευρές. Ο Αιτητής εισηγείται πως, σε περίπτωση μη έγκρισης του αιτητικού για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό των διαταγμάτων, το Δικαστήριο δύναται να τροποποιήσει αυτά με την υποβολή σχετικών όρων σύμφωνα με το δεύτερο αιτητικό της Αίτησης. Η Ενάγουσα ρητώς δηλώνει, μέσω των δικηγόρων της, ότι συγκατατίθεται στην έκδοση οδηγιών για τη διασαφήνιση της κατάστασης σε σχέση με την ισχύ των υπό κρίση διαταγμάτων, τη δυνατότητα του Παραλήπτη να προχωρήσει με την πώληση, την ικανοποίηση της Franklin κατά προτεραιότητα και το δικαίωμα της Ενάγουσα σε τυχόν περίσσευμα από την πώληση. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί ορθό και δίκαιο να δώσει οδηγίες όπως το όποιο περίσσευμα προκύψει από το προϊόν πώλησης παραμείνει δεσμευμένο στην κατοχή του Παραλήπτη ο οποίος διατάσσεται να μην το αποξενώσει ή διαθέσει με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τις νεότερες οδηγίες ή διαταγές του Δικαστηρίου. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως με βάση την ονομαστική αξία των μετοχών και το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους προς όφελος της Franklin, το ενδεχόμενο ύπαρξης πλεονάσματος φαίνεται απομακρυσμένο. Και τούτο καθότι, με βάση την αξία των μετοχών προς €1,71 εκάστη, αυτές αξίζουν συνολικά €675.402,02, ενώ το ύψος της οφειλής στη Franklin φαίνεται να ξεπερνά κατά πολύ αυτό το ποσό. Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόφαση στην παρούσα Αγωγή υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου αφορά το ποσό των US$3.615.940,22 ή το αντίστοιχο σε €2.948.658,22 με τόκο προς 3,5% ετησίως από τις 20.4.18 μέχρι τις 31.12.18 και προς 2% ετησίως από την 1.1.19 μέχρι εξοφλήσεως πλέον δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ. ΙV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω το πρώτο αιτητικό της Αίτησης απορρίπτεται. Το επιβαρυντικό διάταγμα ημ. 1.11.19 συνεχίζει να παραμένει σε ισχύ. Στα πλαίσια του δεύτερου αιτητικού, αναφορικά με το διάταγμα ημ. 1.11.19 απαγόρευσης αποξένωσης, δίδονται οδηγίες από το Δικαστήριο όπως το οποιοδήποτε περίσσευμα προκύψει μετά την πώληση των μετοχών και τη διάθεση του προϊόντος πώλησης σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(5)μέχρι και την πληρωμή στη Franklin, παραμείνει στην κατοχή του Παραλήπτη ο οποίος διατάσσεται να μην το αποξενώσει ή διαθέσει με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι την έκδοση νεότερων οδηγιών ή διαταγών του Δικαστηρίου. Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης και εναντίον του Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ. Αναφορικά με τη Franklin, η οποία κατέστη διάδικο μέρος λόγω της καταχώρισης της Αίτησης από τον Αιτητή και έλαβε μέρος στη διαδικασία υποστηρίζοντας την Αίτηση, κρίνεται ορθό όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.