Αγαθαγγέλου ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.), Αρ. Αγωγής: 7635/12, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7635/12 Μεταξύ: . Αγαθαγγέλου Ενάγοντος v. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (Ε.Τ.Ε.Κ.) Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Δαμιανός με κα Κ. Πατσαλίδου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους: κ. Γ. Χατζηγιώργης για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €630.000 πλέον αποζημιώσεις για ηθική βλάβη ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος για τις ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία των ακυρωθεισών από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Προσφυγές 948/04, 850/07 και 1085/09 αποφάσεων των Εναγομένων να μην τον εγγράψουν στο Μητρώο Μελών του Ε.Τ.Ε.Κ. στον Κλάδο Επιμέτρησης και Εκτίμησης Γης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, ο Ενάγων κατέχει τον τίτλο του Professional Member of Chartered Surveyors και στις 13.2.04 υπέβαλε αίτηση στους Εναγόμενους για την εγγραφή του ως μέλος τους στον κλάδο της Επιμέτρησης και Εκτίμησης Γης. Κατόπιν απόρριψης της εν λόγω αίτησης, ο Ενάγων καταχώρισε Προσφυγή στα πλαίσια της οποίας το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση. Μετά από επανεξέταση της αίτησης, αυτή και πάλι απερρίφθη με αποτέλεσμα την καταχώριση νέας Προσφυγής στην οποία και πάλι το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση. Με επιστολή του δικηγόρου του ο Ενάγων ζήτησε από τους Εναγόμενους την επαναφορά στη νομιμότητα βάσει της τελευταίας απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και εξέφρασε την πρόθεση του να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Κατόπιν επανεξέτασης της υπόθεσης, οι Εναγόμενοι απέρριψαν εκ νέου την αίτηση του Ενάγοντος ο οποίος καταχώρισε τρίτη Προσφυγή, στην οποία και πάλι το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση. Ακολούθησε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των διαδίκων, με αποτέλεσμα τη λήψη απόφασης στις 4.5.12 για την εγγραφή του Ενάγοντος στο Μητρώο Μελών, πλην όμως οι Εναγόμενοι δεν ικανοποίησαν την απαίτηση του για αποζημιώσεις. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιές, ήτοι την απώλεια εισοδημάτων τα οποία θα λάμβανε αν εργαζόταν ως αδειούχος και εγγεγραμμένος εκτιμητής για την περίοδο από 17.8.04 μέχρι 4.5.12 και συγκεκριμένα για 92 ½ μήνες επί €6.180 μηνιαίως. Εξ ου και ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €630.000 ως απώλεια εισοδημάτων και αποζημιώσεις για ηθική βλάβη. Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι ο Ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας Αγωγής καθότι αφενός η νομιμότητα έχει αποκατασταθεί με τη νέα διοικητική πράξη και ή απόφαση και αφετέρου η ισχυριζόμενη ζημιά δεν προέκυψε άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη. Επίσης αρνούνται οποιαδήποτε ευθύνη για τις ισχυριζόμενες συνέπειες στον Ενάγοντα. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται το ιστορικό των γεγονότων αναφορικά με τις αποφάσεις τους, την καταχώριση και το αποτέλεσμα των Προσφυγών καθώς επίσης και τη μεταγενέστερη ανταλλαγή επιστολών. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η αιτούμενη ζημιά δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο αξίωσης καθότι αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 146.6 δίδεται για ζημιά άμεσα προκληθείσα από την ακυρωθείσα απόφαση ενώ στην υπό κρίση περίπτωση ο Ενάγων δεν έχει αξίωση στην άδεια αλλά στην προσδοκία παραχώρησης άδειας. Τέλος, ισχυρίζονται ότι ο Ενάγων ουδέποτε απώλεσε εισοδήματα καθότι από το 2004 εργαζόταν ως εκτιμητής ακινήτων σε γραφείο και συνεπώς είχε εισόδημα και ότι δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις για ηθική βλάβη. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ο Ενάγων αναφέρει ότι δικαιούται να εγείρει την Αγωγή καθότι η ζημιά την οποία έχει υποστεί δεν έχει εξαλειφθεί ούτε αποκατασταθεί, οι Εναγόμενοι είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για τις ζημιές τις οποίες υπέστη και οι απαιτούμενες ζημιές προκλήθηκαν συνεπεία των ακυρωθεισών αποφάσεων των Εναγομένων. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν δύο μάρτυρες για τον Ενάγοντα ενώ δεν κλήθηκε μάρτυρας για την πλευρά των Εναγομένων. Ο Ενάγων (ΜΕ1) ήταν ο πρώτος μάρτυρας. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στο ιστορικό των γεγονότων, από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης εγγραφής του μέχρι και την απόρριψη από τους Εναγόμενους της απαίτησης του για την καταβολή αποζημιώσεων. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι συνεπεία των ακυρωτικών αποφάσεων υπέστη ζημιές τις οποίες και διεκδικεί. Ειδικότερα ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι οι ζημιές συνίστανται στην απώλεια εισοδημάτων για περίοδο οκτώ ετών και κατέθεσε έγγραφο από τη Στατιστική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών στο οποίο καταγράφεται η μέση κανονική μηνιαία αντιμισθία για τους εκτιμητές για τα έτη 2004-
- Ο ίδιος επικαλέστηκε λόγους, όπως π.χ. την πολυετή εμπειρία του, τη δυνατότητα εργοδότησης του στο γραφείο των παιδιών του και την προοπτική ανοίγματος γραφείου στην Πάφο, για τους οποίους θεωρεί δικαιολογημένη την επιδίκαση αυξημένων ποσών. Τόνισε ότι κατά την εγγραφή του έγινε 70 ετών και αδυνατούσε πλέον να εργαστεί. Τέλος, χαρακτήρισε την όλη στάση των Εναγομένων ως έκδηλη καταφρόνηση των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλαζονεία και καταπιεστική συμπεριφορά προς τον ίδιο. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ρωτήθηκε εκτεταμένα για την εμπειρία του, τις συνθήκες απασχόλησης του στο γραφείο των παιδιών του και τις προοπτικές του στην περίπτωση ενωρίτερης εγγραφής του ως εκτιμητής. Επίσης κλήθηκε να αναλύσει και επεξηγήσει τον τρόπο υπολογισμού των διεκδικούμενων ποσών ως ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων. Η δεύτερη μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν η κα ΦΛ, ΜΕ2, Λειτουργός στη Στατιστική Υπηρεσία. Η ΜΕ2 ήταν αυτή που εξέδωσε το έγγραφο για τη μέση μηνιαία αντιμισθία και τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση της κλήθηκε να επεξηγήσει τον τρόπο και τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για την έκδοση του εν λόγω εγγράφου. Η ΜΕ2 εξέφρασε τη θέση ότι το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε με τη χρήση αναγνωρισμένης Ευρωπαϊκής και διεθνούς μεθοδολογίας και ότι αυτό είναι καθόλα έγκυρο και η καλύτερη δυνατή εκτίμηση που θα μπορούσε να γίνει. Οι δικηγόροι και των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Ο δικηγόρος του Ενάγοντος ανέλυσε εκτεταμένα τη μαρτυρία των δύο μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγοντας ότι και οι δύο πρόσφεραν καθόλα αξιόπιστη μαρτυρία η οποία και θα πρέπει να γίνει δεκτή. Ο κ. Δαμιανός εισηγήθηκε ότι ο Ενάγων δικαιούται στις αιτούμενες αποζημιώσεις και ότι απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό την πρόκληση ζημιάς και το ύψος αυτής, προσθέτοντας ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων δικαιολογεί την επιδίκαση και τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Ο δικηγόρος των Εναγομένων εξέφρασε αντίθετη άποψη. Ήταν η θέση του πως ο ΜΕ1 περιέπεσε σε πάμπολλες αντιφάσεις και δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος μάρτυρας ενώ η ΜΕ2 έθεσε ένας παντελώς απρόσφορο και μη ασφαλές υπόβαθρο για τον υπολογισμό του μέσου μηνιαίου εισοδήματος ενός εκτιμητή ακινήτων για τα συγκεκριμένα έτη. Ο κ. Χατζηγιώργης εισηγήθηκε ότι εν πάση περιπτώσει η ισχυριζόμενη απώλεια εισοδημάτων δεν προκύπτει ως άμεση συνέπεια των ακυρωθεισών αποφάσεων των Εναγομένων, ότι ο Ενάγων δεν απέδειξε πως υπέστη οποιαδήποτε ζημιά καθότι διεφάνη πως αυτός απασχολείτο στο γραφείο των παιδιών του χωρίς εισόδημα και ότι δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις για ηθική βλάβη. Στα πλαίσια της αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας, έχει ήδη λεχθεί πως το ιστορικό των γεγονότων είναι κοινώς παραδεκτό και από τις δύο πλευρές μέσω των δικογράφων τους και ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης και αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του ΜΕ
- Επομένως, αυτό το ιστορικό γίνεται πλήρως δεκτό και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως ακολούθως:
- Οι Εναγόμενοι αποτελούν νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου το οποίο ιδρύθηκε και λειτουργεί δυνάμει του περί Επιστημονικού Επιμελητηρίου Ν.224/90και μεταξύ των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του είναι η εγγραφή προσοντούχων προσώπων στο Μητρώο Μελών του και η έκδοση σχετικών πιστοποιητικών και αδειών άσκησης επαγγέλματος.
- Στις 4.2.04 ο Ενάγων υπέβαλε αίτηση στους Εναγόμενους για εγγραφή του ως μέλος στον κλάδο της Επιμέτρησης και Εκτίμησης στην Εκτίμηση Γης καταβάλλοντας και τα σχετικά τέλη.
- Στην εν λόγω αίτηση η οποία φέρει ημερομηνία 30.1.04, ο Ενάγων επισύναψε τα έγγραφα τα οποία δείκνυαν ότι κατά τα έτη 1998-2001 φοίτησε στο College of Estate Management στην Αγγλία, εκπλήρωσε με επιτυχία τρία θέματα του Diploma in Surveying, και συγκεκριμένα Statutory Valuation, Development Policy & Practice και Applied Valuation, και πήρε το δίπλωμα επαγγελματία μέλους (professional member) του Royal Institution of Chartered Surveyors (RICS) την 1η Νοεμβρίου
- Η αίτηση με τα συνημμένα έγγραφα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σε συνέχεια της αίτησης του, με επιστολή του ημ. 30.1.04 προς τους Εναγόμενους ο Ενάγων επεξήγησε το χρονικό εγγραφής του ως μέλος του RICS. Η εν λόγω επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Οι Εναγόμενοι απέρριψαν την αίτηση και ενημέρωσαν τον Ενάγοντα περί τούτου με επιστολή τους ημ. 17.8.04, Τεκμήριο
- Εναντίον της απορριπτικής απόφασης ο Ενάγων καταχώρισε την Προσφυγή 948/04, στα πλαίσια της οποίας με απόφαση του ημ. 10.8.06 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας κατά πόσο το προσόν του Ενάγοντος συνιστούσε «ισοδύναμο προσόν» και λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Η απόφαση ημ. 10.8.06 κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Μετά από επανεξέταση της αίτησης, οι Εναγόμενοι την απέρριψαν εκ νέου και ενημέρωσαν σχετικά τον Ενάγοντα με επιστολή τους ημ. 3.5.07, Τεκμήριο
- Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης ο Ενάγων καταχώρισε την Προσφυγή 850/07, Τεκμήριο 6, στα πλαίσια της οποίας με απόφαση του ημ. 20.10.08 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση λόγω της μη δέουσας έρευνας σε σχέση με την ερμηνεία του όρου «ισοδύναμο προσόν», της μη εφαρμογής των ΚΔΠ 17/94 και 302/02 και της εσφαλμένης εφαρμογής και ή μη εφαρμογής και ή ερμηνείας του Ν.179(Ι)/
- Η απόφαση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Με επιστολή ημ. 23.12.08, Τεκμήριο 8, του δικηγόρου του Ενάγοντος, κ. Α. Μαρκίδη, οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για επάνοδο στη νομιμότητα στη βάση της απόφασης ημ. 20.10.
- Με επιστολή τους ημ. 11.2.09, Τεκμήριο 9, οι Εναγόμενοι πληροφόρησαν τον δικηγόρο του Ενάγοντος ότι χειρίζονταν το θέμα με τους νομικούς τους συμβούλους και ότι ανέμεναν πως εντός Φεβρουαρίου θα μπορούσαν να ενημερώσουν τον Ενάγοντα για τις σχετικές αποφάσεις τους.
- Ο Ενάγων μέσω επιστολής ημ. 27.3.09, Τεκμήριο 10, του δικηγόρου του γνωστοποίησε την πρόθεση του να διεκδικήσει αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος στη βάση της ακυρωτικής απόφασης στην Προσφυγή 850/07, εκφράζοντας την προθυμία να δεχθεί κάποιο συγκεκριμένο ποσό προς εξώδικη διευθέτηση του ζητήματος.
- Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημ. 13.4.09, Τεκμήριο 11, προς τον δικηγόρο του Ενάγοντος, τον πληροφόρησαν ότι το θέμα εξεταζόταν από τις αρμόδιες για θέματα εγγραφών επιτροπές τους και ακολούθως από τη Διοικούσα Επιτροπή, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς του ΕΤΕΚ και ότι οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν σχετικές αποφάσεις κατά τον Μάιο.
- Με επιστολή τους ημ. 24.6.09, Τεκμήριο 12, οι Εναγόμενοι πληροφόρησαν τον Ενάγοντα πως μετά από επανεξέταση της αίτησης του, αποφάσισαν την εκ νέου απόρριψη αυτής.
- Εναντίον της εν λόγω απόφασης ο Ενάγων καταχώρισε την Προσφυγή 1085/09, Τεκμήριο 13, στα πλαίσια της οποίας με απόφαση του ημ. 30.9.11, Τεκμήριο 14, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση στη βάση του δεδικασμένου, χαρακτηρίζοντας την εν λόγω απόφαση των Εναγομένων ως έκδηλη καταφρόνηση της δικαστικής απόφασης και τη συμπεριφορά τους ως άκρως απαράδεκτη.
- Με επιστολή ημ. 19.10.11, Τεκμήριο 15, των δικηγόρων του Μαρκίδη & Μαρκίδη, ο Ενάγων κάλεσε τους Εναγόμενους όπως συμμορφωθούν άμεσα με τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αποκαταστήσουν τη νομιμότητα με την εγγραφή του στο Μητρώο των Εναγομένων, επιφυλάσσοντας όλα τα δικαιώματα του.
- Προς απάντηση της εν λόγω επιστολής, οι Εναγόμενοι απέστειλαν επιστολή ημ. 5.12.11, Τεκμήριο 16, προς τον δικηγόρο του Ενάγοντος ενημερώνοντας τον πως το θέμα εξεταζόταν από τις αρμόδιες για θέματα εγγραφών επιτροπές τους και ακολούθως θα προωθείτο στη Διοικούσα Επιτροπή.
- Οι δικηγόροι του Ενάγοντος απέστειλαν επιστολή ημ. 6.3.12, Τεκμήριο 17, προς τους Εναγόμενους με την οποία ζήτησαν εκ νέου την άμεση αποκατάσταση της νομιμότητας με την εγγραφή του Ενάγοντος και τους κάλεσαν σε άμεση διαπραγμάτευση σε σχέση με το ύψος των αποζημιώσεων.
- Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημ. 12.3.12, Τεκμήριο 18, προς τον δικηγόρο του Ενάγοντος, τον πληροφόρησαν πως το θέμα είχε εξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές και θα προωθείτο στη Διοικούσα Επιτροπή περί τα τέλη Μαρτίου 2012 για λήψη σχετικής απόφασης.
- Με επιστολή των δικηγόρων του ημ. 30.4.12, Τεκμήριο 19, ο Ενάγων τους πληροφόρησε πως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης τους με την ακυρωτική απόφαση ημ. 30.9.11, θα προχωρούσε στα αναγκαία μέτρα για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του. Ανέφερε επίσης ότι συνεπεία των ακυρωθεισών αποφάσεων, υπέστη ζημιά ύψους €630.000, καλώντας τους σε άμεση διαπραγμάτευση για το ύψος των αποζημιώσεων, αλλιώς θα προχωρούσε με αγωγή δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος.
- Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημ. 30.4.12, Τεκμήριο 20, την οποία ο Ενάγων παρέλαβε στις 4.5.12, τον ενημέρωσαν πως η Διοικούσα Επιτροπή των Εναγομένων αποφάσισε την εγγραφή του στο Μητρώο Μελών του ΕΤΕΚ στον κλάδο Επιμέτρηση και Εκτίμηση Γης, στην Εκτίμηση Γης, καλώντας τον να καταβάλει την ετήσια συνδρομή και την ετήσια άδεια άσκησης επαγγέλματος για το έτος
- Με επιστολή των δικηγόρων του ημ. 14.5.12, Τεκμήριο 21, ο Ενάγων δήλωσε ότι θα κατέβαλλε τα απαιτούμενα ποσά, με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του επαναλαμβάνοντας ότι υπέστη τεράστια ζημιά ύψους €630.000 και ότι σε περίπτωση μη θετικής ανταπόκρισης θα προχωρούσε με αγωγή δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος.
- Οι Εναγόμενοι με επιστολή τους ημ. 23.5.12, Τεκμήριο 22, προς τους δικηγόρους του Ενάγοντος, απέρριψαν την απαίτηση του Ενάγοντος, λέγοντας ότι η αξίωση του είναι εξωπραγματική και υπερβολικά μεγάλη και ότι δεν ικανοποιούνται οι συνταγματικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για την καταβολή αποζημίωσης. Το υπόλοιπο της μαρτυρίας του ΜΕ1 επικεντρώθηκε στις ζημιές τις οποίες υπέστη συνεπεία των ακυρωθεισών από το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσεων των Εναγομένων και συγκεκριμένα την απώλεια εισοδημάτων τα οποία θα λάμβανε αν οι Εναγόμενοι αποδέχονταν την πρώτη αίτηση του και τον ενέγραφαν στο Μητρώο τους. Καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν εμφανής η έντονη αδικία και απογοήτευση την οποία αισθανόταν λόγω της πορείας της αίτησης του και κυρίως της στάσης των Εναγομένων, οδηγώντας τον βασικά σε ένα πολυετή και δύσκολο αγώνα μέχρι να καταφέρει τελικώς να εξασφαλίσει τη θετική απάντηση από τους Εναγόμενους με την εγγραφή του. Ομολογουμένως και αντικειμενικά ιδωμένη, η όλη εξέλιξη των γεγονότων με μια μάχη διάρκειας πέραν των οκτώ ετών, την καταχώριση και τη δικαίωση σε τρεις δικαστικές διαδικασίες και στην ηλικία που ο ΜΕ1 βρισκόταν, εύλογα του δημιούργησαν το αίσθημα έντονης αδικίας, αγανάκτησης και θυμού προκαλώντας την επικριτική στάση εκ μέρους του έναντι των Εναγομένων. Στα πλαίσια μιας γνήσιας και ειλικρινούς έκφρασης αυτής της πτυχής της μαρτυρίας του, το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση πως ο ΜΕ1 γενικά κατέθεσε με ειλικρίνεια ως προς το ότι μετά την αφυπηρέτηση του ως Κτηματολογικός Λειτουργός, απέκτησε τα απαιτούμενα προσόντα για να έχει τη δυνατότητα υλοποίησης της επιθυμίας του να εγγραφεί και εργαστεί ως εκτιμητής ακινήτων την οποία βεβαίως ανέκοψαν και εμπόδισαν οι Εναγόμενοι με την επαναλαμβανόμενη και επίμονη απόρριψη της αίτησης του. Όπως θα διαφανεί από την αξιολόγηση κατωτέρω, το Δικαστήριο διέκρινε και μια δόση υπερβολής, διόγκωσης και αυτοπροβολής του ΜΕ1 τόσο για την εμπειρία του όσο και για τις σπουδές του, η οποία όμως δεν είναι ικανή να συμπαρασύρει το σύνολο της μαρτυρίας του. Επίσης ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες και σαφείς απαντήσεις για κάποια ζητήματα, κάτι το οποίο κρίνεται δικαιολογημένο σε κάποιον βαθμό ούτως ώστε και πάλι να μην επηρεάζει την όλη αξιοπιστία του. Σε αυτό το πλαίσιο ο ΜΕ1, στην κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στην πολυετή (17ετή) και εκτεταμένη ενασχόληση του στον κλάδο εκτιμήσεων ενόσω εργαζόταν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, όπου εργάστηκε και ως προϊστάμενος του Κλάδου Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων και εγγραφής αγοραπωλητηρίων εγγράφων, λέγοντας ότι απέκτησε τεράστια εμπειρία στη μελέτη εκτιμήσεων και σε εμφανίσεις ενώπιον των Δικαστηρίων ως μάρτυρας εκ μέρους του Κτηματολογίου. Αυτή η αναφορά του αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης κατά την αντεξέταση του, κατά την οποία και πάλι ο ΜΕ1 παρουσίασε εαυτόν ως ένα ιδιαίτερα έμπειρο και ικανό λειτουργό, με καθοριστικό και προεξέχοντα ρόλο στην ανάπτυξη και διαμόρφωση της πολιτικής και της νομοθεσίας για θέματα του Κτηματολογίου. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ήταν καλός γνώστης των νομοθεσιών που αφορούν το Κτηματολόγιο, και ειδικότερα του Κεφ. 224 και του περί Ειδικής Εκτελέσεως Νόμου, και τύγχανε συνεχούς εκπαίδευσης. Μάλιστα δεν δίστασε να αναφέρει ότι το 1987 τον κάλεσε η τότε Υπουργός Οικονομικών κα ΣΣ η οποία ήθελε να συζητήσει κάποια θέματα με τον πιο έμπειρο λειτουργό του Κτηματολογίου για αγοραπωλησίες, και ο ίδιος της εξήγησε διάφορα θέματα τα οποία τελικά οδήγησαν στη θέσπιση του τροποποιητικού του Κεφ. 232 Νόμου του
- Πρόσθεσε ότι μετά το 1974 τον κάλεσε ο τότε Υπουργός Εσωτερικών κ. Β και του ανέθεσε την ανέγερση των συνοικισμών. Επανέλαβε πως η εργασία του στο Κτηματολόγιο περιλάμβανε συνεργασία με τις Τράπεζες και μαρτυρία στο Δικαστήριο για την οποία (μαρτυρία) ζητούσε και τη γνώμη του Γενικού Εισαγγελέα όπου είχε δυσκολία και γενικά χαρακτήρισε τον εαυτό του ως «αρεστό» σε όλους τους εργοδότες. Στην επίμονη αμφισβήτηση των προοπτικών εργοδότησης του, δήλωσε ότι τον γνώριζε όλη η Κύπρος, οι Τράπεζες και οι εργολάβοι έργων και ότι είχε τέτοια κατάρτιση που τον είχε καλέσει η τότε Έφορος Εταιρειών, κα ΜΚ, για να διαβάσει κείμενο του στον Σύνδεσμο Τραπεζών. Μέχρι και ότι ο ίδιος υπολόγισε με ακρίβεια την εκτίμηση μιας πώλησης στο Λονδίνο όπως αυτή δημοσιεύτηκε μετά σε Ελληνική εφημερίδα. Αυτές οι αναφορές του προκάλεσαν την εικόνα ενός ατόμου που ήθελε την αυτοπροβολή και που πίστευε πως ήταν ξεχωριστός λειτουργός ο οποίος αναγνωριζόταν από όλους στον τομέα του, σε σημείο που πρόσθεσε ακόμα ότι ήταν ο μοναδικός στην Κύπρο με την άποψη πως λανθασμένα οι εκτιμήσεις γίνονταν μόνο με βάση τις συγκριτικές πωλήσεις και πως θα έπρεπε να λαμβανόταν υπόψιν το εισόδημα, κάτι το οποίο υιοθετήθηκε μεταγενέστερα. Παρόλο που αυτές οι αναφορές του παρέμειναν αναντίλεκτες, εντούτοις το Δικαστήριο αποκόμισε την εντύπωση ότι ο ΜΕ1 θεωρούσε και παρουσίασε εαυτόν ως ένα εξέχοντα λειτουργό με ιδιαίτερο ζήλο και θέληση για μάθηση στον τομέα του, ικανότητες και εμπειρία, προσπαθώντας ταυτόχρονα να καταδείξει ότι ήταν μοναδικός και περιζήτητος, εξ ου και τον καλούσαν και συμβουλεύονταν μέχρι και αξιωματούχοι του κράτους. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του κατέδειξε στο Δικαστήριο την εικόνα ενός ατόμου που πίστευε γνήσια τα όσα έλεγε πλην όμως τα παρουσίασε με κάποια υπερβολή. Αυτή η εντύπωση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και από την ετοιμότητα του μάρτυρος και κάποιου βαθμού φλυαρία του στο να αναδεικνύει σε κάθε περίπτωση τόσο την αξία και τις ικανότητες του όσο και τον κόπο και την απόδοση του για την απόκτηση των προσόντων του στην Αγγλία. Εξ ου και δεν δίστασε να μιλήσει για τους καθηγητές και τις εργασίες που παρέδωσε μέχρι και να τονίσει ότι κινδύνευσε για να λάβει το δίπλωμα του καθότι κατά τη διάρκεια των μαθημάτων στην Αγγλία, μια φορά ταξίδευσε με τραίνο στην Αγγλία και ξαφνικά μπήκαν νερά στο βαγόνι. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο και αν εγγραφόταν εξαρχής στο Μητρώο των Εναγομένων, θα μπορούσε να εργοδοτείτο άμεσα στο εκτιμητικό γραφείο των δύο υιών του και ότι σκοπός του ήταν όπως στα πλαίσια αυτής της εργοδότησης άνοιγε γραφείο στην Πάφο, του οποίου θα ήταν επικεφαλής καθότι υπήρχε η απαραίτητη αγορά λόγω της ανόδου της κτηματαγοράς και των εκτιμήσεων κατά το
- Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι για την επίδικη περίοδο η οποία διήρκησε πέραν των οκτώ ετών, οι Εναγόμενοι του στέρησαν αδικαιολόγητα το δικαίωμα να εργαστεί, και έτσι απώλεσε εισοδήματα ύψους €630.000, καταθέτοντας το έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών με το μέσο μηνιαίο εισόδημα και κατάσταση της σύνταξης του ως το μοναδικό του εισόδημα, Τεκμήρια 23 και 24 αντίστοιχα. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ1 ανέφερε ότι στα 59 του έχασε πολλά χρήματα στο Χρηματιστήριο και έτσι αποφάσισε να επικεντρωθεί στα μαθήματα του και να γίνει εκτιμητής ακινήτων. Αφού αφυπηρέτησε και δεν του διδόταν η άδεια εγγραφής, απασχολείτο στο γραφείο των παιδιών του ως κλητήρας, καθημερινά μεταξύ των ωρών 09:00-13:00, χωρίς να λαμβάνει μισθό και κατέθεσε σχετική Βεβαίωση επί τούτου, Τεκμήριο
- Ο ίδιος επέμενε σταθερά στο ότι δεν θα μπορούσε να ζητήσει μισθό από τα παιδιά του για να τους εξυπηρετεί ως κλητήρας, ιδιαίτερα εφόσον η σύνταξη του ήταν ικανοποιητική για τα έξοδα διαβίωσης του ιδίου και της συζύγου του. Δήλωσε ακόμα πως ενόσω απασχολείτο εκεί, ήταν σε θέση να παρακολουθεί την εξέλιξη των διαφόρων νομοθεσιών και γενικότερα των γεγονότων αναφορικά με την εκτίμηση ακινήτων, μέσω εφημερίδων κ.λπ., έβλεπε τις συγκριτικές πωλήσεις στα Κτηματολόγια Λευκωσίας και Λεμεσού, κρατούσε στατιστικές ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως κλητήρας πήγαινε ταχυδρομείο και παρέδιδε εκτιμήσεις στους διάφορους οίκους. Χωρίς να διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η στενή σχέση μεταξύ του ΜΕ1 και των ιδιοκτητών του γραφείου στο οποίο απασχολείτο για όλη την επίδικη περίοδο και αμισθί, εντούτοις η αμεσότητα, σταθερότητα και συνέπεια των απαντήσεων του μάρτυρος καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης ικανοποίησε το Δικαστήριο πως πράγματι ο ΜΕ1 απασχολείτο στο γραφείο και κρατείτο ενημερωμένος για τα τεκταινόμενα στον τομέα εκτιμήσεων ακινήτων. Η αδυναμία του να τοποθετηθεί με ακρίβεια στο αν κατά τη διάρκεια της εκεί απασχόλησης του αναμείχθηκε στην ετοιμασία και κάποιας έκθεσης εκτίμησης θεωρείται δικαιολογημένη και εύλογη, ειδικά ενόψει της παρόδου τόσων ετών από τότε και της αδυναμίας να εργαστεί ως εκτιμητής ακινήτων εφόσον δεν ήταν εγγεγραμμένος. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης βάσιμη και εύλογη τη θέση του πως κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε αποταθεί σε άλλο γραφείο λόγω του ότι δεν είχε τα προσόντα και δεν ήθελε να εργάζεται αλλού ως κλητήρας. Ήταν δε σαφής άλλωστε πως ακόμα και με την εγγραφή του δεν θα αναζητούσε αλλού εργασία αλλά θα παρέμενε στο γραφείο των υιών του και θα άνοιγαν γραφείο στην Πάφο, δίδοντας και περαιτέρω εξηγήσεις και λεπτομέρειες πως βασικά αυτός θα το αναλάμβανε καθότι ο τόπος διαμονής του στη Λεμεσό τον βόλευε να πηγαίνει στην Πάφο και πως με τα δεδομένα της τότε εποχής αναμενόταν αυξημένη εργασία εκεί. Ειδικότερα ο ΜΕ1 ανέφερε ότι με τους υιούς του είχαν κάνει και κάποια προεργασία - έρευνα και διαπίστωσαν πως οι εκτιμήσεις στην Πάφο ήταν πιο ψηλές, οι εκτιμητές λίγοι και επομένως υπήρχε περιθώριο εισδοχής τους σε εκείνη την αγορά. Βεβαίως και επί αυτού προστέθηκε και η αναφορά του στο ότι θα ήταν περιζήτητος από τα υπόλοιπα εκτιμητικά γραφεία, χωρίς βεβαίως αυτή να υποστηριζόταν από οποιαδήποτε ενέργεια του προς εργοδότηση του σε αυτά και επομένως αυτή η θέση παρέμεινε ως απλή εκτίμηση του ιδίου και μάλιστα στα πλαίσια της υπερβολής ως προς την αξία και τις ικανότητες του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως παρά ταύτα ο ΜΕ1 κατέθεσε με ειλικρίνεια καθότι, όταν ρωτήθηκε ευθέως, δήλωσε χωρίς δισταγμό ότι τα καθήκοντα του στο Κτηματολόγιο δεν ήταν άμεσα σχετικά ως επί το πλείστο (κατά 70-80%, όπως χαρακτηριστικά είπε) με τον κλάδο εκτίμησης ακινήτων, όμως έδωσε τη βάσιμη εξήγηση πως του προσέφεραν εμπειρίες οι οποίες απέβησαν χρήσιμες για το πτυχίο του και θα μπορούσαν να ήταν ωφέλιμες για μελλοντικές συνεργασίες του με το κοινό. Επίσης, ενώ αναφέρθηκε στην έρευνα για τις προοπτικές εργασίας στην Πάφο, δήλωσε σαφώς πως δεν είχε ούτε και μπορούσε να παρουσιάσει κάτι γραπτώς επί τούτου, δείχνοντας έτσι πως δεν επιχειρούσε ούτε και επιθυμούσε να αναφέρει οτιδήποτε παραπάνω προς παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι ενώ ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στις ανωτέρω συνθήκες απασχόλησης του στο γραφείο των υιών του, στην αίτηση, Τεκμήριο 1, δήλωσε ως παρούσα απασχόληση του πως ήταν εκτιμητής ακινήτων στο εν λόγω γραφείο. Αυτό αφενός έρχεται σε αντίφαση με τα λεγόμενα του ιδίου όσον αφορά την απασχόληση του στο γραφείο και αφετέρου δεν θα μπορούσε να ανταποκρινόταν στην αλήθεια από τη στιγμή που ο ίδιος δεν ήταν εγγεγραμμένος και δεν δικαιούτο να εργάζεται ως εκτιμητής. Παρά ταύτα ο ίδιος αναγνώρισε ως ορθή τη συγκεκριμένη καταγραφή στην αίτηση του, προβάλλοντας ως λόγο το ότι κατείχε πλέον πτυχίο ως εκτιμητής και γενικότερα τις θυσίες και τη δυσκολία του να λάβει τα προσόντα για να δικαιούται να εγγραφεί ως εκτιμητής ακινήτων. Είναι σε αυτό το σημείο μάλιστα που αναφέρθηκε στην περιπέτεια του με το τραίνο. Θεωρώ πως αυτή η καταγραφή στην αίτηση του δεν καθιστά τρωτή και αναξιόπιστη τη μαρτυρία του ως προς τις συνθήκες απασχόλησης του και προοπτική εργοδότησης του στο γραφείο των υιών του η οποία, ως έχει ήδη λεχθεί, παρουσιάζει συνέπεια, συνοχή και λογική. Ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστική η επιμονή του ΜΕ1 καθόλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του πως από το 2008 μέχρι και το 2012 οι Τράπεζες αύξησαν τις εργασίες τους και ζητούσαν νέες πρόσφατες εκτιμήσεις, εξ ου και αυξήθηκαν και οι εργασίες των εκτιμητών ενώ με την κατάρρευση της οικονομίας το 2013 η αγορά ήταν πλέον κλειστή και κατέρρευσε και οι εκτιμήσεις σταμάτησαν να γίνονται. Βεβαίως αυτή η θέση του είναι μια εκτίμηση του η οποία στον βαθμό που θα μπορούσε να συγκριθεί με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 23, το οποίο θα αξιολογηθεί κατωτέρω, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από αυτό καθότι στο Τεκμήριο 23 για τα έτη 2008-2012 και για τα έτη 2013 και μετέπειτα παρουσιάζεται μια σχετικά μικρή αυξομείωση του μέσου όρου των μηνιαίων απολαβών. Ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει πληροφορίες για τους εργοδοτούμενους στο γραφείο των υιών του ή για τους μισθούς τους και γενικότερα για τις ετήσιες εισπράξεις του γραφείου τους. Αυτή η αδυναμία θεωρείται δικαιολογημένη ενόψει της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τότε και καθότι ο ΜΕ1 ανέφερε ότι υπήρχαν κατά καιρούς μόνο ασκούμενοι υπάλληλοι οι οποίοι όμως μετά από κάποιο στάδιο αποχωρούσαν και άνοιγαν δικό τους γραφείο. Η θέση του πως δεν γνώριζε για τους μισθούς των υπαλλήλων κρίνεται λογική και εν πάση περιπτώσει ανέφερε ότι οι μισθοί κυμαίνονταν μεταξύ €900-€
- Δήλωσε σαφώς όμως πως υπήρχε μόνο μια υπάλληλος, γραμματέας, στο γραφείο και ότι το 2013 οι δύο υιοί χώρισαν και ο καθένας άνοιξε το δικό του γραφείο. Το Τεκμήριο 26, έντυπο ημ. 3.8.21 από το διαδίκτυο του γραφείου ενός των υιών του, το οποίο υπεδείχθη στον ΜΕ1 από τον δικηγόρο των Εναγομένων, δεν αντικρούει με οποιονδήποτε τρόπο τις θέσεις του μάρτυρος. Και τούτο, καθότι αυτό αναφέρεται σε πολύ πρόσφατη ημερομηνία και σε αυτό αναγράφονται ο υιός του ΜΕ1, ΓΑ ως εκτιμητής, η προαναφερόμενη υπάλληλος ως αναλύτρια-ερευνήτρια, η κα ΕΣ, σύζυγος του κ. ΓΑ η οποία, ως ανέφερε ο ΜΕ1, απασχολείτο κάποιες ώρες στο γραφείο και φέρεται ως υπεύθυνη για τη διαχείριση απαλλοτριώσεων και των δικαστικών υποθέσεων καθώς επίσης και για τη διαχείριση πληροφοριών σχετικά με την αγορά και τέλος η κα ΜΣ, ως υπεύθυνη για τη διαχείριση του γραφείου και το Λογιστήριο και η οποία, σύμφωνα με τον ΜΕ1, εργαζόταν κάποιες μέρες και ώρες και όχι σε πλήρη απασχόληση. Η αναφορά του ΜΕ1 πως κατά τον χρόνο εγγραφής του ήταν ήδη 70 ετών και είχε κουραστεί πολύ από τον πολυετή αγώνα του για να καταφέρει την εγγραφή του, και επομένως δεν είχε πλέον την αντοχή να εργαστεί δεν συνεπάγεται δίχως άλλο πως ουδέποτε ήταν πρόθεση του να εργαστεί ως εκτιμητής αν εγγραφόταν ενωρίτερα. Όπως ο ίδιος εξήγησε βάσιμα και πειστικά, όταν ενεγράφη είχε ήδη φθάσει σε ηλικία όπου οι φυσικές του δυνάμεις δεν του επέτρεπαν να πηγαίνει καθημερινά στην εργασία του από τις οκτώ το πρωί και να μετακινείται για την εξέταση ακινήτων από τη μια πόλη ή περιοχή στην άλλη. Επίσης, η σύζυγος του τον παρότρυνε να ξεκουραστεί και να βάλουν ένα τέλος σε αυτή όλη τη μακρόχρονη περιπέτεια. Ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστη η θέση του πως κατά το στάδιο της εγγραφής του το 2012 δεν ήταν πλέον σε κατάσταση να εργαστεί και ασκήσει το επάγγελμα του εκτιμητή. Η θέση του ΜΕ1 πως δεν πλήρωνε συνδρομές ως εκτιμητής για τα έτη 2004-2012 εφόσον δεν είχε ακόμα εγγραφεί, κρίνεται καθόλα βάσιμη και λογική. Ακόμα και η θέση του πως μετά την εγγραφή του συνεχίζει ανελλιπώς να πληρώνει κάθε χρόνο για την ανανέωση της άδειας του καθαρά για λόγους τιμής αποτελεί αφενός ένδειξη της ταλαιπωρίας του μέχρι να πετύχει την εγγραφή του και αφετέρου την έντονη επιθυμία και περηφάνια του για την επίτευξη αυτής της εγγραφής. Τέλος, ο ΜΕ1 ρωτήθηκε εκτεταμένα για τον τρόπο υπολογισμού του αιτούμενου ποσού ως απώλεια εισοδημάτων. Ήταν εμφανές και διάχυτο από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και παρά την επίμονη αντεξέταση του επί τούτου πως ο ίδιος βάσιμα δεν ήταν σε θέση να δώσει τις αναγκαίες εξηγήσεις προς το Δικαστήριο και πως αυτό προέκυπτε στη βάση των όσων του έλεγε ο δικηγόρος του κ. Μαρκίδης και των δικών του τελευταίου ενεργειών. Η ειλικρίνεια του μάρτυρος διεφάνη και από την παραδοχή του πως ο κ. Μαρκίδης κατέληξε στο ποσό κατόπιν κάποιων τηλεφωνημάτων που είχε κάνει σε εκτιμητές, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε περαιτέρω, όπως π.χ. αν αυτοί ήταν αυτοτελώς εργαζόμενοι ή υπάλληλοι, πόσα χρόνια εργάζονταν κ.λπ., και ο μάρτυρας απλώς μετέφερε στον δικηγόρο του όσες πληροφορίες γνώριζε από όσα άκουγε στο γραφείο των παιδιών του. Όταν του υπεδείχθη πως με την επιστολή ημ. 27.3.09 ζητούσε το μηνιαίο ποσό των €1.880, ο ΜΕ1 έδωσε τη λογική απάντηση πως αυτή η επιστολή αφορούσε τη χρονική περίοδο μέχρι και το 2009, ενώ, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο ΜΕ1 δεν παρουσίασε εαυτόν ως γνώστη του θέματος και παρέπεμπε στον δικηγόρο του που χειριζόταν αυτό το θέμα στον οποίο ο ΜΕ1 είχε εμπιστοσύνη, εξ ου και δεν ερωτάτο πριν την αποστολή της κάθε επιστολής. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου των Εναγομένων πως η αρχική έκφραση άγνοιας και η μετέπειτα αναφορά περί μεταγενέστερης ενημέρωσης για τις επιστολές υποδηλούν αντίφαση στα λεγόμενα του μάρτυρος. Και τούτο γιατί πράγματι ο ΜΕ1 δήλωσε πως ο δικηγόρος του έστελνε τις επιστολές εν αγνοία του για να εξηγήσει αμέσως μετά πως ο δικηγόρος δεν τον ρωτούσε για το πώς θα χειριζόταν την υπόθεση και τον ενημέρωνε για κάθε επιστολή μετά την αποστολή της, δίδοντας και την καθόλα λογική εξήγηση πως ο ίδιος είχε εμπιστοσύνη στον δικηγόρο του και επομένως ο τελευταίος μπορούσε να στείλει επιστολή χωρίς να τον ρωτήσει. Ακόμα ένα στοιχείο το οποίο δείχνει την επιθυμία του να μην αναφέρει οτιδήποτε πέραν των όσων ο ίδιος γνώριζε ή πίστευε είναι και η τοποθέτηση του πως το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση για την αιτούμενη περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης του ή από την ημερομηνία απόρριψης αυτής την πρώτη φορά μέχρι και την ημερομηνία εγγραφής του. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως τόσο με την Αγωγή όσο και κατά τη μαρτυρία του η απαίτηση του Ενάγοντος για απώλεια μισθών αφορά στην περίοδο από την πρώτη ημερομηνία απόρριψης της αίτησης μέχρι και την εγγραφή του. Παρά ταύτα ο Ενάγων δεν έπεισε το Δικαστήριο ως προς τον καθορισμό του ύψους του μηνιαίου εισοδήματος του στις €6.810 ο οποίος κρίνεται παντελώς αυθαίρετος και υπερβολικός. Και τούτο, καθότι αφενός η μαρτυρία του περί της αύξησης στις εκτιμήσεις ακινήτων κατά τα επίδικα έτη δεν αντικατοπτρίζεται από το Τεκμήριο 23, όπως επεξηγείται ανωτέρω, και αφετέρου δεν λαμβάνει υπόψιν τα εξής στοιχεία, ήτοι ότι θα αναλάμβανε νέο γραφείο και ότι δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα από το Δικαστήριο πως θα ήταν σε θέση να εργάζεται επί πλήρους βάσης και απασχόλησης μέχρι και το 2012 καθ΄ ον χρόνο ο ίδιος αναγνώρισε πως δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως ο ΜΕ1 κατέθεσε με ειλικρίνεια για τις συνθήκες και την πρόθεση εργοδότησης του στο γραφείο των υιών του, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα με κάποια δόση υπερβολής την εμπειρία και ικανότητες του. Έτσι γίνεται δεκτό πως κατά τα έτη 2004-2012 ο ΜΕ1 απασχολείτο σε μερική βάση στο γραφείο των παιδιών του, χωρίς αμοιβή και εξυπηρετώντας τους ως κλητήρας, ενώ πρόθεση του ήταν η εργοδότηση του εκεί και η ετοιμασία εκτιμήσεων στο γραφείο το οποίο θα άνοιγαν στην Πάφο όπου αυτός θα ήταν επικεφαλής. Τα ακαδημαϊκά προσόντα, η εμπειρία και οι γνώσεις της ΜΕ2 ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο ενασχόλησης ή αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και έτσι γίνονται πλήρως δεκτά από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα γίνεται δεκτό πως η ΜΕ2 κατέχει πανεπιστημιακό πτυχίο στον κλάδο των αναλογικών επιστημών και μεταπτυχιακό στα χρηματοοικονομικά. Επομένως αυτή θεωρείται ως ειδική και κατέχει τις απαραίτητες γνώσεις και εμπειρία για να προβεί στην στατιστική εκτίμηση όπως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο
- Η ΜΕ2 ήταν ιδιαίτερα επεξηγηματική ως προς τον τρόπο και τη μέθοδο που ακολούθησε για τη διεξαγωγή της εκτίμησης της και πως αυτή είναι αναγνωρισμένη τόσο σε διεθνές όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας της ήταν εμφανές πως η ΜΕ2 ήταν καλή γνώστης του αντικειμένου της και μπορούσε να διαφωτίσει πλήρως το Δικαστήριο ως προς τον τρόπο κατάρτισης του Τεκμηρίου
- Ειδικότερα, η ΜΕ2 ανέφερε ότι ο τρόπος έρευνας ήταν διαφορετικός για τα έτη 2004-2009 και βασιζόταν στην ετήσια έρευνα των μέσων μηνιαίων απολαβών από τη Στατιστική Υπηρεσία, καθότι μέχρι τότε δεν υπήρχε η κατηγοριοποίηση για επαγγέλματα. Μάλιστα η ίδια δήλωσε πως για τα συγκεκριμένα έτη είχε φέρει μαζί της τα σχετικά στοιχεία τα οποία βρίσκονται δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα της Στατιστικής Υπηρεσίας, προς υποστήριξη των όσων έλεγε, χωρίς να της ζητηθεί να τα παρουσιάσει ή να αμφισβητηθεί αυτή η δήλωση της. Σύμφωνα πάντα με τη ΜΕ2, από το 2010 και μετέπειτα εφάρμοσε την ετήσια μεταβολή στους μέσους μισθούς των υπαλλήλων για όλα τα επαγγέλματα καθότι ξεκίνησε η ομαδοποίηση-κατηγοριοποίηση βάσει των διεθνών κωδικοποιήσεων ISCO και του γραφείου διεθνούς προστασίας Eurostar και χρησιμοποίησε τον τετραψήφιο κωδικό ο οποίος κάλυπτε τις δύο κατηγορίες επαγγελμάτων μαζί, εκτιμητών και δημοπρατών. Η ΜΕ2 εξήγησε πως υπάρχει ομαδοποίηση επαγγελμάτων με δύο ψηφία η οποία όμως καλύπτει περισσότερα επαγγέλματα, εξ ου και επέλεξε τη χρήση των τεσσάρων ψηφίων για να είναι όσο το δυνατόν πιο ακριβής. Συγκεκριμένα, τα δύο ψηφία αφορούν στα επαγγέλματα των βοηθών λογιστών, συμβούλων και ειδικών πωλήσεων ενώ τα τέσσερα ψηφία αφορούν στους εκτιμητές και δημοπράτες. Η πηγή για το μηνιαίο εισόδημα είναι το αρχείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι έρευνες είναι δειγματοληπτικές. Τόσο οι εξηγήσεις της μάρτυρος όσο και η αναντίλεκτη μαρτυρία της πως χρησιμοποίησε αναγνωρισμένες Ευρωπαϊκές και διεθνείς μεθόδους στατιστικής, ούτως ώστε τα αποτελέσματα τους να είναι συγκρίσιμα σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, ικανοποιούν το Δικαστήριο πως πράγματι η ΜΕ2 προέβη σε αυτή την καταγραφή βασιζόμενη σε έγκυρη και επιστημονικά αποδεκτή μέθοδο η οποία δίνει όσο το δυνατό καλύτερα και ακριβέστερα αποτελέσματα. Δήλωσε επίσης πως λήφθηκαν υπόψιν οι ακαθάριστοι μισθοί και, όπως καταγράφεται στην κατάσταση, λήφθηκε υπόψιν η αντιμισθία, ήτοι ο βασικός ανά μήνα μισθός για κανονικές ώρες εργασίας, το τιμαριθμικό, κανονικά φιλοδωρήματα και παροχές σε είδος, όπως π.χ. ο 13ος μισθός. Εξ ου και η αδυναμία της μάρτυρος να αναφέρει τον αριθμό των δειγματοληψιών και δη για κάθε ξεχωριστό επάγγελμα στη συγκεκριμένη κατηγορία, και κατά πόσο πρόκειται για διευθυντές γραφείων οι οποίοι λαμβάνουν μισθό ή απλούς υπαλλήλους ή κατά πόσο πρόκειται για έμπειρους ή νέους υπαλλήλους ή ακόμα την εικόνα ανά επαρχία, δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της στατιστικής της έρευνας η οποία γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο ότι αντιπροσωπεύει, με έγκυρη μέθοδο, τα στατιστικά αποτελέσματα για τις εν λόγω χρονολογίες. Η απαίτηση του Ενάγοντος βασίζεται στο άρθρο 146.6 του Συντάγματος, δυνάμει του οποίου με την ακύρωση διοικητικής πράξης, ο διοικούμενος έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο και να ζητήσει αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Η αποζημίωση αυτή ή άλλη θεραπεία έχει καθοριστεί μέσα από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου να είναι η δίκαιη και εύλογη αποζημίωση που κρίνεται υπό τις περιστάσεις ορθή να αποδοθεί στο ζημιωμένο διάδικο και έχει χαρακτηριστεί ως ένα ιδιάζον δικαίωμα που δεν σχετίζεται με τις συνήθεις αποζημιώσεις που αποδίδονται στο αστικό δίκαιο. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Frangoulides ν. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462. Δικαίωμα σε αποζημίωση υφίσταται μόνο όταν ο Ενάγων μπορεί να δείξει ότι πράγματι έχει υποστεί ζημιά, καθότι όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 697, η ακύρωση της διοικητικής πράξης δεν θεμελιώνει αφ΄ εαυτής δικαίωμα σε αποζημίωση το οποίο και εγείρεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ως άμεση συνέπεια της και η αξίωση του ζημιωθέντος προσώπου δεν ικανοποιηθεί από το διοικητικό όργανο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο του Κυριακόπουλου, 4η έκδοση, σελ. 151-2, μετά την ακύρωση διοικητικής πράξης υπάρχει συνταγματική υποχρέωση με βάση το άρθρο 146.5 σε κάθε Δικαστήριο, όργανο ή αρχή στη Δημοκρατία για ενεργό συμμόρφωση με αυτή, η οποία επιβάλλει την αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν τη λήψη της ακυρωθείσας απόφασης. Επομένως, για την επιδίκαση αποζημίωσης, αποτελεί προϋπόθεση η ακύρωση της διοικητικής πράξης και επιπλέον η μεν άρνηση της διοίκησης για αποκατάσταση της νομιμότητας και η δε απόδειξη ζημιάς - βλ. Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420. Όπως έχει αποφασιστεί στις υποθέσεις Vnukovo Airlines (V.A.) κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 969, Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983 και Στυλιανού ν. Σχολικής Εφορείας Αραδίππου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1312, οι διατάξεις του άρθρου 146.6 του Συντάγματος επιβάλλουν την υποχρέωση σε αυτόν που αξιώνει αποζημίωση να υποβάλει και επαναδιατυπώσει πρώτα την απαίτηση του στη διοίκηση και αν αυτή δεν ανταποκριθεί, τότε να προσφύγει στο Δικαστήριο. Στην υπό κρίση περίπτωση ο Ενάγων υπέβαλε τέτοια απαίτηση μέσω των επιστολών, Τεκμήρια 10, 17, 19 και 21, η οποία σαφώς δεν ικανοποιήθηκε εξ ου και καταχώρισε την παρούσα Αγωγή. Επομένως, η απαίτηση υπεβλήθη για πρώτη φορά στις 27.3.09 μετά τη δεύτερη απόφαση στην Προσφυγή και έτσι ο Ενάγων νομιμοποιείται να διεκδικεί αποζημιώσεις από την ημερομηνία της δεύτερης απόρριψης, ήτοι στις 3.5.07 μέχρι και την εγγραφή του. Εξετάζοντας την απαίτηση του Ενάγοντος για τις αποζημιώσεις που διεκδικεί, πέραν της νομολογίας που εκτίθεται πιο πάνω, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου κ.ά.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 586, στην οποία παρατίθενται με σαφήνεια οι νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί ότι κάθε πρόσωπο ζημιωθέν εξ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την 4η παράγραφο του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφόσον η αξίωση του δεν ικανοποιήθηκε από το επηρεαζόμενο όργανο, αρχή ή πρόσωπο, να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία με σκοπό όπως επιδικαστεί εις αυτό δίκαιη και εύλογη αποζημίωση καθοριζόμενη από το Δικαστήριο ή παρασχεθεί εις αυτό άλλη δίκαιη και εύλογη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει. Η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος συνιστά ρητή συνταγματική διάταξη που παρέχει σε άτομο που ζημιώθηκε από απόφαση, πράξη ή παράλειψη που κηρύχθηκε άκυρη σύμφωνα με την 4η παράγραφο του άρθρου 146, το δικαίωμα να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία από πολιτικό δικαστήριο, το οποίο έχει εξουσία να παράσχει δίκαιη και εύλογη αποζημίωση εφόσον η αξίωση του αιτητή δεν ικανοποιήθηκε από το όργανο, την αρχή ή το πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση. Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης, μόνον εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της - Δέστε: Μαυρονίχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612 και Μαρκίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424. Η ευθύνη της Πολιτείας είναι κατά κύριο λόγο ευθύνη δημοσίου δικαίου. Η υποχρέωση της Διοίκησης σε συμμόρφωση προς ακυρωτική απόφαση συνίσταται στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Η αποκατάσταση πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα ζημιογόνα αποτελέσματα της ακυρωθείσας πράξης, εξ αρχής. Το ίδιο το διοικητικό δικαστήριο δεν προβαίνει σε αποκατάσταση και ανόρθωση της ζημιάς που προξενήθηκε κατά τη διάρκεια και εξαιτίας της ισχύος της παράνομης πράξης. Ο ζημιωθείς αποτείνεται στα συνήθη πολιτικά δικαστήρια με αγωγή αποζημιώσεως της οποίας γενεσιουργός αιτία είναι η ζημιά που προξενήθηκε από την παράνομη πράξη (Δέστε: Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν Ασκήσεως Αιτήσεως Ακυρώσεως» 1988, σελ. 233-235). Η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει από μόνη της ζημιά. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Το αγώγιμο δικαίωμα το οποίο παρέχει η παράγραφος 6 του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι ιδιόμορφο (cause sui generis) και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων είναι διαφορετικοί από εκείνους του κοινοδικαίου (Δέστε: Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 342). Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420 καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση αποζημίωσης για ζημιά απορρέουσα από παράνομη διοικητική πράξη. Προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημίωσης ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημιά. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Το δικαίωμα όμως της αποζημίωσης δεν γεννάται ipso facto από την ακυρωτική απόφαση. Η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί. Συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγων υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα (Δέστε, επίσης, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ανωτέρω). Στη Θεοδωρίδη (ανωτέρω) έγινε αναφορά και σε προγενέστερη Κυπριακή νομολογία και ιδιαίτερα στην απόφαση Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, ενώ το ζήτημα του κατά πόσο ο όρος ζημία (ζημιωθέν) στο άρθρο 146.6 περιορίζεται μόνο σε υλικές ζημιές ή επεκτείνεται και σε κάθε μορφής ζημιά η οποία μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, όπως τραυματισμός του ψυχικού και συναισθηματικού κόσμου του παραπονουμένου, παρέμεινε ανοικτό. H ηθική βλάβη, κατά την εκτίμησή μας, δεν συνιστά άμεσον αποτέλεσμα ή άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας παράνομης πράξης και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Δεν αποφαινόμαστε όμως αναφορικά με οποιαδήποτε δικαιώματα που δυνατόν να έχουν οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι στην ενώπιον μας Πολιτική Έφεση 11381, δυνάμει άλλων άρθρων του Συντάγματος ή άλλων νομικών προνοιών, αναφορικά με την ηθική βλάβη που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν.» Η υπόθεση Δημοκρατία v. Success Advertising Co Ltd
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 153 περιέχει επίσης μια διαφωτιστική σύνοψη της νομολογίας και των νομικών αρχών που διέπουν το δικαίωμα αποζημίωσης δυνάμει του άρθρου 146.6. Αξίζει να σημειωθεί η αναφορά πως «Το Άρθρο 146.6 δημιουργεί ένα σημαντικό συνταγματικό αστικό δικαίωμα για το οποίο έχει αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η βάση της αγωγής για αποζημίωση δεν συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διευκρίνιση αυτή κρίθηκε σημαντική καθώς και προσδιοριστική του πλαισίου μέσα στο οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις (βλ. Charilaos Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462 και Αγρόκτημα Λανίτη και Άλλοι v. Γενικού Εισαγγελέα και Άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 255.» Καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από τις πιο πάνω νομικές αρχές και με βάση τα ευρήματα του, προκύπτει πως η αίτηση του Ενάγοντος για εγγραφή του ως εκτιμητής ακινήτων έγινε τελικώς (το 2012) δεκτή, επομένως τότε και μόνο επήλθε συμμόρφωση με τις δικαστικές αποφάσεις και αποκατάσταση της νομιμότητας εκ μέρους των Εναγομένων. Με την απόφαση στην πρώτη Προσφυγή, Τεκμήριο 4, το Δικαστήριο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση των Εναγομένων λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα πως ο Ενάγων, εκεί εφεσείων, κατείχε «άλλο ισοδύναμο προσόν» για να δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο των Εναγομένων. Αντί τότε οι Εναγόμενοι να προβούν σε επανεξέταση της αίτησης με τη δέουσα έρευνα, στη βάση της εν λόγω απόφασης, περιέπεσαν στο ίδιο σφάλμα για δεύτερη φορά, εξ ου και με την απόφαση στη δεύτερη Προσφυγή, Τεκμήριο 7, το Δικαστήριο ακύρωσε την απορριπτική απόφαση λόγω της μη δέουσας έρευνας τονίζοντας σαφώς ότι ο Ενάγων, εκεί εφεσείων, καλύπτετο από τον Νόμο και δικαιούτο να εγγραφεί. Δυστυχώς και πάλι οι Εναγόμενοι δεν προέβησαν στα δέοντα και απέρριψαν για τρίτη φορά την αίτηση του Ενάγοντος. Στη δε απόφαση στην τρίτη Προσφυγή, Τεκμήριο 14, το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε παραβίαση του δεδικασμένου, έκδηλη καταφρόνηση της δικαστικής απόφασης και άκρως απαράδεκτη συμπεριφορά εκ μέρους των Εναγομένων, εκεί εφεσίβλητων. Επομένως, είναι ξεκάθαρο ότι από την έκδοση της πρώτης κιόλας απόφασης ο Ενάγων κατείχε το προσόν για να εγγραφεί στο Μητρώο των Εναγομένων και οι τελευταίοι παραγνώρισαν τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη απόφαση μέχρι και τη συμμόρφωση τους με την εγγραφή του Ενάγοντος μετά και την τρίτη απόφαση. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Ενάγοντος η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε πως σε περίπτωση που η αίτηση του γινόταν αποδεκτή εξαρχής, τότε ο Ενάγων θα εργοδοτείτο στο γραφείο των παιδιών του και συγκεκριμένα θα αναλάμβανε την ίδρυση και λειτουργία του νέου γραφείου στην Πάφο και θα διενεργούσε εκτιμήσεις ακινήτων στα πλαίσια των καθηκόντων του, λαμβάνοντας και μισθό πλέον ως εκτιμητής ακινήτων. Με βάση τις αποφάσεις στις Προσφυγές, το Δικαστήριο ικανοποιείται επίσης πως ο Ενάγων εξαρχής κατείχε το απαιτούμενο από τον Νόμο προσόν και επομένως δικαιούτο να εγγραφεί στο Μητρώο των Εναγομένων. Με την άρνηση των Εναγομένων να δεχθούν την αίτηση του και να τον εγγράψουν στο Μητρώο ως εκτιμητή ακινήτων ο Ενάγων απώλεσε όχι μόνο τη δυνατότητα εργασίας του ως εκτιμητή αλλά και συγκεκριμένα την εργοδότηση του στο γραφείο των υιών του υπό τους όρους και τις συνθήκες όπως περιγράφονται ανωτέρω. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο δέχθηκε πως με την εγγραφή του ο Ενάγων θα εργοδοτείτο άμεσα στο γραφείο των υιών του, συνεπάγεται ότι η άρνηση εγγραφής του στέρησε όχι μόνο το δικαίωμα να εργαστεί αλλά και το εισόδημα που θα λάμβανε από αυτή την εργασία του. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί πως η απώλεια των εισοδημάτων του Ενάγοντος απορρέει ως άμεση συνέπεια της άρνησης εγγραφής του. Με άλλα λόγια, ο Ενάγων δεν έχασε μόνο την ευκαιρία και δυνατότητα εργοδότησης, ως η θέση της Υπεράσπισης, αλλά την εργοδότηση του καθ΄ εαυτή στο γραφείο των υιών του η οποία ήταν επικείμενη, άμεση και βέβαιη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επί τούτου κρίνεται σκόπιμη η ανασκόπηση κάποιων αποφάσεων από τις οποίες παρέχεται καθοδήγηση ως προς το ποια ζημιά θεωρείται ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης. Στην υπόθεση Frangoulides ν. The Republic (ανωτέρω), κρίθηκε ότι τα έξοδα τα οποία ο εφεσείων ξόδεψε για να ακολουθήσει ανώτερη εκπαίδευση και αποκτήσει τα προσόντα τα οποία λανθασμένα απαιτούντο ως προϋπόθεση για την προαγωγή του, προκλήθηκαν ως άμεση συνέπεια της λανθασμένης απόφασης μη προαγωγής του η οποία και ακυρώθηκε, και επομένως ο εφεσείων δικαιούτο σε αυτή τη ζημιά. Λόγω του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν προέβη στον υπολογισμό αυτής, διετάχθη η επανεκδίκαση γι΄ αυτό μόνο το ζήτημα. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε παραπομπή στην υπόθεση Tsakistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, στην οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις σε δάσκαλο ο οποίος απολύθηκε παράνομα, για την περίοδο κατά την οποία παρέμεινε εκτός εργασίας. Αντιστοίχως, στην υπό κρίση περίπτωση παρόλο που ο Ενάγων δικαιούτο να εγγραφεί, παρέμεινε εκτός εργασίας λόγω των τριών απορριπτικών αποφάσεων των Εναγομένων, οι οποίες ακυρώθηκαν ενώ με την εγγραφή του θα εργοδοτείτο άμεσα. Αντιθέτως στην υπόθεση Εγγλεζάκη κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), κρίθηκε ότι οι εφεσείουσες απαιτούσαν αποζημίωση για την απώλεια του δικαιώματος εισδοχής και τις συνέπειες της μη εισδοχής τους στην Παιδαγωγική Ακαδημία και το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση πως δεν δικαιούντο σε αποζημίωση καθότι δεν είχε προκύψει ζημιά εφόσον αυτές δεν ήταν, βάσει του γραπτού διαγωνισμού, μεταξύ των εισακτέων φοιτητών. Στην υπόθεση Νίκολας v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), το Εφετείο κατά πλειοψηφία αποφάσισε πως ο εφεσείων δεν δικαιούτο σε αποζημίωση εφόσον δεν απέδειξε ότι θα εξασφάλιζε διορισμό, τονίζοντας ότι τίθεται θέμα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της. Και οι δύο αυτές υποθέσεις διαχωρίζονται από την παρούσα καθότι εδώ έχει διαφανεί πως ο Ενάγων δικαιούτο εξαρχής να εγγραφεί στο Μητρώο των Εναγομένων και με την εγγραφή του θα εργοδοτείτο άμεσα. Στην υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 795 το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία κρίθηκε ότι οι ζημιές, ήτοι τόκοι και τραπεζικά δικαιώματα, δεν ήταν το αντικείμενο των προσφυγών και επομένως δεν ήταν το αποτέλεσμα των προσβαλλόμενων με τις προσφυγές αποφάσεων. Και αυτή η υπόθεση διαχωρίζεται από την παρούσα στην οποία η απώλεια των εισοδημάτων του Ενάγοντος απορρέει άμεσα από την απορριπτική απόφαση των Εναγομένων. Στην υπόθεση Πήττα κ.ά. v. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφ. 126/10, ημ. 24.4.15, το Εφετείο παραμέρισε μερικώς την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε το ποσό των €10.000 για τη ζημιά που υπέστησαν οι εφεσείοντες στην ετοιμασία προσφοράς και συμπλήρωση και αποστολή των εγγράφων προς τους προσφοροδότες. Κρίνεται χρήσιμη η παραπομπή στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η προσφορά, όπως ορθά επεσήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Δήμου, περιελάμβανε έξοδα και κέρδος στην περίπτωση που θα κατακυρωνόταν στους εφεσείοντες και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούσε την άμεση ζημιά που υπέστηκαν συνεπεία της ακυρωθείσας απόφασης. Έσφαλε επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο επί του προκειμένου, ενώ το ορθό θα ήταν να στρέψει την προσοχή του αποκλειστικά στη μαρτυρία των εφεσειόντων η οποία ήταν σχετική με την κατ΄ ισχυρισμό (άμεση) ζημιά που υπέστηκαν ώστε να καθορίσει το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης» υπό τις περιστάσεις αποζημίωσης. Εξετάσαμε την επί του θέματος μαρτυρία που προσκόμισαν, η οποία μάλιστα παρέμεινε αναντίλεκτη και ταυτόχρονα ήταν και λογικώς αυταπόδεικτη, και καταλήξαμε ότι το παράπονο των εφεσειόντων ότι η ζημιά τους αντιστοιχούσε με την εργασία που εκτέλεσαν για ετοιμασία της προσφοράς ήταν γνήσιο. Περιελάμβανε, όπως αναντίλεκτα ισχυρίστηκαν, τη σύμπραξη έξι αρχιτεκτόνων για διαμόρφωση ολοκληρωμένης πρότασης ως προς το είδος και τη φύση των έργων που είχε πρόθεση να εκτελέσει ο Δήμος στο κέντρο του παλαιού Στροβόλου που αφ΄ εαυτής απαιτούσε χρόνο και δαπάνη. Εξειδίκευσαν επί του προκειμένου την εργασία τους σε μελέτη εγγράφων, εξεύρεση συνεργατών σύμφωνα με τους όρους της προσφοράς, επιτόπου επιθεώρηση της περιοχής μελέτης, διερεύνηση ήδη υφισταμένων μελετών για την εν λόγω περιοχή, καταρτισμό διευκρινιστικών ερωτήσεων προς προσφοροδότες, ετοιμασία προσφοράς και συμπλήρωση εγγράφων και φωτοαντίγραφα και αποστολή των εγγράφων προς τους προσφοροδότες (Παρ. 10 της γραπτής δήλωσης της εφεσείουσας 2, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της δυνάμει του άρθρου 25 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9). Είναι στη βάση της αναντίλεκτης αυτής μαρτυρίας που θα έπρεπε το πρωτόδικο Δικαστήριο να καθορίσει το μέτρο της «δίκαιης και εύλογης» αποζημίωσης, λαμβάνοντας προς τούτο υπόψη και την επιστολή των εφεσειόντων ημερ. 3.3.03 με την οποία εξέφραζαν την ετοιμότητά τους να αποδεχτούν το ποσό των £10.000 πλέον £1.000 έξοδα προς εξόφληση όλων των απαιτήσεων τους και όχι να το ταυτίσει με το ποσό της προσφοράς. . κρίνουμε ότι υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης για την εργασία που εκτέλεσαν οι εφεσείοντες για ετοιμασία και υποβολή της προσφοράς τους, ένα ποσό της τάξης των €10.000 θα συνιστούσε ισοζυγισμένο μέτρο για την εύλογη και δίκαιη αποζημίωση που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, την οποία και τους επιδικάζουμε. Έπεται ότι ο σχετικός λόγος της αντέφεσης επιτυγχάνει μόνο σ΄ ότι αφορά το ύψος της αποζημίωσης, αλλά κατά τα άλλα αποτυγχάνει.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο δικηγόρος των Εναγομένων στηρίχθηκε στην εν λόγω υπόθεση προς υποστήριξη της θέσης ότι στην υπό κρίση περίπτωση η προσδοκία εισοδημάτων δεν αποτελούσε άμεση ζημιά από τις ακυρωθείσες αποφάσεις των Εναγομένων. Έχει ήδη λεχθεί πως ο Ενάγων δεν απώλεσε την ευκαιρία ή προσδοκία εργοδότησης αλλά το εισόδημα που θα λάμβανε αν εγγραφόταν στο Μητρώο. Αυτό το στοιχείο διαφοροποιεί την υπό κρίση περίπτωση στην οποία γίνεται λόγος για απώλεια απολαβών η οποία έχει αναγνωριστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι απορρέει άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη, όπως συνέβη στην υπόθεση Tsakistos v. Attorney-General (ανωτέρω) και διαφαίνεται σε ακόλουθες υποθέσεις. Ιδιαίτερα χρήσιμη είναι η υπόθεση Δήμος Αραδίππου v. Γεωργιάδη
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1000, στην οποία γίνεται παραπομπή και διάκριση από την υπόθεση Μαυρονύχης v. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται αυτούσιο: «Προτού όμως προχωρήσουμε, ας σημειώσουμε, χωρίς τούτο να έχει οποιαδήποτε νομική σημασία, πως τα γεγονότα στην Μαυρονύχης ήσαν και ευνοϊκότερα για τον ενάγοντα εκεί, παρά αυτά που αφορούν την περίπτωση που μας απασχολεί. Ο κ. Μαυρονύχης είχε πετύχει με την προσφυγή του ακύρωση διορισμού συγκεκριμένου προσώπου, για θέση στην οποία ήταν και ο ίδιος υποψήφιος, και μάλιστα για λόγους που αφορούσαν ευθέως τα προσόντα τους. Συγκεκριμένα είχε κριθεί από το διοικητικό Δικαστήριο πως παραγνωρίστηκαν χωρίς δικαιολογία τα ανώτερα προσόντα του. Εντούτοις, το Εφετείο είπε τα πιο κάτω, τα οποία και υπογραμμίζουμε, στην έφεση που αφορούσε την αξίωση του για αποζημιώσεις, (σελ.617 της απόφασης). «Όσα θεωρήθηκαν ως ιδιαίτερα περιστατικά, δεν αλλοίωναν το θεμελιωμένο πως η δικαστική ακύρωση διορισμού δεν εμπεριέχει και δήλωση για παράλειψη διορισμού άλλου ούτε, βέβαια γεννά με οποιοδήποτε τρόπο δικαίωμα διορισμού ώστε να προδεσμεύεται η διακριτική εξουσία της διοίκησης που καθηκόντως θα επανεξετάσει το ζήτημα. (Βλ. Christofides v. Attorney-General (ανωτέρω) και Frangoulides v. The Republic
(1982)1 C.L.R. 462).» To εφετείο επανέλαβε ουσιαστικά τη νομική θέση που εκφράστηκε στην Christofides v. Attorney General
(1981)1 C.L.R. 18, ότι δηλαδή η ακύρωση διορισμού δε νομιμοποιεί υποψήφιους για διεκδίκηση αποζημίωσης, ούτε παρέχει ένδειξη ως προς το διορισμό άλλου, αλλά ούτε και έρεισμα για τέτοια πιθανολόγηση. (σελ.616). Στην υπόθεση που συζητούμε δεν υπάρχει καν ακύρωση διορισμού, μετά από επιτυχή προσφυγή. Ο διορισμός προσφέρθηκε σε άλλο πρόσωπο που προκρίθηκε ως ο καταλληλότερος. Ο εφεσίβλητος μαζί με άλλο αιτητή ακολουθούσαν στον κατάλογο αξιολόγησης της Επιτροπής. Ο εφεσείων, Δήμος, είχε δικαίωμα να ανακαλέσει την απόφαση του για την προκήρυξη της θέσης μια και έκρινε πως δεν υπήρχε κατάλληλος υποψήφιος. Η προσφυγή του εφεσίβλητου όμως έγινε δεκτή γιατί η απόφαση για την ανάκληση ήταν αναιτιολόγητη. Η αγωγή θεμελιώνεται μόνο σ' αυτή την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη, και θέμα αποζημίωσης εγείρεται μόνο, αν είναι βάσιμο, για τη ζημιά που προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια της (βλ. πάλι την υπόθεση Μαυρονύχης σελ.618, όπου παρατίθενται και προηγουμένως σχετικές αποφάσεις). Τέτοια ζημιά δεν προέκυψε, για τους λόγους που εξηγούνται προηγουμένως.» Στην υπόθεση Μαυρονύχης v. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής: «Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. (Βλ. Attorney-General ν. Andreas Marcoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Costas Tsakkistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, Kambis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Christofides v. Attorney-General (ανωτέρω), Frangoullides v. Republic (ανωτέρω) Πελαγίας Εγγλεζάκης και Άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1992)1(Α) Α.Α.Δ.697 και Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Χάρης Θεοδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Αν η μεταγενέστερη απόφαση για κατάργηση της θέσης προκάλεσε ζημιά και ποιά, ήταν ζήτημα ασύνδετο προς την απόφαση που ακυρώθηκε. Το παράδειγμα της αδυναμίας ικανοποίησης απολυθέντος υπαλλήλου λόγω κατάργησης της θέσης που επικαλέστηκε ο εφεσείων με αναφορά στο έργο του Φ. Βεγλερή - Η συμμόρφωσις της Διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σελ. 117, δεν υποστηρίζει το συλλογισμό του. Εκεί υπήρχε δικαίωμα αποζημίωσης ακριβώς επειδή η αξίωση του απολυθέντος για επάνοδο στην υπηρεσία ως κατ' ευθείαν συνέπεια της εξαφάνισης της απόλυσής του με την ακυρωτική απόφαση, δεν μπορούσε πλέον να ικανοποιηθεί. Εδώ η ζημιά εμφανίζεται να προεκλήθη όχι λόγω της ακυρωθείσας απόφασης αλλά λόγω της μεταγενέστερης απόφασης για κατάργηση της θέσης. Το κατά πόσο η διοίκηση εκπλήρωσε ή όχι την υποχρέωσή της προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση με εξαφάνιση των συνεπειών του παράνομου διορισμού και επανεξέταση του θέματος δεν είναι ζήτημα που συνάπτεται προς την ίδια την ακυρωτική απόφαση. Σημειώνουμε όμως πως, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Frangoulides v. Republic (ανωτέρω), παράλειψη της διοίκησης για άρση κάθε πτυχής της άκυρης απόφασης και λήψη της κατάλληλης ενέργειας προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Εφόσο δε το επιχείρημα του εφεσείοντα στηρίζεται στην αντίληψη, λανθασμένη ή όχι δεν το εξετάζουμε, ότι ήταν ολωσδιόλου αδύνατη η επανεξέταση μετά την ακυρωτική απόφαση επειδή μεσολάβησε η κατάργηση της θέσης, θα είχε ίσως τη θέση του το πιο κάτω απόσπασμα από το Φ. Βεγλερή (ανωτέρω) σελ. 103, όπως υιοθετήθηκε στην υπόθεση Christofides ν. Attorney-General (ανωτέρω). "Αλλ' η Διοίκησις υποχρεούται εν ταις ενεργείαις αυτής προς επαναφοράν των πραγμάτων εις την προτέραν των κατάστασιν να σεβασθή τας μεταγενεστέρως της εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως νομίμως δημιουργηθείσας καταστάσεις. Η απαγγελθείσα ακύρωσις δεν έχει επιρροήν επί των καταστάσεων αίτινες έλαβον ύπαρξιν μεταγενεστέρως της εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως επί τη βάσει νομίμων καθ' εαυτάς πράξεων της Διοικήσεως. Η επίδρασις της ακυρώσεως δεν εκτείνεται, πράγματι, πέραν των πράξεων και των καταστάσεων, αίτινες έχουν ως άμεσον έρεισμα την ακυρωθείσαν πράξιν και μετέχουν συνεπώς των ελαττωμάτων και της ακυρότητας εκείνης".» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 342 η εφεσίβλητη ζητούσε ως αποζημίωση βάσει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος τον φόρο κεφαλαιουχικού κέρδους τον οποίο κατέβαλε στον Διευθυντή του Κτηματολογίου λόγω διάθεσης αριθμού οικοπέδων και ως προϋπόθεση για τη μεταβίβαση στους αγοραστές. Η απόφαση του Διευθυντή ακυρώθηκε καθότι μόνο φόροι οι οποίοι βαρύνουν το ακίνητο έπρεπε να εξοφληθούν για την πραγματοποίηση μεταβίβασης ακινήτου. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάστηκαν αποζημιώσεις, στη βάση του ότι η εφεσίβλητη είχε ούτως ή άλλως υποχρέωση δια νόμου να καταβάλει αυτόν τον φόρο και επομένως δεν υπέστη ζημιά. Το Εφετείο ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής: «Η απώλεια δε στοιχειοθετείται με αναφορά στα μέσα που παρέχονται για την αναγκαστική είσπραξη της οφειλής αλλά με αυτά τούτα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του πολίτη. Συσχετισμός τους, στην προκείμενη περίπτωση, δεν καταδεικνύει οποιαδήποτε ζημία. Άλλη προσέγγιση θα απέληγε σε ανισορροπία μεταξύ της διεκδίκησης δικαιωμάτων και εκπλήρωσης υποχρεώσεων, αντινομική προς τις αρχές της επιείκειας, στις οποίες βασίζεται το Άρθρο 146.6. Ούτε θα μπορούσε να γίνουν δεκτές, στο πλαίσιο αυτής της συνταγματικής διάταξης, διεκδικήσεις δικαιωμάτων ανεξάρτητα από την εκπλήρωση αντίστοιχων υποχρεώσεων. Ο διαχωρισμός τους θα απέληγε στην απόδοση ως ζημίας ποσού, το οποίο ο διοικούμενος είναι υπόχρεος να καταβάλει στο δημόσιο και δεν το πράττει. Τέτοια αξίωση δε θα μπορούσε να γίνει δεκτή με το μέτρο της επιείκειας.» Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Θεοδωρίδη (ανωτέρω), το Εφετείο ανέτρεψε μερικώς την πρωτόδικη απόφαση, λέγοντας ότι η απώλεια του ½ του μισθού του εφεσείοντος κατά τον χρόνο της διαθεσιμότητας του η οποία προηγήθηκε της δεύτερης πειθαρχικής δίωξης του δεν αποτελούσε ζημιά εντός της ερμηνείας του άρθρου 146.6 και επικύρωσε μόνο την επιδίκαση της ζημιάς για την υπεράσπιση του στην ακυρωθείσα πρώτη πειθαρχική δίκη. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου πως η απαίτηση του Ενάγοντος για την απώλεια εισοδημάτων τα οποία θα λάμβανε κατά την εργοδότηση του ως εκτιμητής ακινήτων στο γραφείο των παιδιών του απορρέει ως άμεση συνέπεια των ακυρωθεισών αποφάσεων των Εναγομένων, οδηγεί στην αναγκαιότητα εξέτασης του ύψους αυτής και κατά πόσο έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Όπως έχει ήδη διαφανεί, η αποζημίωση δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος δεν ταυτίζεται με αυτή που επιδικάζεται στο αστικό δίκαιο. Θα πρέπει να αποτελεί τη δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τη ζημιά που ο Ενάγων έχει υποστεί. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου (ανωτέρω), γίνεται μια χρήσιμη ανάλυση του τι συνιστά «δίκαιη» αποζημίωση στο εξής απόσπασμα: «Η ζημία πρέπει να αποδειχθεί. Η ζημία συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Το αγώγιμο δικαίωμα, το οποίο παρέχει η παράγραφος 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος, είναι ιδιόμορφο (cause sui generis), όπως αναγνωρίζεται στη Frangoulides v. Republic, (ανωτέρω), και οι κανόνες καθορισμού των αποζημιώσεων διάφοροι από εκείνους του κοινοδικαίου. Ανάλογη είναι και η προσέγγιση της ελληνικής νομολογίας στην ανεύρεση και καθορισμό της ζημίας, η οποία διεκδικείται ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα της Δ. Κοντόγιωργα - Θεοχαροπούλου «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως έναντι της Διοικήσεως κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως ακυρώσεως», 1988:- (σελ. 233) «Το δικαίωμα της αποζημιώσεως δεν γεννάται ipso facto εκ της ακυρωτικής αποφάσεως.» Εξηγεί γιατί:- (σελ. 234) «Διότι ακριβώς η ακύρωσις έχει αιτίαν την παρανομίαν της διοικητικής πράξεως, ενώ η ευθύνη προς αποζημίωσιν έχει γενεσιουργόν αιτίαν την προξενηθείσαν ζημίαν εκ της παρανόμου πράξεως.» Και καταλήγει:- (σελ. 135) «Συνεπώς, δεν δύναται να ύπαρξη εκ μόνης της ακυρώσεως υποχρέωσις προς αποζημίωσιν, ως ενέργεια αποκαταστάσεως, ούτε κατ' αρχήν, ούτε κατ' έκτασιν. Εις την έννοιαν της αποκαταστάσεως, ακόμη και υπό την δυναμικήν της μορφήν, δεν περιλαμβάνεται η ανόρθωσις της περιουσιακής ζημίας εκ της ακυρωθείσης πράξεως.» . Αν γίνει δεκτό ότι η εφεσίβλητη ζημιώθηκε, το θέμα δεν τελειώνει. Πρέπει να καθοριστεί η ζημία, η οποία είναι δίκαιο να της αποδοθεί. Το μέτρο της αποζημίωσης, που θέτει η παράγραφος 6 του Άρθρου 146, είναι «δικαία και εύλογος αποζημίωσις», έννοια συνυφασμένη με το δίκαιο του πράγματος στην ευρύτερη του διάσταση, ταυτισμένη με τη δικαιοσύνη. Όπως επισημαίνεται στη The Attorney-General of The Republic ν. Andreas A. Markoullides and Another (ανωτέρω), το δίκαιο, αποτιμούμενο υπό το πρίσμα του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης, αποτελεί το επίμετρο των αποζημιώσεων. Λαμβάνονται υπόψη οι εκατέρωθεν θέσεις, η στάση των μερών και, προπάντων, η ουσιαστική απώλεια. Ανάλογη αρχή αποζημίωσης, με εκείνη που τίθεται στην παράγραφο 6 του Άρθρου 146 του Συντάγματος, απαντάται και στο Άρθρο 23.4 του Συντάγματος, ως το μέτρο της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση γης. Η ερμηνεία του όρου «δικαία», στο πλαίσιο του Άρθρου 23.4 του Συντάγματος, εξετάστηκε από την Ολομέλεια στη Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119. Το ακόλουθο απόσπασμα διαφωτίζει, ως προς τη σημασία του:- (σελ. 128) «Ετυμολογικά ο όρος 'δίκαιη' συναρτάται με το ίσον, που στο πλαίσιο του άρθρου 10 δε μπορεί να πάρει άλλη διάσταση από την εξίσωση της αποζημίωσης με την ουσιαστική απώλεια.» Το Δικαστήριο, στη Σεργίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), απέρριψε τον ισχυρισμό του εφεσείοντα - ότι η αφαίρεση από την καταβλητέα αποζημίωση της επαύξησης της αξίας κτήματος, που προκύπτει από την απαλλοτρίωση, παραβιάζει τα Άρθρα 28.1 και 2 του Συντάγματος, (ισότητα), και 24.1 του Συντάγματος, (συνεισφορά στο δημόσιο σύμφωνα με τις δυνάμεις εκάστου), ή την αρχή της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης, που κατοχυρώνεται στο Άρθρο 23.4(γ) του Συντάγματος. Δίκαιη, αναφέρεται, είναι η αποζημίωση, η οποία αποβλέπει στην αποκατάσταση της πραγματικής απώλειας.» Στην υπόθεση Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Θεοδωρίδη (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής: «Ο όρος "δικαία και εύλογος αποζημίωσις" στο πλαίσιο του άρθρου 146 ταυτίζει την αποζημίωση με το δίκαιο του αιτήματος στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ διοικούμενου και Διοίκησης ώστε η υπαιτιότητα των μερών για την πρόκληση της ζημίας να καθίσταται ζωτικής σημασίας για τον καθορισμό της αποζημίωσης. [Phedias Kyriakides v. Republic, 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 CLR. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic
(1979)3 CLR. 550, Christophides v. Attorney - General
(1981)1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Διευθυντή Τμήματος Δασών και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, και Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1992)1 Α.Α.Δ. 697]. Στη Markoullides (ανωτέρω) λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό της ζημίας η απείθεια του ενάγοντα στις οδηγίες της Αρχής Ηλεκτρισμού για τη μετάθεση του που θεμελίωσε την πειθαρχική δίωξη εναντίον του παρά την ακύρωση της απόφασης για την παύση του. Ότι προκύπτει είναι ότι η ακύρωση της πράξης δε διαγράφει τη διαγωγή του υπαλλήλου στην υπηρεσία του η οποία εφόσον κριθεί μεμπτή επενεργεί προς μείωση ή ακόμα και εξαφάνιση του δικαιώματος για αποζημίωση. Καθοδήγηση για το μέτρο της ζημίας βάσει του Άρθρου 146.6 μπορεί να αντληθεί και από το δίκαιο της επιείκιας (equity) που συναρτά την παροχή θεραπείας και το μέτρο του καθορισμού της με την επίδειξη επιπέδου συμπεριφοράς που συνάδει με τις αρχές της δικαιοσύνης, δηλαδή καθαρή συνείδηση και άμεμπτη διαγωγή.» Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω υποθέσεις, κατά τον υπολογισμό του τι συνιστά δίκαιη και εύλογη αποζημίωση και τον καθορισμό του ύψους αυτής, συνεκτιμάται και η συμπεριφορά του αρμόδιου οργάνου αλλά και του διοικούμενου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Attorney-General v. Markoullides and another
(1969)1 C.L.R. 242 είναι διαφωτιστικό: «Damages in a case, such as the present one, have to be " just and equitable damages ", as laid down in paragraph 6 of Article 146, and, in interpreting such expression, we find great assistance in the course adopted by the French Council of State in the case of Deberles (7th April, 1933). It was held, there, in a case of similar nature to the present one, that in assessing damages in relation to a decision which has been declared to be void the respective importance of the culpability of the Administration and of the claimant must be taken into account.» Η αρχή πως η υπαιτιότητα του κάθε διαδίκου είναι παράγων ο οποίος λαμβάνεται υπόψιν κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων επαναλήφθηκε στην υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Τέλος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου κ.ά. (ανωτέρω), λέχθηκε πως ποσά τα οποία διεκδικούνται ως καταβληθέντα έξοδα (για την υπεράσπιση σε Προσφυγές) έπρεπε να αποδειχθούν αυστηρά, ως ειδική ζημιά, κάτι το οποίο σε εκείνη την περίπτωση οι εφεσίβλητοι δεν κατάφεραν να αποδείξουν. Στην παρούσα περίπτωση έχει γίνει δεκτό πως εξαιτίας των επίδικων πράξεων ο Ενάγων υπέστη ζημιά. Όμως σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο θεωρεί ότι από τη στιγμή που ο Ενάγων δεν βρισκόταν ήδη στην υπηρεσία του γραφείου των υιών του και επομένως δεν λάμβανε μισθό και δεν είχε εισόδημα από την εν λόγω εργασία, αλλά θα εργοδοτείτο εκεί αμέσως με την εγγραφή του, τότε απουσιάζει μαρτυρία η οποία να προσδιορίζει με ακρίβεια το ύψος της όποιας απώλειας των εισοδημάτων του σε αυτή τη βάση. Με άλλα λόγια, δικαιολογημένα ο Ενάγων δεν μπορεί να προκαθορίσει και διεκδικήσει συγκεκριμένο ποσό το οποίο αντικατοπτρίζει το μηνιαίο του εισόδημα ως εκτιμητής, εφόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο αδυνατούσε να εργαστεί και δεν εργαζόταν ως εκτιμητής. Θα μπορούσε να λεχθεί πως η απαίτηση για απώλεια εισοδημάτων στην προκειμένη περίπτωση προσομοιάζει με απαίτηση για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων σε περιπτώσεις διάπραξης αστικών αδικημάτων, όπου εκεί που δεν χρησιμοποιείται η μέθοδος του συντελεστή, υπολογίζεται ένα κατ΄ αποκοπή ποσό. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η υπόθεση Κουμπαρή κ.ά. v. Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 921 η οποία αφορούσε απαίτηση για το αστικό αδίκημα της επίθεσης και λέχθηκαν τα εξής: «Παρ' όλον ότι ο συντελεστής που το πρωτόδικο Δικαστήριο χρησιμοποίησε δεν είναι λανθασμένος, εν τούτοις ενόψει της έλλειψης στοιχείων για τα σημερινά εισοδήματα του εφεσίβλητου, οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την απώλεια των μελλοντικών απολαβών με τη μέθοδο του συντελεστή θα ήταν παρακινδυνευμένο. Η παρούσα περίπτωση είναι η κατάλληλη περίπτωση υπολογισμού της απώλειας των μελλοντικών απολαβών με ένα κατ' αποκοπή ποσό. Ένα ποσό γενικών αποζημιώσεων της τάξης των £10.000.- θα ήταν εύλογο, αν περιλάμβανε σ' αυτό και την απώλεια μελλοντικών απολαβών. Όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα (Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd and another v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789), αλλά το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποπειράται να επιδικάσει αποζημιώσεις για το πλήρες ποσό ή να προβεί σε τέλεια χρηματική αποκατάσταση (Paraskevopoullos v. Georghiou
(1970)1 C.L.R. 116 και Xenophontos and another v. Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521). Από την άλλη οι αποζημιώσεις θα πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Η αποζημίωση επί αδικοπραξιών σκοπό έχει την αποκατάσταση του ζημιωθέντος και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εξ ου και ο Ενάγων στηρίχθηκε στο Τεκμήριο 23 και στον υπολογισμό της ζημιάς του κατ΄ αντιστοιχία και αυξημένη σε σύγκριση με το μέσο μηνιαίο εισόδημα του επαγγέλματος του εκτιμητή ακινήτων όπως αυτό υπολογίστηκε με τη στατιστική μέθοδο της Στατιστικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών για τα επίδικα έτη 2004-
- Το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί την εγκυρότητα της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε και συνακόλουθα την ορθότητα του Τεκμηρίου 23 ως προς το ότι πράγματι αυτό αντικατοπτρίζει με επιστημονικά αναγνωρισμένη μέθοδο το μέσο μηνιαίο εισόδημα του εκτιμητή ακινήτων στην Κύπρο για τα εν λόγω έτη. Τούτου λεχθέντος, το Δικαστήριο επισημαίνει πως στην υπό κρίση περίπτωση το μέσο μηνιαίο εισόδημα αποτελεί στοιχείο προς υποβοήθηση του για τον υπολογισμό του απωλεσθέντος μηνιαίου εισοδήματος του Ενάγοντος, πλην όμως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί πως αυτός ο μέσος όρος αποτελεί το μικτό εισόδημα και υπολογίστηκε στη βάση κανονικών ωρών εργασίας και συμπεριλαμβανομένων του τιμάριθμου και του 13ου. Περαιτέρω θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπό κρίση υπόθεσης, ήτοι το ότι ο Ενάγων επρόκειτο να εργαστεί σε νέο (και όχι ήδη εγκαθιδρυμένο με πελατεία) γραφείο στην Πάφο, υποκατάστημα του υφιστάμενου γραφείου των παιδιών του στη Λεμεσό, και επιπλέον η ηλικία του Ενάγοντος στη βάση του ότι άγνωστο παραμένει κατά πόσο αυτός θα απασχολείτο εκεί μέχρι και το 2012 εφόσον τότε, όταν ήταν και που ενεγράφη, δήλωσε πως δεν είχε πλέον τις δυνάμεις και τη φυσική αντοχή να εργαστεί. Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί πως ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τα εισοδήματα και τις εισπράξεις του συγκεκριμένου γραφείου και ειδικότερα τις μηνιαίες απολαβές των παιδιών του, ως ιδιοκτητών του γραφείου, μαρτυρία η οποία θα ήταν διαφωτιστική για τον υπολογισμό του ύψους του μηνιαίου εισοδήματος του Ενάγοντος, από τη στιγμή που αυτός θα εργαζόταν στο γραφείο των παιδιών του. Με άλλα λόγια, ο μέσος μηνιαίος μισθός αποτελεί μεν κάποια ένδειξη για το ύψος του μισθού που θα λάμβανε ο Ενάγων, πλην όμως από τη στιγμή που ήταν βέβαιο πως αυτός θα απασχολείτο στο συγκεκριμένο γραφείο, θα ήταν βοηθητικό ως επίσης μια ένδειξη για τον υπολογισμό της ζημιάς αν παρουσίαζε τις μηνιαίες εισπράξεις αυτού και ή τις μηνιαίες απολαβές των παιδιών του οι οποίοι ήταν οι μόνοι που εργάζονταν ως εκτιμητές ακινήτων. Ο μισθός τον οποίο ο Ενάγων ανέφερε για τους υπαλλήλους, ήτοι μεταξύ €900-€1200 δεν αφορά εκτιμητή ακινήτων όπως θα ήταν ο ίδιος και επομένως δεν κρίνεται βοηθητικός. Έχει ήδη λεχθεί πως ο καθορισμός από τον Ενάγοντα του ύψους του μηνιαίου εισοδήματος του στις €6.810 είναι παντελώς αυθαίρετος και κρίνεται υπερβολικός για τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω. Επαναλαμβάνεται πως αφενός η μαρτυρία του περί της αύξησης στις εκτιμήσεις ακινήτων κατά τα επίδικα έτη δεν αντικατοπτρίζεται από το Τεκμήριο 23, και αφετέρου δεν λαμβάνει υπόψιν το ότι θα αναλάμβανε νέο γραφείο και δεν μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα από το Δικαστήριο ότι θα ήταν σε θέση να εργάζεται επί πλήρους βάσης και απασχόλησης μέχρι και το
- Στον καθορισμό του ποσού, λαμβάνεται υπόψιν πως ο Ενάγων δεν επέδειξε συμπεριφορά η οποία να του αποδίδει οποιαδήποτε ευθύνη για την όλη εξέλιξη των γεγονότων, εν αντιθέσει με τους Εναγόμενους οι οποίοι επέδειξαν ολιγωρία και απροθυμία στη συμμόρφωση με την πρώτη κιόλας απόφαση στην Προσφυγή, διεξάγοντας και δεύτερη φορά ελλιπή έρευνα αναφορικά με την εξέταση της αίτησης του Ενάγοντος και τελικώς αγνοώντας τις δύο πρώτες αποφάσεις στις Προσφυγές και επιδεικνύοντας περιφρόνηση στη δικαστική διαδικασία η οποία οδήγησε στον χαρακτηρισμό της όλης στάσης τους ως «άκρως απαράδεκτη» στην τρίτη απόφαση στην Προσφυγή. Αυτό το στοιχείο δικαιολογεί την επιδίκαση σε κάποιον βαθμό αυξημένων αποζημιώσεων. Πριν την κατάληξη ως προς το ύψος του ποσού, το Δικαστήριο αναφέρει ότι η όποια απαίτηση του Ενάγοντος για ηθική βλάβη δεν μπορεί να πετύχει. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ταλιαδώρου κ.ά. (ανωτέρω), η ηθική βλάβη δεν συνιστά άμεσο αποτέλεσμα ή άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας παράνομης πράξης και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην υπόθεση Πήττα κ.ά. v. Δήμου Στροβόλου (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Παρέμεινε προς εξέταση το παράπονο των εφεσειόντων ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν τους επιδίκασε μη χρηματικές αποζημιώσεις (non pecuniary damages), οι οποίες βεβαίως είναι διάφορες από τη «δικαία και εύλογο αποζημίωση» που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος και από τη φύση τους αντιστρατεύονται τη σχετική επί του θέματος (κυπριακή) νομολογία. Επικαλέστηκαν συναφώς τα όσα λέχθηκαν στη Γιάλλουρος (ανωτέρω) και στην Voytenko (ανωτέρω) που αφορούσε απόφαση του ΕΔΑΔ. Δεν μας βρίσκουν σύμφωνους οι θέσεις τους επί του θέματος. Η μεν Γιάλλουρος αφορούσε αποζημιώσεις για παράβαση των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και του απορρήτου των επικοινωνιών του εφεσείοντα δυνάμει των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος, η δε Voytenko αποζημιώσεις για παράλειψη της Ουκρανίας να εκτελέσει οριστικές δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες επιδικάζονταν στους αιτητές συγκεκριμένα ποσά. Πρόκειται δηλαδή για αυθεντίες που δεν αφορούν την ιδιόρρυθμη αποζημίωση που προνοείται από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στις εν λόγω αυθεντίες δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα.» Επομένως, θεωρώ ότι ο Ενάγων δικαιούται στην επιδίκαση ποσού ως απώλεια εισοδημάτων, χαμηλότερου του μέσου μηναίου όρου όπως αυτό καταγράφεται στο Τεκμήριο 23 και για μικρότερη της χρονικής περιόδου για την οποία προβάλλει την απαίτηση του, και συγκεκριμένα από τη δεύτερη απόρριψη της αίτησης του μέχρι και την εγγραφή του, ήτοι από τις 3.5.07 μέχρι τις 4.5.
- Με βάση όλες τις παραμέτρους που λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο και ειδικότερα το ότι θα πρέπει να επιδικαστεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση, θεωρώ ότι ένα ποσό της τάξης των €70.000 αντικατοπτρίζει όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €70.000 με νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της Αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν στην ανάλογη κλίμακα από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο