← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ. Αίτησης: 1/21, 10/6/2021

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ. Αίτησης: 1/21, 10/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1/21 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟ 66(Ι)/97 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22(ι)/16 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ CYPRUS POPOULAR BANK PUBLIC CO LTD (HE1) KAI ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ της ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ Της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (HE1), ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΆΡΘΡΟΥ 33Β ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΝΟΜΟΥ 66(Ι)/97 --------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για τους Αιτητές: Ο κ. Α. Κασιανής, για Α. Μαθηκολώνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου: Η κα Θ. Ραφτοπούλου, για Αλέκος Ευαγγέλου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. ----------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερομηνίας 28.5.21, υπό XXXXX Makhlouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά για διαγραφή της κυρίως αίτησης για εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd που καταχωρήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στις 8.1.21 Στις 8.1.21, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, καταχώρησε την αίτηση με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό για εκκαθάριση της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd ( εν τοις εφεξής η «Λαϊκή Τράπεζα» ) και για διορισμό εκκαθαριστή και συγκεκριμένα τον κο XXXXX Παπαθωμά. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του κυρίου XXXXX Στυλιανού, Βοηθού Διευθυντή στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η οποία είναι πολυσέλιδη και στην οποία επισυνάπτει 38 συνολικά Τεκμήρια. Η αίτηση επιδόθηκε στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτε και καταχώρησε ένσταση. Το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για δημοσίευσή της, τόσο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όσο και σε δύο εφημερίδες ημερήσιας κυκλοφορίας. Στις 5.2.21, ειδοποίηση της αίτησης, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και την ίδια ημέρα, στις εφημερίδες «Πολίτης» και «Ο Φιλελεύθερος». Όταν η αίτηση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρουσιάστηκαν εκτός από τους Αιτητές και τον Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, αριθμός δικηγόρων, οι οποίοι εμφανίζονται για πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας, για εξ αποφάσεως πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας, για πρόσωπα που είχαν καταθέσεις στη Λαϊκή Τράπεζα και έχουν καταχωρήσει εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας διάφορες αγωγές και άλλες δικαστικές διαδικασίες, οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον διαφόρων δικαστηρίων ανά το παγκύπριο, και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για καταχώρηση ένστασης για όσους από τους δικηγόρους που εμφανίστηκαν ενώπιόν του, είχαν δηλώσει ότι πρόθεση τους ήταν να καταχωρήσουν ένσταση. Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι, λόγω της καταχώρησης της αίτησης εκκαθάρισης εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, η διαδικασία σε πολλές αγωγές που εκκρεμούν ενώπιον διαφόρων Δικαστηρίων όλων των επαρχιών της Κύπρου και σε διάφορες κλίμακες, έχει ανασταλεί, κατόπιν της σύμφωνης γνώμης όλων των δικηγόρων που τις χειρίζονται, λόγω της καταχώρησης της αίτησης εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας, και εν αναμονή του αποτελέσματός της, το οποίο θα είναι καθοριστικό σε ότι αφορά την πορεία των αγωγών, αναφορικά με τη Λαϊκή Τράπεζα. Το παρόν Δικαστήριο, λόγω ακριβώς και του γεγονότος αυτού, είχε καταστήσει σαφές τόσο στους Αιτητές, αλλά και σε όσα πρόσωπα εμφανίστηκαν εκ μέρους διαφόρων πιστωτών ότι οι οδηγίες που θα δώσει αναφορικά με την καταχώρηση ένστασης θα είναι αυστηρές και αναμένει ότι θα τηρηθούν τα χρονοδιαγράμματα, για να μπορεί η αίτηση να εκδικαστεί το συντομότερο δυνατόν. Μετά από διάφορες εμφανίσεις που έγιναν ενώπιον του Δικαστηρίου, για τις οποίες υπάρχουν σχετικά πρακτικά στον φάκελο του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκαν τελικά ενστάσεις, από : -Το δικηγορικό γραφείο Λουκάς και Βίας Λ. Παρπαρίνος και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, ως δικηγόροι της Fulcrum Distressed Opportunities Fund III, LP. -Το δικηγορικό γραφείο Α.Κ.Χ'' Ιωάννου και Σία, δικηγόροι του πιστωτή, Γεώργιου Καζάνου, -Το δικηγορικό γραφείο Αντρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε, δικηγόροι των ενδιαφερομένων μερών‑πιστωτών, XXXXX Mahklouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά. Κάποιοι από τους δικηγόρους που εμφανίστηκαν, δήλωσαν ότι δεν θα καταχωρήσουν ενστάσεις και θα παρακολουθήσουν απλά τη διαδικασία, ενώ κάποιοι άλλοι δικηγόροι, υιοθέτησαν τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί από συναδέλφους τους. Εκκρεμεί ακόμα στο Δικαστήριο αίτημα από τα δικηγορικά γραφεία XXXXX Νικολάου και XXXXX Πουλλά‑Μακαρούνα, οι οποίες εκπροσωπούν διάφορα πρόσωπα στις αγωγές 1128/15, 1129/15, 1130/15, 1131/15 και 2835/15, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, οι οποίες έχουν ζητήσει περισσότερο χρόνο για καταχώρηση ένστασης, αίτημα το οποίο προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου των Αιτητών. Στις 31.5.21, που το Δικαστήριο ήταν έτοιμο να προγραμματίσει για ακρόαση την κυρίως αίτηση, βεβαίως με βάση τα δεδομένα και ή τα αιτήματα που θα έθεταν ενώπιόν του οι δικηγόροι, αντιλήφθηκε μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου, ότι το δικηγορικό γραφείο Αντρέας Θ. Μαθηκολώνης και Σία Δ.Ε.Π.Ε, οι οποίοι έχουν όπως έχει ήδη αναφερθεί, έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων μερών πιστωτών XXXXX Mahklouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά, είχαν καταχωρήσει στις 28.5.21 ενδιάμεση αίτηση, με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση διαφόρων Διαταγμάτων, με τα οποία να διαγράφεται και ή απορρίπτεται και ή παραμερίζεται η κυρίως αίτηση που έχει καταχωριστεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας, η υπό κρίση αίτηση. Το Πρωτοκολλητείο όρισε την αίτηση στις 17.6.21, ημερομηνία που ορίζονται οι αιτήσεις δια κλήσεως, σύμφωνα με το πρόγραμμά του. Το Δικαστήριο στις 31.5.21, αφού βεβαιώθηκε ότι η αίτηση για διαγραφή είχε δεόντως επιδοθεί στους Αιτητές της κυρίως αίτησης, δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, όπως και τον Ειδικό Εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας, ο οποίος επίσης εμφανίζεται στην παρούσα διαδικασία, αποφάσισε στα πλαίσια γρήγορου και πρακτικού χειρισμού της αίτησης, να της επιληφθεί στις 31 Μαΐου του 2021, ακυρώνοντας την ημερομηνία 17.6.21. Επειδή ουσιαστικά, η εν λόγω αίτηση αφορά τους Αιτητές‑ - πιστωτές XXXXX Mahklouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά και την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, αφού το Δικαστήριο ζήτησε από τον συνήγορο, που καταχώρησε την αίτηση, να την παραδώσει και στους υπόλοιπους συναδέλφους του, για να λάβουν γνώση, ζήτησε επίσης, τόσο από την συνήγορο της Κεντρικής Τράπεζας, όσο και από τον δικηγόρο των Αιτητών, να αγορεύσουν ενώπιόν του προφορικά εκείνη τη στιγμή σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση, στην οποία ως αναμένετο η δικηγόρος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δήλωσε ότι έχει ένσταση. Όντως ακολουθήθηκε αυτή η διαδικασία, δηλαδή αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ο καθένας τη δική του θέση, η δικηγόρος της Κεντρικής Τράπεζας, κυρία XXXXX Ραφτοπούλου, η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, δήλωσε ότι έχει ένσταση στην έκδοση των Διαταγμάτων που ζητούνται με την αίτηση και ο συνήγορος των Αιτητών - πιστωτών XXXXX Mahklouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά, κ Κασιανής προωθώντας την αίτησή του και ζητώντας από το Δικαστήριο, όπως εκδώσει τα σχετικά διατάγματα. Το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του στην εν λόγω αίτηση στις 31.5.21, η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Αγορεύοντας πρώτη, η κυρία Ραφτοπούλου, δήλωσε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί άνευ άλλου από το Δικαστήριο, καθ' ότι όλοι οι λόγοι για τους οποίους οι Αιτητές αιτούνται την απόρριψη και διαγραφή της κυρίως αίτησης, περιλαμβάνονται στους λόγους ένστασης που έχουν καταχωρήσει στην ένστασή τους, στην κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας και διορισμό Εκκαθαριστή, εκ μέρους των ίδιων πιστωτών. Ήταν η θέση της ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, παραπέμποντας κατ' αρχήν στην απόφαση Beogradska D.D. στην οποία έχει αναφερθεί ότι όταν με δύο τρόπους επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός, το Δικαστήριο έχει στη διάθεσή του το μέτρο της απόρριψης και το μέτρο της αναστολής, και εκεί όπου η μεταγενέστερη δικαιοδοσία καλύπτει ουσιωδώς τα ζητήματα που αναφέρονται στην πρώτη ή κύρια διαδικασία, αυτή η μεταγενέστερη διαδικασία πρέπει να απορρίπτεται. Τούτο, πηγάζει από τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Ειδικά σε ότι αφορά, αιτήσεις φύσεως, ως η παρούσα, δηλαδή αιτήσεις εκκαθάρισης, παραπέμποντας στην απόφαση In Re Pelmaco Development Ltd, η κα Ραφτοπούλου ανέφερε ότι η διαγραφή ενός τέτοιου δικογράφου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο αυτό, κρινόμενο αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Ήταν η θέση της, ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα αναφορικά με την κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας που έχει καταχωρηθεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Όπως ανέφερε, η κυρίως αίτηση είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο βλέποντάς την στο πρόσωπό της (on the face of
  2. it)χωρίς να χρειαστεί να μπει σε βάθος και να την αναλύσει, δεν μπορεί να αποφασίσει ότι δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης. Ανέφερε επίσης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου, που αποτελεί και έναν από τους λόγους αίτησης για διαγραφή της αίτησης εκκαθάρισης που έχει εγερθεί από τους Αιτητές στην υπό κρίση αίτηση, ότι υπάρχει εξουσιοδότηση/απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης, εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας και παρέπεμψε σχετικά στην παράγραφο 43 της ένορκης δήλωσης του κυρίου Στυλιανού που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, στην οποία κάνει αναφορά στην απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας να προχωρήσει με την καταχώρηση της επίδικης αίτησης, και τα Τεκμήρια 35 και 36 επίσης της ένορκης δήλωσης Στυλιανού, που συνοδεύουν την κυρίως αίτηση. Ήταν η θέση της ότι οι λόγοι, εφόσον όλοι οι λόγοι στους οποίους στηρίζονται οι Αιτητές για διαγραφή της κυρίως αίτησης περιλαμβάνονται στην ένστασή τους, η υπό κρίση αίτηση, συνιστά κατάφορη κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, και ζήτησε, έχοντας υπόψη της και τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, από το Δικαστήριο να απορρίψει την εν λόγω αίτηση. Θεωρεί ότι η υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση καθυστερεί επίσης αδικαιολόγητα την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, το αποτέλεσμα της οποίας αναμένουν, όπως έχει αναφερθεί, εκατοντάδες πιστωτές και ενώ ο συνήγορος των Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση επικαλείται σαν έναν από τους λόγους προώθησης της υπό κρίση αίτησης την καθυστέρηση που παρατηρείται, έρχεται ο ίδιος να συμβάλει περαιτέρω στην όποια καθυστέρηση καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση. Στη βάση των πιο πάνω, εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Ο δικηγόρος που παρουσιάστηκε εκ πλευράς των Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση, κύριος Κασιανής, είπε στο Δικαστήριο, ότι η υπό κρίση αίτηση, βασίζεται σε πολύ συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι και αναγνωρίζονται από τη νομολογία και εδράζονται από στους σχετικούς θεσμούς για διαγραφή της παρούσας αίτησης εκκαθάρισης. Ήταν η θέση του, ότι όπως αναλύεται σχετικά και στην αίτησή του, υπάρχει μια καταφανής κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από πλευράς Αιτητών και κατ' επέκταση και του δικαιοδοτικού άρθρου, στη βάση του οποίου καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Η Αιτήτρια, δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, βρίσκεται κατά την άποψή του, και βρισκόταν από το 2013, σε καθεστώς πρωτοφανούς σύγκρουσης συμφερόντων υπό τριπλή ιδιότητα. Αφενός, ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής της Λαϊκής με €9 δισεκατομμύρια οφειλή για την έκτακτη παροχή ρευστότητας, ήταν επίσης ο επόπτης της Λαϊκής Τράπεζας ως Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ήταν περαιτέρω και η Αρχή Εξυγίανσης, η οποία βάσει των διαφόρων Διαταγμάτων που εξέδωσε, διασφάλισε, ενάντια στα συμφέροντα των πιστωτών της Λαϊκής Τράπεζας στο σύνολό τους, την πληρωμή του ELA, €9 δισεκατομμύρια με το Διάταγμα που εξέδωσε ως Αρχή Εξυγίανσης. Όπως είπε αυτοί οι λόγοι εγείρονται και ως λόγοι ένστασης στην ένσταση που έχουν καταχωρήσει στην κυρίως αίτηση. Περαιτέρω, ήταν η θέση του, ότι η Κεντρική Τράπεζα ενώ γνώριζε από το 2013, μετά τα Διατάγματα που εξέδωσε, ότι η Λαϊκή Τράπεζα ούτε πραγματικά, αλλά ούτε και νομικά πληρούσε τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις του άρθρου 4Α του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, για να έχει τραπεζική άδεια, εν τούτοις, καταχρηστικά και με κακή πίστη και για εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών, προχώρησε σε τροποποίηση της άδειας της Λαϊκής Τράπεζας και δεν προέβη σε ανάκλησή της, ως όφειλε. Εκ των υστέρων, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της Κεντρικής Τράπεζας, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αρνήθηκε να ανακαλέσει την τραπεζική άδεια της Λαϊκής Τράπεζας αναφέροντάς τους ότι είναι από το 2013, που η εν λόγω Τράπεζα δεν θα έπρεπε να ασκεί τραπεζικές εργασίες. Θέση του είναι επίσης ότι η Κεντρική Τράπεζα ανακάλεσε την άδεια της Λαϊκής Τράπεζας τώρα, σκοπίμως, για να μπορέσει να στοιχειοθετήσει το δικαιοδοτικό υπόβαθρο του άρθρου 33Β, του Νόμου περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων. Αυτή, σύμφωνα με τη θέση του, ήταν η σκοπιμότητα της Κεντρικής Τράπεζας, για να θέσει τη Λαϊκή Τράπεζα υπό το καθεστώς της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/59 καθώς και ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος του 2016, μιλούν για εκκαθάριση με βάση τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, υπάρχει συγκεκριμένος ορισμός στο άρθρο 2,που είναι το ερμηνευτικό άρθρο της Οδηγίας 2014/59, το οποίο αναφέρεται σε ''κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας''. Είναι η θέση του, ότι εδώ ακριβώς έγκειται η κατάχρηση της διαδικασίας, ότι δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα, χρησιμοποίησε την άδεια και την εξουσία της ως Επόπτης για να καταλήξει με το άρθρο 33Β, να θέσει τη Λαϊκή Τράπεζα υπό τον έλεγχο της, ουσιαστικά τοποθετώντας Προσωρινό Εκκαθαριστή της αρεσκείας της και ζητώντας τον διορισμό Εκκαθαριστή δικής της επιλογής. Αυτή, κατά την άποψή του, ήταν η σκοπιμότητα της Κεντρικής Τράπεζας, η οποία καθαρά αποτελεί κατάχρηση και παρέπεμψε σχετικά στην υπόθεση Artesa Trading Ltd, Πολ. Έφεση 147/12, ημερ. 3.4.18. Ήταν η θέση του, ότι παρόλο που η υπόθεση Artesa, (ανωτέρω) δεν αφορούσε αίτηση εκκαθάρισης, πιστεύει ότι είναι πολύ παρόμοιας φύσης με την παρούσα υπόθεση, αφού όπως στην εν λόγω υπόθεση, και στην παρούσα υπόθεση, στοιχειοθετήθηκε από τους Αιτητές ένα υπόβαθρο, το οποίο παρακάμπτει τον δικαιοδοτικό Νόμο και κατέληξε η υπόθεση σε απόρριψη με διαγραφή λόγω κατάχρησης. Ήταν, επίσης, η θέση του, ότι για αυτούς τους λόγους οι ίδιοι θεωρούν ότι η αίτησή τους είναι αναγκαία και πρέπει να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο για τους λόγους που προβάλλονται, γιατί η αίτηση για διαγραφή μπορεί μεν να περιέχει θέματα που εγείρονται και στους λόγους ένστασης, μεταξύ άλλων λόγων, ωστόσο, η ουσία της αίτησης για διαγραφή, είναι το γεγονός ότι το εναρκτήριο μέσο ουσιαστικά είναι έκθετο σε απόρριψη. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο κύριος Κασιανής, σε ζητήματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, όσο πιο πρώιμα το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αυτής της πράγματι δραστικής διαδικασίας, αυτό είναι το πρέπον, διότι πρόκειται για ένα μέτρο το οποίο καταστέλλει τη διαδικασία, για τους λόγους που ανέφερε και που θέτει η νομολογία. Ήταν καταληκτικά η θέση του, ότι ορθά λαμβάνει προτεραιότητα εκδίκασης η αίτηση για διαγραφή, κάτι, που με τους λόγους που έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, πιστεύουν ότι θα επιτύχει και το θέμα θα λήξει εδώ. Ανέφερε επίσης ότι ο λόγος που θέτουν ζήτημα της δικαιοδοσίας με το Άρθρο 33Β του Νόμου και παρέπεμψε σχετικά το Δικαστήριο στο ερμηνευτικό άρθρο 2, για τις "κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας", είναι επειδή επί αυτής της τροχιοδρόμησης που έκανε η Κεντρική Τράπεζα με την ανάκληση της άδειας της Λαϊκής Τράπεζας, πλέον θα διοριστεί εκκαθαριστής της αρεσκείας τους και δεν θα μπορεί να διοριστεί ο Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο, θα μπορέσει να συγκαλέσει έκτακτη Γενική Συνέλευση, για να ακουστούν οι πιστωτές, και κατά την άποψή του, εδώ τίθεται ένα μείζον ζήτημα. Ήταν η τελική του θέση, ότι η Κεντρική Τράπεζα χρησιμοποιώντας καταχρηστικά την όλη διαδικασία, δημιούργησε το δικαιοδοτικό υπόβαθρο του άρθρου 33Β, για να αποφύγει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η θέση του είναι ότι αυτή η διαδικασία ξεκάθαρα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εκ πλευράς της Κεντρικής Τράπεζας. Το υπόβαθρο της αίτησης που έχει καταχωρήσει η Κεντρική Τράπεζα, της κυρίως δηλαδή αίτησης, πλήττεται από την κατάχρηση και με τον τρόπο που ενήργησε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου επί των τριών ιδιοτήτων της, όπως τις ανέφερε πιο πάνω. Με την υπό κρίση αίτηση, όπως έχω αναφέρει, ζητείται η έκδοση 8 διαφορετικών Διαταγμάτων, όλα εκ των οποίων αφορούν τη διαγραφή και ή απόρριψη και ή παραμερισμό της κυρίως αίτησης, ημερομηνίας 8.1.21, για εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας: 1: Ως ενοχλητικής, αβάσιμης και σκανδαλώδης. 2: Ως καταχωρηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, χωρίς οποιανδήποτε νομιμοποίηση. 3: Ως καταχωρηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, χωρίς οποιαδήποτε νόμιμη και ή νομότυπη απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου και κατά συνέπεια, χωρίς οποιαδήποτε εξουσία και ή νομιμοποίηση στην καταχώρησή της. 4: Διότι το εκδικάζον Δικαστήριο, στερείται δικαιοδοσίας να διατάξει την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.66(Ι)/97ως έχει τροποποιηθεί. 5: Γιατί η κυρίως αίτηση, αποτελεί καταφανή κατάχρηση της διαδικασίας και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. 6: Γιατί η κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς και ή με κακή πίστη και ή με υπέρμετρη καθυστέρηση και ή είναι καταπιεστική και ή εκδικητική και ή καταφανώς ενάντια στα συμφέροντα των πιστωτών της Λαϊκής Τράπεζας στο σύνολό τους. 7: Γιατί η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δεν νομιμοποιείται στην καταχώρησή της, γιατί από το 2013 μέχρι και σήμερα, βρίσκεται υπό καθεστώς πρωτοφανούς σύγκρουσης συμφερόντων και 8: Διότι η κυρίως αίτηση, καταχωρήθηκε κακόβουλα και ή καταχρηστικά και ή με αλλότρια κίνητρα και ή με κακή πίστη και ή αποτελεί ενοχλητικό δικονομικό μέτρο. Νομική βάση της αίτησης, είναι άρθρα του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου 66(Ι)/1997, ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος 22(Ι)/16, ο περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμος 138(Ι)/02, ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων ιδρυμάτων Νόμος 17(Ι)/13, ο περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθετών και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμος, ο ΕΚ1024/2013, ημερομηνίας 15.10.13, η Ευρωπαϊκή Οδηγία 14/59 ΕΕ, ο ΕΚ06/14, ο περί Εταιρειών Νόμος Κεφ.113 και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, ο περί Δικαστηρίων Νόμος, οι περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμοί του 1933, οι Αγγλικοί Θεσμοί Εκκαθάρισης του 1949, το άρθρο 30 του Συντάγματος, τις αρχές του κοινοδικαίου, της επιείκειας, της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και στις γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η πολυσέλιδη ένορκος δήλωση του δικηγόρου XXXXX Μαθηκολώνη, συνοδευόμενη από 9 Τεκμήρια. Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι ο δικηγόρος των ενδιαφερόμενων μερών πιστωτών της Λαϊκής Τράπεζας XXXXX Mahklouf, XXXXX Παρασκευά και XXXXX Παρασκευά, εξηγώντας την ιδιότητα κάθε ενός από αυτούς. Αναφέρει επίσης ότι κατόπιν οδηγιών τους, έχει καταχωρήσει αγωγές μεταξύ άλλων και εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Τον έχουν επίσης εξουσιοδοτήσει λόγω των συνθηκών που υπάρχουν λόγω επιδημίας του Covid, να προβεί ο ίδιος στην ένορκη δήλωση αντί οποιουδήποτε εξ αυτών, λόγω αντικειμενικής δυσκολίας. Αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, έχει διαβάσει την κυρίως αίτηση και τις αξιούμενες θεραπείες εκ πλευράς Κεντρικής Τράπεζας, και είναι η θέση των Αιτητών-πελατών του ότι η κυρίως αίτηση, θα πρέπει να απορριφθεί και ή να παραμεριστεί για όλους τους λόγους που αναγράφονται στο σώμα της, τους οποίους και επαναλαμβάνει και υιοθετεί. Αναφέρει επίσης, ότι έχει εξηγήσει στους πελάτες του, τόσο το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης, όσο και την ένορκη δήλωση, και με αυτή συμφωνούν πλήρως. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1, 2 και 3, βεβαιωτικά έγγραφα, για το ότι οι πελάτες του είναι καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας και ως Τεκμήρια 4, 5 και 6,αντίγραφα των αγωγών που έχει καταχωρήσει εκ μέρους τους στα Επαρχιακά Δικαστήρια Λευκωσίας και Λάρνακας. Επισυνάπτει επίσης, ως Τεκμήρια 7 και 8, την αγωγή 1743/19 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας που καταχώρησε η Τράπεζα Κύπρου εναντίον του XXXXX Παρασκευά και ως Τεκμήριο 8, την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Ιάκωβου Παρασκευά στην εν λόγω αγωγή. Αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του XXXXX Στυλιανού, που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας και αναφέρει ότι πρώτα από όλα ο κύριος XXXXX Στυλιανού, είναι αναρμόδιο πρόσωπο και υπάλληλος της Κεντρικής Τράπεζας για να προβεί στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την κυρίως αίτηση, αφού ως ο Προϊστάμενος της Μονάδας Εξυγίανσης, δεν μπορεί να υποστηρίξει την αίτηση, η οποία υποβάλλεται υπό την Κεντρική Τράπεζα υπό την ιδιότητά της ως Εποπτική Αρχή και όχι ως Αρχή Εξυγίανσης. Είναι η θέση του ότι ο XXXXX Στυλιανού αποκρύβει ότι η Κεντρική Τράπεζα, ναι μεν αποτελούσε και αποτελεί την Αρχή Εξυγίανσης, όμως αποτελούσε και τον μεγαλύτερο πιστωτή της Λαϊκής Τράπεζας, με συνολικές οφειλές προς την Κεντρική Τράπεζα για το ποσό των περίπου €9 δισεκατομμυρίων, ως αποτέλεσμα της παροχής έκτακτης ρευστότητας ELA. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί, κατά την άποψή του, ότι αυτή η οφειλή διασφαλίστηκε και αποπληρώθηκε προς την Κεντρική Τράπεζα, αφού πωλήθηκαν ορισμένες εργασίες της Λαϊκής Τράπεζας, προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του XXXXX Στυλιανού στην ένορκή του δήλωση και, όπως αναφέρει, επιφυλάσσει τα δικαιώματα των πελατών σε σχέση με τη νομιμότητα, εγκυρότητα και συνταγματικότητα, όπως και αναφορικά με τις ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις της Λαϊκής Τράπεζας, της Κεντρικής Τράπεζας και της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωσή του και που οδήγησαν τη Λαϊκή Τράπεζα, στη δήθεν διαδικασία εξυγίανσης. Επαναλαμβάνει τη θέση του, ότι οι πράξεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου δεν είναι νόμιμες λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων που έχει υπό την τριπλή ιδιότητα που ενεργεί σε σχέση με τη Λαϊκή Τράπεζα και επίσης έχει τη θέση ότι όλα τα Διατάγματα που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης, που αφορούσαν την εφαρμογή του μέτρου πώλησης εργασιών της Λαϊκής Τράπεζας, είναι παράνομα, άκυρα και αντισυνταγματικά. Είναι περεταίρω η θέση του, ότι με τα εν λόγω Διατάγματα, η Αρχή Εξυγίανσης, δόλια, κακόπιστα και προς εξυπηρέτηση αλλότριων κινήτρων, προχώρησε και απέκδυσε τη Λαϊκή Τράπεζα, από όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ενεργητικού της, εις βάρος των πιστωτών της. Αναφέρει επίσης ότι ως αποτέλεσμα των μέτρων εξυγίανσης που λήφθηκαν στη Λαϊκή Τράπεζα και της τροποποίησης της τραπεζικής της άδειας, η Λαϊκή Τράπεζα ουσιαστικά έπαψε να διεξάγει τραπεζικές εργασίες και να προσφέρει τραπεζικές εργασίες και ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, χρησιμοποίησε καταχρηστικά, κακόπιστα και με αλλότριους σκοπούς τις εξουσίες της ως Επόπτης και ενώ δρούσε υπό διπλή ιδιότητα και ως Αρχή Εξυγίανσης και που περαιτέρω, ήταν ο μεγαλύτερος πιστωτής της Λαϊκής Τράπεζας, για να μην προβεί σε ανάκληση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας, αλλά σε δήθεν τροποποίησή της, ώστε καταχρηστικά και με αλλότριους σκοπούς, να διατηρήσει τη Λαϊκή Τράπεζα σε δήθεν καθεστώς εξυγίανσης για να συγκαλύπτει τις παρανομίες, την κακοδιαχείριση και τις αυθαιρεσίες στις οποίες προέβη κατά τη διαδικασία της δήθεν εξυγίανσης. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9, αντίγραφο συνέντευξης του κυρίου XXXXX Παύλου, στην εφημερίδα Καθημερινή, ημερομηνίας 7.12.20,στην οποία αναφέρεται σε όλα τα πιο πάνω. Καταλήγει, ότι είναι η θέση των ενδιαφερομένων μερών Αιτητών στην υπό κρίση αίτηση, ότι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, τροποποίησε την άδεια της Λαϊκής Τράπεζας, όχι για να προστατεύσει την αξία των εναπομεινάντων στοιχείων της Λαϊκής Τράπεζας από ενδεχόμενη διαδικασία εκκαθάρισης, αλλά για να συγκαλύψει τις παρανομίες, την κακοδιαχείριση και τις αυθαιρεσίες της. Είναι τέλος η θέση του, ότι τόσο η τροποποίηση της τραπεζικής άδειας της Λαϊκής Τράπεζας στις 28.5.13, όσο τελικά και η ανάκληση της τραπεζικής της άδειας στις 12.6.20, αποτελούν καταχρηστικές, κακόπιστες και με αλλότρια κίνητρα πράξεις, με αποτέλεσμα η καταχώρηση της κυρίως αίτησης, πέραν του ότι υπάρχει αμφισβήτηση της νομιμότητάς της, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Είναι επίσης η θέση του, ότι ο κύριος XXXXX Στυλιανού απέκρυψε το γεγονός ότι από τις υποχρεώσεις της Λαϊκής Τράπεζας, ως υφίσταντο, μόλις ετέθη σε καθεστώς εξυγίανσης, πληρώθηκε και διευθετήθηκε να πληρωθεί ο μεγαλύτερος πιστωτής της, που ήταν η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και Αιτήτρια στην κυρίως αίτηση, για μια οφειλή ύψους €9 περί περίπου δισεκατομμύρια, εις βάρος όλων των υπόλοιπων πιστωτών της Λαϊκής Τράπεζας και κατά παράβαση της εκ του νόμου σειράς προτεραιότητας και της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών της Λαϊκής Τράπεζας όπως για παράδειγμα, οι καταθέτες σε Ελλάδα και Αγγλία, καθώς και οι ασφαλισμένες καταθέσεις στην Κύπρο μέχρι €100.000. Επαναλαμβάνει τη θέση του, ότι η απόφαση για να προβεί η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε αίτηση εκκαθάρισης της Λαϊκής, Τράπεζας ήταν προειλημμένη και τροχιοδρομήθηκε κατά τρόπο που δεν εφαρμόζεται σύμφωνα με την Οδηγία 2014/59. Αναφέρει τελικά ότι την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δεν την ενδιέφερε να λάβει συμφέρουσες προσφορές για το θέμα του Διαχειριστή, εξού και δεν προχώρησε στις απαραίτητες διασφαλίσεις για να λάβει καλύτερες και πιο συμφέρουσες προσφορές, αφού μοναδικός της στόχος ήταν να τελεσφορήσει η προειλημμένη απόφαση, με σκοπό την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, με την καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Είναι καταληκτικά η θέση του, ότι η Κεντρική Τράπεζα τροχιοδρόμησε την παρούσα διαδικασία εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας, υπό όρους και προϋποθέσεις που εξυπηρετεί την ίδια την Κεντρική Τράπεζα, και όχι τους πιστωτές της Λαϊκής Τράπεζας στο σύνολό τους, και επιμένει ότι σύμφωνα με το άρθρο 33Β, καθώς και οποιοδήποτε άρθρο του περί Εταιρειών Νόμου, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να διορίσει ως προσωρινό εκκαθαριστή και ή ως εκκαθαριστή τον Επίσημο Παραλήπτη και όχι το πρόσωπο που έχει επιλέξει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Επαναλαμβάνοντας και πάλι όλους τους λόγους που αναφέρονται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης, ζητά από το Δικαστήριο όπως εγκρίνει τα αιτήματά του και ουσιαστικά απορρίψει την κυρίως αίτηση για εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας που έχει καταχωρήσει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Το πρώτο πράγμα που παρατηρώ, είναι ότι η θέση της κυρίας Ραφτοπούλου, ότι όλοι οι λόγοι που προβάλλονται ως λόγοι προώθησης της υπό κρίση αίτησης, περιλαμβάνονται ως λόγοι ένστασης, στην ένσταση που έχει καταχωρήσει ο κύριος Μαθηκολώνης εκ μέρους των πιστωτών Mahklouf, Παρασκευά και Παρασκευά στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, και μπορούν ούτως ή άλλως να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο, στα πλαίσια της ακρόασης της κυρίως αίτησης, όχι μόνο έχει παραμείνει αναντίλεκτη, αλλά ανταποκρίνεται και στην πραγματικότητα. Υπάρχει πλήρης αντιστοιχία των λόγων της υπό κρίση αίτησης, με τους λόγους ένστασης, στην ένσταση των τριών πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων. Πέραν του ότι τη θέση αυτή δεν την έχει αντικρούσει ο συνήγορος των Αιτητών στην παρούσα αίτηση, ουσιαστικά συμφωνεί μαζί της. Έχω λοιπόν εξ΄ αρχής τη θέση, ότι εφόσον όλοι οι λόγοι αυτοί, αποτελούν λόγους ένστασης στην κυρίως αίτηση, το Δικαστήριο θα πρέπει να τους εξετάσει στα πλαίσια της ακρόασης της κυρίως αίτησης και όχι υπό τον μανδύα της αίτησης για εκπαραθύρωση της κυρίως αίτησης, όπως επιδιώκουν οι τρεις συγκεκριμένοι πιστωτές της Λαϊκής. Ο μόνος λόγος, ενδεχομένως, που θα ήταν ορθό να εξεταστεί στο παρόν σημείο, είναι του κατά πόσο όντως υπάρχει εξουσιοδότηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, για καταχώρηση της κυρίως αίτησης, για εκκαθάριση δηλαδή της Λαϊκής Τράπεζας, ερώτημα το οποίο όπως έχει ήδη αναφερθεί, έθεσε το Δικαστήριο ευθέως στην κυρία Ραφτοπούλου, η οποία και το απάντησε καταφατικά, παραπέμποντας στις παραγράφους 40, 41, 42, και 42 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Στυλιανού, που συνοδεύει την αίτηση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και ειδικά στα Τεκμήρια 35 και 36. Το Τεκμήριο 35 είναι τα πρακτικά συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που άρχισε την Παρασκευή 12 Ιουνίου του 2020 στις 10:00 π.μ. και ολοκληρώθηκε την Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020 στις 12:00 στα οποία αναφέρεται στη Λαϊκή Τράπεζα, στις σελίδες 138‑ - 146 των πρακτικών, όπου έχουν συζητηθεί και καλυφθεί τα θέματα που αφορούν: Α. Την απόφαση για ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Λαϊκής Τράπεζας. Β. Την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου όπου ξεκάθαρα αναφέρεται ότι η Αρχή Εξυγίανσης, παραχώρησε τη συγκατάθεσή της προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την καταχώρηση αίτησης έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης για τη Λαϊκή Τράπεζα σύμφωνα με το άρθρο 33Β, και συνεπεία τούτου, το Διοικητικό Συμβούλιο, αποφάσισε ομόφωνα την υποβολή αίτησης για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας στο Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 33Β και όπως ανατεθεί στον εξωτερικό νομικό σύμβουλο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, κύριο Α. Ευαγγέλου, να ετοιμάσει όλα τα σχετικά έγγραφα που απαιτούνται για το Δικαστήριο. Ασχολήθηκαν επίσης, με την επιλογή του προσώπου που θα προτείνει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στο Δικαστήριο για διορισμό ως Εκκαθαριστή της Λαϊκής Τράπεζας, αναφέροντας ότι έλαβαν προσφορές από 8 πρόσωπα, προχώρησαν σε αξιολόγηση τους και κατέληξαν σε συγκεκριμένη εισήγηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο, δηλαδή την κατακύρωση του διαγωνισμού στην εταιρεία APP Augoustinos Papathomas Ltd. Τα εν λόγω πρακτικά, υπογράφονται από τον Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και σχετικά ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, απέστειλε επιστολές στον κύριο XXXXX Αλεξάνδρου, Ειδικό Διαχειριστή της Λαϊκής Τράπεζας, με τις οποίες τον ειδοποιεί για τις αποφάσεις που λήφθηκαν. Στο δε Τεκμήριο 36, που είναι και πάλι πρακτικά της έκτακτης συνεδρίας της Αρχής Εξυγίανσης που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 12.6.20 μεταξύ 12:20 μ.μ. και 12:50 μ.μ., με μοναδικό θέμα την εξέταση του αιτήματος του Διοικητικού Συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για λήψη συγκατάθεσης, όσον αφορά την προσφυγή σε διαδικασία εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας, ομόφωνα η Αρχή Εξυγίανσης αποφάσισε να παρέχει τη συγκατάθεσή της προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, για την καταχώρηση αίτησης έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας, σύμφωνα με το άρθρο 33Β του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου. Επομένως, ο μοναδικός ίσως λόγος, που μπορούσε ενδεχόμενα να αποφασίσει το Δικαστήριο, στο πρώιμο αυτό στάδιο που ζητά ο κύριος Μαθηκολώνης την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου, με το οποίο να διαγράφεται και να απορρίπτεται και να παραμερίζεται η αίτηση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, δεν έχει έρεισμα. Οι υπόλοιποι λόγοι καλύπτονται από τους λόγους ένστασης, που έχει καταχωρήσει στην ένσταση της κυρίως αίτησης όπου και θα εξεταστούν. Αναφορικά με το θέμα κατάχρησης της διαδικασίας και τις αναφορές στις αποφάσεις Beogradska Pelmaco και Artesa, αναφέρω συνοπτικά τα ακόλουθα: Η υπόθεση Artesa (ανωτέρω) την οποία έχει χρησιμοποιήσει ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Αιτητές, με όλο το σεβασμό, δεν έχει απολύτως καμία σχέση και καμία εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην εν λόγω υπόθεση, όπως έχει καταστεί σαφές, εκείνο που ήταν ουσιώδες ήταν το αμιγώς νομικό ζήτημα ότι οι εφεσείοντες ήγειραν την αγωγή εκ μέρους και για λογαριασμό ανύπαρκτου προσώπου. Με αναφορά στην υπόθεση Lioufis and Co Limited v. Ανδρονίκου κ.α.

(1996)1 Α.Α.Δ 773 και όλων όσων την ακολούθησαν δόθηκε έμφαση στο γεγονός ότι ένα μη συγκροτημένο σώμα, εφόσον δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα, δεν μπορεί ούτε να ενάγει, ούτε και να ενάγεται. Το ανυπόστατο ως θέμα νομικής οντότητας της Artesa Group υπό την κάλυψη μιας οντότητας μη αναγνωρισμένης στο νόμιμο έδαφος της Δημοκρατίας ήταν παραδεκτό στην εν λόγω υπόθεση, εξού και το Ανώτατο είπε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε και νεοφανούς μορφή κατάχρηση που θα έπρεπε να αποτραπεί, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε δικονομικές πρόνοιες, στη βάση και της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην παρούσα υπόθεση δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι Αιτητές στην κυρίως αίτηση, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και υφίσταται, και λειτουργεί, και διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην οικονομική ζωή του τόπου. Η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι λειτουργεί υπό τριπλή ιδιότητα, κάτι το οποίο κατά την άποψή του αποτελεί κατάχρηση, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξισωθεί με την εξ' υπαρχής ανυπαρξία νομικού προσώπου ως ήταν τα γεγονότα της υπόθεσης Artesa ανωτέρω. Επομένως, θεωρώ εντελώς ατυχή τη χρήση της υπόθεσης αυτής εκ πλευράς του συνηγόρου του Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση, για να πείσει το Δικαστήριο για διαγραφή της. Άρα, το επιχείρημα αυτό, κατ' ακολουθία απορρίπτεται. Στην υπόθεση Beogradska D.D
(1996)1 Α.Α.Δ 911 την οποία χρησιμοποίησε η ευπαίδευτος συνήγορος της Κεντρικής Τράπεζας στην αγόρευσή της, έχει επαναληφθεί η αρχή ότι κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν χρησιμοποιούνται διαφορετικά ένδικα μέσα για επιδίωξη του ίδιου σκοπού, και όταν καταχωρούνται δύο παράλληλες και δικονομικά ανεξάρτητες διαδικασίες που είναι όμοιες ως προς το αντικείμενό τους. Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση, όπως και η ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητών στην κυρίως αίτηση, είναι δύο παράλληλα δικονομικά ανεξάρτητα μέτρα όμοια ως προς το περιεχόμενό τους και συνεπώς ορθά μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές στην υπό κρίση αίτηση, χρησιμοποιούν διαφορετικά ένδικα μέσα, δηλαδή αφ' ενός την υπό κρίση αίτηση και αφετέρου την ένστασή τους στην κυρίως αίτηση, για να επιδιώξουν τον ίδιο σκοπό. Όταν το Δικαστήριο βρεθεί σε τέτοιες περιπτώσεις κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, δηλαδή επιδίωξης του ίδιου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα, έχει στη διάθεσή του τόσο το μέτρο της απόρριψης, όσο και εκείνο της αναστολής. Στην υπόθεση Beogradska (ανωτέρω) έχει τεθεί με σαφήνεια ότι χωρίς να υπάρχει άκαμπτος κανόνας, εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται αλλά εκεί που καλύπτει ζητήματα που δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία, τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης. Έχω ήδη αναφέρει προηγουμένως ότι η προγενέστερη διαδικασία που έχουν χρησιμοποιήσει οι Αιτητές στην παρούσα αίτηση είναι η ένσταση στην κυρίως αίτηση, η οποία καλύπτει όλους τους λόγους που αναφέρουν στην υπό κρίση αίτηση και έχω δώσει ιδιαίτερη έμφαση, έχω εξετάσει και έχω αποφασίσει ότι υπήρξε εξουσιοδότηση από πλευράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για καταχώρηση της κυρίως αίτησης για την εκκαθάριση της Λαϊκής Τράπεζας, ουσιώδες γεγονός, το οποίο ξεκαθαρίστηκε και με παραπομπή σε σχετική παράγραφο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και των Τεκμηρίων που αναφέρθηκαν. Επομένως, κατά την άποψή μου, δεν τίθεται θέμα αναστολής στην παρούσα περίπτωση, εφόσον ξεκάθαρα τα θέματα που έχουν τεθεί στην υπό κρίση αίτηση καλύπτονται πλήρως με την ένσταση των Αιτητών που έχουν καταχωρήσει στην κυρίως αίτηση, και θα εξεταστούν στα πλαίσιά της. Επομένως και με βάση την υπόθεση Beogradska στην οποία έχει υιοθετηθεί, η κλασική υπόθεση για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ 217, δεν υπάρχει άλλη επιλογή στην παρούσα υπόθεση από την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης, και να αφεθεί η κυρίως αίτηση να ακουστεί, στα πλαίσια της οποίας θα εξεταστούν και οι λόγοι ένστασης του Αιτητή στην παρούσα αίτηση, οι οποίοι όπως έχω ήδη αναφέρει επαναλαμβάνονται στην ένσταση. Νομική βάση για την απόφαση του Δικαστηρίου για απόρριψη της υπό κρίσης αίτησης αποτελεί επίσης και η υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ 246 στην οποία αποφασίστηκε ότι αίτηση για διαγραφή, αίτηση για διάλυση εταιρείας ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, επιπόλαια και ενοχλητική, και ως αποτελούσα κατάχρηση της διαδικασίας, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Και το «κρίνεται» έχει ερμηνευτεί ότι σημαίνει κρίνεται, αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό, αναντίλεκτα ανυπόστατο. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί στην εν λόγω υπόθεση: «Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε η καταβολή των λογαριασμών ούτε η έγκρισή τους, κατά πλειοψηφία, δεν έχουν άρει τη διαφορά μεταξύ των μερών, ούτε τις αμφισβητήσεις για τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Οι αιτητές διατηρούν τις ενστάσεις τους και επιμένουν στον ισχυρισμό ότι η πλειοψηφία ασκεί τις εξουσίες της με τρόπο καταπιεστικό για τη μειοψηφία, σε βαθμό και έκταση που να δικαιολογείται η επίκληση των θεραπειών που παρέχει το άρθρο 202 του Κεφ. 113. Το βασικό ερώτημα είναι, και σε αυτό το πλαίσιο περιορίζονται τα επίδικα θέματα της έφεσης, αν το Υπόμνημα για διάλυση αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την υποβολή της αίτησης για διάλυση της εταιρείας. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 7, p.602).» Είναι καταληκτικά η θέση μου, εν΄ όψει των όσων έχω αναφερθεί ανωτέρω, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν δικαιολογείται η έγκριση της υπό εξέταση αίτησης, ούτε και τίθεται οποιοδήποτε θέμα αναστολής διαδικασίας, αντίθετα η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απώλεια και δια του παρόντος απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και εναντίον του Αιτητή τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.