ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ ν. Κυριάκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 316/20, 29/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A348 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 316/20 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΡΕΙΑΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ Ενάγουσας και
- XXXXX Κυριάκου
- XXXXX Κυριάκου
- XXXXX Κυριάκου Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Εναγόμενους 1, 2, 3 Αιτητές: Ο κ. Ν. Κουρσάρης, για Αλέξανδρος Γ. Ιωαννίδης και Συνεργάτες Για Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Ν. Γεωργίου, για Καλλής και Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Ενδιάμεση απόφαση σε Αίτηση υπό Εναγομένων 1, 2 και 3 Αιτητών για έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ. 5.4.21 Μέσα από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης προκύπτει ότι η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο στις 05.02.2020 και με αυτήν η Ενάγουσα διεκδικεί έναντι των Εναγομένων 1, 2 και 3 ομού και κεχωρισμένως το ποσό των €742.958,20 πλέον τόκους προς 4,75% ετησίως από 01.01.2020 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές τον χρόνο, κάθε 30.06 και 31.12, σε σχέση με δάνειο που παραχωρήθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 υπό την εγγύηση του Εναγόμενου
- Ζητά επίσης την έκδοση Διαταγμάτων του Δικαστηρίου που να διατάσσουν την πώληση 2 ενυπόθηκων ακινήτων, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1, και συγκεκριμμένα τα ακίνητα με αριθμούς υποθήκης XXXXX/11 και XXXXX/15 τα οποία η Εναγόμενη υποθήκευσε προς όφελος της Ενάγουσας και προς εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεων της Εναγομένης
- Η αγωγή επιδόθηκε και στους τρεις Εναγόμενους οι οποίοι εμφανίστηκαν μέσω δικηγόρου και καταχώρησαν την Υπεράσπισή τους στις 05.06.
- Στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι 1,2 και 3 αρνούνται όλες τις αξιούμενες θεραπείες, ισχυρίζονται ότι εμπίπτουν στις πρόνοιες των σχεδίων Εστία και Altamira προς τις οποίες υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις οι οποίες έχουν γίνει αποδεκτές και άρχισαν να εξετάζονται, οι Ενάγοντες αποφάσισαν τη συμμετοχή των Εναγομένων 1,2 και 3 στο σχέδιο Εστία και προς τούτο υπέγραψαν το σχετικό μνημόνιο, και αναφέρουν ότι, σε ό,τι αφορά τα αιτήματα εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, σε αυτά υπάρχει η μοναδική κατοικία της Εναγόμενης 1 και είναι η θέση τους ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει καθ' ον χρόνον, εκκρεμεί προς εξέταση η αίτηση των Εναγομένων 1,2 και 3 για το σχέδιο Εστία, η αγωγή είναι πρόωρη και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι έχουν υπερχρεωθεί τόκοι κατά τρόπο παράνομο. Η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση και είναι η θέση της ότι όλα όσα ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1,2 και 3 δεν ισχύουν, καθότι δεν εμπίπτουν στις πρόνοιες του σχεδίου Εστία. Είναι η θέση της ότι οι πρόνοιες του σχεδίου Εστία, αφορούν στην επίτευξη βιώσιμης αναδιάρθρωσης δανείων για δανειολήπτες με μη εξυπηρετούμενα δάνεια που είναι εξασφαλισμένα με επιλέξιμη κύρια κατοικία ανοιχτής αγοραίας αξίας μικρότερης των €350.000, και είναι η θέση τους ότι τα δύο ενυπόθηκα ακίνητα δεν εμπίπτουν σε αυτήν την προϋπόθεση, γι΄αυτό και καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την Υπεράσπιση των Εναγομένων 1,2 και 3 και να εκδώσει απόφαση υπέρ της. Ακολούθησε καταχώρηση αίτησης κλήσης για οδηγίες με βάση τη Δ.
- Εν τω μεταξύ οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 άλλαξαν δικηγόρο, ο οποίος στις 09.12.2020 καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως, για τροποποίηση της Υπεράσπισης τους και προσθήκη Ανταπαίτησης. Στην εν λόγω αίτηση οι συνήγοροι της Ενάγουσας καταχώρησαν ένσταση στις 22.12.
- Στις 05.04.2021, οι συνήγοροι των Εναγομένων 1, 2 και 3, Αιτητών, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να τους επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 09.12.2020 που συνοδεύει την αίτησή τους για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και προσθήκης Ανταπαίτησης και οδηγίες του Δικαστηρίου για το χρονικό διάστημα που θα καθορίζεται ο χρόνος εντός του οποίου θα καταχωρηθεί, αν εγκριθεί το αίτημα τους, η εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Νομική βάση της υπό κρίσης αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, θ.θ.1&2 Δ.48 θ.θ.1,2,4
(2)και 9, Δ.57 θ.2, οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, XXXXX Κυριάκου, ημερομηνίας 05.04.
- Στην ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος 2 δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και από διάφορα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τους Εναγόμενους 1 & 3 να προβεί σε αυτή. Έχει επίσης λάβει σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους του. Είναι η θέση του ότι υιοθετεί πλήρως την αίτηση των Εναγομένων 1, 2 και 3 ημερομηνίας 09.12.2020 και την ένορκη δήλωσή του της ιδίας ημερομηνίας, και εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει και μετά από τη συμβουλή των δικηγόρων τους, έχει προκύψει η ανάγκη για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, μετά την καταχώρηση της ένστασης εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση Ενάγουσας, ούτως ώστε να τεθούν λεπτομερώς ενώπιον του Δικαστηρίου και να επεξηγηθεί στο Δικαστήριο το πώς και πότε έχουν προκύψει τα νέα δεδομένα, που αναφέρει στην αρχική ένορκη δήλωσή του, ημερομηνίας 09.12.
- Είναι η θέση του ότι μετά που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 άλλαξαν δικηγόρο και παρέδωσαν στον νέο δικηγόρο τους τα έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους, ο νέος δικηγόρος τους, αφού μελέτησε όλα τα έγγραφα που του είχαν παραδώσει, ανακάλυψε και εντόπισε νέα γεγονότα και δεδομένα, που έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2 και 3, όπως και την ανάγκη για έγερση Ανταπαίτησης εκ μέρους τους, για αυτό και προέβηκαν άμεσα, χωρίς καθυστέρηση, στην καταχώρηση σχετικής αίτησης τροποποίησης. Επαναλαμβάνει ότι η ανάγκη της αίτησης τροποποίησης και της προσθήκης Ανταπαίτησης παρουσιάστηκαν μετά την εύρεση νέων δεδομένων που εντοπίστηκαν κατά τη μελέτη των εγγράφων και της ήδη καταχωρηθείσας δικογραφίας, στην οποία, δεν έχουν εγερθεί, μεταξύ άλλων, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 1,2 και 3, για παράνομες χρεώσεις τόκων, παράνομες χρεώσεις τόκων υπερημερίας, καταχρηστικούς όρους στις κατ' ισχυρισμόν συμφωνίες κλπ. Είναι η θέση του ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα, υπάρχουν λόγοι που να την δικαιολογούν και ότι τα δικαιώματα της Ενάγουσας, δεν θα προσβληθούν, ούτε θα πάθει οποιανδήποτε ζημιά, εάν επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιδιώκεται, από το Δικαστήριο, αφού θα έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση, εάν το επιθυμεί. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο Α το προτεινόμενο προσχέδιο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που ο ίδιος εκ μέρους των Εναγόμενων 1, 2 και 3 επιθυμεί να καταχωρήσει, αν το Δικαστήριο το επιτρέψει. Στο εν λόγω προσχέδιο ουσιαστικά, επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Μιχάλη Κυριάκου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και αναφέρεται στο γεγονός ότι θα έπρεπε στην Υπεράσπισή τους να είχαν εγερθεί ισχυρισμοί για τις αξιώσεις που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, ότι αυτές αποτελούν παράνομες χρεώσεις όπως και Ανταπαίτηση. Η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Στην ένσταση, νομική βάση της οποίας είναι η ίδια όπως και της αίτησης, προβάλλονται συνολικά 9 λόγοι ένστασης, οι οποίοι, συνοπτικά αποδιδόμενοι, είναι ότι η καταχώρηση της αίτησης δεν έγινε καλόπιστα, προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης του Δικαστηρίου και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. Είναι παράτυπη, αντικανονική και νομικά αστήρικτη. Δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις της Δ.48 θ.4
(2)για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, από όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωσή του ημερομηνίας 05.04.2021 δεν προκύπτει κανένας καλός λόγος για να δοθεί η άδεια που ζητά, τα γεγονότα που επιδιώκονται να τεθούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ουσιαστικά αφορούν επανάληψη θέσεων που προβάλλονται στην αρχική ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην κυρίως αίτηση, τα γεγονότα που επιθυμούν να παραθέσουν οι Αιτητές 1, 2 και 3 ήταν γνωστά σε αυτούς πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης, τα όσα αναφέρονται στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση είναι άσχετα με τη διαδικασία, δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα και αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, τα όσα επιθυμούν οι Αιτητές 1, 2 και 3 να αναφέρουν με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν βασίζονται σε γεγονότα που έχουν τώρα προκύψει και/ή αφορούν γεγονότα που μπορούσαν, με εύλογη επιμέλεια, αφού ήταν εντός του πεδίου γνώσεως των Εναγομένων 1,2 και 3 Αιτητών να εντοπιστούν, πριν από την καταχώρηση της Υπεράσπισής τους και η αίτηση είναι άνευ ουσίας και αντικειμένου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Αντρέου υπάλληλου στην εταιρεία Altamira, η οποία έχει αναλάβει αριθμό δανείων που είχαν γίνει μεταξύ της Ενάγουσας και διάφορων δανειοληπτών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και το υπό κρίση δάνειο, και έχει στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης στον οποίο συμπεριλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα και αναγκαία έγγραφα. Έχει προσωπική γνώση για όλα όσα αναφέρει και για όσα γεγονότα δεν εμπίπτουν στο πεδίο γνώσης του, αναφέρει από πού αντλεί τη γνώση του και/ή ότι αυτά αποτελούν νομικές συμβουλές, από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Έχει διαβάσει την ένορκη δήλωση του XXXXX Κυριάκου που συνοδεύει την αίτηση, διαφωνεί πλήρως με αυτήν και είναι η ουσιαστική και βασική του θέση, ότι όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, τα γεγονότα τα οποία επιθυμούν οι Εναγόμενοι 1,2 και 3 να προσθέσουν στην Υπεράσπισή τους, πέραν του ότι είναι εντελώς γενικά, ήταν σε γνώση τους, από αρκετό καιρό προηγουμένως και τα όσα ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται, δεν αποτελούν ούτε έγκυρο, ούτε «καλό λόγο» για την έγκριση της αίτησής τους. Όπως αναφέρει η κατάδειξη «καλού λόγου» που είναι το κριτήριο που θέτει η Δ.48 θ.4
(2)για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν δικαιολογείται στην παρούσα περίπτωση, αφού απλά ο Εναγόμενος 2 Αιτητής, επαναλαμβάνει όλα όσα στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης αναφέρει. Κανένα νέο γεγονός δεν επιδιώκεται να προστεθεί παρά μόνον πρόκειται περί επαναλήψεις ισχυρισμών. Είναι η θέση του και μετά από τη σχετική νομική συμβουλή που έχει λάβει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι σίγουρα δεν στοιχειοθετείται ο «καλός λόγος» που η νομολογία επιτάσσει στην παρούσα περίπτωση. Στην γραπτή τους αγόρευση οι Αιτητές αφού προβαίνουν σε μια σύντομη περίληψη του ιστορικού της παρούσας υπόθεσης, θέτουν το νομικό πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο θα κριθεί το επίδικο θέμα παραθέτοντας αυτούσια την Δ.48 θ4
(2)και σχετική νομολογία, ειδικότερα την υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 508. Είναι η θέση τους ότι τόσο σύμφωνα με το λεκτικό της εν λόγω Διαταγής αλλά σύμφωνα και με την νομολογία, σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να εγκρίνει η όχι την καταχώρηση μιας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επομένως, θα πρέπει στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση να εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης κρίνεται ως αναγκαία. Επίσης θα ήταν προτιμότερο να έχει υπόψη του το Δικαστήριο το περιεχόμενο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για να μπορέσει να κρίνει κατά πόσον υπάρχει «ο καλός λόγος» για να επιτραπεί η καταχώρηση της. Το ότι συνιστά «καλό λόγο» εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, και το βάρος απόδειξης «καλού λόγου» εναποτίθενται στους ώμους του Αιτητή. Είναι η θέση των Αιτητών ότι στην παρούσα περίπτωση η συμπληρωματική ένορκη δήλωση έχει σκοπό να αντικρούσει συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένσταση των Καθών η Αίτηση ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 2020 και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει για τροποποίηση των δικογράφων, και ειδικότερα για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν επέλθει νέα γεγονότα που προέκυψαν μετά την αλλαγή των δικηγόρων των Αιτητών και την μελέτη όλης της δικογραφίας. Είναι δε συγκεκριμένα η θέση τους ότι η απαντητική ένορκη δήλωση, αν το Δικαστήριο επιτρέψει την καταχώρηση της, δεν έχει σκοπό να επαναλάβει τους αρχικούς ισχυρισμούς των Αιτητών αλλά να απαντήσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια στα όσα παραπλανητικά αναφέρονται στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, άρα δεν έχουν σκοπό οι Αιτητές να επανορθώσουν την αρχική παράλειψη τους με τρόπο ώστε να μεταβάλουν ή να αλλοιώσουν την εικόνα που αρχικά δόθηκε στο Δικαστήριο και σχετικά παραπέμπουν στην υπόθεση Stavros Georgiou & Sons (Scrap Metals) Ltd το πλοίο LIPO
(2000)1 (Γ) ΑΑΔ 1976. Είναι καταληκτικά η θέση τους ότι υπάρχει «καλός λόγος» για τον οποίο θα πρέπει και να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφέροντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί την διακριτική του ευχέρεια πιο ελαστικά σε σχέση με την νέα Δ.25 η οποία δίδει πολύ περιορισμένα δικαιώματα για τροποποίηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση Ενάγουσα επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένστασης της, αναπαράγει και η ίδια αυτούσιο το λεκτικό της Δ.48 θ
(4)2 και αναφέρεται επίσης στην υπόθεση A. Messios Trading κ.α. v. Λεωνίδα (Αρ.1)
(2010)1Α ΑΑΔ 195 όπως και σε μια πρωτόδικη απόφαση της τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κυρίας Ε. Παπαδοπούλου στην αγωγή 2596/02 ημερομηνίας 5/11/02. Είναι η θέση της ότι η κατάδειξη «καλού λόγου» είναι το κριτήριο το οποίο θέτει η Δ.48 θ4
(2)για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με την θέση τους, ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με την σημασία που έχει η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την εκδίκαση μιας αίτησης και την ευχέρεια που υπήρχε να παρουσιαστεί η μαρτυρία αυτή στις αρχικές ένορκές δηλώσεις καθώς και η ανάγκη αντίκρουσης της μαρτυρίας του αντιδίκου. Όπως αναφέρει, η έννοια της φράσης «καλός λόγος» δεν καθορίζεται στην σχετική Διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αυτό γιατί πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, αποφασίζοντας πως θα ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Το βάρος είναι στους ώμους του Αιτητή και σύμφωνα με την νομολογία προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δηλώσεις για να διορθωθεί μια πρωθύστερη παράλειψη και είναι ξεκάθαρο ότι στο λεκτικό της Δ.48 θ4
(2)γίνεται αναφορά σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και όχι σε απαντητική ένορκη δήλωση. Είναι η θέση της ότι στην παρούσα υπόθεση δεν στοιχειοθετείται ο «καλός λόγος» όπως έχει ερμηνευτεί από την νομολογία, ο ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση του δεν παρουσιάζει κανένα λόγο που μπορεί να θεωρηθεί «καλός λόγος» απλά αναφέρει ότι θέλει να απαντήσει στους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση και αν και η ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης είναι πολυσέλιδη, αναφέρεται μόνο σε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, άσχετα θέματα και επαναλαμβανόμενους ισχυρισμούς, δεν έχουν καταδείξει οι Αιτητές ότι αυτά που θέλουν να αναφέρουν με την προτεινόμενη συμπληρωματική τους ένορκη δήλωση είναι οτιδήποτε άλλο παρά επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών τους, και επίσης προσπαθούν να στοιχειοθετήσουν νέα γεγονότα και να προβάλουν μια διαφορετική νομική προσέγγιση της υπόθεσης από τους προηγούμενους δικηγόρους τους με βάση όμως τα ίδια έγγραφα και της ήδη καταχωρωθείσας δικογραφίας. Είναι καταληκτικά η θέση της ότι δεν έχει στοιχειοθετεί όχι μόνον καλός αλλά κανένας λόγος για να επιτραπεί η αιτούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αντίθετα είναι η θέση τους ότι αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και το Δικαστήριο θα πρέπει να την απορρίψει καταδικάζοντας τους Αιτητές στα έξοδα. Νομική Πτυχή Η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η υπό κρίση Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Φιλόκυπρου ν. Ματθαίου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ.510 αποφασίστηκε ότι: «το κατά πόσον θα πρέπει να επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να ικανοποιηθεί και αποφανθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ανάλογα με την περίπτωση». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.195 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εναγόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης έχει γίνει από την Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ στην υπόθεση COORESBY LTD κ.α. ν. ASTROPLUS LIMITED κ.ά., Γεν. Αίτηση Αρ.377/17, ημερομηνίας 22.09.17, αποσπάσματα της οποία παραθέτω για εύκολη αναφορά: «Είναι φανερό ότι από το λεκτικό της Δ.48 θ.4
(2), η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η αναμόρφωση της Δ.48 θ.4
(2)- τέλος του 1999 - απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο Κανονισμό από τη Νομολογία, ώστε γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διάδικους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου».» Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά Κανονισμό, και αυτό, για ευνόητους λόγους που σχετίζονται με την ποικιλία των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Επομένως, εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει αν σε δεδομένη περίπτωση ο Αιτητής έχει τεκμηριώσει «καλό λόγο» και, αν ναι, κατά πόσο ως αποτέλεσμα της τεκμηρίωσης, θα ικανοποιήσει αίτημα - γραπτό ή προφορικό - για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως προκύπτει με σαφήνεια από την Δ.48 θ.4
(2), καμία πρόνοια γίνεται για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, παρά μόνο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι όπου αμφισβητούνται γεγονότα, αυτό δεν τεκμηριώνει από μόνο του «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε μέσω αυτής να απαντούνται ισχυρισμοί της άλλης πλευράς ή να προσάγεται πρόσθετη μαρτυρία που σε διαδικασίες προσωρινών διαταγμάτων δεν είναι επιθυμητή (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση τόμος 24, σελ.519, παρ. 972 υπό τον τίτλο «No fresh evidence after motion opened»). Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χαράλαμπου Ανδρέα Κούπα ν. Πούλλας Τσαδιώτης Λτδ κ.ά., Π.Ε.312/10, ημερ. 17.7.14, λέχθηκε: "Εξάλλου στις υπό συζήτηση διαδικασίες, άδεια για αντεξέταση σπάνια δίδεται (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Rana Wahed Ali (αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660 και σύγγραμμα Injunctions του David Bean, 8η έκδοση, σελ. 70-71) εφόσον στις διαδικασίες αυτές το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σε ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης καλού λόγου και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο»". Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την πιο πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, Έφεση Αρ. 29/2014, ημερ. 3.11.16: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Οι πιο πάνω αρχές έχουν επαναληφθεί σε πολλές άλλες αποφάσεις κυρίως πρωτόδικες και αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις ΛΑΙΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ ν. I SOTERIOU CONSTRUCTIONS LTD κ.ά., Αγωγή αρ.7523/13, ημερ. 4.2.14, Χατζητοφή ν. Γεωργίου, Αγωγή αρ.3306/17, ημερ. 3.7.18, AT Smart Entertainment Ltd v. A Ζορπάς και Υιοί Λτδ κ.ά., Αγωγή αρ.1891/17, ημερ.21.2.18, και Μεϊτανή κ.ά. ν. YM Cottage Heights Ltd κ.ά., Αγωγή αρ.2583/18, ημερ. 16.1.19. Περαιτέρω όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Anna Maria Siccardi κ.ά. ν. Bracali Ltd κ.ά., Αγωγή αρ.1767/17, ημερ. 13.2.18 η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στις αρχικές ένορκες δηλώσεις δεν δικαιολογούν την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως χαρακτηριστικά έχει αναφερθεί στην εν λόγω υπόθεση: «Η αμφισβήτηση ενός γεγονότος δεν θεμελιώνει, άνευ ετέρου, καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το τι μπορεί να συνιστά «καλό λόγο» σε κάθε περίπτωση, εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες κάθε περίπτωσης και εξετάζεται με αναφορά προς τα επίδικα θέματα και τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης, συναρτάται δε με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διάδικου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης.» Από την απόφαση στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα (ανωτέρω) προκύπτει ότι μπορεί να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όταν μετά την καταχώριση της ένστασης προκύπτει ανάγκη για προβολή ισχυρισμών και διευκρινίσεων με σκοπό το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, αλλά όχι όταν πρόκειται για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος ή για ανεπίτρεπτη μαρτυρία. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ.1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή η προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική είναι και απόφαση του έντιμου κ. Σ. Ναθαναήλ νυν Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αγωγή αρ.8809/05 Ε.Δ. Λευκωσίας Matthew Shaw κ.ά. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερ. 28.2.07, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ.». Εφαρμόζοντας τις αρχές της νομολογίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ τα ακόλουθα: Η παρούσα αίτηση είναι επικουρική ουσιαστικά της αίτησης των Εναγομένων Αιτητών ημερ. 9.12.20 με την οποία αιτούνται διατάγματος του Δικαστηρίου που να επιτρέπει αφενός την τροποποίηση της Υπεράσπισης και αφετέρου την προσθήκη Ανταπαίτησης. Η ένορκος δήλωση που συνοδεύει εκείνη την αίτηση γίνεται από τον Εναγόμενο 2, το ίδιο δηλαδή πρόσωπο που προβαίνει και στην ένορκη δήλωση στην υπό κρίση αίτηση και ουσιαστικά αναφέρει τα ίδια γεγονότα με αυτά που αναφέρει η ένορκος δήλωση του στην αίτηση για τροποποίηση δηλαδή και την αλλαγή δικηγόρου που έγινε και το πρώιμο στάδιο της διαδικασίας και την κατά τη γνώμη του αναγκαιότητα για τροποποίηση του δικογράφου των Εναγομένων Αιτητών και την πεποίθηση ότι καμιά ζημιά δεν πρόκειται να προκληθεί στην Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Οι ίδιες θέσεις προωθούνται στην ένορκο δήλωση του κ. XXXXX Κυριάκου και στην υπό κρίση αίτηση στην οποία όμως δίδει λίγη περισσότερη βαρύτητα στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι Αιτητές αντικατέστησαν τον δικηγόρο που τους εκπροσωπεί ο οποίος είχε καταχωρήσει την Υπεράσπιση τους και τα στοιχεία και οι τροποποιήσεις που επιθυμούν να προσθέσουν αν το Δικαστήριο επιτρέψει την αίτηση για τροποποίηση, διαφάνηκαν κατά τη μελέτη του φακέλου της υπόθεσης από τους νέους τους δικηγόρους. Είναι δηλαδή σαφές από την ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Κυριάκου ότι τα γεγονότα και τα έγγραφα που θα επέτρεπαν στους Εναγόμενους Αιτητές να καταχωρήσουν ενδεχόμενα διαφορετική και πιο λεπτομερή Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ήταν εξ αρχής στη γνώση τους και τα σχετικά έγγραφα εξ αρχής στην κατοχή τους Επιθυμούν δε με την υπό κρίση αίτηση να αποδώσουν το λάθος που έγινε στον δικηγόρο τους. Θεωρώ ότι τούτο δεν αποτελεί καλό λόγο σύμφωνα με τη νομολογία όπως έχει ανωτέρω πλήρως παρατεθεί. Επομένως, είναι η θέση μου ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και διά της παρούσης απόφασης απορρίπτεται. Υπό μορφή καταληκτικού σχολίου επιθυμώ να αναφέρω κάτι στη θέση που διατυπώνει ο κ. Κουρσάρης στην αγόρευση του ότι δηλαδή ενόψει της τροποποίησης της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έγινε πιο αυστηρή από προηγουμένως μπορεί να χρησιμοποιηθεί η διαδικασία της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στις περιπτώσεις ενδεχόμενα που η Δ.25 όπως έχει τροποποιηθεί δίδει πολύ περιορισμένα δικαιώματα για τροποποίηση. Τούτο δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην αλήθεια και η θέση αυτή από μόνη της, χωρίς βέβαια να ισχυρίζομαι ότι αποτελεί λόγο που έχει εγείρει ο κ. Κουρσάρης ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει, θα οδηγούσε σε κατάχρηση της Δ.39 και της Δ.48 θ.4
(2). Επιδικάζονται υπέρ την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 Αιτητών τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο