BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. S.G. & G.S. CONSTRUCTIONS AND DEVELOPMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2673/2018, 7/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A337 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2673/2018 BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγοντες -και-
- S.G. & G.S. CONSTRUCTIONS AND DEVELOPMENTS LIMITED
- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- XXXXX ΣΤΕΦΑΝΟΥ
- XXXXX ΣΤΕΦΑΝΟΥ
- XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ
- XXXXX ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
- PAVANA SECRETARIAL SERVICES LIMITED
- XXXXX ΕΥΤΥΧΙΟΥ
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛ
- XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
- XXXXX ΑΧΙΛΛΕΩΣ
- XXXXX MARIELA OLARON
- XXXXX ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ Εναγόμενων ___________________________________________________________________________ Αίτηση των Εναγομένων 1- 5, 7-9 και 11 ημερομηνίας 28/11/2019 για διαγραφή παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 7 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κα Ρ. Αντρέου για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1- 5, 7-9 και 11 - Αιτητές: κα Α. Κλαϊδη για TTC Temple Court Chambers. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Με την υπό κρίση αίτηση αξιώνεται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δια του οποίου να διαγράφονται οι παράγραφοι 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35-36, 43, 46 - 62 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων, «ως άσχετες και/ή αχρείαστες και/ή επαναλαμβανόμενες και/ή σκανδαλώδεις και/ή ενοχλητικές και/ή προσβλητικές και/ή τείνουν να προκαταλάβουν την γνώμη του Δικαστηρίου και/ή να περιπλέξουν και/ή να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, θ.26, Δ.48, θ.2, 3, 9 (j), στη Πρακτική και τις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στο σώμα της υπό κρίση αίτησης, τα γεγονότα επί των οποίων αυτή βασίζεται «εμφαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και βάση των αρχών που διέπουν την διαγραφή των δικογράφων». Όπως προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας, δεν έχει ακόμα καταχωριστεί Έκθεση Υπεράσπισης εκ μέρους των Αιτητών. Περαιτέρω, σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και 2 έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον τους ως το Αιτητικό I (Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτητικά της Έκθεσης Απαίτησης αυτά παρέμειναν για απόδειξη κατά την εκδίκαση της αγωγής σε σχέση με τους υπόλοιπους εναγόμενους που εμφανίζονται στη διαδικασία. Το σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 καταχωρίστηκε μετά την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 6, 10, 12, 14 η αγωγή δεν επιδόθηκε και το κλητήριο ένταλμα έχει εκπνεύσει. Η Εναγόμενη 13 εμφανίστηκε στη διαδικασία και έχει καταχωριστεί εκ μέρους της Έκθεση Υπεράσπισης. Η ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση: Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν στις 27/2/20 ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην υπό κρίση Αίτηση (η Ένσταση). Προβάλλουν συνολικά 20 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: - οι ισχυρισμοί της Έκθεσης Απαίτησης των οποίων επιδιώκεται η διαγραφή είναι ουσιαστικοί (material), βασικοί, απαραίτητοι για, και απόλυτα σχετικοί με, την στοιχειοθέτηση της απαίτησης των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση. - οι ισχυρισμοί γεγονότων που τέθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων και δη στις παραγράφους των οποίων τη διαγραφή επιδιώκουν οι Αιτητές δεν είναι ούτε αντικανονικοί, ούτε παράτυποι, ούτε σκανδαλώδεις, ούτε παραβιάζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιουσδήποτε κανόνες για τη σύνταξη δικογράφων, ούτε θα περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της παρούσας αγωγής ούτε και προκαλούν οποιαδήποτε αμηχανία ή ζημιά στην πλευρά των Αιτητών. - Τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα την υπόθεση των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση, παραβιάζει τις αρχές φυσικής δικαιοσύνης και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση για δίκαιη δίκη και θα δημιουργήσει κενά στη δικογράφηση των ισχυρισμών των εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης τους. - Δεν παρατίθενται οποιοιδήποτε λόγοι ή/και στοιχεία στην αίτηση που να υποστηρίζουν και να δικαιολογούν το αίτημα των Αιτητών. - Δεν πληρούνται ή/και δεν συντρέχουν οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις οι οποίες εφαρμόζονται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Η αίτηση γίνεται κακόπιστα σε μια προσπάθεια των Αιτητών να δημιουργήσουν κενά στη δικογράφηση των θέσεων των εναγόντων, να καθυστερήσουν τη δικαστική διαδικασία και να δημιουργήσουν αχρείαστα έξοδα. - Οι Αιτητές κωλύονται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Στυλιανού (ο ΜΣ και η ΕΔΜΣ), υπεύθυνου των δικαστηριακών λειτουργών των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση. Ο ΜΣ υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με τη Δ.19,θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οπισθογράφηση ή δικόγραφο το οποίο μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Συγκεκριμένα, η Δ.19 θ.26 προνοεί τα ακόλουθα: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.". Όπως έχει νομολογηθεί, η διαγραφή των δικογράφων ή μέρος αυτών αποτελεί δραστικό μέτρο το οποίο πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις.[1] Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, δικαίωμα το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος.[2] Η διαπίστωση της ύπαρξης λόγων για διαγραφή δικογράφου βάσει των προνοιών της Δ.19 θ.26., ανάγεται, κατά κύριο λόγο στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί, η εξουσία διαγραφής που παρέχει η Δ.19 θ.26 είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα πλατιά.[3] Κύριος σκοπός της Δ.19 θ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του πιο πάνω θεσμού δεν επιχειρείται και δεν εξετάζεται η εγκυρότητα του δικογράφου.[4] Αποτελεί εδραιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και ότι αυτά θα πρέπει να περιέχουν με συνοπτικό τρόπο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζει την Απαίτηση ή την Υπεράσπισή του. Η σύνταξη τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 θ.4, βάσει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Δεν είναι καθήκον του Δικαστηρίου να υποδείξει σε ένα διάδικο τον τρόπο που θα συντάξει το δικόγραφο του και πως ο ίδιος κρίνει σκόπιμο να προωθήσει την υπόθεση του. Από την άλλη όμως, ο διάδικος έχει υποχρέωση να συντάξει το δικόγραφο του με βάση τα προβλεπόμενα στους Διαδικαστικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης ενός διαδίκου πρέπει να είναι λιτή, χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697, στην οποία η λέξη «ουσιώδες» («material») ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «αναγκαίο για τη διατύπωση μίας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής» («necessary for the purpose of formulating a complete cause of action»). Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης περιέχεται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.27 και στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270. Στην Knowles (ανωτέρω) επισημάνθηκε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογράφησης. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: "The rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law; and if a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond his right. Not every pleading which offends against the rules will be struck out. The applicant must show that he is in some way prejudiced by the irregularity. Still,"the defendant may claim ex debito justitice to have the plaintiff's case presented in an intelligible form, so that he may not be embarrassed in meeting it"(per James, L.J., in Davy v. Garrett, 7 Ch. D. p. 486 ).» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) σελ. 477 αναφέρονται τα εξής: «The mere fact that an opponent's pleading contains some unnecessary matter is not sufficient ground for an application under this Rule. A statement will not be struck out merely because it is unnecessary, so long as it is otherwise harmless (Rock v. Purssell, 84 L.T.J. 45). Thus, if material facts be pleaded at unnecessary length or detail, the pleading will not be struck out. It is not part of the defendant's duty to reform the plaintiff's pleading; but if wholly immaterial matter be set out in such a way that the applicant must plead to it, and so raise irrelevant issues, which may involve expense, trouble and delay, then the irrelevant matter will be struck out, as it will prejudice the fair trial of the action (see Rassam v. Budge, [1893] 1 QB 571, Liardet v. Hammond Electric Light Co [1883] 31 W.R. 710, Mudge v. Penge U.D.C. 85 LJ. Ch. 814, C.A.; 32 T.L.R. 354,417; Davy v. Garrett 7 Ch. D. 473)".» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Abdallah κ.α.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1520, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε της αρχές που διέπουν το υπό εξέταση θέμα και με αναφορά στο Annual Practice, 1958 εξήγησε ότι η φράση «tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action» έχει ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα δικαστήρια, έτσι ώστε απλή πολυλογία να μην προκαλεί αμηχανία. Επισημάνθηκε περαιτέρω ότι το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δεν διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι, από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν.[5] Σε σχέση με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλεί αμηχανία (embarrassing) σχετικό επίσης είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake, "Precedent of Pleadings" (ανωτέρω) σελ.144, ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Από την άλλη, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. App. 499 το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο Lord Selborne LC, στην υπόθεση Christie (ανωτέρω) στις παραγράφους 503-504: "The sole question in such a case is whether the matter alleged to be scandalous ... would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the bill which is material with reference to the relief that is prayed." Στην Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ / V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16 η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση διαγραφής, επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αυτό παρά τη διαπίστωση ότι το επίδικο δικόγραφο περιττολογούσε σε ορισμένα σημεία. Λέχθηκε ότι πλατειασμός που δεν οδηγεί σε αοριστίες ή σε διφορούμενες θέσεις ή είναι αβλαβής δεν αποτελεί λόγο διαγραφής. Στην ESQUIRE HOLDING LTD ν. ΤSENTAS DEVELOPERS LTD κ.α., Πoλιτική ΄Εφεση αρ. E191/2015, ημερομηνίας 23/3/2016 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «. Με βάση τη σχετική νομολογία κάθε αίτημα για διαγραφή δικογράφου είναι εξαιρετικό μέτρο και μέρη από τη δικογραφία μπορούν να διαγραφούν όταν τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, να προκαλέσουν αμηχανία, ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής. Όπως έχει τεθεί από παλαιά (βλ Annual Practice 1958, σελ.477 κ.ε.) απλή πολυλογία δεν προκαλεί αμηχανία. Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεση τους εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους Κανόνες. Ακόμη και αν ένα δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα τούτο δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει το Δικαστήριο στη διαγραφή του εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Η τελευταία αυτή φράση αποτελεί το ουσιώδες στοιχείο ως προς την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά και ως προς τη συναφή αιτιολογία που πρέπει να δίδεται για τη διαγραφή. Όπως εύστοχα έχει παρατηρηθεί παλαιότερα «though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited". (βλ. Lavar Shipping Co. Ltd & Another v. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. σελ. 416). . Όπως αναφέρθηκε στη FASILI a.o. v. M.V."SUN BOAT" HER SHIPOWNERS AND/OR CHARTERERS a.o
(1984)1 C.L.R. 679 η εξουσία διαγραφής ενεργοποιείται μόνο σε απλές και φανερές υποθέσεις. » Εξέταση υπό κρίση αίτησης: Για τους σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης έχω, βεβαίως, λάβει υπόψη μου τα επιχειρήματα των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων τα οποία έχουν εκτεθεί μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την επιχειρηματολογία των συνηγόρων των διαδίκων και θα περιοριστώ σε αναφορές στις αγορεύσεις όπου και εάν κριθεί σκόπιμο στη συνέχεια, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Πριν την ενασχόληση του Δικαστηρίου με τις παραγράφους των οποίων ζητείται η διαγραφή, καθίσταται αναγκαία μία γενική αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ούτως ώστε να διαφανεί η φύση της απαίτησης και οι θέσεις των εναγόντων που τη στοιχειοθετούν. Προσδιορίζοντας αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι το περιεχόμενο των συγκεκριμένων παραγράφων θα καταστεί πιο κατανοητό, πράγμα που με τη σειρά του θα συμβάλει στη μετέπειτα εξέταση τους. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι αυτοί, σε διάφορα χρονικά διαστήματα, συμφώνησαν να παρέχουν στους Εναγόμενους 1 δάνεια σε τρεχούμενο λογαριασμό. Δικογραφούνται οι διάφοροι όροι των συμφωνιών που είχαν, κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, συναφθεί μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων
- Δικογραφείται επίσης ότι προς εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης που χορηγήθηκε στους Εναγόμενους 1, ο εναγόμενος 2 και η εναγόμενη 3 εγγυήθηκαν δυνάμει Εγγυητήριου Εγγράφου προς όφελος των εναγόντων την πληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που δόθηκε στους Εναγόμενους
- Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάντα με την δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες, οι Εναγόμενοι 1 εκχώρησαν δυνάμει Συμβάσεων Εκχώρησης Εξασφάλισης ή/και Εκχωρητηρίων Εγγράφων προς τους ενάγοντες όλα τα δικαιώματα τους που απορρέουν από πωλητήρια έγγραφα μεταξύ των εναγομένων 1 από τη μια και των εναγομένων 4 - 14 από την άλλη σε σχέση με διάφορα διαμερίσματα σε συγκεκριμένο συγκρότημα διαμερισμάτων που οι εναγόμενοι 4 - 14 αγόρασαν από τους Εναγόμενους
- Διευκρινίζεται δικογραφικά ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται εναντίον των εναγόμενων 4 - 14 μόνο για τον σκοπό εξασφάλισης των διαταγμάτων που αναφέρονται στις αιτούμενες θεραπείες ΙΙ - ΧΙ της παρούσας αγωγής και αφορούν στα διαμερίσματα που αγόρασαν οι Εναγόμενοι 4 - 14 από τους Εναγόμενους
- Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των εν λόγω αιτητικών, καθίσταται σαφές ότι επιδιώκεται η έκδοση πολυάριθμων διαταγμάτων τόσο αναγνωριστικής όσο και προστακτικής φύσης με απώτερο σκοπό την άσκηση εκ μέρους των Εναγόντων των δικαιωμάτων που, κατά τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, απορρέουν από τα διάφορα πωλητήρια και εκχωρητήρια έγγραφα που έχουν συναφθεί προς όφελος τους. Παράγραφοι 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35: Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων καθίσταται σαφές ότι αυτές έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο. Έκαστη παράγραφος παρατίθεται μετά από κάθε παράγραφο στην οποία δικογραφείται η κάθε σύμβαση εκχώρησης για τον κάθε έναν από τους Εναγόμενους 4 - 14 ξεχωριστά. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο της παραγράφου 19 επισημαίνοντας ότι στις υπόλοιπες παραγράφους αυτό το οποίο διαφοροποιείται σε κάθε παράγραφο είναι το όνομα του κάθε εναγόμενου, η ημερομηνία του κάθε πωλητηρίου εγγράφου και το διαμέρισμα το οποίο το πωλητήριο έγγραφο αφορά: «
- Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή επιφυλάσσουν πλήρως και έναντι παντός προσώπου το δικαίωμα έγερσης αγωγής για την ειδική εκτέλεση του ρηθέντος πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 23/7/2008, για το ως άνω ρηθέν Διαμέρισμα 201, ως επίσης οι ενάγοντες επιφυλάσσουν με την παρούσα αγωγή οποιαδήποτε και όσα δικαιώματα απορρέουν από το ρηθέν πωλητήριο έγγραφο και τη ρηθείσα Σύμβαση Εκχώρησης Εξασφάλισης ή/και Εκχωρητήριο Έγγραφο και δεν ασκούνται με την παρούσα αγωγή.» Καθίσταται σαφές ότι οι Ενάγοντες τόσο μέσω της ρηθείσας παραγράφου όσο και μέσω των λοιπών επίμαχων παραγράφων επιφυλάσσουν τα οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέουν, σύμφωνα με τους ίδιους, από τα πωλητήρια έγγραφα και τις συμφωνίες εκχώρησης και τα οποία δεν ασκούνται, σύμφωνα με τους ίδιους, με την παρούσα αγωγή. Στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση αναφέρουν ότι εάν δεν προέβαιναν σε αυτές τις αναφορές οι Ενάγοντες τότε θα εμποδίζονταν στο μέλλον από την έγερση οποιασδήποτε άλλης αγωγής με αντικείμενο την ειδική εκτέλεση των πωλητηρίων εγγράφων που αναφέρονται στην αγωγή τους. Πέραν της γενικής αυτής τοποθέτησης, δεν εντοπίζεται στην αγόρευση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση οτιδήποτε που να υποστηρίζει σε νομικό επίπεδο τη γενική αυτή τοποθέτηση τους. Η δικογράφηση αναφοράς περί επιφύλαξης δικαιώματος που δεν εγείρεται με την παρούσα αγωγή εγείρει πράγματι αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο τέτοια αναφορά συνιστά αναγκαία και ουσιώδη αναφορά για τη διατύπωση μίας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής. Στην πραγματικότητα, καθίσταται σαφές ότι οι ρηθείσες αναφορές δεν είναι αναγκαίες για την προώθηση της αιτίας αγωγής που προωθείται εκ μέρους των Εναγόντων στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής (ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση από την πλευρά των Εναγόντων), με αποτέλεσμα αυτές να μην συνάδουν απόλυτα με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις που διέπουν τη σύνταξη των δικογράφων και να αποτελούν στην ουσία αχρείαστες αναφορές για τους σκοπούς της προώθησης της απαίτησης των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Αυτή όμως η διαπίστωση δεν οδηγεί, δίχως άλλο, στην ανάγκη έκδοσης διαταγής για διαγραφή των ρηθείσων αναφορών. Και εξηγώ: Οι ρηθείσες αναφορές δεν προκαλούν οποιαδήποτε ταλαιπωρία ή αμηχανία στην άλλη πλευρά τέτοια που να την επηρεάζει δυσμενώς, ούτε προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά στην άλλη πλευρά. Ούτε άλλωστε υπήρξε τέτοια εισήγηση από μέρους της άλλης πλευράς. Η μόνη αναφορά που γίνεται στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των Αιτητών είναι ότι η οποιαδήποτε μελλοντική πρόθεση των Εναγόντων για έγερση μελλοντικής αγωγής δεν αποτελεί επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Διαπιστώνω επίσης ότι η διατήρηση των συγκεκριμένων παραγράφων δεν θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή της δίκαιης δίκης, ούτε θα προκαλέσει έξοδα ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Συνακόλουθα, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια επί του θέματος, κρίνω ότι δεν συντρέχει λόγος για τη διαγραφή των εν λόγω παραγράφων. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ενώ παρόμοια επιφύλαξη δικαιωμάτων έχει δικογραφηθεί από τους Ενάγοντες και στην παράγραφο 17 της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με Ομόλογο Κυμαινόμενης επιβάρυνσης που δόθηκε από τους Εναγόμενους 1, εντούτοις δεν ζητείται η διαγραφή της από τους Αιτητές, ενδεικτικό της μη πρόκλησης οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού σε αυτούς. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις παραγράφους 23, 31, 35 διαπιστώνεται ότι αυτές δεν αφορούν ούτε σχετίζονται με τους Αιτητές αλλά με τους Εναγόμενους 6, 12, 13 και
- Παράγραφοι 36 και 43: Ζητείται επίσης η διαγραφή των παραγράφων 36 και 43 της Έκθεσης Απαίτησης. Η παράγραφος 36 διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Οι ενάγοντες επιφυλάσσονται να παρουσιάσουν κατά τη δικάσιμο και να αναφερθούν λεπτομερώς στους όρους όλων των εγγράφων που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή, ως επίσης και να παρουσιάσουν όλα τα έγγραφα που οι ενάγοντες τηρούσαν και οιαδήποτε άλλα έγγραφα που οι ενάγοντες τήρησαν ή/και που αναφέρονται στην παρούσα αγωγή.» Παρατηρώ ότι πρόκειται για αναφορά η οποία θα μπορούσε να παραλειφθεί αφού η προσκόμιση των οποιωνδήποτε εγγράφων κατά την ακροαματική διαδικασία συναρτάται με τη σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα ως αυτά αναδύονται από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και όχι με την όποια, με γενικό τρόπο, δικογραφημένη επιφύλαξη προσκόμισης τους στο Δικαστήριο. Η ρηθείσα όμως αναφορά δεν προκαλεί οποιαδήποτε ταλαιπωρία στην άλλη πλευρά τέτοια που να την επηρεάζει δυσμενώς. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος για τη διαγραφή της. Σε ότι αφορά την παράγραφο 43 της Έκθεσης Απαίτησης της οποίας επίσης ζητείται η διαγραφή, παρατηρώ ότι σε αυτήν καταγράφεται το ύψος του ποσού που αξιώνεται από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και διάφορες διαζευκτικές νομικές βάσεις για την αξίωση του ρηθέντος ποσού. Πρόκειται για ισχυρισμούς οι οποίοι πρέπει να περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης και συνάδουν απόλυτα με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις που διέπουν τη σύνταξη των δικογράφων αφού συνιστούν ουσιώδεις αναφορές για τους σκοπούς της προώθησης της απαίτησης των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Παράγραφοι 46 - 62: Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τις παραγράφους 46 - 62 των οποίων επίσης ζητείται η διαγραφή με την υπό κρίση Αίτηση. Και σε αυτήν την περίπτωση όπως και με τις παραγράφους 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35, οι επίμαχες παράγραφοι έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο. Συγκεκριμένα, οι παράγραφοι 47, 49, 51, 53, 55, 57, 59, 61 έχουν πανομοιότυπο περιεχόμενο και αυτό το οποίο διαφοροποιείται στην κάθε παράγραφο είναι το όνομα του κάθε εναγόμενου, η ημερομηνία του κάθε πωλητηρίου εγγράφου και ο αριθμός του κάθε διαμερίσματος το οποίο έκαστο πωλητήριο έγγραφο αφορά. Το ίδιο ισχύει και με τις παραγράφους 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58,
- Στις παραγράφους 47, 49, 51, 53, 55, 57, 59, 61 δικογραφείται το είδος των θεραπειών που αξιώνονται από τους Ενάγοντες εναντίον των εναγομένων, δυνάμει των Εκχωρητηρίων Εγγράφων τα οποία δικογραφήθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους. Συγκεκριμένα, δικογραφείται ότι αξιώνεται η έκδοση αναγνωριστικής φύσεως διαταγμάτων σε σχέση με διάφορα δικαιώματα τα οποία καταγράφονται στις ρηθείσες παραγράφους και τα οποία απορρέουν, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, από το κάθε πωλητήριο έγγραφο που αναφέρεται στις εν λόγω παραγράφους. Τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους αντιστοιχούν και ουσιαστικά επαναλαμβάνονται στο αιτητικό (prayer) της Έκθεσης Απαίτησης, υπό III (Α), IV (Α), V (Α), VI (Α), VII (Α), VIII (Α), IX (Α), X (Α). Στις παραγράφους 46, 48, 50, 52, 54, 56, 58, 60 δικογραφείται επίσης το είδος επιπρόσθετων θεραπειών που αξιώνονται από τους Ενάγοντες εναντίον των εναγομένων, δυνάμει των Εκχωρητηρίων Εγγράφων τα οποία δικογραφήθηκαν στις προηγούμενες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα, δικογραφείται ότι αξιώνεται η έκδοση τόσο προστακτικής όσο και αναγνωριστικής φύσεως διαταγμάτων σε σχέση με διάφορα δικαιώματα τα οποία καταγράφονται στις ρηθείσες παραγράφους και τα οποία απορρέουν, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγόντων, από το κάθε πωλητήριο και εκχωρητήριο έγγραφο που αναφέρεται στις εν λόγω παραγράφους. Τα όσα αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους αντιστοιχούν και ουσιαστικά επαναλαμβάνονται στο αιτητικό (prayer) της Έκθεσης Απαίτησης, υπό II (Β) - (Ζ), III (Β) - (Ζ), IV (Β) - (Ζ), V (Β) - (Ζ), VI (Β) - (Ζ), VII (Β) - (Ζ), VIII (Β) - (Ζ), IX (Β) - (Ζ), X (Β) - (Ζ). Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο των επίμαχων παραγράφων, είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι τα όσα διαλαμβάνονται στις εν λόγω παραγράφους θα μπορούσαν να είχαν τεθεί με πολύ πιο περιεκτικό και συνοπτικό τρόπο ώστε να είχε με τον τρόπο αυτό αποφευχθεί η, ομολογουμένως αχρείαστη, μακρηγορία που παρατηρείται στις εν λόγω παραγράφους. Το ζήτημα όμως που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει σε αιτήματα όπως το υπό κρίση, δεν είναι κατά πόσο ένα δικόγραφο θα μπορούσε να ήταν καλύτερο ή πιο περιεκτικό ή καλύτερα δομημένο αλλά κατά πόσο παραβιάζει τους Θεσμούς. Δεν διαπιστώνεται τέτοια παραβίαση εν προκειμένω. Οι Ενάγοντες ουσιαστικά θέτουν δικογραφικά τη θέση τους ότι είναι στη βάση των ρηθέντων Εκχωρητηρίων Εγγράφων που προωθούν εναντίον των Εναγομένων 1 από τη μία και των Εναγομένων 4 - 14 από την άλλη τις αξιώσεις που παραθέτουν στο αιτητικό (prayer) της Έκθεσης Απαίτησης. Το ότι αυτό θα μπορούσε, αδιαμφησβήτητα, να γίνει με πιο συνοπτικό τρόπο δεν ισοδυναμεί με παραβίαση των σχετικών δικονομικών διατάξεων που διέπουν τη σύνταξη των δικογράφων. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει λόγος για τη διαγραφή τους. Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις παραγράφους 49, 58, 60 και 62 διαπιστώνεται ότι αυτές δεν αφορούν ούτε σχετίζονται με τους Αιτητές αλλά με τους Εναγόμενους 6, 12, 13 και
- Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης. Κατάληξη: Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα και συνεπώς, τα έξοδα της υπό κρίση Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.)...................................... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Vassilios Fasili and others v. M.V. "Sun Boat" Her shopowners and/or Charterers and others
(1984)1 CLR 679, Kemsley v. Foot and Ors.
(1951)2 KB 34 [2] In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 ΑΑΔ 246, 255. [3] Vector Onega A.G. v. του πλοίου Μ / V Girvas κ.α.
(2000)1Α Α.Α.Δ 16 [4] Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1 Α.Α.Δ. 1852, 1860 [5] Βλ. επίσης Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787. [6] βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο