← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. UNIVENTURES GROUP PLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 4507/11, 11/6/2021

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. UNIVENTURES GROUP PLC κ.α., Αρ. Αγωγής: 4507/11, 11/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4507/11 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων - και -

  1. UNIVENTURES GROUP PLC
  2. XXXXX ΜΑΚΑΡΙΟΥ
  3. XXXXX ΙΑΚΩΒΙΔΗ υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστή της Εταιρείας GLOBAL VALUE PLC Εναγομένων ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25/11/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγόντων - και -
  4. UNIVENTURES GROUP PLC
  5. XXXXX ΜΑΚΑΡΙΟΥ Ημερομηνία: 11.06.2021 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Ν. Θεοδωρίδης με κ. Α. Κοζάκο για Γιώργο Γ. Γιάγκου ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους: κ. Γ. Τ. Χριστοφίδης με κ. Κ. Παντελή για Ορφανίδη, Χριστοφίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 27.06.2011, η Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ως ήταν τότε, δρομολόγησε την υπό συζήτηση αγωγή. Ως προκρίνεται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, όπως αυτό τροποποιούμενο διαμορφώθηκε και καταχωρήθηκε στις 08.12.2011, η ως άνω τράπεζα παραχώρησε τραπεζικές διευκολύνσεις προς την εναγομένη 1 εταιρεία, η οποία έφερε τότε την ονομασία Makariou Group Plc Ltd. Ειδικότερα, στις 11.12.2006, κατόπιν έγγραφης συμφωνίας παραχωρήθηκε στην ως άνω εναγόμενη 1 δάνειο για ισόποσο ποσό €2.861.907,
  6. Ανοίχθηκε προς τούτο σχετικός λογαριασμός. Επιπρόσθετα και συμπληρωματικά της ως άνω σύμβασης δανείου, κατά ή περί τις 24.11.2008, μετά από αίτημα της εναγομένης 1, η τράπεζα προσήλθε σε συμπληρωματική συμφωνία με την εναγομένη 1, μέσω της οποίας ουσιαστικά τροποποιείτο το μέρος της ως άνω συμφωνίας δανειοδότησης σε σχέση με το προβλεπόμενο επιτόκιο. Ειδικότερα, συμφωνήθηκε ότι το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίστατο από το διατραπεζικό επιτόκιο Ευρώ, τριών μηνών (EURIBOR) προσαυξημένο κατά 2.5% περιθώριο, ενώ η τράπεζα διατηρούσε το δικαίωμα να μεταβάλει κατά την κρίση της το επιτόκιο, έξοδα και άλλες χρεώσεις, νοουμένου ότι θα γνωστοποιούσε τούτο στην εναγόμενη 1 με σχετική γραπτή ειδοποίηση. Ο εναγόμενος 2, κατά ή περί στις 24.11.2008, με έγγραφη συμφωνία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την τράπεζα για το ποσό των €2.715.000 πλέον τόκους. Ως πρόσθετη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 προς την τράπεζα, ο εναγόμενος 2 εκχώρησε προς όφελος της τελευταίας τα δικαιώματα του από συγκεκριμένα συμβόλαια ασφαλειών ζωής που διατηρούσε με τις εταιρείες Cypria Life Ltd και Universal Life Insurance Ltd. Περαιτέρω, η εναγόμενη 1 με έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών, ημερ. 24.11.2008, ενεχυρίασε στην ως άνω τράπεζα συνολικά 500.000 μετοχές της εταιρείας Trokkoudes & Kyros PLC, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε 8.976.459 μετοχές της Global Value PLC, ως εξασφάλιση για την πληρωμή των ως άνω τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν σε αυτήν. Ως οι δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, στις 16.06.2010, ο ως άνω λογαριασμός δανείου της εναγομένης 1 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €2.437.093,00 πλέον καθυστερημένες δόσεις ύψους €51.823,
  7. Αποτέλεσμα τούτου, η εναγόμενη 1 κλήθηκε με σχετική επιστολή, η οποία κοινοποιήθηκε και προς τον εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή, να προβεί σε πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων, πληροφορώντας τους παράλληλα ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ο λογαριασμός δανείου θα φέρει τόκο 14% ετησίως και θα τερματιστεί η λειτουργία του. Με δεδομένο ότι η εναγόμενη 1 δεν συμμορφώθηκε με την πιο πάνω επιστολή ημερ. 16.06.2010, η τράπεζα, κατά ή περί την 21.07.2010, προχώρησε μέσω σχετικής επιστολής στον τερματισμό της λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού δανείου, καλώντας ταυτόχρονα την εναγόμενη 1 όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό, το οποίο κατά την ημερομηνία του τερματισμού ανερχόταν σε €2.449.976,30 πλέον τόκους προς 14%. Η ως άνω επιστολή τερματισμού κοινοποιήθηκε επίσης στον εναγόμενο 2 και πάλι υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως εγγυητή. Παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι αναγνώρισαν την οφειλή τους και υποσχέθηκαν εξόφληση της, παρέλειψαν μέχρι σήμερα να ανταποκριθούν. Στις 31.05.2012, οι εναγόμενοι προχώρησαν στην καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Μέσω της, προκρίνουν ότι πράγματι ήρθαν σε συμφωνία με την τράπεζα, με όρους όμως οι οποίοι δεν αναφέρθηκαν από τους ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους, τους οποίους εν πάση περιπτώσει οι ενάγοντες παραβίασαν και/ή δεν τήρησαν. Θέτοντας τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, τόσο όσον αφορά την συνομολόγηση της συμφωνίας δανειοδότησης και της συμπληρωματικής της, ως επίσης τις προβαλλόμενες θέσεις περί αποστολής προειδοποιητικής επιστολής αλλά και επιστολής τερματισμού της σχετικής συμφωνίας δανειοδότησης, προβάλλουν επίσης ότι προς όφελος της ενάγουσας τράπεζας η εναγόμενη 1 είχε παραχωρήσει, ως εξασφάλιση, ενεχυρίαση μετοχών της USB Bank PLC και της Trader Stock Ltd, ως επίσης πρώτη υποθήκη επί ακινήτου στην οδό Βυζαντίου 57, στον Στρόβολο, για ποσό €1.500.
  8. Τις πιο πάνω εξασφαλίσεις, προκρίνουν, σταδιακά φρόντισαν να πωλήσουν και όλα τα εισπρακτέα ποσά να κατατεθούν στο λογαριασμό του σχετικού δανείου. Στηρίχτηκαν όπως υποστηρίζουν σε προφορικές συνεννοήσεις με την τράπεζα και σε διαβεβαιώσεις εκ μέρους της τελευταίας ότι με την πώληση του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου και την κατάθεση ποσού €1.350.000 τον Δεκέμβριο του 2010 έναντι του δανείου, όλα τα οφειλόμενα ποσά θα διευθετούνταν πλήρως, ενώ σε περίπτωση που παρέμενε οποιοδήποτε υπόλοιπο, θα διευθετείτο με αποκοπή μέρους δικαιωμάτων για παροχή υπηρεσιών που θα προσέφερε ο εναγόμενος 2 στην τράπεζα, σε μακροπρόθεσμη βάση. Είναι για αυτόν τον λόγο, προβάλλουν, που βρήκαν αγοραστή για το ακίνητο σε τιμή €1.350.000 ήτοι €350.000 χαμηλότερη από την πραγματική του αξία, έτσι ώστε η ενάγουσα τράπεζα να επωφεληθεί από την άμεση είσπραξη του ποσού των €1.350.000 αντί το ενυπόθηκο ακίνητο να εκποιηθεί μέσω της μακράς και χρονοβόρας διαδικασίας. Υποδεικνύοντας περαιτέρω ότι η ενάγουσα τράπεζα κατά ή περί τις 05.04.2012 εισέπραξε το ποσό των €14.614,18 που αντιπροσωπεύει την καθαρή αξία εξαγοράς του σχετικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου της Universal Life, αρνούνται εν πάση περιπτώσει ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δανείου ανέρχεται στο ποσό που διεκδικούν οι ενάγοντες. Αποτελεί θέση τους ότι αυτό προκύπτει από παράνομους τοκισμούς, ανατοκισμούς και/ή παράνομες και/ή υπερβολικές και/ή εξογκωμένες χρεώσεις, προβάλλοντας παράλληλα ότι η επίδικη συμφωνία δανείου αντίκειται στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο και στον Περί Άδικων Συμβατικών Όρων Νόμο, αφού περιέχει καταχρηστικές και/ή άδικες και/ή επαχθείς ρήτρες για τους εναγομένους. Η υπό συζήτηση αγωγή, προβάλλουν, ηγέρθηκε εκδικητικά και/ή καταχρηστικά και για εξυπηρέτηση αλλότριων κινήτρων. Υποστηρίζοντας ότι από την πλευρά τους τήρησαν τις όποιες υποχρεώσεις τους, αποτελεί θέση τους ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου διευθετήθηκε πλήρως. Αντίθετα, εξαιτίας της παραβίασης των συμφωνηθέντων εκ μέρους των εναγόντων και/ή της αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους, οι εναγόμενοι έχουν υποστεί ζημιές τις οποίες και ανταπαιτούν. Ως ειδικότερα προβάλλουν στους δικογραφημένους τους ισχυρισμούς, υλοποίησαν τα συμφωνηθέντα προχωρώντας στην πώληση του ακινήτου στην οδό Βυζαντίου 57 σε τιμή χαμηλότερη από την πραγματική του αξία που ανερχόταν σε €1.700.000,00 με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιές ύψους €350.000,00 πλέον νόμιμο τόκο από 01.01.2011, ποσό το οποίο και διεκδικούν. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, επιζητούν αποζημιώσεις για απώλεια ενοικίων από το ενυπόθηκο ακίνητο και απώλεια αξιοποίησης του, ύψους €5.750 μηνιαίως από 01.01.2011, πλέον τόκους, ως επίσης γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, τόκους και έξοδα. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των εναγομένων από την πλευρά των εναγόντων. Οι τελευταίοι, απορρίπτοντας σωρευτικά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των εναγομένων στο μετρό που αυτοί αντιβαίνουν τις δικογραφημένες τους θέσεις, επαναλαμβάνουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην έκθεση απαίτησης τους, παραπέμποντας στις σχετικές έγγραφες συμφωνίες που συνομολογήθηκαν μεταξύ των πλευρών. Θέτοντας τους εναγόμενους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, αναγνωρίζουν ότι η εναγόμενη 1 είχε ως εξασφαλίσεις την ενεχυρίαση μετοχών της USB Bank PLC και υποθήκη ακίνητο στην οδό Βυζαντίου 57 στο Στρόβολο, προκρίνουν όμως πως οποιαδήποτε ποσά πληρώθηκαν από τις πιο πάνω εξασφαλίσεις δεν αφορούν το ποσό που αξιώνεται με την αγωγής τους. Περαιτέρω, επιβεβαιώνουν την είσπραξη του ποσού των €14.614,18 κατά ή περί την 05.04.2012 από την Universal Life, απορρίπτουν ωστόσο τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των εναγομένων, όπως και την ανταπαίτηση τους ως πραγματικά και νομικά αβάσιμη, αστήριχτη και καταχρηστική. Παρεμβάλλεται πως στην εξέλιξη των πραγμάτων και της δικαστικής διαδικασίας, κατ' εφαρμογή των σχετικών προνοιών του Ν.17(Ι)/2013 ως έχει τροποποιηθεί και των σχετικών διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Κ.Δ.Π. 104/2013, καταχωρήθηκε στον φάκελο της διαδικασίας σχετική Ειδοποίηση, σύμφωνα με την οποία η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως αποκτών μέρος, έχει αναλάβει όλα τα δικαιώματα και εργασίες της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - ως είχε μετονομαστεί η Marfin Popular Bank Public Co Ltd - υποκαθιστώντας την αναφορικά με οποιαδήποτε νομική ή άλλη διαδικασία η οποία σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβαστεί προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ με ισχύ από 29.03.
  9. Παράλληλα, στη βάση των προνοιών του άρθρου 18

(4)του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θεμάτων Νόμου του 2015 (Ν.169(I)/2015), ως έχει τροποποιηθεί, καταχωρίστηκε Ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με τη οποία γνωστοποιείται ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις οι οποίες έχουν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd, δυνάμει προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε με σχετικό διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στις 23.05.2019, κατ' εφαρμογή σχετικών άρθρων του Περί Εταιρειών Νόμου. Κατά την παρουσίαση της υπόθεσης, η πλευρά της ενάγουσας κάλεσε ένα μάρτυρα, τον XXXXX Αδάμου, υπάλληλο από το 1989 μέχρι τις 26.03.2013 στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και στη συνέχεια στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία, ειδικότερα στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών. Από την πλευρά των εναγομένων προσέφερε την μαρτυρία του ο εναγόμενος 2, Διευθυντής όπως δήλωσε της εναγομένης 1 εταιρείας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου να την επαναλάβει στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τούτο, όχι μόνον δεν απαιτείται αλλά και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους (βλ. κατ' αναλογία G & K Exclusives Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 88 και Paphos Stones Sea Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1854). Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι, βέβαια, ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσής της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486). Ο XXXXX Αδάμου, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα και υιοθετώντας γραπτή του δήλωση, αφού αναφέρθηκε στις διαφοροποιήσεις στην εξέλιξη του χρόνου των ονομάτων των διαδίκων, παρουσίασε την συμφωνία δανειοδότησης μεταξύ της τράπεζας και της εναγομένης 1 εταιρείας, ημερ. 11.12.2006, ως επίσης την σχετική συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ των ιδίων, ημερ. 24.11.2008 (τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα). Ο λογαριασμός που ανοίχτηκε σε σχέση με την πιο πάνω δανειοδότηση, υπέδειξε, κατά ή περί τις 16.06.2010, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €2.437.346,39 ως επίσης καθυστερημένες δόσεις για το ποσό των €51.823,
  1. Έθεσε προς τούτο υπόψη του Δικαστηρίου σχετική κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, ο οποίος, ως εξήγησε, στην εξέλιξη των πραγμάτων έλαβε νέο αριθμό (τεκμήριο 5). Σημειώνοντας ότι η εναγόμενη 1 κλήθηκε γραπτώς να προβεί στην πληρωμή των καθυστερημένων δόσεων, πληροφορούμενη παράλληλα ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης ο λογαριασμός δανείου θα φέρει τόκο προς 14% και θα τερματιστεί η λειτουργία του, έθεσε προς τούτο αντίγραφο της σχετικής επιστολής, ημερ. 16.06.2010 (Τεκμήριο 3). Ενόψει της παράλειψης της εναγομένης 1 να ανταποκριθεί στην πιο πάνω κλήση της τράπεζας, η τελευταία, με επιστολή της ημερ. 21.07.2010, την οποία παρουσίασε επίσης, σημειούμενη ως τεκμήριο 4 στη διαδικασία, τερμάτισε τη λειτουργία του ως άνω λογαριασμού. Θέτοντας επίσης υπόψη του Δικαστηρίου τη συμφωνία εγγύησης των ως άνω υποχρεώσεων της εναγομένης 1 που ο εναγόμενος 2 υπέγραψε στις 24.11.2008, (τεκμήριο 6) υπέδειξε παράλληλα ότι αντίγραφα τόσο της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 16.06.2010 όσο και της επιστολής τερματισμού του σχετικού λογαριασμού δανειοδότησης που οι ενάγοντες απέστειλαν προς την εναγομένη 1, ημερ. 21.07.2010 απεστάλησαν και στον εναγόμενο 2, παρουσιάζοντας σχετικά αντίγραφα (τεκμήρια 7 και 8). Παρά το γεγονός, ως επέμενε, ότι όλες οι χρεώσεις στον πιο πάνω λογαριασμό είναι καθόλα νόμιμες και κανονικές, ο ίδιος, κατά τον τρόπο που εξήγησε, προχώρησε στην ετοιμασία ανακατασκευασμένης κατάστασης του επίδικου λογαριασμού δανείου, (τεκμήριο 10) από την οποία αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις εξόδων και δικαιωμάτων των εναγόντων, περιορίζοντας παράλληλα το επιτόκιο στο εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο, πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο (marging), χωρίς να χρεώνεται σε αυτά οποιοσδήποτε τόκος υπερημερίας. Τούτο, υπέδειξε, σε μια προσπάθεια της ενάγουσας να βοηθήσει τους εναγομένους να αποπληρώσουν τα οφειλόμενα χρέη. Απορρίπτοντας κατηγορηματικά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των εναγομένων στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους ως αόριστους, ανυπόστατους, αστήρικτους και αναληθείς, επέμενε στο νόμιμο και βάσιμο της απαίτησης της ενάγουσας, δηλώνοντας καταληκτικά ότι οι ενάγοντες περιορίζουν την απαίτηση τους στο ποσό των €879.360,07 πλέον τόκο προς 2.932% επί ποσού €868.959,51 από τις 30.05.2008 με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο μέχρι εξόφλησης. Ο εναγόμενος 2, αναφερόμενος στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα, εξήγησε ότι μέχρι την μεταπήδηση του στον ιδιωτικό τομέα, όντας κάτοχος ακαδημαϊκού τίτλου σπουδών στη Λογιστική και Χρηματοοικονομικά, αποκτώντας τον τίτλο του Associate Chartered Accountant, εργάστηκε σε ελεγκτικό οίκο στο Λονδίνο, ενώ στη συνέχεια σε τραπεζικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων στον Όμιλο της Λαϊκής Τράπεζας, κατέχοντας σε κάποιο στάδιο τη θέση του Διευθυντή και Προϊστάμενου του μάρτυρα των εναγόντων, XXXXX Αδάμου, στο Τμήμα Αξιολόγησης Ποιότητας Χορηγήσεων του Ομίλου της Λαϊκής. Αναφερόμενος σε επιχειρηματικές δραστηριότητες εταιρειών στις οποίες μετείχε και τα προβλήματα τα οποία παρουσιάστηκαν στη λειτουργία τους, αποτέλεσμα ως υποστήριξε της συνεργασίας τους με τραπεζικά ιδρύματα στην Κύπρο, ως επίσης σε αγωγές οι οποίες δρομολογήθηκαν εκατέρωθεν και οι οποίες εξακολουθούν να εκκρεμούν, αποτέλεσε θέση του ότι μέχρι τα τέλη του 2010 η εναγόμενη 1 εταιρεία αποπλήρωνε κανονικά τις συμφωνημένες δόσεις του δανείου που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ο αυθαίρετος, μονομερής και χωρίς προειδοποίηση διορισμός διαχειριστών εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου στην εταιρεία Global Value PLC, οικογενειακής του εταιρείας η οποία χρησιμοποιούσε το ως άνω ενυπόθηκο ακίνητο και η παγιοποίηση των πληρωμών της ως άνω εταιρείας, όπως και γενικότερα η αμέλεια και η αδιάλλακτη στάση τους στον τρόπο χειρισμού των ζητημάτων της Global Value PLC, ήταν κατά τον μάρτυρα εκείνα που οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή του οικογενειακού ομίλου εταιρειών. Αναφερόμενος στη εξέλιξη των πραγμάτων και στη σωρεία προσπαθειών και προτάσεων που υπέβαλε για διευθέτηση των διαφόρων ζητημάτων και διαφορών που η εναγόμενη 1 και άλλες οικογενειακές εταιρείες αντιμετώπιζαν με τις τράπεζες, υποστήριξε ότι ήταν σε αυτά τα πλαίσια που ο ίδιος βρήκε αγοραστή για το ενυπόθηκο ακίνητο, η εκτιμημένη αξία του οποίου ήταν περίπου €1.830.000, ο οποίος προσέφερε ως τίμημα αγοράς €1.350.
  2. Η τράπεζα, υπέδειξε, συμφώνησε να προχωρήσει ο μάρτυρας με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, νοουμένου ότι το ποσό των €1.350.000 θα κατατεθεί στο δάνειο με την ταυτόχρονη απαλλαγή της υποθήκης που ήταν για ποσό €1.500.000 πλέον τόκους και νοουμένου ότι ο ίδιος και η εναγόμενη 1 εταιρεία θα φρόντιζαν για την πληρωμή οποιωνδήποτε φόρων και τελών έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του καταστήματος στους αγοραστές. Συμφωνήθηκε επίσης, προφορικά ως εισηγήθηκε, πως με την κατάθεση του ποσού των €1.350.000 στο λογαριασμό του δανείου, ο ίδιος θα απαλλασσόταν από οποιαδήποτε ευθύνη για το εναπομείναν υπόλοιπο, το οποίο θα θεωρείτο πλήρως εξοφλημένο και για την εναγόμενη 1 εταιρεία όταν η τράπεζα θα εισέπραττε το προϊόν πώλησης των ενεχυριασμένων μετοχών της USB Bank PLC που κατείχε η εναγόμενη
  3. Η διαγραφή του υπολοίπου ποσού ήταν αυτονόητη, υποστήριξε, αφού η τράπεζα ούτως ή άλλως γνώριζε ότι κατά τον εν λόγω χρόνο ο ίδιος δεν διατηρούσε οποιαδήποτε προσωπικά ή εταιρικά ακίνητα έχοντας μόνον τον μηνιαίο μισθό του που λάμβανε από τους διαχειριστές της Global Value PLC, η οποία τελικά οδηγήθηκε σε κλείσιμο και ο ίδιος στην ανεργία. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, υπέδειξε, ο ίδιος ανέλαβε το χρέος που διατηρούσε και η εταιρεία Global Value PLC, βασιζόμενος σε υποσχέσεις ότι η τράπεζα θα του ανέθετε εργασίες ως σύμβουλος σε θέματα ανάκτησης χρεών - που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν - και θα κατακρατούσε το 1/3 της αμοιβής του έναντι του δανεισμού της Global Value PLC, το οποίο αποτελεί αντικείμενο άλλης αγωγής, ειδικότερα της Αγωγής αρ. 4506/
  4. Η Τράπεζα Κύπρου, υπέδειξε, η οποία ανέλαβε τον σχετικό δανεισμό το 2013, παρά το γεγονός ότι ήταν η ίδια που προκάλεσε την οικονομική καταστροφή τόσο του ιδίου όσο και των εταιρειών του, συνεχίζει την υπό συζήτηση αγωγή, γνωρίζοντας ότι έχει εξαντλήσει τόσο την εναγόμενη 1 όσο και τον ίδιο, ήδη από το
  5. Εν πάση περιπτώσει, υποστήριξε, το επίδικο δάνειο της εναγομένης 1, στη βάση των συμφωνηθέντων θα πρέπει να θεωρείται εξοφλημένο με την κατάθεση συνολικά του ποσού του €1.350.000, αποτέλεσμα της πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, τη ρευστοποίηση της αξίας της ασφάλειας ζωής ύψους €14.614, ως επίσης τη ρευστοποίηση των μετοχών της USB Bank για ποσό €303.
  6. Παραπέμποντας στην ανασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού υποστήριξε ότι προκύπτει ξεκάθαρα ότι η Τράπεζα παράνομα κεφαλαιοποιούσε τον τόκο κάθε φορά που γινόταν κατάθεση της μηνιαίας δόσης ή οποιασδήποτε δόσης, σημειώνοντας παράλληλα ότι ο υπολογισμός του τόκου γινόταν με βάση της 360 αντί 365 ημέρες τον χρόνο. Υποστήριξε περαιτέρω ότι η τράπεζα παράνομα άλλαζε το βασικό επιτόκιο Euribor κάθε τρεις μήνες και όχι κάθε φορά που αυτό άλλαζε, εμμένοντας στη θέση πως σε περίπτωση που επαναϋπολογιστεί ορθά ο δανεισμός από την ημέρα που αυτός παραχωρήθηκε και διορθωθούν οι καταχρηστικές χρεώσεις, παράνομοι υπολογισμοί τόκων και κεφαλαιοποιήσεις, θα διαφανεί πλήρως ότι το χρέος έχει εξοφληθεί με τις καταθέσεις των €1.350.000 στις 20.12.2010 και €303.828 στις 14.03.
  7. Αναφερόμενος στο αρχικό ποσό δανείου που παρουσιάζεται στην ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, υποστήριξε ότι αυτό αποτελούσε ενοποίηση προηγούμενων δανείων που επίσης έφεραν καταχρηστικές χρεώσεις. Αποτέλεσε θέση του ότι η τράπεζα έχει κερδίσει ένα σημαντικό ποσό χρημάτων σε αντίθεση με τους εναγόμενους οι οποίοι έχουν απολέσει την υπεραξία του ενυπόθηκου ακινήτου, πλέον τα απολεσθέντα ενοίκια και δικαιώματα χρήσης του. Αποτέλεσμα της παράβασης των συμφωνηθέντων από την πλευρά της τράπεζας, υποδεικνύει, ήταν να πωληθεί το ακίνητο σε τουλάχιστον €350.000 - €450.000 κάτω από την αξία του, κατά τρόπο που έστω με το επιτόκιο του 2.93% που η ίδια απαιτεί, το ύψος των αποζημιώσεων που οι εναγόμενοι δικαιούνται και διεκδικούν να ανέρχεται σε πέραν των €590.000 (€480.000 πλέον επιτόκιο 2.93% από τις 20.12.2010 μέχρι σήμερα). Ομοίως, διεκδικούν τα διαφυγόντα ενοίκια/δικαιώματα χρήσης του ενυπόθηκου ακινήτου για 100 σχεδόν μήνες από τον Δεκέμβριο του 2010, ανά €5.750 τον μήνα, ήτοι συνολικό ποσό €575.
  8. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. του Πλοίου M/V MARY JOHN κ.α.
(2002)1 A.A.Δ. 661, έχει δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο, αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και αντιπαραβάλλονται βεβαίως με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το Δικαστήριο δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα (Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489) αλλά οφείλει να την παραβάλει και να την διερευνήσει στο σύνολο της υπόλοιπης τεθείσας υπόψη του μαρτυρίας. Ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά. Το δεύτερο στοιχείο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης, αποτελεί, ως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί (βλ. C & A Pelecanos Accosiates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1(B) A.A.Δ. 1273), η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινης βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας. Το Δικαστήριο, έχει τη δυνατότητα να αποδεχθεί μέρος μιας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μια μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεχτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να ακούσει, με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον του. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), τέθηκε ως δείκτης, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, η πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, τυχόν ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, προδιάθεσης ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη ή και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτούς υπερβολών, ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με μικροαντιφάσεις), την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Ιδιαίτερη προσοχή υπήρξε στο να μην αποδοθεί υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο, ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογία, Μ. Νικολάου ν. Α. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1797, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφίδης ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 401). Καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του μάρτυρα που παρουσιάστηκε για την πλευρά της ενάγουσας. Έχοντας κατά νουν την ζωντανή παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα, την στάση, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του, σε συνδυασμό με την αμεσότητα και την πειστικότητα του λόγου του, δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο ως άνω XXXXX Αδάμου, φανερά αποστασιοποιημένος από την εξέλιξη των γεγονότων, υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση, είτε αυτά περιήλθαν στην αντίληψη του πρωτογενώς είτε μέσω ενημέρωσης και πληροφόρησης που κατά τον τρόπο που εξήγησε έλαβε, παραπέμποντας ταυτόχρονα σε σχετικά έγγραφα και στοιχεία τα οποία επιβεβαιώνουν και ενισχύουν τις αναφορές και τοποθετήσεις του. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του, χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις τέτοιες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην καλή ποιότητα της, ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του, στην έκταση που άπτονται ζητημάτων που κατά τρόπο ουσιαστικό απασχολούν στην παρούσα, γίνεται αποδεκτή. Πριν από την ενασχόληση με τη μαρτυρία του εναγόμενου 2, μοναδικού μάρτυρα για την πλευρά των εναγομένων και την αξιολογική διύλιση των αναφορών, θέσεων και τοποθετήσεων του από το εδώλιο του μάρτυρος, θα πρέπει εξ΄ αρχής να σημειωθεί πως αναφορές και τοποθετήσεις του για ζητήματα που δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, ως επίσης, αντικειμενικά ορωμένων των πραμάτων, δεν φαίνεται να απασχολούν ουσιαστικές πτυχές της υπό συζήτηση υπόθεσης, ως αυτές έχουν οριοθετηθεί από τις δικογραφημένες θέσεις των πλευρών, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και να απασχολήσουν στα πλαίσια της παρούσας. Αποτελεί καλά καθιερωμένη αρχή του δικονομικού δικαίου ότι ο ακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα της δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα. Η δίκη, άλλωστε, δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836 και Παπαγεωργίου ν. Κλάπα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24). Η αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας του εναγόμενου 2, δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Ο τελευταίος, παρά το γεγονός ότι δεν αμφισβήτησε τελικά τη συμφωνία παραχώρησης της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης προς την εναγόμενη 1 εταιρεία και τη σχετική συμπληρωματική της συμφωνία, ούτε τη σύμβαση εγγύησης που ο ίδιος υπέγραψε με αντάλλαγμα την παροχή, τη συνέχιση και διατήρηση τους, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, άφηνε έντονα την αντίληψη στον τρίτο, ανεξάρτητο παρατηρητή, ότι επιχειρούσε εκ των υστέρων, να εφεύρει και να παραστήσει γεγονότα τα οποία, ως έκρινε, θα επέτρεπαν πρωτίστως στον ίδιον αλλά κατ' επέκταση και στην εναγόμενη 1 εταιρεία, να απομακρυνθούν και να αποδεσμευθούν από τις όποιες υποχρεώσεις δυνατόν να είχαν έναντι της ενάγουσας, οι οποίες συναρτώνται με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις που η εναγομένη 1 εταιρεία έλαβε και ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό θεωρούμενα με την εύκολα διακριτή έλλειψη πειστικότητας στο λόγο του, αλλά και το γεγονός ότι δεν φαίνεται να συνάδουν είτε με έγγραφα και στοιχεία τα οποία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου είτε με την εξέλιξη γεγονότων για τα οποία δεν υπήρξε τελικά αμφισβήτηση, χωρίς παράλληλα να τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία ή μαρτυρία ικανά να οδηγήσουν στην αποδοχή τους, όχι μόνο πλήττουν στο τέλος της ημέρας γενικότερα την αξιοπιστία του και εν γένει την ποιότητα της μαρτυρίας του, αλλά σφραγίζουν ταυτόχρονα το ατελέσφορο της προσπάθειας του. Το δικαστήριο, δεν θα μπορούσε να βασιστεί στη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης για την εξαγωγή τελικών και ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση τουλάχιστον με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας. Στην εξυπηρέτηση του πιο πάνω στόχου, εντάσσεται η αρχική στάση του μάρτυρα - εναγομένου 2 να μην επιβεβαιώνει καν την λήψη τόσο της προειδοποιητικής επιστολής ημερ. 16.06.2010, (τεκμήριο 3) όσο και της επιστολής τερματισμού της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, ημερ. 21.07.2010, (τεκμήριο 4). Στην εξέλιξη όμως των πραγμάτων, όταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του υπεδείχθη η δική του επιστολή, ημερομηνίας 18.06.2010, (τεκμήριο 12) απαντητική ουσιαστικά στην ως άνω προειδοποιητική επιστολή, ημερ. 16.06.2010, εμφανώς αιφνιδιασμένος, προσπάθησε να αντιπαρέλθει και να υποβαθμίσει το γεγονός. Ακολουθώντας άλλωστε την τακτική των ασαφών τοποθετήσεων σε ζητήματα τα οποία προφανώς θεωρούσε ότι δυνατό να μην εξυπηρετούσαν την εκδοχή του όσον αφορά την εξέλιξη των πραγμάτων, όταν του υπεδείχθη σχετική επιστολή ημερ. 09.07.2020, (τεκμήριο 13) με την οποία ρητά η τράπεζα απέρριπτε τις θέσεις και εισηγήσεις των εναγομένων όπως αυτές περιλαμβάνονταν στην ως άνω επιστολή τους, ημερ. 18.06.2020, εμμένοντας στο περιεχόμενο της προειδοποιητικής επιστολής της ημερομηνίας 16.06.2010, χωρίς ασφαλώς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για διαβούλευσης ή ρυθμίσεις σε σχέση με την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου που θα οδηγούσαν σε ολική απαλλαγή των εναγομένων από τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την επίδικη τραπεζική διευκόλυνση, υποστήριξε, εμφανώς αμήχανα, πως δεν ήταν σε θέση να θυμάται αν τελικά η τράπεζα απέρριψε τις εισηγήσεις - παρακλήσεις των εναγομένων όπως αυτές περιλαμβάνονταν στην ως άνω επιστολή τους. Αποτέλεσε βασικό πυλώνα των τοποθετήσεων του μάρτυρα ότι μεταξύ της τράπεζας και των εναγομένων, πέραν από τις πρόνοιες των μεταξύ τους έγγραφων συμφωνιών, ειδικότερα μέσω συνεννοήσεων με τον ίδιο, μεσολάβησε προφορική διευθέτηση και διαβεβαιώσεις εκ μέρους της τράπεζας σε σχέση με τον τρόπο συνολικής διευθέτησης του υπόλοιπου και οφειλόμενου ποσού του επίδικου δανείου. Ωστόσο, πέραν του γεγονότος ότι στην επιστολή ημερ. 18.06.2010, (τεκμήριο 12) την οποία παραδέχθηκε ότι απέστειλε στην τράπεζα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, δεν επιβεβαιώνονται οι θέσεις και οι τοποθετήσεις του περί ύπαρξης προφορικών συνεννοήσεων και διευθετήσεων όσον αφορά την απαλλαγή του ιδίου ως εγγυητή της εναγομένης 1 αλλά και της τελευταίας - όπως τις εισηγήθηκε καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου - διαπιστώνεται μεταξύ άλλων ότι, αντίθετα με την επιμονή του καθ΄ ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρος ότι η τράπεζα ήταν εκείνη που πίεζε για την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου, ο ίδιος φαίνεται να πρωτοστατούσε στην πώληση του επίδικου ακινήτου, καλώντας την ενάγουσα να ενεργήσει προς την ίδιαν κατεύθυνση αναθέτοντας το όλο ζήτημα σε κτηματομεσίτες, προχωρώντας μάλιστα να την ψέξει για το γεγονός ότι προτιθέμενος αγοραστής του ενυπόθηκου ακινήτου - τον οποίον οι εναγόμενοι είχαν εξεύρει - χάθηκε εξαιτίας της καθυστέρησης της τράπεζας να εγκρίνει την απαλλαγή της υποθήκης. Είναι φανερό ότι τέτοιο ζήτημα «διευθέτησης» του υπολοίπου του επίδικου δανείου, όπως το εισηγήθηκε ο εναγόμενος 2 καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρος, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο δεν απασχολούσε, όχι μόνον την τράπεζα αλλά και την δανειολήπτρια εναγομένη 1 και τον εγγυητή της, εναγόμενο 2. Δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία ότι πρόκειται περί όψιμου και εκ των υστέρων ισχυρισμού και θεωρήματος, εντασσόμενα και αυτά στην προσπάθεια του εναγομένου 2 καταθέτοντας να εξυπηρετήσει την υπόθεση των εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση, επί του συζητούμενου, είναι σημαντικό αισθάνομαι να σημειωθεί ότι η ειδικότερη στάση του εναγόμενου 2, ως αποκαλύπτεται από τα πιο πάνω στοιχεία και έγγραφα, σε συνδυασμό θεωρούμενη με την εξέλιξη των πραγμάτων και το περιεχόμενο των έγγραφων συμφωνιών ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ουσιαστικά επιρρώνουν την αντίληψη πως η ως άνω θέση του, απογυμνωμένη από οποιοδήποτε άλλο σχετικό στοιχείο ή μαρτυρία, δυνάμενα όχι να την επιβεβαιώσουν αλλά έστω να την ενισχύσουν, από μόνη της δεν θα μπορούσε να πείσει και ως εκ τούτου θα οδηγείτο στην απόρριψη. Ο μάρτυρας, επικαλούμενος την αδιαμφισβήτητη γνώση του ευρύτερα στα οικονομικά ζητήματα και ειδικότερα στην τραπεζική λειτουργία και πρακτική, αποτέλεσμα προφανώς των ακαδημαϊκών του σπουδών και των εμπειριών του ως στέλεχος κατά τον τρόπο που εξήγησε τραπεζικών ιδρυμάτων, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, υποστήριξε ότι στον επίδικο λογαριασμό υπάρχουν καταχρηστικές χρεώσεις, παράνομοι υπολογισμοί τόκων και παράνομες κεφαλαιοποιήσεις, θέσεις δηλαδή που η νομοθεσία και η νομολογία αναγνωρίζουν ότι μπορούν να προβληθούν ως υπεράσπιση σε υποθέσεις του είδους. Ωστόσο, είναι σημαντικό να εντοπιστεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση η προβολή των πιο πάνω θέσεων παρέμεινε ουσιαστικά μετέωρη, γενική και αόριστη, χωρίς συγκεκριμένη εξειδίκευση από την πλευρά του καταθέτοντος εναγόμενου 2. Έχει αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας ότι σε υποθέσεις του είδους, η γενική και αόριστη αμφισβήτηση του χρεωστικού υπολοίπου χωρίς την προσκόμιση οποιασδήποτε ειδικής μαρτυρίας προς αμφισβήτηση των συναλλαγών και των χρεοπιστώσεων που αποτυπώνονται στον επίδικο λογαριασμό (τεκμήρια 5 και 10 στην υπό συζήτηση περίπτωση), δεν είναι αρκετή για να καταδείξει ότι οι σχετικές καταστάσεις δεν αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα των χρεώσεων και των πιστώσεων στον επίδικο λογαριασμό (βλ. Τσιακλίδης ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 768, Κόμπου ν. Universal Bank Ltd, ΠΕ 340/2006, ημερ. 27.02.2009 και Ιωαννίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Λτδ), ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 08.07.2014). Στη βάση άλλωστε όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά του μάρτυρος των εναγόντων, η παρουσίαση από τη πλευρά τους του σχετικού λογαριασμού, φαίνεται στην συγκεκριμένη περίπτωση να πληροί τις πρόνοιες του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, καθιστώντας τις καταχωρήσεις σε αυτόν, εκ πρώτης όψεως δεόντως αποδεδειγμένες. Σπεύδω να σημειώσω ότι η παρουσίαση από την πλευρά των εναγόντων αναδομημένου λογαριασμού και ο ανάλογος περιορισμός ουσιαστικά της αξίωσης των εναγόντων, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί από τον μάρτυρα Μ. Αδάμου, δεν δημιουργεί, από μόνος του, οποιοδήποτε ζήτημα ή πρόβλημα. Ως υποδεικνύεται από τη νομολογία, η αναδόμηση λογαριασμών μέσω της οποίας διαμορφώνεται το ποσό της απαίτησης μιας τράπεζας προς τα κάτω, με αφαίρεση χρεώσεων και δικαιωμάτων ή με διαφορετικό υπολογισμό των τόκων, αποτελεί επιτρεπτή ενέργεια χωρίς να οδηγεί εκτός δικογράφων (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 και Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2192). Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η υπόδειξη του εναγόμενου 2 και η θέση ευρύτερα της πλευράς των εναγομένων ότι ο υπολογισμός του τόκου φέρεται να έγινε με διαιρέτη 360 και όχι με 365 ημέρες. Είναι γεγονός ότι στη Βογαζιάνος κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 253 - σε χρόνο που ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος 2/77, το άρθρο 3 του οποίου καθόριζε ως ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο το 9% ετησίως - κρίθηκε ότι η χρησιμοποίηση ως διαιρέτη των 360 αντί των 365 ημερών, οδήγησε σε επιβολή τόκου μεγαλύτερου του τότε επιτρεπόμενου (9% ετησίως), με αποτέλεσμα, παρά την υπογραφή της συμφωνίας από τον εφεσείοντα, ο σχετικός όρος να καθίσταται παράνομος. Τα δεδομένα όμως στην παρούσα είναι διαφορετικά. Πέραν του γεγονότος ότι προνοείτο συμβατικά η χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, οι επίδικες συμφωνίες διέπονται από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/1999, (τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001) στον οποίο δεν υπάρχει καθορισμός μέγιστου ποσοστού επιτοκίου ενώ παράλληλα προνοείται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν τον τόκο δύο φορές τον χρόνο. Στην υπόθεση Παχατουριάν ν. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 322, το Δικαστήριο εξέτασε σχετικό όρο υπολογισμού τόκου, πανομοιότυπο με αυτόν που περιλαμβάνεται στη συμφωνία δανειοδότησης ημερ. 11.06.2006. Τόσο το Πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο δεν θεώρησαν τον όρο αυτό ως επιλήψιμο. Ομοίως, στην υπόθεση Archbold Invest. Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1084, όπου υπήρχε επίσης πρόνοια περί τόκου με διαιρέτη το εμπορικό έτος των 360 ημερών, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου επί 360 ημερών αντί 365, δεν οδηγούσε σε χρέωση πέραν του εκ του νόμου επιτρεπόμενου 9%. Στην παρούσα υπόθεση δεν καταδείχθηκε ότι ο τρόπος υπολογισμού του τόκου ως προνοείται στις σχετικές συμφωνίες, ήτοι με τη χρήση του διαιρέτη των 360 ημερών, οδήγησε τούτο στην ενσωμάτωση στον αναδομημένο λογαριασμό παράνομων χρεώσεων τόκων. Αντίθετα, ρητά τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου ότι στο πλαίσιο της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού, κατά τον τρόπο που εξήγησε τούτο ο μάρτυρας των εναγόντων, πέραν από διάφορες χρεώσεις, έξοδα, δικαιώματα και τόκους που αφαιρέθηκαν, συνυπολογίστηκε τόκος χαμηλότερος από τον συμφωνηθέντα. Στη βάση της πιο πάνω γενικότερης τοποθέτησης και αξιολόγησης της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, σε συνδυασμό θεωρούμενης με το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του, ως αυτά έγιναν αποδεκτά, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, έχουν εξελιχθεί κατά τον τρόπο που οι ενάγοντες και ειδικότερα ο μάρτυς XXXXX Αδάμου παρέθεσε στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο, τις καθιστά και δικά του ευρήματα. Πέραν από όσα πιο πάνω έχουν ήδη διακηρυχθεί ως εύρημα του Δικαστηρίου, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι στις 11.12.2006, η τράπεζα Marfin Popular Bank Public Co Ltd, όπως ονομαζόταν τότε, συμφώνησε να δανειοδοτήσει την εναγομένη 1 εταιρεία, η οποία κατά τον χρόνο εκείνο έφερε την ονομασία Makariou Group PLC Ltd, για ισόποσο ποσό €2.861.907,
  1. Προς τούτο ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 070-12-063092, ο οποίος στην εξέλιξη των πραγμάτων έλαβε νέο αριθμό, ήτοι
  2. Στις 24.11.2008, με συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ των πιο πάνω πλευρών, η ως άνω συμφωνία δανειοδότησης τροποποιήθηκε στο μέρος που αφορούσε το επιτόκιο που θα έφερε το δάνειο. Καθορίστηκε ότι θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα συνίσταται από το τραπεζικό επιτόκιο του Ευρώ, τριών μηνών (EURIBOR) με περιθώριο προσαύξησης κατά 2.5%. Οι ενάγοντες διατηρούσαν το δικαίωμα μεταβολής οποτεδήποτε του επιτοκίου και/ή άλλων χρεώσεων, νοουμένου ότι θα γνωστοποιείται τούτο στους εναγόμενους γραπτώς, ως επίσης τη δυνατότητα ανατοκισμού όχι περισσότερο από δύο φορές τον χρόνο. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 24.11.2008, ο εναγόμενος 2 με έγγραφη συμφωνία εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την τράπεζα για το ποσό των €2.715.000 πλέον τόκους, ενώ εκχώρησε για τον ίδιον σκοπό προς όφελος της τράπεζας ασφάλειες ζωής που διατηρούσε με την εταιρεία Cyprialife Ltd και την εταιρεία Universal Life Insurance Ltd. Ομοίως, η εναγομένη 1 με έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών, ημερ. 24.11.2008, ενεχυρίασε στους ενάγοντες συνολικά 500.000 μετοχές της εταιρείας Trokkoudes & Kyros PLC, οι οποίες μετατράπηκαν σε 8.976.459 μετοχές της Global Value PLC, ως εξασφάλιση για την πληρωμή των τραπεζικών διευκολύνσεων που εξασφάλισαν από την τράπεζα. Κατά ή περί τις 21.07.2010, η τράπεζα τερμάτισε την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού, έχοντας προηγηθεί μη συμμόρφωση σε προειδοποιητική επιστολή των εναγόντων, ημερ. 16.06.2010, με την οποία καλούνταν οι εναγόμενοι όπως εξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του ως άνω λογαριασμού. Κατά τον χρόνο του τερματισμού του επίδικου λογαριασμού το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν σε €2.449.976,30 πλέον τόκους προς 14% ετησίως. Μετά τον τερματισμό του ως άνω λογαριασμού και την σχετική ενημέρωση προς τούτο τόσο της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1 όσο και του εγγυητή εναγομένου 2, οι τελευταίοι ουδέν άλλο ποσό κατέβαλαν στον εν λόγω λογαριασμό δανείου τους. Ωστόσο, μετά την καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ήτοι στις 06.04.2012, κατατέθηκε στον πιο πάνω λογαριασμό το συνολικό ποσό των €14.614, ποσό που αφορούσε ρευστοποίηση ασφαλιστηρίου ζωής που ο εναγόμενος 2 διατηρούσε στην ασφαλιστή εταιρεία Universal Life και το οποίο είχε επίσης εκχωρήσει στην τράπεζα προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εναγομένης
  3. Παρεμβάλλεται ότι μεταξύ 20.12.2010 και 14.03.2011, έναντι του επίδικου λογαριασμού δανείου κατατέθηκε το συνολικό ποσό των €1.653.828 (€1.350.000 από την πώληση του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου της εναγομένης 1 στον Στρόβολο που εξασφάλιζε την ως άνω επίδικη τραπεζική διευκόλυνση και €303.828 από ρευστοποίηση των μετοχών της USB Bank PLC που κατείχε η εναγομένη 1 και τις οποίες ενεχυρίασε στην τράπεζα). Η εξεύρεση αγοραστή για το πιο πάνω ενυπόθηκο ακίνητο έγινε με πρωτοβουλία του εναγομένου 2, ο οποίος διαπραγματεύθηκε με τον αγοραστή την τιμή πώλησης του ακινήτου καταλήγοντας στο ποσό των €1.350.000, το οποίο έγινε αποδεκτό από την τράπεζα με τη διευθέτηση ότι το τίμημα πώλησης θα κατατεθεί στον επίδικο λογαριασμό. Παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με εκτίμηση που η τράπεζα είχε στη διάθεση της, η αξία καταναγκαστικής πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου ανερχόταν σε €1.465.000, η τράπεζα συναίνεσε να άρει την υποθήκη για να ολοκληρωθεί η πώληση του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι υπήρχαν €150.000 Φόροι Κεφαλαιουχικών Κερδών που έπρεπε να πληρωθούν για να ολοκληρωθεί η πράξη, ποσό χρημάτων που ανέλαβαν να καταβάλουν οι εναγόμενοι. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι καμία προφορική ή άλλως πως συμφωνία έγινε μεταξύ των διαδίκων ή δόθηκαν στους εναγομένους οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις για απαλλαγή τους από οποιοδήποτε τυχόν υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό του επίδικου λογαριασμού με την πώληση του ως άνω ενυπόθηκου ακινήτου ή την αξιοποίηση άλλων εξασφαλίσεων που η τράπεζα είχε. Στη βάση ανασκευασμένης κατάστασης του επίδικου λογαριασμού, (τεκμήριο 10) από την οποία έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις εξόδων και δικαιωμάτων των εναγόντων, ενώ το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού περιορίστηκε στο εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο (margin) μειωμένο κατά 0.25%, ήτοι 2.25%, χωρίς να χρεώνονται στον εν λόγω λογαριασμό τόκοι υπερημερίας, ο ως άνω λογαριασμός εξακολουθεί να καταδεικνύει ως οφειλόμενο από την εναγομένη 1 πρωτοφειλέτιδα και τον εναγόμενο 2 εγγυητή της, ποσό €879.360,07 πλέον τόκο προς 2.932% επί ποσού €868.959,51 από 30.05.
  4. Η ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση περίπτωση και η ταυτόχρονη απόρριψη της εκδοχής των εναγομένων, όπως αυτή εκφράστηκε από τον μάρτυρα - εναγόμενο 2, εκ των πραγμάτων εξοβελίζει το βάθρο επί του οποίου εδράζεται κάθε ανταπαίτηση τους στην παρούσα αγωγή, αφήνοντας τις έκθετες σε απόρριψη. Πριν από την καταληκτική τοποθέτηση του Δικαστηρίου, κρίνεται αναγκαία η ενασχόληση με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγομένων ότι η εταιρεία Gordian Holdings Limited, δεν νομιμοποιείται να παρουσιάζεται στη παρούσα διαδικασία, αφού δεν έχει αποδείξει το έννομο της συμφέρον. Ειδικότερα, παραπέμποντας στην σχετική Ειδοποίηση που καταχωρήθηκε στις 18.06.2019 και στο διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 23.05.2019 που την συνοδεύει, υποδεικνύει ότι δεν τέθηκε στο Δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη δανειοδότηση περιλαμβάνεται σε αυτά που έχουν μεταφερθεί στην εν λόγω εταιρεία δυνάμει του διατάγματος ημερ. 23.05.
  5. Με κάθε σεβασμό αποκλίνω από την ως άνω προσέγγιση. Γεγονός παραμένει ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων, μεσολαβούσης της έκδοσης του ως άνω διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 23.05.2019, τέθηκε υπόψη του Πρωτοκολλητή και καταχωρήθηκε στον φάκελο της διαδικασίας σχετική Ειδοποίηση, δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο και οι υπόλοιποι παράγοντες της διαδικασίας ειδοποιούνται ότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αφορά πιστωτική διευκόλυνση ή και εξασφάλιση, η οποία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θεμάτων Νόμου του 2015 (Ν.169(I)/2015), έχει μεταβιβαστεί στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd (άρθρο 18
(4)). Η σχετική Ειδοποίηση, μέσω της οποίας ενημερώνεται το Δικαστήριο για την πιο πάνω εξέλιξη, ως προβλέπεται στις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας, παρέμεινε αλώβητη. Δεν υπήρξε αντίλογος στην παρουσίαση της πιο πάνω ειδοποίησης. Ούτε κανένα στοιχείο ή μαρτυρία τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δυνάμενα να ανατρέψουν το περιεχόμενο της, ειδικότερα τη θέση ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορά η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή έχουν πράγματι μεταβιβαστεί στην εταιρεία Gordian Holdings Ltd ως έχει επικυρωθεί τούτο από σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου. Δικονομική δυνατότητα προς τούτο, υπήρχε. Συνεκτιμώντας το σύνολο της μαρτυρίας και των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ως έγιναν αποδεκτά, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τις πρόνοιες των συμφωνιών που υπεγράφησαν μεταξύ της τράπεζας, τότε Marfin Popular Bank Public Co Ltd και των εναγομένων, τις διαφοροποιήσεις, υποκαταστάσεις, αντικαταστάσεις και μεταφορές δικαιωμάτων που στην εξέλιξη του χρόνου έχουν επέλθει σε σχέση με την ως άνω τράπεζα, αποτέλεσμα των οποίων, ως πιο πάνω έχει εξηγηθεί είναι να υποκαταστήσει και να λάβει τη θέση της ενάγουσας τράπεζας στην παρούσα διαδικασία η εταιρεία Gordian Holdings Ltd, κρίνεται ότι η ως άνω εταιρεία καθόλα δικαιολογημένα διεκδικεί την έκδοση απόφασης προς όφελος της και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για τα ποσά που αποτυπώνονται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 10), όπως αυτή τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου και επεξηγήθηκε. Συνακόλουθα, εκδίδεται απόφαση προς όφελος της εταιρείας Gordian Holdings Ltd και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα για το ποσό των €879.360,07 πλέον τόκο προς 2.932% επί του ποσού των €868.959,51 από την 30.05.2018, με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, ήτοι κάθε 1ην Ιανουαρίου και κάθε 1ην Ιουλίου κάθε έτους, μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα για διάθεση και πώληση των 8.976.459 μετοχών της εταιρείας Global Value PLC που η εναγόμενη 1 ενεχυρίασε προς την ενάγουσα τράπεζα, ως ειδικότερα περιγράφεται στην παράγραφο 12 του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος που τροποποιούμενο καταχωρήθηκε στις 08.12.2011 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η εταιρεία Gordian Holdings Ltd, με βάση τις διαδικασίες και/ή τους κανονισμούς του ΧΑΚ και/ή οποιουσδήποτε συναφείς Νόμους διορίζεται ως παραλήπτρια των ως άνω μετοχών, ώστε να διενεργήσει όλες τις ενέργειες και να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα με βάση οποιοδήποτε ισχύοντα Νόμο και Κανονισμούς για να προχωρήσει στην πώληση τους μέσω του ΧΑΚ ή ιδιωτικά, ανάλογα με την εξασφάλιση της υψηλότερης δυνατής τιμής πώλησης, με το προϊόν της πώλησης, αφαιρουμένων των εξόδων, να διατεθεί προς εξόφληση του πιο πάνω εξ΄ αποφάσεως χρέους. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι αυτά θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ.795 και 796) επιδικάζονται προς όφελος της Gordian Holdings Ltd και σε βάρος των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.