M.B. ως κληρονόμος του N.S.B. κ.α. ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 3191/2018, 9/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A341 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3191/2018 Μεταξύ:
- M.B. ως κληρονόμος του N.S.B.
- B.A. ως η ανήλικη κληρονόμος του N.S.B. δια του κηδεμόνα της M.B. Εναγόντων - και - ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 20.11.2018 Ημερομηνία: 9 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Νικολάου για Πελαγία, Χριστοδούλου, Βράχα ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδη & Πελίδη ΔΕΠΕ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 20.11.2018, οι ενάγοντες δρομολόγησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Μέσω του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρισαν, αξιώνουν αριθμό διαταγμάτων που στόχο έχουν, γενικότερα, την αποκάλυψη διαφόρων εγγράφων, στοιχείων και πληροφοριών, ως επίσης τη φίμωση της εναγομένης (gagging order) μέχρι εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Την ίδια ημέρα προώθησαν αίτηση, μονομερώς, μέσω της οποίας αξιώνουν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων εναντίον της εναγομένης, ουσιαστικά πανομοιότυπων με τα διατάγματα που επιζητούνται μέσω της αγωγής τους. Το Δικαστήριο εξετάζοντας στις 30.11.2018 την αίτηση, προχώρησε στην έκδοση, μονομερώς, διατάγματος φίμωσης της εναγομένης, (gagging order) ικανοποιώντας ένα από τα αιτητικά της. Για τα υπόλοιπα αιτητικά, μέσω των οποίων πρωτίστως επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης, (τύπου Norwich Pharmacal) δόθηκαν οδηγίες όπως η σχετική αίτηση επιδοθεί στην εναγομένη. Με την επίδοση της στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα, η τελευταία εμφανίστηκε στη διαδικασία προχωρώντας στην καταχώριση σχετικής Ειδοποίησης Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας ικανό αριθμό λόγων ένστασης. Ειδικότερα, προτάσσεται από την πλευρά της πως: «
- Οι Αιτητές δεν έχουν νομιμοποιητικό έρεισμα (locus standi) για καταχώρηση και προώθηση της Αγωγής και της Αίτησης εφόσον δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ενεργούν ως διαχειριστές και/ή εκτελεστές της περιουσίας του αποβιώσαντα N.S., η οποία περιουσία έχει το όφελος τυχόν βάσης αγωγής εναντίον οποιουδήποτε αδικοπραγήσαντα.
- Η Τράπεζα δεσμεύεται από συμβατική και/ή άλλη σχέση εμπιστοσύνης με τους πελάτες της καθώς και από τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.66(Ι)/1997, ως έχει τροποποιηθεί και από το καθήκον της για τήρηση των αρχών της εχεμύθειας, εμπιστευτικότητας και δέουσας επιμέλειας προς τους πελάτες της και έτσι δεν μπορεί νομίμως να αποκαλύψει οτιδήποτε σχετικό με πελάτες και/ή συγκεκριμένο πελάτη της, εκτός, μεταξύ άλλων, κατόπιν συγκαταθέσεως του πελάτη ή κατόπιν δικαστικού διατάγματος και βάσει των όρων τέτοιου διατάγματος, εάν ήθελε εκδοθεί.
- Οι πληροφορίες τις οποίες οι Αιτητές ζητούν να πληροφορηθούν από την Τράπεζα με την Αίτηση, αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 2 του Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου)«Νόμου, Ν.138(Ι)/20Ο1 και τυγχάνουν προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας.
- Οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν οποιαδήποτε εύλογη αιτία γιατί είναι αναγκαία για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και/ή προς το δημόσιο συμφέρον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι αιτούμενες θεραπείες εναντίον της Τράπεζας είναι πανομοιότυπες και/ή έχουν το ίδιο αποτέλεσμα με τις υπό τις παραγράφους (Α) και (Β) αιτούμενες θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής. Ως εκ τούτου, τυχόν έγκριση της Αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα την εκδίκαση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, της ουσίας της Αγωγής, ως προς το σημείο αυτό.
- Δεν έχει αποδειχθεί ότι ήταν κατεπείγον να εκδοθεί μονομερώς το διάταγμα υπό το αιτητικό (Γ) της Αίτησης και γενικά δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του αρ. 32 του Νόμου 14/
- Οι Ενάγοντες έχουν ήδη στην κατοχή τους αρκετές πληροφορίες και/ή στοιχεία από αυτά που αιτούνται με την παρούσα Αίτηση.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal.
- Η παρούσα Αίτηση είναι παντελώς νομικά ανυπόστατη και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή καταχρηστική και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του σεβαστού Δικαστηρίου.
- Η Αίτηση υποβάλλεται με τεράστια καθυστέρηση.
- Τυχόν έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων θα πρέπει να συνοδεύεται από ρητή υποχρέωση των Εναγόντων όπως
(1)οι Ενάγοντες θα αναλάβουν να αποζημιώσουν πλήρως την Τράπεζα για οποιαδήποτε τυχόν ζημιά αυτή ήθελε υποστεί λόγω της συμμόρφωσης της με το εν λόγω διάταγμα
(2)οι Ενάγοντες θα καταβάλουν στην Τράπεζα όλα τα εύλογα έξοδα που θα υποστεί για συμμόρφωση με το Διάταγμα και
(3)οποιοδήποτε στοιχείο, έγγραφο ή πληροφορία περιέλθει εις γνώση τους ή στην κατοχή τους ή εις γνώση ή στην κατοχή των δικηγόρων τους, να μην δύναται να χρησιμοποιηθεί εναντίον της Τράπεζας σε οποιαδήποτε διαδικασία είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό.» Στις 12.02.2020, οι ενάγοντες-αιτητές επανήλθαν επιζητώντας την άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Παρά την ένσταση που συνάντησε το πιο πάνω αίτημα τους, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ενέκρινε εν μέρει τούτο, παραχωρώντας σχετική άδεια στους αιτητές. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί των οποίων εδράζεται η υπό συζήτηση αίτηση, παρατίθεται με την ένορκη δήλωση του Φ.Β., ημερ. 20.11.2018 που την συνοδεύει, ενώ τον ίδιο στόχο εξυπηρετούν και οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις του ιδίου και της Λ.Ν., ημερ. 12.04.2021. Ο Φ.Β., δικηγόρος στον δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες-αιτητές, αφού εξήγησε τους λόγους για τους οποίους προέβη ο ίδιος στην αποτύπωση ουσιαστικά της εκδοχής των αιτητών, έθεσε παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα στοιχεία και έγγραφα. Κεντρικός πυρήνας των θέσεων του υπήρξε το γεγονός ότι οι αιτητές, μοναδικοί κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους, μετά από έρευνα διαπίστωσαν ότι αριθμός λογαριασμών που ο τελευταίος διατηρούσε σε τράπεζα στο Βέλγιο έκλεισαν και ποσά από αυτούς τους λογαριασμούς μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς που διατηρούσε η εταιρεία FXC ENERGY (CYPRUS) LIMITED στην εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Αφού παραθέτει με λεπτομέρεια τις προσπάθειες εκπροσώπου τους να διαπιστώσει τον λόγο και την εγκυρότητα αυτής της μεταφοράς των χρημάτων, οι οποίες δεν καρποφόρησαν, υποστηρίζοντας πως η πιο πάνω μεταφορά χρημάτων ήταν αποτέλεσμα αδικοπραξίας και δόλιας μεταφοράς των οικονομικών στοιχείων της κληρονομιάς που οι ενάγοντες δικαιούνται, σημειώνει παράλληλα ότι επιδιώχθηκε η συνεννόηση επί του θέματος με την καθ' ης η αίτηση τράπεζα, η οποία εν τέλει πληροφόρησε την πλευρά των εναγόντων ότι δε θα μπορέσει να τους δώσει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την κίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού της ως άνω εταιρείας, για λόγους που άπτονται της προστασίας των πελατών της. Την ένσταση της καθ' ης η αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Β.Α., λειτουργού όπως η ίδια εξηγεί στην καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Μέσω της, ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και εξειδικεύονται σε κάποιον βαθμό οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης, προκρίνοντας ζητήματα νομιμοποίησης, τραπεζικού απόρρητου και μη ικανοποίησης γενικότερα των προϋποθέσεων έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, χωρίς να παραλείπει να προβάλει ζητήματα καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι οι ενάγοντες-αιτητές εν πολλοίς φαίνεται να διαθέτουν τα αιτούμενα στοιχεία. Με τις τελικές τους εισηγήσεις, τις οποίες οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Έχω σημειώσει με πολλή προσοχή τις σχετικές αναφορές, τις τοποθετήσεις, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο και αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Πριν από την ενασχόληση με τα ουσιαστικότερα ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα, απασχολεί κατά προτεραιότητα το ζήτημα της νομιμοποίησης των εναγόντων-αιτητών να προωθήσουν την παρούσα αίτηση, αφού αποδοχή της θέσης των καθ' ων η αίτηση επί του ζητήματος, δυνατό να έχει καταλυτική επίδραση στην περαιτέρω προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, σφραγίζοντας εκ των πραγμάτων την τύχη της. Η προβολή του ζητήματος της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου, είναι γεγονός ότι μπορεί να προβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και αυτεπάγγελτα (ex proprio motu) από το Δικαστήριο (βλ. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της Περιουσίας της DK Intercity Buses Λάρνακας Λτδ κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:A256, Πολ. Έφ. Αρ. 388/2011, ημερ. 7.07.2017). Ωστόσο, γεγονός παραμένει ότι το Δικαστήριο, για να τοποθετηθεί σε πρώιμο στάδιο, ως στην υπό συζήτηση δηλαδή περίπτωση, σε ζήτημα που από μόνο του δυνατό να έχει καταλυτική επίδραση στην πορεία μιας διαδικασίας, θα πρέπει να έχει υπόψη του το σύνολο των στοιχείων τα οποία θα του επιτρέψουν να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα επί του συζητούμενου. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι ενάγοντες-αιτητές προκρίνουν ότι καθ' όλα δικαιωματικά, ως οι μόνοι νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους, προωθούν την υπό συζήτηση διαδικασία. Αν τελικά έχουν τη δυνατότητα να πράξουν τούτο, θα διαφανεί αφενός με τη συμπλήρωση των δικογραφημένων θέσεων των πλευρών και αφετέρου με την παρουσίαση ανάλογου μαρτυρικού υλικού. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και η τελική τοποθέτηση του επί του συζητούμενου, ως επιζητείται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, χωρίς να έχει τεθεί υπόψη του το σύνολο των στοιχείων που αφορά το υπό συζήτηση ζήτημα, θα ήταν αισθάνομαι, τουλάχιστον ακροσφαλής. Εξακολουθεί πάντα να ισχύει η αρχή πως σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα, πολύ δε περισσότερο καθ' ον χρόνο, ως στην υπό συζήτηση περίπτωση, οι δικογραφημένες θέσεις των πλευρών δεν έχουν συμπληρωθεί. Τα διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων, τα οποία έλαβαν το όνομά τους από την ομώνυμη υπόθεση στην Norwich Pharmacal Co & Others v. Commisioners & Custom Exice
(1973)2 All E.R.943, εδράζονται και αποτελούν ουσιαστικά δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας. Ως υπεδείχθη στην ως άνω απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων, όπως λειτουργούσε τότε: «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (
- a)without discovery of the information in the possession of the person against whom discover was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (
- b)the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Είναι καλά αποδεκτό από τα Αγγλικά δικαστήρια αλλά και την Κυπριακή νομολογία, ότι η ως άνω νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, δυνάμενη να προωθηθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και εάν αποδεδειγμένα έπραξαν τούτο άθελά τους ή ακόμη χωρίς να έχουν προσωπική ευθύνη. Ως έχει ήδη σημειωθεί, η πιο πάνω νομική αρχή, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων κοινωνικοοικονομικών καταστάσεων και δεδομένων μπορεί ανάλογα να εφαρμοστεί και σε περιπτώσεις που προγενέστερα δεν κάλυπτε (Asworth Hospital Authority ν. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193). Ώς υποδείχθηκε άλλωστε στην Avila (ανωτέρω): «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσομένων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Nowrich Pharmacal εμπίπτουν σε αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όσες χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου». Αποτέλεσμα της πιο πάνω πραγματικότητας ήταν να επεκταθεί η εφαρμογή της ως άνω αρχής σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες (βλ. Carcton Film Distributors Ltd v. V.C.I. Plc
(2003)EWHC 616), σε περιπτώσεις όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγούντος ήταν γνωστή, πλην όμως η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)C.L.C. 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417
(2001)W.L. 1729042, ως επίσης σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software ν. Hopkins and Wood
(1993)F.S.R. 241). Σε κάθε περίπτωση, θεραπεία η οποία επιζητείται με την έκδοση του διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal κρίθηκε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις που αφορούν απάτη ή δόλο. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Re Bernard L Madoff Investment Securities LLC
(2009)EWHC 442 (CH.), πολύπλοκες υποθέσεις απάτης και δόλου, είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος να εκτίθενται σε πλήρη έρευνα. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nex & Petrol U.K. Ltd
(2005)3 All E.R. 511, υιοθετήθηκαν δε, κατ' επανάληψη, από την Κυπριακή νομολογία. Ως ειδικότερα σημειώνεται στη σελίδα 518 του ως άνω τόμου που αυτή εντοπίζεται δημοσιευμένη: «The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Πέραν από τις πιο πάνω ειδικότερες προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων ως το υπό συζήτηση, γεγονός παραμένει ότι το σχετικό αίτημα θα πρέπει να εξετάζεται έχοντας πάντα κατά νου την αναγκαιότητα να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ. Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 C.L.R. 38, Odysseos ν. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των σχετικών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση, ως επαναβεβαιώθηκε στην Κωνσταντίνου Λόρδου κ.ά. ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά Πολιτική Έφεση Ε143/2015 ημερ. 27/3/2017, κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα επί της ουσίας, πέραν του ότι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, στη διαπίστωση δηλαδή του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση προβάλλει, ανάμεσα σε άλλα, την συμβατική σχέση εμπιστοσύνης που διατηρεί μαζί με τους πελάτες της, το τραπεζικό απόρρητο και την αναγκαιότητα να προστατευθούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ως λόγους ουσιαστικά για την απόρριψη του υπό συζήτηση αιτήματος. Το ζήτημα έχει απασχολήσει πολλές φορές τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Με κάθε σεβασμό η ως άνω εισήγηση δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Είναι αρκετό να αναφερθεί ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29 του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.66(Ι)/97), η σχετική απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της τράπεζας προς ίδιον όφελος, κάτι που δεν ισχύει ασφαλώς στην υπό συζήτηση περίπτωση. Περαιτέρω, το τραπεζικό απόρρητο, ως κατ' επανάληψη έχει διακηρυχθεί από τη νομολογία, σύμφωνα και με το άρθρο 29
(2)του ως άνω νόμου, υποχωρεί έναντι του δημοσίου συμφέροντος. Στην ίδια την υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω) σε απάντηση στο επιχείρημα ότι νομοθετικές διατάξεις αλλά και λόγοι δημόσιου συμφέροντος, απαγορεύουν την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, τονίστηκε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του δημόσιου συμφέροντος, υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων αδικοπραγούντων. Όπως δε σημειώθηκε και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. (ανωτέρω): «Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. 550. στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. (..) Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας (...) Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες». Προκρίνεται ακόμη από την πλευρά των ενιστάμενων το γεγονός ότι μέσω της αίτησης επιζητούνται πανομοιότυπες θεραπείες όπως αυτές που επιζητούνται με το κλητήριο ένταλμα. Είναι γεγονός πως ως η νομολογία των δικαστηρίων μας υποδεικνύει, είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα διεκδικούνται με την αγωγή. Ωστόσο, το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται (βλ. Κοσμά v Χ''Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Δεν υπάρχει δηλαδή άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού μιας θεραπείας σε ενδιάμεσο στάδιο, επειδή επιδιώκεται ουσιαστικά το ίδιο πράγμα με την αγωγή. Το ζήτημα εξετάζεται πάντα σε συνάρτηση με τα γεγονότα που περιβάλλουν μια υπόθεση, τη φύση και τις ειδικότερες περιστάσεις της (βλ. υποθέσεις Penderhill και Avila ανωτέρω). Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, φαίνεται ικανή να μετατρέψει το ανεπιθύμητο σε αναγκαίο, καθ' ην έκταση στην Κύπρο η έκδοση διατάγματος προϋποθέτει την ύπαρξη αγωγής. Η υιοθέτηση ως άκαμπτου, του κανόνα ότι δεν επιτρέπεται η απόδοση ταυτόσημης με την αιτούμενη στην αγωγή θεραπείας και συνακόλουθα η απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης, θα ακύρωνε ουσιαστικά τον σκοπό και τον λόγο ύπαρξης του μηχανισμού των διαταγμάτων Norwich Pharmacal. Το γεγονός ότι αιτούμενες με την υπό συζήτηση αίτηση θεραπείες είναι ταυτόσημες με τις θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή, δεν απαγορεύει ούτε αποκλείει αφ' εαυτού τη χορήγηση τους στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Προβάλλεται περαιτέρω από την πλευρά της καθ' ης αίτηση, ως αυτοτελής λόγος ο οποίος θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης, το ζήτημα της καθυστέρησης στην προώθηση της αίτησης. Έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί από τη Νομολογία των Δικαστηρίων μας ότι ο παράγοντας του χρόνου, δεν έχει σημασία μόνον στην περίπτωση προώθησης μονομερώς (ex parte) αιτήσεων. Αναμφίβολα, έχει τη δική του σημασία ακόμα και στις περιπτώσεις που μια αίτηση του είδους προωθείται εξ' αρχής δια κλήσεως ή μετατρέπεται ως τέτοια στην πορεία, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου. Τούτο, με δεδομένο ότι τα προσωρινά διατάγματα έλκουν την καταγωγή τους στο δίκαιο της επιείκειας, τομέας του δικαίου στον οποίον η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση μιας υπόθεσης λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, δυνάμενη ενίοτε να αποβεί μοιραία για την υπόθεση του αιτητή. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, φαίνεται ότι της προώθησης της υπό εξέταση αίτησης προηγήθηκαν προσπάθειες σε διάφορες χώρες και με διάφορους τρόπους από την πλευρά των αιτητών, για να αντλήσουν πληροφόρηση και στοιχεία σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία τους απασχολούν στην παρούσα. Οι όποιες δε προσπάθειες συνεννόησης και προώθησης σχετικών αιτημάτων σε οργανισμούς και τραπεζικά ιδρύματα, εγκατεστημένα σε χώρες διαφορετικές από το συνήθη τόπο διαμονής των εναγόντων, γινόταν μέσω τρίτων, πραγματικότητες που δεν μπορούν να αγνοηθούν στη θεώρηση του ζητήματος του χρόνου που έχει παρέλθει μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, η πλευρά της καθ' ης η αίτηση, μόλις στις 30.05.2018 - επικαλούμενη λόγους προστασίας των πελατών της - γνωστοποίησε εγγράφως στην πλευρά των αιτητών ότι δεν ήταν σε θέση να τους γνωστοποιήσει οποιαδήποτε στοιχεία και πληροφορίες. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η όποια καθυστέρηση εντοπίζεται στην προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στην έννοια της υπερβολικής καθυστέρησης, δυνάμενη να έχει τις δραστικές συνέπειες που η πλευρά των καθ' ων η αίτηση εισηγείται στην πορεία της υπό συζήτηση αίτησης. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Avila, (ανωτέρω) οι προσπάθειες εντοπισμού πληροφοριών με την προώθηση σχετικών διαδικασιών σε άλλες περιπτώσεις, δεν είναι ικανές από μόνες τους να αποτρέψουν την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal. Αντίθετα, επιμαρτυρούν ίσως το γνήσιο του αιτήματος, καθ' ην έκταση οι ενάγοντες φαίνεται πράγματι κατά τρόπο γνήσιο να επιδιώκουν συγκεκριμένες πληροφορίες και άντληση λεπτομερειών για να μπορέσουν να προωθήσουν τους στόχους τους, όπως τους έχουν οριοθετήσει. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, θα πρέπει εξ' άλλου να σημειωθεί ότι δεν εντοπίζονται στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο τελευταίο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά των αιτητών σε σχέση με την καταχώριση και την προώθηση της παρούσας αίτησης. Επανερχόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να ισχύουν για την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal, όπως τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co (ανωτέρω), είναι φανερό ότι ικανοποιούνται. Προκρίνεται από την πλευρά των αιτητών ότι έχουν διαπραχθεί σε βάρος των συμφερόντων τους αδικοπραξίες ή και εκδηλώθηκαν δόλιες συμπεριφορές με σκοπό την απόσπαση χρημάτων που οι ίδιοι διατείνονται ότι ως νόμιμοι κληρονόμοι, τελικά δικαιούνται. Περαιτέρω, οι αιτούμενες θεραπείες φαίνεται πράγματι να είναι αναγκαίες αφού χωρίς αυτές θα ήταν αδύνατο οι ενάγοντες να ολοκληρώσουν ουσιαστικά το «μωσαϊκό» των προβαλλόμενων παράνομων πράξεων, ώστε να στοιχειοθετήσουν αγωγή για την απόσπαση των χρημάτων ή για την παράνομη μεταφορά τους και την απάτη και για την λήψη αναγκαίων δικαστικών μέτρων εναντίον όλων εκείνων που παρουσιάζονται να λειτούργησαν σε βάρος των συμφερόντων τους κατά τον πιο πάνω τρόπο. Τα αιτούμενα διατάγματα θα βοηθήσουν στην εξασφάλιση των αναγκαίων πληροφοριών για τον εντοπισμό αυτών που ενήργησαν σε βάρος των συμφερόντων των αιτητών και του ρόλου τους, ως επίσης θα υποβοηθήσουν στην ανεύρεση γεγονότων, στοιχείων και μαρτυρίας για την προώθηση της αγωγής. Είναι άλλωστε φανερό ότι στη διάθεση της καθ' ης η αίτηση τράπεζας δυνατό να υπάρχουν στοιχεία που μόνον η ίδια έχει τη δυνατότητα να προσφέρει, πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι όποιες άλλες προσπάθειες των αιτητών, απευθυνόμενοι σε τρίτα πρόσωπα, ούτε ή άλλως δεν καρποφόρησαν. Αναφορικά με την τρίτη ειδικότερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος του είδους, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι η καθ' ης η αίτηση τράπεζα έχει εμπλακεί στην εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων, διεκπεραιώνοντας και μεσολαβώντας κατά τον τρόπο τουλάχιστον που προκρίνουν οι αιτητές, συγκεκριμένες τραπεζικές και οικονομικές συναλλαγές που φέρονται να έχουν σχέση με την ισχυριζόμενη παράνομη μεταφορά των χρημάτων. Συνακόλουθα, είναι σε θέση να παράσχει στους αιτητές τις πληροφορίες που αυτοί επιζητούν και οι οποίες είναι αναγκαίες για την προώθηση αγωγής εναντίον προσώπων πως ως ισχυρίζονται παράνομα και με δόλιο τρόπο αποξένωσαν περιουσιακά στοιχεία που οι ίδιοι διατείνονται ότι νομιμοποιούνται να διεκδικούν. Εξετάζοντας κατά πόσο ικανοποιούνται οι γενικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, δεν παραβλέπω την υπόδειξη στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά. (ανωτέρω), ότι με την τεκμηρίωση της διάπραξης μιας αδικοπραξίας και την εμπλοκή της καθ' ης η αίτηση, τούτο ουσιαστικά συνεπάγεται την ικανοποίηση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου 32. Πέραν από την ως άνω επισήμανση, εξετάζοντας περαιτέρω κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960, έχοντας κατά νουν ότι οι αρχές που έχουν τεθεί από την απόφαση Norwich Pharmacal μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελή αιτία αγωγής, είναι φανερό ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση αποκαλύπτεται εκ των προτέρων σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κατά τρόπο που ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Άλλωστε, στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου - στο βαθμό πάντα που τούτο απαιτείται - είναι φανερό ότι παρουσιάζεται μια συζητήσιμη υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας εγείρονται ζητήματα παράνομης ιδιοποίησης περιουσιακών στοιχείων και πλουτισμού και γενικότερα διάπραξης των ισχυριζόμενων αδικοπραξιών σε βάρος των αιτητών. Σε συνάρτηση δε με το ζήτημα κατά πόσο συντρέχει ή όχι η δεύτερη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, με δεδομένο ότι σε αυτό το στάδιο δεν απαιτείται η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, οι αιτητές φαίνεται να έχουν υπερβεί το ούτως ή άλλως χαμηλό ύψος του πήχη που καλούνται να υπερπηδήσουν σε διαδικασίες ως η υπό συζήτηση για να καταδείξουν ορατό τουλάχιστον ενδεχόμενο επιτυχίας. Διερευνώντας τον παράγοντα της ανεπανόρθωτης ζημιάς, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στην τρίτη θεμελιακή προϋπόθεση του άρθρου 32, η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι σε αυτήν εμπίπτουν και άλλα, μεταβλητά κριτήρια και παράγοντες. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η δικαιοσύνη άλλωστε δεν συναρτάται πάντα με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτούμενου τη θεραπεία (βλ. Papastratis v. Pierides
(1979)1 C.L.R. 231, Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245, και Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην υπό συζήτηση περίπτωση φαίνεται πράγματι ότι οι επιζητούμενες πληροφορίες είναι απαραίτητες, όχι μόνον για να αντιληφθούν οι αιτητές το είδος, την έκταση και τον τρόπο δράσης όσων, ως προβάλλεται, με δόλο και παράνομο τρόπο απέσπασαν τα χρήματα που οι ενάγοντες-αιτητές διατείνονται ότι νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν, αλλά και τα σχετικά με αυτές τις ενέργειες μέρη, ως επίσης τον ρόλο τους, επιτρέποντας στους αιτητές να προωθήσουν τα δικαστικά μέτρα που θα πρέπει να λάβουν προς διαφύλαξη και προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους. Θα μπορούσαν επίσης, μέσω των σχετικών πληροφοριών, να ιχνηλατήσουν την πορεία συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων που φαίνεται να αποξενώθηκαν ως αποτέλεσμα δόλιων ενεργειών. Συνακόλουθα, κρίνεται ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/1960, αφού η μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αποκάλυψης, είναι προφανές ότι θα επιδράσει κατά τρόπο δυσμενή για την πλευρά των αιτητών προκαλώντας τους ζημιά τέτοιου είδους που θα καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στο πλαίσιο της στάθμισης κάθε σχετικού παράγοντα που περιβάλλει την υπό συζήτηση περίπτωση και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, αναμφίβολα το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε παρά να κλίνει υπέρ της πλευράς των αιτητών. Τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα καταστήσει εξαιρετικά δύσκολο για τους τελευταίους να εντοπίσουν πρόσωπα που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη παράνομη αποξένωση συγκεκριμένων χρηματικών ποσών, τον βαθμό εμπλοκής του κάθε ενός και το ρόλο που κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα διαδραμάτισε στην εξέλιξη των πραγμάτων, ενάντια πάντα στα συμφέροντα τους. Ομοίως, θα βοηθήσει στην ιχνηλάτηση της πορείας των περιουσιακών στοιχείων που δυνατόν στην εξέλιξη των πραγμάτων να αποξενώθηκαν από τους εμπλεκόμενους, επιτρέποντας στους αιτητές ανάλογα να προωθήσουν τις αξιώσεις τους. Παράλληλα δεν πρέπει να υποτιμάται το γεγονός οι επιζητούμενες πληροφορίες και στοιχεία να μπορούν να συμβάλουν στην εξυπηρέτηση του στόχου της καταστολής δόλιων πράξεων και εξαπάτησης και ευρύτερα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αντίθετα, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν φαίνεται να έχει οποιεσδήποτε δυσανάλογες ή επαχθείς συνέπειες για την καθ' ης η αίτηση τράπεζα. Συνολικά θεωρούμενων των πραγμάτων, η ζημιά που θα υποστούν οι ενάγοντες από την απόρριψη του αιτήματος θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την όποια ταλαιπωρία θα υποστεί η καθ' ης η αίτηση τράπεζα στην περίπτωση έγκρισης του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, φαίνεται να θεμελιώνεται το δικαίωμα των εναγόντων-αιτητών να λάβουν τις αιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία χωρίς η καθ' ης η αίτηση τράπεζα να χρειάζεται την συγκατάθεση οποιωνδήποτε τρίτων. Ως προς το αιτητικό Γ της αίτησης και του σχετικού επικουρικού διατάγματος φίμωσης που μονομερώς εκδόθηκε, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι θα πρέπει να ακυρωθεί ή να μην οριστικοποιηθεί. Για να αποφευχθεί πλήρως ο κίνδυνος τα διατάγματα αποκάλυψης να απολέσουν την χρησιμότητα τους ή να καταστούν εκ των πραγμάτων άσκοπα και άνευ ουσίας, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερ. 30.11.2018 οριστικοποιείται και θα ισχύει μέχρι την πλήρη συμμόρφωση της καθ' ης η αίτηση με τα διατάγματα που θα εκδοθούν ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει. Πέραν της οριστικοποίησης κατά τον πιο πάνω τρόπο του διατάγματος ημερ. 30.11.2018, εκδίδονται διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης. Ο χρόνος συμμόρφωσης σε σχέση με το διάταγμα ως το Α της αίτησης, καθορίζεται σε 25 ημέρες από την επίδοση των διαταγμάτων. Νοείται ότι οι ενάγοντες θα καλύψουν οποιαδήποτε έξοδα τα οποία η καθ' ης η αίτηση τράπεζα λογικώς θα επωμιστεί για σκοπούς συμμόρφωσης με το διάταγμα. Τα έξοδα αυτά, σε περίπτωση που δεν συμφωνηθούν από τα μέρη εντός δέκα ημερών από σήμερα, θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που θα θέσει υπόψη του η καθ' ης η αίτηση αφού τα κοινοποιήσει στην άλλη πλευρά και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τα έξοδα της υπό συζήτηση αίτησης, κατ' εφαρμογή καλά καθιερωμένων αρχών επί του ζητήματος σε υποθέσεις του είδους, ως έχουν παρατεθεί μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Avila, (ανωτέρω) αυτά θα επιβαρυνθεί η πλευρά των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο πρωτοκολλητή. Να καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο