← Κύπρος

ΤΑΤΡΟΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΤΑΤΡΟΣ ν. ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ κ.α., Συνενωμένες αγωγές: 5652/2012, 5653/2012, 5654/2012, 5655/2012, 5656

ΤΑΤΡΟΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος ΤΑΤΡΟΣ ν. ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ κ.α., Συνενωμένες αγωγές: 5652/2012, 5653/2012, 5654/2012, 5655/2012, 5656/2012, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A353 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Συνενωμένες αγωγές: 5652/2012 5653/2012 5654/2012 5655/2012 5656/2012 Αγωγή υπ' αριθμό: 5652/2012 Μεταξύ: XXXXX ΤΑΤΡΟΣ Eνάγων Και

  1. XXXXX ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  2. XXXXX ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  3. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  4. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  5. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  6. XXXXX ΚΩΜΟΔΙΚΗ Eναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 26/9/2019 XXXXX ΤΑΤΡΟΣ, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX ΤΑΤΡΟΣ Eνάγων Και
  7. XXXXX ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  8. XXXXX ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  9. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  10. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  11. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  12. XXXXX ΚΩΜΟΔΙΚΗ Eναγόμενοι Αγωγή υπ' αριθμό: 5653/2012 Μεταξύ: XXXXX ΤΑΤΡΟΣ, δια μέσω των γονέων και νόμιμων κηδεμόνων του XXXXX ΤΑΤΡΟΣ ΚΑΙ XXXXX ΤΑΤΡΟΣ Eνάγων Και
  13. XXXXX ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  14. XXXXX ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  15. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  16. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  17. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  18. XXXXX ΚΩΜΟΔΙΚΗ Eναγόμενοι Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 28/6/2017 XXXXX ΤΑΤΡΟΣ Eνάγων Και
  19. XXXXX ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  20. XXXXX ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  21. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  22. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  23. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  24. XXXXX ΚΩΜΟΔΙΚΗ Eναγόμενοι Αγωγή υπ' αριθμό: 5654/2012 Μεταξύ: XXXXX ΤΑΤΡΟΣ Eνάγων και
  25. XXXXX ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  26. XXXXX ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  27. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  28. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  29. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  30. XXXXX ΚΩΜΟΔΙΚΗ Eναγόμενοι Αγωγή υπ' αριθμό: 5655/2012 Μεταξύ: XXXXX ΤΑΤΡΟΣ Eνάγων Και
  31. XXXXX ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  32. XXXXX ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  33. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  34. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  35. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  36. XXXXX ΚΩΜΟΔΙΚΗ Eναγόμενοι Αγωγή υπ' αριθμό: 5656/2012 Μεταξύ: XXXXX ΤΑΤΡΟΣ Eνάγων Και
  37. XXXXX ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
  38. XXXXX ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  39. XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
  40. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  41. XXXXX ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
  42. XXXXX ΚΩΜΟΔΙΚΗ Eναγόμενοι Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις Για τους Ενάγοντες (σε όλες τις συνενωμένες αγωγές): κ. Ε. Μάνουλος με κα Κοτζιάπαση για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδη & Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2 (σε όλες τις συνενωμένες αγωγές): Καμία εμφάνιση. Για τους Εναγόμενους 4 - 6 (σε όλες τις συνενωμένες αγωγές): κ. Φ. Φανή για ΔΑΜΙΑΝΟΥ & ΛΑΡΚΟΥ. ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Δικογραφημένες θέσεις: Οι πιο πάνω αγωγές συνενώθηκαν με σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 22/7/
  43. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του σχετικού διατάγματος, διατάχθηκε η συνεκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων με οδηγό την αγωγή υπ' αριθμό 5652/
  44. Αντικείμενο όλων των αγωγών είναι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων για αποζημιώσεις συνεπεία επίθεσης που κατ' ισχυρισμό δέχθηκαν από μέρους των Εναγομένων την 1/8/
  45. Ενάγοντες σε όλες τις αγωγές είναι τα μέλη μίας πενταμελούς οικογένειας. Συγκεκριμένα, στην αγωγή 5652/12 Ενάγων είναι ο υιός της οικογένειας ο οποίος ενάγει υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα του, στην αγωγή 5653/12 ενάγων είναι ο υιός της οικογένειας, στην αγωγή 5654/12 ενάγουσα είναι μία από τις δύο θυγατέρες της οικογένειας, στην αγωγή 5655/12 ενάγουσα είναι η μητέρα της οικογένειας και στην αγωγή 5656/12 ενάγουσα είναι η άλλη θυγατέρα της οικογένειας. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην αγωγή υπ' αριθμό 5652/12, ο αποβιώσας κατά ή περί την 1/8/2010 και ώρα 01:30 π.μ. μαζί με τον ανήλικο υιό του μετέβηκαν στον Αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωρίου όπου προέβηκαν σε καταγγελία εναντίον των Εναγομένων 4 και 6 για οχληρία προκαλούμενη δια χρήσεως δυνατής μουσικής λόγω άμεσης γειτονίας της οικίας του αποβιώσαντα με την οικία των Εναγομένων 4 και
  46. Στη συνέχεια, μετέβηκαν μέλη της Αστυνομίας προς διερεύνηση της καταγγελίας και με την άφιξη της αστυνομίας στον χώρο οι Εναγόμενοι και/ή κάποιοι εξ αυτών εξαγριώθηκαν και άρχισαν να υβρίζουν τον αποβιώσαντα τον οποίο θεωρούσαν υπαίτιο για την άφιξη της Αστυνομίας. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα στη ρηθείσα αγωγή, οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή 4 επιτέθηκαν στον αποβιώσαντα με πέτρες και/ή τούβλα και/ή άλλα αντικείμενα προκαλώντας σε αυτόν τραυματισμό και/ή υλικές ζημιές και/ή φόβο και/ή ψυχική αναταραχή και/ή αναστάτωση. Δικογραφείται επίσης ότι οι Εναγόμενοι και/ή κάποιοι εξ αυτών εξύβριζαν τον αποβιώσαντα. Αξιώνεται η επιδίκαση τόσο ειδικών όσο και γενικών αποζημιώσεων καθώς επίσης και τιμωρητικών και/ή επαυξημένων αποζημιώσεων. Σε ότι αφορά τις αγωγές 5653/12 και 5655/12 (ήτοι οι αγωγές του υιού και της μητέρας αντίστοιχα) οι αξιώσεις είναι παραπλήσιες και οι εκθέσεις απαίτησης είναι ουσιαστικά ταυτόσημες με τη διαφορά ότι δεν αξιώνεται η επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων. Σε ότι αφορά τις αγωγές 5654/12 και 5656/12 (ήτοι οι αγωγές των δύο θυγατέρων της οικογένειας) οι αξιώσεις είναι παραπλήσιες με τις ανωτέρω αναφερόμενες αγωγές με τη διαφορά ότι δεν αξιώνεται η επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων. Δικογραφούνται και σε αυτές τα γεγονότα σε σχέση με την υποβολή της καταγγελίας και την επίσκεψη της αστυνομίας στον χώρο όπως και στις υπόλοιπες αγωγές. Και στις δύο αγωγές δικογραφείται ότι όταν οι ενάγουσες αφίχθηκαν στο σπίτι τους οι Εναγόμενοι και/ή κάποιοι εξ αυτών οι οποίοι προηγουμένως είχαν διαπληκτιστεί με την οικογένεια των Εναγουσών άρχισαν να φωνάζουν και/ή να εξυβρίζουν αυτές και/ή την οικογένεια τους και κινήθηκαν απειλητικά προς το μέρος τους συνεχίζοντας να τις βρίζουν και/ή να τις απειλούν. Στην αγωγή 5654/12 προστίθεται ότι αφού οι Εναγόμενοι και/ή κάποιοι εξ αυτών συνέχισαν να βρίζουν και/ή να απειλούν την Ενάγουσα ο Εναγόμενος 1 της επιτέθηκε και απέσπασε από την κατοχή της το κινητό τηλέφωνο του πατέρα της. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγουσών και στις δύο αγωγές ως αποτέλεσμα των γεγονότων που δικογραφούν αυτές έχουν υποστεί τραυματισμούς και/ή φόβο και/ή ψυχική αναταραχή και/ή αναστάτωση. Στην αντίπερα όχθη, οι Εναγόμενοι 4 - 6 εγείρουν ουσιαστικά την ίδια υπεράσπιση σε όλες τις συνενωμένες αγωγές. Συνοπτικά, προβάλλουν προδικαστική ένσταση ότι όλες οι αγωγές ή/και ζητήματα ή/και αξιώσεις εξ αυτών θα πρέπει να απορριφθούν καθότι δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων 4-6 ή/και δεν τίθενται οι αναγκαίες λεπτομέρειες που να στηρίζουν τις προβαλλόμενες αξιώσεις για τους Εναγόμενους 4-
  47. Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι σε καμία οχληρία ή εκπομπή δυνατής μουσικής προέβησαν και ότι πλην του ότι έγινε συζήτηση ή έντονη λογομαχία στην οποία δεν συμμετείχαν οι Εναγόμενοι 4-6 αλλά αυτή αν έγινε, έγινε μεταξύ τρίτων και των εναγόντων και όχι από τους Εναγόμενους 4-
  48. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων 4-6, αυτοί δεν εξύβρισαν ή επιτέθηκαν στους Ενάγοντες και οι Ενάγοντες δεν τραυματίστηκαν. Σε ότι αφορά τους Εναγόμενους 1 και 3 σε όλες τις συνενωμένες αγωγές, δεν υπήρξε επίδοση και αυτές απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο στις 23/7/
  49. Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2, όλες οι αγωγές επιδόθηκαν σε αυτόν και δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους του. Στις 23/7/20 δηλώθηκε από τον συνήγορο των Εναγόντων σε όλες τις αγωγές ότι η απόδειξη των απαιτήσεων των Εναγόντων σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 θα λάμβανε χώρα στο πλαίσιο της εκδίκασης όλων των αγωγών σε σχέση με τους Εναγόμενους 4-6 οι οποίοι εμφανίστηκαν σε όλες τις αγωγές. Προσαχθείσα Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν πέντε

(5)μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν ο XXXXX Τάτρος (ενάγων στην αγωγή 5653/12) (ΜΕ1), δεύτερος μάρτυρας η κα XXXXX Τάτρος (ενάγουσα στην αγωγή 5654/12) (ΜΕ2), τρίτος μάρτυρας η κα. XXXXX Τάτρος (ενάγουσα στην αγωγή 5656/12) (ΜΕ3), τέταρτος μάρτυρας η κα. XXXXX Τάτρος (ενάγουσα στην αγωγή 5655/12) (ΜΕ4) και πέμπτος και τελευταίος μάρτυρας η κα XXXXX Μακρή, αρμόδια Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Ποινική Δικαιοδοσία) (ΜΕ5). Για την πλευρά των Εναγομένων 4-6 έδωσαν μαρτυρία τρεις μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας ήταν η κα XXXXX Κωμοδίκη (Εναγόμενη 6 σε όλες τις αγωγές) (ΜΥ1), δεύτερος μάρτυρας η κα Ειρήνη Ευαγγέλου (Εναγόμενη 5 σε όλες τις αγωγές) (ΜΥ2) και τρίτος και τελευταίος μάρτυρας ο κ. Ευάγγελος Ευαγγέλου (Εναγόμενος 4 σε όλες τις αγωγές) (ΜΥ3). Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα και, ειδικότερα, στα σημεία που έκρινα ως σημαντικά για την απόφαση μου επί των επίδικων θεμάτων ή που έκρινα ως σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης, πάντοτε, σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα.[1] ΜΕ1: Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο διέμενε μαζί με την οικογένεια του σε οικία στα Λύμπια στην Επαρχία Λευκωσίας και ότι στην διπλανή οικία διαμένουν οι Εναγόμενοι 4 και
  1. Στις 31/7/2010 βρισκόταν στο σπίτι τους μαζί με τον πατέρα και την μητέρα του και οι αδελφές του απουσίαζαν από το σπίτι. Στο σπίτι των Εναγομένων 4 και 6 είχε μαζευτεί κόσμος αφού, όπως πληροφορήθηκε αργότερα, κάποιο από τα παιδιά τους είχε γενέθλια. Οι Εναγόμενοι 4 και 6 είχαν πολύ δυνατά τη μουσική σε σημείο που τους ενοχλούσε και λόγω του ότι υπήρχαν κάποιες διαφορές μεταξύ των Εναγομένων 4 και 6 και του πατέρα του που αφορούσαν κάποια καταγγελία που είχε γίνει από την Επαρχιακή Διοίκηση, οι Εναγόμενοι 4 και 6 έβαζαν συχνά δυνατά την μουσική με σκοπό να τους ενοχλούν. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι πατέρας του εκείνο το βράδυ όπως έπραξε και σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν, κατά τις 1:30 π.μ. την 1η/8/2010 αποφάσισε να πάει στον αστυνομικό σταθμό και να καταγγείλει τους Εναγόμενους 4 και
  2. Μαζί του είχε μεταβεί και ο ίδιος. Με την αποχώρηση τους από το σταθμό η αστυνομία έστειλε ένα περιπολικό με δύο αστυνομικούς για διερεύνηση του παραπόνου τους. Με την άφιξη της αστυνομίας άκουσαν δυνατές φωνές και βρισιές και τότε αυτός με την μητέρα του βγήκαν στο μπαλκόνι για να δουν τι συμβαίνει όπου είδαν τους Εναγόμενους 4, 5 και 6 μαζί με τους καλεσμένους τους, Εναγόμενους 1, 2, 3 να φτύνουν προς το μπαλκόνι τους και να βρίζουν φωνάζοντας προς την μητέρα του «αράπισσα», «σκατόμαυρη», «πουτάνα» και προς αυτόν «σκατόμαυρε», «σκατοαράπη» και απευθυνόμενους προς όλους τους «γαμώ την ράτσα σας, «φύετε σήμερα που τα Λύμπια», «θα σας κρούσουμε και εσάς και το σπίτι σας αν δεν φύετε». Τότε, η μητέρα του έτρεξε προς την καγκελόπορτα για να την κλειδώσει για να μην μπορούν να μπουν μέσα στο σπίτι και μαζί με την μητέρα του κατέβηκε και αυτός και τότε οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, και 4 ξεκίνησαν να ρίχνουν τούβλα, πέτρες και οτιδήποτε έβρισκαν πρόχειρο προς την κατεύθυνση τους. Όπως ανέφερε, ο πατέρας του εκείνη τη στιγμή βγήκε στην πόρτα της κατοικίας τους για να δει τι συμβαίνει. Οι Εναγόμενες 5 και 6 δεν πέταξαν αντικείμενα αλλά τους έβριζαν, τον πατέρα του «μπάσταρδε», «πούστη», «σκατοαράπη» και την μητέρα του «αράπισσα», «σκατόμαυρη», «πουτάνα». Οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στην σκηνή έτρεξαν προς το μέρος τους και τους είπαν να μπούνε γρήγορα στο σπίτι για να προστατευτούν και το ίδιο έπραξαν και αυτοί. Ο Εναγόμενος 4 μαζί με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 συνέχισαν να ρίχνουν αντικείμενα προς το σπίτι τους προκαλώντας διάφορες ζημιές στο σπίτι τους, στο αυτοκίνητο του πατέρα του καθώς και σε μία μηχανή για ανάμειξη μπετόν που είχε ο πατέρας του στην αυλή. Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφα των προσφορών που έλαβαν για επιδιόρθωση των ζημιών τα οποία όπως ανέφερε, πλήρωσε ο πατέρας του (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4). Ακολούθως, ανέφερε ότι ο πατέρας του τηλεφώνησε στις αδελφές του να έρθουν στο σπίτι, πράγμα που έπραξαν. Όταν ήρθαν οι αδελφές του άκουσαν φωνές και τότε οι αστυνομικοί φώναζαν σε αυτές να μπουν γρήγορα στο σπίτι και οι αδελφές του μπήκαν στο σπίτι πολύ ανήσυχες και πανικοβλημένες όπου είδαν την μητέρα τους κτυπημένη με αίμα να τρέχει από το πόδι της. Οι αστυνομικοί εξήγησαν σε αυτές τι είχε προηγηθεί. Τότε η αστυνομικός είπε στις αδελφές του να πάρουν τη μητέρα τους στο νοσοκομείο και αυτές ξεκίνησαν να πάνε στο αυτοκίνητο. Ακολούθως, ανέφερε ότι είδε την αστυνομικό να τρέχει προς το περιπολικό και οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 να την ακολουθούν και στη συνέχεια να βρίζουν την αστυνομικό και να χτυπούν πάνω στο περιπολικό. Η αστυνομικός άρχισε να κορνάρει και τότε πλησίασε και ο άλλος αστυνομικός φωνάζοντας τους να σταματήσουν. Ο ίδιος μαζί με τον πατέρα του όταν άκουσαν την κόρνα βγήκαν στον δρόμο για να δουν τι συμβαίνει αφού εκεί ήταν η μητέρα του και οι αδελφές του και είδε ότι οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 κατευθύνονταν επίσης προς το περιπολικό. Εκεί είδε τον Εναγόμενο 1 να φωνάζει στους αστυνομικούς και μετά στην επίθεση, όπως ανέφερε, μπήκαν οι εναγόμενοι 2, 3 και
  3. Στην προσπάθεια της αδελφής του XXXXX να τραβήξει βίντεο με το κινητό για το τι συνέβαινε ο Εναγόμενος 1 γύρισε το χέρι της αδερφής του, την έπιασε από τον λαιμό και την έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος. Τότε έφτασαν στον χώρο 2 μεγάλα περιπολικά και 2 κανονικά και προχώρησαν σε συλλήψεις. Εκείνη τη στιγμή η Εναγόμενη 5 φώναζε προς τους αστυνομικούς «για τους πουστοαραπάες εννά μας συλλάβετε εμάς; Τώρα να δείτε ήντα που να σας κάμουμε». Τέλος, ανέφερε ότι το πιο πάνω περιστατικό του προκάλεσε φόβο, ψυχική αναταραχή και αναστάτωση λόγω της βίας που ασκήθηκε καθώς και λόγω των ρατσιστικών επιθέτων και ύβρεων που χρησιμοποίησαν οι Εναγόμενοι καθώς και λόγω του ότι ούτε με την άφιξη της αστυνομίας σταμάτησαν την επίθεση. Για αρκετό καιρό μετά το περιστατικό τα βράδια έβλεπε εφιάλτες και δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όταν έγιναν όσα περιέγραψε ήταν 12 χρονών. Σε σχετική ερώτηση ως προς το είδος των διαφορών στις οποίες αναφέρθηκε μεταξύ του πατέρα του και των Εναγομένων 4 και 6 ανέφερε ότι επρόκειτο για κάποιες διαφορές σχετικά με το κτίσιμο των σπιτιών, και συγκεκριμένα με έναν τοίχο για τον οποίο είχε γίνει καταγγελία στην Επαρχιακή Διοίκηση, και από εκεί ξεκίνησαν οι διαμάχες επειδή ο πατέρας του κατήγγειλε τον Εναγόμενο 4 και σχεδόν μέρα παρά μέρα είχαν, όπως ανέφερε, διάφορα από τον Εναγόμενο
  4. Ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με την ανέγερση της οικίας που έμεναν είχαν μείνει κάποιες μικρολεπτομέρειες λόγω χειρουργείου που είχε ο πατέρας του αλλά έμεναν μέσα και τα έκανε σιγά σιγά ο πατέρας του. Μπροστά από το σπίτι τους είχαν υλικά οικοδομής, μερικά τούβλα και μία μηχανή του μπετόν. Σε σχέση με τη λογομαχία στο μπαλκόνι ανέφερε ότι αυτό βρίσκεται στον πρώτο όροφο του σπιτιού τους και εκεί ήταν μαζί με την μητέρα του όπου τους έβριζαν οι Εναγόμενοι με τον τρόπο που περιέγραψε στην κυρίως εξέταση του και έρχονταν με επιθετικότητα προς το μέρος τους και ήταν σε εκείνο το στάδιο που η μητέρα του σκέφτηκε να πάει κάτω και αυτός μαζί της για να κλειδώσουν την καγκελόπορτα, για να μην εισβάλουν μέσα στην οικία και εκεί δέχθηκαν τούβλα από αυτά που είχαν έξω από το σπίτι τους. Σε ότι αφορά τις δύο γυναίκες (Εναγόμενες 5 και 6) ανέφερε αυτές δεν συμμετείχαν στο ρίξιμο αντικειμένων αλλά ήταν εκεί και έβριζαν ασταμάτητα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του και ερωτηθείς ως προς το θέμα των συλλήψεων ανέφερε ότι μέσα στον πανικό που υπήρχε και ενώ ήταν χτυπημένος και αυτός και η μητέρα του δεν είχε το μυαλό να δει ποιους συνέλαβαν απλώς είδε να γίνονται συλλήψεις. Ανέφερε επίσης ότι τα τούβλα που δέχθηκαν ήταν αρκετά, έριχναν και οι τέσσερεις άντρες προς αυτούς πάνω από μια φορά. Ερωτηθείς για το ποιος ήταν αυτό που έριξε τούβλο και χτύπησε αυτόν ή την μητέρα του ή έσπασε κάποιο αντικείμενο στον χώρο ανέφερε ότι αυτός προσπαθούσε να αμυνθεί από τα τούβλα χωρίς να μπορεί να ξέρει από ποιον ερχόταν το κάθε τούβλο. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ο εναγόμενος 4 ουδέποτε κατέβηκε από το σπίτι του και ότι δεν έριξε αντικείμενα προς αυτούς λέγοντας ότι τους υπόλοιπους ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπε, δεν τους γνώριζε, αλλά τον εναγόμενο 4 είναι ο γείτονας τους, τον γνωρίζει και τον ξέρει, ήταν κάτω έριχνε τις πέτρες και αυτός και ήταν εκεί καθ' όλη τη διάρκεια μέχρι να γίνουν οι συλλήψεις. Ανέφερε επίσης ότι δεν υπήρχε λόγος για τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 που δεν τους ήξεραν να έρθουν με τόση επιθετικότητα σε έναν χειρουργημένο, σε έναν δωδεκάχρονο και τη μητέρα του εκτός εάν ήταν σε συνεννόηση με τον Εναγόμενο
  5. Ακολούθως, σε υποβολή ότι καμιά πράξη των εναγόμενων 4, 5 και 6 δεν τον έκανε να υποστεί φόβο, ψυχική αναταραχή, αναστάτωση ή οτιδήποτε άλλο, ανέφερε ότι το να βλέπει ένας δωδεκάχρονος τον πατέρα του ανίκανο να τον υπερασπιστεί, που είναι χειρουργημένος και τη μητέρα του να τρώει τούβλα δεν το εύχεται σε κάποιον να το ζήσει και δεν πιστεύει ότι αν το ζούσε κάποιος δεν θα του προκαλούσε αναταραχή. Περαιτέρω, ανέφερε ότι τραυματίστηκε και αυτός και η μητέρα του, αλλά δεν πήγε στο νοσοκομείο για να μείνει με τον πατέρα του και να πάει η μητέρα του. ΜΕ2: Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα XXXXX Τάτρος η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Β). Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο διέμενε και εξακολουθεί να διαμένει μαζί με την οικογένεια της σε οικία στα Λύμπια στην Επαρχία Λευκωσίας και ότι στη διπλανή οικία διαμένουν οι Εναγόμενοι 4 και
  6. Ανέφερε επίσης ότι κατάγονται από την Αίγυπτο και ζούνε χρόνια στην Κύπρο αφού ήρθαν από το
  7. Στις 31/7/2010 αυτή και η αδερφή της XXXXX απουσίαζαν από το σπίτι τους καθώς ήταν τα γενέθλια της αδερφής της και είχαν βγει για να το γιορτάσουν και ο πατέρας της της τηλεφώνησε και της ζήτησε να πάνε σπίτι γιατί είχε πάλι πρόβλημα με τον γείτονα. Αυτή ανησύχησε καθότι ο πατέρας της ήταν χειρουργημένος εκείνη την περίοδο και μόλις έφτασαν σπίτι είδαν τους Εναγόμενους 4, 5, 6 μαζί με άλλους στη βεράντα τους και μόλις τις είδαν ξεκίνησαν να τις βρίζουν και να κινούνται προς το σημείο που βρίσκονταν αυτές. Οι βρισιές όπως ανέφερε ήταν πολλές και κάποιες χαρακτηριστικές ήταν «πουστοαράπισσα», «σκατοαράπισσα», «πουστόμαυρη», «πουτάνες». Τότε άνοιξε η πόρτα του σπιτιού τους και στάθηκαν στην πόρτα δύο αστυνομικοί οι οποίοι ξεκίνησαν να τους φωνάζουν να μπουν γρήγορα στο σπίτι και όταν μπήκαν ήταν πολύ ανήσυχες και πανικοβλημένες και εκεί είδαν την μητέρα τους κτυπημένη με αίμα να τρέχει από το πόδι της. Τότε ρώτησαν τι συμβαίνει και οι αστυνομικοί τους είπαν περιληπτικά τι είχε προηγηθεί. Σε σχέση με το τι ακολούθησε, ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέταση του ως αυτά έχουν ήδη συνοψισθεί από το Δικαστήριο κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ΜΕ1 και συνεπώς, δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Πρόσθεσε ότι όλα τα γεγονότα εκείνο το βράδυ έγιναν μπροστά στα δύο σπίτια τα οποία είναι κολλητά, σε μία απόσταση λιγότερη από 10 μέτρα. Πρόσθεσε επίσης ότι η ίδια βλέποντας το τι συνέβαινε δεν ήξερε πως να αντιδράσει και σκέφτηκε να πάρει το κινητό της να τραβήξει βίντεο και τότε ο Εναγόμενος 1 γύρισε το χέρι της, της πήρε το κινητό, την έπιασε από τον λαιμό και την έσπρωξε στο έδαφος και ξεκίνησε να της φωνάζει και να την βρίζει. Τότε άκουσε τον Εναγόμενο 2 ο οποίος φώναξε στον Εναγόμενο 4 ότι «έπρεπε να βάλουμε στο διπλοκάμπινο εκείνο που σου είχα πει» και αυτό της προκάλεσε έντονο φόβο γιατί δεν γνώριζε για τι πράγμα μιλούσαν. Ανέφερε επίσης ότι η αστυνομικός τους έδωσε κάποια έντυπα και τους είπε να τα πάρουν μαζί τους στο νοσοκομείο και η ίδια, η μητέρα της και η αδελφή της πήγανε στο νοσοκομείο όπου τους εξέτασε ιατρός και τους έδωσε συμπληρωμένα τα έντυπα που τους είχε δώσει η αστυνομικός. Πρόσθεσε ότι στη διαδρομή προς το νοσοκομείο η ίδια έπαθε κρίση πανικού και αναγκάστηκε να σταθμεύσει το αυτοκίνητο για να το οδηγήσει η αδερφή της και στο νοσοκομείο της έβαλαν ηρεμιστική ένεση. Τέλος, ανέφερε ότι το πιο πάνω περιστατικό της προκάλεσε φόβο, ψυχική αναταραχή και αναστάτωση λόγω της βίας που ασκήθηκε καθώς και λόγω των ρατσιστικών επιθέτων και ύβρεων που χρησιμοποίησαν οι Εναγόμενοι καθώς και λόγω του ότι ούτε με την άφιξη της αστυνομίας σταμάτησαν την επίθεση, παρά μόνο με την άφιξη ισχυρών ενισχύσεων. Ανέφερε επίσης ότι μετά την επίθεση πήγε και έμεινε αρκετές μέρες σπίτι της θείας της για να μην φοβάται. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε οι Εναγόμενοι οι οποίοι στέκονταν στη βεράντα άρχισαν να κατεβαίνουν προς το μέρος τους. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι αυτοί βρίσκονταν στο ανώγειο μέρος της κατοικίας στην βεράντα, ότι έβλεπε τα πρόσωπα τους να κοιτάζουν προς αυτήν και την αδελφή της και να βρίζουν και μετά τους έβλεπε να αποχωρούν ένας ένας και την αστυνομικό να τους λέει ελάτε μέσα και μπήκε γρήγορα μέσα στο σπίτι που σημαίνει, όπως ανέφερε, ότι σίγουρα θα έρχονταν προς τα κάτω και έτρεξε να αμυνθεί. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι την ώρα που κατέφθασαν στην οικία τους και οι εναγόμενοι τους έβριζαν η αστυνομικός άνοιξε την πόρτα του σπιτιού τους και φώναζε σε αυτές να μπουν γρήγορα μέσα γιατί είναι επικίνδυνα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι βρισιές που δέχονταν από τους Εναγόμενους 4, 5 και 6 ήταν από την ώρα που ήταν πάνω στο μπαλκόνι όταν έφτασαν με την αδερφή της και όταν κατέβηκαν κάτω συνέχιζαν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι Εναγόμενοι 4-6 δεν τους εξύβρισαν λέγοντας ότι τους έβριζαν και σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ανέφερε ότι όλοι οι Εναγόμενοι είχαν περικυκλώσει τον αστυνομικό και ότι ο Εναγόμενος 1 ξεκίνησε να φωνάζει στον αστυνομικό και στη συνέχεια άρχισαν όλοι να φωνάζουν. Ακολούθως και ερωτηθείσα ως προς το τι ήταν αυτό που της προκάλεσε τον πανικό στον οποίο αναφέρθηκε, ανέφερε ότι ήταν όλο αυτό που έγινε με τους καλεσμένους, οι βρισιές που δέχτηκαν και η επίθεση τόσο στους ίδιους όσο και στους αστυνομικούς και σε άλλο σημείο σε σχετική επίσης ερώτηση ανέφερε ότι ήταν η εξέλιξη της όλης βραδιάς για τον λόγο ότι αυτοί θεωρούσαν ότι η αστυνομία θα τους προστατέψει ενώ δεν μπορούσε και υπήρχε μία ανασφάλεια μαζί με φόβο τι μπορεί να σε περιμένει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν είχαν καμία εμπλοκή οι εναγόμενοι 4, 5 και 6 ούτε πριν, αλλά ούτε και όταν αυτή με την αδελφή της κατέφθασαν στον χώρο λέγοντας ότι θυμάται χαρακτηριστικά τους εναγόμενους 4, 5 και 6, διότι ήταν οι μόνοι που γνώριζε, και συγκεκριμένα θυμάται να φωνάζουν και να βρίζουν προς το μέρος τους. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι αγωγές έχουν καταχωριστεί εκδικητικά και καταχρηστικά σε μια προσπάθεια να επιρρίψουν ευθύνες που δεν αναλογούν στους Εναγόμενους 4, 5 και 6 λέγοντας ότι εκείνο το βράδυ τους έμεινε αξέχαστο, τους έχει πληγώσει πολύ βαθιά το ρεζιλίκι και ο εξευτελισμός που είχαν υποστεί και ο φόβος μήπως δημιουργήσει περισσότερα ο γείτονας τους. ΜΕ3: Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα XXXXX Τάτρος η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Γ). Ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο διέμενε μαζί με την οικογένεια της σε οικία στα Λύμπια στην Επαρχία Λευκωσίας και ότι στην διπλανή οικία διαμένουν οι Εναγόμενοι 4 και
  8. Σε ότι αφορά την κυρίως εξέταση της, ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφερε η ΜΕ2 σε ότι αφορά την άφιξη της στην οικία τους το επίδικο βράδυ και σε σχέση με το τι ακολούθησε, ουσιαστικά επανέλαβε τα όσα ανέφεραν κατά την κυρίως εξέταση τους τόσο ο ΜΕ1 όσο και η ΜΕ2 ως αυτά έχουν συνοψισθεί πιο πάνω και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Πρόσθεσε ότι σε ότι αφορά τις βρισιές που δέχτηκαν αυτές ήταν πολλές και οι πιο έντονες ήταν «πουστοαράπισσα», «ήρταν οι πουτάνες», «εννά κάμουμε παρτούζα». Επίσης πρόσθεσε ότι κατά τη διάρκεια των επεισοδίων με την αστυνομία αυτή προσπάθησε να μιλήσει με τον Εναγόμενο 4 και τον παρακάλεσε να σταματήσουν και αυτός την ειρωνευόταν και συνέχισε να την βρίζει και να την ειρωνεύεται. Περαιτέρω ανέφερε ότι το περιστατικό που περιέγραψε την έκανε να νιώσει απροστάτευτη καθώς ένιωθε ότι ούτε η αστυνομία μπορούσε να τους προστατέψει. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είναι 34 ετών και σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε, ανέφερε ότι η ίδια θεωρεί ότι δικαιούνται αποζημίωση για τον εξευτελισμό, την ύβρη, την επίθεση, τον τρόμο που πέρασαν. Ερωτηθείσα ως προς το σε ποια φάση είχε δει τους Εναγόμενους να έρχονται απειλητικά προς το μέρος τους απάντησε ότι αυτό έγινε μόλις πάρκαραν το αυτοκίνητο τους και άρχισαν να κατεβαίνουν απειλητικά προς το μέρος τους όπου άρχισαν οι βρισιές και οι φωνές. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 δεν κατέβηκαν από το μπαλκόνι τους λέγοντας ότι είχαν κατέβει κάτω και ότι η ίδια είχε μιλήσει με τον Εναγόμενο
  9. Περαιτέρω, σε άλλο σημείο ανέφερε ότι τους επιτεθήκαν όλοι μαζί και όταν άκουγε τις βρισιές δεν ήταν μόνο οι φίλοι των Εναγομένων 4, 5 και 6 που τις έλεγαν αλλά ήταν και οι ίδιοι. Σε υποβολή ότι οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 κατέβηκαν κάτω όταν έληξε η λογομαχία μεταξύ των εναγόμενων 1, 2 και 3 και της ίδιας μαζί με την οικογένεια της απάντησε ότι από τη στιγμή που πήγε η ίδια στο σπίτι, οι εναγόμενοι 4, 5 και 6 είχαν ενεργό εμπλοκή. Σε άλλη υποβολή ότι οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 δεν τους εξύβρισαν ούτε είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στα όσα ανέφερε στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 τους εξύβριζαν όλη τη βραδιά και τις προηγούμενες νύκτες το έκαναν, δεν ήταν κάτι καινούριο που έκαναν εκείνη τη νύκτα, ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Ερωτηθείσα για το ποιους συνέλαβε η αστυνομία ανέφερε ότι δεν ήξερε αφού η έννοια της εκείνη τη στιγμή ήταν η οικογένεια της. Περαιτέρω ανέφερε ότι εξετάστηκε από γιατρό όταν πήγε στο νοσοκομείο, την είδαν να τρέμει και της έδωσαν ένα χάπι αλλά δεν είχε κάτι σοβαρό. ΜΕ4: Τέταρτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα XXXXX Τάτρος, μητέρα των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Δ). Σε σχέση με το τι έλαβε χώρα το επίδικο βράδυ επανέλαβε ουσιαστικά τα όσα ανέφεραν κατά την κυρίως εξέταση τους οι ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 ως αυτά έχουν ήδη συνοψισθεί κατά την παράθεση της μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε περαιτέρω ότι όταν ήρθε ο σύζυγος της με τον γιο της από την αστυνομία άκουσαν δυνατές φωνές, βρισιές και πολύ φασαρία και έτρεξε με τον γιο της στο μπαλκόνι για να δουν τι συμβαίνει, όπου εκεί μόλις την είδαν οι εναγόμενοι ξεκίνησαν να βρίζουν με τις λέξεις «αράπισσα», «σκατόμαυρη», «πουτάνα», «τώρα να σας δείξω», «να φύετε που δαμέ» μαζί άλλες βρισιές που δεν καταλάβαινε, να φτύνουν προς το μέρος τους και να κατεβαίνουν προς τα κάτω. Ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 ξεκίνησαν να ρίχνουν πέτρες, τούβλα και οτιδήποτε έβρισκαν πρόχειρο προς τα πάνω τους και οι Εναγόμενες 5 και 6 έβριζαν, τον άντρα της «μπάσταρδε», «πούστη», «σκατοαράπη» και την ίδια «αράπισσα», «σκατόμαυρη», «πουτάνα» και άλλα που δεν καταλάβαινε. Οι πέτρες που τους έριχναν χτύπησαν την ίδια στο πόδι και τον γιο της στην πλάτη του. Ανέφερε επίσης ότι στη σκηνή έφτασαν και άλλα περιπολικά και οι Εναγόμενοι συνέχισαν να βρίζουν και να απειλούν και έγιναν συλλήψεις. Περαιτέρω, ανέφερε ότι αυτό το περιστατικό την έκανε να νιώσει απροστάτευτη και η ίδια και τα παιδιά της. Παρουσίασε επίσης ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο του πιστοποιητικού που της έδωσε ο γιατρός που την εξέτασε στο οποίο καταγράφεται ότι η ΜΕ4 εξετάστηκε την 1/8/2010 στις 5:00 και έφερε εκδορές αριστερού γόνατος και αριστερής παλάμης και εκχυμώσεις αριστερού και δεξιού βραχίονα και ότι τα λοιπά ευρήματα ήταν κατά φύση. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι πήγε να κλείσει την καγκελόπορτα επειδή ένιωσε κίνδυνο και είδε τους Εναγόμενους με τους τέσσερις να βρίζουν δυνατά και να χτυπούν με πέτρες και τούβλα. Σε αυτήν τη στιγμή επενέβη η Αστυνομία και τους συνόδευσε προς τα μέσα για να τους προστατεύσουν. Η ίδια χτυπήθηκε στο πόδι και ο αστυνομικός δέχτηκε χτύπημα και μπήκαν μέσα στο σπίτι. Ερωτηθείσα κατά πόσο οι Εναγόμενοι παρέμειναν κάτω συνεχόμενα μέχρι τη στιγμή που έγιναν συλλήψεις, ανέφερε ότι η ίδια μπήκε μέσα στο σπίτι της και δεν είδε ποιος πήγε πάνω και ποιος έμεινε. Σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε ανέφερε ότι υπήρχαν υλικά οικοδομής κοντά στο σπίτι τους γιατί ασχολείτο ο σύζυγος της με αυτά και βρίσκονταν κοντά στη δική τους πόρτα. Κληθείσα να απαντήσει ως προς το γιατί αποφάσισε να πάει να κλείσει την καγκελόπορτα ανέφερε ότι ο λόγος ήταν ότι φώναζαν και έβριζαν με αποτέλεσμα να φοβηθεί και να νιώσει κίνδυνο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν ο αστυνομικός τους βοήθησε να μπούνε μέσα στο σπίτι οι 4 εναγόμενοι συνέχιζαν και έσπαζαν τα φώτα του σπιτιού. Σε υποβολή ότι ο Εναγόμενος 4 δεν είχε κατέβει κάτω παρά μόνο αργότερα και προσπαθούσε να ηρεμήσει την κατάσταση ανέφερε ότι κατέβηκαν όλοι μαζί και οι κοπέλες δεν σταμάτησαν να βρίζουν. Ερωτηθείσα σε σχέση με τους τραυματισμούς της ανέφερε ότι χτύπησε στο πόδι και στα πλευρά της και σε άλλο σημείο ανέφερε ότι χτύπησε στο πόδι και στην πλάτη της. Σε ερώτηση ως προς το γιατί δεν αναφέρθηκε και στους άλλους τραυματισμούς της ανέφερε ότι επειδή ήταν το πόδι που ήταν χτυπημένο και έτρεχε αίμα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μπορεί να υπήρχαν χτυπήματα στο χέρι της, στο πόδι ή στην πλάτη της αλλά το πιο σοβαρό ήταν στο πόδι της και ο γιατρός έγραψε ό,τι είδε. Ακολούθως, της υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση της το Τεκμήριο 5 (αντίγραφο ιατρικού πιστοποιητικού) και αφού ρωτήθηκε με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 με ποιο τρόπο έπαθε την εκδορά της αριστερής παλάμης η οποία καταγράφεται στο πιστοποιητικό, απάντησε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν τα θυμάται και εκείνη τη στιγμή ο γιατρός ό,τι είδε έγραψε. ΜΕ5: Πέμπτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων ήταν η κα Άντρη Μακρή, αρμόδια Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Ποινικό Τμήμα). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 πιστό αντίγραφο κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 364/
  10. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 7 πιστό αντίγραφο πρακτικού του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της εν λόγω ποινικής υπόθεσης ημερομηνίας 3/10/2012 συνοδευόμενο από έκθεση γεγονότων, ως Τεκμήριο 8 πιστό αντίγραφο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου 4 και ως Τεκμήριο 9 πιστό αντίγραφο πρακτικού του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της εν λόγω ποινικής υπόθεσης ημερομηνίας 28/6/
  11. Ανέφερε ότι κατηγορούμενοι ήταν όλοι οι Εναγόμενοι και η ημερομηνία αδικήματος που αναφέρεται στις κατηγορίες είναι η 1η/8/
  12. Τα θύματα με βάση τις κατηγορίες ήταν η XXXXX Τάτρος, ο XXXXX Τάτρος, ο XXXXX Τάτρος, ο Αστυφύλακας Γ. Ιωάννου και κα Κ. Χαραλάμπους, η XXXXX Τάτρος και η XXXXX Τάτρος. Ερωτηθείσα σε σχέση με το αποτέλεσμα της εν λόγω ποινικής υπόθεσης ανέφερε ότι αυτή διεκπεραιώθηκε σε διαφορετικές ημερομηνίες. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, XXXXX Πανάρετου, αναστάληκε λόγω μη επίδοσης στις 17/11/11, για τον κατηγορούμενο 2, XXXXX Προδρόμου διακόπηκε η ποινική δίωξη στις 5/6/13, για τον κατηγορούμενο 3, XXXXX Ιωάννου επιβλήθηκε πρόστιμο στις 8/6/12 στην κατηγορία 35 για 350 ευρώ και στην κατηγορία 37 για 600 ευρώ. Για τον κατηγορούμενο 4, XXXXX Ευαγγέλου επιβλήθηκε πρόστιμο 350 ευρώ στις 3/10/12 για την κατηγορία 41, 350 ευρώ στην κατηγορία 44, 500 ευρώ στην κατηγορία 45 και 500 ευρώ στην κατηγορία
  13. Σε σχέση με την κατηγορία 45 εκδόθηκε επίσης διάταγμα αποζημίωσης του οχήματος ύψους €250 πλέον έξοδα κατηγορούσας αρχής. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 5, XXXXX Ευαγγέλου διακόπηκε η ποινική δίωξη στις 5/6/13 και σε σχέση με την κατηγορούμενη 6, XXXXX Κωμοδίκη η ποινική δίωξη διακόπηκε και απαλλάχθηκε στις 28/6/
  14. Ερωτηθείσα επίσης ως προς το κατά πόσο οι ποινές που επιβλήθηκαν στους κατηγορούμενους 3 και 4 ήταν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας ή παραδοχής, ανέφερε ότι σε σχέση με τον 3 είχε οριστεί για γεγονότα και ποινή και σε σχέση με τον 4 είχε αρχικά οριστεί για ακρόαση και στη συνέχεια άλλαξε απάντηση και ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής. ΜΥ1: Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγομένων 4-6 ήταν η Εναγόμενη 6 η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Ε). Ανέφερε ότι είναι η σύζυγος του Εναγόμενου
  15. Σύμφωνα με την ίδια, στις 31/7/2010 γιόρταζαν τα γενέθλια της μικρότερης τους κόρης και βρίσκονταν στη βεράντα που βρίσκεται στο ανώγειο μέρος της κατοικίας τους και εφάπτεται με την κουζίνα τους στο πίσω μέρος της κατοικίας. Κατά τις 11:00 μ.μ. περίπου ήρθε η αστυνομία να τους κάνει παρατήρηση γιατί είχαν δυνατή μουσική και τους είπαν ότι λόγω παραπόνου από τους γείτονες θα έπρεπε να χαμηλώσουν τη μουσική. Ο σύζυγος της χαμήλωσε τη μουσική και κάποιοι από τους φιλοξενούμενους τους συζητούσαν με τους αστυνομικούς κοντά στη σκάλα που εφάπτεται ενός ψηλού τοίχου που διαχωρίζει το σπίτι τους με το σπίτι των γειτόνων τους. Κατά τη συζήτηση αυτή, θυμάται τους γείτονες της XXXXX και XXXXX να βγαίνουν στο μπαλκόνι και να φωνάζουν στους καλεσμένους τους. Ακολούθησε έντονη συζήτηση με την αστυνομία να φωνάζει στους γείτονες και τους καλεσμένους τους να σταματήσουν. Θυμόταν την XXXXX να φωνάζει σε έναν από τους καλεσμένους τους «Ππεζεβένγκη» και έναν από τους καλεσμένους τους να της απαντά με τη φράση «εν είπες του άντρα σου ότι εππέσαμε μαζί εψές»; Η ίδια στεκόταν στο μπαλκόνι κοντά στη σκάλα και είδε την XXXXX να έρχεται κάτω στο ισόγειο και να συνεχίζει να βρίζει τους καλεσμένους τους και τους καλεσμένους τους να κατεβαίνουν κάτω. Κατέβηκαν κάτω οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και ακολούθησε και η κουνιάδα της, Εναγόμενη
  16. Η ίδια τους φώναζε να ηρεμήσουν από το σημείο που βρισκόταν και το ίδιο και οι αστυνομικοί και τότε είδε την XXXXX να πιάνει ένα κομμάτι τούβλο από τα υλικά οικοδομής που είχαν παραπλεύρως της εισόδου τους και να το πετά προς τους καλεσμένους τους. Πήγε στο σύζυγο της ο οποίος καθόταν στη βεράντα και του είπε να μείνει στα μωρά και να μην ανακατευτεί επειδή είχαν ήδη διαφορές με τους γείτονες εξαιτίας του τοίχου που έκτισε ο σύζυγος της και η ίδια κατέβηκε κάτω στους υπόλοιπους και προσπαθούσε να τους ηρεμήσει χωρίς αποτέλεσμα. Τέλος, ανέφερε ότι ο σύζυγος της δεν είχε καμία εμπλοκή στην όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε ούτε εξύβρισε ούτε κτύπησε κάποιον. Ο σύζυγος της κατέβηκε αργότερα όταν η ίδια ανέβηκε στα μωρά τους και όταν άρχισε να ηρεμεί η κατάσταση. Τον είδε από τον μπαλκόνι να μιλά με την κόρη των γειτόνων τους και ούτε η ίδια ούτε ο σύζυγος της εξύβρισαν τους γείτονες τους ούτε επιτέθηκαν σε αυτούς ή έσπασαν αντικείμενα. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι είχαν 3 παιδιά και κάποιος έπρεπε να μείνει με τα παιδιά πάνω και επειδή είχαν προηγούμενα είπε στον σύζυγο της να μην κατεβεί αλλά όταν είδε ότι δεν ελεγχόταν η κατάσταση ξαναπήγε η ίδια πάνω και πήγε κάτω ο σύζυγος της. Όταν της υποδείχθηκε η αναφορά της στην παράγραφο 6 της γραπτής της δήλωσης ότι ο σύζυγος της κατέβηκε όταν ήταν ήρεμη η κατάσταση και ερωτηθείσα κατά πόσο η προηγούμενη δήλωση της περί ανεξέλεγκτης κατάστασης όταν πήγε κάτω ο σύζυγος της ήταν λάθος απάντησε ότι δεν θέλει να απαντήσει. Ανέφερε επίσης ότι βγήκε πάνω στο σπίτι τους περισσότερες από μία φορές και συγκεκριμένα 2 φορές αφού πηγαινοερχόταν. Είπε επίσης ότι την ώρα που ήρθαν οι αστυνομικοί ήταν μόνο οι Εναγόμενοι 1-6 σπίτι και σε ερώτηση ως προς το κατά πόσο είχαν καταναλώσει αλκοόλ η ίδια απάντησε αρνητικά αλλά ότι μπορεί να κατανάλωσαν οι υπόλοιποι και ο σύζυγος της και γι' αυτό δεν του είπε να κατέβει και τον άφησε πάνω αλλά δεν θα τον χαρακτήριζε μεθυσμένο. Ερωτηθείσα εάν εκείνο το βράδυ ήταν εκεί η XXXXX και η XXXXX ανέφερε ότι τις είδαν να έρχονται με το αυτοκίνητο μετά αφού το μπαλκόνι έχει καλή οπτική. Στη συνέχεια, ερωτηθείσα εάν ήταν εκεί όταν ήρθαν οι κοπέλες απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ήταν πάνω στη βεράντα και τις είδε κάτω. Ακολούθως, ανέφερε ότι εκτός από την αστυνομικό XXXXX είχε και άλλους αστυνομικούς αφού τους είδε από το μπαλκόνι. Όταν της ζητήθηκε να προσδιορίσει χρονικά πότε ήρθαν οι άλλοι αστυνομικοί ανέφερε ότι τους είδε κάτω στο τέλος αλλά δεν γνωρίζει ώρα και ότι η αστυνομία ήρθε πριν πάει πάνω η ίδια. Αρνήθηκε τις υποβολές περί εξύβρισης των Εναγόντων και ακολούθως, ερωτηθείσα εάν συμφωνεί ότι κάποιοι έβρισαν τους Ενάγοντες ανέφερε ότι αυτή ήρθε για να υποστηρίξει την ίδια και τον σύζυγο της και δεν ήξερε αν τους έβρισαν ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι αλληλοβρίζονταν με τους καλεσμένους. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν ήρθαν οι αστυνομικοί ήρθαν στην μπροστά βεράντα και ότι ο σύζυγος της ήταν στην πίσω και ότι δεν τον είδαν ούτε οπτικά. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι κάποιος κάπνιζε τσιγάρο και είδε τον αστυνομικό και πήγαν μπροστά στη βεράντα και τους είπε να χαμηλώσουν μουσική. ΜΥ2: Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγομένων 4-6 ήταν η Εναγόμενη 5 η οποία η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης της (Έγγραφο Στ). Ανέφερε ότι είναι παιδαγωγός και ότι στις 31/7/2010 ήταν καλεσμένη στα γενέθλια της κόρης του αδερφού της, Εναγόμενου 4 και της νύφης της, Εναγόμενης
  17. Το τραπέζι ήταν στο πίσω μέρος του σπιτιού του αδερφού της στο ανώγειο μέρος της κατοικίας. Κατά τις 11:00 μ.μ. ήρθε η αστυνομία να τους κάνει παρατήρηση για δυνατή μουσική λόγω παραπόνου από τους γείτονες και τότε ο αδερφός της χαμήλωσε την μουσική. Η ίδια φρόντιζε τα παιδιά του αδερφού της και δεν είχε αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβαινε αλλά σε κάποια φάση είδε ότι έλειπε από το τραπέζι ο εναγόμενος 1 και άλλα πρόσωπα. Τότε είδε τον εναγόμενο 1 να στέκεται στην πρόσοψη του σπιτιού του αδερφού της και να φωνάζει έντονα προς το γειτονικό σπίτι και μαζί του βρίσκονταν και οι αστυνομικοί. Από εκεί που βρισκόταν δεν μπορούσε να δει τι γινόταν και σε ποιον φώναζε και προχωρώντας είδε μία μεγάλη σχετικά κυρία στο μπαλκόνι του διπλανού σπιτιού να φωνάζει και εκείνη προς το μέρος που βρισκόταν ο Εναγόμενος 1 και στο μπαλκόνι βγήκε και ένας άντρας μαζί της που υπέθεσε ότι ήταν ο σύζυγος της. Με τις φωνές και βρισιές που ακούγονταν κατέβηκαν κάτω οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και μαζί τους κατέβηκε και η ίδια για να τους ηρεμήσει και ήρθαν και οι δύο αστυνομικοί, ένας άντρας και μία γυναίκα. Όταν κατέβηκε κάτω είδε την XXXXX σε έξαλλη κατάσταση να πιάνει ένα κομμάτι τούβλο και να το πετά προς το μέρος τους. Ακολούθησε φασαρία και έντονη λογομαχία και θυμάται αργότερα ότι ήρθαν και δύο κοπέλες με την μία να προσπαθεί να βγάλει φωτογραφίες με το κινητό της. Θυμόταν τον εναγόμενο 1 να σπάζει με τον αγκώνα του κάποια φανάρια που βρίσκονταν στον τοίχο των γειτόνων του αδερφού της και να αλληλοβρίζονται. Όπως ανέφερε, δεν αντιλαμβάνεται γιατί είναι εναγόμενοι αφού δεν έσπασαν κάποιο αντικείμενο ούτε κτύπησαν κάποιον και ο αδερφός της δεν κατέβηκε καν από το σπίτι του και κατέβηκε αργότερα όταν ηρέμησαν τα πράγματα και δεν είχε καμία εμπλοκή. Αντεξεταζόμενη, και ερωτηθείσα σε σχέση με την αναφορά της σε φασαρία και λογομαχία ανέφερε ότι είχε λόγια, ξεκίνησε ένας καβγάς με λόγια, ήταν ένα χάος και υπήρχαν έντονες φωνές. Σε ερώτηση ως προς το που βρίσκονταν όταν ήρθαν οι αστυνομικοί για να τους κάνουν παρατήρηση για τη μουσική, ανέφερε ότι ήταν στο πίσω μέρος και συγκεκριμένα, κάθονταν στο πίσω μέρος και εκεί έγινε η συζήτηση με τη μουσική. Ερωτηθείσα ως προς πόσα πρόσωπα ήταν στο τραπέζι ανέφερε ότι ήταν περίπου κάπου στα 10 άτομα. Περαιτέρω κληθείσα να σχολιάσει την αναφορά της ότι ο εναγόμενος 4 κατέβηκε όταν ηρέμησαν τα πράγματα, ανέφερε ότι μετά το χάος που είχε γίνει, μετά την όλη κατάσταση που δημιουργήθηκε, όταν έπιασαν τον ένα να τον πάρουν στο τμήμα είχε κατεβεί εκείνη την ώρα και ο αδερφός της αφού τελείωσε το τι γινόταν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι είχε έρθει η Αστυνομία, συνέλαβε τον Εναγόμενο 1 και τότε ο αδελφός της κατέβηκε κάτω λέγοντας ότι ο αδερφός της δεν ήταν μπροστά όταν έγινε η σύλληψη του εναγόμενου
  18. Ερωτηθείσα εάν ήταν ήρεμος ο αδερφός της όταν κατέβηκε κάτω, ανέφερε ότι εννοείται ότι ήταν ήρεμος γιατί δεν είχε καμία σχέση με το συμβάν, αλλά ήταν θυμωμένος για τα γεγονότα που έγιναν. Κληθείσα να σχολιάσει γιατί τα άτομα που πρόσεξε ότι έλειπαν από το τραπέζι σηκώθηκαν και έφυγαν αφού όπως η ίδια ανέφερε όταν ήρθαν οι αστυνομικοί και τους ζήτησαν να χαμηλώσουν τη μουσική αυτοί το σεβάστηκαν και συμμορφώθηκαν με αυτό ανέφερε ότι δεν ξέρει και ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε σχέση με αυτό. Υπέδειξε τον Εναγόμενο 1 και 3 ως τα πρόσωπα που φώναζαν προς το γειτονικό σπίτι και ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο αυτοί έβριζαν ή απλώς συζητούσαν έντονα, ανέφερε ότι συζητούσαν έντονα. Ακολούθως, σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι στη διπλανή βεράντα που γινόταν η συζήτηση με τους γείτονες ήταν και ο Εναγόμενος 1 και ο Εναγόμενος 2 και ο Εναγόμενος
  19. Όταν κατέβηκε κάτω ανέφερε ότι ήταν επίσης κάτω και η Εναγόμενη 6 και ότι θυμόταν τον Εναγόμενο 1 να σπάζει τα φαναράκια με τον αγκώνα του και την αστυνομία να προσπαθεί να σταματήσει την όλη κατάσταση. Ερωτηθείσα ως προς το κατά πόσο έγινε οτιδήποτε άλλο μέχρι να έρθει η υπόλοιπη αστυνομία ανέφερε ότι είχε γίνει ναι και συγκεκριμένα, υπήρχαν λόγια στον αέρα. Ερωτηθείσα ποιος έλεγε αυτά τα λόγια απάντησε ότι αυτά λέγονταν «γενικά» και δεν θυμόταν αν ήταν από τους Ενάγοντες ή τους Εναγόμενους. Επίσης, ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 4 δεν μίλησε ποτέ με καμία από τις κόρες των Εναγόντων γιατί δεν ήταν κάτω. Αρνήθηκε τις υποβολές περί εξύβρισης των Εναγόντων και απαντώντας σε σχετικές υποβολές ανέφερε ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε δεν ήταν τόσο επικίνδυνη ούτε εκτός ελέγχου και σε σχετικές υποβολές ότι ήταν η επικινδυνότητα επιμαρτυρείτο από την ανάγκη άφιξης ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων για να τερματιστεί το όλο περιστατικό ανέφερε ότι απλά ήρθε η αστυνομία και καλά έκανε που ήρθε για να σταματήσουν και να σταματήσει η κατάσταση. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι όταν ήρθαν οι επιπρόσθετες αστυνομικές δυνάμεις είχε σχεδόν ηρεμήσει και τελειώσει η όλη κατάσταση. Περαιτέρω, σε υποβολή ότι όταν ήρθαν τα επιπλέον περιπολικά και προσπάθησαν να προβούν σε συλλήψεις η ίδια φώναζε στους αστυνομικούς «για τους πουστοαραπάες θα μας συλλάβετε εμάς» ανέφερε ότι μπορεί να είπε ότι για τους αράπηες θα μας συλλάβετε εμάς αλλά δεν χρησιμοποίησε το πρώτο συνθετικό. ΜΥ3: Τρίτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγομένων 4-6 ήταν ο Εναγόμενος
  20. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι είχαν τα γενέθλια της κόρης του, είχαν δυνατά τη μουσική και ήρθε η Αστυνομία και τους έκανε παρατήρηση και o ίδιος χαμήλωσε την μουσική. Αυτοί κάθονταν πίσω πλευρά του σπιτιού και ενώ έφευγε η Αστυνομία να πάει κάτω, πήγαν κάποιοι από τους καλεσμένους του και ο κουμπάρος του και μιλούσαν με την Αστυνομία στο μπαλκόνι που είναι μπροστά στον δρόμο και σε κάποια φάση άκουσε κάποιες φωνές και του είπαν μετά ότι η κυρία XXXXX ήρθε σε λόγια με τους καλεσμένους του, κατέβηκε κάτω και έγινε αυτό που έγινε. Ανέφερε ότι η πίσω πλευρά του σπιτιού είναι μακριά από την μπροστινή, δεν αντιλαμβάνεσαι ούτε φωνές, είναι μακριά όπως είπε και δεν μπορείς να ακούσεις ή να καταλάβεις τι μπορεί να πει κάποιος ούτε να δεις πολλά πράγματα. Ακολούθως, ανέφερε ότι φεύγοντας η Αστυνομία πήγαν μαζί της οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και η αδελφή του, Εναγόμενη 5 κοντά στη σκάλα που οδηγεί στο δρόμο και τους έβλεπε οπτικά ότι μιλούσαν εκεί. Εκεί όπως ανέφερε ήταν η γυναίκα του και είπαν να μείνει ο ίδιος στον χώρο που βρίσκονταν δηλαδή πίσω και σε κάποια φάση άκουσε αρκετές φωνές και πρόσεξε ότι κατέβαιναν τη σκάλα και πήγαιναν κάτω προς τον δρόμο. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι σε κάποια φάση ήρθε η γυναίκα του πάνω, του είπε ότι η κατάσταση ξέφυγε και ότι παρεκτράπηκαν για να πάει ο ίδιος κάτω να δουν τι μπορούν να κάνουν. Ήρθαν και άλλα αστυνομικά οχήματα όταν κατέβηκε και ο ίδιος κάτω και όταν κατέβηκε η όλη κατάσταση άρχισε να ηρεμεί. Ακολούθως, ανέφερε ότι όταν κατέβηκε είδε μία κουγκρομηχανή πεσμένη και κάποια φαναράκια σπασμένα και ότι ο ίδιος δεν είχε ανάμειξη σε ότι έγινε, ούτε εξύβρισε κανέναν. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι αυτοί δεν είχαν διαφορές με τους γείτονες τους και ότι είναι οι γείτονες τους που είχαν κάποιες διαφορές μαζί τους σε σχέση με έναν τοίχο που έχτισε ο ίδιος. Διευκρίνισε ότι όταν ήρθε η Αστυνομία στο σπίτι τους βρίσκονταν μόνο οι 6 Εναγόμενοι. Ανέφερε ότι είχαν πιει ποτό αλλά ήξεραν τι έκαναν και περαιτέρω ανέφερε ότι από την πίσω βεράντα βλέπεις μπροστά, ακούς αλλά δεν πολυκαταλαβαίνεις. Ερωτηθείς κατά πόσο γύρισε να δει ποιοι φώναζαν όταν άκουσε τις φωνές στις οποίες αναφέρθηκε απάντησε αρχικά ότι αντιλαμβάνεσαι τις φωνές και καταλαβαίνεις ποιος μπορεί να φωνάξει και ακολούθως, δήλωσε ευθαρσώς ότι ναι γύρισε να δει ποιοι φώναζαν. Όταν του υποβλήθηκε εκ νέου η ερώτηση ποιοι φώναζαν απάντησε ότι άκουσε φωνές από το γειτονικό τους σπίτι αλλά δεν ξέρει τι είπαν και εναντιώθηκαν οι καλεσμένοι του, ήταν μπαλκόνι με μπαλκόνι και μιλούσαν και ότι δεν είδε ούτε την XXXXX, ούτε τον XXXXX ούτε τον XXXXX να μιλούν. Στη συνέχεια και σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε ανέφερε ότι η σύζυγος του μόνο μία φορά ήρθε πάνω στο σπίτι ενώ σε ότι αφορά τις συλλήψεις ανέφερε ότι ήταν παρών όταν έγιναν οι συλλήψεις και ότι η Αστυνομία συνέλαβε τον Εναγόμενο 1, 2 και 3 και ότι πήγε μαζί τους στο τμήμα και η αδελφή του την οποία δεν συνέλαβαν. Περαιτέρω, σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ανέφερε ότι όταν θυμώνει ελέγχει τον εαυτό του και ότι ο λόγος που έμεινε πάνω ήταν επειδή είχαν κάποιες διαφορές με τους γείτονες και δεν ήθελαν να δώσουν συνέχεια. Ερωτηθείς τι διαφορά θα έκανε εάν πήγαινε αυτός και όχι η σύζυγος του αφού σύμφωνα με τον ίδιο ήταν ήρεμος ανέφερε ότι επειδή πάντα ήταν αυτός που μιλούσε, σαν άντρας στην οικογένεια κάποιος πρέπει να παίρνει τις αποφάσεις και μίλησε με τη γυναίκα του και είπαν να πάει εκείνη να συζητήσει να βοηθήσουν την κατάσταση. Όταν τέθηκε στον ίδιο κατά πόσο θα έπρεπε να πάει και ο ίδιος κάτω αφού οι καλεσμένοι του, η αδερφή του και η σύζυγος του ήταν όλοι κάτω απάντησε πως λογικά ναι αλλά ότι είχαν συμφωνήσει να μείνει πάνω. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι κατέβηκε κάτω όταν παρεκτράπηκε η κατάσταση και ότι ήταν κάτω όταν έγιναν κάποιες φασαρίες αλλά δεν πρόσεξε ότι έγινε κάποια επίθεση στην αστυνομικό. Σε ότι αφορά το ζήτημα της παραδοχής του στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε ανέφερε ότι είχε ζητήσει τη συμβουλή του δικηγόρου για να σταματήσουν να έρχονται Δικαστήριο αφού εκείνο το διάστημα είχε 4 παιδιά και η γυναίκα του ήταν έγκυος το 5ο και δεν είχαν που να αφήσουν τα παιδιά και παραδέχτηκε για να τελειώνει η υπόθεση και ότι στην παραδοχή του είπε ψέματα. Ερωτηθείς που άφηνε τα μωρά του εκκρεμούσης της ποινικής υπόθεσης ανέφερε ότι του τα πρόσεχε η μητέρα του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας.[2] Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του.[3] Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και έχω λάβει καθοδήγηση από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων όπως επίσης και την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[5] Σε ότι αφορά το ζήτημα της παραδοχής ενός εναγόμενου σε ποινική υπόθεση πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Στην Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256 λέχθηκε ότι η παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα για να αξιολογηθεί η αποδεικτική σημασία της στην αστική υπόθεση.[6] Περαιτέρω στην Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1 Α.Α.Δ. 713 αποφασίστηκε ότι μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία το Δικαστήριο έχει καθήκον να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τη μαρτυρία για την παραδοχή του εναγόμενου για σκοπούς εξαγωγής ορθών συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας. Μαρτυρία ΜΕ1: Ο ΜΕ1 έκανε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξήγησε με σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα τα όσα ο ίδιος βίωσε το επίδικο βράδυ. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι ο ΜΕ1 απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του τέθηκαν και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία του, η οποία ήταν άμεση, σταθερή και πειστική. Υπήρξε σταθερός και ακλόνητος στις θέσεις του ως προς τη συμμετοχή έκαστου εναγόμενου στα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκεια της επίδικης βραδιάς. Δήλωσε με ειλικρίνεια ότι οι Εναγόμενες 5 και 6 δεν έριχναν μεν οποιοδήποτε αντικείμενο προς τους ίδιους πλην όμως βρίσκονταν στον επίδικο χώρο και τους έβριζαν ασταμάτητα. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του περί τραυματισμού του από την επίθεση που δέχτηκαν, διαπιστώνεται ότι η αναφορά του σε τραυματισμό του έλαβε χώρα για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του ενώ καμία τέτοια αναφορά δεν έγινε κατά την κυρίως εξέταση του. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι η αναφορά του κατά την αντεξέταση του σε τραυματισμό του ένεκα της επίθεσης που δέχτηκε παρέμεινε γενική και αόριστη χωρίς να εξειδικευθεί με οποιοδήποτε τρόπο από τον ίδιο είτε το είδος είτε το μέγεθος του τραυματισμού που ο ίδιος είχε κατ' ισχυρισμό υποστεί ένεκα της επίθεσης. Αναδείχθηκε μία προσπάθεια υπερβολής εκ μέρους του ΜΕ1 ως προς τις συνέπειες τις επίθεσης προς το πρόσωπο του, αφού εάν πράγματι τραυματιζόταν όπως γενικά ανέφερε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του, το Δικαστήριο θα ανέμενε συγκεκριμένες και σαφείς εκ μέρους του αναφορές περί τούτου. Ακόμα όμως και αν ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του υπερέβαλε σχετικά με τις συνέπειες της επίθεσης στο πρόσωπο του αυτό δεν συνιστά λόγο απόρριψης της μαρτυρίας του αλλά αποτελεί στοιχείο που θα ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που αξιώνει από το Δικαστήριο. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι πλην του σημείου που αφορά τον ισχυρισμό περί τραυματισμού του και συνεπώς, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί επί της μαρτυρίας του για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Σημειώνω εδώ ότι σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του ως προς το ύψος των ειδικών ζημιών στις οποίες αναφέρθηκε και στις διάφορες αποζημιώσεις που αξιώνονται θα γίνει εκτενής αναφορά στη συνέχεια όπου θα εξεταστεί κατά πόσο η μαρτυρία του είναι αρκετή για να στοιχειοθετήσει στον απαιτούμενο βαθμό τις ρηθείσες αξιώσεις, αφού παρατεθούν οι σχετικές νομολογιακές αρχές που διέπουν το ζήτημα αυτό. Μαρτυρία ΜΕ2 και ΜΕ3: Το ίδιο καλή εντύπωση έκαναν στο Δικαστήριο και οι ΜΕ2 και ΜΕ3 οι οποίες δεν βρίσκονταν από τον αρχή στον επίδικο χώρο. Περιέγραψαν με την ίδια σαφήνεια, σταθερότητα και συνεκτικότητα τι ήταν αυτό που έλαβε χώρα κατά το επίδικο βράδυ και τα όσα οι ίδιες βίωσαν το επίδικο βράδυ από τη στιγμή που οι ίδιες μετέβηκαν στην οικία τους μέχρι και την άφιξη των επιπρόσθετων αστυνομικών δυνάμεων στον επίδικο χώρο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 στο σύνολο της οφείλω να σημειώσω ότι απαντούσαν αυθόρμητα τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, χωρίς υπεκφυγές και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία τους. Τα όσα με άμεσο, σταθερό, πειστικό και παραστατικό τρόπο επεξήγησαν στο Δικαστήριο ότι εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια της επίδικης βραδιάς συνάδουν επίσης με τα όσα περί τούτου ανέφερε ο αδερφός τους ΜΕ1 η μαρτυρία του οποίου έγινε ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σημειώνεται εδώ ότι η γενική αναφορά της ΜΕ3 για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση της σε σημάδια στην πλάτη του αδερφού της (ΜΕ1), αναφορά η οποία εν πάση περιπτώσει δεν εξειδικεύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού ο άμεσα ενδιαφερόμενος, ΜΕ1, δεν έκανε καμία περί τούτου αναφορά στη δική του μαρτυρία. Κρίνω, συνεπώς, ότι αυτή η αναφορά ενείχε το στοιχείο της υπερβολής λαμβανομένης υπόψη της απουσίας οποιασδήποτε περί τούτου αναφοράς από τον ΜΕ1 πλην όμως σε καμία περίπτωση δεν συνιστά λόγο απόρριψης της μαρτυρίας της ως αναξιόπιστης η οποία σε ότι αφορά τα όσα διαμείφθηκαν το επίδικο βράδυ ήταν συνεκτική, σταθερή και συνήδε τόσο με τη μαρτυρία του ΜΕ1 όσο και με την μαρτυρία της ΜΕ
  1. Παρά την προσπάθεια της αντεξέτασης να κλονίσει την μαρτυρία τους, τόσο η ΜΕ2 όσο και η ΜΕ2 παρέμειναν ακλόνητες στην περιγραφή των όσων διαδραματίστηκαν το επίδικο βράδυ όπως αυτά συνοψίσθηκαν από το Δικαστήριο κατά τη συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας τους. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 γίνεται αποδεκτή (με εξαίρεση το σημείο στο οποίο έχω αναφερθεί πιο πάνω σε σχέση με τον τραυματισμό του ΜΕ1) και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασισθεί επί της μαρτυρίας των ΜΕ2 και ΜΕ3 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Μαρτυρία ΜΕ4: Θετική εντύπωση έκανε επίσης και η ΜΕ
  2. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΕ4 στο σύνολο της δεν διαπιστώνονται αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Καθόλη τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας της εξήγησε με σταθερό και πειστικό τρόπο τα όσα διαδραματίστηκαν το επίδικο βράδυ. Παρά την επιμονή σε διάφορα σημεία του συνηγόρου υπεράσπισης να υποδείξει ποιος από τους Εναγόμενους 1 μέχρι 4 έριξε τα αντικείμενα στα οποία η ίδια αναφέρθηκε και ποιος από αυτούς προκάλεσε την κάθε ζημιά στην οποία αναφέρθηκε, υπήρξε ειλικρινής στις αναφορές της όταν δεν ήταν σε θέση να υποδείξει συγκεκριμένα ποιος από τους Εναγόμενους 1 μέχρι 4 έκανε την κάθε ζημιά στην οικία της και από ποιον προήλθε η κάθε πέτρα που δέχονταν προς το μέρος τους τη στιγμή που η ίδια και η οικογένεια της στην παρουσία αστυνομικών προσπαθούσαν να προστατευτούν, πλην όμως υπήρξε σταθερή στη θέση της ότι και οι 4 εναγόμενοι συμμετείχαν στο ρίξιμο προς το μέρος τους πετρών και τούβλων. Πρόκειται για αναφορές οι οποίες συνάδουν απόλυτα και με την κοινή λογική αφού δεν θα αναμενόταν λογικά από την ίδια να είναι σε θέση να υποδείξει κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, έχοντας κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας που έχει ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από μέρους των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3, διαπιστώνεται ότι τα όσα η ΜΕ4 ανέφερε τόσο κατά την κυρίως εξέταση της όσο και κατά την αντεξέταση της συνάδουν επίσης με την ήδη αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ
  3. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τους τραυματισμούς της από την επίθεση που δέχτηκαν και για τους οποίους κατέθεσε αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού του γιατρού που την εξέτασε ως Τεκμήριο 5, παρατηρώ ότι η ίδια προέβη σε διάφορα σημεία σε αναφορές οι οποίες δεν συνήδαν με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 που η ίδια παρουσίασε, ενδεικτικό της προσπάθειας της να υπερβάλει σε σχέση με την πραγματική φύση και μέγεθος των τραυματισμών που είχε υποστεί. Συγκεκριμένα, ενώ στο Τεκμήριο 5 καταγράφεται ότι η ΜΕ4 εξετάστηκε την 1/8/2010 στις 5:00 και έφερε εκδορές αριστερού γόνατος και αριστερής παλάμης και εκχυμώσεις αριστερού και δεξιού βραχίονα και ότι τα λοιπά ευρήματα ήταν κατά φύση και ενώ η ίδια κατά την μαρτυρία της ανέφερε ότι ο γιατρός που την εξέτασε έγραψε ό,τι είδε, εντούτοις σε διάφορα σημεία κατά την αντεξέταση της ερωτηθείσα σε σχέση με τους τραυματισμούς της ανέφερε ότι χτύπησε στο πόδι και στα πλευρά της και σε άλλο σημείο ανέφερε ότι χτύπησε στο πόδι και στην πλάτη της. Καθίσταται σαφές ότι ενώ η ΜΕ4 υπήρξε σταθερή σε σχέση με το ότι τραυματίστηκε στο πόδι της, στη μαρτυρία της υπερέβαλε σχετικά με τις συνέπειες της επίθεσης στο πρόσωπο της, αφού τα όσα περί τούτου ανέφερε, πλην του τραυματισμού στο πόδι για τον οποίο απλώς ανέφερε ότι έτρεχε αίμα από το πόδι της, δεν συνήδαν με το περιεχόμενο του πιστοποιητικού που η ίδια επικαλέστηκε προς απόδειξη των τραυματισμών της. Οι εν λόγω ισχυρισμοί λοιπόν δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Αυτή η διαπιστωθείσα υπερβολή όμως δεν συνιστά λόγο απόρριψης της μαρτυρίας της αλλά αποτελεί στοιχείο που θα ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων που αξιώνει από το Δικαστήριο. Σε ότι αφορά τώρα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και στη βαρύτητα που θα αποδοθεί σε αυτό σημειώνω τα ακόλουθα: ο συντάκτης του εν λόγω εγγράφου δεν προσήλθε στο Δικαστήριο. Καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[7] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[8] Εξετάζοντας λοιπόν τα στοιχεία που περιβάλλουν το Τεκμήριο 5, παρατηρώ ότι πρόκειται για ένα τυποποιημένο ιατρικό έντυπο το οποίο όπως η ΜΕ4 ανέφερε και όπως προκύπτει και από το τυποποιημένο λεκτικό του, δόθηκε από την Αστυνομία και απευθύνεται στον «Επαρχιακό Ιατρό Λευκωσίας» ζητώντας από αυτόν να εξετάσει το πρόσωπο που αναφέρεται στο έντυπο αυτό, ήτοι την ΜΕ
  4. Περαιτέρω, αυτό φέρει ημερομηνία 1/8/2010 δηλαδή την ημέρα που εκτυλίχθηκαν τα επίδικα γεγονότα και σε αυτό καταγράφεται ότι η ΜΕ4 εξετάστηκε την 1/8/2010 και παρατίθενται τα ευρήματα της ρηθείσας εξέτασης. Περαιτέρω, από την παράθεση της ημερομηνίας στο κάτω μέρος του εγγράφου, προκύπτει ότι αυτό το έγγραφο συντάχθηκε αυθημερόν, ήτοι την 1/8/
  5. Περαιτέρω, η ΜΕ4 ανέφερε ότι το πρωτότυπο του εν λόγω εγγράφου παραδόθηκε στην Αστυνομία. Είναι γεγονός ότι δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγησε ως προς την απουσία του συντάκτη του εν λόγω εγγράφου πλην όμως ούτε η πλευρά της υπεράσπισης ενεργοποίησε τον μηχανισμό κλήτευσης του συντάκτη του εν λόγω εγγράφου στο Δικαστήριο με σκοπό να τύχει αντεξέτασης.[9] Διαπιστώνεται επίσης ότι το Τεκμήριο 5 δεν περιλαμβάνει εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού και τα όσα φαίνεται να διαπίστωσε ο γιατρός που εξέτασε την ΜΕ4 μεταφέρθηκαν επακριβώς στο Δικαστήριο μέσω της κατάθεσης αντιγράφου του Τεκμηρίου 5 στο οποίο ρητά καταγράφονται τα σχετικά ιατρικά ευρήματα από την εξέταση της ΜΕ
  6. Δεν έχει επίσης διαφανεί, ούτε υπήρξε άλλωστε τέτοια εισήγηση, ότι οποιοδήποτε πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα όσα καταγράφονται στο ρηθέν έγγραφο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί εδώ ότι κατά την αντεξέταση της ΜΕ4 ο συνήγορος υπεράσπισης υπέδειξε το Τεκμήριο 5 στην ΜΕ4 υποβάλλοντας της ερωτήσεις με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 και συγκεκριμένα στο είδος των τραυματισμών που σε αυτό καταγράφονται, χωρίς να αμφισβητήσει ουσιαστικά τα όσα καταγράφονται σε αυτό. Συγκεκριμένα, έγιναν υποβολές με αναφορά στους τραυματισμούς που καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 όπως για παράδειγμα ότι η εκδορά στην αριστερή παλάμη προκλήθηκε επειδή η ίδια έριξε τούβλο στους καλεσμένους των Εναγομένων 4-
  7. Λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις προσαγωγής της ρηθείσας μαρτυρίας, ως αυτές έχουν εκτεθεί πιο πάνω, κρίνω ότι δύναται να αποδοθεί βαρύτητα σε αυτήν αφού με αυτόν τον τρόπο εξυπηρετείται η ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η μαρτυρία της ΜΕ4, με εξαίρεση το μέρος της μαρτυρίας της σε σχέση με τους τραυματισμούς της που δεν συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, γίνεται αποδεκτή και το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να βασισθεί επί της μαρτυρίας της για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Μαρτυρία ΜΕ5: Η ΜΕ5 υπήρξε ανεξάρτητος και τυπικός μάρτυρας και ουσιαστικά μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα προέκυπταν από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης υπ' αριθμό 364/2011 που καταχωρίστηκε εναντίον των Εναγομένων 1 μέχρι 6 καταθέτοντας πιστά αντίγραφα των εγγράφων που αποτελούσαν μέρος του φακέλου της εν λόγω υπόθεσης. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο από την πλευρά της υπεράσπισης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΕ5, ως αξιόπιστη. Μαρτυρία ΜΥ1: Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια η ΜΥ1 δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και η εκδοχή που επιδιώχθηκε να παρουσιαστεί μέσω της μαρτυρίας της δεν έπεισε. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση της, η θέση που προέβαλε ήταν ότι ο σύζυγος της κατέβηκε κάτω όταν ηρέμησε η κατάσταση αντεξεταζόμενη και σε αντίφαση με τη δήλωση της αυτή, ανέφερε ότι όταν τα πράγματα κάτω ήταν εκτός ελέγχου τότε η ίδια ανέβηκε πάνω και είπε στο σύζυγο της να κατέβει κάτω. Όταν μάλιστα της υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση της το σημείο αυτό και ρωτήθηκε μήπως τελικά η δήλωση της ότι ο σύζυγος της κατέβηκε κάτω όταν ηρέμησαν τα πράγματα ήταν λάθος, η θέση της επί τούτου ήταν ότι δεν ήθελε να απαντήσει στην ερώτηση αυτή, ενδεικτικό της αμηχανίας που της προκάλεσε αυτή η διάσταση στις θέσεις της. Αναδύθηκε στην πραγματικότητα ότι τα πράγματα δεν έλαβαν χώρα όπως προσπάθησε να τα παρουσιάσει. Περαιτέρω, ενώ αρχικά ανέφερε ότι είδαν τις κοπέλες XXXXX και XXXXX να έρχονται με το αυτοκίνητο αφού το μπαλκόνι τους έχει καλή οπτική, στη συνέχεια και σε αντίφαση με τη θέση της αυτή, σε ερώτηση εάν ήταν εκεί όταν ήρθαν οι κοπέλες απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι ήταν πάνω στη βεράντα και ότι τις είδε κάτω. Επίσης, κακή εντύπωση έκανε και η ακόλουθη αναφορά της: ενώ όταν ρωτήθηκε που ήξερε ότι στη σκηνή ήρθαν και άλλοι αστυνομικοί πέραν από τους δύο που είχε στην αρχή ανέφερε ότι τους είδε από το μπαλκόνι κάτι που υποδηλοί ότι η ίδια δεν βρισκόταν κάτω όταν ήρθαν οι αστυνομικές ενισχύσεις, στη συνέχεια, ανέφερε ότι οι αστυνομικές ενισχύσεις ήρθαν πριν ανέβει ξανά πάνω στην οικία της η ίδια κάτι που δεν συνάδει με την προηγούμενη θέση της ότι είδε τις αστυνομικές ενισχύσεις όταν ήταν στο μπαλκόνι του σπιτιού της. Αξιοσημείωτες ήταν και οι αποκλίσεις των όσων η ίδια ανέφερε με τα όσα οι ΜΥ2 και ΜΥ3 προσπάθησαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο που ήταν επίσης ενδεικτικές της προσπάθειας που έγινε να μην παρουσιαστεί στο Δικαστήριο η πραγματική διάσταση των γεγονότων που έλαβαν χώρα το επίδικο βράδυ αλλά και της έντονης προσπάθειας εκ μέρους της ΜΥ1 να αποσυνδέσει το σύζυγο της από τα όσα διαμείφθηκαν κατά τη διάρκεια της επίδικης βραδιάς. Συγκεκριμένα, η ΜΥ1 ανέφερε ότι όταν ήρθαν οι αστυνομικοί για να τους κάνουν παρατήρηση σε σχέση με την μουσική, οι αστυνομικοί είχαν έρθει στην μπροστινή βεράντα και όχι στην πίσω και ότι ο σύζυγος της ήταν στην πίσω βεράντα με αποτέλεσμα, όπως η ίδια ανέφερε, να μην ήταν καν στο οπτικό πεδίο των αστυνομικών ο σύζυγος της. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι κάποιος από τους καλεσμένους τους κάπνιζε τσιγάρο και είδε τον αστυνομικό και τότε πήγαν μπροστά στη βεράντα χωρίς τον σύζυγο της και τους είπαν οι αστυνομικοί να χαμηλώσουν τη μουσική. Όταν όμως κατέθεσαν στο Δικαστήριο τόσο η κουνιάδα της (ΜΥ2) όσο και ο σύζυγος της (ΜΥ3), αυτοί, σε αντίθεση με τα λεγόμενα της ΜΥ1, ανέφεραν ότι οι αστυνομικοί είχαν πάει στην πίσω βεράντα που κάθονταν όλοι μαζί και ότι μάλιστα ήταν ο Εναγόμενος 4 αυτός που χαμήλωσε την μουσική. Έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο απαντούσε η ΜΥ1 κατά την δια ζώσης μαρτυρία της κρίνω ότι για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η μαρτυρία της ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Μαρτυρία ΜΥ2: Εξετάζοντας τη μαρτυρία της ΜΥ2 στο σύνολο της, διαπιστώνεται ότι αυτή δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Ενώ σύμφωνα με την ίδια οι αστυνομικοί ήρθαν στην οικία του αδερφού της (Εναγόμενου 4) τους έκαναν παρατήρηση για τη μουσική και οι ίδιοι σεβάστηκαν αυτό που τους ανέφεραν και συμμορφώθηκαν με την υπόδειξη της αστυνομίας, δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε λογική εξήγηση ως προς το γιατί σε μία τέτοια ήρεμη, όπως προσπάθησε να παρουσιάσει η ίδια, κατάσταση κάποιοι από τους καλεσμένους να σηκωθούν και να φωνάζουν έντονα προς το γειτονικό σπίτι. Αναδύθηκε στην πραγματικότητα η προσπάθεια της να αλλοιώσει το τι πραγματικά συνέβη όταν πήγε επί τόπου η αστυνομία και την ένσταση που φαίνεται να δημιουργήθηκε τη δεδομένη στιγμή αφού δεν συνάδει ούτε με την κοινή λογική να ισχυρίζεται αφενός ότι σεβάστηκαν το παράπονο που έγινε αλλά ταυτόχρονα κάποιοι από το τραπέζι να ξεσηκώνονται και να αρχίζουν να φωνάζουν με τους γείτονες. Αξιοσημείωτες ήταν και οι αναφορές της στα πρόσωπα που φώναζαν από το μπαλκόνι τα οποία αρχικά υπέδειξε ως τους Εναγόμενους 1 και 3 λέγοντας ότι δεν έβριζαν αλλά ότι συζητούσαν έντονα ενώ ακολούθως ανέφερε τελικά ότι ήταν και ο Εναγόμενος
  8. Οι ρηθείσες αναφορές περί έντονης συζήτησης αλλά όχι βρισιών, κατά την αντεξέταση της, έρχονται σε αντίφαση αφενός με τις δικές της δηλώσεις στη γραπτή της δήλωση στην οποία ανέφερε ότι ακούγονταν βρισιές και αφετέρου, με τις σχετικές περί τούτου δηλώσεις της ΜΥ1 η οποία ανέφερε ευθαρσώς ότι αλληλοβρίζονταν και ήταν ενδεικτικές μίας προσπάθειας που εισέπραξε το Δικαστήριο από την ΜΥ2 να αποκλιμακώσει με τις αναφορές της κατά την αντεξέταση της την ένσταση που πραγματικά υπήρχε εκείνη την ώρα, κάτι το οποίο έπραξε και σε άλλα σημεία κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της στα οποία αναφέρομαι στη συνέχεια. Δεν έπεισαν ούτε οι αναφορές της ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε επί τόπου δεν ήταν επικίνδυνη ούτε εκτός ελέγχου αφού δεν ήταν σε θέση να δώσει καμία λογική εξήγηση ως προς το γιατί χρειάστηκε τότε να μεταβούν στη σκηνή επιπρόσθετες αστυνομικές δυνάμεις. Περαιτέρω, ενώ από την μία έλεγε ότι καλώς ήρθαν οι επιπρόσθετες αστυνομικές δυνάμεις για να σταματήσουν την κατάσταση σε άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι όταν ήρθαν οι επιπρόσθετες αστυνομικές δυνάμεις είχε σχεδόν ηρεμήσει και τελειώσει η όλη κατάσταση αναφορά η οποία δεν συνάδει με την προηγούμενη θέση της περί άφιξης των επιπρόσθετων αστυνομικών δυνάμεων για να σταματήσει η «όλη κατάσταση» όπως η ίδια ανέφερε. Αναδύθηκε στην πραγματικότητα μέσα από αυτές τις αναφορές της ότι η ένσταση που είχε δημιουργηθεί δεν περιορίστηκε στο αρχικό επεισόδιο με τα τούβλα και τις πέτρες αλλά η «όλη κατάσταση» όπως η ίδια την περιέγραψε είχε μία κλιμάκωση σε ένταση μέχρι και την άφιξη των επιπρόσθετων αστυνομικών δυνάμεων. Οι ρηθείσες αναφορές ήταν επίσης ενδεικτικές της προσπάθειας της να αποκλιμακώσει κατά την αντεξέταση της την ένσταση που πραγματικά υπήρχε εκείνη την ώρα. Περαιτέρω, η αναφορά της ότι ο αδερφός της Εναγόμενος 4 κατέβηκε κάτω αφότου έγιναν οι συλλήψεις και αφού είχαν φύγει τα περιπολικά έρχεται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία και συγκεκριμένα, με τη μαρτυρία του ίδιου του αδερφού της, ΜΥ3, ο οποίος ευθαρσώς δήλωσε ότι ήταν παρών στις συλλήψεις. Σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΥ3 έρχεται επίσης και η αναφορά της ότι συνελήφθη μόνο ο Εναγόμενος 1 ενώ ο αδερφός της στη δική του μαρτυρία ανέφερε ότι είχαν συλληφθεί ο Εναγόμενος 1, 2 και 3 και ότι μάλιστα είχε πάει και η ίδια η ΜΥ2 στο αστυνομικό τμήμα. Περαιτέρω, η αναφορά της ότι ο αδερφός της δεν μίλησε δεν μίλησε ποτέ με καμία από τις κόρες των Εναγόντων γιατί δεν ήταν κάτω έρχεται επίσης σε αντίφαση με τις αναφορές του ίδιου του αδερφού της (ΜΥ3) περί τούτου. Συνακόλουθα, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία της ΜΥ2 για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Μαρτυρία ΜΥ3: Η μαρτυρία του ΜΥ3 συνολικά ορώμενη δεν παρουσιάζει την αναγκαία πειστικότητα και συνοχή, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Η βασική θέση που επιδιώχθηκε να παρουσιαστεί ήταν ότι ο ίδιος δεν είχε καμία εμπλοκή στα όσα διαδραματίστηκαν κατά το επίδικο βράδυ και ότι ο ίδιος παρέμεινε στην οικία του κατεβαίνοντας από αυτήν όταν είχε πια ηρεμίσει η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί. Η εκδοχή όμως αυτή για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ενώ ανέφερε ότι το πίσω μέρος του σπιτιού στο οποίο ο ίδιος βρισκόταν είναι μακριά από το μπροστά και δεν μπορείς να αντιληφθείς φωνές ούτε να ακούσεις ή να καταλάβεις τι μπορεί να πει κάποιος, αντεξεταζόμενος, σε πλήρη αντίφαση με αυτή τη δήλωση ευθαρσώς δήλωσε ότι ο ίδιος άκουσε φωνές από το πίσω μέρος που βρισκόταν. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέταση του, ερωτηθείς ως προς το τι ακριβώς διαμείφθηκε εκείνο το βράδυ και ενώ άρχισε να αναφέρεται στην άφιξη της αστυνομίας στο σπίτι του όπου έγινε η παρατήρηση με τη μουσική, ανέφερε ότι σε κάποια φάση άκουσε κάποιες φωνές και του είπαν μετά ότι η XXXXX ήρθε σε λόγια με τους καλεσμένους του και ότι «κατέβηκα κάτω και έγινε τζείνο που έγινε». Αξιοσημείωτο είναι ότι δεν εξειδικεύθηκε με οποιοδήποτε τρόπο αυτή η αναφορά η οποία όμως εν πάση περιπτώσει δεν συνάδει με την θέση ότι κατέβηκε κάτω όταν πλέον είχαν ηρεμήσει τα πράγματα. Αξιοσημείωτες και ενδεικτικές της αστάθειας που τον χαρακτήριζε κατά την δια ζώσης μαρτυρία του ήταν και οι ακόλουθες αναφορές: ενώ στην αρχή της κυρίως εξέτασης του ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν στην πίσω βεράντα του σπιτιού η οποία είναι μακριά από την μπροστινή και δεν μπορείς να ακούσεις τι μπορεί να πει κάποιος και δεν αντιλαμβάνεσαι ούτε φωνές ούτε μπορείς να δεις πολλά πράγματα, εντούτοις, ο ίδιος ανέφερε ότι όχι μόνο άκουσε αρκετές φωνές αλλά ότι είδε κιόλας τα πρόσωπα που ανέφερε να κατεβαίνουν τη σκάλα και ότι πριν κατέβουν τους έβλεπε ότι μιλούσαν, κάτι που δεν συνάδει με την αρχική εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει, ότι δηλαδή ήταν στην πίσω βεράντα η οποία δεν σου επιτρέπει να έχεις αντίληψη του τι συμβαίνει μπροστά. Περαιτέρω, στην αντεξέταση του σε προφανή διάσταση με τις αναφορές του για την πίσω βεράντα, σε διάφορα σημεία σε σχέση με το ζήτημα αυτό ανέφερε ότι από την πίσω βεράντα βλέπεις μπροστά, ακούς αλλά δεν πολυκαταλαβαίνεις και σε άλλο σημείο ότι αντιλαμβάνεσαι τις φωνές και καταλαβαίνεις ποιος μπορεί να φωνάξει. Ενδεικτική επίσης της προσπάθειας του να μην πει στο Δικαστήριο την αλήθεια για τα όσα έλαβαν χώρα το επίδικο βράδυ ήταν και η προφανής αντίφαση στην οποία υπέπεσε κατά την αντεξέταση του δηλώνοντας ευθαρσώς ότι ήταν κάτω όταν έγιναν κάποιες φασαρίες ενώ σε προηγούμενο στάδιο ανέφερε ότι είχαν πλέον ηρεμήσει τα πράγματα όταν κατέβηκε κάτω. Μάλιστα σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι όταν ήταν κάτω άκουσε ότι οι γείτονες τους τους είπαν «μπάσταρδε» και ότι τους είπαν και άλλα πολλά κάτι που έρχεται σε αντίφαση με τη θέση που προσπάθησε να παρουσιάσει ότι όταν κατέβηκε κάτω η κατάσταση είχε πλέον ηρεμήσει αλλά και που επίσης δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων όπου ο ισχυρισμός που δικογραφήθηκε ήταν η ύπαρξη λογομαχίας μεταξύ των καλεσμένων τους και των γειτόνων τους και όχι με τους ίδιους. Επιπρόσθετα, ενδεικτικές της ανειλικρίνειας του και της εμφανούς προσπάθειας του να μην απαντά αυθόρμητα στις ερωτήσεις που του τίθεντο ήταν και οι αναφορές του ότι ενώ είδε ποιοι φώναζαν, όταν κλήθηκε να υποδείξει τα πρόσωπα αυτά που ο ίδιος σε προηγούμενη απάντηση του είπε ότι είδε, απέφυγε να απαντήσει λέγοντας γενικά και αόριστα ότι άκουσε φωνές από το γειτονικό σπίτι. Περαιτέρω, αξιοσημείωτες ήταν και οι αποκλίσεις μεταξύ της δικής του μαρτυρίας και της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 που ήταν επίσης ενδεικτικές της προσπάθειας που έγινε να παρουσιαστεί μία άλλη κατάσταση πραγμάτων. Συγκεκριμένα, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι η σύζυγος του πήγε μόνο μία φορά πάνω στο σπίτι τους για να του πει να κατέβει κάτω, η ίδια η σύζυγος του ανέφερε ότι πηγαινοερχόταν στο σπίτι τους και ότι είχε πάει δύο φορές πάνω στο σπίτι τους. Σε ότι αφορά το θέμα των συλλήψεων, η θέση του ότι ήταν παρών στις συλλήψεις έρχεται σε αντίθεση με την μαρτυρία της ΜΥ2 η οποία ανέφερε ότι ο Εναγόμενος 4 δεν ήταν παρών στις συλλήψεις και ότι κατέβηκε κάτω μετά το πέρας των συλλήψεων. Επίσης η αναφορά του ότι συνέλαβαν τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 έρχεται επίσης σε αντίθεση με τη μαρτυρία της ΜΥ2 η οποία ανέφερε ότι η Αστυνομία συνέλαβε μόνο τον Εναγόμενο
  9. Η εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει ο ΜΥ3 ότι δήθεν ο ίδιος ως οικοδεσπότης του σπιτιού κατά τη διάρκεια μίας μεγάλης φασαρίας στην οποία όλοι του οι καλεσμένοι κατέβηκαν κάτω, παρέμεινε αμέτοχος στην πίσω βεράντα του σπιτιού του δεν έπεισε και ούτε ήταν σε θέση να δώσει κάποια λογική εξήγηση για κάτι τέτοιο. Μάλιστα, σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε δήλωσε ευθαρσώς ότι το λογικό θα ήταν να πήγαινε και ο ίδιος κάτω αλλά δήθεν δεν πήγε γιατί έτσι συμφώνησαν με την γυναίκα του. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω επισημάνσεις του Δικαστηρίου αυτό το οποίο αναδύθηκε από την μαρτυρία του σε μία προσπάθεια του να στηρίξει αυτήν την εκδοχή ήταν μία συνεχής αστάθεια στις τοποθετήσεις του ενδεικτική της αλλοιωμένης εικόνας που προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Σε ότι αφορά το μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου 4 σε σχέση με την παραδοχή του στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 364/2011 σημειώνω ότι την έχω συνεκτιμήσει με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και διαπιστώνω ότι η εκδοχή που προσπάθησε να παρουσιάσει ο Εναγόμενος 4 ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ασυμβίβαστη με την παραδοχή του ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και 7, ο Εναγόμενος 4 παραδέχθηκε 4 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της επίθεσης εναντίον της XXXXX Τάτρος, την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτήν ρίχνοντας κομμάτια τούβλο και την πρόκληση ζημιών στο αυτοκίνητο του XXXXX Τάτρος και σε έξι διακοσμητικά φανάρια της οικίας του XXXXX Τάτρος. Σύμφωνα με την έκθεση γεγονότων που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 7, δύο αστυνομικοί είχαν μεταβεί περί τις 01:35 σε οικία στα Λύμπια αναζητώντας τον ένοικο αφού διαπίστωσαν ότι από την οικία ακουγόταν δυνατή μουσική. Εμφανίστηκαν τότε περί τα δέκα άτομα μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος 3 και 4 όπου σε έντονο ύφος ζητούσαν εξηγήσεις για την παρουσία της αστυνομίας. Εκείνη την ώρα βγήκε έξω στη βεράντα της οικίας της η XXXXX Τάτρος και μόλις έγινε αντιληπτή ο Εναγόμενος 3 και 4 την απείλησαν λέγοντας της να φύγει από το σπίτι της και τότε όλοι οι κατηγορούμενοι (οι οποίοι ήταν οι Εναγόμενοι 1-6) κατέβηκαν τη σκάλα με απειλητικές προθέσεις προς την οικογένεια Τάτρος. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τους αποτρέψουν χωρίς να τα καταφέρουν και οι κατηγορούμενοι έριξαν πέτρες προς την οικία των παραπονούμενων (που ήταν όλοι οι Ενάγοντες στις συνενωμένες αγωγές) προκαλώντας τις πιο πάνω ζημιές. Αργότερα έφτασαν και άλλα μέλη της Αστυνομίας όπου στην παρουσία τους οι κατηγορούμενοι σταμάτησαν οποιαδήποτε προκλητική ζημιά. Τα όσα ανέφερε κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος 4 ως προς τις συνθήκες της παραδοχής του και συγκεκριμένα ότι ο ίδιος παραδέχτηκε για να τελειώνει η υπόθεση, λέγοντας, όπως χαρακτηριστικά είπε, ψέματα ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου παραδεχόμενος τις εν λόγω κατηγορίες επειδή δεν είχε που να αφήνει τα παιδιά του τα οποία όμως όπως ανέφερε στη συνέχεια τα άφηνε στην μητέρα του, δεν έπεισαν το Δικαστήριο και δημιούργησαν κακή εντύπωση στο Δικαστήριο επισφραγίζοντας την άσχημη εικόνα που ήδη αποκόμισε το Δικαστήριο από τον ίδιο. Ευρήματα: Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση: Κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο, ήτοι το καλοκαίρι του 2010, οι Ενάγοντες σε όλες τις συνενωμένες αγωγές διέμεναν σε οικία στα Λύμπια στην Επαρχία Λευκωσίας. Στη διπλανή οικία διέμεναν οι Εναγόμενοι 4 και
  10. Όλοι οι Ενάγοντες πλην της ενάγουσας στην αγωγή υπ' αριθμό 5656/12 εξακολουθούν να διαμένουν στην εν λόγω οικία και οι Εναγόμενοι 4 και 6 εξακολουθούν να διαμένουν στη διπλανή οικία. Οι Ενάγοντες κατάγονται από την Αίγυπτο και βρίσκονται στην Κύπρο από το έτος
  11. Στις 31/7/2010 ο XXXXX, XXXXX και XXXXX Τάτρος βρίσκονταν στην οικία τους ενώ οι θυγατέρες της οικογένειας, XXXXX και XXXXX Τάτρος απουσίαζαν από το σπίτι. Στη διπλανή οικία των Εναγομένων 4 και 6 είχε μαζευτεί κόσμος αφού κάποιο από τα παιδιά τους είχε γενέθλια. Ο XXXXX Τάτρος κατά τον ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν 12 χρονών. Ο XXXXX και XXXXX Τάτρος κατά τις 1:30 π.μ. τα ξημερώματα της 1ης/8/2010 μετέβηκαν στον αστυνομικό σταθμό και υπέβαλαν καταγγελία για εκπομπή δυνατής μουσικής από την οικία των Εναγομένων 4 και
  12. Περιπολικό της αστυνομίας με δύο αστυνομικούς μετέβηκε στη σκηνή για διερεύνηση του παραπόνου τους. Με την άφιξη της αστυνομίας ο XXXXX, XXXXX και XXXXX Τάτρος άκουσαν δυνατές φωνές και βρισιές και τότε ο XXXXX Τάτρος με την μητέρα του XXXXX Τάτρος βγήκαν στο μπαλκόνι της οικίας τους για να δουν τι συμβαίνει όπου είδαν τους Εναγόμενους να φτύνουν προς το μπαλκόνι τους και να βρίζουν, να φωνάζουν και να απειλούν αυτούς με τις φράσεις που ανέφεραν κατά την μαρτυρία τους οι ΜΕ1 και ΜΕ4 και να κατεβαίνουν προς τα κάτω. Ακολούθως, η XXXXX Τάτρος αισθανόμενη κίνδυνο έτρεξε προς την καγκελόπορτα τους σπιτιού της οικογένειας Τάτρος για να την κλειδώσει και μαζί της κατέβηκε και ο XXXXX Τάτρος όπου τότε οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, και 4 είχαν κατέβει από την οικία των Εναγομένων 4 και 6 και ξεκίνησαν να ρίχνουν τούβλα και πέτρες προς το μέρος τους. Εκείνη τη στιγμή εξήλθε της οικίας του και ο XXXXX Τάτρος προκειμένου να δει τι συμβαίνει. Οι Εναγόμενες 5 και 6 οι οποίες βρίσκονταν μαζί με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 δεν πέταξαν αντικείμενα προς το μέρος τους αλλά έβριζαν με τις φράσεις που ανέφεραν κατά την μαρτυρία τους οι ΜΕ1 και ΜΕ
  13. Οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στη σκηνή έτρεξαν προς το μέρος της οικογένειας Τάτρος λέγοντας τους να εισέλθουν στο σπίτι τους για να προστατευτούν, πράγμα το οποίο έπραξαν. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών, η XXXXX Τάτρος υπέστη τους τραυματισμούς που καταγράφονται στο Τεκμήριο 5 και η ίδια ένιωσε απροστάτευτη, ο XXXXX Τάτρος δεν τραυματίστηκε και ο XXXXX Τάτρος επίσης δεν τραυματίστηκε πλην όμως ένιωσε φόβο, ψυχική αναταραχή και αναστάτωση. Περαιτέρω, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών προκλήθηκαν ζημιές στο αυτοκίνητο του XXXXX Τάτρος, σε μία μηχανή για ανάμειξη μπετόν, σε εξωτερικές λάμπες και σε ένα κινητό τηλέφωνο. Για την επιδιόρθωση των ζημιών λήφθηκαν από τον XXXXX Τάτρος προσφορές (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4). Ακολούθως, μετά από τηλεφώνημα που δέχτηκαν από τον πατέρα τους οι XXXXX και XXXXX Τάτρος μετέβηκαν και αυτές στην οικία τους. Μόλις έφτασαν στο σπίτι τους είδαν τους Εναγόμενους στη βεράντα τους οι οποίοι μόλις τις είδαν ξεκίνησαν να τις βρίζουν με τις φράσεις τις οποίες ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους οι ΜΕ2 και ΜΕ3 και άρχισαν να κινούνται απειλητικά προς το σημείο που βρίσκονταν αυτές. Εκείνη τη στιγμή, οι δύο αστυνομικοί που βρίσκονταν εκεί τους φώναξαν να μπουν και αυτές γρήγορα μέσα στο σπίτι τους επειδή τα πράγματα ήταν επικίνδυνα, πράγμα που έπραξαν ανήσυχες και πανικοβλημένες και τότε ενημερώθηκαν από τους δύο αστυνομικούς σε σχέση με το τι είχε προηγηθεί. Στη συνέχεια, μετά από προτροπή της αστυνομικού που βρισκόταν στη σκηνή, οι XXXXX και XXXXX Τάτρος εξήλθαν της οικίας τους μαζί με την μητέρα τους, XXXXX Τάτρος κατευθυνόμενες προς το αυτοκίνητο τους προκειμένου να συνοδεύσουν τη μητέρα τους στο νοσοκομείο. Όλοι οι Εναγόμενοι είχαν κατέβει κάτω και βρίσκονταν έξω από την οικία των Εναγομένων 4 και 6 και κάτω στο δρόμο μπροστά από τα δύο γειτονικά σπίτια. Η ένταση που είχε δημιουργηθεί με τις βρισιές και απειλές προς τα τρία μέλη της οικογένειας Τάτρος στην αρχή της βραδιάς και με το ρίξιμο των τούβλων προς αυτά και ακολούθως με την άφιξη των XXXXX και XXXXX Τάτρος στην οικία τους, συνεχίστηκε και κλιμακώθηκε με φωνές μεταξύ των εναγομένων και των δύο αστυνομικών που βρίσκονταν στη σκηνή καθώς και με σπρώξιμο και πιάσιμο από τον λαιμό της XXXXX Τάτρος από τον Εναγόμενο 1 με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο έδαφος στην προσπάθεια της να τραβήξει βίντεο με το κινητό για το τι συνέβαινε. Ακολούθως, έφτασαν στη σκηνή 4 επιπρόσθετα περιπολικά και διενεργήθηκαν συλλήψεις με αποτέλεσμα την αποκλιμάκωση της έντασης που είχε προηγηθεί. Οι βρισιές εκ μέρους των Εναγομένων προς την XXXXX και XXXXX Τάτρος συνεχίστηκαν καθόλη τη διάρκεια της επίδικης βραδιάς από την άφιξη τους στην οικία τους μέχρι και την άφιξη των επιπρόσθετων αστυνομικών δυνάμεων στον επίδικο χώρο. Οι XXXXX και XXXXX Τάτρος δεν τραυματίστηκαν πλην όμως τα όσα διαμείφθηκαν τις έκαναν να νιώσουν φόβο, ψυχική αναταραχή, αναστάτωση, ανασφάλεια καθώς επίσης και απροστάτευτες ακόμα και στην παρουσία της Αστυνομίας. Εναντίον των Εναγομένων 2, 4, 5 και 6 καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση στην οποία αναφέρθηκε η ΜΕ5 η οποία προωθήθηκε μόνο εναντίον του Εναγόμενου 4 ο οποίος παραδέχθηκε 4 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν το αδίκημα της επίθεσης εναντίον της XXXXX Τάτρος, την πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης σε αυτήν ρίχνοντας κομμάτια τούβλο και την πρόκληση ζημιών στο αυτοκίνητο του XXXXX Τάτρος και σε έξι διακοσμητικά φανάρια της οικίας του XXXXX Τάτρος. Επιβλήθηκε σε κάθε κατηγορία πρόστιμο ως αυτό αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία της ΜΕ5 και εκδόθηκε επίσης διάταγμα αποζημίωσης ύψους €250 για τη ζημιά στο αυτοκίνητο του XXXXX Τάτρος. Νομική Πτυχή και υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές: Ανατρέχοντας στο κείμενο της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγόντων, παρατηρώ ότι αυτοί περιορίζονται σε θέσεις και εισηγήσεις τόσο σε πραγματικό όσο και σε νομικό επίπεδο με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν το αστικό αδίκημα της επίθεσης και όχι το αστικό αδίκημα της προφορικής δυσφήμισης που είχε επίσης δικογραφηθεί στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε σε όλες τις αγωγές. Κατέστη από το κείμενο της αγόρευσης τους σαφές ότι η βάση αγωγής η οποία εν τέλει προωθήθηκε στην παρούσα υπόθεση αφορά το αστικό αδίκημα της επίθεσης και όχι το αστικό αδίκημα της προφορικής δυσφήμισης. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, αναφέρω επί τούτου τα ακόλουθα: σε αγωγές που βασίζονται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμησης, οι ακριβείς λέξεις ή φράσεις που χρησιμοποιήθηκαν συνιστούν και τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων εδράζεται το αγώγιμο δικαίωμα και ως τέτοια, απαιτείται να περιλαμβάνονται ρητά στην Έκθεση Απαίτησης.[10] Κάτι τέτοιο δεν έχει λάβει χώρα εν προκειμένω αφού πέραν της γενικής αναφοράς περί προφορικής δυσφήμισης στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε σε κάθε αγωγή δεν έχουν δικογραφηθεί οι ακριβείς λέξεις που κατ' ισχυρισμό χρησιμοποιήθηκαν. Συνιστά βασικό κανόνα ότι η δίκη διεξάγεται στη βάση των δικογράφων, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν ισχυρισμούς σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν τη βάση αγωγής και υπεράσπισης αντίστοιχα και μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει ισχυρισμούς του διαδίκου οι οποίοι, αν και είναι απαραίτητοι για τη στοιχειοθέτηση, ανάλογα με την περίπτωση, της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησης, εν τούτοις δεν προβάλλονται, αγνοείται.[11] Περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ επιγραμματικά και στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  14. Η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, ουσιαστικά κωδικοποιεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η παράγραφος 3 του άρθρου 17 του Κεφ. 148 που προνοεί ότι: «Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι - (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα σωματική ποινή η φυλάκιση σε περίπτωση καταδίκη· (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του· (γ) αποδίδουν στον ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο· (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια.» Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων, είναι ξεκάθαρο ότι στην παρούσα περίπτωση τα γεγονότα δεν εμπίπτουν σε καμία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 17
(3), Κεφ. 148, ανωτέρω. Συνεπώς, για να ήταν σε θέση οι Ενάγοντες να εγείρουν και προωθήσουν τις παρούσες αγωγές στη βάση του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης και, κατ' επέκταση, να δικαιούνται σε αποζημιώσεις, όφειλαν να αποδείξουν ότι συνεπεία της δυσφήμισης έχουν υποστεί ειδική ζημία. Επί του προκειμένου, ειδική ζημιά δεν δικογραφείται[12] αλλά ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να την αποδεικνύει. Με αυτά τα δεδομένα, προχωρώ να παραθέσω στη συνέχεια τις εφαρμοστέες νομικές αρχές σε σχέση με το αστικό αδίκημα της επίθεσης το οποίο εν τέλει προωθήθηκε στην παρούσα υπόθεση. Το αστικό αδίκημα της επίθεσης κωδικοποιείται στο άρθρο 26
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «26.-
(1)Επίθεση συvίσταται στηv εκ πρoθέσεως χρήση κάθε είδoυς βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίvηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συvαίvεση τoυ, ή με τη συvαίvεση τoυ αv η συvαίvεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρovoμία χρήσης τέτoιας βίας κατά τoυ πρoσώπoυ άλλoυ αv τo πρόσωπo πoυ απoπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας πρoκαλεί στov άλλo πεπoίθηση η oπoία εδραιώvεται σε εύλoγη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τov εv λόγω χρόvo τηv πρόθεση και τηv ικαvότητα για πραγμάτωση τoυ σκoπoύ τoυ.» Στην Αγγλική απόφαση Letana v. Cooper
(1964)2 All E.R. 919, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την άσκηση βίας εναντίον προσώπου : «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.» Όπως υποδεικνύεται, στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 93,το αστικό αδίκημα της Επίθεσης, όπως σκιαγραφείται στο άρθρο 26 του Κεφ. 148, περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινοδικαίου, της απειλής χρήσης βίας (assault) και της χρήσης βίας (battery). Στο εν λόγω σύγγραμμα καταγράφεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα : (
  1. i)Η χρήση βίας ή η απειλή χρήσης βίας (
  2. ii)Η ύπαρξη πρόθεσης (iii) Η έλλειψη συναίνεσης Όσον αφορά τη χρήση βίας (battery) αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά) είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι στην παρ. 2 του άρθρου 26 αναφέρονται και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας. Τέλος, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα αναφέρεται επίσης ότι για την επίθεση γενικά δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 26 για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Ως προς την εμβέλεια του αστικού αδικήματος της επίθεσης και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της επίθεσης σε περιπτώσεις όπου η επίμαχη συμπεριφορά συνίσταται στη χρησιμοποίηση λέξεων ή δηλώσεων ή ακόμα και σιωπής, στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort, 17η έκδοση, 2006 σελ. 97, παρ. 4-11 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «For many years it was said that some bodily movement was required for an assault and that threatening words alone were not actionable. This was rejected by the House of Lords in R. v Ireland, a criminal case, but there seems no reason to doubt that the reasoning also applies to tort. Hence threats on the telephone may be an assault provided the claimant has reason to believe that they may be carried out in the sufficiently near future to qualify as immediate. In fact the Court in Ireland went further and held that an assault could be committed by malicious silent phone calls. The defendant's purpose was to convey a message to the victim just as surely as if he had spoken to her. . While words alone may constitute an assault, they may negative the threatening nature of a gesture which would otherwise be an assault, as where the defendant laid his hand upon his sword and said: "If it were not assize time I would not take such language from you": as it was assize time, he was held not to have committed an assault.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Στην R v Ireland [1997] 3 WLR 534, κρίθηκε ότι μία σειρά σιωπηλών τηλεφωνικών κλήσεων σε χρονικό διάστημα 3 μηνών εκ μέρους του εναγόμενου ήταν αρκετή για να στοιχειοθετήσει επίθεση (assault). Πρόκειται για απόφαση ποινικού Δικαστηρίου, πλην όμως όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Winfield and Jolowicz on Tort (ανωτέρω), δεν φαίνεται να υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος αμφιβολίας ότι η συλλογιστική που ακολουθήθηκε τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής και στο πεδίο των αστικών αδικημάτων. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω κάποια αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση τα οποία είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικά ως προς τη δικαστική προσέγγιση και συλλογιστική στο θέμα της εμβέλειας της επίθεσης υπό τη μορφή πρόκλησης φόβου και πανικού στον ενάγοντα μέσω της χρησιμοποίησης λέξεων ή ακόμα και σιωπής. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον Δικαστή Steyn: «It is necessary to consider the two forms which an assault may take. The first is battery, which involves the unlawful application of force by the defendant upon the victim. The second form of assault is an act causing the victim to apprehend an imminent application of force upon her: see Fagan v. Metropolitan Police Commissioner [1969] 1 Q.B. 439, 444D-E. . It is to assault in the form of an act causing the victim to fear an immediate application of force to her that I must turn. Counsel argued that as a matter of law an assault can never be committed by words alone and therefore it cannot be committed by silence. The premise depends on the slenderest authority, namely, an observation by Holroyd J. to a jury that "no words or singing are equivalent to an assault": Meade's and Belt's case 1
(1823)1 Lew. C.C. 184. The proposition that a gesture may amount to an assault, but that words can never suffice, is unrealistic and indefensible. A thing said is also a thing done. There is no reason why something said should be incapable of causing an apprehension of immediate personal violence, e.g. a man accosting a woman in a dark alley saying "come with me or I will stab you." I would, therefore, reject the proposition that an assault can never be committed by words." That brings me to the critical question whether a silent caller may be guilty of an assault. The answer to this question seems to me to be "Yes, depending on the facts." It involves questions of fact within the province of the jury. After all, there is no reason why a telephone caller who says to a woman in a menacing way "I will be at your door in a minute or two" may not be guilty of an assault if he causes his victim to apprehend immediate personal violence. Take now the case of the silent caller. He intends by his silence to cause fear and he is so understood. The victim is assailed by uncertainty about his intentions. Fear may dominate her emotions, and it may be the fear that the caller's arrival at her door may be imminent. She may fear the possibility of immediate personal violence. As a matter of law the caller may be guilty of an assault: whether he is or not will depend on the circumstance and in particular on the impact of the caller's potentially menacing call or calls on the victim. Περαιτέρω, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Hope: «The fact is that the means by which a person of evil disposition may intentionally or recklessly cause another to apprehend immediate and unlawful violence will vary according to the circumstances. Just as it is not true to say that every blow which is struck is an assault some blows, which would otherwise amount to battery, may be struck by accident or in jest or may otherwise be entirely justified so also it is not true to say that mere words or gestures can never constitute an assault. It all depends on the circumstances. If the words or gestures are accompanied in their turn by gestures or by words which threaten immediate and unlawful violence, that will be sufficient for an assault. The words or gestures must be seen in their whole context. In this case the means which the appellant used to communicate with his victims was the telephone. While he remained silent, there can be no doubt that he was intentionally communicating with them as directly as if he was present with them in the same room. But whereas for him merely to remain silent with them in the same room, where they could see him and assess his demeanour, would have been unlikely to give rise to any feelings of apprehension on their part, his silence when using the telephone in calls made to them repeatedly was an act of an entirely different character. He was using his silence as a means of conveying a message to his victims. This was that he knew who and where they were, and that his purpose in making contact with them was as malicious as it was deliberate. In my opinion silent telephone calls of this nature are just as capable as words or gestures, said or made in the presence of the victim, of causing an apprehension of immediate and unlawful violence. (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα στο Κυπριακό Δίκαιο, Π. Γ. Πολυβίου, Τόμος Α, σελ. 41, με αναφορά στην R v Ireland (ανωτέρω) αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στον χώρο αυτό, το δίκαιο προσπαθεί να αντιμετωπίσει τις πραγματικότητες και όχι τον τύπο. Εάν κάποια συμπεριφορά αποτελεί προσπάθεια εκφοβισμού, τότε η εν λόγω συμπεριφορά συνιστά «επίθεση» (assault), άσχετα εάν δεν υπήρχε επιθετική ή άλλη θετική ενέργεια εκ μέρους του Εναγόμενου. Επομένως, όχι μόνο λόγια αλλά και η προσφυγή στη σιωπή (π.χ. μέσω τηλεφώνου), με σκοπό τον εκφοβισμό του ενάγοντα ή της ενάγουσας, μπορεί να συνιστά «επίθεση» (υπό τη νομική έννοια), στο πλαίσιο των συγκεκριμένων δεδομένων της υπόθεσης». Συνοψίζοντας, καθίσταται σαφές από τα νομολογηθέντα στην R v Ireland (ανωτέρω) καθώς επίσης και από τα πιο πάνω συγγράμματα που πραγματεύονται την εν λόγω απόφαση, ότι μία συμπεριφορά η οποία συνίσταται απλώς σε λόγια ή δηλώσεις ή ακόμα σε σιωπή μπορεί να συνιστά επίθεση υπό τη νομική έννοια, πλην όμως το κατά πόσο συνιστά πράγματι τέτοια, δεν μπορεί παρά να κριθεί υπό το φως των πραγματικών δεδομένων της κάθε υπόθεσης όπου η κάθε συμπεριφορά θα πρέπει να ιδωθεί συνολικά λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου επιδείχθηκε η ρηθείσα συμπεριφορά και συγκεκριμένα το σύνολο των γεγονότων και συνθηκών που περιβάλλουν τη ρηθείσα συμπεριφορά με βασικό κριτήριο την εντύπωση που εύλογα δίδεται στον αποδέκτη αυτής της συμπεριφοράς και ειδικότερα το κατά πόσο η ρηθείσα συμπεριφορά αποτελεί προσπάθεια εκφοβισμού δημιουργώντας εύλογα φόβο χρήσης άμεσης βίας στον αποδέκτη της. Όσον αφορά το επίπεδο απόδειξης στην παρούσα υπόθεση αυτό είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης, εν προκειμένω οι Ενάγοντες, ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).[13] Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Στην Ερωτοκρίτου Γεώργιος ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Δημήτρη Kουμπαρή και Άλλος ν. Δήμου Xρίστου Φουτρή
(2001)1 ΑΑΔ 921 λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το βαθμό συμμετοχής κάθε προσώπου σε υποθέσεις επίθεσης: «σε υποθέσεις επίθεσης από δύο ή περισσότερα πρόσωπα δεν έχει σημασία το μέγεθος της συμμετοχής του καθενός χωριστά. Κάθε ένας από τους από κοινού αδικοπραγούντες που προκαλούν την ίδια ζημιά μπορεί να εναχθεί και χωριστά, ευθύνεται δε για ολόκληρη τη ζημιά που προκλήθηκε, ακόμα κι' αν είχε πολύ μικρή συμμετοχή σ' αυτήν (Clark v. Newsam 16 L.J. Ex 297. Βλέπε επίσης Clerk and Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παραγρ. 2-53). Έτσι είναι εντελώς άνευ σημασίας αν ο εφεσείων 2 κτύπησε ή όχι τον εφεσίβλητο. Αρκεί ότι έλαβε μέρος στη συμπλοκή, ρίχνοντας τον μάλιστα στο έδαφος.» Περαιτέρω, στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 3η έκδ. σελ. 136 αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς το θέμα της ταυτόχρονης ευθύνης δύο ή περισσοτέρων προσώπων στη διάπραξη ενός αστικού αδικήματος: "Persons are liable as joint tortfeasors where the act giving rise to the tort is a joint act done in pursuance of a common purpose". Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στην υπόθεση The Koursk [1924] P. 140, όπου τονίσθηκε από το Δικαστή Bankes L.J. ότι: "Persons are said to be joint tortfeasors when their separate shares in the commission of the tort are done in furtherance of a common design." Οι συναδικοπραγούντες θεωρούνται από κοινού υπεύθυνοι. Η ευθύνη τους δύναται να είναι αλληλέγγυα ή κεχωρισμένη. Ευθύνονται δηλαδή από κοινού και χωριστά (jointly and severally) και ένας Ενάγοντας μπορεί να ανακτήσει πλήρεις αποζημιώσεις μόνο από ένα από αυτούς. Στην υπόθεση Dougherty v. Chandler
(1946)46 S.R. (N. S.W.) 370 αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της ευθύνης που καταλογίζεται νομικά στους συναδικοπραγούντες: «If a number of persons jointly participate in the commission of a tort, each is responsible, jointly with each and all of the others, and also severally, for the whole amount of the damage caused by the tort, irrespective of the extent of his participation.» Καθοδηγούμενη από τις αρχές που διέπουν τη νομική πτυχή του αστικού αδικήματος της επίθεσης και έχοντας κατά νου το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας υπόθεσης ως αυτό διατυπώνεται στα ευρήματα στα οποία έχει προβεί το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα: Σε ότι αφορά τους XXXXX, XXXXX και XXXXX Τάτρος (ενάγοντες στις αγωγές 5652/12, 5653/12 και 5655/12), έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι όλοι οι Εναγομένοι μέσω των ενεργειών τους ως αυτές καταγράφηκαν στα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν διαπράξει το αστικό αδίκημα της επίθεσης εις βάρος τους. Συγκεκριμένα, καθίσταται σαφές από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η εκφοβιστική συμπεριφορά εκ μέρους όλων των Εναγομένων άρχισε από τη στιγμή που αυτοί βρίσκονταν ακόμα στο μπαλκόνι της οικίας των Εναγομένων 4 και 6 προβαίνοντας στις ενέργειες που καταγράφονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου προς το μέρος της οικογένειας Τάτρος με τους Εναγόμενους να αρχίζουν να κατευθύνονται προς το μέρος της οικογένειας Τάτρος με την XXXXX Τάτρος συναισθανόμενη κίνδυνο από αυτήν την κάθοδο να κλείνει την καγκελόπορτα του σπιτιού τους και ακολούθως συνεχίστηκε με τη μαζική κάθοδο των Εναγομένων από το μπαλκόνι της οικίας των Εναγομένων 4 και 6 μπροστά στην οικία της οικογένειας Τάτρος με τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 να προβαίνουν σε χρήση βίας ρίχνοντας πέτρες και τούβλα προς το μέρος της οικογένειας Τάτρος και τις εναγόμενες 5 και 6 να συμμετέχουν αρχικά μαζί με τους υπόλοιπους εναγόμενους μέσω των υβριστικών και απειλητικών φράσεων από το μπαλκόνι στο οποίο βρίσκονταν πριν την κάθοδο τους μπροστά στην οικία της οικογένειας Τάτρος και στη συνέχεια με την κάθοδο και αυτών κάτω μπροστά στην οικία της οικογένειας Τάτρος όπου συνέχισαν τη συμμετοχή τους όχι με το ρίξιμο αντικειμένων αλλά μέσω των υβριστικών φράσεων στην παρουσία μάλιστα μελών της Αστυνομίας. Η συμπεριφορά και συμμετοχή των Εναγομένων 5 και 6 συνολικά ιδωμένη από τη στιγμή που αυτές βρίσκονταν στο μπαλκόνι μέχρι και τη στιγμή που αυτές εν τέλει κατέβηκαν ακολουθώντας τους λοιπούς Εναγόμενους και παρευρισκόμενες στον ίδιο χώρο με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 δεν αποτελούσε τίποτε άλλο παρά προσπάθεια εκφοβισμού των μελών της οικογένειας Τάτρος δημιουργώντας εύλογα τα συναισθήματα του φόβου και της ανασφάλειας στα οποία αναφέρθηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ4 κατά τη μαρτυρία τους. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα στην παρουσία μελών της Αστυνομίας τα οποία έτρεξαν προς το μέρος της οικογένειας Τάτρος φωνάζοντας τους να εισέλθουν στο σπίτι τους για να προστατευτούν. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου καθίσταται σαφές ότι η παρούσα αποτελεί περίπτωση συναδικοπραγούντων (joint tortfeasors), ήτοι προσώπων που η χωριστή συμμετοχή τους στη διάπραξη αστικού αδικήματος γίνεται για την προώθηση κοινού σχεδίου ή κοινή επιδίωξη κάποιου σκοπού, αφού οι Εναγόμενοι 2, 4, 5 και 6 συμμετείχαν και συνέβαλαν από κοινού μέσω της συμπεριφοράς και ενεργειών τους ως αυτές καταγράφηκαν στα ευρήματα του Δικαστηρίου στην τέλεση του αστικού αδικήματος της επίθεσης εις βάρος των τριών μελών της οικογένειας Τάτρος. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο οι XXXXX και XXXXX Τάτρος (Ενάγουσες στις αγωγές υπ' αριθμό 5654/12 και 5656/12) έχουν αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της επίθεσης εις βάρος τους. Το γεγονός ότι εναντίον τους δεν χρησιμοποιήθηκε πραγματική βία (battery) με την έννοια της επαφής ή κτυπήματος ή μέσω άλλου αντικειμένου εκ μέρους των Εναγομένων 2, 4, 5 και 6 εναντίον των οποίων προωθούνται οι αγωγές αποτέλεσε κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός. Από τη μαρτυρία και ευρήματα του Δικαστηρίου κατέστη σαφές ότι χρήση βίας (battery) έλαβε χώρα μόνο από τον Εναγόμενο 1 εναντίον της XXXXX Τάτρος, πλην όμως εναντίον του δεν έχουν προωθηθεί οι αγωγές. Όπως έχει ήδη αναφερθεί κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής, το αστικό αδίκημα της επίθεσης περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινοδικαίου, της απειλής χρήσης βίας (assault) και της χρήσης βίας (battery). Αυτό το οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η συμπεριφορά και ενέργειες των Εναγομένων 2, 4, 5 και 6 εναντίον των οποίων εκκρεμούν οι αγωγές συνιστούν επίθεση υπό την έννοια της απειλής χρήσης βίας (assault). Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προέκυψε ότι οι XXXXX και XXXXX Τάτρος με την άφιξη τους στην οικία τους και μόλις αυτές έγιναν αντιληπτές από τους Εναγόμενους έγιναν αποδέκτες υβριστικών φράσεων οι οποίες συνοδεύτηκαν με την έναρξη μίας καθόδου εκ μέρους των Εναγομένων από το μπαλκόνι προς το μέρος τους με τους αστυνομικούς που βρίσκονταν στον επίδικο χώρο εκείνη τη στιγμή βλέποντας τα όσα εκτυλίσσονταν και συναισθανόμενοι προφανώς τον κίνδυνο και την αβεβαιότητα ως προς τι ενδεχομένως να ακολουθούσε για άλλη μια φορά να φωνάζουν σε αυτές να εισέλθουν γρήγορα στο σπίτι τους επειδή τα πράγματα ήταν επικίνδυνα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ίδιες ανήσυχες και πανικοβλημένες ακολουθώντας τις οδηγίες των αστυνομικών εισήλθαν στην οικία τους όπου είδαν την μητέρα τους να είναι τραυματισμένη και έτυχαν ενημέρωσης για τα όσα είχαν προηγηθεί εναντίον της οικογένειας τους ενόσω αυτές απουσίαζαν. Αξιοσημείωτο είναι επίσης και το γεγονός ότι, σύμφωνα πάντα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, μετά την άφιξη των δύο θυγατέρων της οικογένειας Τάτρος, πράγματι όλοι οι Εναγόμενοι είχαν κατέβει κάτω και βρίσκονταν στο δρόμο μπροστά από τις δύο γειτονικές οικίες. Η αντίδραση των αστυνομικών στη συμπεριφορά των Εναγομένων έναντι της XXXXX και XXXXX Τάτρος αποτελεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου σημαντικό στοιχείο ως προς την εντύπωση της αβεβαιότητας, επικινδυνότητας και ανησυχίας που εύλογα φαίνεται να δημιούργησε η ρηθείσα συμπεριφορά των Εναγομένων τη δεδομένη στιγμή ακόμα και σε τρίτα ανεξάρτητα πρόσωπα, ήτοι τους αστυνομικούς, και συνακόλουθα, των συναισθημάτων που οι XXXXX και XXXXX Τάτρος περιέγραψαν στο Δικαστήριο ως αποδέκτες της συμπεριφοράς και ενεργειών των Εναγομένων, ήτοι του φόβου, ανησυχίας, πανικού και ανασφάλειας που ένιωθαν καθόλη τη διάρκεια της επίδικης βραδιάς. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι ίδιες συνέχισαν να είναι αποδέκτες υβριστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των Εναγομένων τη στιγμή που η ένσταση κλιμακωνόταν με φωνές μεταξύ των εναγομένων και των δύο αστυνομικών που βρίσκονταν στη σκηνή καθώς και με σπρώξιμο και πιάσιμο από τον λαιμό της XXXXX Τάτρος από τον Εναγόμενο
  1. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι όλα αυτά συνέβαιναν στην παρουσία δύο αστυνομικών στον χώρο οι οποίοι δεν ήταν σε θέση να σταματήσουν τα όσα λάμβαναν χώρα γεγονός που οδήγησε στο κάλεσμα αστυνομικών ενισχύσεων και συγκεκριμένα τεσσάρων επιπρόσθετων περιπολικών. Καθίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι η επιδειχθείσα, μέσα στο πλαίσιο που έχω περιγράψει πιο πάνω, συμπεριφορά των Εναγομένων από την άφιξη των δύο θυγατέρων στο σπίτι τους μέχρι και την άφιξη των αστυνομικών ενισχύσεων, δεν συνιστούσε τίποτα άλλο παρά εμφανή προσπάθεια εκφοβισμού των δύο θυγατέρων της οικογένειας Τάτρος η οποία μπορούσε εύλογα να δημιουργήσει και πράγματι δημιούργησε στους αποδέκτες αυτής συναισθημάτων ανασφάλειας, αναστάτωσης και φόβου χρήσης βίας σε βάρος τους, ο οποίος μάλιστα σε σχέση με την XXXXX Τάτρος (ΜΕ2) επαληθεύτηκε με τη χρήση βίας σε βάρος της από τον Εναγόμενο
  2. Εξ ου και σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι ίδιες, εύλογα, ένιωσαν ως εκ της ρηθείσας συμπεριφοράς, απροστάτευτες παρά την παρουσία της αστυνομίας στον επίδικο χώρο. Συνεκτιμώντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η συμπεριφορά και ενέργειες των Εναγομένων έναντι της XXXXX και XXXXX Τάτρος όπως αυτές καταγράφηκαν στα ευρήματα του Δικαστηρίου συνιστούν επίθεση (assault) και ότι όπως και στην περίπτωση με τα υπόλοιπα τρία μέλη της οικογένειας Τάτρος έτσι και εδώ, καθίσταται σαφές ότι οι Εναγόμενοι 2, 4, 5 και 6 συμμετείχαν και συνέβαλαν από κοινού μέσω της συμπεριφοράς και ενεργειών τους στην τέλεση του αστικού αδικήματος της επίθεσης με τρόπο ώστε αυτοί να είναι υπεύθυνοι ως συναδικοπραγούντες (joint tortfeasors). Επισημαίνω στο σημείο αυτό ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση από την πλευρά των συνηγόρων της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε περίπτωση που αυτή γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο δεν είναι ικανή για τη στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Γενικές Αποζημιώσεις: Αποτελεί περαιτέρω θεμελιακή αρχή ότι η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση.[14] Στο σύγγραμμα Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, στις σελ. 99-100 αναφέρεται ότι και στο αδίκημα της επίθεσης όπως σε κάθε αστικό αδίκημα, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό (compensatory) χαρακτήρα με σκοπό την αποκατάσταση του ενάγοντα. Επιπρόσθετα όμως το αστικό αδίκημα της επίθεσης παρέχει προστασία και έναντι της προσβολής προς το πρόσωπο του θύματος. Σχετικά διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμά McGregor on Damages, 20η έκδοση, 2018, παρ. 42-001, όπου αναφέρονται τα εξής: «In so far as an assault and battery results in physical injury to the claimant, the damages will be calculated as in any other action for personal injury. However, beyond this, the tort of assault affords protection from the insult which may arise from interference with the person. Thus a further head of damage is the injury to feelings, i.e. the indignity, mental suffering, disgrace and humiliation, that may be caused. Damages may thus be recovered by a claimant for an assault, with or without a technical battery, which has done him no physical injury at all. There may be a basic award of damages for the injury to the feelings and if the injury is aggravated by the defendant's conduct an additional award of aggravated damages or as with many court awards, the two can be run together » Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 22η έκδοση, 2018 στην παρ. 15-139 αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Damages in trespass Any trespass to the person, however slight, gives a right of action to recover at least nominal damages. The defendant may still be liable in trespass for all the consequences flowing from the tort whether or not those consequences are foreseeable. Even where there has been no physical injury, substantial damages may be awarded for indignity, discomfort, or inconvenience.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι σε υποθέσεις επίθεσης λαμβάνεται υπόψη πέραν του πόνου και της ταλαιπωρίας που προκαλούν οι τραυματισμοί, εάν υπάρχουν τέτοιοι, και ο πόνος και η ταλαιπωρία που προκαλείται από τα αισθήματα ντροπής και εξευτελισμού που υφίσταται το θύμα ή από τη ψυχική αναστάτωση που προκαλείται σε αυτό. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες, λογικές και κοινωνικά αποδεκτές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.[15] Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις, η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν, έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και την αγωνία της ανικανότητας.[16] Η αυξητική βεβαίως τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση.[17] Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα, αλλά και ως συγκριτικό όταν το Δικαστήριο ανατρέχει σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές θα μπορούσε να είναι βοηθητικές.[18] Περαιτέρω, προηγούμενες επί του θέματος αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο, υπό την έννοια της αρχής του stare decisis, αλλά παρέχουν καθοδήγηση, γιατί κάθε περίπτωση διαφέρει ανάλογα με τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης.[19] Περαιτέρω, όπως γίνεται δεκτό στη Νομολογία, όταν οι περιστάσεις διάπραξης αστικού αδικήματος είναι τέτοιες, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να επιδικάσει επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, αν διαπιστώσει βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του ενάγοντα.[20] Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 20η έκδοση (ανωτέρω) αλλά και στο σύγγραμμα των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου Αστικά Αδικήματα Δίκαιο & Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ 99, στα πλαίσια των γενικών αποζημιώσεων, σε υποθέσεις επίθεσης, μπορούν να περιλαμβάνονται και επαυξημένες αποζημιώσεις για τη βλάβη στα αισθήματα αξιοπρέπειας του Ενάγοντα.[21] Στην Rowlands v Chief Constable of Merseyside [2006] EWCA Civ 1773 [2007] 1 WLR 1065 η οποία αφορούσε αγωγή για επίθεση, παράνομη κατακράτηση και κακόβουλη δίωξη λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα από τον Moore-Bick LJ στην παρ. 26 σε σχέση την επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων: "It is now generally recognised that an award of aggravated damages is essentially compensatory in nature, notwithstanding the fact that it may have a punitive effect by increasing the overall amount the defendant is ordered to pay. That was explicitly acknowledged by Lord Woolf M.R. in Thompson as one can see from the passages cited earlier. Whether damages awarded to compensate the claimant for distress, humiliation and injury to feelings are treated as part of the basic damages (as Thomas L.J. suggested in Richardson v Howie [2004] EWCA Civ 1127, (unreported, 13 August 2004)) or are separately identified by the name of aggravated damages, the important factor to bear in mind is that they are primarily intended to be compensatory, not punitive. It follows that any injury for which compensation has been given as part of the award of basic damages should not be the subject of further compensation in the form of an award of aggravated damages. However, the distinction between basic and aggravated damages will continue to have a part to play as long as the right to recover for intangible consequences such as humiliation, injury to pride and dignity as well as for the hurt caused by the spiteful, malicious, insulting or arrogant conduct of the defendant attaches to some causes of action and not others." Προχωρώ στη συνέχεια να καθορίσω με αναφορά σε κάθε αγωγή το ποσό των αποζημιώσεων για κάθε Ενάγοντα. Σημειώνω ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση εκ μέρους των συνηγόρων των διαδίκων σε σχέση με το ύψος αυτών. Αγωγή υπ' αριθμό: 5652/2012 η οποία αφορά τον αποβιώσαντα Εμέτ Τάτρος: Σε ότι αφορά τον αποβιώσαντα Εμέτ Τάτρος δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για τον καθορισμό οποιουδήποτε ποσού γενικών αποζημιώσεων. Συγκεκριμένα, δεν υπήρξε μαρτυρία είτε περί πρόκλησης οποιουδήποτε τραυματισμού του είτε σε σχέση με τον όποιο ψυχικό, ενδεχομένως, επηρεασμό ή βλάβη του ίδιου από τα όσα βίωσε. Δεν έγινε καμία περί τούτου αναφορά από οποιοδήποτε μάρτυρα που κατέθεσε για την πλευρά των Εναγόντων οι οποίοι περιορίστηκαν στην περιγραφή των συναισθημάτων που έκαστος μάρτυρας βίωσε κατά την επίδικη βραδιά. Όπως έχει νομολογηθεί, ένα Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών και αποφασίζει με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, την ανάλυση επ΄ αυτής, την αξιολόγηση και τα τελικά ευρήματα του.[22] Κρίνω συνεπώς ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορεί να επιδικασθεί σε αυτόν οποιοδήποτε ποσό γενικών αποζημιώσεων. Σε ότι αφορά τις ειδικές ζημιές που αξιώνονται, αποτελεί βασικό κανόνα ότι αυτές πρέπει να εξειδικεύονται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία.[23] Στην απόφαση Ζήνων Μερκής Λτδ ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1923, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα : «ο Ενάγοντας βαρύνεται με την υποχρέωση να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδική ζημία.» Στην Κυριάκου Αθανασίου v. Δάφνης Ορφανίδου Πολιτική Έφεση Αρ. 73/11, 16 Δεκεμβρίου, 2015, υπήρξε εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου της εφεσίβλητης ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την εφεσίβλητη ως αξιόπιστη, δεν εμποδιζόταν να αποδεχτεί ως αληθή και πραγματικά τα ποσά που αξιώνονταν παρόλο που για τα ποσά αυτά δεν προσκομίστηκαν πέραν της προφορικής μαρτυρίας οποιεσδήποτε αποδείξεις. Το Εφετείο διαφώνησε με την εν λόγω εισήγηση λέγοντας χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν συμφωνούμε με το συνήγορο της εφεσίβλητης. Ο απλός ισχυρισμός από κάποιο διάδικο ότι κατέβαλε συγκεκριμένα κονδύλια, τα οποία αξιώνει υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων, δεν ικανοποιεί τη νομολογιακή αρχή που απαιτεί την απόδειξη τους με θετικό τρόπο.» Εν προκειμένω, στις λεπτομέρειες υλικών ζημιών δικογραφούνται οι ακόλουθες ζημιές: (α) €250 στο όχημα του (β) €594,20 σε διακοσμητικά φωτιστικά κήπου (γ) €345 σε μία μηχανή μπετόν ιδιοκτησίας του Ενάγοντα (δ) €100 στο κινητό τηλέφωνο του. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο προς απόδειξη αυτών των ζημιών ήταν αυτή του ΜΕ1. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ως αποτέλεσμα των αντικειμένων που οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 έριχναν προς το σπίτι τους προκλήθηκαν διάφορες ζημιές στο σπίτι τους, στο αυτοκίνητο του πατέρα του καθώς και σε μία μηχανή για ανάμειξη μπετόν που είχε ο πατέρας του στην αυλή. Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφα των προσφορών που έλαβαν για επιδιόρθωση των ζημιών τα οποία όπως ανέφερε, πλήρωσε ο πατέρας του (Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4). Αντεξεταζόμενος, σε ότι αφορά το Τεκμήριο 1 ανέφερε ότι αυτό αφορά το κινητό που ήταν του πατέρα του και το κρατούσε η αδερφή του προσπαθώντας να βιντεογραφήσει. Ερωτηθείς εάν υπάρχει απόδειξη πληρωμής του ποσού που αναγράφεται σε αυτό ανέφερε ότι όλα τα χαρτιά τα παρέδωσε στην Αστυνομία ο μακαρίτης ο πατέρας του και μάλλον θα υπάρχουν εκεί, λέγοντας ότι διορθώθηκε το κινητό. Στη συνέχεια πρόσθεσε ότι δεν γνωρίζει που είναι η απόδειξη. Ερωτηθείς για το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι αυτό αφορά τις λάμπες που υπήρχαν στον τοίχο και τις οποίες διέλυσαν οι τέσσερις άντρες που έριχναν τούβλα. Σε ερώτηση εάν υπάρχει απόδειξη για την πληρωμή του ποσού που αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει που είναι η απόδειξη, ότι λογικά πληρώθηκε διότι είδε ότι διορθώθηκαν οι λάμπες και ότι ο πατέρας του λογικά έδωσε την απόδειξη στην Αστυνομία. Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ανέφερε ότι αυτό αφορά το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο. Ερωτηθείς εάν αυτό είναι προσφορά ή απόδειξη ανέφερε αρχικά ότι δεν είναι ο ίδιος που πήρε αυτό το έγγραφο και αυτά τα χαρτιά τα βρήκε στα χαρτιά του πατέρα του και στη συνέχεια ανέφερε ότι πρόκειται για προσφορά. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι αυτό αφορά κάποια από τα πράγματα που ήταν έξω δίπλα από τη μηχανή του μπετόν. Συμφώνησε ότι πρόκειται για προσφορά επιδιόρθωσης και δεν γνώριζε εάν ο πατέρας του είχε πάρει και άλλες προσφορές, αλλά είδε ότι ο πατέρας του τα έφερε, όπως είπε, στο σπίτι που σημαίνει, όπως ανέφερε, ότι τα αγόρασε αλλά από πού και πόσα έδωσε δεν γνώριζε. Διευκρίνισε ότι δεν ήξερε από ποια προσφορά τα πήρε, πόσα έδωσε και τι συναλλαγή έγινε λέγοντας ότι μπορεί να του έκαναν και έκπτωση επαναλαμβάνοντας ότι δεν μπορεί να απαντήσει πόσα τα πήρε ο πατέρας του. Οι συντάκτες των εν λόγω εγγράφων δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο. Καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων συνιστά εξ ακοής μαρτυρία η οποία ασφαλώς δεν αποκλείεται μόνο γιατί είναι εξ ακοής, όμως κατά την αξιολόγηση της[24] και όταν αποφασίζεται η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που θα της αποδοθεί, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάζει όλα τα σχετικά στοιχεία που την περιβάλλουν.[25] Όλα τα Τεκμήρια πλην του Τεκμηρίου 4 δεν φέρουν ημερομηνία, ούτε έγινε οποιαδήποτε αναφορά ως προς το πότε αυτά συντάχθηκαν ή εξασφαλίστηκαν. Περαιτέρω, πέραν της γενικής αναφοράς ότι πληρώθηκαν από τον πατέρα του ΜΕ1 εντούτοις, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής. Περαιτέρω, καθίσταται σαφές από το περιεχόμενο τους αλλά και από τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο ΜΕ1 ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού, αφού πρόκειται για έγγραφα τα οποία φαίνεται να δόθηκαν από τους συντάκτες τους στον αποβιώσαντα πατέρα του με τον ΜΕ1 να τα βρίσκει, όπως ανέφερε, στα χαρτιά του αποβιώσαντα πατέρα του χωρίς ο ίδιος να είχε οποιαδήποτε ανάμιξη ή εμπλοκή στην εξασφάλιση αυτών ή οποιαδήποτε επαφή με τους συντάκτες των εν λόγω εγγράφων. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 4 ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν γνώριζε πόσα τελικά πλήρωσε ο πατέρας του και αν τελικά έλαβε κάποια άλλη έκπτωση ή κάποια άλλη προσφορά ή τι είδους συναλλαγή έγινε. Ενόψει των πιο πάνω επισημάνσεων, κρίνω ότι θα ήταν ακροσφαλές να στηριχθεί το Δικαστήριο στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Το Δικαστήριο θα ανέμενε την παρουσία των συντακτών των εν λόγω εγγράφων προκειμένου να είναι αφενός σε θέση να εξηγήσουν τα όσα σε αυτά καταγράφονται και να διαφωτίσουν το Δικαστήριο σε σχέση με αυτά παρέχοντας τις δέουσες λεπτομέρειες αφού μόνο έτσι θα μπορούσε το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των αναφορών των συντακτών των εν λόγω εγγράφων, και αφετέρου, να τεθούν οι αναφορές τους στη βάσανο της αντεξέτασης. Περαιτέρω, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία των συντακτών των εν λόγω εγγράφων από το Δικαστήριο προκειμένου αυτοί να αντεξεταστούν, ενώ δεν φαίνεται να μην ήταν εύλογο και εφικτό για τους Ενάγοντες, που έχουν παρουσιάσει αυτή τη μαρτυρία, να είχαν κλητεύσει ως μάρτυρες στη διαδικασία τα πρόσωπα που έκαμαν τις αρχικές δηλώσεις. Ούτε υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εύλογο και εφικτό. Στην πραγματικότητα, οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να προσκομίσουν την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξαν. Με αυτά τα δεδομένα, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχει προσαχθεί η εξ ακοής μαρτυρία, δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας με αποτέλεσμα να μην μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στα συγκεκριμένα έγγραφα. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου σε σχέση με τις προσφορές που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1, σε ότι αφορά τη δικογραφημένη ζημιά ύψους €594,20 σε φωτιστικά κήπου θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: αποτέλεσε κοινώς αποδεκτό και μη αμφισβητούμενο γεγονός ότι στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, ο Εναγόμενος 4 παραδέχτηκε κατηγορία πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς η οποία σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του σχετικού αδικήματος καθώς και τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν από την κατηγορούσα αρχή (Τεκμήρια 6 και 7) συνίστατο σε ζημιά ύψους €594,20 σε διακοσμητικά εξωτερικά φαναράκια της οικία

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.