OSCAR ESTATES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1227/08, 14/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A345 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1227/08 Μεταξύ: OSCAR ESTATES LTD Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 14 Ιουνίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Ενάγοντες Αιτητές: Ο κ. Κ. Καντούνας, για Κωνσταντής Καντούνας Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ. Χρ. Τσέκουρας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας -------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερομηνίας 7/5/21 για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας κ. XXXXX Μενοικού επί της ένορκης δήλωσης της ημερ. 1.3.21 που συνοδεύει την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τροποποίηση της Υπεράσπισης του ημερομηνίας 1/3/2021 Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο στις 07/03/2008, με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες, δαπάνες και έξοδα που έχουν υποστεί από τη διοικητική πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 17/01/05, με την οποία αφού υιοθέτησε προειλημμένες αποφάσεις του Δήμου Παραλιμνίου, απέρριψε σειρά ιεραρχικών προσφυγών που οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει σύμφωνα με το Άρθρο 18
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών Και Οικοδομών Νόμου για τα 11 κτήματά τους στο Παραλίμνι, η οποία ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο
- 4 του Συντάγματος στις προσφυγές με αριθμούς 244/05-253/05 και 264/05, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί, αλλά δεν έχει προσφερθεί καμία αποζημίωση ή θεραπεία σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, παρόλο ότι έχει επανειλημμένα ζητηθεί. Ζητούν επίσης δίκαιες και εύλογες αποζημιώσεις και/ή νόμιμη θεραπεία στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, όπως και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω της στάσης των Διοικητικών Οργάνων και Κρατικών Λειτουργών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν με την υπόθεση και την ολιγωρία και καθυστέρηση που υπέδειξαν. Τέλος, ζητούν οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει υπό τις περιστάσεις ως δίκαιη, έξοδα και ΦΠΑ. Στις 20/02/2019, μετά που καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 20/03/08, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησής τους. Σύμφωνα με αυτήν, είναι εταιρεία που ασχολούνται με την κατοχή, εμπορία και ανάπτυξης γης και ακίνητης ιδιοκτησίας. Το 1980 αγόρασαν μία μεγάλη έκταση γης στην τοποθεσία «Σάκκος» στο Παραλίμνι για να την αναπτύξουν με τον διαχωρισμό της σε μικρότερα τμήματα, τα οποία θα διέθεταν σε διάφορα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αφού προηγουμένως θα έκτιζαν σε αυτά εξοχικές κατοικίες. Είναι η θέση τους ότι η σκοπούμενη ανάπτυξη ήταν εφικτή σύμφωνα με το νομικό και πολεοδομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την περιοχή και ότι στα πλαίσια της πιο πάνω ανάπτυξης οι Ενάγοντες προέβηκαν στον διαχωρισμό του εν λόγω κτήματος σε 32 τεμάχια έκτασης, 1.400 τετραγωνικά μέτρα περίπου για καθένα, για τα οποία είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, τα επίδικα κτήματα περιγράφονται σε σχετικό πίνακα που παραθέτουν στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Αναφέρουν ότι αρχικά εξασφάλισαν άδεια και έκτισαν δύο κατοικίες στο τεμάχιο 1122 που βρισκόταν στο ακρινό βορειοανατολικό τμήμα του κτήματος και εφαπτόταν δημόσιου δρόμου. Για να εκδώσουν τις αναγκαίες άδειες οι Αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες της Δημοκρατίας απαίτησαν από τους Ενάγοντες όπως: Α) παραχωρήσουν δωρεάν από το κτήμα τους έκταση γης πλάτους 35 ποδών και μήκους 300 μέτρων εκτεινόμενο από τον δημόσιο δρόμο νοτιοδυτικά για την επέκταση του οδικού δικτύου της περιοχής όπως ήταν σκιαγραφημένο στα σχετικά σχέδια, και Β) να μεταβιβάσουν την πιο πάνω έκταση στο Δημόσιο και να εγγραφεί σαν δημόσιος δρόμος, αφού προηγουμένως τον κατασκευάσουν και τον επιστρώσουν με δικά τους έξοδα σύμφωνα με τους όρους και προδιαγραφές που θα τους έδιναν οι εν λόγω Αρχές. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πιο πάνω απαιτήσεις, όμως η μεταβίβαση του δρόμου δεν έγινε δυνατό να ολοκληρωθεί λόγω παράλειψης ή άρνησης των Αρμόδιων Αρχών να αποδεχτούν τη μεταβίβαση, η οποία κατ' επανάληψη τους είχε προσφερθεί από τους Ενάγοντες. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι εν λόγω Αρχές παρέλειπαν και αρνούνταν να ολοκληρώσουν την εν λόγω μεταβίβαση κακόβουλα και εσκεμμένα, ώστε να εμποδίσουν τους Ενάγοντες να αναπτύξουν το υπόλοιπο κτήμα τους και για αυτήν την κωλυσιεργία και τις συνέπειές τους οι Ενάγοντες απαιτούν τιμωρητικές ή και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Κατά το έτος 2002 οι Ενάγοντες υπέβαλαν στον Δήμο Παραλιμνίου 11 αιτήσεις συνοδευόμενες με όλα τα σχετικά σχέδια, έγγραφα και δικαιολογητικά όπως απαιτούντο από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς που ίσχυαν τότε, για έκδοση αδειών για την ανάπτυξη όλων των επίδικων κτημάτων με την ανέγερση οικοδομής σε κάθε ένα από αυτά. Σε κάθε μία από τις αιτήσεις οι Ενάγοντες υποδείκνυαν διαβάσεις πλάτους 25 ποδών για να μπορούν να μετατραπούν σε δημόσιους δρόμους. Ο Δήμος Παραλιμνίου, σαν η μόνη Αρμόδια Αρχή κατά τον ουσιώδη χρόνο, με ισάριθμες επιστολές τους προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 28/02/04 απέρριψε κάθε μία από τις πιο πάνω αιτήσεις με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σύμφωνες με το Άρθρο 15Β(Ι) των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και το Άρθρο 4Α του ίδιου Νόμου, Κεφ.
- Είναι η θέση των Εναγόντων ότι στην πραγματικότητα οι αιτήσεις είχαν απορριφθεί, γιατί οι Αρμόδιες Αρχές λανθασμένα υπολόγιζαν τις διαβάσεις από τον υφιστάμενο δημόσιο δρόμο, χωρίς να υπολογίζουν το τμήμα που κατά απαίτησή τους οι Ενάγοντες είχαν παραχωρήσει να γίνει δημόσιος δρόμος, ανεξάρτητα του ότι η καθυστέρηση για αυτό οφειλόταν στους ιδίους. Οι Ενάγοντες μετά που έλαβαν τις αρνητικές απαντήσεις του Δήμου Παραλιμνίου προσέφυγαν στον Υπουργό Εσωτερικών καταχωρώντας ισάριθμες ιεραρχικές προσφυγές στις 06/09/
- Παρά του ότι ο Νόμος προβλέπει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών πρέπει να επιλαμβάνεται τάχιστα των εν λόγω αιτήσεων και παρά τις επανειλημμένες ενοχλήσεις των Εναγόντων, τελικά ο Υπουργός Εσωτερικών μόλις στις 28/01/2005 τις απέρριψε όλες, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις από τους Ενάγοντες ή να τους καλέσει να επιχειρηματολογήσουν ενώπιον του. Μετά που απορρίφθηκαν οι ιεραρχικές τους προσφυγές, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο 11 προσφυγές σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, όλες πλην μίας στις 09/03/
- Η 11η προσφυγή είχε καταχωρηθεί στις 05/03/
- Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν με οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/05, το οποίο με ακυρωτική απόφασή του ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος ακύρωσε όλες τις επίδικες αποφάσεις όπως περιέχονταν στις επιστολές του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 28/01/05, γεγονός που σύμφωνα με τους Ενάγοντες συμπαρέσυρε όλες τις προηγούμενες διοικητικές πράξεις, στις οποίες αυτές είχαν στηριχτεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε και επομένως κατέστη δεσμευτική και τελεσίδικη για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε ό,τι αφορά τις προσφυγές. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οι ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις προξένησαν στους Ενάγοντες βλάβη και ζημιές συμπεριλαμβανομένου διαφυγόντος κέρδους που θα πραγματοποιούσαν από την πώληση των κατοικιών που θα ανεγείροντο στα επίδικα κτήματα, όπως αναφέρουν. Εξηγούν επίσης ότι αντί να καταχωρήσουν ξεχωριστή αγωγή για κάθε προσφυγή, εφόσον αυτές συνεκδικάστηκαν, επέλεξαν να καταχωρήσουν μία αγωγή, την παρούσα, και να συμπεριλάβουν όλες τις προσφυγές σε αυτές, αλλά αν ο Εναγόμενος δεν αποδεχτεί όπως εξεταστούν μαζί ή διαφορετικά διατάξει το Δικαστήριο, θα επανέλθουν με τέτοιο αριθμό αγωγών, που να αφορά κάθε μία προσφυγή. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν τον χώρο για κατασκευή του δημόσιου δρόμου όπως τους ζητήθηκε και υπέστησαν τις δαπάνες με την κατασκευή του, αφού ήταν προϋπόθεση που τους λέχθηκε ότι μόνο έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την άδεια για τις κατοικίες στο τεμάχιο 1122, το οποίο ήδη εφάπτεται σε υφιστάμενο δημόσιο δρόμο. Μετά την άρνηση των Αρχών να χορηγήσουν άδειες για τα επίδικα κτήματα, η πιο πάνω παραχώρηση και δαπάνη που συνεπαγόταν ήταν αχρείαστη. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι είχαν εκπονήσει σχέδια και μελέτες και είχαν προβεί και σε διευθετήσεις για την ανέγερση των 11 κατοικιών στα επίδικα κτήματα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε για αυτές αυξημένη ζήτηση για πώληση, το συνολικό εμβαδόν που σκόπευαν να ανεγείρουν ήταν 1.782 τετραγωνικά μέτρα, η συνολική δαπάνη για την ανέγερση είχε υπολογιστεί σε €1.200 τ.μ., ενώ η τιμή που θα μπορούσαν να τις πουλήσουν, και είχαν προσφορές, ήταν €3.900 τ.μ. και επιπλέον είχαν δαπανήσει και άλλα σημαντικά ποσά που αφορούσαν υποδομή και εγκαταστάσεις ηλεκτρισμού, τηλεφώνων και υδροδότησης, πρόνοιες για μελλοντική σύνδεση με το αποχετευτικό σύστημα Παραλιμνίου και έχασαν αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας που διατέθηκε για διαβάσεις με υποδομή και προοπτική να μετατραπούν σε δρόμο. Κατά το 2007 δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ το τοπικό σχέδιο Παραλιμνίου, σύμφωνα με το οποίο το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων κτημάτων έχει μεταβληθεί σημαντικά, επειδή αυτά εντάσσονται σε δασική ζώνη, με αποτέλεσμα η αξία τους να έχει σχεδόν εκμηδενιστεί, εφόσον δεν μπορούν να αναπτυχθούν και δεν έχουν καμία εμπορευσιμότητα. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν ένσταση στην αρμόδια αρχή για την ένταξη των επίδικων κτημάτων σε δασική ζώνη, χωρίς όμως αυτή να τύχει οποιασδήποτε ανταπόκρισης. Είναι η θέση τους ότι οι ζημιές που έχουν υποστεί ένεκα των ακυρωθεισών διοικητικών πράξεων και απαιτούν από τον Εναγόμενο ως τον εκπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Οργάνων της σύμφωνα με το Σύνταγμα και το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, συμποσούνται, όπως έχει εκτιμηθεί, σε €7.200.000, αναφέροντας ότι με τη μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος μόνο η αξία των κτημάτων έχει χάσει €140 το τ.μ. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι στις 06/11/07 οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν προς τον Υπουργό Εσωτερικών με επιστολή και του ζήτησαν ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επανεξετάσει το ζήτημα και να μεριμνήσει για τη χορήγηση των αδειών που είχαν ζητηθεί, στην οποία όμως ο Υπουργός αρνήθηκε ή παρέλειψε να ανταποκριθεί. Θεωρούν ότι η όλη συμπεριφορά των Αρμόδιων Αρχών της Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την κωλυσιεργία τους, της μεγάλης καθυστέρησης που επέδειξαν, αλλά και της επίκλησης διάφορων λόγων για αλλότριους σκοπούς, οι ζημιές που προκλήθηκαν από αυτές τις ενέργειες στους Ενάγοντες, αλλά και όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, καθιστούν το Κράτος υπόλογο για επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, για αυτό και με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου με βάση το Άρθρο
- 6 του Συντάγματος: Α) Ποσό €7.200.000 ως ειδικές αποζημιώσεις, Β) Τόκο προς 9% από την ημερομηνία που ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις, δηλαδή 28/07/04, Γ) Γενικές αποζημιώσεις, Δ) Επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και Ε) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρησε Υπεράσπιση στις 15/04/2010, σύμφωνα με την οποίαν εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις και συγκεκριμένα: Α) θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πριν την καταχώρηση της αγωγής, ως όφειλαν, προς τη Διοίκηση, ζητώντας αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους και Β) η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα δεν έχει ακόμα τύχει επανεξέτασης από τη Διοίκηση. Άνευ βλάβης των θέσεών του που εγείρει με τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις, ο Eναγόμενος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και με μία γενική Υπεράσπιση απορρίπτει κάθε ισχυρισμό των Εναγόντων που εγείρεται σε κάθε παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τέλος, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, όπως και τις θεραπείες και τα ποσά που ζητούν με την παράγραφο 29 της Έκθεσης Απαίτησης τους και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Στις 31/10/2012 άλλος συνήγορος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Υπεράσπισής με την προσθήκη νέων προδικαστικών ενστάσεων και επίσης με την προσθήκη ουσιαστικών θέσεων σε ό,τι αφορά τον τρόπο που ενήργησε ο Δήμος Παραλιμνίου και τον τρόπο με τον οποίο εξετάστηκαν από αυτόν οι αιτήσεις. Ζητούσε επίσης να εισάξει ισχυρισμό ότι παραδέχεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε τις ιεραρχικές προσφυγές, ότι το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που καταχωρήθηκαν εναντίον του, χωρίς όμως να ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης, ούτε με τα υπό κρίση γεγονότα, ούτε με την ορθότητα των λόγων για τους οποίους δεν εγκρίθηκαν οι σχετικές άδειες οικοδομής, αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση της απουσίας επαρκούς αιτιολογίας της απόφασης για απόρριψη των ιεραρχικών προσφυγών και επίσης επιχείρησε να εισάξει θέσεις ότι η αγωγή, πέραν του ότι είναι πρόωρη και αβάσιμη, δεν αποκαλύπτει καμία ζημιά εκ πλευράς Εναγόντων και ότι το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων τεμαχίων έχει μεταβληθεί σε παραθεριστική ζώνη (Π.Κ.), με την οποία παρέχεται ευνοϊκότερη εκμετάλλευση των τεμαχίων σε σχέση με τους όρους που προνοούσε η ζώνη Γ, η οποία υφίστατο κατά την καταχώρηση των υπό κρίση αιτήσεων για άδεια οικοδομής. Συγκεκριμένα, η ζώνη Γ που υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρησης των αιτήσεων το 2002, προνοούσε ποσοστό κάλυψης 0,15:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, ενώ η νέα πολεοδομική ζώνη προνοεί μεταξύ άλλων ποσοστό κάλυψης 0,20:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, άρα ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα επίδικα τεμάχια δεν είναι εκμεταλλεύσιμα και/ή ότι η αξία τους εκμηδενίστηκε και δεν έχουν εμπορευσιμότητα λόγω της αλλαγής πολεοδομικής ζώνης, δεν ευσταθεί. Την αίτηση συνόδευε η ένορκος δήλωση Λειτουργού του Υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος προέβηκε σε μία καταγραφή των λόγων που οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση του Eναγόμενου για τροποποίηση της Υπεράσπισης του στις 19/12/2012, θεωρώντας ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο σωστό νομικό υπόβαθρο, είναι κακόπιστη, παραπλανητική και υποβάλλεται αργά, κατά τρόπο που να προκαλεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης, ισχυρίζονταν ότι η αίτηση αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης με την έννοια του ότι αποπειράται να εισάξει μαρτυρία, αντί απαραίτητα στοιχεία, και ότι με την αίτησή του ο Αιτητής εκτροχιάζει την αγωγή από την αρχική της βάση. Την ένσταση συνόδευε η ένορκος δήλωση του Γιάννη Θεοδοσίου, εκ των δικηγόρων που εργαζόταν στο γραφείο που εκπροσωπούσε τότε τους Ενάγοντες, στην οποία αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και επισυνάπτει διάφορα τεκμήρια, συνολικά 11 τεκμήρια. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στις 25/02/
- Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας επανήλθε με την ίδια αίτηση, την οποία και καταχώρησε στις 19/04/2013, η οποία και πάλι στηριζόταν στην ένορκη δήλωση του XXXXX Βασιλείου, Λειτουργού στο Υπουργείο Εσωτερικών, σύμφωνα με την οποία τον Οκτώβριο του 2012 έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν τα απαραίτητα έγγραφα για να μπορέσει η Δημοκρατία να υπερασπίσει τον εαυτό της και μόλις αυτά εντοπίστηκαν αποστάληκε Έκθεση Γεγονότων στη Νομική Υπηρεσία, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωνε ότι θεωρούσε ότι είναι δίκαιο και εύλογο να του επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε και πάλι ένσταση εκ πλευράς Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στις 22/06/2013 με παρόμοιους νομικούς λόγους, όπως και οι προηγούμενοι, την οποία και συνόδευε ένορκη δήλωση άλλου δικηγόρου που εργαζόταν τότε στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση και η οποία επίσης επισύναπτε στην ένορκή της δήλωση 10 τεκμήρια. Ακολούθως, έγινε αλλαγή δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 19/02/14 και με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου του 2014, Δικαστήριο με άλλη σύνθεση που της επιλήφθηκε, επέτρεψε την τροποποίηση της Υπεράσπισης ως η αίτηση, καθορίζοντας χρόνο 21 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος για καταχώρησή της και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, εντός 21 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Στις 17 Μαρτίου του 2014, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία συμπεριλήφθηκαν οι πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις που είναι και αυτές που αφορούν την υπό κρίση αίτηση: «1) Η αγωγή είναι πρόωρη, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πρώτα και πριν την καταχώρηση της αγωγής ως όφειλαν προς τη Διοίκηση να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους, 2) Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα που προέκυψε μετά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων δεν έχει επανεξετασθεί ακόμα από τη Διοίκηση, 3) Η Δημοκρατία δεν ευθύνεται και δεν έχει αστική ευθύνη για πράξεις και/ή παραλήψεις των Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δύναται να εναχθεί σε σχέση με αξιώσεις που προκύπτουν από διαφορές ανάμεσα σε ιδιώτες και Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, έχουν αυτοτέλεια και ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου ως η καθ' ύλην αρμόδια αρχή που εξέδωσε τις ακυρωτικές διοικητικές πράξεις, από τις οποίες ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες προέκυψε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις και άνευ βλάβης των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων ο συνήγορος της Δημοκρατίας προβαίνει και στην τροποποιημένη του Υπεράσπιση.» Μεσολάβησε ακολούθως αίτηση εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 18/06/20 για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 23/12/
- Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά αναβλήθηκε λόγω των έκτακτων μέτρων που ίσχυαν εν΄ όψει της επιδημίας του κορονοϊού και επειδή οι μάρτυρες των Εναγόντων βρίσκονται σε άλλη επαρχία και δεν μπόρεσε ο δικηγόρος τους, λόγω των μέτρων, να συναντηθεί μαζί τους για προετοιμασία της μαρτυρίας τους. Την 1/03/21 καταχωρήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου Αιτητή η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά άδεια του Δικαστηρίου για να του επιτρέψει να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του ημερομηνίας 18/03/14 με την προσθήκη μιας νέας παραγράφου (δ) αμέσως μετά από την υποπαράγραφο (γ) στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης η οποία να αναφέρει τα ακόλουθα.: "(δ) Η αγωγή στερείται αντικειμένου και/ή οι Ενάγοντες στερούνται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος και/ή βάσης αγωγής, καθότι κατά/ή περί την 12/10/12 ολοκληρώθηκε από την Αρμόδια Αρχή, δηλαδή τον Δήμο Παραλιμνίου, η επανεξέταση κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφασή του. Η εν λόγω απόφαση μάλιστα κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 4/12/12 και κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και/ή δεν προσεβλήθη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι η συνέχιση της αγωγής, μετά την πιο πάνω απόφαση, να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και να καθίσταται επιπόλαια και/ή ενοχλητική." Ζητά επίσης, την προσθήκη δύο νέων παραγράφων με αριθμούς 16 (Ι) και 16(ΙΙ) αντίστοιχα μετά την υφιστάμενη παράγραφο 15, και τη συνακόλουθη αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων, με το εξής περιεχόμενο: "16(Ι) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει ανωτέρω στην προδικαστική ένσταση (δ) και εισηγείται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να προωθούν την αγωγή τους και/ή να αξιώνουν αποζημιώσεις. 16(ΙΙ) Ειδικότερα είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η αγωγή στερείται αντικειμένου και/ή οι Ενάγοντες στερούνται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος και/ή βάσης αγωγής, καθότι κατά/ή περί την 12/10/12 ολοκληρώθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Δήμο Παραλιμνίου, η επανεξέταση, κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφασή του. Η εν λόγω απόφαση μάλιστα κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 4/12/12 και κατέστη τελεσίδικη αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και/ή δεν προσεβλήθη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Αποτέλεσμα τούτου είναι η συνέχιση της αγωγής, μετά την πιο πάνω απόφαση, να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή να καθίσταται επιπόλαια και/ή ενοχλητική". Ζητά επίσης όπως το Διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας αίτησης να ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής και/ή όπως διατάξει το Δικαστήριο. Νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ.1,2,4,10,11,14,17, Δ.25 θ.1, Δ.48 θθ.1‑4,8 και 9, Δ.57, Δ.63 και Δ.64, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι συμφυείς εξουσίες, η πρακτική του Δικαστηρίου, αλλά και η σχετική επί του θέματος, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Μενοίκου από τη Λευκωσία ημερομηνίας 1/03/
- Στην ένορκη της δήλωση, η κυρία XXXXX Μενοίκου αναφέρει ότι εργάζεται ως δικηγόρος στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω μελέτης του σχετικού φακέλου, καθώς και από όσα πληροφορείται από τον δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, τα οποία πιστεύει ειλικρινά και έντιμα ως αληθή, και αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο Αιτητή να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι έχει διαβάσει την αίτηση τροποποίησης του Εναγόμενου Αιτητή με την οποία συμφωνεί, και επαναλαμβάνει πλήρως το περιεχόμενο της για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Αναφέρει ακολούθως ότι στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου που καταχωρήθηκε στις 18/03/14 έχουν συμπεριληφθεί πραγματικοί και νομικοί λόγοι υπεράσπισης, πλην όμως δεν εγέρθη η αιτούμενη προδικαστική ένσταση και/ή νομικός ισχυρισμός και/ή υπεράσπιση που είναι ουσιώδης για την έκβαση της πορείας αγωγής και η οποία αναφέρεται στην επανεξέταση από τον Δήμο Παραλιμνίου, μετά από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της επίδικης απόφασης με την οποία επιβεβαιώθηκε η προηγούμενη απόφαση του Δήμου Παραλιμνίου και εναντίον της εν λόγω νέας διοικητικής απόφασης δεν ασκήθηκε προσφυγή, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί τελεσίδικη και ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού, είναι ότι δεν μπορεί να συνεχίσει η παρούσα αγωγή και/ή ότι η συνέχισή της συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Αναφέρει ότι το γεγονός αυτό διαφάνηκε κατά τη μελέτη και προετοιμασία του δικηγόρου της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, όταν είχε οριστεί η υπόθεση για ακρόαση, και κρίθηκε ότι είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί η Υπεράσπιση του Εναγόμενου Αιτητή για να συμπεριληφθεί η εν λόγω προδικαστική ένσταση, που είναι προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων μερών και/ή προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Έχει επίσης τη θέση ότι με την τυχόν έγκριση της αίτησης από το Δικαστήριο δεν αλλοιώνεται η βάση της Υπεράσπισης ως έχει, αλλά συμπληρώνεται. Αναφέρει επίσης, ότι εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των διαδίκων με κανένα τρόπο και ούτε οι Ενάγοντες καταλαμβάνονται εξ απήνης ή εξ απροόπτου, μία που το αποτέλεσμα της επανεξέτασης, τους κοινοποιήθηκε και ήταν εις γνώσιν τους από τις 4/12/
- Είναι τελικά η θέση της ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου Αιτητή, καθότι αυτή ζητείται καλόπιστα και πιστεύει ότι δεν θα δημιουργηθεί οποιαδήποτε αδικία εις βάρος των Εναγόντων, ούτε ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημιά, που να μην μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή για την καταβολή των εξόδων της αίτησης υπέρ των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση. Οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στις 31/03/
- Νομική βάση της ένστασης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικοί Κανονισμοί Δ.25 θθ1 και 5, Δ.47, Δ.48 θ4, Δ.64 θ1, η σχετική νομολογία και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση προβάλλονται τέσσερεις συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης οι οποίοι είναι ότι
(1)η αίτηση είναι κακόπιστη, παραπλανητική και υποβάλλεται πολύ αργά με τρόπο και υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και προκαλεί περαιτέρω αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος των Εναγόντων και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης,
(2)με την αίτηση ο Αιτητής εκτροχιάζει την αγωγή από την αρχική της βάση,
(3)η αίτηση
(4)δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο και τη νομολογία και τέλος έχουν τη θέση ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών για τον λόγο ότι είναι η τρίτη αίτηση ίδιου τύπου η οποία καταχωρείται στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας, αφού έχουν προηγηθεί οι αιτήσεις τροποποίησης της Υπεράσπισης του Εναγομένου Αιτητή ημερομηνίας 31/10/12 και 19/04/
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση Αλέξη Δημητρίου ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, έχει λάβει νομική συμβουλή από τον δικηγόρο των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση να προβεί σε αυτήν, και εξ όσων γνωρίζει, τα γεγονότα που την αφορούν είναι ορθά και αληθινά για τα οποία έχει προσωπική γνώση. Αναφέρει, επίσης, ότι για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, η πληροφόρηση του προέρχεται από διάφορα έγγραφα που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και τα όσα του έχουν λεχθεί από τον δικηγόρο των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση. Είναι η θέση του, ότι η προδικαστική ένσταση που ο Εναγόμενος Αιτητής αποπειράται να περιλάβει στην Υπεράσπισή του, είναι έκδηλα ανεδαφική και η αίτηση καταχωρείται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και στοχεύει στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση και στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Αναφέρει ότι τα γεγονότα αυτά ήταν στη γνώση του Εναγομένου Αιτητή από χρόνια πριν, τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2012 και θα έπρεπε να φροντίσει έγκαιρα να προβεί στο ανάλογο διαδικαστικό διάβημα για να τα συμπεριλάβει στην Υπεράσπισή του. Αναφέρει επίσης ότι η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι η τρίτη παρόμοιας φύσης που καταχωρείται από τον Εναγόμενο Αιτητή, η τελευταία ήταν στις 19/04/13, και μετά από 8 χρόνια ο Εναγόμενος Αιτητής επανέρχεται με νέα αίτηση. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι η προδικαστική ένσταση που ο Εναγόμενος Αιτητής επιχειρεί να εγείρει και να εισάγει είναι έκδηλα ανεδαφική, καθώς η διοικητική πράξη που είχε ακυρωθεί με την προσφυγή επέφερε, για όσο χρόνο ίσχυσε, μεγάλη βλάβη στους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση και σοβαρή ζημιά και οι αποζημιώσεις που αξιώνουν οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση αφορούν τις ακυρωτικές αποφάσεις στον χρόνο που ίσχυαν. Είναι συνοπτικά η θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση γιατί με αυτή γίνεται προσπάθεια προσθήκης νέας βάσης αγωγής, έχει καταχωρηθεί πολύ αργά στη διαδικασία, τα γεγονότα που επιχειρούνται να δικογραφηθούν ήταν γνωστά στον Εναγόμενο Αιτητή χρόνια πριν την αίτησή του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν την τροποποίηση της Υπεράσπισης σε αυτό το στάδιο και η συμπεριφορά του Εναγόμενου Αιτητή είναι τέτοια ώστε να τον εμποδίζει να αιτηθεί από το Δικαστήριο την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προς όφελός του και επίσης αναφέρει ότι ο Εναγόμενος Αιτητής δεν δίνει καμία απολύτως δικαιολογία για την εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση. Στα πλαίσια της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 1/03/21 καταχωρήθηκε εκ πλευράς των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση αίτηση ημερομηνίας 7/05/21, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητούν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία της XXXXX Μενοίκου στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί σε ό, τι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 1/03/
- Νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ1, Δ.38 θθ1 και 2 και η Δ.48 θθ1,3, 8 και
- Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση φαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κύριου Αλέξη Δημητρίου ημερομηνίας 7/05/21 στην οποία ο κύριος Δημητρίου αναφέρει και πάλι ότι είναι Διευθυντής των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και ότι όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρει προέρχονται από προσωπική του γνώση, από τα όσα τον έχει πληροφορήσει ο συνήγορος των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση και από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Αφού περιγράφει σύντομα το χρονικό ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και όλων των ενδιάμεσων διαδικασιών που έλαβαν χώρα, είναι η θέση του ότι, όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, η κυρία XXXXX Μενοίκου, πρέπει να τύχει αντεξέτασης αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης ημερομηνίας 1/03/21 για τον λόγο ότι κάνει αναφορά σε γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή σε αναληθή γεγονότα και/ή σε γεγονότα που πρέπει να διευκρινιστούν. Αναφέρει ότι η κυρία XXXXX Μενοίκου ορκίστηκε και αναφέρθηκε στην επανεξέταση της αίτησης των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση, όμως δεν αναφέρει ούτε το πότε ο Εναγόμενος Αιτητής το πληροφορήθηκε, ούτε και τον λόγο της όποιας καθυστέρησης, αν υπάρχει τέτοια καθυστέρηση, γι' αυτό και θεωρεί απαραίτητο ότι θα πρέπει να αντεξεταστεί επί του θέματος αυτού, χάρην πλήρους απονομής της δικαιοσύνης. Στην αίτηση για αντεξέταση της XXXXX Μενοίκου, ο συνήγορος του Εναγόμενου, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αιτητή, καταχώρησε ένσταση στις 19/05/
- Οι λόγοι ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι απαράδεκτη, παράτυπη, ανεπίτρεπτη, καταχρηστική και αντίθετη με τη νομοθεσία, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, είναι παντελώς αβάσιμη και προωθείται καταχρηστικά και τεχνηέντως σε μία προσπάθεια των Εναγόντων να οδηγήσουν σε απόρριψη την αίτηση τροποποίησης 1/03/
- Αναφέρει ακόμα ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για να επιτραπεί η αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντος, αφού δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για την προώθησή της, οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση παραλείπουν να αναφέρουν ότι η επιστολή ημερομηνίας 22/09/20 δια της οποίας ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση πληροφορήθηκε για τη διενέργεια επανεξέτασης, έχει κοινοποιηθεί στον συνάδελφο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση και αποτελεί μέρος της δικογραφίας, εφόσον επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κυρίας Έλενας Νεοφύτου ημερομηνίας 6/10/20 στην αίτηση του Εναγόμενου Αιτητή ημερομηνίας 18/06/20 που βρίσκεται ήδη καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. Νομική βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θθ.1‑4,8,9,18 και 19 και Δ.64 ο περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμος, άρθρα 2, 11 και 12, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60 άρθρα 22, 29, 30 και 32, το Σύνταγμα, η νομολογία, η πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση παρατίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Πίροκκα ημερομηνίας 19/05/21 στην οποία η κυρία Πίροκκα αναφέρει ότι είναι Γραμματειακός Λειτουργός στη Νομική Υπηρεσία τοποθετημένη στο αρχείο αγωγών, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου που τηρείται στη Νομική Υπηρεσία, έχει λάβει σχετική συμβουλή από τον δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση και θεωρεί ότι η ίδια είναι το πιο κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη δήλωση, καθότι αυτή αφορά καθαρά νομικούς ισχυρισμούς και όχι γεγονότα. Αναφέρει ότι έχει διαβάσει την ένσταση που έχει κατατεθεί εκ μέρους των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση, η οποία ένορκη της δήλωση είναι μέρος και την υιοθετεί και επαναλαμβάνει, έχει διαβάσει την ένσταση και τους ισχυρισμούς του XXXXX Δημητρίου που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, τους οποίους αρνείται και απορρίπτει, και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος για να ασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης, αφού η επιστολή ημερομηνίας 22/09/20 δια της οποίας ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση πληροφορήθηκε για τη διενέργεια επανεξέτασης, έχει κοινοποιηθεί στον δικηγόρο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση και αποτελεί μέρος της δικογραφίας εφόσον επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Νεοφύτου ημερομηνίας 6/10/20 που συνοδεύει την αίτηση του Εναγόμενου Αιτητή ημερομηνίας 18/06/20 που βρίσκεται ήδη καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική ευχέρειά του προς απόρριψη της αίτησης, καθότι είναι αδικαιολόγητη. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση. Συγκεκριμένα, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση, αφού παραθέτει ένα σύντομο ιστορικό της πορείας της παρούσας αγωγής αναφέρει ότι η παρέλευση και μόνο των 13 χρόνων από την ημερομηνία καταχώρησης του κλητηρίου για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης από πλευράς τους είναι αρκετή για να προκαλέσει την απόρριψη της αίτησης. Είναι η θέση του, ότι η XXXXX Μενοίκου στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσής της, που είναι επί αυτών που επιδιώκεται η αντεξέτασή της, δεν αναφέρει ούτε πότε ο Εναγόμενος Αιτητής πληροφορήθηκε για το γεγονός της επανεξέτασης, ούτε και τον λόγο που καθυστέρησε να το εγείρει ενώπιον του Δικαστηρίου αν υπάρχει τέτοια καθυστέρηση. Θεωρεί ότι η εν λόγω διευκρίνηση είναι σημαντική, και τολμά να αναφέρει ότι είναι καθοριστική για την έκβαση της αίτησης, γι' αυτό και πιστεύει ότι θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα αντεξέτασής, αφού επαναλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση της κυρίας Μενοίκου και τους λόγους ένστασης που έχει εγείρει. Περαιτέρω ο συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση πιστεύει ότι οι λόγοι ένστασης είναι εντελώς αβάσιμοι και θα πρέπει να απορριφθούν, καθότι η κυρία Μενοίκου, ως η θέση του, προβαίνει σε αναφορές, σε γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή σε αναληθή γεγονότα και/ή σε γεγονότα που πρέπει να διευκρινιστούν, και ειδικότερα η κυρία Μενοίκου δεν αναφέρει στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης της δήλωσης, στις οποίες αναφέρεται στην επανεξέταση της αίτησης των Εναγόντων, ούτε πότε έμαθε ο Εναγόμενος για το γεγονός της επανεξέτασης, ούτε και τον λόγο της όποιας καθυστέρησης, αν υπήρξε τέτοια. Θεωρεί ότι είναι ουσιώδες το γεγονός αυτό και καθοριστικό για την τύχη της αίτησης τροποποίησης που έχει καταχωρήσει ο Εναγόμενος, γι' αυτό και πιστεύει ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επίσης, αν και η κυρία Μενοίκου αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της, ότι η επιστολή ημερομηνίας 22/09/20 δια της οποίας ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα πληροφορήθηκε για τη διενέργεια επανεξέτασης έχει ήδη κοινοποιηθεί στους Ενάγοντες και αποτελεί μέρος της δικογραφίας αφού συνοδεύει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Νεοφύτου ημερομηνίας 6/10/20 ως Τεκμήριο Α που είναι κατατεθειμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου, είναι η θέση του ότι αυτό δεν είναι σχετικό αφού είναι ευθύνη του Αιτητή να αιτιολογήσει την αίτησή του, ενημερώνοντας το Δικαστήριο πότε ο Εναγόμενος πληροφορήθηκε τα νέα αυτά δεδομένα και τον λόγο της όποιας καθυστέρησης, αν υπάρχει, να αποταθεί στο Δικαστήριο. Είναι επίσης η θέση του, ότι από τη συγκεκριμένη επιστολή δεν αποδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος, Γενικός Εισαγγελέας, δεν γνώριζε, και μάλιστα από πολύ προηγουμένως, τα γεγονότα που τώρα προσπαθεί να συμπεριλάβει στην Υπεράσπισή του και επίσης, ο συγκεκριμένος δικηγόρος που χειρίζεται τώρα την υπόθεση έχει διαδεχθεί άλλους δικηγόρους που εκπροσωπούσαν τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Επομένως, η κυρία Μενοίκου που γνωρίζει τα γεγονότα, θα πρέπει να αναφέρει ενώπιον του Δικαστηρίου αν οι προηγούμενοι δικηγόροι της Δημοκρατίας που χειρίζονταν την υπόθεση είχαν πληροφορηθεί και πότε, για το γεγονός της επανεξέτασης και του αποτελέσματός της. Επίσης, αναφέρει ότι διαφωνεί με τη θέση της κυρίας XXXXX Πίροκκα που συνοδεύει την ένσταση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην αίτηση για αντεξέταση της κυρίας Μενοίκου, ότι ορκίζεται η ίδια την ένορκη δήλωση, επειδή αφορά καθαρά νομικά σημεία, αναφέροντας ο κύριος Καντούνας, ότι εκτός από τα νομικά σημεία υπάρχουν και πραγματικά γεγονότα που αναφέρονται στη δήλωση της κυρίας Πίροκκα, η οποία ενδεχόμενα να μην είναι το καταλληλότερο πρόσωπο για να την ορκιστεί. Στη δική του αγόρευση ο συνήγορος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης που έχουν καταχωρηθεί στην ένστασή του, ημερομηνίας 19/05/21 και με αναφορά στη νομολογία θεωρεί ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός και ικανοποιητικός λόγος για την έκδοση του Διατάγματος αντεξέτασης που ζητείται. Αναφέρει επίσης ότι η αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα γίνεται κατ' εξαίρεση και πρέπει να εντάσσεται σε κατηγορία υποθέσεων που υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις, και στην παρούσα περίπτωση, πρώτα απ' όλα ο συνήγορος των Αιτητών δεν έχει καταδείξει ότι υπάρχουν αυτές οι εξαιρετικές περιπτώσεις, και είναι η θέση του ότι εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχουν αυτές οι περιπτώσεις που δείχνουν ότι η αντεξέταση της κυρίας Μενοίκου είναι αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος, ούτε και εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η αντεξέταση της κυρίας Μενοίκου όπως την προσδιορίζει ο Αιτητής, ο οποίος έχει το βάρος να πείσει το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη αντεξέταση είναι πρόδηλα αναγκαία, δεν προέβαλε τους λόγους για τους οποίους αιτείται την επίδικη αντεξέταση, και επιζητεί να αντεξετάσει την κυρία Μενοίκου για γεγονότα που δεν χρήζουν καμίας διευκρίνισης, αφού όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Πίροκκα που συνοδεύει την ένσταση, η σχετική επιστολή επί της οποίας ο Ενάγοντας Αιτητής θέλει να αντεξετάσει την κυρία Μενοίκου, του έχει κοινοποιηθεί και βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα ως Τεκμήριο Α στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Νεοφύτου ημερομηνίας 9/10/
- Επομένως, είναι η θέση του, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και αντίθετα, εάν το Δικαστήριο εκδώσει τέτοιο Διάταγμα, πιθανόν να χρειαστεί να υποβληθεί και εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αίτηση με παρόμοιο αίτημα που θα εκτροχιάσει πλήρως την πορεία της παρούσας υπόθεσης, γι' αυτό και αιτείται την απόρριψη της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό κρίση Αίτηση εδράζεται επί της Δ.39, θ.1 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: "1.Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής εξάγεται αβίαστα ότι το όλο ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα η λέξη "may", που στα Ελληνικά μεταφράζεται ως «δύναται», υποδηλοί ότι η άσκηση της πιο πάνω εξουσίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Δεν καθορίζονται, ωστόσο, στην εν λόγω Διάταξη οποιαδήποτε κριτήρια σε σχέση με τη άσκηση της. Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Δ.48,θ.4
(2)όπου προνοείται ρητά ότι «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις» οι οποίες την στηρίζουν. Η επιφύλαξη με την οποία συνεχίζει η πιο πάνω πρόνοια όπου βασικά υπενθυμίζει ότι αυτό γίνεται «τηρουμένης της δυνατότητας για αντεξέταση που προνοείται στη Δ.39», ξεκάθαρα δεν θέτει οποιαδήποτε προϋπόθεση σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.39. Επομένως, θα πρέπει, για τους σκοπούς εφαρμογής της Δ.39, θ.1 να εξετάζεται η φύση της υπό εξέταση Αίτησης και, γενικά, της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά. Στο Σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παραγρ. 878, κάτω από τον τίτλο "Discretionary power of Court as to evidence" αναφέρονται τα ακόλουθα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Επίσης στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας το 0.38 επεξηγείται πως ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Λευτέρη Μήλου και Πανικού Χατζηλοΐζου
(2008)1 Α.Α.Δ. 280 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39, θ.1 λέχθηκε στη εν λόγω απόφαση το εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της.» Είναι ξεκάθαρο λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίπτωσης ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επισημαίνεται ότι η αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα δεν διεξάγεται αυτοδικαίως αλλά με βάση τις πρόνοιες της Δ.39, θ.1 και αφού προηγηθεί σχετικό αίτημα. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί ένας διάδικος να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να επεκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή προς το σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας ενός διαδίκου. Σχετική είναι η απόφαση στην Αγωγή Αρ.7123/08 Ε.Δ. Λευκωσίας, Balraj Singh Samra v. Ναταλίας Πατσαλίδου, ημερ. 9/4/09 (που εξεδόθη από τον Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε.) Για τους πιο πάνω λόγους είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός των παραγράφων και η εξειδίκευση των λόγων για τους οποίους επιζητείται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα διαφορετικά ενυπάρχει κίνδυνος εκτροπής από το σκοπό τον οποίο αποβλέπει να εξυπηρετήσει η Δ.39, θ.
- Είναι καθαρό από το περιεχόμενο της αίτησης, αλλά και της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες, ότι η αντεξέταση της κυρίας Μενοίκου επιδιώκεται για τα εξής θέματα:
- Πότε πληροφορήθηκε ο Εναγόμενος για την επανεξέταση της αίτησης των Εναγόντων, και
- Αν υπάρχει καθυστέρηση στο να θέσει το γεγονός αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου, και
- Αν η απάντηση στο ερώτημα 2 είναι καταφατική, ποιος είναι ο λόγος της καθυστέρησης. Ο Εναγόμενος απαντά ότι στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Νεοφύτου ημερομηνίας 6/10/20 αναφέρει ότι: «. Ειδικότερα η Ενάγουσα προσπαθεί να αποτρέψει το Δικαστήριο να αποφανθεί για το ότι η αγωγή είναι πρόωρη μιας και με επιστολές του Δήμου Παραλιμνίου που στάλθηκαν προς την ίδια στις 4/12/12 της γνωστοποιήθηκε ότι ολοκληρώθηκε από τον Δήμο η επανεξέταση κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 12/10/20 επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφασή του. Επισυνάπτω προς τούτο ενημερωτική επιστολή του Δημάρχου Παραλιμνίου προς τον δικηγόρο της Δημοκρατίας ημερομηνίας 22/09/20 ως Τεκμήριο Α στην παρούσα ένορκη δήλωσή μου.» Είναι δηλαδή φανερό από τα όσα αναφέρει στη συμπληρωματική δήλωσή της η κυρία XXXXX Νεοφύτου, ότι ο Δήμος Παραλιμνίου με επιστολή του ημερομηνίας 22/09/20 η οποία απευθύνεται προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, υπόψη του κυρίου XXXXX Τσεκούρα που είναι ο δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειρίζεται στο παρόν στάδιο την παρούσα υπόθεση, έχει στείλει επιστολή σε συνέχεια επιστολής του, ημερομηνίας 10/10/12 με την οποία τον πληροφορεί ότι μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου 31/10/07 ο Δήμος Παραλιμνίου προχώρησε σε επανεξέταση των αιτήσεων και μετά την επανεξέταση το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αποφάσισε στις 12/10/12 όπως απορρίψει τις αιτήσεις εκ νέου με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του για κάθε αίτηση. Του αναφέρει επίσης ότι η απόφαση γνωστοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολές ημερομηνίας 4/12/12 και εσωκλείει σχετικά την επιστολή ημερομηνίας 4/12/12 που στάλθηκε προς τους Ενάγοντες και με τις οποίες τους πληροφορούν για το αποτέλεσμα της επανεξέτασης για όλα τα τεμάχια, και εσωκλείουν απόσπασμα από τα πρακτικά συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου Παραλιμνίου ημερομηνίας 12/10/12 στην οποία αποφασίστηκε η απόρριψη των αιτήσεων των Εναγόντων. Παρατηρώ επίσης ότι στις επιστολές ημερομηνίας 4/12/12 υπάρχει κοινοποίηση και στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας υπόψη του δικηγόρου κ. XXXXX Π. Αριστείδη. Επομένως, το πρώτο σκέλος επί του οποίου ο κύριος Καντούνας επιθυμεί να αντεξετάσει την κυρία Μενοίκου καλύπτεται από αυτά τα δεδομένα και θεωρώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για την αντεξέτασή της. Το δεύτερο σημείο επί του οποίου θέλει να την αντεξετάσει, αφορά την καθ´ισχυρισμό καθυστέρηση που υπήρξε από την ημερομηνία που ενημερώθηκε ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας μέχρι την ημερομηνία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το θέμα. Τούτο θεωρώ ότι είναι ένα νομικό σημείο το οποίο θα λάβει υπόψη του το Δικαστήριο όταν θα εξετάζει την ουσία της αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει λόγος αντεξέτασης της κυρίας Μενοίκου ούτε για το θέμα αυτό. Κατά λογική συνέπεια τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με το τρίτο σημείο για το οποίο ο δικηγόρος των Εναγόντων επιθυμεί να αντεξετάσει την κυρία Μενοίκου. Επομένως, είναι η θέση μου, με βάση και τις αρχές της νομολογίας, ότι η αίτηση των Εναγόντων για αντεξέταση της κυρίας XXXXX Μενοίκου δεν μπορεί να επιτύχει και διά της παρούσης απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων Αιτητών τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο