ALPHA BANK CYPRUS LIMITED (πρώην ALPHA BANK LIMITED, πρώην LOMBARD NATWEST BANK) ν. Φωκάς κ.α., Αρ. Αγωγής: 412/14, 8/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A340 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 412/14 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LIMITED (πρώην ALPHA BANK LIMITED, πρώην LOMBARD NATWEST BANK) Ενάγουσας και
- A.&Π. ΦΚΑ ΛΤΔ, υπό διαχείριση υπό του XXXXX Ιακωβίδη ως Παραλήπτη/Διαχειριστή
- XXXXX Φωκάς
- XXXXX Φωκάς
- XXXXX Φωκάς
- XXXXX Φωκάς Εναγομένων Ημερομηνία: 8 Ιουνίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ : Για Ενάγοντες : κα Ξ. Κόκκινου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2, 4 και τον νέο προτιθέμενο Εναγόμενο 6: κ. Σ.Ζαννούπας Για Εναγόμενο 5: κα Α. Κωνσταντίνου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση υπό των Εναγόντων, ημερομηνίας 21.10.20, για προσθήκη διάδικου και για έκδοση διατάγματος τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σε Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο στις 23.1.
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός, η Εναγόμενη 1 εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα στη Λάρνακα και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν Διευθυντές και/ή Γραμματείς της Εναγόμενης
- Οι Εναγόμενοι 4 και 5 είναι εγγυητές της Εναγομένης
- Η Ενάγουσα, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης που εγγράφηκε δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 18.6.98 προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 και αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής, κατά ή περί τις 16.4.13 διόρισε τον κύριο XXXXX Ιακωβίδη ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της Εναγόμενης
- Μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 καταρτίστηκαν διάφορες συμβάσεις, σε διάφορες χρονικές περιόδους, με σκοπό την παραχώρηση και/ή ανανέωση από πλευράς της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 πιστωτικών τραπεζικών διευκολύνσεων, είτε υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού ή άλλου είδους λογαριασμού, είτε υπό μορφή δανείου, είτε υπό μορφή πιστώσεων ή επιστολών ενέγγυων πιστώσεων αποδοχής, που στις 29.5.98 ήταν συνολικού ύψους €529.666,
- Οι Εναγόμενοι 2 και 3 εξουσιοδοτήθηκαν όπως υπογράφουν εκ μέρους της Εναγόμενης 1, όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την παροχή των τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 είναι εγγυητές της Εναγομένης
- Αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι η παροχή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό υπεραναλήψεως της Εναγόμενης 1 ύψους €256.290,21, η παραχώρηση δανείου τακτικής προθεσμίας ύψους €128.145,11, καθώς και όριο ενέγγυων πιστώσεων αποδοχής ύψους €51.258,
- Το δάνειο τακτικής προθεσμίας που δόθηκε στην Εναγόμενη 1, δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Αφού περιγράφονται με λεπτομέρεια οι όροι της συμφωνίας μεταξύ των μερών, η Ενάγουσα αναφέρει ότι άνοιξε στο όνομα της Εναγόμενης 1 τρεχούμενο λογαριασμό υπερανάληψης, στον οποίο χρεώνονταν και τα οποιαδήποτε ποσά καταβάλλονταν από την Ενάγουσα προς αποπληρωμή των ενέγγυων πιστώσεων αποδοχής. Στις 27.9.99, 29.8.2002, 8.12.2004, 29.8.2005, 25.5.2006 και 4.10.2007 η Ενάγουσα κοινοποίησε με επιστολές της στην Εναγόμενη 1, τις εγκρίσεις της αντίστοιχα στο αίτημα της Εναγόμενης 1 για την ανανέωση και/ή αναδιοργάνωση και/ή τροποποίηση και/ή αύξηση των ορίων των παραχωρηθέντων διευκολύνσεων. Στις 20.12.07 η Εναγόμενη 1 ζήτησε από την Ενάγουσα τη συνέχιση των πιστωτικών διευκολύνσεων οποιασδήποτε μορφής, συνολικού ποσού €973.902,82 και αύξηση του ανώτατου ποσού του ορίου υπερανάληψης σε €392.978,
- Ζήτησε επίσης το μέγιστο ποσό κεφαλαίου CHF2430000 και σχετικά η εξουσιοδοτήθηκαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 να υπογράψουν όλα τα έγγραφα. Στις 20.12.07 η Ενάγουσα κοινοποίησε την έγκριση της και την τροποποίηση των όρων, συνεπεία των οποίων υπογράφηκαν μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1 στις 20.12.07 διάφορες συμφωνίες. Στις 12.3.10 η Εναγόμενη 1 ζήτησε ανανέωση και/ή αναδιοργάνωση και/ή αύξηση των ορίων της και τροποποίηση του δανείου, στην οποία η Ενάγουσα και πάλι απάντησε καταφατικά και υπογράφηκε σχετικά νέα συμφωνία 30.3.10, που τροποποιούσε τη συμφωνία 20.12.
- Προς εξασφάλιση των ποσών που δόθηκαν στην Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα, χορηγήθηκαν διάφορες εγγυήσεις και εξασφαλίσεις, τις οποίες η Ενάγουσα περιγράφει αναλυτικά στις σελίδες 15 - 17 της Έκθεσης Απαίτησης της, οι οποίες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων και υποθήκες ακινήτων και εκχωρήσεις συμβολαίων. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη 1 δεν πλήρωνε κανονικά τις δόσεις των δανείων και ως εκ τούτου, μετά την αποστολή συστημένων επιστολών ειδοποίησης καθυστέρησης πληρωμής και λόγω της μη συμμόρφωσης της με αυτές, απέστειλε στην Εναγόμενη 1 νέες επιστολές με τις οποίες της ζητούσε να τακτοποιήσει τις καθυστερημένες δόσεις, ενημερώνοντας την για τους τόκους που είχαν επιβληθεί. Επειδή και πάλι η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε, στις 11.3.13 η Ενάγουσα έστειλε συστημένες επιστολές σε όλους τους Εναγόμενους με τις οποίες τους ενημέρωνε για τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού δανείου και της συμφωνίας δανείου και τους προειδοποιούσε ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, θα ασκήσει τα δικαιώματά της, που απορρέουν από τις σχετικές συμφωνίες και εκχωρήσεις υποθηκών. Υπερβάσεις επίσης, παρουσίασε και ο τρεχούμενος λογαριασμός της Εναγόμενης 1 καθ' υπέρβαση της συμφωνίας, και πάλι η Ενάγουσα απέστειλε προειδοποιητικές επιστολές και λόγω της μη ανταπόκρισης της Εναγόμενης 1, στις 11.3.13 η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 1 ειδοποίηση τερματισμού της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, ενημερώνοντας αντίστοιχα τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και
- Όλες οι επιστολές οι οποίες στάληκαν από την Ενάγουσα, επιδόθηκαν επίσης προς τους Εναγομένους και με ιδιώτη επιδότη. Έκτοτε οι Εναγόμενοι 1 - 5 δεν κατέβαλαν κανένα ποσό έναντι των πιο πάνω υπολοίπων και έτσι η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή, με την οποία αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 - 5 αποφάσεις για τα ποσά των δανείων, Διατάγματα αναφορικά με τις εκχωρήσεις διαφόρων συμβολαίων ασφάλειας και/ή ασφάλειας πυρός και σεισμού, Διατάγματα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων και διάθεσης των προϊόντων πώλησης έναντι του δανείου και Διατάγματα που να απαγορεύουν στους Εναγομένους 1 - 5 χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, να προβούν σε οποιανδήποτε αποξένωση της περιουσίας τους, που είναι υποθηκευμένη προς όφελος της Ενάγουσας. Η αγωγή επιδόθηκε και στους πέντε Εναγόμενους. Ο Εναγόμενος 5 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω του δικηγορικού γραφείου Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., ενώ οι Εναγόμενοι 1 ‑ 4 μέσω του δικηγόρου Πέτρου Μ. Πετράκη. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 29.4.14, αρνούμενοι ότι χρωστούν στην Ενάγουσα τα ποσά που η Ενάγουσα αναφέρει, καταλογίζοντας σε αυτή υπερχρεώσεις τόκων, χωρίς νομική κάλυψη, ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες εφόσον συνήφθησαν πριν την 1.1.2001 διέπονται από τον περί Επιτοκίων Νόμο 2/77, σύμφωνα με τον οποίο η Ενάγουσα δεν μπορεί να εισπράξει από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 υπό τύπο τόκων, ποσά που υπερβαίνουν το ολικό ποσό των ποσών που δανείστηκαν, άρα το ποσό που ζητά είναι εκτός από αυθαίρετο και παράνομο. Ισχυρίζονται ότι είναι κατόπιν πίεσης της Ενάγουσας που συνήψαν δάνειο σε ελβετικά φράγκα, χωρίς να τύχουν συμβουλής από κανέναν και δη από την Ενάγουσα, οι Εναγόμενοι 1-4 δεν είχαν ανεξάρτητη επαγγελματική συμβουλή για τη σύναψη των δανείων και ισχυριζόμενοι ότι όλες οι συμφωνίες εξασφαλίστηκαν με πρωτοβουλία της Ενάγουσας, για τα δικά της συμφέροντα και ανταπαιτούν δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι διάφορες συμφωνίες δανείων μεταξύ τους πρέπει να παραμεριστούν. Στις 19.3.15 καταχωρήθηκε και η Υπεράσπιση του Εναγόμενου 5, ο οποίος ισχυρίζεται και εγείρει προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καθώς η αιτία της αγωγής δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν είναι πλήρης και η Ενάγουσα δεν διαθέτει έννομο συμφέρον καταχώρησής της, αφού σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, σύμφωνα με την Οδηγία περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και του Κώδικα Συμπεριφοράς για τον Χειρισμό Δανειοληπτών που Αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες, η Ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη πριν να εγείρει την παρούσα αγωγή, να προβεί σε όλες τις ενέργειες και τη διαδικασία που προβλέπουν οι Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, προς επίτευξη και/ή διερεύνηση λύσεων αναδιάρθρωσης του δανείου, κάτι που η Ενάγουσα αρνήθηκε και παρέλειψε να πράξει, παρά την αποστολή σχετικού αιτήματος από πλευράς Εναγομένων και ειδικότερα του Εναγόμενου
- Άνευ βλάβης των ισχυρισμών του στην παράγραφο 1, ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι δεν ενημερώθηκε για καμιά από τις πράξεις που αναφέρει η Ενάγουσα και/ή οι υπόλοιποι Εναγόμενοι, οι πράξεις της Ενάγουσας συνιστούν παράβαση του περί Συμβάσεων Νόμου, της σύμβασης δανείου και/ή τρεχούμενου λογαριασμού, παραβίασε και/ή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση της για εκούσια αποκάλυψη πληροφοριών του δανείου και/ή των λογαριασμών της Εναγόμενης 1 και των υπόλοιπων Εναγομένων, αρνήθηκε να απαντήσει σε συγκεκριμένες ερωτήσεις του Εναγόμενου 5 που της υποβλήθηκαν, οι πράξεις της Ενάγουσας συνιστούν παράβαση του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Οφειλετών Νόμου του 2003, το δάνειο σε ξένο νόμισμα, συγκεκριμένα σε ελβετικά φράγκα, ήταν υψηλού κινδύνου και έπρεπε η Ενάγουσα να παραχωρήσει στους Εναγόμενους 1-5 ειδική και εμπεριστατωμένη ενημέρωση, πράγμα το οποίο ουδέποτε έκανε, οι Εναγόμενοι 1-5 δεν είχαν τις απαραίτητες οικονομικές και χρηματοπιστωτικές γνώσεις για να αντιληφθούν τις συμφωνίες που είχαν συνάψει με την Ενάγουσα και τους κινδύνους που ελλόχευαν, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας αναφορικά με το πρόσωπό του, ισχυρίζονται ότι όλα τα επίδικα δάνεια και οι λογαριασμοί μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 1 - 5 είναι παράτυπα, αντικανονικά, προβληματικά, αόριστα και αντιβαίνουν τη νομοθεσία, οι τόκοι που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες είναι παράνομοι και μη δεσμευτικοί, γι' αυτό και αρνείται όλες τις αξιώσεις της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου 5, επαναλαμβάνοντας τις θέσεις της, όπως φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Όπως φαίνεται μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης, έγινε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων εκ πλευράς Ενάγουσας και εν τω μεταξύ έγινε στις 10.2.16 αλλαγή των δικηγόρων της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 5 στις 17.11.15 προχώρησε σε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Όπως φαίνεται επίσης από τον φάκελο, στις 31.10.19 καταχωρήθηκε από πλευράς Ενάγουσας αίτηση διά κλήσεως, με την οποία ζητούσε Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τον Εναγόμενο 4, από του να πωλήσει, μεταβιβάσει, διαθέσει ή επιβαρύνει ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει την ακίνητη περιουσία του, με αριθμό εγγραφής 2/XXXXX, οικόπεδο στον Δήμο Τσερίου, περιοχή Λακκούδια, Φ/Σχ. 30/37W1, Τεμάχιο XXXXX, Τμήμα 2 (1/4 μερίδιο). Η εν λόγω αίτηση τελικά αποσύρθηκε στις 22.6.
- Εν τω μεταξύ έγινε αλλαγή δικηγόρων για τους Εναγόμενους 1-4 και τον δικηγόρο κύριο Π. Πετράκη αντικατέστησε ο δικηγόρος κύριος Σ. Ζαννούπας. Στις 21.10.2020 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση Διαταγμάτων του Δικαστηρίου ως ακολούθως: (Α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται και να επιτρέπεται η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και η προσθήκη της Κωνσταντίας Χαραλάμπους Φωκά εκ Λευκωσίας ως Εναγόμενης 6, καθότι αυτή έχει καταστεί αναγκαίος διάδικος, και (Β) διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε μετά την παράγραφο 52 να προστεθούν οι νέες παράγραφοι 53, 54Α, 54Β και 54Γ, και (Γ) Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε η υφιστάμενη παράγραφος 53 να αναριθμηθεί σε παράγραφο 55, και (Δ) Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε στην υφιστάμενη παράγραφο 53, νέα παράγραφο 55, να προστεθεί αιτητικό (Ε) με το οποίο να ζητείται η έκδοση Διατάγματος, ότι η μεταβίβαση του αποξενωθέντος ακινήτου, που έγινε από τον Εναγόμενο 4 προς όφελος και επ' ονόματι της Εναγομένης 6, είναι άκυρη, παράνομη και παράτυπη και έγινε με αλλότριο και/ή καταδολιευτικό σκοπό, για έκδοση Διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση του αποξενωθέντος ακινήτου από τον Εναγόμενο 4 προς όφελος της Εναγόμενης 6, Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση της εγγραφής του αποξενωθέντος ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 6 και να επανεγγραφεί επ' ονόματι του Εναγόμενου 4 και Διάταγμα που να διατάσσει τον Διευθυντή του Κτηματολογίου, όπως προβεί σε όλες τις απαραίτητες και δέουσες ενέργειες, για να ακυρώσει την εγγραφή του αποξενωθέντος ακινήτου επ' ονόματι της Εναγόμενης 6 και επανεγγραφής του επ' ονόματι του Εναγόμενου
- Τέλος, ζητά Διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε στην αξίωση αυτής το υφιστάμενο στοιχείο Ε, να αναριθμηθεί σε Στ. Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.9 θθ 1, 4, 5, 6, 7, 10 και 11, η Δ.25, η Δ.48 θθ 1‑4 και 8, η Δ.55, η Δ.57 και η Δ.64, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149, το Κοινοδικαιο, οι αρχές της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Θεοδώρου, ο οποίος είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Αναφέρει ότι έχει στην κατοχή του τον φάκελο της υπόθεσης, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτής και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγουσα να προβεί στην ένορκη του δήλωση, έχοντας λάβει και νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Εναγουσας. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει την Έκθεση Απαίτησης και συμφωνεί πλήρως με αυτήν και αναφέρει ότι σε κατοπινό στάδιο, σε έρευνα που προέβηκε η Ενάγουσα όσον αφορά τα ακίνητα των Εναγομένων, διαφάνηκε ότι ο Εναγόμενος 4 ήταν ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας, ελεύθερης από εμπράγματα βάρη, η ύπαρξη της οποίας ουδέποτε κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα ούτως ώστε και αυτό να υποθηκευτεί προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που δόθηκαν στην Εναγομένη
- Επισυνάπτει σχετικά ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο της έρευνας του Κτηματολογίου. Αναφέρει ότι μετά που η Ενάγουσα ανακάλυψε αυτή την πληροφορία, καταχώρησε αίτηση με σκοπό την έκδοση Διατάγματος που να απαγορεύει και να εμποδίζει τον Εναγόμενο 4 από του να αποξενώσει το εν λόγω τεμάχιο, στις 31.10.
- Ενώ η αίτηση εκκρεμούσε, ο τότε δικηγόρος του Εναγόμενου 4 ενημέρωσε τους δικηγόρους της Ενάγουσας περί τα μέσα Μαρτίου 2020, ότι ο Εναγόμενος 4 μεταβίβασε το μερίδιο του στην εν λόγω περιουσία, διά δωρεάς στην XXXXX Φωκά, προτιθέμενη Εναγόμενη
- Κάνοντας έρευνα η Ενάγουσα στις 15.9.20, όντως διαφάνηκε ότι ο Εναγόμενος 4 μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στην προτιθέμενη Εναγόμενη 6, με την οποία προφανώς έχουν συγγένεια αφού έχουν το ίδιο επίθετο, το εν λόγω τεμάχιο και επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 το αντίγραφο της εν λόγω κτηματολογικής έρευνας και αναφέρει ότι εν όψει της κατάστασης που διαμορφώθηκε, η Ενάγουσα απέσυρε την αίτηση ημερομηνίας 31.10.19, εφόσον ήταν πλέον άνευ αντικειμένου. Είναι η θέση του ότι η πιο πάνω αποξένωση και μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς, έγινε σε μια περίοδο που οι πιστωτικές διευκολύνσεις της Εναγομένης 1, στις οποίες οι Εναγόμενοι 2 ‑- 5 είναι εγγυητές, παρουσίαζαν καθυστερήσεις και ήσαν τερματισμένες, γεγονός το οποίο είχε κοινοποιηθεί τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 με επιστολές τερματισμού, το Τεκμήριο
- Είναι η θέση του ότι για να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα ακύρωσης των επιβαρύνσεων, η προτιθέμενη Εναγόμενη 6 πρέπει να καταστεί διάδικος στην αγωγή, αφού έχοντας αποδεχθεί τη δωρεά του αποξενωθέντος ακινήτου, έχει καταστεί αναγκαίος διάδικος στην αγωγή, και σκοπός της Ενάγουσας είναι αμέσως μόλις εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα στην παρούσα αίτηση, να καταχωρήσει νέα αίτηση αξιώνοντας την έκδοση Διατάγματος για απαγόρευση αποξένωσης του εν λόγω ακινήτου. Αναφέρει ακολούθως ότι η μεταβίβαση δεν ήταν ειλικρινής, έγινε καταχρηστικά και με αλλότριο σκοπό, εφόσον ο Εναγόμενος 4 απέκρυψε ότι είχε επ' ονόματι του την εν λόγω περιουσία, ενώ η νέα προτιθέμενη Εναγόμενη 6 έχει με τη συμπεριφορά της να αποδεχθεί την εν λόγω δωρεά, έχει καταστεί αναγκαία διάδικος στη διαδικασία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 και 4, καθώς και η νέα προτιθέμενη Εναγόμενη 6, έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση. Η νομική βάση της ένστασης είναι ίδια με της αίτησης και προβάλλονται συνολικά 19 λόγοι ένστασης, οι οποίοι συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, παρουσιάζεται εξ' ακοής μαρτυρία ενώ υπήρχε δυνατότητα να παρουσιαστεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, υπάρχει ασάφεια ως προς τη νομική βάση της αίτησης, η Εναγόμενη 6 δεν είναι αναγκαία διάδικος, η Ενάγουσα δεν έχει κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, ούτε η προσθήκη της ως Εναγόμενη 6 εξυπηρετεί στην επίλυση της παρούσας υπόθεσης, η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και εάν εγκριθεί επηρεάζει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων να τύχουν δίκαιης δίκης, επιδιώκεται συγκεκαλυμμένα, μέσω της προσθήκης της Εναγόμενης 6, νέα βάση αγωγής, η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν σχετίζεται με το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας, αλλά με το ενδεχόμενο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, σε περίπτωση που εάν και εφόσον αυτή επιτύχει, το επίδικο ακίνητο δεν έχει καμιά σχέση με την παρούσα υπόθεση, τυχόν τροποποίηση θα επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα των διαδίκων και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Εναγόμενου 4 Στέλιου Φωκά, ημερομηνίας 8.4.
- Σε αυτήν αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τους Εναγόμενους 2 και 6 να προβεί στην ένορκη δήλωση, πιστεύει ότι η αίτηση της Ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση, τους οποίους και επαναλαμβάνει και υιοθετεί, αρνείται την αίτηση της Ενάγουσας και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και αναφέρει ότι τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτήν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Θεωρεί ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελεί γνήσια μαρτυρία του μάρτυρα, αλλά προσυνταγμένη ένορκη δήλωση, εξ' ου και ενώ η Εναγόμενη 6 είναι γένους θηλυκού, κάποτε ονομάζεται ως αρσενικό και κάποτε ως θηλυκό, υπάρχει ασάφεια ως προς τη νομική βάση της αίτησης στην οποία έχουν συμπεριληφθεί και άσχετα άρθρα του Κεφ. 149, υπάρχει υπερβολική καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, δεν έχει αποκαλυφθεί από την Ενάγουσα κανένα αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 6, επιδιώκεται η προσθήκη της Εναγόμενης 6 ως διάδικου σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, το ακίνητο που αναφέρεται στην αίτηση τροποποίησης δεν έχει καμιά σχέση με την παρούσα υπόθεση και επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά όλους τους λόγους ένστασης, ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων εκ πλευράς των συνηγόρων και των δύο διαδίκων, χωρίς να ζητηθεί είτε η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είτε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Στη γραπτή τους αγόρευση οι συνήγοροι της Ενάγουσας, στην εισαγωγή αναφέρουν τι ζητούν από το Δικαστήριο με την υπό κρίση αίτηση, αναφέροντας σε συντομία το περιεχόμενο της αίτησης και της ένστασης που έχει καταχωρηθεί από τους Εναγόμενους 2, 4 και την προτιθέμενη Εναγόμενη
- Σημειώνω στο σημείο αυτό, ότι οι συνήγοροι της Εναγόμενης 5 έχουν δηλώσει στο Δικαστήριο ότι συγκατατίθενται στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, ενώ εκ πλευράς Εναγομένων 1 και 3 δεν υπάρχει καμιά θέση ως προς την αίτηση. Ακολούθως, ασχολούνται με τη νομική πτυχή που διέπει την τροποποίηση δικογράφων, με κύρια βάση τη Δ.25 θ1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως και τις αρχές της νομολογίας, όπως έχουν καθιερωθεί. Σημειώνω επίσης εδώ, ότι εφόσον η αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2014, είναι σύμφωνα με την παλιά Διαταγή 25 που το Δικαστήριο θα εξετάσει το αίτημα. Ακολούθως, ασχολούνται με τη νομική βάση για προσθήκη διάδικου και ειδικότερα τη Δ.9 θ10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία που ερμηνεύει την εν λόγω Διαταγή. Αναφέρουν επίσης, ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εάν επιτραπεί η προσθήκη διάδικου, άνευ άλλου θα πρέπει να επιτραπεί και η τροποποίηση του δικογράφου για να συνάδει ανάλογα. Εφαρμόζοντας τις νομικές αρχές που αναφέρουν πιο πάνω στα γεγονότα της υπόθεσης και αντικρούοντας ταυτόχρονα τις θέσεις του συνηγόρου των Εναγομένων 2, 4 και 6, αναφέρουν ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη 6 ξεκάθαρα είναι αναγκαία διάδικος και ξεκαθαρίζουν ότι δεν επιδιώκουν την προσθήκη της ισχυριζόμενοι ότι έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, αφού προτίθεται να εναχθεί και να προστεθεί ως Εναγόμενη 6 ως "Chabra Defendant" και είναι η θέση τους ότι ο Εναγόμενος 4, μόλις παρέλαβε την αίτηση ημερομηνίας 31.10.19 για απαγόρευση μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου του, δόλια στις 5.3.20 και ενώ εκκρεμούσε η αίτηση, μεταβίβασε στην προτιθέμενη Εναγόμενη 6 αυτή την περιουσία, με σκοπό την αποξένωσή της, για να μην βρίσκεται στο όνομά του περιουσία τέτοιας αξίας. Θεωρούν επίσης ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη 6 έχει συγγένεια με τον Εναγόμενο 4, αφού έχουν το ίδιο επίθετο, και ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη 6 αποδέχθηκε τη μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς, προσφέροντας με αυτόν τον τρόπο βοήθεια στον Εναγόμενο 4, να καταδολιεύσει την Αιτήτρια ενώ η Αιτήτρια θεωρεί ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη 6 κατέχει και φαίνεται ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου εκ μέρους, για λογαριασμό και ως εμπιστευματοδόχος του Εναγόμενου
- Αναφέρουν ότι η ίδια η Εναγόμενη 6 δεν διέψευσε τα γεγονότα που αναφέρουν οι στην αίτηση τους, ούτε για το πώς έλαβε χώρα η μεταβίβαση και πότε, ούτε και για την προφανή συγγένεια της με τον Εναγόμενο
- Αναφέρουν επίσης ότι έχουν δηλώσει ξεκάθαρα τη θέση τους, ότι εάν το Δικαστήριο εγκρίνει την παρούσα αίτηση, σκοπό έχουν να καταχωρήσουν αμέσως αίτηση για να δεσμεύσουν το εν λόγω ακίνητο από περαιτέρω αποξένωση. Είναι η θέση τους ότι σύμφωνα με τη νομολογία, για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος στην αγωγή, θα πρέπει να είναι ως "αναγκαίος διάδικος", υπό την έννοια του ότι από την τυχόν εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, θα επηρεαστούν τα έννομα συμφέροντα του, εν τη ευρεία έννοια, με το Δικαστήριο να έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια αναφορικά με την προσθήκη ή όχι. Είναι η θέση τους ότι έχει αποδεχθεί ότι η Εναγόμενη 6 είναι αναγκαία διάδικος, δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματά της, αφού θα της δοθεί η ευκαιρία να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να ακουστεί και οι Εναγόμενοι 2 και 4 στην ένσταση τους ούτε αναλύουν, ούτε αιτιολογούν τον ισχυρισμό τους ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη 6 δεν είναι αναγκαία διάδικος και ότι καταχρηστικά προωθείται η συμπερίληψη της ως Εναγόμενης
- Τέλος, αρνούνται την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων 2, 4 και 6 ότι η προσθήκη της Εναγόμενης 6 θα περιπλέξει την όλη διαδικασία. Αντίθετα, θεωρούν ότι η μόνη επιπρόσθετη μαρτυρία που θα προκύψει από την προσθήκη της προτιθέμενης Εναγόμενης 6 ως διάδικου, θα είναι ενδεχόμενα η δική της μαρτυρία αναφορικά με τα γεγονότα της μεταβίβασης διά δωρεάς, που έγινε τον Μάρτιο του 2020, επομένως ούτε και αυτός ο λόγος ισχύει. Τέλος, αρνούνται τη θέση ότι υπήρξε καθυστέρηση, ισχυριζόμενοι ότι η πληροφόρηση για τη δόλια μεταβίβαση διά δωρεάς έγινε τον Μάρτιο του 2020, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε τον Οκτώβριο του 2020, μετά που έγιναν οι σχετικές έρευνες και καθόλου δεν υπήρξε καθυστέρηση η οποία σίγουρα να επηρεάζει τα δικαιώματα των Εναγομένων 2, 4 και
- Θεωρούν, επίσης, ότι δεν υπάρχει καμιά ασάφεια στη νομική βάση της ένστασης, τα άρθρα του Κεφ. 149 που επικαλούνται είναι σχετικά και ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση και όλους τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν και να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα. Στη δική του αγόρευση, ο συνήγορος των Εναγομένων 2, 4 και 6 επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της ένστασής του, αναφέρει ότι μαρτυρία που δεν αντεξετάζεται ισούται με παραδοχή της και παραπέμπει σχετικά σε νομολογία, αναφέροντας ότι εφόσον δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του Καθ' ου η Αίτηση 4, που με τη ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αντικρούει τις θέσεις της Ενάγουσας, η μαρτυρία και οι θέσεις του δεν αμφισβητήθηκαν και επομένως παραμένουν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αναντίλεκτες και ορθές. Επαναλαμβάνει ότι όσα γεγονότα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύουν την αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, όπως και τη θέση του ότι είναι προφανές ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι προσυνταγμένη, αφού η Εναγόμενη 6 άλλοτε αναφέρεται ως γένους θηλυκού και άλλοτε ως γένους αρσενικού, δεν παρουσιάστηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης, παρόλο που υπήρχε τέτοια δυνατότητα, χωρίς να δοθεί δικαιολογία, υπάρχει πρόβλημα με τη νομική βάση της αίτησης, καθώς εμπλέκονται πολλές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του Κεφ. 6 με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση, ενώ άλλα άρθρα, και ειδικά τα άρθρα του Κεφ. 149, είναι άσχετα. Τέλος, αναφέρει ότι η ίδια η Ενάγουσα παραδέχεται ότι δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 6, αναγνωρίζει ότι δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό απόφασης εναντίον της και ότι ο λόγος που θέλει να την προσθέσει ως διάδικο, είναι για να μπορέσει να εκτελέσει απόφαση που προσδοκεί να πετύχει εναντίον του Εναγόμενου
- Βεβαίως, όπως αναφέρει, δεν έχει ακόμα εκδοθεί απόφαση στην αγωγή, οι Εναγόμενοι έχουν Ανταπαίτηση και θεωρούν ότι όλα όσα αναφέρει η Ενάγουσα είναι πρώιμα και αβάσιμα και προσπαθεί να προεξοφλήσει το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής, θεωρώντας ότι έχει ήδη κερδίσει την υπόθεση και προχωρεί σε μέτρα εκτέλεσης. Θεωρεί ότι το μέτρο που λαμβάνει η Αιτήτρια είναι πρόωρο και ότι δεν έχει προβληθεί καμιά πειστική δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Είναι καθολικά η θέση του ότι η αίτηση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Νομολογία Η παρούσα αίτηση διέπεται από τη Δ.25 θ.θ.1-5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίηση της Δ.25 ημερ. 13/5/
- Η νομολογία για το θέμα τούτο είναι πολύ καλά γνωστή στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμα και αν μία τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, ο παράγοντας χρόνος έχει επίσης τη δική του σημασία. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.ά. v. A.G. Levendis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 έχουν λεχθεί τα εξής, αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Οι αρχές της νομολογίας που διέπουν την τροποποίηση δικόγραφων έχουν συνοψιστεί από τον Δικαστή Πική ως ήταν τότε στην αγωγή Ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.33 στις σελίδες 36 και 37 της απόφασης του. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ.24. "Tο συμφέρον της Δικαιοσύνης είναι ο παράγοντας, ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία, τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από τη συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της Δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διάφορων μεταξύ τους, καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης. Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ.1005. Παρά το ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η σύγχρονη τάση όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Παραπέμπω στις υποθέσεις Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704 και Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Όσον αφορά το θέμα της κακοπιστίας, σύμφωνα με τη νομολογία για να αποδειχτεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία, από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Σχετική είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ.745. Σε μία σύνοψη της νομολογίας που έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πιο πρόσφατα στην Πολιτική Έφεση 58/2012 Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation ημερομηνίας 04/03/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικόγραφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επιβεβαιώθηκε επίσης στην εν λόγω υπόθεση, ότι αίτηση για τροποποίηση δικόγραφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης. Το συμφέρον της Δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως να προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, καταδεικνύει ότι η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 Α.Α.Δ.934. Επίσης αν η τροποποίηση οφείλεται σε καλόπιστο λάθος, αυτό έχει τη δική του σημασία και παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Saba and Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.1005 και στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Πολιτικές Εφέσεις Ε306/16 και Ε307/16 Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, ημερομηνίας 6/7/2018. Όπως επίσης έχει καθοριστεί από τη νομολογία, δεν επιτρέπεται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής με τις τροποποιήσεις, ο λόγος που αυτές δεν επιτρέπονται είναι για να μπορούν να προσδιορίζονται οι διαφορές των μερών και να αποφεύγονται αχρείαστα πολλαπλές νομικές διαδικασίες. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Saba (ανωτέρω), Χρήστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704 και οι πιο πρόσφατες Πολιτικές Εφέσεις αριθμός 132/12 και 138/13 IKOS GIF LTD v. Martin Coward κ.ά., ημερ. 20/3/2014. Η σημασία του να είναι καλόπιστο το αίτημα έχει υπογραμμιστεί επίσης στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1(Ε) Α.Α.Δ.44 και στην υπόθεση Κώστα Παφίτη & Υιοί Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ.745 η οποία περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (ανωτέρω) στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη."» Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας έχει τη δυνατότητα να αποδείξει δια εξ ιδίας γνώσεως, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πεποίθησης και πληροφόρησης μαζί με τις πήγες και τις βάσεις αυτών. Σχετική είναι η υπόθεση Pell Frischmann Consultants Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ.33. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η καθυστέρηση είναι ένας από τους λόγους που προβάλλουν οι Εναγόμενοι 2, 4 και 6 στην ένσταση τους. Σύμφωνα με τη νομολογία, καθυστέρηση στην καταχώρηση αυτού του είδους των αιτήσεων από μόνη της δεν συνιστά κατά ανάγκη αίτια για απόρριψη αίτησης καταχώρησης. Ούτε το γεγονός της καθυστέρησης εξισούται κατά ανάγκη με κακοπιστία. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Astor Manufacturing (ανωτέρω), Παπαχρυσοστόμου v. Γρηγοριάδης
(2012), 1 Α.Α.Δ.187 και Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου v.Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ
- Μέσα από τη νομολογία εξάγεται επίσης με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι τα Δικαστήρια στην Κύπρο έχουν υιοθετήσει μία φιλελεύθερη προσέγγιση σε ό,τι αφορά αιτήματα για τροποποίηση δικόγραφων, ειδικά στις περιπτώσεις όπου τα αιτήματα υποβάλλονται πριν την έναρξη της ακρόασης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η άδεια του Δικαστηρίου δίδεται αυτόματα. Εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται, ειδικά στις περιπτώσεις όπου επιζητείται τροποποίηση κατόπιν μεγάλης καθυστέρησης και με αυτήν η μεταβολή της βάσης της Έκθεσης Απαίτησης, Υπεράσπισης και/ή της Ανταπαίτησης ανάλογα. Σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις σύμφωνα με τη νομολογία ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο: 1) ότι υπάρχει κάποια εύλογη εξήγηση για την παράλειψη συμπερίληψης των σχετικών ισχυρισμών στα δικόγραφα που καταχωρήθηκαν, 2) ότι υπάρχει κάποια εύλογη δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, και 3) ότι η παροχή της επιζητούμενης άδειας δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τη θέση ή τα δικαιώματα του αντίδικου. Σε ό,τι αφορά το θέμα της προσθήκης διαδίκου αυτή έχει έρεισμα στη Δ.9 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει επί λέξη τα εξής: «
- No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» Θα εξετάσω πρώτα το θέμα προσθήκης διαδίκου αφού θεωρώ ότι σε περίπτωση που καταλήξω ότι δικαιολογείται αναπόφευκτα θα πρέπει να εξεταστεί το θέμα της τροποποίησης του δικογράφου και υπό το φως αυτού του γεγονότος. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά. (ανωτέρω): «Οι αιτήσεις τροποποίησης ακολούθησαν την επιτυχή κατάληξη αιτήματος για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης δώδεκα νέων εναγομένων. Η αντιδικία, πλέον, συνεχίζεται μεταξύ όλων των διαδίκων. Συνεπώς, το πλαίσιο της αγωγής έχει μεταβληθεί με τον επαναπροσδιορισμό των εμπλεκομένων μερών. Η παροχή άδειας για προσθήκη διαδίκων ήταν το αποτέλεσμα δικαστικής κρίσης ως προς την αναγκαιότητα της συμπερίληψης περαιτέρω διαδίκων, κρίση που δεν αμφισβητήθηκε με οποιοδήποτε διάβημα. Συνεπώς, η προσθήκη νέων διαδίκων επέβαλλε και την ανάλογη τροποποίηση των δικογράφων, ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί δικογραφικά η επιβεβαιωθείσα ως αναγκαία από το Δικαστήριο εισαγωγή και εμπλοκή νέων προσώπων στη δικαστική διαδικασία.» Όπως φαίνεται μέσα από το λεκτικό της Δ.9 θ.10 το οποίο έχω παραθέσει πιο πάνω το θέμα προσθήκης διαδίκου αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται έχοντας ως γνώμονα το κατά πόσο ο προτεινόμενος ως νέος διάδικος θεωρείται αναγκαίος διάδικος, το βασικό κριτήριο εξέτασης του θέματος τούτου είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά ή οικονομικά δικαιώματα και συμφέροντα του προτεινόμενου νέου διαδίκου. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην υπόθεση MEPA Underwriting Management Limited κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1987)1(Β) Α.Α.Δ.772 όπου έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). Στην Byrne and Another v. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 ο Lord Esher, M.R. έχει πραγματευθεί ως πιο κάτω το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου: "One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it." Σε ελληνική μετάφραση: "Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία." Η πιο πάνω προσέγγιση αποτελεί, σύμφωνα με τον Lord Denning, M.R. μια πολύ ευρεία ερμηνεία του σχετικού διαδικαστικού κανονισμού η οποία πρέπει να τυγχάνει προτίμησης έναντι της στενής ερμηνείας η οποία έχει δοθεί από τον Lord Devlin στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd [1956] 1 All E.R. 273 (Βλ. Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328, 332). Έχουμε εξετάσει προσεκτικά τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνήγορου των εφεσειόντων-εναγομένων 1. Συμφωνούμε με το πρωτόδικο δικαστήριο ότι η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιονδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος.» Χρήσιμη για το θέμα που εξετάζει το Δικαστήριο είναι επίσης το εξής απόσπασμα από την απόφαση The Royal Bank of Scotland N.V. v. Του πλοίου «KALIA»
(2012)1 Α.Α.Δ.1780: «Ως προς το τρίτο κριτήριο, ο ίδιος ο Κανονισμός διασυνδέει την αναγκαιότητα για προσθήκη ή παρέμβαση του ενδιαφερόμενου προσώπου, με την ανάγκη για πλήρη και τελειωτική διεκπεραίωση των επίδικων διαφορών (βλ. Mepa Underwriting Management Limited κ.ά. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1(Β) ΑΑΔ 772, Μούρτζινου ν. Πλοίου "Γαλαξίας", ανωτέρω, Amon v. Raphael Tack & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273 και Annual Practice 1955, σελ. 232). Όπως υποδείχθηκε στη Manchester Lines Ltd, ανωτέρω, η προσθήκη δεν είναι αναγκαία αν ο Αιτητής εγείρει νέα αιτία αγωγής ή όπου η αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου δεν θα αποτύχει ως αποτέλεσμα της μη προσθήκης του νέου διαδίκου, αλλά αντίθετα θα περιπλακεί.» Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω και τις αρχές της νομολογίας υπό το κράτος των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί, αναφέρω τα ακόλουθα: Πρώτο, είναι ορθή η θέση του συνηγόρου των Εναγομένων 2, 4 και 6 ότι μαρτυρία που δεν αντεξετάζεται ισούται με παραδοχή της. Η πιο πάνω αρχή έχει επιβεβαιωθεί σε πολλές αποφάσεις. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Ocean Reef Properties Ltd v. James Alan Kerr Colville κ.ά., Π.Ε.203/10, ημερ. 11.5.
- Αυτή η αρχή βεβαίως ισχύει και για τους δύο ενόρκως δηλούντες που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσης του κυρίου Στέλιου Φωκά, Εναγόμενου 4, που συνοδεύει την ένσταση δεν αμφισβητείται η ουσιαστική θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 4 απέκρυψε από αυτή ότι κατείχε το εν λόγω ακίνητο το οποίο και μεταβίβασε στην προτιθέμενη Εναγομένη 6 στις 5.3.20, μετά δηλαδή που είχε καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή και του επιδόθηκε και η αίτηση ημερ. 31.10.19 με την οποία ζητούνταν Διατάγματα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 4 να αποξενώσει την ακίνητη του περιουσία. Ο συνήγορος των Εναγομένων 2, 4 και 6 αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν έχει παρουσιάσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Αυτή η θέση δεν με έβρισκε σύμφωνοι εφόσον το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι υπάλληλος της Ενάγουσας και εξηγεί πλήρως πως γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεις. Αντίθετα, το ίδιο επιχείρημα μπορεί να αντιστραφεί και να ισχύει και για την πλευρά των Εναγομένων 2, 4 και 6 αφού θα μπορούσε να ορκιστεί είτε αντί Στέλιου Φωκά, είτε επιπρόσθετα από αυτόν η προτιθέμενη Εναγομένη
- Όσον αφορά το θέμα της καθυστέρησης, θεωρώ ότι δίδεται ικανοποιητική δικαιολογία από την Ενάγουσα για τον χρόνο που έχει διαρρεύσει από την ημερομηνία που πληροφορήθηκε για τη μεταβίβαση του ακινήτου από τον XXXXX Φωκά στην XXXXX Φωκά μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος που μεσολάβησε δεν είναι τόσο μεγάλος, και οι Εναγόμενοι 2, 4 και 6 μπορούν να αποζημιωθούν με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Το επιχείρημα του συνηγόρου των Εναγομένων 2, 4 και 6 ότι ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν έγινε για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αλλά αποτελεί μια ένορκη δήλωση που χρησιμοποιεί κατά κόρον η Εναγουσα σε διάφορες υποθέσεις και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι η Εναγόμενη 6 αλλού αναφέρεται ως γένους αρσενικού ενώ είναι γένος θηλυκού, τούτο συμβαίνει στις παραγράφους 10 και 12 της ένορκης δήλωσης του κυρίου XXXXX Θεοδώρου που συνοδεύει την αίτηση, δεν θεωρώ ότι είναι λόγος που να εμποδίζει το Δικαστήριο να προχωρήσει με την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος αφού τόσο στην προτεινόμενη τροποποίηση που επιδιώκεται να γίνει στην αγωγή η Εναγόμενη 6 αναφέρεται με το όνομα της και πάντοτε ως γένους θηλυκού, και επίσης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Ενάγουσας τόσο στην παράγραφο 6 όσο και στην παράγραφο 7 αναφέρεται η Εναγόμενη 6 ως γένους θηλυκού. Έχει επίσης μείνει αδιαμφισβήτητη η θέση της Ενάγουσας ότι προφανέστατα υπάρχει συγγένεια μεταξύ του Εναγομένου 4 και της προτιθέμενης Εναγομένης 6 και ότι αυτή η δωρεά έγινε με σκοπό την καταδολίευση της Ενάγουσας. Η θέση των Εναγομένων 2, 4 και 6 ότι το προτιθέμενο ακίνητο δεν έχει καμία σχέση με την παρούσα αγωγή έχει επίσης απαντηθεί από την Ενάγουσα, και έχει μείνει αναντίλεκτη η θέση της, ότι σκοπίμως ο Εναγόμενος 4 δεν το αποκάλυψε στην Ενάγουσα όταν κλήθηκε, ως μέρος των συμφωνιών χρηματοδότησης της Εναγομένης 1 τις οποίες εγγυήθηκε, να βάλει υποθήκη ακίνητη περιουσία που κατείχε προς εξασφάλιση του δανείου. Τέλος, η Ενάγουσα ξεκαθαρίζει ότι η Εναγόμενη 6 δεν έχει σχέση με τις επίδικες συμβάσεις δανείου, δεν ήταν εγγυήτρια ή άλλως πώς, ούτε και ισχυρίζεται ότι έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Αναφέρει ότι η προτιθέμενη Εναγόμενη 6 ενάγεται και επιδιώκεται να προστεθεί ως «Chabra Defendant» και επιδιώκεται η προσθήκη της για να αποδειχθεί ότι αυτή έλαβε διά δωρεάς από τον Εναγόμενο 4 το επίδικο ακίνητο ευθύς μόλις επιδόθηκε στον Εναγόμενο 4 η αίτηση για μη αποξένωση της ακίνητης περιουσίας του. Στην υπόθεση Hellington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ.926 έχουν λεχθεί τα εξής: «Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν Διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών (majority shareholder) κατά 90%. Όπως σημειώθηκε στη σχετική απόφαση, "In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra." Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε λίγο αργότερα στην Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113, στην οποία τονίστηκε ότι: "Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant." Η επέκταση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων για να καλύψουν τις σύγχρονες εμπορικές αναγκαιότητες εξετάστηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Motorola Credit Corpn v. Uzan and Others [2004] 1 W.L.R. 113, στην οποία τονίστηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "The jurisdiction of national courts is primarily territorial, being ordinarily dependent on the presence of persons or assets within their jurisdiction. Commercial necessity resulting from the increasing globalisation of trade has encouraged the adoption of measures to enable national courts to provide assistance to one another, thereby overcoming difficulties occasioned by the territorial limits of their respective jurisdictions." Επιπρόσθετα στην υπόθεση Cetelem S.A. v. Roust Holdings Ltd [2005] 2 Lloyd's Rep. 494, τονίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι, "... Equally, there may be instances where a party seeks an order that will have an effect on a third party, which only the court could grant." και ότι, "... I can see no reason why "assets" should be limited to the defendant's assets."» Η Ενάγουσα έχει ξεκάθαρα θέσει τη θέση της ενώπιον του Δικαστηρίου για καταχώρηση νέας αίτησης μη αποξένωσης και επιβάρυνσης του επίδικου ακινήτου εναντίον της Εναγόμενης 6, εάν το Δικαστήριο δεχτεί το αίτημα της και τη συμπεριλάβει ως διάδικο, ούτως ώστε να ικανοποιήσουν την τυχόν δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ τους λαμβάνοντας υπόψη και τη συμπεριφορά του Εναγομένου 4. Η θέση επίσης των Εναγομένων 2, 4 και 6 ότι η νομική βάση της ένστασης πάσχει και/ή δημιουργεί σύγχυση και σε αυτήν περιλαμβάνονται άρθρα ιδιαίτερα του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 τα οποία είναι άσχετα με την αίτηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη, αντίθετα θεωρώ ότι η νομική βάση της αίτησης είναι πλήρης και ορθή. Ενόψει όλων των πιο πάνω έχω τη θέση ότι η Εναγόμενη 6 είναι αναγκαία διάδικος υπό την έννοια που ανωτέρω έχει εξηγηθεί. Επομένως, εκδίδεται το αιτούμενο Διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Κατά εύλογη ακολουθία εγκρίνονται και εκδίδονται τα Διατάγματα ως οι παράγραφοι (Β), (Γ), (Δ) και (Στ) της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος Διατάγματος. τροποποιημένες Υπερασπίσεις και τυχόν Ανταπαιτήσεις να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 περαιτέρω ημερών από την επίδοση των τροποποιημένων Υπερασπίσεων και τυχόν Ανταπαιτήσεων. Για σκοπούς παρακολούθησης της υπόθεσης και για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχουν τηρηθεί τα χρονοδιαγράμματα που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη μου και τη χρονολογία καταχώρησης της αγωγής, αλλά και τις καλοκαιρινές διακοπές, η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 11.10.21 και ώρα 9:00 π.μ. Τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγομένων 2, 4 και 6, όπως και του Εναγομένου 5 ο οποίος όπως έχει αναφερθεί δεν έχει καταχωρήσει ένσταση και είχε δηλώσει τη σύμφωνη γνώμη του στην έκδοση του διατάγματος τροποποίησης, είχε όμως ζητήσει όπως επιδικαστούν υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο