← Κύπρος

Ιωάννου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 392/16, 25/6/2021

Ιωάννου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 392/16, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A354 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 392/16 Μεταξύ:

  1. XXX Ιωάννου
  2. Charis K. Ioannou & Son Constructions Limited
  3. CH. & A. Ioannou Developers Limited
  4. Silver Malo Estates Ltd Ενάγοντες και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 28.5.2021 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 25 Ιουνίου, 2021 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Παναούτας Για τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση: κα Πεύκου ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε την 11.2.2016 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων διατάγματα με τα οποία να αναγνωρίζεται ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες δανείου και οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις παραχωρήθηκαν είναι άκυρες. Διαζευκτικά αξιώνουν δηλώσεις και απόφαση ότι οι Εναγόμενοι προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις και υπερχρεώσεις. Με την Έκθεση Απαιτήσεως τους οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι, κατόπιν γραπτών συμφωνιών που σύνηψαν με τους Εναγόμενους, διατηρείται σε ισχύ αριθμός λογαριασμών στο όνομα όλων των Εναγόντων ως πρωτοφειλετών τους οποίους εγγυήθηκαν με προσωπικές εγγυήσεις και υποθήκες οι λοιποί Ενάγοντες. Προβάλλουν την θέση ότι παρά το ότι εξέφρασαν την επιθυμία να λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή των συμφωνιών οι Εναγόμενοι τους καθησύχασαν και τους διαβεβαίωσαν για την άψογη και καλόπιστη συνεργασία τους. Κατά το έτος 2012 - 2013 όταν η κρίση πίεζε την οικονομία κυρίως λόγω της κατάρρευσης του τραπεζικού συστήματος και της συμπεριφοράς των Εναγομένων, ο τομέας της δραστηριότητας των Εναγόντων επηρεάστηκε σημαντικά με αποτέλεσμα να επέλθει αδυναμία πληρωμής των δόσεων τους και οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν στους Εναγόμενους με σκοπό την αναδιάρθρωση των δανείων τους καλώντας τους Εναγόμενους να επιδείξουν κατανόηση και ευελιξία, οι Εναγόμενοι όμως απέφευγαν και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να συζητήσουν ή να απαντήσουν στις οχλήσεις των Εναγόντων. Επιπλέον επιβάρυναν τους λογαριασμούς με παράνομες χρεώσεις, ανατοκισμούς και αντισυμβατικές αυξήσεις επιτοκίων επαχθών και καταστροφικών προς τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των Εναγόντων. Θέση των Εναγόντων είναι ότι τόσο οι συμφωνίες όσο και οι εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν προς όφελος των Εναγομένων είναι άκυρες εξαρχής ως παράνομες επειδή τελέστηκαν κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων από μέρους των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την 26.10.2018 Υπεράσπιση στην αγωγή με την οποία αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων. Θέση τους είναι ότι υπογράφτηκαν κατά διαστήματα διάφορες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων κατόπιν απαίτησης των ίδιων των Εναγόντων οι οποίοι υπέγραφαν με ελεύθερη βούληση και κατόπιν ανεξάρτητης συμβουλής που λάμβαναν από δικούς τους συμβούλους. Οι συμφωνίες κατά καιρούς αναδιαρθρώνονταν και τροποποιούνταν κατόπιν απαίτησης των ίδιων των Εναγόντων καθότι οι Ενάγοντες δεν εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι των Εναγομένων και παρέλειπαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα τις δόσεις τους. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων είχαν υπογραφτεί συμφωνίες εξασφαλίσεων αλλά είναι η θέση τους ότι ουδέποτε αποδέχτηκαν ή συμφώνησαν όπως ενεργούν ως χρηματοοικονομικοί συμβούλοι των Εναγόντων και οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων ήσαν σχέσεις τραπεζίτη - πελάτη. Ουδέποτε τους ανέφεραν ότι δεν ήταν απαραίτητο να λάβουν ανεξάρτητη νομική ή άλλη συμβουλή πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και ό,τι συμφωνήθηκε μεταξύ τους καταγράφεται στις συμφωνίες. Ισχυρίζονται ότι ενήργησαν καθ' όλη την διάρκεια της συνεργασίας τους καλόπιστα, με επαγγελματισμό και επιμέλεια ενώ αποδέχονταν τις αιτήσεις των Εναγόντων για αναδιάρθρωση και τροποποίηση των υποχρεώσεων τους. Οι όποιες μεταβολές έγιναν στους όρους των διευκολύνσεων ή στο ύψος των χρεώσεων επιτοκίων έγιναν με την σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων, νομότυπα και σε εφαρμογή των όρων των συμφωνιών, οι δε Ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν γι' αυτές. Την 30.10.2018 οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων που περιέχονται στην Υπεράσπιση τους και εμμένουν στους δικούς τους ισχυρισμούς όπως αυτοί περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Το ιστορικό της αγωγής έχει σημασία. Μετά από την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης και ονομαστικών καταλόγων με σύνοψη μαρτυρίας εκατέρωθεν οι Ενάγοντες καταχώρισαν την 19.12.2019 αίτηση αξιώνοντας την ακύρωση ή διακοπή ή αναστολή της προώθησης εκ μέρους των Εναγομένων της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης της ενυπόθηκης, δια της ΥXXXXX0/12 υποθήκης, περιουσίας του Ενάγοντα αρ. 1 που ήταν προγραμματισμένη για 30.3.
  5. Μετά από την καταχώριση ένστασης και τον ορισμό της εν λόγω αίτησης για ακρόαση, την 12.5.2020 η αίτηση ημερ. 19.12.2019 η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Την 2.11.2020 καταχωρίστηκε πανομοιότυπη αίτηση, η οποία αναφέρετο σε πλειστηριασμό που είχε οριστεί για τις 11.1.
  6. Μετά από ακροαματική διαδικασία η αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.1.
  7. Η αγωγή παραμένει ορισμένη για ακρόαση την 14.9.
  8. Παρά το πιο πάνω οι Ενάγοντες καταχώρισαν την 28.5.2021 και τρίτη Αίτηση με το ίδιο ουσιαστικά αιτητικό το οποίο και παραθέτω πιο κάτω: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή διακόπτεται και/ή αναστέλλεται και/ή εμποδίζεται η προώθηση εκ μέρους των Εναγομένων της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης μέσω πλειστηριασμού της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας του Ενάγοντα 1 -Αιτητή με αριθμό εγγραφής XXX, Φυλ/Σχ Τμήμα XXX, Τεμάχιο XXX στον Άγιο Αθανάσιο , στη Λεμεσό, ο οποίος έχει οριστεί για τις 1.7.2021 όπως αναφέρεται στην ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» ημερομηνίας 12.1.2021, που κοινοποιήθηκε και/ή στάληκε στον Ενάγοντα 1-Αιτητή από τους Εναγομένους , μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης στην αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. B. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει και/ή να αναστέλλει την πώληση με πλειστηριασμό και/ή την εκποίηση και/ή την προώθηση τέτοιας διαδικασίας για την υποθήκη που αφορά η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, δηλαδή της υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με αριθμό ΥXXX, μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η Αίτηση στηρίζεται στο αρ. 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο αρ. 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο αρ. 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 3, 8 και 9 και Δ.64, στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου και στην σχετική Νομολογία. Συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXX Ιωάννου, Ενάγοντας αρ. 1 (η οποία επίσης να σημειωθεί ότι είναι κατ' ουσία η ίδια με αυτήν των προγενέστερων αιτήσεων). Ο Ενάγοντας αρ. 1 αναφέρει ότι σύνηψε με τους Εναγόμενους συμφωνίες δανείου, παροχής πιστωτικών και τραπεζικών διευκολύνσεων αναφορικά με 4 λογαριασμούς και προς εξασφάλιση της πιστής τήρησης των υποχρεώσεων του προς τους Εναγόμενους παραχώρησε την υποθήκη με αρ. YXXX του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας των λογαριασμών, παρά το γεγονός ότι μέχρι το 2015 ήταν τυπικός στην καταβολή των δόσεων του, διαπίστωσε ότι το εκάστοτε υπόλοιπο δεν μειωνόταν με τον τρόπο που θα έπρεπε. Μετά τα γεγονότα που αφορούσαν στην κατάρρευση της οικονομίας επήλθε μερική αδυναμία συμμόρφωσης του με την καταβολή των δόσεων από το 2015 και μετά. Όπως λέει ο Ενάγοντας αρ. 1, πριν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών ήταν επιθυμία του να τύχει νομικής συμβουλής αλλά οι Εναγόμενοι τον καθησύχασαν λέγοντας του ότι δεν ήταν αναγκαίο και τον διαβεβαίωσαν ότι η συνεργασία μεταξύ των θα ήταν άψογη, μέσα σε νομικά πλαίσια και με όλες τις οικονομικές διευκολύνσεις καθώς και με όλες τις πραγματικές και λογικές χρεώσεις και ότι σε περίπτωση τυχών μελλοντικών δυσκολιών θα τύγχανε της πλήρους και αμέριστης συμπαράστασης τους. Στηριζόμενος στις υποσχέσεις αυτές υπέγραψε τις συμφωνίες. Κατά τα τέλη του 2015 η εισοδηματική του ικανότητα επηρεάστηκε σημαντικά. Λόγω και της σχεδόν κατακόρυφης μείωσης των επαγγελματικών του εισοδημάτων επήλθε σε κάποιο βαθμό αδυναμία πληρωμής των δόσεων του και απευθύνθηκε στο οικείο τμήμα των Εναγομένων με σκοπό την αναδιάρθρωση ή ανανέωση των δανείων του, ζητώντας ουσιαστικά στήριξη από τους Εναγόμενους καλώντας τους να δείξουν κατανόηση στο θέμα αποπληρωμής των δανείων του. Θέση του είναι ότι στην βάση όλων των πιο πάνω υποσχέσεων, δηλώσεων και διαβεβαιώσεων τους οι Εναγόμενοι όφειλαν να επιδείξουν προς αυτόν τέτοια αντιμετώπιση ώστε να διασφαλιστούν οι ανάγκες και τα συμφέροντα του ως πελάτη τους. Παρόλο τούτο, οι Εναγόμενοι απέφευγαν και καθυστερούσαν αδικαιολόγητα να συζητήσουν ή ανταποκριθούν στις συνεχείς οχλήσεις του. Κατά παράβαση δε των προαναφερόμενων δηλώσεων και υποσχέσεων τους επιβάρυναν τους λογαριασμούς του με παράνομες χρεώσεις και επιτόκια επαχθή και καταστροφικά προς τα οικονομικά του συμφέροντα. Εισηγείται ότι όλες οι συμφωνίες και οι επιβαρύνσεις είναι άκυρες επειδή τελέστηκαν κατόπιν δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων ότι οι Εναγόμενοι δήθεν θα επιδείκνυαν συνέπεια στην πιστή τήρηση των όρων αυτών, ότι οι χρεώσεις θα γίνονταν μέσα στο πλαίσιο των γραπτών συμφωνιών και ότι θα ενεργούσαν καλόπιστα και ειλικρινά κατά τη διάρκεια λειτουργίας των λογαριασμών ενώ δεν του επεξήγησαν την σχέση των εξασφαλίσεων και υποθηκών. Εν μέσω δε των προσπαθειών του Ενάγοντα αρ. 1 για επίτευξη λύσης αναδιάρθρωσης των δανείων του, οι Εναγόμενοι απέστειλαν σε αυτόν Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ενημερώνοντας τον ότι τα υπόλοιπα που εξασφαλίζονται από την ΥXXXXX0/12 κατέστησαν απαιτητά. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες του οι Εναγόμενοι κωλυσιεργούσαν και δεν αντιμετώπισαν με δέουσα σοβαρότητα τις προσπάθειες του για εξεύρεση λύσης προς αποφυγή της πώλησης. Ενόψει της μη εξεύρεσης λύσης η μόνη διέξοδος είναι η προσφυγή στο Δικαστήριο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων του με τους Εναγόμενους, πρόσφερε σε αυτούς δύο ακίνητα αξίας πέραν των €1.400.000 τα οποία οι Εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν και η μοναδική τους απάντηση και σκοπός ήταν να δώσει το ακίνητο που αφορά η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, που είναι και η κατοικία στην οποία διαμένει. Θέση περαιτέρω του Ενάγοντα αρ. 1 είναι ότι οι τελευταίες τροποποιήσεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65παραβιάζουν τα Αρ. 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος και ότι διαφαίνεται η κακοπιστία των Εναγομένων. Εισηγείται ότι συντρέχουν εξαιρετικές και ειδικές περιστάσεις ώστε να νομιμοποιείται στην Αίτηση γιατί τα περιστατικά αποδεικνύουν την ύπαρξη κινδύνου να προκληθεί σε αυτόν μεγαλύτερη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, υπάρχει δε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και οι Ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη αφού δεν θα μπορεί να επανέλθει στην ιδιοκτησία του το επίδικο ακίνητο και η αγωγή θα παραμείνει άνευ αντικειμένου. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την οικονομική διάσταση αλλά το ότι κάποιος καλόπιστος τρίτος θα αποκτήσει καλύτερο ιδιοκτησιακό δικαίωμα από τον ίδιο στην ιδιοκτησία του. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ένσταση στην Αίτηση η οποία στηρίζεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο Ν.9/65αρ. 2, 5, 21 - 27, 29, 44 A - 44ΙΑΑ, και παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015 Κ.Κ. 1 - 16, στα αρ. 21, 29 - 32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.Θ. 1 - 3, 9 και 10, Δ.9 Θ.8, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.Θ. 1 - 3, Δ.39 Θ.Θ. 1 - 21, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 4, 7 - 9, Δ.50, Δ.51, Δ.59, Δ.64, στα Αρ. 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, στα αρ. 2 - 4, 10, 12, 13, 15 και 42 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, στα αρ. 1 - 11 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, των συμφυών και εγγενών εξουσιών και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, της ακολουθούμενης πρακτικής και της διεπούσης επί του θέματος νομολογίας. Σε αυτήν προβάλλονται 14 λόγοι ένστασης τους οποίους κρίνω χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
  9. Η υπό κρίση Αίτηση υπόκειται εις απόρριψη φύσει καταχρηστική και/ή ο Ενάγων 1 - Αιτητής προώθησε την εκκρεμούσα διαδικασία κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών (abuse of judicial processes) και χρόνου του Σεβαστού Δικαστηρίου.
  10. Οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/1960, δεν ικανοποιούνται σωρευτικά ώστε δεν δικαιολογείται η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου θετικά.
  11. Δεν αποδείχθηκε και/ή δεν έχουν τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία και/ή θετική μαρτυρία προκειμένου για τη στοιχειοθέτηση της ύπαρξης ορατής πιθανότητας ο Ενάγων 1 - Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία.
  12. Θέσεις και/ή ισχυρισμοί του Ενάγοντος 1 - Αιτητή προκειμένου να υποστυλώσουν και τυχόν επιτύχει την έκδοση των αιτούμενων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, δεν ευρίσκουν έρεισμα στη βάση και υπόβαθρο της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής.
  13. Δεν δικαιολογείται και/ή δεν κρίνεται απαραίτητη η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως εκ του ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του Ενάγοντος 1 - Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για κατοχύρωση των δικαιωμάτων του.
  14. Ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημία δύναται να ανακύψει στον Ενάγοντα 1 - Αιτητή ως εκ της άνευ εκδόσεως των εξαιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν υφίσταται οιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν τύχει έγκρισης η υπό κρίση Αίτηση.
  15. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση είναι φερέγγυος οργανισμός και/ή είναι σε θέση να καταβάλουν τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Ενάγοντες και/ή στον Ενάγοντα 1 - Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής.
  16. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δεν προβαίνει σε εξέταση επίδικων θεμάτων της υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγής σε ενδιάμεσο στάδιο και δη να αποφανθεί επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου της υπόθεσης ως και επί πολύπλοκων νομικών ζητημάτων.
  17. Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις εξέτασης της αντισυνταγματικότητας Νόμου, δη του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/1965από το Δικαστήριο και/ή ο Ενάγων 1 - Αιτητής απέτυχε να καταδείξει ικανοποιητικά και/ή εγείρει σύννομα ζητήματα αντισυνταγματικότητας και/ή ουδεμία παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του υφίσταται.
  18. Η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων τηρουμένων των προνοιών του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 ενεργοποιήθηκε και ακολουθείται σύννομα και ορθά από τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση ενασκήσει των θεσμοθετημένων δικαιωμάτων των.
  19. Σε περίπτωση θετικής έκβασης της υπό κρίση Αίτησης, οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτηση θα αποστερηθούν των δικαιωμάτων των απορρεόντων από τις επίδικες καταρτιθείσες Συμφωνίες Δανείου και/ή την επ' ωφελεία τους Υποθήκη υπ' αριθμόν Υ3430/2012 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και/ή τις διατάξεις του Μέρους VIA του Ν. 9/
  20. Η υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή δεν καθίσταται άνευ αντικειμένου σε περίπτωση απόρριψης του κρινόμενου διαβήματος μήτε παραβιάζεται το δικαίωμα του Ενάγοντος 1 - Αιτητή για αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.
  21. Η υπό εκδίκαση Αίτηση συνιστά αντικείμενο απόρριψης από το Σεβαστό Δικαστήριο ως εκ του ότι ο Ενάγων 1 - Αιτητής κωλύεται λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct) και εγγράφων (estoppel by deed) να εγείρει το κρινόμενο διάβημα και/ή προωθεί τέτοιους ισχυρισμούς προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  22. H υπό κρίση Αίτηση είναι πρέπον όπως απορριφθεί ως εκ της πλήρους εφαρμογής της αρχής του δεδικασμένου». Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση στην οποία προβαίνει ο κ. XXX Χριστοφίδης εκ των υπαλλήλων των Εναγομένων ο οποίος επισημαίνει ότι το Δικαστήριο την 7.1.2021 απέρριψε την αίτηση ημερ. 2.11.
  23. Ο τότε ορισθείς πλειστηριασμός δεν κατέστη εφικτό να διενεργηθεί λόγω των μέτρων που λήφθηκαν συνεπεία της πανδημίας του κορωνοϊου και ματαιώθηκε. Οι Εναγόμενοι όρισαν νέο πλειστηριασμό για την 1.7.2021 και η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ημερ. 12.1.2021 επιδόθηκε δεόντως. Θέση του κ. Χριστοφίδη είναι ότι ο Ενάγοντας αρ. 1 και η κα XXX Ιωάννου ως ενυπόθηκοι οφειλέτες στη YXXX του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, με την υπογραφή τους, παρείχαν στους Εναγόμενους το δικαίωμα να πουλήσουν τα ενυπόθηκα ακίνητα. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα αρ. 1 σε σχέση με την υπογραφή των συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων ο Ενόρκως Δηλών ισχυρίζεται ότι οι όροι αυτών είχαν αναλυθεί από τους Ενάγοντες και εξεταστεί από δικούς τους ανεξάρτητους συμβούλους, οι δε Εναγόμενοι συμπεριφέρονταν καλόπιστα και σε πλήρη συμμόρφωση με τους εν λόγω όρους. Οι όποιες μεταβολές και διαφοροποιήσεις έγιναν με την σύμφωνο γνώμη των Εναγόντων. Η τράπεζα ουδέποτε υποσχέθηκε ή διαβεβαίωσε ή αποδέχτηκε ή συμφώνησε να αναλάβει οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας έναντι των Εναγόντων και ούτε απέτρεψε τους Ενάγοντες από το να λάβουν νομική συμβουλή ή ανέλαβε οποιοδήποτε καθήκον να ενεργεί ως σύμβουλος τους. Οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν τις προβλεπόμενες από τις συμφωνίες δόσεις και ξεπερνούσαν το όριο τους, οι δε διευκολύνσεις αναδιαρθρώθηκαν κατόπιν δικών τους απαιτήσεων, για τις οποίες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους ενώ προσπάθειες για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Δέχεται ότι αρχές του 2019 ο Ενάγοντας αρ. 1 πρότεινε να δοθούν ακίνητα στους Εναγόμενους έναντι του χρέους αλλά η αξία αυτών ανέρχετο στην καλύτερη των περιπτώσεων σε €527.000 και όχι σε €1.400.000 όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας αρ. 1 και άρα η πρόταση απορρίφθηκε. Περί τα τέλη Μάϊου 2020 ο ίδιος ο Ενάγοντας αρ. 1 ζήτησε από τους Εναγόμενους να αποδεχθούν την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου αφού είχε εξεύρει αγοραστή. Οι Εναγόμενοι τον ενημέρωσαν ότι το αίτημα για εξάλειψη της υποθήκης με καταβολή ποσού €750.000 είχε εγκριθεί πλην όμως ο Ενάγοντας αρ. 1 ουδέποτε προχώρησε με την συναλλαγή. Ο κ. Χριστοφίδης επισημαίνει περαιτέρω ότι εκείνο που αμφισβητείται από τον Ενάγοντα αρ. 1 είναι το ύψος τους οφειλόμενου ποσού και όχι η νομιμότητα του υπολοίπου. Ο Ενάγοντας, εισηγείται, απέτυχε να προσκομίσει συγκεκριμένη θετική μαρτυρία και αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη της απαίτησης και άρα εισηγείται ότι δεν έχει καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί αντισυνταγματικότητας τους οποίους και απέτυχε να εγείρει εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια, ενώ επισημαίνει ότι κάτι τέτοιο δεν δικογραφείται. Όσον αφορά στους ισχυρισμούς περί καταχρηστικών ρητρών ο κ. Χριστοφίδης αναφέρει ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να προσδιορίσουν στα δικόγραφα τους επακριβώς τους όρους που ισχυρίζονται ότι είναι καταχρηστικοί, στα δε δικόγραφα οι Ενάγοντες επικαλούνται καταχρηστικές χρεώσεις και καταχρηστική συμπεριφορά, πράγμα που διαφέρει νομικά από τον ορισμό των καταχρηστικών ρητρών. Θέση των Εναγομένων περαιτέρω είναι ότι οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά την οποία τυχών ο Ενάγοντας αρ. 1 ήθελε υποστεί ανάγεται μόνο σε χρηματική διαφορά που είναι εύκολα υπολογίσιμη. Οι Εναγόμενοι συνιστούν εύρωστο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καταβάλουν τυχών επιδικασθείσες αποζημιώσεις στους Ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Κατ' επέκταση, εισηγείται, καμία ανεπανόρθωτη ζημιά δεν θα προκληθεί στον Ενάγοντα αρ.
  24. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν επιπλέον εισήγηση ότι συνεπεία της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 7.1.2021 η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί κατ' εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου. Οι λόγοι που ο Ενάγοντας αρ. 1 προωθεί αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο το οποίο και διαμόρφωσε τελική κρίση επί του θέματος. Εισηγείται ότι ο Ενάγοντας αρ. 1 διώκει καταχρηστικά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού η παρούσα είναι το τρίτο κατά σειρά δικονομικό μέτρο του Ενάγοντα αρ. 1 με το ίδιο αντικείμενο. Η ακρόαση της Αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Συγκεκριμένη αναφορά σε επιμέρους εισηγήσεις αυτών θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα όπου κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην διαδικασία αιτήσεων για προσωρινό διάταγμα το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την επιτυχία της αίτησης. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (Jonitexo Ltd v. Adidas

(1983)1 CLR 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, και οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το εν λόγω άρθρο, είναι οι ακόλουθες: (α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη (β) Να υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία (γ) Το ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν ικανοποιούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557) Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, έχει λεχθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα. Η δε δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ο Αιτητής απλά πρέπει να καταδείξει ότι έχει μια ορατή δυνατότητα επιτυχίας (Odysseos v. Pieris Estates and Others, πιο πάνω, στη σελ.569 και επόμενες). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ως προς τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου βλ. Κοτ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ Ε 255, Karydas Taxi Co. Ltd v. Κomodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport Co Ltd v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 695, Bacardy & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 και Pariko Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015. Οι Ενάγοντες με την Έκθεση Απαιτήσεως τους προβάλλουν ισχυρισμούς ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες ένεκα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων κατά την σύναψη τους, ενώ δικογραφούνται περαιτέρω και θέσεις περί χρεώσεων των λογαριασμών με παράνομες χρεώσεις. Οι Εναγόμενοι απορρίπτουν αυτές τις θέσεις στο δικό τους δικόγραφο. Μέσα στο περιορισμένο πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται η πρώτη προϋπόθεση, τα πιο πάνω ικανοποιούν την προϋπόθεση περί ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, όμως, δεν παρατίθεται καμία συγκεκριμένη μαρτυρία ή αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη της απαίτησης, παρά μόνο αόριστοι ισχυρισμοί περί διαβεβαιώσεων και υπερχρεώσεων. Εκφράζω επιπλέον επιφύλαξη ως προς το κατά πόσο τα όσα αναφέρονται σε σχέση με αντισυνταγματικότητα των προνοιών του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο διαδικασίας αγωγής. Συνεπώς, ακόμη και αν από τα δικόγραφα καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να μπορεί να υπάρξει κρίση του Δικαστηρίου επί του κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504 στο οποίο αναφέρονται τα εξής: «Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success». Έπεται πως η Αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα απέρριπτα την Αίτηση και για το ότι δεν έχει ικανοποιηθεί ούτε η τρίτη προϋπόθεση. Το αρ. 32 του Ν. 14/60 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκτός εάν ικανοποιηθεί ότι με την μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι αν δεν είναι δυνατός ο δίκαιος υπολογισμός ζημιών, το Διάταγμα μπορεί να δοθεί (Karydas Taxi Services Ltd v. Komodikis
(1975)1 ΑΑΔ 330). Σε περίπτωση όμως που η επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη (βλ. ΚΟΤ ν. Θεωρή (πιο πάνω)). Όπως ακριβώς επισημάνθηκε και στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.1.2021, Ο Ενάγοντας αρ. 1 ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από την πώληση της ιδιοκτησίας η οποία αποτελεί και την κατοικία όπου διαμένει. Στην Ένσταση, όμως, αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας αρ. 1 είχε εξεύρει τον Μάιο 2020 αγοραστή για το ακίνητο και προσπαθούσε να το πουλήσει, αλλά τελικά δεν τελεσφόρησε. Επιπλέον οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι είναι εύρωστο οικονομικά πιστωτικό ίδρυμα και είναι σε θέση να καλύψουν πλήρως την όποια οικονομική ζημιά ήθελε υποστεί ο Ενάγοντας αρ. 1, το ύψος της οποίας είναι και εύκολο να καθοριστεί. Οι θέσεις αυτές δεν αντικρούστηκαν από τον Ενάγοντα αρ. 1 με οποιοδήποτε τρόπο. Κατ΄ επέκταση ούτε και αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται. Πέραν των πιο πάνω κρίνω απαραίτητο να εξετάσω την εισήγηση περί δεδικασμένου. Θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Εναγόμενους αποτελεί ότι εξέταση της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα αρ. 1 που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση με την ένορκη του δήλωση που συνόδευε την αίτηση ημερ. 2.11.2020 καταδεικνύει ότι το πραγματικό υπόβαθρο επί των οποίων οι δύο στηρίζουν το αίτημα περιλαμβάνει το ίδιο περιεχόμενο γεγονότων. Μοναδική διαφορά είναι ότι στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης περιλαμβάνονται και ισχυρισμοί για καταχρηστικές ρήτρες. Ο κ. Παναούτας στην δική του αγόρευση του εισηγείται ότι εφόσον υπάρχουν νέα γεγονότα, και συγκεκριμένα η αποστολή νέας Ειδοποίησης για πλειστηριασμό, δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για να πετύχει η εφαρμογή του δόγματος. Δεν θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Ενάγοντα αρ. 1. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Ανδρέα Γιαννή Γαβριήλ κ.α. ν. Γεώργιου Αγαπίου,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868 «αγώγιμο δικαίωμα θεωρείται ως δεδικασμένο εφόσον τα επίδικα θέματα της πρώτης και δεύτερης αγωγής είναι ταυτόσημα. (Βλ. Buehler v. Chronos Richardson
(1998)2 All E.R. 960 (C.A.).)» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χωματένος ν. Λουκά Παναγιώτου Στεφάνου, ECLI:CY:AD:2015:A838, Πολ. Εφ. 62/11 ημερ. 17.12.2015 η αρχή του δεδικασμένου αποτελεί δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και προέκυψε από την ανάγκη να δίδεται τέλος στην αντιδικία. Δεδικασμένο δημιουργείται, όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή, αλλά και σε όσες θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας. Αντίθετη προσέγγιση θα οδηγούσε σε πλήγμα της αρχής της τελεσιδικίας (βλ. Σοφία Κλεόπα ν. Χριστόφορου Αντωνίου
(2002)1 Α.Α.Δ. 58, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309). Η εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι: (
  1. i)Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη (
  2. ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, και (
  3. iv)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. (βλ. μεταξύ άλλων Α. Χαραλάμπους ν. Μ. Χαραλάμπους
(2008)1 Α.Α.Δ.1298). Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι και η απόφαση ημερ. 7.1.2021 ήταν τελεσίδικη. Οι δύο αιτήσεις στηρίζονται σε ακριβώς το ίδιο υπόβαθρο γεγονότων και αφορούν ακριβώς στην ίδια προσπάθεια του Ενάγοντα να εκδώσει διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι να μην μπορούν να προχωρήσουν με πώληση δια πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου του μέχρι εκδικάσεως της παρούσας αγωγής. Εάν η πρόθεση του Ενάγοντα αρ. 1 ήταν η ακύρωση συγκεκριμένης Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ θα έπρεπε να είχε προωθήσει αυτό με Αίτηση / Έφεση. Θα ήταν, όμως, παράλογο και αντίθετο με την έννοια της τελεσιδικίας εάν ο Ενάγοντας ήταν ελεύθερος να προωθεί πανομοιότυπες αιτήσεις στο πλαίσιο της αγωγής κάθε φορά που αλλάζει η ημερομηνία πλειστηριασμού. Ούτε και η προσθήκη ισχυρισμών περί καταχρηστικών ρητρών διαφοροποιεί το ζήτημα. Τους ισχυρισμούς αυτούς ο Ενάγοντας θα μπορούσε να τους είχε περιλάβει στην προηγούμενη αίτηση, εφόσον τα γεγονότα ήσαν όλα γνωστά έκτοτε. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Μιχάλης Θεοδώρου ν. Ανδρέα Γεωργίου Μάντη
(2010)1 Α.Α.Δ.1036: «Τυγχάνει όμως νομολογιακά αναγνωρισμένη η αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου issue estoppel ότι το εμπόδιο στην έγερση νέας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα επίδικα θέματα είχαν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα, αλλά δεν ηγέρθηκαν. (Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ.670, K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ.309). Όπως συνοψίστηκε αυτή η αρχή στην υπόθεση K.S.R. Commercio (ανωτέρω), "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίζει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο, ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα ..."». Όπως αναφέρθηκε εξάλλου στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ (πιο πάνω), δεδικασμένο δημιουργείται «όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που θα μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν». Έπεται πως η Αίτηση προσκρούει και στον κανόνα περί δεδικασμένου. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα αρ. 1 - Αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ............... Μ. Παπαδοπούλου, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.