← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8293/13, 30/6/2021

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8293/13, 30/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A358 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 8293/13 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγοντες και

  1. XXXXX ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ
  2. XXXXX ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Εναγόμενοι ------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες: κα Κ. Ζαντήρα για Μαρίνα Χατζησωτηρίου Για εναγόμενο 2: κ. Μ. Γ. Ιωάννου ΑΠΟΦΑΣΗ Την 16/10/02 η ενάγουσα τράπεζα ενέκρινε αίτηση της εναγόμενης 1 ημερομηνίας 08/03/02 για χορήγηση στεγαστικού δανείου ύψους ΛΚ 30.000 (€51.300) Ως όροι του δανείου θα ήταν, μεταξύ άλλων, ότι το δάνειο θα επιβαρύνετο με συνολικό τόκο 6,9% ετησίως, θα ήταν διάρκειας 20 ετών και αποπληρωτέο με 240 ισόποσες μηνιαίες δόσεις ύψους ΛΚ 230,81 έκαστη και θα εξασφαλίζετο με εγγραφή υποθήκης επί ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της εναγόμενης 1, με προσωπική εγγύηση του εναγόμενου 2 και με εκχώρηση των δικαιωμάτων που η εναγόμενη 1 είχε δυνάμει ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής και ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου πυρός και σεισμού. Εφόσον υπήρχε κοινή αποδοχή των πιο πάνω, υπεγράφη μεταξύ εναγόμενης 1 και ενάγουσας σχετική συμφωνία στεγαστικού δανείου στις 25/10/02, στην οποία καταγράφηκε ότι το συνολικό ποσό που θ' αποπληρωνόταν στο τέλος στην ενάγουσα είχε υπολογιστεί ν' ανέρχεται στις €94.938,
  3. Την ίδια μέρα παραχωρήθηκαν προς την ενάγουσα και οι πλείστες εκ των προαναφερόμενων εξασφαλίσεων και συγκεκριμένα, ο μεν εναγόμενος 2 προσήλθε και υπέγραψε την ίδια μέρα έγγραφο προσωπικής εγγύησης ύψους ΛΚ 30.000 πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο ήταν ενσωματωμένο στη συμφωνία δανείου, ενώ η εναγόμενη 1 συγκατατέθηκε και εγγράφηκε επί του ακινήτου για το οποίο θα χορηγείτο το δάνειο, το οποίο ακίνητο ήταν της αποκλειστικής της ιδιοκτησίας, υποθήκη ύψους ΛΚ40.000 πλέον τόκους. Αργότερα και συγκεκριμένα περί τις 25/11/02, η εναγόμενη 1 εκχώρησε προς όφελος της ενάγουσας τράπεζας ως περαιτέρω εξασφάλιση και το δικαίωμα που δυνάμει ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου αυτή είχε σε αποζημίωση μέχρι ΛΚ50.000 σε περίπτωση καταστροφής ή ζημιάς του ακινήτου που είχε υποθηκευτεί. Στις 29/05/09, η επίδικη συμφωνία δανείου τροποποιήθηκε γραπτώς και συγκεκριμένα υπογράφτηκε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 γραπτή τροποποιητική συμφωνία η οποία αφορούσε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο θα συνέχιζε να αποπληρώνεται το υπόλοιπο του δανείου, το οποίο καταγράφηκε στην τροποποιητική συμφωνία να ανέρχετο τότε στο ποσό των €61.518,
  4. Την εν λόγω τροποποιητική συμφωνία της 29/05/09, με την οποία συμφωνήθηκε όπως το τότε υπόλοιπο του δανείου αποπληρωθεί με 160 μηνιαίες δόσεις ύψους €427,15 και μία τελευταία δόση ύψους €36.934,07, κλήθηκε να την εγκρίνει και να την αποδεχτεί ως αντισυμβαλλόμενο μέρος και ο εγγυητής της εναγόμενης 1, ήτοι ο εναγόμενος 2, ο οποίος υπέγραψε το συγκεκριμένο έγγραφο δηλώνοντας την επιβεβαίωση του ως προς το ότι αυτός συνέχιζε να παραμένει υπόχρεος προς την ενάγουσα τράπεζα ως οι όροι της εγγύησης του. Αργότερα, και συγκεκριμένα στις 26/10/09, κατόπιν αίτησης της εναγόμενης 1, η επίδικη συμφωνία τροποποιήθηκε και πάλι, με την εν λόγω τροποποίηση να αφορούσε στην αναδιαμόρφωση του τρόπου πληρωμής του τότε υπολοίπου του δανείου, ήτοι του ποσού των €63.138,41, έτσι ώστε η τελευταία δόση να περιλάμβανε και το επιπρόσθετο ποσό των €1560 που καταγράφηκε ότι αφορούσε σε δόσεις που καθυστερούσαν ως τότε να καταβληθούν. Ο εναγόμενος 2 δέχεται ότι την εν λόγω τροποποίηση την ενέκρινε και ο ίδιος. Κατά καιρούς υπήρξαν διάφορες μεταβολές του επιτοκίου του δανείου για τις οποίες η ενάγουσα προέβαινε σε σχετικές ανακοινώσεις στον ημερήσιο τύπο. Στην πορεία διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη 1 δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ως εκ τούτου η ενάγουσα έστειλε ταχυδρομικώς στην τελευταία σχετική ειδοποίηση στις 08/10/12 και όταν αυτή παρέλειψε να ανταποκριθεί θετικά, η ενάγουσα της έστειλε στις 18/12/12 νέα επιστολή, αυτή τη φορά με συστημένο ταχυδρομείο, προειδοποιώντας την ότι αν δεν διευθετούσε τις καθυστερήσεις εντός 7 ημερών, η συμφωνία θα τερματιζόταν και θα λαμβάνονταν όλα τα αναγκαία μέτρα για την είσπραξη των οφειλόμενων ποσών, τόσο από την ίδια όσο και από τον εγγυητή εναγόμενο
  5. Επειδή ούτε αυτή τη φορά υπήρξε διευθέτηση της οφειλής, η ενάγουσα, με νέα συστημένη επιστολή της προς την εναγόμενη 1 ημερ. 29/01/13, τερμάτισε γραπτώς τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου και απαίτησε την πλήρη εξόφληση του τότε οφειλόμενου υπολοίπου των €80.482,87 πλέον αυξημένο τόκο λόγω υπερημερίας, ύψους 8,40% και έξοδα. Σημειώνω εδώ ότι επειδή η περιουσία της εναγόμενης 1 είχε με δικαστικό διάταγμα τεθεί υπό παραλαβή από τις 05/07/11, για όλες τις εν λόγω επιστολές της προς την εναγόμενη 1 η ενάγουσα ενημέρωνε και τον Επίσημο Παραλήπτη. Σημειώνω εδώ ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εναγόμενη 1 αποκαταστάθηκε το
  6. Καταχώρησε λοιπόν η ενάγουσα την παρούσα αγωγή αξιώνοντας από την εναγόμενη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή το ποσό των €80.482,87 πλέον τόκους ως αυτοί ίσχυαν από την 01/01/13, καθώς επίσης και διάταγμα εκποίησης της Υποθήκης 1XXXXX3/02 που είχε εγγραφεί επί του ακινήτου της εναγόμενης 1 ως εξασφάλιση του επίδικου δανείου. Αφού η αγωγή επιδόθηκε σε αμφότερους τους εναγόμενους, εμφάνιση καταχώρησε μόνο ο εναγόμενος 2 με αποτέλεσμα η ενάγουσα να αιτηθεί και να πετύχει στις 26/02/14 την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγόμενης 1 ως η απαίτηση της. Ως εκ τούτου, η υπόθεση προχώρησε και οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο σε σχέση με τον εναγόμενο
  7. Σημειώνω εδώ ότι εκκρεμούσης της αγωγής η ενάγουσα επεδίωξε να εκτελέσει το διάταγμα εκποίησης που εξασφάλισε σε σχέση με την ακίνητη περιουσία της εναγόμενης 1 και καταχώρησε στο Κτηματολόγιο στις 27/06/14 αίτηση εκποίησης της προαναφερόμενης υποθήκης (ΑΝΠ278/14). Μέχρι σήμερα όμως, το ακίνητο της εναγόμενης 1 δεν έχει πωληθεί και η αίτηση της ενάγουσας εξακολουθεί να εκκρεμεί. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται και τα οποία επιβεβαιώνονται και από τα επίσης αδιαμφισβήτητα Τεκ.1 - 8, 10, 12-13, 15-18, 20 και 20Α που κατατέθηκαν κατά την ακρόαση, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Κατά την ακρόαση, την εκδοχή της ενάγουσας σε σχέση με τον εναγόμενο 2 κλήθηκε να την υποστηρίξει ένας μάρτυρας, ο Α. Αγαθοκλέους, λειτουργός του τμήματος Διευθετήσεων Οφειλών της ενάγουσας από το 2015 (ΜΕ1). Ο μάρτυρας ουσιαστικά παρουσίασε στο Δικαστήριο τα όσα κοινώς αποδεκτά γεγονότα έχω παραθέσει ανωτέρω και επιπλέον κατέθεσε ως Τεκ.9, 10 και 11 τρεις επιστολές που κατά τον ισχυρισμό του είχαν σταλεί στον εναγόμενο 2 κατά τις ίδιες ημερομηνίες με αυτές που είχαν σταλεί στην εναγόμενη 1 και με τις οποίες επιστολές η ενάγουσα ενημέρωνε τον εναγόμενο 2 ως εγγυητή της εναγόμενης 1, αρχικά ότι το δάνειο παρουσίαζε καθυστερήσεις και στη συνέχεια ότι είχε τερματιστεί και το οφειλόμενο υπόλοιπο του καταστεί άμεσα απαιτητό και πληρωτέο. Σύμφωνα με το μάρτυρα, οι εν λόγω επιστολές, κάποιες από τις οποίες είχαν σταλεί με απλό και κάποιες άλλες με εκκρεμούσες συστημένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που ο εναγόμενος 2 είχε δηλώσει στην τράπεζα όταν υπέγραφε τη συμφωνία εγγύησης του στις 25/10/02 (Τεκ.3), ουδέποτε επιστράφηκαν. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι η όλη εικόνα που παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός ως προς τις εκάστοτε χρεοπιστώσεις που γίνονταν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας δανείου που εγγυήθηκε ο εναγόμενος 2, αποτυπώνεται και αντικατοπτρίζεται πλήρως και επακριβώς στη σχετική κατάσταση λογαριασμού που τηρείται ως μέρος του τραπεζικού βιβλίου και αρχείου της ενάγουσας, το οποίο τηρείται και σε ηλεκτρονική μορφή και ότι ο ίδιος, αφού εκτύπωσε την εν λόγω κατάσταση από τον υπολογιστή του, τη σύγκρινε με την αρχική καταχώρηση και διαπίστωσε ότι είναι ορθή. Την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, η οποία παρουσιάζεται να περιλαμβάνει χρεοπιστώσεις από τις 25/10/02 που συνήφθη το δάνειο και άνοιξε ο σχετικός λογαριασμός, ο ΜΕ1 την κατέθεσε κατά την ακρόαση ως Τεκ.19, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του αρ. 35 Κεφ.
  8. Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το κατά πόσο η τράπεζα είχε ενημερώσει το εναγόμενο 2 κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης ως προς την τότε οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1, ως προς το κατά πόσο η επίδικη εγγύηση περιοριζόταν στο ποσό των ΛΚ30.000 και ως προς τις ενέργειες που έκαμε μέχρι σήμερα η ενάγουσα τράπεζα για να εισπράξει το λαβείν της από την εναγόμενη 1 εναντίον της οποίας εξασφάλισε και απόφαση. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου 2 υπέβαλε στο μάρτυρα ότι η ενάγουσα ουσιαστικά αδράνησε πλήρως και ότι παρέλειψε να προωθήσει δεόντως την αίτηση που καταχώρησε το 2014 για εκποίηση της υποθήκης. Κατά τον μάρτυρα, ο εναγόμενος 2, ο οποίος είχε στη διάθεση του απόλυτη ελευθερία αλλά και αρκετό χρόνο πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, αποφάσισε συνειδητά, αυτοβούλως και με πλήρη επίγνωση των πράξεων του να δεχτεί να καταστεί εγγυητής της εναγόμενης 1 και να δεσμευτεί έτσι όπως πληρώσει στην ενάγουσα μέχρι πλήρους και τέλειας εξόφλησης οποιοδήποτε ποσό ήθελε φανεί ότι οφείλει η εναγόμενη 1 και το οποίο ενέπιπτε στην εγγύηση που αυτός ανέλαβε για ποσό ΛΚ 30.000 πλέον τόκους και έξοδα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, αν και η εγγύηση του εναγόμενου 2 συνιστούσε χωριστή και επιπρόσθετη εξασφάλιση της επίδικης οφειλής, η ενάγουσα παρά ταύτα προώθησε δεόντως τα δικαιώματα της και εναντίον της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης 1, από την οποία μάλιστα κατάφερε να εισπράξει και €100 μετά τον τερματισμό, και όχι μόνο προέβη στα αναγκαία μέτρα για να εκποιήσει την υποθήκη αλλά και προώθησε τη σχετική αίτηση της με όποιο τρόπο μπορούσε, έχοντας τακτική επικοινωνία για το θέμα τόσο με την εναγόμενη 1 όσο και με τον εναγόμενο
  9. Αν και η δικογραφημένη εκδοχή του εναγόμενου 2 εκτεινόταν σε διάφορα θέματα, εντούτοις κατά την ακρόαση αυτός, ο οποίος ήταν και ο μόνος μάρτυρας που κατέθεσε για την υπεράσπιση, περιόρισε την εκδοχή του στα εξής σημεία. Πρώτον ότι δεν του είχε δοθεί χρόνος για να μελετήσει τη συμφωνία που υπέγραψε στις 25/10/02 ή για να συμβουλευτεί δικηγόρο και ούτε του αποκαλύφθηκαν πριν να υπογράψει στις 25/10/02 οι πραγματικές περιστάσεις που περιέβαλλαν τη δανειοδότηση και ειδικότερα τα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης
  10. Δεύτερον ότι η εντύπωση που απεκόμισε από τους λειτουργούς της τράπεζας ήταν ότι δεν είχε κανένα λόγο ν' ανησυχεί για τη δική του ευθύνη εφόσον, ως ισχυρίστηκε ότι του λέχθηκε, «.η Τράπεζα είχε εξασφαλίσει τα συμφέροντα της με την υποθήκευση.». Και τρίτον, ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε καμία ουσιαστική ενέργεια για να εισπράξει το λαβείν της από την εναγόμενη 1 μετά που πέτυχε την έκδοση απόφαση εναντίον της τελευταίας αφού η αίτηση εκποίησης που κατατέθηκε το 2014 ούτε καν ζητήθηκε να επισπευσθεί. Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος 2 ως προς τις πιο πάνω θέσεις του ανέφερε ότι ναι μεν γνώριζε το 2002 ότι καλείτο να εγγυηθεί την εναγόμενη 1 σε σχέση με το δάνειο που θα της χορηγείτο, αφέθηκε όμως από τους λειτουργούς της ενάγουσας να θεωρεί, ως ισχυρίστηκε, ότι λόγω της υποθήκης, η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης ήταν θέμα καθαρά τυπικό εξ' ου και δεν διάβασε τι ακριβώς ήταν που υπέγραφε. Όσον αφορά δε την κατ' εκείνον υποχρέωση της ενάγουσας να εισπράξει το χρέος πρώτα από την πρωτοφειλέτιδα, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι κατά τα τελευταία 7 χρόνια, ήτοι μετά που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1, είχε ο ίδιος επικοινωνία με την τελευταία για το συγκεκριμένο θέμα και απ' ότι ενημερώθηκε, η ενάγουσα δεν έκαμνε οποιαδήποτε ουσιαστικά διαβήματα για να πωλήσει το ακίνητο. Ενημερώθηκε παρά ταύτα από την εναγόμενη 1 ότι είχε η ίδια βρει αγοραστή και πολύ σύντομα το όλο θέμα θα διευθετηθεί. Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των μερών αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος περιορίζομαι να αναφέρω ότι ο δικηγόρος του εναγόμενου 2 επικεντρώθηκε στην αγόρευση του ως προς το ότι ο πελάτης του θα πρέπει να απαλλαγεί απ' οποιαδήποτε ευθύνη ως εγγυητής και αυτό κατ' εφαρμογή των επιτακτικών προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου Ν.197(I)/
  11. Ειδικότερα, υποστήριξε ο συνήγορος, η ενάγουσα παραβίασε τις πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου διότι δεν ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 ως όφειλε για το μέγεθος της ευθύνης του ως εγγυητής, για τα περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης 1 και για το ότι ο επίδικος λογαριασμός παρουσίαζε πρόβλημα αλλά και διότι αδράνησε στο να εισπράξει το χρέος από την πρωτοφειλέτιδα. Ήταν δε η θέση του συνηγόρου ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, ακόμη και αν ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2, η εκτέλεση μιας τέτοιας απόφασης θα πρέπει να ανασταλεί δυνάμει των προνοιών του αρ. 10 του Ν.197(Ι)/
  12. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν και έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Σημειώνω τα εξής. Όπως προκύπτει από τα όσα οι δύο πλευρές προώθησαν κατά την ακρόαση, πέραν των όσων γεγονότων καταγράφηκαν πιο πάνω να μην αμφισβητούνται, αδιαμφισβήτητο έμεινε και το γεγονός ότι στις 08/10/12, 18/12/12 και 29/01/13 η ενάγουσα ενημέρωσε γραπτώς τον εναγόμενο 2, αρχικά για την ύπαρξη καθυστερήσεων στην αποπληρωμή του δανείου και εν τέλει για τον τερματισμό του και την απαίτηση για άμεση πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου. Άλλωστε, όπως και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δέχτηκε κατά την ακρόαση, οι εν λόγω επιστολές της ενάγουσας παρουσιάζονται να στάληκαν τόσο με κανονικό όσο και με συστημένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αυτός της είχε δώσει το 2002 και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι οι εν λόγω επιστολές δεν επιστράφηκαν. Άνευ αμφισβήτησης όμως παρέμεινε και το περιεχόμενο της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού, η οποία επιβεβαιώνει, μαθηματικά τουλάχιστον, το πώς είναι που προέκυψε το αξιούμενο υπόλοιπο και η οποία κατάσταση, σε κάθε περίπτωση, συνοδεύτηκε και με πιστοποιητικό δυνάμει του αρ.35 Κεφ.9, με όλες τις νομικές συνέπειες που ένα τέτοιο πιστοποιητικό συνεπάγεται σε σχέση με το περιεχόμενο του αρχείου που πιστοποιεί[1]. Συνεπώς, πρόσθετα των ευρημάτων στα οποία έχω προβεί ανωτέρω, καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου ότι ο εναγόμενος 2 ενημερώθηκε δύο φορές γραπτώς από την ενάγουσα ως προς το πρόβλημα αποπληρωμής που παρουσιάστηκε στο δάνειο στο οποίο ήταν εγγυητής, ήτοι στις 08/10/12 και στις 18/12/12, και αργότερα, στις 29/01/13 ενημερώθηκε και για το ότι συνεπεία της μη διευθέτησης των καθυστερήσεων, η επίδικη πιστωτική διευκόλυνση τερματιζόταν και το υπόλοιπο του δανείου καθίστατο άμεσα πληρωτέο και απαιτητό τόσο από την εναγόμενη 1 όσο και από τον ίδιο. Εύρημα μου επίσης καθίσταται και το ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου κατά την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι στις 29/01/13, ήταν €80.482,87 και ότι από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού και μέχρι και τον τερματισμό του, οι μόνες συναλλαγές που καταγράφονται να έγιναν στο λογαριασμό ήταν πιστώσεις που αφορούσαν πληρωμές έναντι του εκάστοτε υπολοίπου και χρεώσεις τόκων και τραπεζικών εξόδων οι οποίες δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν εντός των συμβατικών ορίων. Στρέφομαι τώρα στο περιεχόμενο του εγγράφου εγγύησης που ο εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι υπέγραψε στις 25/10/02. Σύμφωνα με τον όρο 21 του εν λόγω εγγράφου, ο εναγόμενος 2 δήλωσε τότε ενυπογράφως ότι προτού υπογράψει τη συμφωνία είχε μελετήσει και κατανοήσει πλήρως όλες τις πρόνοιες της και ότι όχι μόνο γνώριζε εκ των προτέρων ότι είχε κάθε δικαίωμα να συμβουλευτεί δικηγόρο της επιλογής του αλλά και ότι αναγνώριζε ότι είχε και την ευκαιρία να συμβουλευτεί ένα τέτοιο δικηγόρο. Όσον αφορά τώρα το ποια ήταν ακριβώς η δέσμευση που αναλάμβανε ο εναγόμενος 2, σύμφωνα με το ίδιο το έγγραφο που υπόγραψε ο τελευταίος, αυτός δέχτηκε όπως «.το πιο μεγάλο ποσό με το οποίο δεσμεύομαι βάσει της παρούσας εγγύησης δεν θα υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ. 30.000.επιπλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου προς το οποίο ο Πρωτοφειλέτης θα χρεώνεται από καιρού εις καιρό, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και/ή.άλλα έξοδα και δαπάνες που ήθελε υποστεί η Τράπεζα σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη ή την παρούσα εγγύηση.», όπως «.η παρούσα εγγύηση θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατό να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη.», ότι «.γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο προς εμένα.αν δοθεί με επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται .» και όπως θα είναι ο ίδιος υπόλογος και υπεύθυνος απέναντι στην ενάγουσα για ολόκληρο το ποσό που πιθανόν να οφείλεται στην τελευταία, ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιασδήποτε άλλης εξασφάλισης ή τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων για την είσπραξη του χρέους από την πρωτοφειλέτιδα μέσω δικαστικών διαδικασιών ή μέσω εκποίησης οποιασδήποτε περιουσίας (όροι 3, 5, 11, 14, 18, 19 και 20). Έχοντας αναφέρει τα όσα περιέχονται στο έγγραφο που αυτόβουλα και συνειδητά υπέγραψε ο εναγόμενος, υπενθυμίζω τη νομολογιακή αρχή ότι η υπογραφή δεσμεύει και ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, με το βάρος να είναι στους ώμους του ν' αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το έγγραφο που υπέγραψε λόγω κατ' ισχυρισμό ανικανότητας ή τυφλότητας ή αναλφαβητισμού ή παραπλάνησης ή δόλου, είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που νόμιζε ότι υπέγραφε (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018) Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004, The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriacou
(1989)1 AAΔ 96, Αναστασία Θεοδόση Αναστασίου ή David Guy ν. Χριστίνας Θεοδόση Μιχαηλούδη
(1998)1 ΑΑΔ 264, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1240). Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο απλός ισχυρισμός του εναγόμενου 2 ότι δεν του κατέστη πλήρως αντιληπτή η σοβαρότητα των όσων ενυπογράφως δήλωνε ότι αποδεχόταν και ότι συνεπεία της γνώσης του για την ύπαρξη της υποθήκης, δεν θεώρησε ούτε ο ίδιος αναγκαίο να επιχειρήσει ν' αντιληφθεί τι είναι που υπέγραφε, αλλά ούτε και μπορεί ο εν λόγω ισχυρισμός να αποτελέσει βάση για ν' απαλλαχτεί ο εναγόμενος 2 από τις αυστηρές νομικές συνέπειες που η υπογραφή του συνεπάγεται για τον ίδιο. Άλλωστε, ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δήλωσε ενυπογράφως τότε ότι όχι μόνο κατανόησε το έγγραφο και τις ρητές υποχρεώσεις που εκεί αναφέρονταν ότι αναλάμβανε, αλλά και ότι αντιλήφθηκε πλήρως το ότι η εγγύηση του συνιστούσε χωριστή, ανεξάρτητη και επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου για το οποίο δέχτηκε να καταστεί εγγυητής, και ότι ο ίδιος θα είχε προσωπική ευθύνη να εξοφλήσει το οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο εφόσον αυτό ενέπιπτε στο «.ποσό των Λ.Κ. 30.000.επιπλέον τόκους (τόσο μετά όσο και πριν οποιαδήποτε απαίτηση ή δικαστική απόφαση μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση, προς ποσοστό επιτοκίου προς το οποίο ο Πρωτοφειλέτης θα χρεώνεται από καιρού εις καιρό, πλέον προμήθειες και/ή άλλα τραπεζικά δικαιώματα και/ή.άλλα έξοδα.», ανεξάρτητα του αν η ενάγουσα είχε στη διάθεση της και άλλα μέσα για να εισπράξει το χρέος που της οφειλόταν. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου συνεπώς, στο βαθμό που η υπεράσπιση του εναγόμενου 2 αφορά στη φύση, στην έκταση και στο μέγεθος της ευθύνης που αυτός ανέλαβε με την επίδικη συμφωνία εγγύησης, κρίνω ότι οι επί του προκειμένου θέσεις του δεν μπορούν να επιτύχουν αφού και το αξιούμενο ποσό αλλά και τα υπό κρίση δικαιώματα που προωθεί η ενάγουσα εμπίπτουν εντός των όσων ρητά συμφωνήθηκαν με την επίδικη συμφωνία εγγύησης της 25/10/
  1. Το ερώτημα τώρα είναι αν ο εναγόμενος 2 μπορεί, για τους λόγους που έχει προβάλει, να επικαλεστεί προς υπεράσπιση του και με επιτυχία τις πρόνοιες του Ν.197(I)/
  2. Υπενθυμίζω ότι ως προς το θέμα αυτό, η πλευρά του εναγόμενου 2 υποστήριξε ότι δεν ενημερώθηκε ο τελευταίος για την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1 πριν υπογράψει τη συμφωνία εγγύησης, ότι δεν ειδοποιήθηκε εγκαίρως για την ύπαρξη καθυστερημένων δόσεων και ότι επιδείχθηκε αδράνεια από πλευράς ενάγουσας για ουσιαστική εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης
  3. Όσον αφορά τις θέσεις αυτές του εναγόμενου 2, οι οποίες εδράζονται κυρίως στις πρόνοιες των αρ. 5 και 12 του Νόμου, σημειώνω τα εξής. Το αρ. 5 του Νόμου, επί του οποίου ο εναγόμενος 2 εδράζει τη θέση του ότι η ενάγουσα έπρεπε να τον ενημερώσει γραπτώς για την οικονομική κατάσταση της εναγομένης1 προτού υπογραφεί η επίδικη συμφωνία εγγύησης, προνοεί τα εξής: «Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή.(α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται.Το ποσό του δανείου που παραχωρείται.τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη,. το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και η ημερομηνία ή η προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάμει της συμφωνίας δανείου, το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη.(και). (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου..». Ενώ όμως είναι κοινώς αποδεκτό στην παρούσα υπόθεση ότι η ενάγουσα δεν εφοδίασε τον εναγόμενο 2 με την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 2 πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης στις 25/10/02, οι προαναφερόμενες πρόνοιες του αρ.5 του Νόμου, οι οποίες επιβάλλουν να γίνεται κάτι τέτοιο, δεν ήταν σε ισχύ κατά τις 25/10/
  4. Μάλιστα δε, ολόκληρος ο Ν. 197(Ι)/13 θεσπίστηκε πολύ μετά την υπογραφή της επίδικης εγγύησης και συγκεκριμένα ένα χρόνο αργότερα, ήτοι στις 31/12/
  5. Δεν παραγνωρίζεται βέβαια ότι οι γενικές πρόνοιες του αρ.13 του Νόμου προνοούν για εφαρμογή του και σε συμβάσεις εγγύησης που ήταν ήδη συνομολογημένες κατά την 31/12/03, όμως οι ειδικές πρόνοιες του αρ.5 κάμνουν ρητή αναφορά σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο εφαρμογής τους, ήτοι στο στάδιο «.Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης.». Με άλλα λόγια, κατά την υπογραφή της επίδικης εγγύησης στις 25/10/02 η ενάγουσα δεν είχε καμία νομοθετική υποχρέωση να ενεργήσει με τον τρόπο που το αρ.5 επέβαλε ένα χρόνο αργότερα. Το γεγονός δε ότι οι τροποποιήσεις που έγιναν στην επίδικη συμφωνία έλαβαν χώρα μετά τη θέσπιση του Ν.197(Ι)/03 ουδόλως διαφοροποιεί την κατάσταση αφού όχι μόνο η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης είχε ήδη λάβει χώρα όταν θεσπίστηκε το αρ.5 αλλά και γιατί, όπως ρητά αναφέρεται στις συμφωνίες τροποποίησης, οι όροι της συμφωνίας εγγύησης που ο εναγόμενος 2 είχε υπογράψει στις 25/10/02, δεν θα επηρεάζονταν καθόλου από τις τροποποιήσεις και θα παρέμεναν να ισχύουν ως είχαν κατά την ημερομηνία υπογραφής τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός ότι σε κανένα σημείο της υπόθεσης δεν προβλήθηκε ο οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 1 και ο εναγόμενος 2 ήταν άγνωστοι μεταξύ τους κατά το χρόνο υπογραφής της εγγύησης και αφ' ετέρου ότι τόσο η επίδικη συμφωνία εγγύησης όσο και η συμφωνία δανείου στην οποία είχε ενσωματωθεί το έγγραφο εγγύησης, περιείχαν όλες σχεδόν τις πληροφορίες που αργότερα επιβλήθηκε δυνάμει του αρ.5 του Νόμου να αποκαλύπτονται, «.περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του (πρωτοφειλέτη) που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου.», δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του εναγόμενου 2 ότι αυτός δεν ήταν πλήρως ενήμερος για το τι περιέβαλλε την ευθύνη που δέχτηκε να αναλάβει. Άλλωστε, όπως ήδη επεσήμανα, οι ενυπόγραφες δηλώσεις του εναγόμενου 2 ως προς το ότι αυτός είχε όντως στη διάθεση και υπόψη του όλα τα στοιχεία που έκρινε ότι χρειαζόταν για να αποφασίσει αν θα δεχόταν ή όχι να καταστεί εγγυητής της εναγόμενης 2, όπως εν τέλει αποφάσισε να πράξει υπογράφοντας την επίδικη συμφωνία, τον εμποδίζουν από του να ισχυρίζεται σήμερα οτιδήποτε το αντίθετο. Των πιο πάνω λεχθέντων, είναι θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω εδώ και το ότι δεν αναφέρονται στο Νόμο ποιες δύναται να είναι οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του αρ.5 όπως αντίθετα γίνεται με άλλες πρόνοιες όπως αυτές του αρ.12 στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω. Συνεπώς, ακόμη και αν εφαρμόζονταν στην υπό κρίση περίπτωση οι πρόνοιες του αρ.5, η μη συμμόρφωση της ενάγουσας με αυτές δεν θα μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις να οδηγήσει άνευ εταίρου στην απόρριψη της αξίωσης της εναντίον του εναγόμενου 2 αφού το όλο θέμα θα έπρεπε πλέον να εξεταστεί υπό το φως του πώς αυτή η μη συμμόρφωση επηρέασε τον τελευταίο. Τίποτα όμως δεν έχει τεθεί ενώπιον μου που να υποδηλοί ότι ο εναγόμενος 2 επηρεάστηκε σε τέτοιο βαθμό συνεπεία του ότι δεν γνώριζε την πλήρη οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1 ώστε να δικαιολογείται η απαλλαγή του από εγγυητής. Αντιθέτως, όπως ο ίδιος ανέφερε, ήταν υπέρ αρκετό για εκείνον το ότι γνώριζε ότι η εναγόμενη 1 είχε εξασφαλίσει το δάνειο με ακίνητο το οποίο υπερκάλυπτε το χρέος και καμία μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει ότι η εν λόγω εξασφάλιση ήταν άκυρη ή ανεπαρκής ώστε το συγκεκριμένο παράπονο του εναγόμενου 2 να μπορούσε να έχει κάποιο πραγματικό ή νομικό έρεισμα. Αναφορικά τώρα με τη θέση του εναγόμενου 2 ότι θα πρέπει να απαλλαχτεί κατ' εφαρμογή των προνοιών του αρ.12 του Ν. 197(Ι)/03, σημειώνω τα εξής. Οι συγκεκριμένες πρόνοιες επιβάλλουν στον πιστωτή να ενημερώνει αφ' ενός άμεσα και γραπτώς τον κάθε εγγυητή σε ένα δάνειο «.για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε της υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου.» (αρ.12
(1)) και αφ' ετέρου «.να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο . καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του.» (αρ.12
(2)). Σύμφωνα με το αρ.12
(3)του Νόμου δε : «.Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από της υποχρεώσεις του πιστωτή της τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία της παραβλάπτεται, της προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. Με γνώμονα τα πιο πάνω, επισημαίνω τα ακόλουθα σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Σε κανένα σημείο του δικογράφου του ο εναγόμενος 2 δεν επικαλείται ή αναφέρεται ως μέρος της υπερασπιστικής του γραμμής στις πρόνοιες του αρ.12 του Ν.197(Ι)/03 και αυτό τη στιγμή που στο εν λόγω δικόγραφο γίνεται ρητή αναφορά σε άλλες πρόνοιες του εν λόγω Νόμου, ήτοι στα διαλαμβανόμενα στις πρόνοιες του αρ.5, οι οποίες μάλιστα προβάλλονται να συνιστούν και ουσιώδες μέρος της προβληθείσας υπεράσπισης. Αν ήταν όμως πρόθεση του εναγόμενου 2 να επικαλεστεί και τις πρόνοιες του αρ.12 ως μέρος της υπεράσπισης του και αυτό για να υποστηρίξει ότι η μη συμμόρφωση της ενάγουσας με τις συγκεκριμένες πρόνοιες, είτε έχει παραβλάψει την «.τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.» είτε έχει δημιουργήσει προς όφελος του ιδίου «. θεραπείες.υπερασπίσεις.δικαιώματα και.υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης.», κάποιος τουλάχιστο σχετικός και ρητός ισχυρισμός θα έπρεπε να δικογραφηθεί από μέρους του. Άλλωστε, σύμφωνα με το ίδιο το αρ.12, ούτε αυτόματη είναι η εφαρμογή των συγκεκριμένων προνοιών αλλά ούτε και απόλυτες είναι οι συνέπειες που συνεπάγεται η εφαρμογή τους σε μια υπόθεση. Αντιθέτως, ως το ίδιο το άρθρο προνοεί, η μη συμμόρφωση του πιστωτή με τις συγκεκριμένες πρόνοιες απαλλάσσει αυτόματα τον εγγυητή μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο τελευταίος έχει απωλέσει το δικαίωμα του για τελική ικανοποίηση από τον πρωτοφειλέτη (12
(3)(α)), κάτι που θα πρέπει σίγουρα και να δικογραφηθεί αλλά και να αποδειχθεί από το διάδικο που επιθυμεί να προβάλλει μια τέτοια υπεράσπιση, ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η μη συμμόρφωση του πιστωτή με τις πρόνοιες του αρ.12 δεν απαλλάσσει αυτόματα τον εγγυητή αλλά απλά ενεργοποιεί το δικαίωμα του να ισχυριστεί ότι έχει παραβιαστεί ουσιώδης όρος της συμφωνίας εγγύησης και να ζητήσει, ως το κατ' ισχυρισμό αναίτιο μέρος της παράβασης, όπως εφαρμοστούν «.οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.». Με άλλα λόγια, για να μπορέσει ένας εγγυητής να επωφεληθεί των δικαιωμάτων και ή των υπερασπίσεων που παρέχουν οι πρόνοιες του αρ.12, θα πρέπει αυτός, όχι μόνο να επικαλεστεί ρητά τις εν λόγω πρόνοιες στο δικόγραφο του αλλά και να καθορίσει με ακρίβεια και σαφήνεια τόσο το γιατί όσο και το πώς ακριβώς είναι που οι εν λόγω πρόνοιες εφαρμόζονται στην περίπτωση του. Αυτό αν μη τι άλλο διότι από νομικής σκοπιάς τουλάχιστο, πολύ διαφορετικές είναι οι περιπτώσεις όπου κάποιος ισχυρισμός προβάλλεται ως υπεράσπιση από τις περιπτώσεις όπου ο ίδιος ισχυρισμός προβάλλεται ως ανταπαίτηση. Στην παρούσα υπόθεση όμως, οι πρόνοιες του αρ.12 δεν συνιστούν ούτε μέρος της δικογραφημένης υπεράσπισης του εναγόμενου 2 αλλά ούτε και αποτελούν τη βάση για την προώθηση οποιασδήποτε ανταπαίτησης. Συνεπώς, οι επί του προκειμένου θέσεις που πρόβαλε ο τελευταίος κατά την ακρόαση αλλά και κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν από το Δικαστήριο και να απορριφθούν. Για σκοπούς πληρότητας όμως θα αναφέρω και τα εξής. Από την ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι ο εναγόμενος 2 είχε σε διάφορες περιπτώσεις ενημερωθεί δεόντως για την καθυστέρηση που επεδείκνυε η εναγόμενη 1 στην αποπληρωμή του δανείου της, πρώτα όταν ενέκρινε, ως ο ίδιος δέχτηκε, την τροποποιητική συμφωνία της 26/10/09 στην οποία γινόταν ρητή αναφορά σε καθυστερημένες δόσεις και στη συνέχεια όταν η ενάγουσα τον ενημέρωσε για το θέμα με τις δύο επιστολές της ημερ. 08/10/12 και 18/12/12. Παρά όμως το ότι ο εναγόμενος 2 έλαβε έστω και αυτή την ενημέρωση, αυτός ουδέποτε αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε ισχυρίστηκε ποτέ ότι παραβιάστηκε κάποιος ουσιώδης όρος της δικής του συμφωνίας με την ενάγουσα λόγω του ότι δεν ενημερώθηκε ενωρίτερα γι' αυτή την καθυστέρηση. Μάλιστα δε, ούτε καν στο δικόγραφο του δεν πρόβαλε ένα τέτοιο ισχυρισμό. Εν τη απουσία λοιπόν οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι έχει παραβλαφτεί «.η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη.», δεν θα μπορούσαν να εφαρμοστούν στην υπό κρίση περίπτωση οι πρόνοιες του αρ.12
(3)(α) ώστε να απαλλαχτεί ο εναγόμενος 2 από κάθε ευθύνη ενώ την ίδια στιγμή, η στάση που επέδειξε καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ο τελευταίος, καταδεικνύει ότι ακόμη και αν κατ' εφαρμογή των προνοιών του αρ.12
(3)(β), ήθελε θεωρηθεί ότι η ενάγουσα παραβίασε κάποιο ουσιώδη όρο της σύμβασης εγγύησης, αυτός, ο εναγόμενος 2 δηλαδή, επέλεξε όπως μην ενεργήσει ποτέ επί αυτής της παράβασης για να διεκδικήσει «.θεραπείες . υπερασπίσεις . δικαιώματα και . υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου.». Υπό αυτά τα δεδομένα συνεπώς, δεν θα μπορούσε να επιτραπεί τώρα στον εναγόμενο 2 να «πάει πίσω» για να ασκήσει τα δικαιώματα που ο ίδιος επέλεξε να μην ασκήσει ποτέ και σίγουρα, εν τη απουσία της επιβαλλόμενης και αναγκαίας δικογράφησης, δεν θα ήταν επιτρεπτό ούτε για το Δικαστήριο να εφαρμόσει από μόνο του τις πρόνοιες του αρ.12 και μάλιστα καθ' όποιο τρόπο θα έκρινε το ίδιο ότι δύναται να εξυπηρετήσει καλύτερα την περίπτωση του εναγόμενου 2. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι πρόνοιες του αρ.12
(3)(β) αναφέρουν ρητά ότι αφορούν απλά στα γενικά δικαιώματα, θεραπείες και υπερασπίσεις που το δίκαιο των συμβάσεων παρέχει σ' ένα αναίτιο μέρος σε περίπτωση παράβασης μιας σύμβασης, η επιτυχής επίκληση των οποίων όμως δεν εξαρτάται μόνο από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και από το ποια ακριβώς θεραπεία, δικαίωμα ή υπεράσπιση θα επιδιώξει να προωθήσει ο εγγυητής. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, ούτε οι πρόνοιες των αρ. 5 και 12 του Ν.197(Ι)/03 δύναται να αποτελέσουν λόγο στην υπό κρίση υπόθεση για να απαλλαχτεί ο εναγόμενος 2 από τις υποχρεώσεις του απέναντι στην ενάγουσα ως εγγυητής του δανείου της εναγόμενης
  1. Στρέφομαι τώρα στο τελευταίο θέμα που έχει εγερθεί από πλευράς υπεράσπισης, ήτοι την κατ' ισχυρισμό αδράνεια της ενάγουσας να εκποιήσει μέχρι σήμερα την υποθήκη που έχει εγγράψει επί του ακινήτου της εναγόμενης 1 ως εξασφάλιση του δανείου που χορήγησε στην τελευταία. Το θέμα αυτό, αν και αρχικά επιχειρήθηκε να προβληθεί ως λόγος για απαλλαγή του εναγόμενου 2 από κάθε ευθύνη εντούτοις στο τέλος συναρτήθηκε αποκλειστικά με την εξουσία που οι πρόνοιες του αρ. 10 του Ν.197(Ι)/03 παρέχουν στο Δικαστήριο για να διατάξει, «.όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η οφειλή.». Είναι υπό αυτή τη σκοπιά λοιπόν που θα προχωρήσω να εξετάσω την επί του προκειμένου θέση του εναγόμενου
  2. Σημειώνω τα εξής: Σύμφωνα με το αρ. 9 του Νόμου στο οποίο το αρ.10 παραπέμπει: «Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων· (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση·. (γ) κατά το χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 7. Το αρ.10
(1)του Νόμου τώρα προνοεί μεταξύ άλλων τα εξής: « Δικαστήριο διατάσσει δυνάµει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραµένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση αγωγής εναντίον του ή εναντίον του και εναντίον του πρωτοφειλέτη . αίτηµα για αναστολή και το δικαστήριο ικανοποιηθεί µε βάση την ενώπιον του σχετική µε το αίτηµα µαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονοµική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείµενο σύµβασης εγγύησης: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί µε βάση την ενώπιόν του µαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονοµική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την οφειλή που αποτελεί αντικείµενο σύµβασης εγγύησης αν ο πιστωτής δεν καταφέρει να αποδείξει - (i).(
  1. v)σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευµένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόµα εκποιηθεί δυνάµει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόµου. (α1) Σε περίπτωση που πιστωτής, στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής ή στα πλαίσια διαδικασίας µέτρων εκτέλεσης ή διαδικασίας αίτησης για έκδοση διατάγµατος παραλαβής από τον πιστωτή έναντι του εγγυητή σε σχέση µε τη σύµβαση εγγύησης, δεν αποδείξει ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιµες στον ίδιο διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο πιστωτής θεωρείται ότι απέδειξε ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιµες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, εάν αποδείξει - (i).(
  2. v)σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευµένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόµα εκποιηθεί δυνάµει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόµου. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγµα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν µετά την εκποίηση της υποθήκης, παραµένει οποιοδήποτε µέρος του χρέους ανεξόφλητο:.» (σ.σ οι πρόνοιες που έχουν παραλειφθεί δεν αφορούν στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης) Από απλή ανάγνωση των πιο πάνω προνοιών διαπιστώνεται να υπάρχει μία σύγχυση, αν όχι αντίφαση στον ίδιο τον Νόμο και αυτό γιατί αν αποδειχθεί σε μια υπόθεση ότι υπάρχει οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή η οποία όμως ακόμη δεν έχει εκποιηθεί, όπως είναι η παρούσα περίπτωση, τότε, ενώ δυνάμει του αρ. 10
(1)(δ) το γεγονός αυτό δικαιολογεί να διαταχθεί η αναστολή εφόσον «υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί», την ίδια στιγμή, δυνάμει του αρ. αρ.10
(1)(α1), δεν δικαιολογείται η αναστολή εφόσον «.ο πιστωτής θεωρείται ότι απέδειξε ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιµες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής.». Ταυτόχρονα, η διπλή άρνηση στις πρόνοιες του αρ.10
(1)(α) καθιστά το όλο θέμα ακόμη πιο συγχυσμένο αφού σύμφωνα με την επιφύλαξη των εν λόγω προνοιών, το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή «.αν ο πιστωτής δεν καταφέρει να αποδείξει.(ότι η). υποθηκευµένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή.δεν έχει ακόµα εκποιηθεί.». Το ότι όντως διαπιστώνεται σύγχυση στο Νόμο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση οι διάδικοι επικαλούνται και οι δύο το κοινώς αποδεκτό γεγονός της μη εκποίησης της περιουσίας της εναγόμενης 1 για να υποστηρίξουν όμως, ο μεν εναγόμενος 2 ότι δικαιολογείται η αναστολή λόγω των προνοιών του αρ.10
(1)(δ), η δε ενάγουσα ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή λόγω των αρ. 10
(1)(α) και 10
(1)(α1). Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί ότι ανεξαρτήτως της όποιας σύγχυσης τυχόν παρουσιάζουν οι πρόνοιες ενός Νόμου, το καθήκον ενός Δικαστηρίου είναι να προσπαθήσει να εφαρμόσει τις εν λόγω πρόνοιες κατά τρόπο που συνάδει με το πνεύμα και το σκοπό του Νόμου, χωρίς βέβαια να υπερβεί τις εξουσίες του με το να αναλάβει το ρόλο του νομοθέτη. Με τούτο κατά νου λοιπόν, σημειώνω τα εξής σχετικά με το υπό κρίση αίτημα του εναγόμενου 2. Οι προαναφερόμενες πρόνοιες που προκαλούν τη σύγχυση στο Νόμο, ήτοι η επιφύλαξη του αρ.10
(1)(α) και ολόκληρο το αρ. 10
(1)(α1), δεν υπήρχαν εξ' αρχής στο Νόμο αλλά προστέθηκαν το 2015 δυνάμει νομοθετικής τροποποίησης. Μέχρι το 2015, πέραν των αρ. 10
(1)(β) και 10
(1)(γ) που δεν αφορούν στην παρούσα περίπτωση, στο Νόμο υπήρχε μόνο η βασική πρόνοια του αρ. 10
(1)(α) και το αρ. 10
(1)(δ), οι οποίες πρόνοιες έχουν διατηρηθεί αυτούσιες και μετά την τροποποίηση του 2015. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, το Δικαστήριο διατάσσει την αιτούμενη αναστολή όταν «.ικανοποιηθεί µε βάση την ενώπιον του σχετική µε το αίτηµα µαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονοµική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή.» ή όταν «.υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί». Είναι λοιπόν έκδηλο θεωρώ ότι ο πραγματικός σκοπός και το πνεύμα του Νόμου είναι, ως και ο ίδιος ο τίτλος του Νόμου υποδηλοί, να προστατευτεί ο εγγυητής μιας οφειλής μέχρις ότου καταστεί ξεκάθαρο ότι η οφειλή δεν μπορεί με κανένα τρόπο να εισπραχθεί από το «βασικό» υπεύθυνο του χρέους, ήτοι τον πρωτοφειλέτη και ότι ο μόνος πλέον τρόπος εξόφλησης του χρέους είναι να πληρώσει ο εγγυητής, ο οποίος, προς διασφάλιση και των δικαιωμάτων του πιστωτή, εξακολουθεί με βάση το Νόμο να παραμένει δεσμευμένος από την εγγύηση του μέχρι πλήρους εξόφλησης. Άλλωστε όπως και πριν το 2015 έτσι και μετά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο διατάξει την αναστολή λόγω ύπαρξης υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί, το εν λόγω διάταγμα «.παύει να έχει ισχύ, εάν µετά την εκποίηση της υποθήκης, παραµένει οποιοδήποτε µέρος του χρέους ανεξόφλητο.». Λαμβανομένων των πιο πάνω υπόψη συνεπώς καθώς επίσης και το ότι το κοινώς αποδεκτό γεγονός της μη εκποίησης της υποθήκης του ακινήτου της πρωτοφειλέτιδας στην παρούσα υπόθεση, εντάσσει την περίπτωση του εναγόμενου 2 εντός των ανεξάρτητων και ξεχωριστών προνοιών του αρ. 10
(1)(δ) οι οποίες ίσχυαν ως έχουν από την ημερομηνία που τέθηκε για πρώτη φορά σε ισχύ ο Νόμος, κρίνω ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης, το οποίο ως φαίνεται στο Νόμο δεν χρειαζόταν να δικογραφηθεί για να προβληθεί εκκρεμούσης της αγωγής, δύναται να εγκριθεί. Άλλωστε, ούτε η ενάγουσα αλλά ούτε και ο εναγόμενος 2 αμφισβητούν ότι όντως γίνονται πλέον ουσιαστικές προσπάθειες για πώληση του ακινήτου της εναγόμενης 1 και ότι σε μια τέτοια περίπτωση, το προϊόν της πώλησης θα είναι αρκετό για να καλύψει ολόκληρο το χρέος. Και να μην είναι όμως αρκετό, η επιφύλαξη του αρ.10
(1)(δ) θα επενεργεί ώστε να παραμένουν διασφαλισμένα και τα συμφέροντα της ενάγουσας αφού ο εναγόμενος 2 θα παραμείνει δεσμευμένος με βάση την εγγύηση του να πληρώσει το οποιοδήποτε µέρος του χρέους ήθελε παραµείνει ανεξόφλητο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους επομένως, κρίνω ότι η ενάγουσα απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του εναγόμενου 2 και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον του εναγόμενου 2 για το ποσό των €80.482,87 πλέον τόκους €408,20 για την περίοδο 01/01/13 - 29/01/13, 8,40% για 29/01/13 - 24/11/13 και 7,65% από 25/11/13 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, ήτοι στις 30/6 και 31/
  1. Για τους λόγους που έχω επίσης εξηγήσει, κρίνω ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι ορθό και δίκαιο όπως ασκήσω τις εξουσίες που μου παρέχουν τα αρ. 9 και 10 του Ν.197(Ι)/03 και διατάσσω την αναστολή της εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης εναντίον του εναγόμενου 2 μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης που βαραίνει το ακίνητο της πρωτοφειλέτιδας εναγόμενης
  2. Νοείται ότι για όσο καιρό θα ισχύει η διαταχθείσα αναστολή, η οποία θα παύσει να ισχύει αν μετά την εκποίηση της υποθήκης παραµείνει οποιοδήποτε µέρος του χρέους ανεξόφλητο, αυτή θα καλύπτει κάθε διαδικασία που αφορά σε κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του εναγόμενου 2 ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο Κεφ.
  3. Όσον αφορά τώρα τα έξοδα της υπόθεσης αυτά επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο εναγόμενος 2 προώθησε μέχρι τέλους τη θέση ότι θα πρέπει να απαλλαχτεί από κάθε ευθύνη και ότι συνεπεία αυτής της θέσης, η οποία έχει απορριφθεί, τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί στην αγωγή ουσιαστικά αφορούν τον εναγόμενο 2 αποκλειστικά εφόσον εναντίον της εναγόμενης 1 εκδόθηκε από την αρχή απόφαση, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η πληρωμή των εξόδων από τον εναγόμενο 2 εξαιρεθεί από τη διαταχθείσα αναστολή. Διατάσσω συνεπώς όπως τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί εναντίον του εναγόμενου 2 είναι άμεσα πληρωτέα και η σχετική διαταγή άμεσα εκτελεστή. (Υπ.)........... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πρωτοκολλητής [1] 35.-
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.