ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 853/14, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A356 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 853/14 Μεταξύ: XXXXX ΑΝΑΤΟΛΙΤΗΣ, μέσω του νομίμου πληρεξούσιου αντιπροσώπου του XXXXX Ανατολίτη Ενάγοντας και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόμενη --------------------------------------------- Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Μάγος Για εναγόμενη: κ. Θ. Ιωαννίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Από την ανταλλαγείσα δικογραφία στην παρούσα αγωγή καθώς και τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε εκατέρωθεν κατά την ακρόαση, προκύπτει ότι η βασική διαφωνία των διαδίκων είναι ουσιαστικά νομικής φύσης αφού αφορά στην ερμηνεία και στις νομικές συνέπειες εγγράφων και συμφωνιών το περιεχόμενο των οποίων είναι κοινώς αποδεκτό και δεν αμφισβητείται. Παραθέτω λοιπόν σε συντομία τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση καθώς επίσης και τις θέσεις που αμφότεροι οι διάδικοι προώθησαν. Στις 04/09/06 ο ενάγοντας σύναψε σύμβαση με την εταιρεία S.K.Master Development Ltd (εφ' εξής πωλητής) για την αγορά ενός διαμερίσματος σε πολυκατοικία που η τελευταία προτίθετο να ανεγείρει σε ακίνητο της στη Λευκωσία (Τεκ.8). Το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, το οποίο καθορίστηκε στις Λ.Κ. 89.000, είχε συμφωνηθεί ότι θα καταβληθεί από τον αγοραστή ενάγοντα προς τον πωλητή τμηματικά, ήτοι Λ.Κ. 40.000 με την υπογραφή της συμφωνίας, Λ.Κ. 47.000 κατά την παράδοση του διαμερίσματος και Λ.Κ. 2.000 με την μεταβίβαση χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας στο όνομα του αγοραστή ενάγοντα. Αν και η συμφωνία περιείχε διάφορους όρους αναφορικά με τα χρονοδιαγράμματα εντός των οποίων έπρεπε να εκπληρωθούν ο εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις, περιλαμβανομένης και της συγκεκριμένης ημερομηνίας που θα έπρεπε να παραδοθεί το διαμέρισμα στον ενάγοντα, εντούτοις, καμία πρόνοια δεν είχε γίνει σε σχέση με το χρόνο εντός του οποίου ο πωλητής όφειλε να μεταβιβάσει την κυριότητα του διαμερίσματος στον ενάγοντα αγοραστή. Η μόνη πρόνοια που έγινε στη συμφωνία σε σχέση με τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα που περιέβαλλαν το θέμα της μεταβίβασης του διαμερίσματος ήταν ότι τέτοια μεταβίβαση θα γινόταν «.μόλις εκδοθεί χωριστό πιστοποιητικό εγγραφής και με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος και οποιωνδήποτε άλλων οφειλών που πηγάζουν από τη συμφωνία αυτή.». Οχτώ
(8)περίπου μέρες αργότερα, ήτοι στις 12/09/06, η εναγόμενη τράπεζα εξέδωσε την εγγυητική επιστολή υπ. αρ ΕΚ 29373 για το ποσό των Λ.Κ. 40.000 (€68.400), στην οποία ο ενάγοντας και ο πωλητής του διαμερίσματος χρακτηρίζονταν ως δικαιούχος και αιτητές της εγγυητικής αντίστοιχα και η οποία περιείχε το εξής λεκτικό (Τεκ.2): «Κατά παράκληση των αιτητών κρατούμε στη διάθεση σας το πιο πάνω ποσό των Λ.Κ.40.000 .πλέον τόκους υπολογιζόμενους με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με Βασικό συν 2% το χρόνο, σαν εγγύηση για την έκδοση του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου που αποτελείται από ένα διαμέρισμα με αριθμό θύρας 104.και τη μεταβίβαση του σε εσάς το αργότερο μέχρι την 5ην Αυγούστου
- Το πιο πάνω ακίνητο έχει αγορασθεί από εσάς από την Εταιρεία S.K. MASTER DEVELOPMENTS LTD., (εφεξής οι πωλητές) βάσει του πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 4 Σεπτεμβρίου
- Νοείται πάντοτε ότι η ολική ευθύνη της Τράπεζας σύμφωνα με την εγγύηση αυτή περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.40.000 . πλέον τόκους υπολογιζόμενους με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσο με Βασικό συν 2% το χρόνο. Αναλαμβάνουμε δε να πληρώσουμε σε σας το πιο πάνω ποσό, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από τους πωλητές, αμέσως μόλις γίνει γραπτή απαίτηση σας με συστημένη επιστολή ή με παράδοση δια χειρός στα γραφεία μας η οποία θα δηλώνει ότι δεν εξεδόθη ο σχετικός τίτλος και οι πωλητές δεν μεταβίβασαν το ακίνητο στο όνομα σας μέχρι την 5ην Αυγούστου
- Η εγγύηση μας αυτή ισχύει μέχρι τη πιο πάνω ημερομηνία λήξεως. Οποιαδήποτε απαίτηση σύμφωνα με την εγγύηση αυτή πρέπει να υποβληθεί σε εμάς γραπτώς και έγκαιρα ώστε να βρίσκεται στα χέρια της Τράπεζας μέχρι την 5ην Σεπτεμβρίου
- Μετά την ημερομηνία αυτή οποιαδήποτε υποχρέωση μας τερματίζεται και ή εγγύηση μας θα θεωρείται άκυρη και χωρίς ισχύ είτε η παρούσα μας επιστραφεί για ακύρωση είτε όχι. Η εγγυητική αυτή θα καταστεί αυτόματα άκυρη και χωρίς ισχύ εάν κατά οποιοδήποτε χρόνο της ισχύς της ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου μεταβιβαστεί από τον πωλητή σε σας. Η εγγυητική αυτή τίθεται σε ισχύ νοουμένου ότι θα καταβάλετε σε εμάς για λογαριασμό των πωλητών το ποσό των Λ.Κ. 40.000.Η εν λόγω πληρωμή πρέπει να γίνει στην Τράπεζα μας με Τραπεζική επιταγή ή με ανέκκλητη Τραπεζική εντολή για λογαριασμό των πελατών μας S.K. MASTER DEVELOPMENTS LTD» Σημειώνω εδώ ότι δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγοντας συμμορφώθηκε πλήρως με τον όρο που επέβαλε η εναγόμενη τράπεζα για την ενεργοποίηση της εγγυητικής καθώς επίσης και ότι η ισχύς της εν λόγω εγγυητικής ενεργοποιήθηκε κανονικά. Ουσιαστικά, το ποσό των ΛΚ 40.000 που θα καταβαλλόταν με την υπογραφή της συμφωνίας της 04/09/06 στον πωλητή και πελάτη της εναγόμενης τράπεζας, ήτοι στην S.K. MASTER DEVELOPMENTS LTD, ο ενάγοντας το κατέβαλε στην εναγόμενη τράπεζα στην οποία ο πωλητής ήταν πελάτης, ώστε η τελευταία να δεχτεί να δεσμευτεί απέναντι στον ενάγοντα μέσω της εγγυητικής, ότι θα κρατούσε το εν λόγω ποσό προς όφελος του και σύμφωνα με τους όρους της εγγυητικής. Τρεις
(3)μήνες αργότερα, τον Δεκέμβρη του 2006 δηλαδή, ο ενάγοντας υπέβαλε αίτημα στην εναγόμενη τράπεζα να του χορηγήσει δάνειο ύψους Λ.Κ. 47.000 ώστε να πληρώσει το εν λόγω ποσό στον πωλητή του διαμερίσματος ως προνοούσε η συμφωνία της 04/09/
- Προς εξασφάλιση του δανείου αυτού, η εναγόμενη τράπεζα ζήτησε όπως το δάνειο εξασφαλιστεί με τη διατήρηση της υποθήκης που είχε ήδη εγγραφεί επί του ακινήτου σε σχέση με τις υποχρεώσεις της πωλήτριας και ιδιοκτήτριας τότε εταιρείας S.K. MASTER DEVELOPMENTS LTD, όπως δοθούν προσωπικές εγγυήσεις τόσο από την πωλητήρια εταιρεία όσο και από τον πατέρα του ενάγοντα ο οποίος είχε προηγουμένως διατελέσει γενικός διευθυντής της εναγόμενης, όπως το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ ενάγοντα και πωλήτριας εταιρείας εκχωρηθεί στην εναγόμενη τράπεζα και όπως ο ενάγοντας δεσμευτεί να υποθηκεύσει το διαμέρισμα προς όφελος της εναγόμενης όταν θα του μεταβιβαζόταν η ιδιοκτησία του. Αφού ο ενάγοντας δέχτηκε τους όρους της εναγόμενης, υπεγράφη μεταξύ των δύο τους την 01/12/06 σχετική συμφωνία στεγαστικού δανείου για το ποσό των ΛΚ 47.000 πλέον τόκους, πληρωτέο σε μια περίοδο 25 χρόνων (Τεκ.9). Σημειώνω εδώ ότι μεταξύ των όρων επί των οποίων χορηγήθηκε το δάνειο στον ενάγοντα υπήρχε και όρος ότι μέχρι να εξοφληθεί πλήρως το δάνειο, η εναγόμενη τράπεζα θα μπορούσε να ασκήσει γενικό δικαίωμα επίσχεσης επί οποιουδήποτε ποσού ανήκε στον ενάγοντα και που «.δυνατό να περιέλθει στην κατοχή, φύλαξη, παρακαταθήκη ή έλεγχο της Τράπεζας.» και ακολούθως να συμψηφίσει ένα τέτοιο ποσό με την οποιαδήποτε εκκρεμούσα τότε οφειλή του ενάγοντα. Την ίδια μέρα που υπογράφτηκε η συμφωνία δανείου, ήτοι την 01/12/06, υπογράφτηκε και μια άλλη συμφωνία, αυτή τη φορά μεταξύ του οφειλέτη πλέον ενάγοντα, της εναγόμενης τράπεζας και του πωλητή S.K. MASTER DEVELOPMENTS LTD, σύμφωνα με την οποία ο ενάγοντας δέχτηκε να εκχωρήσει και εκχώρησε προς όφελος της εναγόμενης τράπεζας «.άπαντα τα δικαιώματά του τα απορρέοντα εκ της μεταξύ αυτού και του πωλητή εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 04/09/2006 διά της οποίας ο οφειλέτης συμφώνησε να αγοράσει και αγόρασε το... περιγραφόμενο ακίνητο.» (Τεκ.10). Μεταξύ των ρητών όρων που περιλήφθηκαν υποχρεώσεων στην εν λόγω συμφωνία εκχώρησης ήταν και ο όρος ότι ο ενάγοντας θα υποχρεούτο να υποθηκεύσει το διαμέρισμα προς όφελος της εναγόμενης τράπεζας σε περίπτωση που αυτό θα μεταβιβαζόταν στο όνομά του και ότι σε περίπτωση που παρέλειπε να το πράξει, η τελευταία θα είχε το δικαίωμα να ζητήσει από τον πωλητή όπως μεταβιβάσει το ακίνητο στο δικό της όνομα ή στο όνομα οποιουδήποτε άλλου προσώπου αυτή ήθελε. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι στην εν λόγω συμφωνία, στην οποία αναφέρεται ότι η συμφωνηθείσα εκχώρηση συνιστούσε αφ' ενός εξασφάλιση επιπρόσθετη προς οποιασδήποτε άλλη εξασφάλιση ή εγγύηση είχε ή τυχόν θα είχε η εναγόμενη τράπεζα σε σχέση με το δάνειο του ενάγοντα και αφ' ετέρου ότι δεν θα επηρέαζε καθόλου τις υποχρεώσεις που ο ενάγοντας και η S.K. MASTER DEVELOPMENTS LTD όφειλαν ο ένας προς τον άλλο δυνάμει του αγοραπωλητηρίου της 04/09/06, δεν γινόταν καμία αναφορά στην εγγυητική που είχε εκδοθεί πριν 3 μήνες, ήτοι στις 12/09/
- Κοντολογίς, μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης τράπεζας δημιουργήθηκε μια πολύμορφη σχέση υπό την έννοια ότι την ίδια στιγμή υπήρχε και σχέση πιστωτή χρεώστη, και σχέση εγγυητή και δικαιούχου αλλά και σχέση εκδοχέα και εκχωρήτη και είναι ακριβώς το πώς και αν οι εν λόγω σχέσεις αλληλοεπηρεάζονται που συνιστά και το βασικό επίδικο θέμα της υπόθεσης. Αφού λοιπόν δημιουργήθηκαν οι προαναφερόμενες σχέσεις μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης τράπεζας, ο πρώτος προχώρησε να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις που όφειλε τόσο απέναντι στον πωλητή του διαμερίσματος όσο και απέναντι στην εναγόμενη τράπεζα και κατέβαλε στον μεν πρώτο το ποσό των ΛΚ 47.000 ώστε να λάβει την κατοχή του διαμερίσματος και στη δε δεύτερη κανονικά τις δόσεις του δανείου του. Μέχρι και τις 05/08/08 που έληγε η εγγυητική της εναγόμενης τράπεζας όμως, ούτε ξεχωριστός τίτλος είχε εκδοθεί για το διαμέρισμα ούτε και τέτοιος τίτλος μεταβιβάστηκε επ' ονόματι του ενάγοντα. Παρά ταύτα η εγγυητική της εναγόμενης τράπεζας δεν τερματίστηκε στη λήξη της αφού στις 03/09/08, η τελευταία ενημέρωσε γραπτώς τον ενάγοντα ότι κατά παράκληση της πελάτιδος της και πωλήτριας του διαμερίσματος S.K. MASTER DEVELOPMENTS LTD, η ισχύς της εγγυητικής της 12/09/06 «παρατείνεται μέχρι την 5ην Σεπτεμβρίου 2009» ενώ «όλοι οι λοιποί όροι και προϋποθέσεις (της εγγυητικής) παραμένουν αμετάβλητοι». Στην εν λόγω γραπτή ενημέρωση της εναγόμενης τράπεζας, και πάλι ο ενάγοντας και ο πωλητής του διαμερίσματος αναφέρονταν ως ο δικαιούχος και ο αιτητής της εγγυητικής αντίστοιχα. Στη συνέχεια δε και κατά πανομοιότυπο τρόπο, η ισχύς της εγγυητικής παρατάθηκε από την εναγόμενη τράπεζα με ακόμη εφτά διαδοχικές ανανεώσεις μέχρι και την 05/01/14, με την τελευταία ανανέωση να λαμβάνει χώρα στις 02/07/13 (Τεκ. 3). Στις 23/12/13, ήτοι πριν τη λήξη της ισχύς της εγγυητικής ως αυτή είχε ανανεωθεί από την εναγόμενη τράπεζα στις 02/07/13, ο ενάγοντας, ο οποίος εν τω μεταξύ αποπλήρωνε κανονικά στην εναγόμενη το δάνειο που είχε λάβει, παρέδωσε διά χειρός ενυπόγραφη επιστολή στην τελευταία με την οποία ζητούσε όπως του πληρωθεί το ποσό της εγγυητικής «.διότι ο Αιτητής S.K. Master Development Ltd, μέχρι 5.12.13 δεν εξέδωσε το σχετικό τίτλο και δεν μεταβίβασε το ακίνητο στο όνομά μου» (Τεκ.4). Αν και η εναγόμενη τράπεζα επιβεβαίωσε ενυπογράφως και με σφραγίδα της την παραλαβή της επιστολής αυτής, εντούτοις ούτε απάντησε στον ενάγοντα ούτε και του πλήρωσε το ποσό της εγγυητικής. Σημειώνω εδώ ότι δεν αμφισβητείται η ορθότητα του τρόπου με τον οποίο απαιτήθηκε η πληρωμή της εγγυητικής. Αφού λοιπόν δεν υπήρξε θετική ανταπόκριση στην επιστολή του, ο ενάγοντας έστειλε εκ νέου επιστολή στην εναγόμενη τράπεζα στις 20/01/14, αυτή τη φορά μέσω των δικηγόρων του, απαιτώντας και πάλι όπως του πληρωθεί η εγγυητική, προειδοποιώντας όμως ταυτόχρονα ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προχωρούσε με δικαστικά μέτρα εναντίον της τράπεζας. Ούτε όμως και σε αυτή την επιστολή απάντησε η εναγόμενη τράπεζα, έστω και αν και πάλι επιβεβαίωσε την παραλαβή της ενυπογράφως και με τη σφραγίδα της. Καταχωρήθηκε λοιπόν στις 12/02/14 η παρούσα αγωγή, με την οποία ο ενάγοντας, επικαλούμενος τα πιο πάνω γεγονότα καθώς και το ότι ούτε μέχρι την καταχώρηση της αγωγής είχε εκδοθεί και μεταβιβαστεί ξεχωριστός τίτλος του διαμερίσματος στο όνομα του, αξιώνει από την εναγόμενη τράπεζα να του πληρώσει το ποσό της εγγυητικής της 12/09/06 ως οι όροι του εν λόγω εγγράφου προνοούν. Η υπεράσπιση της εναγόμενης τράπεζας, η οποία τροποποιήθηκε τον Νοέμβρη του 2020 κατόπιν άδειας που δόθηκε με ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση, περιστρέφεται γύρω από δύο άξονες. Ο πρώτος άξονας της υπεράσπισης αφορά στη θέση της εναγόμενης τράπεζας ότι, συνεπεία της συμφωνίας εκχώρησης της 01/12/06 με την οποία ο ενάγοντας εκχώρησε προς όφελος της άπαντα τα δικαιώματά που είχε από το αγοραπωλητήριο έγγραφο του Σεπτέμβρη του 2006, αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, έχει από τότε απωλέσει κάθε δικαίωμα που είχε να ζητήσει να του πληρωθεί η εγγυητική ή να αξιώσει μέσω αγωγής να του γίνει τέτοια πληρωμή. Αυτό κατά την εναγόμενη τράπεζα γιατί η επίδικη εγγυητική εκπήγαζε και ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το αγοραπωλητήριο έγγραφο της 04/09/06 και συνεπώς, από την ημερομηνία της εκχώρησης, όλα τα δικαιώματα που είχε ο ενάγοντας δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και της επίδικης εγγυητικής, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του να εισπράξει ή να εγείρει αγωγή ώστε να εισπράξει το ποσό της εγγυητικής, ανήκαν πλέον αποκλειστικά στην ίδια για να τα ασκήσει όπως εκείνη ήθελε. Ο δεύτερος άξονας επί του οποίου εδράζεται η υπεράσπιση της εναγόμενης τράπεζας έγκειται στο γεγονός ότι εκκρεμούσης της αγωγής και συγκεκριμένα το 2018, η πωλήτρια εταιρεία κατάφερε τελικά να εκδώσει ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα. Επειδή όμως, ισχυρίζεται η εναγόμενη τράπεζα, ο ενάγοντας δεν επεδίωξε έκτοτε να του μεταβιβαστεί το διαμέρισμα, έστω και μέσω της διαδικασίας «του εγκλωβισμένου αγοραστή», η επίδικη εγγυητική δεν μπορεί να του πληρωθεί εφόσον αυτή έχει καταστεί από το 2018 ανενεργή διότι έχουν υλοποιηθεί οι όροι για τους οποίους εκδόθηκε και ο ίδιος ο ενάγοντας δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ότι έπαθε οποιαδήποτε ζημιά. Στην τροποποιημένη απάντηση που καταχώρησε η πλευρά του ενάγοντα, πέραν των νομικών θέσεων που αφορούν στη δεσμευτικότητα και εγκυρότητα της επίδικης εγγυητικής και στα δικαιώματα που ισχυρίζεται ότι είχε και έχει ο τελευταίος επί αυτής, προβάλλεται και η θέση ότι ο φερόμενος ξεχωριστός τίτλος που η εναγόμενη τράπεζα ισχυρίζεται ότι εκδόθηκε το 2018 και για τον οποίο η πλευρά του ενάγοντα πληροφορήθηκε το 2020 όταν τροποποιήθηκε η υπεράσπιση, είναι ουσιαστικά ανίσχυρος και άχρηστος. Αυτό κατά τον ενάγοντα γιατί επί του συγκεκριμένου τίτλου έχει σημειωθεί από την αρμόδια αρχή ότι απαγορεύεται η εκούσια μεταβίβαση και η υποθήκευση του διαμερίσματος σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο διότι ο νυν ιδιοκτήτης, ήτοι η πωλήτρια εταιρεία, έχει προβεί σε μη εξουσιοδοτημένες εργασίες και δεν έχει ακόμη υλοποιήσει τους όρους που της επιβλήθηκαν από την πυροσβεστική και υγειονομική υπηρεσία. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, ούτε η έκδοση αλλά ούτε και η ύπαρξη αυτού του φερόμενου χωριστού τίτλου ιδιοκτησίας είναι αρκετή για να δικαιολογήσει τη μη συμμόρφωση της εναγόμενης τράπεζας με τις επιτακτικές υποχρεώσεις που ανέλαβε απέναντι στον ενάγοντα δυνάμει της επίδικης εγγυητικής. Σημειώνω εδώ ότι κατά την ακρόαση, όταν και κατατέθηκε ο χωριστός τίτλος Τεκ.11, κατέστη ουσιαστικά κοινώς αποδεκτό ότι μεταξύ 12/12/18 και 05/02/19, η πωλήτρια εταιρεία όντως κατάφερε να εκδώσει επ' ονόματι της ξεχωριστό τίτλο για το διαμέρισμα που αγόρασε ο ενάγοντας και ότι στον εν λόγω τίτλο έχει καταγραφεί σημείωση από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο ότι «Απαγορεύεται η εκούσια μεταβίβαση ή/και υποθήκευση. Πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών: Μη υλοποίηση των όρων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίαας. Μη υλοποίηση όρων της Υγειονομικής Υπηρεσίας.» Σημειώνεται τέλος ότι είναι εκ της δικογραφίας παραδεκτό ότι ο ενάγοντας, ο οποίος καθ' όλο αυτό το διάστημα κατέβαλλε κανονικά τις δόσεις του στην εναγόμενη τράπεζα σε σχέση με το δάνειο που έλαβε από την τελευταία, έχει από τις 12/02/18 εξοφλήσει πλήρως την εν λόγω οφειλή του (Τεκ.6) . Για όλα τα πιο πάνω κάνω ανάλογα ευρήματα. Πάρα το ότι η διαφωνία των διαδίκων έγκειται ουσιαστικά στο νομικό θέμα του πώς θα πρέπει να ερμηνευθούν οι συμφωνίες που είναι παραδεχτό ότι περιέβαλλαν τη σχέση τους, αμφότερες οι πλευρές έκριναν σκόπιμο όπως παρουσιάσουν τις αντίστοιχες θέσεις τους μέσω μαρτύρων που κάλεσαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Κλήθηκαν λοιπόν να καταθέσουν, από πλευράς ενάγοντα ο πατέρας του τελευταίου ως ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπός του και το πρόσωπο που είχε άμεση εμπλοκή σε όλα τα επίδικα γεγονότα περιλαμβανομένης και της αποπληρωμής του δανείου που είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα (ΜΕ1) και από πλευράς εναγόμενης τράπεζας, η λειτουργός Ν. Χ'' Σάββα (ΜΥ1). Αμφότερων η μαρτυρία περιστράφηκε ουσιαστικά γύρω από το πώς οι ίδιοι αλλά και οι πλευρές που εκπροσωπούν αντιλαμβάνονται και ερμηνεύουν τις συμφωνίες που περιέβαλλαν τη σχέση των μερών και στο τέλος, ο μεν ΜΕ1 κατέληξε στο ότι ενώ ο ενάγοντας τήρησε πλήρως όλες του τις υποχρεώσεις απέναντι στην πωλήτρια εταιρεία αλλά και στην εναγόμενη και κατέβαλε στους τελευταίους πάνω από ΛΚ 80.000 εντούτοις ούτε το διαμέρισμα έλαβε αλλά ούτε και τα χρήματα του ενώ η ΜΥ1 δε, στο ότι από τη στιγμή που ο ενάγοντας εκχώρησε τα δικαιώματά του προς την εναγόμενη τράπεζα και εκδόθηκε και χωριστός τίτλος ο οποίος δύναται κατ' εκείνη να του μεταβιβαστεί, αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, δεν δικαιούται ούτε και δικαιολογείται να προβάλει τις επίδικες αξιώσεις του εναντίον της τράπεζας. Η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους υπαίδευτους συνήγορους των μερών αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος όμως αναφέρω ότι και οι δυο πλευρές συμφωνούν στα εξής. Πρώτο ότι, ανεξαρτήτως της όποιας άποψης ή θέσης δυνατό να έχει ένας μάρτυρας σε σχέση με το πώς θα πρέπει να ερμηνευτεί ένα νομικό έγγραφο ή μια συμφωνία αναφορικά με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτό, το θέμα της ερμηνείας νομικών εγγράφων και συμφωνιών είναι θέμα ουσιαστικά νομικό και αποκλειστικά αρμόδιο να το αποφασίσει είναι το Δικαστήριο (βλ. Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168 και ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, 19/7/2019). Δεύτερο ότι, οι εγγυητικές επιστολές συνιστούν αυτοτελείς συμφωνίες και «.οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια εγγυητική επιστολή είναι ανεξάρτητες από τις μεταξύ των μερών ή των εμπορευομένων διαφορές, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους.» Επειδή δε «.οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα.» και επειδή «.μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της.», επιβεβαίωση μάλιστα η οποία όχι μόνο συνιστά ανέκκλητη υποχρέωση που αναλαμβάνει η τράπεζα απέναντι στο δικαιούχο της εγγυητικής αλλά και «.την πηγή ζωής του.εμπορίου και. εγγύηση για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εμπορευομένων πωλητών και αγοραστών.», σπάνια τα Δικαστήρια θα επέμβουν σ' αυτό τον «.μηχανισμό των ανέκκλητων υποχρεώσεων τις οποίες αναλαμβάνουν οι τράπεζες», αφού εκτός εάν υπάρχει θέμα δόλου, «.δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής.». (Βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 1235, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΕΜΠΟΡΕΥΟΜΕΝΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ PS SPORTS ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 245/2010, 8/7/2016 και Eλληνική Tράπεζα Λτδ. ν. S G Massif Wooden Doors & Windows Ltd
(2008)1 ΑΑΔ 794.) Τρίτο ότι, σε σχέση με συμφωνίες εκχώρησης δικαιωμάτων και τις συνέπειες που οι εν λόγω συμφωνίες συνεπάγονται τόσο για το πρόσωπο που λαμβάνει όσο και για το πρόσωπο που εκχωρεί δικαιώματα, οι εφαρμοστέες νομικές αρχές είναι αυτές που διατυπώθηκαν στην Λουκά Aνδρέας ν. Eurolife Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1524: «Το δίκαιο που εφαρμόζεται επί του προκειμένου στην Κύπρο εξηγήθηκε πολύ περιεκτικά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην υπόθεση Χριστόπουλου v. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 2617/73, ημερ. 16.6.90, όπου στη σελ. 8 της απόφασης, ο Κωνσταντινίδης, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρει τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετούμε πλήρως: «Για να αποφύγουμε να επιβαρύνουμε αυτή την απόφαση με υπερβολική αναφορά στις επιμέρους υποθέσεις, θα συνοψίσουμε εκείνα που είναι χρήσιμο να λεχθούν για τις ανάγκες της υπόθεσης αυτής όπως τα αντιλαμβανόμαστε από τη μελέτη της νομολογίας και την ανάλυση των σχετικών αρχών από τη βιβλιογραφία. (Βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η Εκδ., τόμος 6, σελ. 7, παρ. 9 κ.ε.π., Cheshire and Fifoot's Law of Contract, 9η Εκδ. σελ. 493 κ.ε.π., Chitty on Contracts, 25η Εκδ., τόμος 1, σελ. 692 κ.ε.π. και Hanbury on Modern Equity, 6η Εκδ., σελ. 81 κ.ε.π.) Είναι ορθό ότι η ρίζα της εκχώρησης βρίσκεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Το δίκαιο της επιείκειας παράκαμψε την άκαμπτη ρύθμιση του θέματος της δυνατότητας εκχώρησης από το Κοινοδίκαιο σύμφωνα με το οποίο, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν μας αφορούν, δεν ήταν επιτρεπτή η εκχώρηση δικαιωμάτων. Στην Αγγλία, πρώτα με το Αρθρο 25
(6)του Supreme Court of Judicature Act 1873 και στη συνέχεια με το Αρθρο 136
(1)του Law of Property Act 1925, υπό τον όρο της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων αναγνωρίστηκε νομοθετικά η δυνατότητα εκχώρησης «αντικειμένων αγωγής» (choses in action). Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο όμως ότι η νομοθετική ρύθμιση ούτε περιόρισε ούτε διεύρυνε τις δυνατότητες εκχώρησης όπως τις αναγνωρίζει το δίκαιο της επιείκειας. Η νομοθετική ρύθμιση δεν διαφοροποίησε την ουσία αλλά πρόσφερε μηχανισμό για άμεση διεκδίκηση δικαιωμάτων από την εκχώρηση χωρίς την ανάγκη σύμπραξης του εκχωρητή. Κατά το δίκαιο της επιείκειας εκτός αν η εκχώρηση ήταν απόλυτη και όχι μερική και εκτός αν αφορούσε αντικείμενο αγωγής αναγνωρισμένο όχι από το νόμο (legal choses in action) αλλά από το ίδιο το δίκαιο της επιείκειας (equitable choses in action), ο εκδοχέας δεν ενομιμοποιείτο να διεκδικήσει από την αγωγή δικαιώματα από την εκχώρηση, στο δικό του όνομα. Όφειλε να συνενώσει και τον εκχωρητή ως διάδικο. Τώρα, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Νόμου, (Η εκχώρηση να είναι απόλυτη, να είναι έγγραφη και γι' αυτή να έχει δοθεί γραπτή ειδοποίηση στον οφειλέτη), ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή. Ο Αγγλικός νόμος δεν ισχύει, βέβαια, εδώ και είναι ορθό ότι στην Κύπρο η εκχώρηση διέπεται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. (Βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392). Προσθέτουμε ότι και στην Αγγλία εξακολουθεί να ισχύει το δίκαιο της επιείκειας παράλληλα με τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Είναι θεμελιωμένο πως εκχώρηση που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου μπορεί κάλλιστα να είναι έγκυρη κατά το δίκαιο της επιείκειας.» Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 487: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392]. Στην υπόθεση Weddell v. J. A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10.» Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω:. «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ...».» Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου και τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όσον αφορά το πρώτο θέμα που εγείρεται στην υπόθεση, ήτοι το κατά πόσο ο ενάγοντας έπαυσε από το Δεκέμβρη του 2006 που υπεγράφη η συμφωνία εκχώρησης να νομιμοποιείται να απαιτεί την πληρωμή σε αυτόν της επίδικης εγγυητικής, υπενθυμίζω ότι δεν αμφισβητείται ότι ο ενάγοντας ήταν ο δικαιούχος της επίδικης εγγυητικής όταν αυτή εκδόθηκε στις 12/09/06 και ότι ο τρόπος τουλάχιστον με τον οποίο αυτός απαίτησε την πληρωμή της το 2013, ήταν ως οι όροι της εγγυητικής προνοούσαν. Επίδικο λοιπόν θέμα είναι το κατά πόσο ευσταθεί η θέση που προώθησε η εναγόμενη τράπεζα μέσω της ΜΥ1 ως προς το ότι η επίδικη εγγυητική συνδέετο και εκπήγαζε από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της 04/09/06 και συνεπώς, όταν ο ενάγοντας εκχώρησε προς την εναγόμενη το Δεκέμβρη του 2006 όλα τα δικαιώματα που του έδινε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της 04/09/06, αυτός απώλεσε προς όφελος της εναγόμενης τράπεζας και το δικαίωμα του να απαιτεί την πληρωμή της επίδικης εγγυητικής. Για το επίδικο θέμα αυτό σημειώνω τα εξής. Ως προκύπτει από τα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα που παρέθεσα πιο πάνω αλλά και από το ρητό και σαφές περιεχόμενο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της 04/09/06, σε κανένα σημείο του το εν λόγω αγοραπωλητήριο δεν κάνει, για οποιοδήποτε λόγο, είτε ως μέρος των εκεί συμβατικών όρων είτε ως μέρος των εκεί αναφερθέντων συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, οποιαδήποτε αναφορά στην έκδοση ή έστω στην υποχρέωση έκδοσης της επίδικης εγγυητικής της 12/09/
- Ούτε όμως στο κείμενο της επίδικης εγγυητικής αναφέρεται ότι αυτή εκδόθηκε διότι το επέβαλλε κάποιος όρος του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ή διότι η έκδοση μιας τέτοιας εγγυητικής συνιστούσε συμβατική υποχρέωση του πωλητή απέναντι στον ενάγοντα αγοραστή και συνάμα ανάλογο συμβατικό δικαίωμα του τελευταίου να την αποκτήσει. Αντιθέτως, η επίδικη εγγυητική αναφέρει απλά ότι αυτή εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς παράκλησης του πωλητή και πελάτη της εναγόμενης τράπεζας, ήτοι της S.K. Master Development Ltd, τον οποίο πελάτη η εναγόμενη ονόμασε στην εγγυητική ως τον αιτητή της. Με άλλα λόγια, η επίδικη εγγυητική δεν εκδόθηκε και ούτε προκύπτει να ζητήθηκε να εκδοθεί διότι υπήρχε κάποιος όρος στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της 04/09/06 που έδινε συμβατικό δικαίωμα στον ενάγοντα να απαιτήσει όπως εκδοθεί προς όφελος του μια τέτοια εγγυητική. Αντιπαραβάλλοντας τώρα την επίδικη εγγυητική με το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της 04/09/06 προκύπτει ότι ούτε ταύτιση ή έστω αλληλοεξάρτηση δεν υπάρχει μεταξύ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το κάθε ένα εκ των εν λόγω εγγράφων. Εξηγώ. Κατά πρώτο, παρά το ότι κατά την έκδοση της επίδικης εγγυητικής οι όροι του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου είχαν ήδη και από τις 04/09/06 ενεργοποιηθεί και δέσμευαν αγοραστή και πωλητή, εντούτοις αυτό δεν ήταν αρκετό για να δεχτεί η εναγόμενη τράπεζα να αναλάβει την επίδικη ανέκκλητη υποχρέωση της απέναντι στον ενάγοντα. Αντιθέτως, η εναγόμενη τράπεζα επέλεξε να θέσει στην εγγυητική το δικό της συγκεκριμένο, χωριστό και ανεξάρτητο όρο για την ενεργοποίηση της ισχύος της και τον οποίον όρο ο ενάγοντας, για να μπορεί να επωφεληθεί της εγγυητικής, όφειλε να εκπληρώσει ανεξάρτητα με τον αν εκπλήρωνε ή όχι και τις συμβατικές του υποχρεώσεις απέναντι στον πωλητή δυνάμει του αγοραπωλητηρίου της 04/09/
- Η ενεργοποίηση λοιπόν της ισχύος της εγγυητικής δεν συνδεόταν ούτε και εξαρτάτο από την τήρηση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου αλλά εξαρτάτο από την ικανοποίηση του ξεχωριστού και ανεξάρτητου όρου που η ίδια η εναγόμενη τράπεζα επέβαλε στην εγγυητική. Κατά δεύτερο, ενώ στην επίδικη εγγυητική είχε καθοριστεί συγκεκριμένη προθεσμία εντός της οποίας θα μεταβιβαζόταν το διαμέρισμα στον ενάγοντα, η οποία μάλιστα προθεσμία συναρτήθηκε και με τη διάρκεια ισχύος αλλά και με το δικαίωμα απαίτησης της εγγυητικής, καμία ανάλογη ή αντίστοιχη πρόνοια ή προθεσμία δεν καθοριζόταν στο αγοραπωλητήριο έγγραφο, οι όροι του οποίου δεν επέβαλλαν καμία υποχρέωση στον πωλητή να μεταβιβάσει το διαμέρισμα εντός συγκεκριμένου χρόνου. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί ότι οι όροι της εγγυητικής αντικατόπτριζαν επακριβώς τις συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα που απέρρεαν από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αφού στην ουσία, μη συμμόρφωση του πωλητή με την ημερομηνία που καθορίστηκε στην εγγυητική δεν θα συνεπάγετο άνευ ετέρου και παράβαση από μέρους του των συμβατικών του υποχρεώσεων απέναντι στον ενάγοντα αγοραστή και κατά παρόμοιο τρόπο, η ενεργοποίηση του δικαιώματος του ενάγοντα να απαιτήσει την πληρωμή της εγγυητικής, δεν συνεπάγετο άνευ ετέρου και δικαίωμα του να θεωρήσει ότι είχαν παραβιαστεί οι όροι του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της 04/09/
- Αυτό λοιπόν που προκύπτει από το ρητό και ξεκάθαρο λεκτικό που η ίδια η εναγόμενη τράπεζα χρησιμοποίησε στην εγγυητική είναι ότι κατά την έκδοση της, η αντίληψη όλων ήταν ότι με την εγγυητική αυτή δεν θα εκπληρώνετο κάποιος όρος του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου μεταξύ ενάγοντα και πωλητή ούτε και θα ικανοποιείτο κάποιο συμβατικό δικαίωμα που απέκτησε ο πρώτος δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της 04/09/16, αλλά ότι θα δημιουργείτο μια καθαρά αυτοτελής σχέση μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης, με δικαιώματα χωριστά και ανεξάρτητα από τα δικαιώματα του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της 04/09/
- Αυτό μάλιστα, ως θα προχωρήσω να εξηγήσω, επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια και από τα όσα γεγονότα επακολούθησαν της έκδοσης της εγγυητικής και τα οποία γεγονότα είναι παραδεκτά. Τρεις λοιπόν μήνες μετά την έκδοση της εγγυητικής, ήτοι το Δεκέμβρη του 2006, μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης τράπεζας συνομολογήθηκε μία συμφωνία δανείου και μία συμφωνία εκχώρησης. Σε καμία όμως εκ των λόγω συμφωνιών δεν έγινε οποιαδήποτε πρόνοια ή έστω αναφορά στην επίδικη εγγυητική ώστε να μπορεί να θεωρηθεί, έστω έμμεσα, ότι η εγγυητική αύτη ή έστω τα δικαιώματα που έδινε στον ενάγοντα υπόκειντο ή σχετίζονταν με τους όρους των εν λόγω συμφωνιών. Αντιθέτως, ενώ κατά τη σύναψη των συμφωνιών δανείου και εκχώρησης ήταν σε πλήρη γνώση της εναγόμενης τόσο η ύπαρξη της επίδικης εγγυητικής και τα δικαιώματα που αυτή έδινε στον ενάγοντα, όσο και το περιεχόμενο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της 04/09/06, το οποίο αναφερόταν ρητά σε αμφότερες τις συμφωνίες και το οποίο δεν περιλάμβανε στα δικαιώματα που εκεί δίνονταν στον ενάγοντα οποιοδήποτε δικαίωμα σε σχέση με εγγυητική, εντούτοις ούτε στις εξασφαλίσεις του δανείου περιλήφθηκε η παράδοση ή η εκχώρηση της επίδικης εγγυητικής αλλά ούτε και επιδιώχθηκε να συμπεριληφθεί στη συμφωνία εκχώρησης έστω αυτή καθ' αυτή η ύπαρξη της εγγυητικής ώστε να καθίσταται ρητό και ξεκάθαρο ότι τα χωριστά και ανεξάρτητα δικαιώματα που απέκτησε από αυτή ο ενάγοντας εκχωρούνταν στην εναγόμενη με τον ίδιο ρητό και απόλυτο τρόπο που εκχωρούνταν και τα δικαιώματα του από το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Δεν θα μπορούσε όμως εδώ να παραγνωριστεί και το εξής σημαντικό. Με τη συμφωνία εκχώρησης του 2006, η εναγόμενη τράπεζα λάμβανε κατ' απόλυτο πλέον τρόπο όλα τα δικαιώματα που είχε αποκτήσει ο ενάγοντας δυνάμει του αγοραπωλητηρίου της 04/09/06, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του να απαιτήσει τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα του. Παρά όμως το ότι με αυτή την απόλυτη εκχώρηση η εναγόμενη τράπεζα διασφάλιζε ουσιαστικά ότι ο ενάγοντας δεν θα μπορούσε να ασκήσει, χωρίς τουλάχιστο τη συγκατάθεση της, το βασικό δικαίωμα που είχε δυνάμει του αγοραπωλητηρίου, ήτοι να αποκτήσει την κυριότητα του διαμερίσματος, εντούτοις η εναγόμενη έκρινε αναγκαίο να «καλύψει» και αυτό το ενδεχόμενο επιβάλλοντας ειδικό όρο σε αμφότερες τις συμφωνίες δανείου και εκχώρησης ότι, αν ο ενάγοντας ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα του και αποκτήσει την κυριότητα του διαμερίσματος, τότε θα έπρεπε να το υποθηκεύσει προς όφελος της. Ενώ όμως για το βασικό αυτό δικαίωμα που απέκτησε ο ενάγοντας δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της 04/09/06 έγινε ειδική πρόνοια στις συμφωνίες δανείου και εκχώρησης, τόσο υπό τη μορφή απαιτούμενης εξασφάλισης όσο και υπό τη μορφή ρητού όρου εκχώρησης, εντούτοις για την επίδικη εγγυητική και τα χωριστά δικαιώματα που αυτή έδινε στον ενάγοντα τίποτα αντίστοιχο δεν έγινε. Πώς λοιπόν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ευσταθεί η θέση της εναγόμενης τράπεζας ότι το αποτέλεσμα των συμφωνιών δανείου και εκχώρησης του 2006 ήταν να εκχωρηθούν προς όφελος της τράπεζας και δη κατ' απόλυτο τρόπο, όχι μόνο το δικαίωμα του ενάγοντα στην κυριότητα του ακινήτου αλλά και τα χωριστά δικαιώματα που αυτός είχε αποκτήσει δυνάμει της επίδικης εγγυητικής, όταν καμία τέτοια πρόθεση δεν αποτυπώθηκε στις συμφωνίες των διαδίκων και όταν το αγοραπωλητήριο της 04/09/06 που εκχωρείτο κατ' απόλυτο τρόπο στην εναγόμενη τράπεζα, δεν έδινε κανένα δικαίωμα στον ενάγοντα σε σχέση με την επίδικη ή οποιαδήποτε εγγυητική ώστε να το εκχωρήσει; Σε κάθε περίπτωση όμως, λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός ότι το ποσό των €40.000 της επίδικης εγγυητικής ήταν ο ενάγοντας που το έδωσε στην εναγόμενη τράπεζα ώστε να εκπληρώσει τον όρο που αυτή του επέβαλε για να δεχτεί να το κρατεί ως εγγυητής του πωλητή - πελάτη της και αφ' ετέρου ότι η εναγόμενη τράπεζα επεφύλαξε ρητά στη συμφωνία δανείου του 2006 το δικαίωμα της να κατάσχει και να συμψηφίσει με το δάνειο του ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό αυτός τυχόν δικαιούτο και το οποίο βρισκόταν στην κατοχή της, η ερμηνεία που υποστηρίζει η εναγόμενη τράπεζα ότι θα πρέπει να δοθεί στις συμφωνίες των διαδίκων δεν θα μπορούσε ούτε να σταθεί στη βάσανο της λογικής. Αυτό όχι γιατί στην ουσία η εναγόμενη τράπεζα δεν θα έχανε κανένα ποσό αν έπρεπε να πληρώσει την εγγυητική αλλά γιατί σύμφωνα με την ερμηνεία που αυτή δίνει στις συμφωνίες των μερών, ο ενάγοντας θα πρέπει ουσιαστικά να θεωρηθεί ότι ενώ συμφώνησε να καταβάλει περί τις ΛΚ90.000 για να αγοράσει ένα διαμέρισμα υπό την εγγύηση της εναγόμενης ότι θα κρατά προς όφελος του τις ΛΚ40.000 για την περίπτωση που δεν θα του μεταβιβάζετο το διαμέρισμα, στη συνέχεια συμφώνησε και να χρωστεί στην εναγόμενη ΛΚ47.000, και να της δώσει ως εξασφάλιση το δικαίωμα του στο ακίνητο που άξιζε περί τις ΛΚ90.000 αλλά και να της «χαρίσει» τις ΛΚ40.000 που της έδωσε για να του εγγυηθεί ότι θα «κρατούσε στη διάθεση» του το ποσό αυτό για την περίπτωση που το πρόσωπο που αυτή εγγυάτο δεν θα του μεταβίβαζε το ακίνητο. Με άλλα λόγια, αποδοχή των θέσεων και της ερμηνείας που η εναγόμενη τράπεζα δίνει στα επίδικα γεγονότα θα σήμαινε ότι όχι μόνο ο ενάγοντας ουσιαστικά συμφώνησε ανιδιοτελώς να την απαλλάξει από την ανέκκλητη υποχρέωση που αυτή ανέλαβε απέναντι του αλλά και ότι συμφώνησε ουσιαστικά να «χάσει» ο ίδιος τα πάντα και δη προς όφελος της. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά της τελευταίας, ένα τέτοιο συμπέρασμα δεν μπορεί ούτε να εξαχθεί από τα έγγραφα που περιέβαλλαν τις σχέσεις των διαδίκων αλλά ούτε και να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις ως λογικό και ότι εύλογα αντικατοπτρίζει τις πραγματικές προθέσεις των διαδίκων. Αντιθέτως, αυτό που εύλογα αλλά και ξεκάθαρα προκύπτει από την επίδικη εγγυητική και το περιεχόμενο των συμφωνιών των διαδίκων να ήταν η πραγματική τους πρόθεση, είναι ότι ο ενάγοντας και ο πωλητής του διαμερίσματος θα διέπονταν από τα συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που η μεταξύ τους συμφωνία δημιουργούσε ενώ η εναγόμενη τράπεζα και ο ενάγοντας θα διέπονταν από τα ανεξάρτητα και αυτοτελή δικαιώματα και υποχρεώσεις της εγγυητικής που εξέδωσε η πρώτη προς όφελος του δεύτερου, εξ' ου και η δέσμευση της εναγόμενης για πληρωμή της εγγυητικής στον ενάγοντα «.ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από τους πωλητές.». Αυτή δε η πρόθεση διατηρήθηκε και κατά τη συνομολόγηση των συμφωνιών δανείου και εκχώρησης μεταξύ ενάγοντα και εναγόμενης, αφού η ρητή πρόθεση που αμφότερα τα εν λόγω μέρη εξέφρασαν στις εν λόγω συμφωνίες ήταν όπως ο πρώτος απωλέσει προς όφελος της δεύτερης μόνο τα δικαιώματα που αναφέρονταν στο αγοραπωλητήριο της 04/09/06 ότι αποκτούσε και όχι και τα χωριστά και ανεξάρτητα δικαιώματα που είχε αποκτήσει από την επίδικη εγγυητική και τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στα δικαιώματα που αναφέρονταν στο αγοραπωλητήριο. Είναι άλλωστε εύλογα προφανές ότι με αυτό το τρόπο τα μέρη διασφάλισαν εκατέρωθεν τα συμφέροντα τους αφού δεν ήταν μόνο τα συμφέροντα του ενάγοντα που εξυπηρετούνταν πλήρως με αυτή τη ρύθμιση αλλά και τα συμφέροντα της εναγόμενης ως πιστωτής του τελευταίου, αφού μέσω της εκχώρησης αυτή λάμβανε το δικαίωμα του ενάγοντα να αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου που εξασφάλιζε το χρέος ενώ μέσω της συμφωνίας δανείου αποκτούσε το δικαίωμα να κατάσχει και να συμψηφίσει το ποσό της εγγυητικής με το υπόλοιπο του δανείου σε περίπτωση που ο ενάγοντας θα την καλούσε να πληρώσει την εγγυητική πριν να εξοφλήσει το δάνειο. Αυτή λοιπόν είναι θεωρώ η μόνη ορθή και λογική ερμηνεία που μπορεί να δοθεί στις περιβάλλουσες συμφωνίες των μερών και η ορθότητα της ερμηνείας αυτής, όπως και το ότι ουδέποτε ο ενάγοντας απώλεσε την ιδιότητα του δικαιούχου της εγγυητικής, είτε συνεπεία της συμφωνίας εκχώρησης είτε άλλως πως, επιβεβαιώνεται και από την στάση που η ίδια η εναγόμενη τράπεζα τήρησε για εφτά
(7)χρόνια μετά τη σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης, ήτοι μέχρι και τις 02/07/
- Ο λόγος για τούτο είναι διότι κατά την εν λόγω χρονική περίοδο η εναγόμενη τράπεζα, σε οχτώ ξεχωριστές και διαδοχικές περιπτώσεις, απευθύνθηκε γραπτώς στον ενάγοντα, χαρακτηρίζοντας τον μάλιστα ως δικαιούχο της εγγυητικής, για να τον ενημερώσει ότι η μόνη αλλαγή που είχε επέλθει στους όρους της εγγυητικής ήταν απλά ότι ανανεωνόταν η ισχύς της. Επισημαίνω εδώ ότι κατά την ακρόαση, όταν το θέμα αυτό τέθηκε ρητά από τον ευπαίδευτο συνήγορο του ενάγοντα, καμία επαρκής ή λογική εξήγηση δεν δόθηκε από πλευράς εναγόμενης ως προς το πώς γίνεται να ευσταθεί η θέση της ότι από το 2006 ο ενάγοντας απώλεσε προς όφελος της την ιδιότητα του δικαιούχου της επίδικης εγγυητικής, όταν μέχρι και το 2013 αυτή τον αντιμετώπιζε ρητά ως το δικαιούχο της εγγυητικής και του καθιστούσε μάλιστα σαφές και ρητό ότι όλοι οι αρχικοί όροι που αφορούσαν στο δικαίωμα του να απαιτήσει να του πληρωθεί εκείνου το ποσό της εγγυητικής, εξακολουθούσαν να ισχύουν. Επί της ουσίας λοιπόν της επίδικης εγγυητικής και των συμφωνιών των μερών, καταλήγω στα εξής συμπεράσματα. Ο ενάγοντας απέκτησε δικαίωμα να καταστεί ιδιοκτήτης του διαμερίσματος δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου της 04/09/
- Ακολούθως απέκτησε και χωριστό, ανεξάρτητο και αυτοτελές δικαίωμα να πληρωθεί ανά πάσα στιγμή από την εναγόμενη τράπεζα το ποσό της επίδικης εγγυητικής αν δεν του μεταβιβαζόταν το διαμέρισμα μέχρι την ημερομηνία που η ίδια η εναγόμενη τράπεζα καθόρισε στην εγγυητική, ήτοι μέχρι και την 05/01/14 που ήταν και η τελευταία ημερομηνία που η εναγόμενη ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι θα μπορούσε να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμά του ως δικαιούχος της εγγυητικής. Εκ των δικαιωμάτων του αυτών, ο ενάγοντας εκχώρησε στην εναγόμενη τράπεζα μόνο το δικαίωμα που είχε να καταστεί κύριος του διαμερίσματος. Συνεπώς, αν η παρούσα αγωγή αφορούσε σε αξίωση του ενάγοντα στη βάση του αγοραπωλητηρίου της 04/09/06, η εκχώρηση του Δεκέμβρη του 2006 θα δημιουργούσε όντως κώλυμα αν δεν λαμβάνετο πρώτα η συγκατάθεση της εναγόμενης. Εφόσον όμως η παρούσα αγωγή αφορά αποκλειστικά στο δικαίωμα του ενάγοντα να πληρωθεί την επίδικη εγγυητική και το δικαίωμα αυτό ο τελευταίος όχι μόνο δεν το εκχώρησε ποτέ στην εναγόμενη τράπεζα αλλά και το άσκησε δεόντως στις 23/12/13 και μάλιστα ενόσω και η ίδια η εναγόμενη αναγνώριζε ρητά και γραπτώς την ύπαρξη του, κανένα κώλυμα δεν υφίσταται σχέση με την καταχώρηση και την προώθηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση απαίτηση του ενάγοντα. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι η εναγόμενη μπορούσε, όταν ο ενάγοντας ζήτησε να πληρωθεί την εγγυητική ενόσω εκκρεμούσε το δάνειο του, να ασκήσει και εκείνη το δικό της δικαίωμα σε συμψηφισμό σύμφωνα με τους όρους της ξεχωριστής και ανεξάρτητης συμφωνίας δανείου. Το δικαίωμα της αυτό όμως η εναγόμενη τράπεζα επέλεξε να μην το ασκήσει και η συνειδητή παράλειψη της αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί τώρα εναντίον του ενάγοντα, ιδιαίτερα όταν για εφτά χρόνια αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, όχι μόνο άφηνε τον ενάγοντα να συνεχίζει να εκπληρώνει τις δικές του δανειακές υποχρεώσεις απέναντι της, σε σημείο μάλιστα που εξόφλησε πλήρως το δάνειο του, αλλά και του καθιστούσε σαφές ότι και οι δικές της υποχρεώσεις απέναντι του εξακολουθούσαν να ισχύουν. Κρίνω συνεπώς ότι όταν ο ενάγοντας απαίτησε στις 23/12/13 να πληρωθεί το ποσό της επίδικης εγγυητικής, αυτός άσκησε νόμιμα, δικαιωματικά και σύμφωνα με τους όρους της επίδικης εγγυητικής το δικαίωμα που είχε έναντι της εναγόμενης τράπεζας και το οποίο δικαίωμα ουδέποτε μέχρι σήμερα απώλεσε. Στο βαθμό επομένως που η εναγόμενη τράπεζα επικαλείται σήμερα τη συμφωνία εκχώρησης του 2006 για να δικαιολογήσει την άρνηση της να τηρήσει την επίδικη ανέκκλητη δέσμευση της απέναντι στον ενάγοντα και να του πληρώσει την εγγυητική, κρίνω ότι η θέση αυτή στερείται κάθε ερείσματος και την απορρίπτω. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την άλλη θέση που προβάλλει η εναγόμενη, ήτοι ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται να αξιώνει το ποσό της εγγυητικής διότι το 2018 εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα. Επί της θέσης αυτής της εναγόμενης θα περιοριστώ να αναφέρω τα εξής. Οι όροι της επίδικης εγγυητικής, ως αυτοί διαμορφώθηκαν μετά και την τελευταία ανανέωση στην οποία η ίδια η εναγόμενη προέβη, αναφέρουν ρητά και ξεκάθαρα ότι η υποχρέωση της εναγόμενης να πληρώσει το επίδικο ποσό θα ενεργοποιείτο άμεσα και αυτόματα αν ο ενάγοντας την ειδοποιούσε ότι ο πωλητής δεν εξέδωσε χωριστό τίτλο και δεν του μεταβίβασε το διαμέρισμα μέχρι την 05/01/
- Η μόνη ουσιαστικά εξαίρεση στην ενεργοποίηση αυτή της υποχρέωσης της εναγόμενης ήταν ο άλλος όρος της εγγυητικής ότι «.αυτή θα καταστεί αυτόματα άκυρη και χωρίς ισχύ εάν κατά οποιοδήποτε χρόνο της ισχύς της ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου μεταβιβαστεί από τον πωλητή σε σας..». Εφόσον λοιπόν είναι παραδεκτό ότι μέχρι τη λήξη της ισχύος της επίδικης εγγυητικής στις 05/01/14, ο τίτλος του διαμερίσματος δεν είχε μεταβιβαστεί στον ενάγοντα, και ότι ο τελευταίος υπέβαλε την προβλεπόμενη απαίτηση του στις 23/12/13, ήτοι προτού λήξει η ισχύς της εγγυητικής, η υποχρέωση της εναγόμενης να πληρώσει αδιαμαρτύρητα το επίδικο ποσό είχε από τότε δεόντως ενεργοποιηθεί και συνεπώς δεν μπορεί η τελευταία να επικαλείται κάτι που έγινε 4 χρόνια αργότερα για να απαλλαχθεί μιας υποχρέωσης που ήδη όφειλε να εκπληρώσει. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και αν το γεγονός της έκδοσης τίτλου το 2018 ήθελε ιδωθεί υπό το φως του άλλου ισχυρισμού της εναγόμενης ότι καμία ζημιά δεν υπέστη ο ενάγοντας, και πάλι δεν θα δικαιολογείτο να επιτραπεί στην τελευταία να μην πληρώσει την επίδικη εγγυητική. Αυτό γιατί αντίθετα με το τι υποστηρίζει η εναγόμενη, ο ίδιος ο χωριστός τίτλος που εκδόθηκε το 2018, αναφέρει ότι και να θέλει η πωλητήρια εταιρεία να τον μεταβιβάσει στον ενάγοντα, δεν μπορεί πλέον να το πράξει. Ο λόγος για τούτο είναι διότι επί του συγκεκριμένου τίτλου έχει σημειωθεί από το Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο απαγόρευση μεταβίβασης του, η οποία προφανώς προήλθε από την εφαρμογή των προνοιών των αρ.65ΚΖ Κεφ. 224 και 10Γ Κεφ.96[i], οι οποίες πρόνοιες καθιστούν σαφές ότι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να μεταβιβαστεί πλέον το ακίνητο στον ενάγοντα είναι αν ο τελευταίος προβεί σε περαιτέρω έξοδα και κόπο ώστε να εξασφαλίσει δικαστικό διάταγμα που να επιτρέπει την κατ' εξαίρεση μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομά του. Μάλιστα δε, φαίνεται ότι παρόμοιο διάταγμα ο ενάγοντας θα πρέπει να εξασφαλίσει και για την όποια μεταβίβαση θα ήθελε να κάμει στη συνέχεια, έστω και αν θα είναι ο απόλυτος κύριος του ακινήτου. Με άλλα λόγια, η θέση του ΜΕ1 ότι ο ενάγοντας έχει ήδη πάθει ζημιά κρίνεται να είναι ορθή τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής σκοπιάς, εφόσον ο τελευταίος έχει ουσιαστικά πληρώσει και τον πωλητή αλλά και την εναγόμενη και παρά ταύτα δεν έλαβε ούτε το διαμέρισμα αλλά ούτε και την εγγυητική που έπρεπε να λάβει σε περίπτωση που δεν του μεταβιβαζόταν το διαμέρισμα. Και για να καταφέρει έστω και σήμερα να μετριάσει αυτή τη ζημιά που υπέστη, ο ενάγοντας θα πρέπει να υποστεί περαιτέρω οικονομική ζημιά ώστε να εξασφαλίσει το απαιτούμενο πλέον διάταγμα και ακόμη και τότε, τα κατά τ' άλλα αποκλειστικά δικαιώματα του ως ιδιοκτήτης του διαμερίσματος δεν θα μπορούν να ασκηθούν ελεύθερα. Το αναφέρω τούτο επισημαίνοντας ταυτόχρονα και το ότι σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν κατά την ακρόαση, η πωλήτρια εταιρεία φαίνεται να είναι πλέον υπό εκκαθάριση, γεγονός που μόνο δυσχερέστερη μπορεί να καταστήσει τη θέση του ενάγοντα. Και βεβαίως, ούτε η εναγόμενη θα μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να μεταβιβαστεί το διαμέρισμα στον ενάγοντα αφού αφήνοντας τον τελευταίο να προχωρήσει και να εξοφλήσει κανονικά το δάνειο του, κατέστησε η ίδια ουσιαστικά ανίσχυρα πλέον όλα τα δικαιώματα που είχε αποκτήσει μέσω των συμφωνιών δανείου και εκχώρησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι ο ενάγοντας πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή του εναντίον της εναγόμενης στον απαιτούμενο βαθμό και καμία θέση που πρόβαλε και προώθησε η τελευταία δεν δικαιολογεί γιατί να μην διαταχθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό που η ίδια δεσμεύτηκε ανέκκλητα να του πληρώσει και το οποίο αξιώνεται με την παρούσα αγωγή. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγόμενης για το ποσό των €68.344,06 (Λ.Κ. 40.000). Όσον αφορά τον τόκο που θα φέρει το πιο πάνω ποσό, επισημαίνω ότι ο ενάγοντας αξιώνει τον συγκεκριμένο τόκο που αναφέρεται στην επίδικη εγγυητική, ήτοι τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της εγγυητικής μέχρι και την πληρωμή της, υπολογιζόμενο με κυμαινόμενο επιτόκιο ίσον με βασικό επιτόκιο συν 2% τον χρόνο. Καμία όμως μαρτυρία δεν προσκόμισε ο ενάγοντας σε σχέση με το ακριβές ύψος του συνολικού τόκου που είχε συμφωνηθεί ή έστω σε σχέση με το ποιο ήταν το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της εναγόμενης. Δεν θα μπορούσε επομένως να επιδικαστεί στην υπό κρίση περίπτωση οποιοσδήποτε άλλος τόκος πέραν του εκάστοτε νόμιμου τόκου και αυτός είναι ο τόκος που διατάσσεται να φέρει το επιδικασθέν ποσό από τις 12/09/06 μέχρι εξόφλησης. Τέλος, όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, αυτά επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [i] Κεφ.224 - 65ΚΖ
(1)Σε περίπτωση που, κατά τη διαδικασία εκσυγχρονισμού εγγραφής που αρχίζει σύμφωνα με το άρθρο 65ΚΒ ή 65ΚΓ, διαπιστώνεται από την αρμόδια αρχή οποιαδήποτε παρατυπία αναφορικά με την ακίνητη ιδιοκτησία ή αναφορικά με οποιαδήποτε μονάδα ή ξεχωριστό τεμάχιο το οποίο προκύπτει, η αρμόδια αρχή ζητεί από το Διευθυντή να καταχωρίσει έναντι της ιδιοκτησίας αυτής ή της νέας εγγραφής της μονάδας ή του ξεχωριστού τεμαχίου, στα οποία εντοπίζεται η παρατυπία, σημείωση παρατυπίας ή/και απαγόρευσης εκούσιας μεταβίβασης και επιβάρυνσης του επηρεαζόμενου ακινήτου, ανάλογα με την περίπτωση.
(2)Σε περίπτωση προσκόμισης πιστοποιητικού έγκρισης με σημείωση παρατυπίας, που εκδόθηκε με βάση τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, η σημείωση αυτή θεωρείται επαρκής εξουσιοδότηση προς το Διευθυντή για καταχώριση σημείωσης παρατυπίας στο Κτηματικό Μητρώο έναντι του επηρεαζόμενου ακινήτου.
(3)Σε περίπτωση προσκόμισης πιστοποιητικού μη εξουσιοδοτημένων εργασιών, με βάση τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, η απαίτηση απαγόρευσης εκούσιας μεταβίβασης και επιβάρυνσης του επηρεαζόμενου ακινήτου που περιέχεται στο εν λόγω πιστοποιητικό, θεωρείται επαρκής εξουσιοδότηση προς το Διευθυντή να καταχωρίσει στο Κτηματικό Μητρώο, επιπρόσθετα από τη σημείωση παρατυπίας, και απαγόρευση εκούσιας μεταβίβασης και επιβάρυνσης του επηρεαζόμενου ακινήτου προς όφελος της αρμόδιας αρχής: Νοείται ότι, η πιο πάνω απαγόρευση δεν ισχύει σε περίπτωση μη εκούσιας μεταβίβασης ή επιβάρυνσης ή μεταβίβασης λόγω κληρονομικής διαδοχής ή δωρεάς σε σύζυγο ή τέκνα ή πρόσωπο μέχρι τρίτου βαθμού συγγένειας ή μεταβίβασης ή/και υποθήκευσης που διενεργείται με τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη και μεταφέρεται στους νέους ιδιοκτήτες.
(4)Για σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 65ΚΗ, "εκούσια μεταβίβαση ή επιβάρυνση" σημαίνει μεταβίβαση ή επιβάρυνση της επηρεαζόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας με την ελεύθερη βούληση του δικαιοπάροχου, χωρίς οποιοδήποτε καταναγκασμό του μετά τη λήψη νομικών μέτρων και δεν περιλαμβάνει μεταβίβαση ή επιβάρυνση μετά από διαδικασία ειδικής εκτέλεσης δυνάμει του περί Πώλησης Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, μετά από δικαστικό διάταγμα, αναγκαστική εκτέλεση, εκποίηση συνεπεία υποθήκης ή άλλου ασφαλιστικού μέτρου. ΚΕφ.96 - 10Γ.
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 10 του παρόντος Νόμου, μετά τη συμπλήρωση των εργασιών, σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κρίνει ότι έχουν πραγματοποιηθεί εργασίες ουσιώδους σημασίας, που αφορούν στην ανέγερση οικοδομής ή στη διενέργεια διαχωρισμού οικοπέδων εκτός των ορίων της ιδιοκτησίας ή στον ουσιώδη επηρεασμό των ανέσεων γειτονικών ιδιοκτησιών ή στον επηρεασμό της ασφάλειας του κοινού ή άλλων οικοδομών ή της δημόσιας υγείας ή σε άλλα θέματα που είναι δυνατό να καθορισθούν με διάταγμα του Υπουργού, που δεν είναι σύμφωνες με την άδεια που εκδόθηκε με βάση το άρθρο 3, κατόπιν αίτησης του κατόχου της άδειας ή οποιουδήποτε προσώπου έχει συμφέρον στην οικοδομή ή στο διαχωρισμό, ή αυτεπάγγελτα, η αρμόδια αρχή είναι δυνατό να εκδώσει πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών, αφού ακολουθηθεί η διαδικασία των εδαφίων
(2),
(3),
(5)και
(6)του άρθρου 10, ανάλογα με την περίπτωση.
(2)Το πιστοποιητικό μη εξουσιοδοτημένων εργασιών που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου αποστέλλεται στον οικείο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό και θεωρείται ως ενυπάρχουσα απαίτηση της αρμόδιας αρχής προς τον οικείο Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό για την εγγραφή απαγόρευσης εκούσιας μεταβίβασης και επιβάρυνσης της επηρεαζόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας ή αυτοτελούς τμήματός της: Νοείται ότι, η πιο πάνω απαγόρευση δεν ισχύει σε περίπτωση μη εκούσιας μεταβίβασης ή επιβάρυνσης ή μεταβίβασης λόγω κληρονομικής διαδοχής ή δωρεάς σε σύζυγο ή τέκνα ή πρόσωπο μέχρι τρίτου βαθμού συγγένειας ή μεταβίβασης ή/και υποθήκευσης που διενεργείται με τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη και μεταφέρεται στους νέους ιδιοκτήτες.
(3)Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, "εκούσια μεταβίβαση ή επιβάρυνση" σημαίνει μεταβίβαση ή επιβάρυνση της επηρεαζόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας με την ελεύθερη βούληση του δικαιοπάροχου, χωρίς οποιοδήποτε καταναγκασμό του μετά τη λήψη νομικών μέτρων, και δεν περιλαμβάνει μεταβίβαση ή επιβάρυνση μετά από διαδικασία ειδικής εκτέλεσης δυνάμει του περί Πώλησης Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, μετά από δικαστικό διάταγμα, αναγκαστική εκτέλεση, εκποίηση συνεπεία υποθήκης ή άλλου ασφαλιστικού μέτρου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο