← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. ν. TRUCKOMAN LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1394/14, 21/7/2021

ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. ν. TRUCKOMAN LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 1394/14, 21/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1394/14 Μεταξύ 1. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ 2. XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ Εναγόντων και TRUCKOMAN LTD Εναγομένης Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 04/12/2015 Μεταξύ 1. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ 2. XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ Εναγόντων και 1. TRUCKOMAN LTD 2. XXXXX Μιχαηλίδη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Παρασκευαΐδη Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 06/06/2016 Μεταξύ 1. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ 2. XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ Εναγόντων και 1. TRUCKOMAN LTD 2. XXXXX Παπαφιλίππου ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Παρασκευαΐδη Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 05/02/2018 Μεταξύ 1. XXXXX ΑΝΔΡΕΟΥ 2. XXXXX ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ Εναγόντων και 1. TRUCKOMAN LTD 2. XXXXX Ιακωβίδη ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Παρασκευαΐδη Εναγομένων ------------------------------------ Ημερομηνία: 21/07/21 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Π. Σπανός για Μάρκος Π. Σπανός & Σία Για την Εναγόμενη 1: κ. Α. Τσάρκατζιης για Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 2: κ. Χ. Σταυρινός με κα Ορφανίδου για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ------------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων Με την πιο πάνω αγωγή, που καταχώρισαν οι Ενάγοντες στις 07/03/2014, ως έχει τροποποιηθεί, διεκδικούν από τους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €1.117.911,65, κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο δυνάμει δανείου, πλέον τόκους και έξοδα. Με βάση την εκδοχή των Εναγόντων, ως καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι Ενάγοντες μαζί με τον αποβιώσαντα πατέρα της Εναγόμενης 2, XXXXX Παρασκευαΐδη (στη συνέχεια «ο ΓΠ»), περί τον Οκτώβριο 2002, κατέβαλαν προς την Ελληνική Τράπεζα (στη συνέχεια «Τράπεζα») το αξιούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό (£654.284,67/€1.117,911,65) προς εξόφληση αντίστοιχου χρέους της Εναγόμενης 1, προς την Τράπεζα, υπό τις ακόλουθες συνθήκες: (α) περί τον Ιούλιο 2002, οι Ενάγοντες και ο ΓΠ, υπέβαλαν αίτηση για δανειοδότηση £7,5 εκ. από την Τράπεζα, στα πλαίσια των κοινών επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και συγκεκριμένα για τη δημιουργία εργοστασίου εμφιάλωσης αναψυκτικών PEPSI στη Λιβύη. (β) Επειδή η Εναγόμενη 1 όφειλε στην Τράπεζα το ποσό των £654.284,62 και λόγω του γεγονότος ότι ο ΓΠ ήταν ένας από τους κύριους μετόχους της, η Τράπεζα έθεσε όρο για την παραχώρηση του δανείου, όπως εξοφληθεί η υπό αναφορά οφειλή της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα. (γ) Οι Ενάγοντες και ο ΓΠ, μετά από συνεννόηση μεταξύ τους και με την Εναγόμενη 1, αποδέχθηκαν να εξοφλήσουν την πιο πάνω οφειλή της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα με τη συμφωνία ότι το ποσό που θα πλήρωναν οι Ενάγοντες και ο ΓΠ προς την Τράπεζα για την εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, θα λογιζόταν ως δάνειο που παραχώρησαν οι Ενάγοντες και ο ΓΠ προς την Εναγόμενη 1, το οποίο θα εξοφλείτο από την Εναγόμενη 1 «σε εύλογο και/ή σύντομο χρονικό διάστημα», πλέον τόκους, ίσους με αυτούς που θα επέβαλλε η Τράπεζα επί του δανείου. (δ) στη βάση της πιο πάνω συνεννόησης/συμφωνίας, οι Ενάγοντες και ο ΓΠ, αποδέχθηκαν την αξίωση της Τράπεζας για εξόφληση της οφειλής της Εναγόμενης 1 και αιτήθηκαν, εν τέλει, δάνειο ύψους £8 εκ., μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση των ως άνω οφειλών της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ολόκληρο το ποσό του δανείου των £8 εκ. εξοφλήθηκε από τους Ενάγοντες, δίχως να καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό από τον ΓΠ. Ενόψει των ανωτέρω διεκδικούν από την Εναγόμενη 1, ως ανωτέρω, πλέον τους τόκους, τους οποίους υπολόγισαν στο συνολικό ποσό των €717.291,63. Διαζευκτικά και στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη 1 εξόφλησε το ποσό του δανείου πλέον τους τόκους στον ΓΠ ή/και ότι ο ΓΠ χάρισε και/ή διέγραψε χαριστικά το ποσό του κατ' ισχυρισμό δανείου και των τόκων, διεκδικούν το πιο πάνω ποσό, πλέον τους αναλογούντες τόκους, από τον Εναγόμενο 2 - διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ΓΠ -. Με την Έκθεση Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη 1 αρνείται κατηγορηματικά ότι συμφώνησε ή έλαβε κατά τον επίδικο, ή οποιοδήποτε άλλο χρόνο, δάνειο από τους Ενάγοντες και τον ΓΠ. Προς επίρρωση της πιο πάνω θέσης της, υποστηρίζει πως οι Ενάγοντες ουδέποτε παρουσιάζονταν στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1, ως πιστωτές της. Περαιτέρω, υποστηρίζει και τα ακόλουθα: (α) Το οποιοδήποτε χρέος της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, είχε εξοφληθεί από τον ΓΠ και όχι από τους Ενάγοντες, το δε αξιούμενο ποσό των £654.284,62 αποτελούσε χρέος της Εναγόμενης 1 προς τον ΓΠ και για το λόγο αυτό πιστώθηκε στο λογαριασμό μετόχων της Εναγόμενης 1, στη μερίδα του ΓΠ (βλ. παράγραφο 10 Ε/Υ). (β) Το χρέος της Εναγόμενης 1 προς τον ΓΠ εξοφλήθηκε με καλό αντάλλαγμα που έλαβε ο ΓΠ από την Εναγόμενη 1 γεγονός που βεβαίωσε ο ΓΠ, απαλλάσσοντας την Εναγόμενη 1 από το υπό αναφορά χρέος της (παράγραφοι 11, 14, 17 και 18 της Ε/Υ). (γ) Η Εναγόμενη 1 αγοράστηκε το έτος 2007 από την Εταιρεία Economides Metal Recycling Ltd (στη συνέχεια «EMR») δια το ποσό των £950.000. Στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα και κατόπιν σχετικής αξίωσης της EMR όλοι οι μέτοχοι της Εναγόμενης 1, μεταξύ των οποίων και ο ΓΠ, υπέγραψαν δηλώσεις, με βάση τις οποίες συγκατατέθηκαν στη διαγραφή των οφειλόμενων προς αυτούς ποσών από την Εναγόμενη 1. Ως συγκεκριμένα αναφέρεται στις παραγράφους 9(e), (
  2. f)και (
  3. g)της Ε/Υ, κατά ή πριν το έτος 2007, ο ΓΠ παρουσιαζόταν ως πιστωτής της Εναγόμενης 1 για το συνολικό ποσό των £1.025.822, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το ποσό των £645,284,62. Το υπό αναφορά χρέος της Εναγόμενης 1, διαγράφηκε με τη συγκατάθεση του ιδίου του ΓΠ, όπως και των άλλων μετόχων της, γεγονός που βεβαιώθηκε από τους διευθυντές της στους αγοραστές (EMR), με υπεύθυνη δήλωση ημερ. 25/05/2007. Ο Εναγόμενος 2, από την άλλη, αρνείται ότι ο ΓΠ έλαβε μέρος στις αιτήσεις και/ή στις συμφωνίες δανειοδότησης οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, έλαβαν χώρα ή παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα προς τους Ενάγοντες και τον ΓΠ. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει, εάν αποδειχθεί ότι έλαβαν χώρα οι δανειοδοτήσεις των Εναγόντων και του ΓΠ από την Τράπεζα, αυτές είναι άκυρες και/ή εικονικές και ουδεμία ανάμειξη είχε ο ΓΠ, στη σύναψη των δανείων ή στην υποβολή των αιτήσεων για δανειοδότηση. Το μόνο γεγονός που αποδέχεται ο Εναγόμενος 2 είναι το θάνατο του ΓΠ και το διορισμό του ιδίου ως διαχειριστή της περιουσίας του, εις αντικατάσταση του προηγούμενου διαχειριστή. Η μαρτυρία Για την απόδειξη των αξιώσεων τους οι Ενάγοντες κάλεσαν δύο μάρτυρες. Τον XXXXX Αριστοτέλους, οικονομικό διευθυντή του Ομίλου Εταιρειών των Εναγόντων (ΜΕ1) και τον XXXXX Μιχαηλίδη, δικηγόρο (ΜΕ2). Η Εναγόμενη 1 κάλεσε τέσσερις

(4)μάρτυρες: - τον XXXXX Μιχαήλ, εγκεκριμένο λογιστή (ΜΥ1) - τον XXXXX Σκούλλο, λογιστή στον ελεγκτικό οίκο Μ. Παπαδάκης & Σία (ΜΥ2) - τον XXXXX Αθανασίου, υπάλληλο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, της Εταιρείας Αρχιμήδης & Παύλος Παρασκευαΐδης Λτδ (στη συνέχεια «η Εταιρεία Α&Π) και γραμματέα της Εναγόμενος 1 μέχρι το έτος 2007 (ΜΥ3) και - τον XXXXX Οικονομίδη, διευθυντή της EMR (ΜΥ4) Ο Εναγόμενος 2 δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Προτού επιχειρηθεί μια σύντομη παράθεση της ουσίας της μαρτυρίας, κρίνεται χρήσιμο να καταγραφούν τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, στο βαθμό που ενδιαφέρουν για την επίλυση της διαφοράς. Έχουν ως ακολούθως: 1. Οι Ενάγοντες 1 και 2, είναι σύζυγοι, επιχειρηματίες και ιδιοκτήτες του Ομίλου A&P. Ως έχει αναφερθεί, η Ενάγουσα 2 είναι θυγατέρα του ΓΠ. Τα άλλα δύο παιδιά του ΓΠ (αδέλφια της Ενάγουσας 2) είναι ο XXXXX και η XXXXX. Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΓΠ ήταν ένας από τους μετόχους, με 171.000 μετοχές τάξης Β. Οι άλλοι μέτοχοι ήταν η Εταιρεία Α&Π (πιο πάνω) με 189.000 μετοχές τάξης Α και η Εταιρεία Dedosaco Ltd με 45.000 μετοχές τάξης Β. Δικαίωμα ψήφου είχαν τόσο οι κάτοχοι μετοχών τάξης Α όσο και οι κάτοχοι τάξης Β. Διευθυντές της, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο αδελφός του ΓΠ, XXXXX Παρασκευαΐδης (στη συνέχεια «ΠΠ») ο υιός του ΓΠ (XXXXX) και ο XXXXX Λιασής. 2. Στις 10/07/2002, κατόπιν Αιτήσεως των Εναγόντων και του ΓΠ, η Τράπεζα ενέκρινε τη χορήγηση προς αυτούς δανείου ύψους £8 εκ., με τους όρους που αναφέρονται στη σχετική επιστολή της Τράπεζας (Τεκμήριο 3). Ένας από τους όρους ήταν η εξόφληση, μέσω του υπό αναφορά δανείου, του υπολοίπου που όφειλε η Εναγόμενη 1 στην Τράπεζα, το οποίο ανερχόταν, τότε, περί τις £630.000, όρο τον οποίο αποδέχθηκαν οι Ενάγοντες και ο ΓΠ. 3. Με κοινή ενυπόγραφη επιστολή τους - χωρίς ημερομηνία - που απέστειλαν οι Ενάγοντες και ο ΓΠ στην Τράπεζα, ζητούσαν όπως χρησιμοποιηθεί μέρος από το ποσό του δανείου των £8 εκ. (γύρω στις £640.000) για την εξόφληση των πιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 1 με την Τράπεζα. Η Εναγόμενη 1 αποδέχθηκε, μέσω του διευθυντή της ΠΠ, την εξόφληση των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα, από τους Ενάγοντες και τον ΓΠ (βλ. Τεκμήριο 4). 4. Η Τράπεζα, ενεργώντας στη βάση των πιο πάνω οδηγιών, εξόφλησε τις οφειλές της Εναγόμενης 1, από τον κοινό λογαριασμό δανείου των Εναγόντων και του ΓΠ, που ανέρχονταν, κατά το χρόνο εκτέλεσης της εντολής (16/10/2002) στο ποσό των £654.284,62 που αντιστοιχεί με €1.117.911,65. Σχετική είναι η χρεωστική σημείωση ημερομηνίας 16/10/2002, Τεκμήριο 5. 5. Η Εναγόμενη 1 αγοράστηκε το Μάιο 2007 από την Εταιρεία EMR, έναντι του ποσού των £950.000. Με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1, κατά το χρόνο της εξαγοράς της από την EMR, δεν είχε πιστωτές. Κατά τη χρονική περίοδο 2002 - 12/04/2007, η Εναγόμενη 1 είχε πιστωτές τους μετόχους της και εις ότι αφορά την παρούσα υπόθεση, παρουσίαζε στις οικονομικές καταστάσεις της ότι όφειλε στον ΓΠ - ένα από τους τρεις μετόχους της - το ποσό των £1.025.822 (βλ. Τεκμήρια 26, 27 και 31). 6. Με ενυπόγραφη δήλωση του ημερ. 12/04/2007, ο ΓΠ συγκατατέθηκε στη διαγραφή του πιο πάνω οφειλόμενου προς αυτόν ποσού, από την Εναγόμενη 1. Ανάλογες δηλώσεις υπεγράφησαν και από τους άλλους δύο μετόχους της Εναγόμενης 1 (βλ. Τεκμήριο 28). 7. Ο ΓΠ απεβίωσε το Δεκέμβριο του έτους 2007 και ο Εναγόμενος 2 είναι, από τις 22/09/2017 διαχειριστής της περιουσίας του, ιδιότητα υπό την οποία ενάγεται. 8. Πριν από την καταχώριση της παρούσας αγωγής και συγκεκριμένα στις 09/09/2011, οι Ενάγοντες καταχώρισαν την Αίτηση Εκκαθάρισης υπ' αρ. 654/2011 εναντίον της Εναγόμενης 1, αφού είχαν προηγουμένως αποστείλει την επιστολή ημερ. 31/05/2011 (Τεκμήριο 6) με την οποία την κάλεσαν να εξοφλήσει το ποσό των €1.117.911,65 χωρίς η Εναγόμενη να συμμορφωθεί. 9. Το Δικαστήριο που εκδίκασε την υπό αναφοράν Αίτηση Εκκαθάρισης, έκρινε με την αιτιολογημένη απόφαση του ημερ. 16/09/2013 (Τεκμήριο 7) ότι η Εναγόμενη 1 απέδειξε ότι είχε καλόπιστη Υπεράσπιση και για το λόγο αυτό απέρριψε την Αίτηση. 10. Μετά από την πιο πάνω εξέλιξη, οι Ενάγοντες καταχώρισαν, στις 07/03/2014, την παρούσα αγωγή, αρχικά εναντίον της Εναγόμενης 1 και εν συνεχεία, κατόπιν σχετικής τροποποίησης και του Εναγόμενου 2, αξιώνοντας εναντίον τους τις θεραπείες που έχουν αναφερθεί πιο πριν. Ενόψει των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων γεγονότων δεν απαιτείται η ενασχόληση με μεγάλο μέρος της μαρτυρίας που αφορά στις περιστάσεις: (α) σύναψης του κοινού δανείου των €8 εκ. από την Τράπεζα εκ μέρους των Εναγόντων και του ΓΠ και (β) εξόφλησης της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα και συγκεκριμένα του ποσού των £654.284,62 που αντιστοιχεί με €1.117.911,65 από τον κοινό λογαριασμό δανείου των Εναγόντων και του ΓΠ. Ό,τι στην ουσία αμφισβητείται είναι: I) Το κατά πόσο η πληρωμή του επίδικου ποσού, ως ανωτέρω, προς εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, είχε τη μορφή δανείου των Εναγόντων και του ΓΠ προς την Εναγόμενη 1 και εάν όχι κάτω από ποια συμφωνία, εάν υπήρξε, ή περιστάσεις έγινε η πληρωμή. II) Το κατά πόσο το δάνειο των Εναγόντων και του ΓΠ και ειδικότερα το ποσό που αφορά στην επίδικη πληρωμή αποπληρώθηκε προς την Τράπεζα από τους Ενάγοντες αποκλειστικά, ως οι ίδιοι υποστηρίζουν, ή από τον ΓΠ ως υποστήριξε η Εναγόμενη 1. III) Το κατά πόσο συμπεριλαμβάνεται το επίδικο ποσό στην πιστωτική μερίδα μετόχων του ΓΠ της Εναγόμενης 1 Εταιρείας και συγκεκριμένα εάν στο ποσό των £1.025.822 που παρουσιάζεται στις οικονομικές καταστάσεις των ετών 2002-2006, της Εναγόμενης 1, ως οφειλή προς το μέτοχό της ΓΠ, συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο ποσό των £654.284,62. IV) Εάν η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι καταφατική κατά πόσο:
  1. i)εξοφλήθηκε η επίδικη πληρωμή από την Εναγόμενη 1 ή δόθηκε κάποιο άλλο αντάλλαγμα στους Ενάγοντες ή/και στο ΓΠ.
  2. ii)ενομιμοποιείτο η Εναγόμενη 1 ή/και ο ΓΠ να διαγράψουν χαριστικά την υπό αναφορά οφειλή προς τον ΓΠ; iii) γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν οι Ενάγοντες, ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1, παρουσιαζόταν ο ΓΠ ως πιστωτής της για το ποσό που διεκδικούν με την αγωγή τους; Ακολουθεί σύνοψη της μαρτυρίας με στοχευμένη αναφορά στις πιο πάνω υπό αμφισβήτηση πτυχές της υπόθεσης. XXXXX Αριστοτέλους (ΜΕ1) Ο ΜΕ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο 1) την οποία ανέγνωσε, καταθέτοντας διάφορα Τεκμήρια. Στη δήλωσή του, αναφέρεται στην υπαλληλική σχέση του στον Όμιλο A&P, εξηγώντας τη φύση της εργασίας του και την όλη εμπλοκή του με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Αναφέρεται στις θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η Εταιρεία εμφιάλωσης αναψυκτικών στη Λιβύη. Υπό την ιδιότητα του οικονομικού διευθυντή, επιβλέπει τις οικονομικές καταστάσεις τόσο των εταιρειών του Ομίλου όσο και των κοινών και προσωπικών λογαριασμών των Εναγόντων. Σε σχέση με τη διαδικασία δανειοδότησης από την Τράπεζα, υποστήριξε πως ο ίδιος ήταν άμεσα αναμεμειγμένος, εκπροσωπώντας τους Ενάγοντες στις διαβουλεύσεις που είχαν με την Τράπεζα. Ειδικότερα και σε σχέση με το κυρίαρχο ζήτημα της υπόθεσης που δεν είναι άλλο από την αδιαμφισβήτητη εξόφληση του χρέους της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, υποστήριξε πως, στην παρουσία του, ο ΓΠ διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες ότι το ποσό αυτό θα είχε τη μορφή δανείου προς την Εναγόμενη 1, η οποία θα το εξοφλούσε σύντομα μαζί με τους τόκους που θα καταβάλλονταν στην Τράπεζα μέχρι την ημέρα της εξόφλησης. Υπό τα πιο πάνω δεδομένα, οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν να πάρουν δάνειο £8 αντί £7,5 εκ. όπως είχαν αρχικά αιτηθεί, ώστε να χρησιμοποιείτο ένα μέρος για την εξόφληση των οφειλών της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα. Στη γραπτή του δήλωση, αναφέρει επίσης, πως ο ΓΠ είχε διαβεβαιώσει τους Ενάγοντες ότι είχε συνεννοηθεί και με τους υπόλοιπους μετόχους της Εναγόμενης 1 καθώς και με τους διευθυντές της, οι οποίοι συμφώνησαν, εξ' ου και ο ΠΠ, δήλωσε ενυπογράφως, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, τη συγκατάθεση της για την εξόφληση των υποχρεώσεων της προς την Τράπεζα, από το δάνειο που θα χορηγούσε η Τράπεζα στους Ενάγοντες και τον ΓΠ (βλ. Τεκμήριο 4). Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι ολόκληρο το ποσό του δανείου εξοφλήθηκε από τους Ενάγοντες, μέσω της Εταιρείας τους (A&P) και ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι του υπό αναφορά δανείου από τον ΓΠ, είτε προς τους Ενάγοντες είτε προς την Τράπεζα. Κατέθεσε, συναφώς, σχετική βεβαίωση των ελεγκτών της A&P με την οποία επιβεβαιώνεται η πιο πάνω θέση (Τεκμήριο 8) καθώς και σχετική αλληλογραφία που αντάλλαξε ο δικηγόρος των Εναγόντων με τον τότε δικηγόρο του ΓΠ κ. Κ. Μιχαηλίδη, ΜΕ2, (Τεκμήρια 9α και β). Κατέθεσε, επίσης, επιστολή της συζύγου του ΓΠ, Θ. Παρασκευαΐδου (Τεκμήριο 10). Σε σχέση με την αξίωση των Εναγόντων για τόκους, κατέθεσε καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 13) καθώς και κατάσταση που ετοίμασε ο ίδιος (Τεκμήριο 14) στην οποία καταγράφονται οι ετήσιοι τόκοι επί του ποσού των €1.117.911,65, από την ημέρα σύναψης του δανείου (16/10/2002) μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του (14/11/2013). Σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση υποστήριξε, σε συντομία, τα ακόλουθα: - ότι όλες οι Εταιρείες του ΓΠ στην Κύπρο ήταν ζημιογόνες και ότι η Ενάγουσα 2 - θυγατέρα του - του έδωσε αρκετές φορές χρήματα, επειδή οι εταιρείες που είχε με το σύζυγό της, είχαν μεγάλη ρευστότητα. - ότι ο ΓΠ έδωσε διαβεβαίωση στον ίδιο προσωπικά ότι η Εναγόμενη 1 θα αποπλήρωνε το δάνειο που της παραχωρήθηκε από τους Ενάγοντες και εκείνον, μέσω της εξόφλησης των οφειλών της προς την Τράπεζα. Σε άλλη σχετική ερώτηση επί του ιδίου ζητήματος, απάντησε πως στηρίχθηκε στο λόγο του ΓΠ, θεωρώντας ότι δεν έθεσε σε κίνδυνο τους Ενάγοντες δεδομένου ότι εάν η Εναγόμενη 1 δεν μπορούσε να αποπληρώσει το ποσό, θα το εξοφλούσε ο ίδιος ο ΓΠ, λόγω της μεγάλης ρευστότητας που διέθεταν οι εταιρείες του στο εξωτερικό. - σε σχέση με τους τόκους και όσα σχετικά ανέφερε στην ένορκη δήλωση του στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης (Τεκμήριο 16) ανέφερε πως δεν βλέπει να υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά δεδομένου ότι η Τράπεζα χρεώνει πάντα το τρέχον επιτόκιο, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 16. Υποδεικνύεται ότι στο Τεκμήριο 16, αναφέρει ότι: «. το δάνειο θα επιστρεφόταν μετά του τρέχοντος από καιρού εις καιρό τόκου της αγοράς .». - Σε ερώτηση γιατί καθυστέρησαν 11 χρόνια οι Ενάγοντες να διεκδικήσουν το επίδικο ποσό από την Εναγόμενη 1, απάντησε πως όταν ήταν εν ζωή ο ΓΠ δεν υπήρχε λόγος να ανησυχούν. Μετά το θάνατό του (Δεκέμβριο 2007) επεδίωξαν να πάρουν τα χρήματα που είχαν δανείσει σε διάφορες άλλες εταιρείες του Ομίλου αλλά συνάντησαν άρνηση και άρχισαν πλέον να τα διεκδικούν δικαστικώς. - Στις υποδείξεις του συνηγόρου της Εναγόμενης 1 ότι στις οικονομικές καταστάσεις παρουσιαζόταν μόνο ο ΓΠ ως πιστωτής της Εταιρείας, απάντησε πως είναι λάθος η σχετική καταχώριση, προσθέτοντας ότι αμφιβάλλει εάν ήταν ενήμερος ο ΓΠ για το περιεχόμενο των οικονομικών καταστάσεων. Ανάλογες ήταν οι απαντήσεις του επί των ανωτέρω και στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από το συνήγορο του Εναγόμενου 2, διευκρινίζοντας περαιτέρω, πως η αντίληψη των Εναγόντων ήταν ότι ο ΓΠ θα εξοφλούσε ο ίδιος το ποσό στην περίπτωση που δεν θα μπορούσε η Εναγόμενη 1 να πληρώσει. XXXXX Μιχαηλίδης (ΜΕ2) Ο ΜΕ2 ανέφερε πως ήταν ο προσωπικός δικηγόρος του ΓΠ από το έτος 1970 μέχρι το θάνατό του. Υπό την ιδιότητα του αυτή, ανέφερε, γνώριζε ότι οι Κυπριακές Εταιρείες του Ομίλου του, αντιμετώπιζαν προβλήματα ρευστότητας. Οι Εταιρείες, όμως, του εξωτερικού είχαν μεγάλη οικονομική ευρωστία και ο ΓΠ έφερνε χρήματα στην Κύπρο, όποτε χρειαζόταν. Μετά το έτος 2000, όταν αντιμετώπισαν προβλήματα ρευστότητας και οι εταιρείες του εξωτερικού, τότε αντιμετώπισαν προβλήματα και οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του στην Κύπρο, επειδή δεν μπορούσε να μεταφέρει χρήματα από το εξωτερικό. Ο ΓΠ, ανέφερε, του εκμυστηρευόταν τα πάντα, λόγω της εμπιστοσύνης που του είχε ως δικηγόρου του και της οικειότητας που αναπτύχθηκε μεταξύ τους. Ουδέποτε, υποστήριξε, του είπε ότι έδωσε χρήματα στους Ενάγοντες. Σε άλλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, απάντησε πως ο ΓΠ είχε τον έλεγχο και τη διοίκηση όλων των εταιρειών του ομίλου του και ο ίδιος (ο ΓΠ) λάμβανε όλες τις σημαντικές αποφάσεις. Από εκείνον, αποκλειστικά, έπαιρνε οδηγίες και εκείνον ενημέρωνε επί όλων των ζητημάτων που είχε εμπλοκή ως δικηγόρος των Εταιρειών του Ομίλου. Αφού αναφέρθηκε στις διάφορες θυγατρικές Εταιρείες του Ομίλου καθώς και εταιρείες που συνέστησε ο ίδιος σε διάφορες άλλες χώρες, υποστήριξε πως ο ΓΠ είχε τον έλεγχο όλων των Εταιρειών του Ομίλου του. Εξήγησε, περαιτέρω, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε απόφαση σε άλλη αγωγή την οποία κίνησαν οι Ενάγοντες εναντίον του (Τεκμήριο 12) καθώς και τους λόγους για τους οποίους αποφάσισε να μην καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Κατέθεσε, συναφώς, σχετική αλληλογραφία που αντάλλαξε με τους Ενάγοντες (Τεκμήρια 19 και 20), εξηγώντας πως ικανοποιήθηκε μεν ότι η αξίωση τους ήταν βάσιμη, αφού στηριζόταν σε επιταγή, αλλά δεν είχε προτεραιότητα, έναντι των άλλων πιστωτών, γεγονός που καταγράφει με χειρόγραφη σημείωση του στην επιστολή του Τεκμήριο 20. Αφού, πρόσθεσε, βεβαιώθηκε ότι δεν είχε εξοφληθεί η επιταγή, τόσο από τους Ενάγοντες, όσο και από τη σύζυγο του ΓΠ, XXXXX, έκρινε ότι δεν υπήρχε Υπεράσπιση και αποφάσισε να μην υπερασπιστεί την υπόθεση. XXXXX Μιχαήλ (ΜΥ1) Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο 2), αφού επεξηγεί τη σχέση του με την EMR - υπεύθυνος συνεταίρος του ελεγκτικού οίκου KPMG για τον έλεγχο των οικονομικών της καταστάσεων - αναφέρεται στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες συμβούλευσαν τους πελάτες τους (EMR) ότι δεν υπήρχε εμπόδιο για την αγορά των μετοχών της Εναγόμενης 1. Όπως, επεξηγεί στη δήλωση του, η Εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου που συνόρευε με το ακίνητο της EMR και δεν είχε άλλη περιουσία, ούτε ασκούσε οποιαδήποτε δραστηριότητα. Συμφωνήθηκε η εξαγορά των μετοχών της έναντι του ποσού των £950.000 που αντιστοιχούσε με την εκτιμημένη αξία του ακινήτου. Προέβηκαν, αναφέρει, σε όλους τους ενδεδειγμένους ελέγχους και αφού ικανοποιήθηκαν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε εκκρεμότητα, διαβεβαίωσαν τους πελάτες τους ότι μπορούσαν να προχωρήσουν με την αγορά των μετοχών. Η μόνη, ουσιαστικά, εκκρεμότητα που υπήρχε ήταν οι οφειλές της Εναγόμενης 1 προς τους μετόχους της, η οποία διευθετήθηκε με ενυπόγραφες δηλώσεις των μετόχων, δια των οποίων συγκατατέθηκαν στη διαγραφή των οφειλομένων ποσών. Πέραν τούτου, ζήτησε την ετοιμασία ενδιάμεσων λογαριασμών για την περίοδο 01/01/2007-12/04/2007, στους οποίους δεν παρουσιάζονταν οι οφειλές προς τους μετόχους αφού είχαν διαγραφεί. Ζήτησε, επίσης, και έλαβε από τους διευθυντές βεβαίωση ότι μέχρι την ημέρα της μεταβίβασης των μετοχών (25/05/2007) η Εναγόμενη 1 δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό, αναλαμβάνοντας ευθύνη να αποζημιώσουν την EMR σε περίπτωση που παρουσιαστεί οποιαδήποτε αξίωση. Η σχετική δήλωση διευθυντών, επεξηγεί, υπογράφεται και από τον ΓΠ, παρόλο που δεν ήταν διευθυντής, ενόψει του γεγονότος ότι ήταν ένας από τους πιστωτές της Εταιρείας, στον οποίο οφειλόταν το μεγαλύτερο ποσό. Οι Ενάγοντες, καταλήγει, δεν παρουσιάζονται πιστωτές της Εναγόμενης 1, στους ελεγμένους λογαριασμούς της και του προκαλεί έκπληξη που προβάλλουν την παρούσα αξίωση μετά από τόσα χρόνια. Η Ενάγουσα 2, υπέδειξε, ήταν μέτοχος της Α&Π, η οποία με τη σειρά της ήταν μέτοχος της Εναγόμενης 1. Είχε, συνεπώς, πρόσβαση στους ελεγμένους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1 και μπορούσε να διαπιστώσει το γεγονός ότι δεν φαίνονταν να ήταν πιστωτές οι Ενάγοντες στους λογαριασμούς της Εναγόμενης 1. Υποδεικνύεται πως ο μάρτυρας κατέθεσε αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία επικαλείται με τη δήλωση του (βλ. Τεκμήρια 27-30). Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο των Εναγόντων, τού υποβλήθηκε πως δεν υπήρχε πρόσβαση στους ελεγμένους λογαριασμούς από τους μετόχους της Α&Π, όπως ήταν η Εναγόμενη 2, η οποία ήταν μέτοχος μόνο του 15% της Α&Π, θέση την οποία αρνήθηκε, υποστηρίζοντας ότι θα έπρεπε, ως μέτοχος της Α&Π, να ενδιαφερόταν να ενημερωθεί ποιοι ήταν οι πιστωτές της Εναγόμενης. Του υποβλήθηκε, επίσης, πως απέτυχαν να προβούν στη δέουσα έρευνα. Εάν το έπρατταν, θα διαπίστωναν ότι η Εναγόμενη 1 όφειλε στους Ενάγοντες το ποσό που διεκδικούν με την αγωγή τους. Η απάντηση του ήταν, ότι ενήργησαν μέσα στα πλαίσια που τους επέβαλλε το καθήκον τους ως λογιστές και αφού βεβαιώθηκαν ότι όλα ήταν εντάξει, έδωσαν τη συμβουλή τους στους πελάτες να προχωρήσουν με τη μεταβίβαση, συμπληρώνοντας πως ο ρόλος τους είναι να ενεργούν ως λογιστές και όχι ως detective. ΧΧΧΧΧ Σκούλλος (ΜΥ2) Ήταν, αναφέρει στη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο 3), λογιστής στον ελεγκτικό οίκο Παπαδάκης & Σία, που παρείχε λογιστικές υπηρεσίες στην Εναγόμενη 1 μέχρι το έτος 2007, όταν μεταβιβάστηκαν οι μετοχές της στην EMR. Ασχολείτο, πρόσθεσε, κατά κύριο λόγο με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης 1. Σε σχέση με το υπόλοιπο του δανείου που είχε η Εναγόμενη στην Τράπεζα, είχε πληροφορηθεί από τους XXXXX Λιασή και XXXXX Αθανασίου, γραμματέα της Εταιρείας, ότι το δάνειο, είχε εξοφληθεί από τον ΓΠ και για το λόγο αυτό πιστώθηκε στο λογαριασμό του. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι στο ποσό των £1.025.822 που παρουσιάζεται στους λογαριασμούς της Εταιρείας που έληξε το έτος 2002 (Τεκμήριο 30) συμπεριλαμβάνεται και το ποσό των £654.284,62 που πληρώθηκε στην Τράπεζα για το χρέος της Εναγόμενης 1. Ουδέποτε, καταλήγει, αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε άτομο, η συγκεκριμένη καταχώριση στις οικονομικές καταστάσεις της Εταιρείας, η οποία επαναλαμβανόταν και για τα έτη που ακολούθησαν μέχρι την 31/12/2006. Ούτε ο ΓΠ, ήγειρε θέμα σε σχέση με το ύψος της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς τον ίδιο είτε πριν ή κατά την υπογραφή της δήλωσης του, με την οποία συγκατατέθηκε για τη διαγραφή της οφειλής. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων περί παραχώρησης δανείου στην Εναγόμενη 1, το πληροφορήθηκε για πρώτη φορά το έτος 2012 στα πλαίσια προηγηθείσας δικαστικής διαδικασίας. Αντεξεταζόμενος ανέφερε πως στηρίχθηκε στην πληροφόρηση που είχε λάβει από τους διευθυντές της Εναγόμενης και τον ΓΠ και δεν ζήτησε περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία. Το ίδιο θα έπραττε, πρόσθεσε, ακόμη και στην περίπτωση που γνώριζε ότι η εξόφληση του δανείου της Εναγόμενης 1 είχε γίνει με πληρωμή από κοινό λογαριασμό των Εναγόντων και του ΓΠ. Τούτο, ανέφερε, γιατί είχε διαβεβαίωση από τον ίδιο τον ΓΠ και τους διευθυντές της Εταιρείας ότι το ποσό εξοφλήθηκε από τον ΓΠ. ΧΧΧΧΧ Αθανασίου (ΜΥ3) Στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο 4), επεξηγεί την υπαλληλική του ιδιότητα στην Εταιρεία Α&Π καθώς και το γεγονός ότι ήταν γραμματέας της Εναγόμενης 1. Αναφέρει, περαιτέρω, ότι είχε προσωπική ανάμειξη στην εξαγορά των μετοχών της Εναγόμενης 1 από την EMR, επιβεβαιώνοντας τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από τους λογιστές, τους μετόχους και διευθυντές της Εταιρείας και τις δηλώσεις που υπέγραψαν, ως ανωτέρω αναφέρθηκαν. Όσον αφορά το χρέος της Εναγόμενης 1 προς την Ελληνική Τράπεζα, αναφέρει, πως παρότι γνώριζε ότι εξοφλήθηκε με πληρωμή που έγινε από κοινό λογαριασμό των Εναγόντων και του ΓΠ, εντούτοις τον είχε διαβεβαιώσει ο ΓΠ ότι είχε κανονίσει με τους διευθυντές της Εναγόμενης ώστε τα χρήματα να τα οφείλει στον ίδιο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στη δήλωσή του, όταν ο ίδιος του είχε υποδείξει ότι τα χρήματα πληρώθηκαν από κοινό λογαριασμό με τους Ενάγοντες, εκείνος (ο ΓΠ) του είπε: «μην έχεις έννοια, τα κανόνισα, τα χρήματα είναι δικά μου, μου τα χρωστεί η Εταιρεία και το ξέρουν καλά και ο ΧΧΧΧΧ και ο Λιασής». Αναφέρεται, τέλος, στην πώληση των μετοχών της Εναγόμενης 1 στην Εταιρεία EMR και στις συγκαταθέσεις των μετόχων, συμπεριλαμβανομένου και του ΓΠ, για τη διαγραφή των οφειλών της Εναγόμενης 1. Δεν γνώριζε, προσθέτει, για την ύπαρξη συμφωνίας δανείου της Εναγόμενης 1, ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Εάν υπήρχε τέτοια συμφωνία θα το γνώριζε, ως ο γραμματέας της Εναγόμενης 1. Ουδέποτε, καταλήγει, λήφθηκε απόφαση από το Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 για σύναψη δανείου. Στην αντεξέταση, δέχθηκε ότι ολόκληρο το ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση των μετοχών (£950.000) κατέληξε στην Εταιρεία Α&Π με τη συγκατάθεση των διευθυντών και μετόχων της Εναγόμενης 1. Δέχθηκε επίσης πως θα αισθανθεί άβολα εάν φανεί στο τέλος ότι οι Ενάγοντες είχαν δανείσει το ποσό στην Εναγόμενη 1 και κληθεί η EMR να πληρώσει, ενώ τους είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχαν χρέη. Θα αισθάνεται ότι είναι «απατεώνας», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. ΧΧΧΧΧ Οικονομίδης (ΜΥ4) Ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 και ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της EMR η οποία αγόρασε το έτος 2007 τις μετοχές της Εναγόμενης 1. Προτού την αγοράσει, ανέφερε, ζήτησε από τους ελεγκτές της Εταιρείας του να προβούν σε έλεγχο των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, εξηγώντας και το λόγο που η Εταιρεία του ήθελε να αγοράσει την Εναγόμενη 1. Τόσο από τους ελέγχους των λογιστών, όσο και από τις οικονομικές καταστάσεις, προέκυψε ότι η μόνη εκκρεμότητα που υπήρχε ήταν τα χρέη της Εταιρείας προς τους μετόχους της, τα οποία διαγράφηκαν με σχετικές δηλώσεις των μετόχων. Αφού βεβαιώθηκε, συνέχισε, ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη εκκρεμότητα, προχώρησε με την εξαγορά των μετοχών της Εναγόμενης 1 από την Εταιρεία του (EMR), καταβάλλοντας το συμφωνηθέν ποσό. Αρνούμενος τις υποβολές του συνηγόρου των Εναγόντων ότι δεν προέβησαν οι ελεγκτές του στη δέουσα έρευνα ("due diligence") και ότι η Εναγόμενη 1, οφείλει στους Ενάγοντες το διεκδικούμενο ποσό με τους τόκους, απάντησε πως οι ελεγκτές του προέβηκαν σε σωστή έρευνα και πως οι ενάγοντες ουδέποτε ήταν πιστωτές της Εναγόμενης 1. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων Με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις διαμετρικά αντίθετες θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές σε έγκριτα νομικά συγγράμματα και νομολογία Συνοπτικά: - Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, κ. Π. Σπανός, αφού επεσήμανε τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα και ανέλυσε τα νομικά ζητήματα που εγείρονται, εισηγήθηκε πως με τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι Ενάγοντες, η οποία στα ουσιώδη σημεία της παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, πρέπει το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ των Εναγόντων για τους ακόλουθους λόγους: 1. Ουδείς αμφισβητεί ότι το ποσό των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) εκταμιεύτηκε από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι Ενάγοντες με τον ΓΠ, μεταφέρθηκε στον λογαριασμό της Εναγόμενης (Τεκμήριο 5) και χρησιμοποιήθηκε για εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης προς την Τράπεζα. 2. Ο γενικός κανόνας είναι ότι ένας κοινός λογαριασμός ανήκει εξ' ίσου σε όλους τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού. Ουδεμία απτή μαρτυρία προσεφέρθη περί του αντιθέτου και, κατά συνέπεια, η Εναγόμενη έλαβε τα χρήματα εξ ίσου από τους δύο Ενάγοντες και τον ΓΠ, ήτοι κατά 1/3 από έκαστο των δικαιούχων του λογαριασμού. Αυτό, επεσήμανε ο συνήγορος, αποδεικνύεται και από την δήλωση της Εναγόμενης που καταγράφεται στο Τεκμήριο 4 δια της οποίας παραδέχεται ότι έλαβε τα χρήματα και από τον ΓΠ και από τον κ. Ανδρέου και από την κα. Παρασκευαΐδου. 3. Ουδείς, κατά το συνήγορο, αμφισβήτησε ότι τα χρήματα λήφθηκαν από την Εναγόμενη ως δάνειο εξ ου και καταχωρήθηκαν στους λογαριασμούς της ως οφειλή. Επιπλέον, ουδείς ισχυρίστηκε ότι το δάνειο δεν κατέστη πληρωτέο ούτε και ετέθη τέτοια υποβολή σε οποιονδήποτε μάρτυρα των Εναγόντων. 4. Αντίθετα, η θέση που προσπάθησε να προωθήσει η Εναγόμενη δια σχετικής υποβολής του δικηγόρου της ήταν ότι το δάνειο εξοφλήθηκε δια της πληρωμής του τιμήματος αγοράς των μετοχών από την EMR, θέση η οποία, θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο καθ' ότι δεν υιοθετήθηκε από τους μάρτυρες της Εναγόμενης στα πλαίσια της μαρτυρίας τους. 5. Η «Βεβαίωση» δια της οποίας ο ΓΠ συγκατατέθηκε στην διαγραφή του χρέους που όφειλε εις αυτόν η Εναγόμενη (Τεκμήριο 28) αποτελούσε μέρος της συμφωνίας αγοράς των μετοχών της Εναγομένης που είχε συναφθεί μεταξύ της EMR και των μετόχων της Εναγόμενης, μεταξύ των οποίων και ο ΓΠ, εις την οποία [συμφωνία] η Εναγόμενη δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος. Κατά συνέπεια, η Εναγόμενη δεν έχει το δικαίωμα και δεν μπορεί να αξιώνει την εφαρμογή των προνοιών της εν λόγω «Βεβαίωσης». Μόνο η EMR, υποστήριξε ο συνήγορος, θα είχε αυτό το δικαίωμα. 6. Επιπλέον, η εν λόγω «Βεβαίωση» ακόμα και αν παρείχετο από τον ΓΠ στα πλαίσια διευθέτησης με την Εναγόμενη θα ήταν άκυρη λόγω έλλειψης ανταλλάγματος (lack of consideration) εκ μέρους της Εναγόμενης. 7. Επι τη βάσει των πιο πάνω, κατέληξε ο συνήγορος, η Εναγόμενη οφείλει να επιστρέφει το δάνειο εκ Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) στους Ενάγοντες και τον ΓΠ. 8. Στην περίπτωση δε που το Δικαστήριο αποδεχθεί τη θέση ότι ο ΓΠ εκπροσωπούσε την Εναγόμενη όταν ανέλαβε τη δέσμευση για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) πλέον των αναλογούντων τόκων, η Εναγόμενη 1 οφείλει να καταβάλει στους Ενάγοντες πέραν του κεφαλαίου εκ Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) και τους αναλογούντες τόκους οι οποίοι ανέρχονται στο ποσό των €717.291,63 (Τεκμήριο 14). 9. Εάν, όμως, το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί τη θέση ότι ο ΓΠ εκπροσωπούσε την Εναγόμενη όταν ανέλαβε τη δέσμευση για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) πλέον των αναλογούντων τόκων, ή εάν το Δικαστήριο δεν αποδεχθεί τη θέση ότι η Εναγόμενη επικύρωσε (ratified) τη συμφωνία που έγινε μεταξύ του ΓΠ και των Εναγόντων ή εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι δεν έγινε συμφωνία αναφορικά με την καταβολή τόκων, η Εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στους Ενάγοντες, πέραν του ποσού του χρέους εκ Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65), και το ποσό των €330,652.39. Το εν λόγω ποσό θα πρέπει να καταβληθεί υπό μορφή αποζημιώσεων, λόγω της μη εξόφλησης του χρέους της Εναγόμενης εντός εύλογου χρόνου (5 χρόνια), κατά παράβαση των υποχρεώσεων της, για την ζημιά που υπέστησαν οι Ενάγοντες καταβάλλοντας τόκους στην τράπεζα, κατά την περίοδο από το 2008 μέχρι και την 14.11.13 οπόταν και εξοφλήθηκε το δάνειο των £8.000.000. 10. Δεδομένου ότι ουδείς αμφισβήτησε τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 περί συμφωνίας μεταξύ του ΓΠ και των Εναγόντων όπως το δάνειο των £8.000.000 εξοφληθεί εξ ολοκλήρου από τους Ενάγοντες και όπως ολόκληρο το ποσό του δανείου εκ Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) εισπραχθεί από τους Ενάγοντες, και δεδομένου ότι ουδείς αμφισβήτησε ότι, πράγματι, ολόκληρο το ποσό του δανείου εξοφλήθηκε αποκλειστικά και μόνο από τους Ενάγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης όπως ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65), πλέον οι τόκοι, καταβληθούν από την Εναγόμενη 1 στους Ενάγοντες. 11. Εις περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο, για οποιοδήποτε λόγο, αποφασίσει είτε (α) ότι το χρέος των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) εξοφλήθη δια της καταβολής από την εταιρεία EMR στον ΓΠ του τιμήματος αγοράς των μετοχών του, είτε (β) ότι η συμφωνία που έγινε μεταξύ των Εναγόντων και του ΓΠ δεν δεσμεύει την Εναγόμενη 1 αλλά δεσμεύει προσωπικά τον ΓΠ, τότε, ο Εναγόμενος 2 θα πρέπει να επιστρέψει στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) πλέον τους τόκους. 12. Εις περίπτωσιν κατά την οποία το Δικαστήριο, για οποιοδήποτε λόγο, αποφασίσει ότι η «Βεβαίωση» που υπεγράφη από τον ΓΠ, Τεκμήριο 28, αποτελεί έγκυρη διαγραφή ολόκληρου του χρέους των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65), τότε, ο Εναγόμενος. 2 θα οφείλει να επιστρέψει στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65) πλέον τόκους αφού ο ΓΠ δεν είχε το δικαίωμα να διαγράψει το χρέος της Εναγόμενης προς τους Ενάγοντες και ο ίδιος είχε συμφωνήσει με τους Ενάγοντες ότι θα εδικαιούντο να εισπράξουν ολόκληρο το ποσό των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65), συμπεριλαμβανομένου και του μέρους που αναλογούσε στον ίδιο. 13. Εις περίπτωσιν κατά την οποία το Δικαστήριο αποφασίσει, για οποιοδήποτε λόγο, ότι η «Βεβαίωση» που υπεγράφη από τον ΓΠ, Τεκμήριο 28, είναι έγκυρη αλλά ο ΓΠ είχε δικαίωμα να διαγράψει μόνο το 1/3 του ποσού των Λ.Κ.654.284,62 (ήτοι €1,117,911.65), το οποίο αντιστοιχούσε στο δικό του μερίδιο, τότε, η Εναγόμενη 1 οφείλει να επιστρέψει στους Ενάγοντες τα 2/3 του εν λόγω ποσού πλέον τόκους και ο Εναγόμενος 2 το 1/3 του εν λόγω ποσού πλέον τόκους. - Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκαν, με τη σειρά τους, ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν συμφωνία δανείου μεταξύ αυτών και του ΓΠ, από τη μια και την Εναγόμενη 1 από την άλλη, ως η δικογραφημένη θέση τους. Υπέδειξαν, συναφώς, αναλύοντας με λεπτομέρεια τη μαρτυρία, πως ουδείς από τους διευθυντές και τους μετόχους της Εναγόμενης 1 γνώριζε για την ύπαρξη της κατ' ισχυρισμό συμφωνίας. Αντίθετα, επεσήμαναν, όλες οι ενέργειες τους υποδηλώνουν πως δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία. Ιδιαίτερη, έμφαση δόθηκε και από τους δύο συνηγόρους στο γεγονός ότι ο ΓΠ δήλωσε εξ' αρχής, ότι το ποσό οφειλόταν από την Εναγόμενη 1 στον ίδιο προσωπικά και αργότερα, με τη δήλωση του Τεκμήριο 28, διέγραψε το χρέος της Εναγόμενης 1. Ο ΓΠ, υπέδειξαν οι συνήγοροι, δεν ήταν μέλος του ΔΣ της Εναγόμενης 1 και δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να συνάψει την κατ' ισχυρισμό συμφωνία δανείου, δεσμεύοντας την Εναγόμενη 1. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος της Εναγόμενης 1, κ. Τσάρκατζιης, υπέδειξε πως με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΥ3 δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση από το Δ.Σ. της Εναγόμενης 1 για τη σύναψη συμφωνίας δανείου, ως οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν. Οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 2 υπέδειξαν επίσης πως ο ΓΠ δεν ασκούσε έλεγχο στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 1, ως υποστήριξαν οι Ενάγοντες, ενώ δεν ήταν μέτοχος της Εταιρείας Α&Π. Εισηγήθηκαν επίσης πως ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι υπήρξε δάνειο από τους Ενάγοντες και τον ΓΠ προς την Εναγόμενη 1, η δήλωση του ΓΠ για τη διαγραφή του χρέους, απαλλάσσει την Εναγόμενη 1 από την υποχρέωση για πληρωμή οποιουδήποτε ποσού στους Ενάγοντες. Όλοι όσοι είχαν εμπλοκή με την πληρωμή του ποσού, επεσήμανε, περαιτέρω, ο κ. Τσάρκατζιης, αναγνωρίζουν ότι το χρέος της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα πληρώθηκε από τον ΓΠ, πλην του ΜΕ1, ο οποίος δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων αλλά άντλησε την πληροφόρηση του από τα έγγραφα της υπόθεσης και ιδιαίτερα από τη δήλωση του ΠΠ, Τεκμήριο 4. Υπέδειξε, συναφώς, ότι οι Ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς τους, αφήνοντας, έτσι, μετέωρη την εκδοχή τους. Πέραν των ανωτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 2, κ. Σταυρινός, εισηγήθηκε πως ουδεμία συμβατική σχέση συνδέει τους Ενάγοντες με τον Εναγόμενο 2 και δεν υφίσταται, συνεπώς, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. Υπέδειξε, τέλος, πως εάν το Δικαστήριο καταλήξει σε εύρημα ότι υπήρξε έγκυρη συμφωνία δανείου, ως ο ισχυρισμός των Εναγόντων και ότι δεν εξοφλήθηκε το ποσό από τον ΓΠ, τότε υπόλογη για την αποπληρωμή του είναι η Εναγόμενη 1 και σε καμία περίπτωση δεν έχει υποχρέωση για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ο Εναγόμενος 2. Εκτενέστερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις των διαδίκων, θα γίνει από το Δικαστήριο στη συνέχεια, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Το Δικαστήριο εξέτασε προσεκτικά το σύνολο της μαρτυρίας, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες να καταθέτουν από το εδώλιο. ΧΧΧΧΧ Αριστοτέλους (ΜΕ1) Αρχίζοντας από τον Π. Αριστοτέλους (ΜΕ1) διέκρινα εμφανή προσπάθεια να βοηθήσει με τη μαρτυρία του τους Ενάγοντες που τυγχάνει να είναι οι εργοδότες του. Ειδικότερα και καθόσον αφορά τη θέση των Εναγόντων πως η εξόφληση των οφειλών της Εναγόμενης 1 από το ποσό του δανείου που έλαβαν από την Τράπεζα μαζί με τον ΓΠ, έγινε στα πλαίσια κατ' ισχυρισμόν συμφωνίας δανείου μεταξύ των Εναγόντων και του ΓΠ από τη μια μεριά και της Εναγόμενης 1 από την άλλη, η μαρτυρία του δεν ήταν καθόλα πειστική. Η αρχική του θέση, όπως διατυπώθηκε στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο 1) ήταν πως ο ΓΠ διαβεβαίωσε, στην παρουσία του, τους Ενάγοντες, ότι η Εναγόμενη 1 θα επέστρεφε το ποσό στους Ενάγοντες μαζί με τους τόκους. Αναφέρει, επίσης, ότι τους είχε διαβεβαιώσει ότι για το , κατ' ισχυρισμό, δάνειο είχαν συμφωνήσει οι διευθυντές και οι μέτοχοι της Εναγόμενης 1, με τους οποίους είχε προηγουμένως συνεννοηθεί. Στην αντεξέταση του, όμως, διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς από τις πιο πάνω θέσεις, αφήνοντας να νοηθεί πως η φερόμενη υπόσχεση είχε δοθεί από τον ΓΠ στον ίδιο στις συναντήσεις που είχαν στο γραφείο του, όταν τον ρωτούσε για το ζήτημα αυτό. Στις επίμονες ερωτήσεις του κ. Τσάρκατζιη για το πότε δόθηκε η κατ' ισχυρισμό διαβεβαίωση του ΓΠ και εάν δόθηκε στην παρουσία των Εναγόντων, ο μάρτυρας έδειχνε απρόθυμος να δώσει συγκεκριμένη και σαφή απάντηση, παραπέμποντας στη διατύπωση της παραγράφου 10 της γραπτής του δήλωσης. Όταν του υποδείχθηκε ότι σε άλλη ένορκη δήλωση του την οποία είχε καταθέσει στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση (Τεκμήριο 15) ανέφερε πως η διαβεβαίωση είχε δοθεί στον ίδιο από τον ΓΠ, απάντησε πως δεν βλέπει να υπάρχει οποιαδήποτε διαφορά, εξηγώντας πως είχε συχνές επαφές και συναντήσεις με τον ΓΠ, άλλοτε στο δικό του γραφείο και άλλοτε στο γραφείο του ΓΠ, πολλές από τις οποίες ήταν και στην παρουσία των Εναγόντων, τα γραφεία των οποίων βρίσκονταν στο ίδιο κτήριο, δίπλα ακριβώς από τα δικό του γραφείο. Αφού εν συνεχεία, παλινδρομώντας, απαντούσε στις σχετικές ερωτήσεις με γενικότητες και αοριστίες (βλ. πρακτικά ημερ. 18/11/2020 σελίδες 13-17) κατέληξε, απαντώντας σε υποβολή του συνηγόρου, πως δεν έχει προσωπική γνώση για το τι διαμείφθηκε, ως ακολούθως (βλ. πρακτικά ημερομηνίας 18/11/2020 σελ. 18 γρ. 11): «. Ναι, ο κύριος Παρασκευαΐδης εμένα διαβεβαίωσε.». Στη συνέχεια της αντεξέτασης του, απαντώντας επί του ιδίου ζητήματος, άφησε σαφώς να εννοηθεί πως η εντύπωση του ότι επρόκειτο για δάνειο προέκυψε από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων και συγκεκριμένα από το γεγονός ότι ο διευθυντής της Εναγόμενης 1, αποδέχθηκε ενυπογράφως την εξόφληση των οφειλών της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, από το ποσό του δανείου των £8 εκ., παραπέμποντας στο Τεκμήριο 4. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι ο ΓΠ είχε διαβεβαιώσει, στην παρουσία του, τους Ενάγοντες ότι είχε συνεννοηθεί με τους διευθυντές και τους άλλους μετόχους της Εναγόμενης 1, για το κατ' ισχυρισμό δάνειο, στην αντεξέταση απαντούσε με υπεκφυγές, προφασιζόμενος πως δεν αντιλαμβανόταν τις ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων. Όσον αφορά τέλος τη φερόμενη υπόσχεση του ΓΠ, ότι η Εναγόμενη 1 θα εξοφλούσε το δάνειο με τους τόκους που θα κατέβαλλαν οι Ενάγοντες και ο ΓΠ στην τράπεζα επί του δανείου τους, όταν του υποδείχθηκε πως στα πλαίσια άλλης διαδικασίας ανέφερε, συναφώς, πως η συμφωνία προέβλεπε τόκους με το τρέχον επιτόκιο της αγοράς, υποστήριξε πως δεν υπάρχει διαφορά, επειδή, όπως ανέφερε, η τράπεζα χρεώνει τόκους στο εκάστοτε «τρέχον επιτόκιο». Επιχειρώντας, τέλος, να δικαιολογήσει το γεγονός ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 δεν παρουσιάζονταν οι Ενάγοντες ως πιστωτές της αλλά ο ΓΠ, υποστήριξε πως ήταν λάθος, εκφράζοντας τη θέση πως ο ΓΠ δεν ήταν ενήμερος ότι παρουσιαζόταν ο ίδιος ως πιστωτής της Εναγόμενης 1. Μια θέση που, προφανέστατα, καταρρίπτεται από τις ενέργειες του ΓΠ, όπως προκύπτουν μέσα από τα έγγραφα που υπέγραψε, ιδιαίτερα από το Τεκμήριο 28, με το οποίο συγκατατέθηκε στη διαγραφή του χρέους της Εναγόμενης 1 προς τον ίδιο. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται εντελώς ανίσχυρη η θέση των Εναγόντων και οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 πως οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1, παρουσιαζόταν ο ΓΠ, ως πιστωτής για το επίδικο ποσό. Μου είναι δύσκολο να πιστέψω πως ένας πιστωτής, δεν θα ενδιαφερόταν και δεν θα επεδίωκε να εξασφαλίσει την αξίωση του εναντίον του χρεώστη του για το όχι ευκαταφρόνητο ποσό του ενός και πλέον εκατομμυρίου. Δεν μπορεί, συνεπώς, να αποδεχθεί το Δικαστήριο τη θέση του ΜΕ1, πως οι Ενάγοντες δεν γνώριζαν ή δεν φρόντισαν να ενημερωθούν ποιοι παρουσιάζονταν πιστωτές της Εναγόμενης 1 στις οικονομικές της καταστάσεις. Ούτε, τέλος, η προσπάθεια που κατέβαλε ο ΜΕ1 να δικαιολογήσει τη μεγάλη καθυστέρηση στη διεκδίκηση της κατ' ισχυρισμό οφειλής της Εναγόμενης 1, κρίνεται πειστική. Υποδεικνύεται πως με βάση την κατ' ισχυρισμό υπόσχεση του ΓΠ, το δάνειο θα εξοφλείτο σε εύλογο ή σύντομο χρόνο. Με βάση τη μαρτυρία, η πρώτη φορά που διεκδικήθηκε το ποσό από τους Ενάγοντες ήταν το έτος 2011, εννέα δηλαδή χρόνια μετά. Είναι άραγε τυχαίο το γεγονός ότι διεκδικήθηκε η πληρωμή του ποσού, μετά το θάνατο του ΓΠ και όταν, με βάση τη μαρτυρία, ανέκυψαν περιουσιακές διαφορές μεταξύ των μελών της οικογένειας; Κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου δεν ήταν μια απλή συγκυρία αλλά η παρούσα διαδικασία εντάσσεται στα πλαίσια των περιουσιακών και άλλων διαφορών των μελών της οικογένειας του αποβιώσαντα ΓΠ. Για τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του επί των ζητημάτων αυτών κρίνεται επιτηδευμένη, ασαφής και ατεκμηρίωτη. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι οι Ενάγοντες εξόφλησαν το ποσό του κοινού δανείου των £8 εκ., με τον ΓΠ, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή, εφόσον υποστηρίζεται από τις καταστάσεις λογαριασμού και σχετική βεβαίωση των ελεγκτών των Εναγόντων. ΧΧΧΧΧ Μιχαηλίδης (ΜΕ2) Η εντύπωση που σχημάτισα για τον ΜΕ2 ήταν θετική. Εις ό,τι ενδιαφέρει την υπόθεση, η μαρτυρία το κρίνεται πειστική και τεκμηριωμένη. Το γεγονός ότι ο ΓΠ ήλεγχε τις δραστηριότητες όλων των Εταιρειών του Ομίλου του και λάμβανε όλες τις ουσιώδεις αποφάσεις δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε μάρτυρα. Αυτό, εξάλλου, συνάγεται αβίαστα και μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ3 - Θεοδοσίου - που ήταν γραμματέας της Εναγόμενης 1 και υπάλληλος της Εταιρείας Α&Π. Πειστική κρίνεται και η μαρτυρία του πως οι κυπριακές Εταιρείες του Ομίλου δεν είχαν ικανοποιητική ρευστότητα, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και από τον ΜΥ3 που διετέλεσε για πολλά χρόνια υπάλληλος της Α&Π και φάνηκε ότι γνώριζε αρκετά καλά τις δραστηριότητες των Εταιρειών του Ομίλου. Εξωπραγματικός, όμως, κρίνεται ο ισχυρισμός του ότι ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του ή του εκμυστηρεύθηκε ο ΓΠ, ότι είχε δώσει χρήματα στους Ενάγοντες. Υποδεικνύεται ότι, όπως ο ΜΕ2 ανέφερε, ήταν δικηγόρος του ΓΠ από το έτος 1970 και είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως ο ΓΠ δεν στήριζε οικονομικά τη θυγατέρα του. Εκτιμώ ότι η τοποθέτηση αυτή του ΜΕ2, ήταν ατυχής και πιθανό να συνδέεται με τις δικαστικές διαδικασίες που είχαν προηγηθεί, στις οποίες εκπροσωπούσε το «αντίθετο στρατόπεδο», αφού, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία, μετά το θάνατο του ΓΠ, υπήρξαν οικονομικές και άλλες διαφορές μεταξύ της Ενάγουσας 2 και των άλλων δύο παιδιών του ΓΠ. Κατά τα άλλα, ο ΜΕ2, κατέθεσε με αντικειμενικότητα τα γεγονότα που γνώριζε, δηλώνοντας εξάλλου πως δεν γνώριζε τα επίδικα γεγονότα. ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ (ΜΥ1) και ΧΧΧΧΧ Σκούλλος (ΜΥ2) Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 κατέθεσαν τα γεγονότα όπως οι ίδιοι τα αντελήφθηκαν και δεν διαπίστωσα προσπάθεια να παραποιήσουν οποιαδήποτε στοιχεία περιήλθαν στην αντίληψη τους σε σχέση με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης 1 ή των σχετικών με αυτές γεγονότων. Υποβλήθηκε και στους δύο μάρτυρες από το συνήγορο των Εναγόντων ότι δεν προέβησαν στις δέουσες έρευνες, θέση που αρνήθηκαν. Ειδικότερα τους υποβλήθηκε ότι οι οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1, στο βαθμό που δεν παρουσίαζαν τους Ενάγοντες και τον ΓΠ ως πιστωτές ή/και που παρουσίαζαν μόνο τον ΓΠ ως πιστωτή της Εναγόμενης 1, ήταν εσφαλμένες, θέσεις που απέρριψαν, εξηγώντας ότι στηρίχθηκαν στις διαβεβαιώσεις των διευθυντών της Εναγόμενης 1 και του ιδίου του ΓΠ. Δεν είναι, βεβαίως, έργο του Δικαστηρίου να κρίνει κατά πόσο οι ΜΥ1 και 2 διέπραξαν λάθος ή επέδειξαν επαγγελματική αμέλεια, στα πλαίσια των λογιστικών υπηρεσιών που πρόσφεραν στην Εναγόμενη 1, εφόσον δεν είναι διάδικοι. Το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε ότι οι υπό αναφορά μάρτυρες, προσπάθησαν να βοηθήσουν με τη μαρτυρία τους, την Εναγόμενη 1. Όπως, εξήγησαν, για την ετοιμασία των καταστάσεων στηρίχθηκαν στις πληροφορίες που έλαβαν από τους διευθυντές της Εταιρείας. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τις θέσεις των Εναγόντων και τις σχετικές υποβολές του συνηγόρου τους, ότι οι ΜΥ1 και 2 όφειλαν να θεωρήσουν πως είχε παραχωρηθεί δάνειο από τους Ενάγοντες και τον ΓΠ, στην Εναγόμενη 1, στη βάση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4. Οι μάρτυρες έδωσαν σαφείς και πειστικές εξηγήσεις για τους λόγους που καταχώρισαν ως πιστωτή της Εναγόμενης 1, τον ΓΠ. Αθανάσιος Αθανασίου (ΜΥ3) Για το συγκεκριμένο μάρτυρα σχημάτισα εξαιρετική εντύπωση. Κατέθεσε όλα τα γεγονότα που γνώριζε χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε και χωρίς πρόθεση να βοηθήσει με τη μαρτυρία του οποιαδήποτε πλευρά. Για όσα θέματα δεν είχε προσωπική γνώση, δήλωσε ευθαρσώς πως δεν είχε άποψη. Δέχθηκε με ειλικρίνεια, πως εάν επιτύχει η αξίωση των Εναγόντων, θα αισθάνεται ότι έχει εξαπατήσει την EMR. Επί της ουσίας της διαφοράς και εις ότι αφορά τη μαρτυρία του για το τι ακριβώς του είχε πει ο ΓΠ, όταν τον ρώτησε σχετικά, η μαρτυρία του κρίνεται πειστική και τεκμηριωμένη. Η φερόμενη απάντηση του ΓΠ, «μην έχεις έγνοια, εκανόνισα τα .» συνάδει με τις ενέργειες του ΓΠ που ακολούθησαν, εφόσον: (α) δήλωσε τον εαυτό του ως πιστωτή της Εναγόμενης 1 και όχι και τους Ενάγοντες (β) με τη δήλωση του (Τεκμήριο 28) διέγραψε την οφειλή (γ) συγκατατέθηκε όπως ολόκληρο το ποσό, που εισπράχθηκε από τη μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 1, διατεθεί στην Εταιρεία Α&Π, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση του ενυπόθηκου κτήματος. Υπό διαφορετικές συνθήκες, εάν ο ΓΠ δεν είχε προβεί σε κάποια άλλη ρύθμιση/συνεννόηση με τους Ενάγοντες, δεν θα αναμενόταν να προέβαινε στις πιο πάνω ενέργειες. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του, στο σύνολό της, ως ορθή. ΧΧΧΧΧ Οικονομίδης (ΜΥ4) Θετική εντύπωση σχημάτισα και για το ΜΥ4, η μαρτυρία του οποίου, υποστηρίζεται από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης. Εκείνο που στην ουσία αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του ήταν πως οι ΜΥ1 και 2, δεν είχαν προβεί σε σωστό έλεγχο της οικονομικής κατάστασης της Εναγόμενης 1, προτού αγοραστούν οι μετοχές της από την εταιρεία του (EMR). Ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Γίνεται αντιληπτό πως η βασική θέση των Εναγόντων, ότι η εξόφληση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 προς την τράπεζα, από το κοινό δάνειο των Εναγόντων και του ΓΠ, αποτελούσε δάνειο, δεν έχει τεκμηριωθεί. Ειδικότερα, από την αξιόπιστη μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι: 1. Το χρέος της Εναγόμενης 1 προς την Τράπεζα, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €1.117.911,65 (£654.284.62), εξοφλήθηκε στις 16/10/2002, από το κοινό δάνειο των £8 εκ. που είχαν λάβει οι Ενάγοντες και ο ΓΠ από την Τράπεζα. 2. Ολόκληρο το ποσό του δανείου των £8 εκ. αποπληρώθηκε από τους Ενάγοντες. 3. Ουδεμία συμφωνία δανείου ή άλλως πως, έχει αποδειχθεί. Ειδικότερα δεν προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή ότι προηγήθηκε ή έλαβε χώρα, πριν, κατά, ή μετά την αποπληρωμή του επίδικου ποσού, συμφωνία δανείου, μεταξύ των Εναγόντων και του ΓΠ από τη μια μεριά και της Εναγόμενης 1 από την άλλη, ως η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων και ο ισχυρισμός του ΜΕ1. Η Εναγόμενη 1, συγκατατέθηκε απλά στην εξόφληση του χρέους της από τους Ενάγοντες και τον ΓΠ, με βάση τη βεβαίωση του διευθυντή της ΠΠ (Τεκμήριο 4). Ούτε ασφαλώς υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία ή συνεννόηση για πληρωμή τόκων. 4. Η εξόφληση του επίδικου ποσού ήταν πρωτοβουλία του ΓΠ και η όποια τυχόν συνεννόηση είχε προηγηθεί με τους Ενάγοντες ή/και με τους διευθυντές της Εναγόμενης 1, παρέμεινε άγνωστη. Τούτο, λόγω αφενός, του γεγονότος ότι οι Ενάγοντες δεν κατέθεσαν ως μάρτυρες στη διαδικασία, ενώ, αφετέρου, η σχετική επί του θέματος μαρτυρία του ΜΕ1, κρίθηκε αναξιόπιστη. Βέβαιο είναι, πάντως, πως δεν είχε ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση από τους διευθυντές ή τους μετόχους της Εναγόμενης 1, για τη σύναψη δανείου από τους Ενάγοντες και τον ΓΠ, ως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ3. 5. Ο ΓΠ, διαβεβαίωσε τον ΜΥ3, ότι το επίδικο χρέος της Εναγόμενης 1, παρότι πληρώθηκε από το κοινό δάνειο των Εναγόντων και του ιδίου, οφειλόταν μόνο σ' εκείνον. Δίδεται έτσι λογική εξήγηση για το λόγο που το επίδικο χρέος παρουσιάζεται στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για τα έτη 2002-2006, ότι οφειλόταν στον ίδιο (τον ΓΠ). Για τον ίδιο, προφανώς, λόγο (ως πιστωτής) αλλά για άγνωστη αιτία, αποφάσισε ο ΓΠ να διαγράψει το εν λόγω χρέος που του όφειλε η Εναγόμενη 1, κατά το χρόνο της εξαγοράς της από την EMR. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου είναι έκδηλο πως όλες οι αξιώσεις των Εναγόντων είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Τούτο, όχι μόνο επειδή οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν τη συμφωνία δανείου που επικαλέστηκαν αλλά και για τον επιπρόσθετο λόγο, ότι η πληρωμή/εξόφληση του επίδικου ποσού από τον, ως άνω, κοινό λογαριασμό των Εναγόντων και του ΓΠ, έλαβε χώρα κατόπιν κάποιας συνεννόησης μεταξύ Εναγόντων και ΓΠ και των διευθυντών της Εναγόμενης 1, από την άλλη, η οποία παρέμεινε άγνωστη. Υποδεικνύεται ότι ο ΓΠ έχει προ πολλού αποβιώσει ενώ οι Ενάγοντες που θα μπορούσαν να ρίξουν φως με τη μαρτυρία τους στην πτυχή αυτή, επέλεξαν να μην προσέλθουν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν. Παρέμεινε, έτσι, να πλανάται ποια ήταν η διευθέτηση την οποία είχε κάνει ο ΓΠ, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία λάμβανε όλες τις σημαντικές αποφάσεις των Εταιρειών του Ομίλου του. Υπενθυμίζω πως με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ3, ο ΓΠ τον είχε διαβεβαιώσει κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο, ότι είχε προβεί σε κάποια διευθέτηση («εκανόνισα τα») ώστε το χρέος της Εναγόμενης 1 να οφείλεται προς τον ίδιο, παρά το γεγονός ότι είχε καταβληθεί, μέσω του κοινού δανείου του με τους Ενάγοντες. Δεν είναι έργο, ασφαλώς, του Δικαστηρίου να προβεί σε εικασίες για το τι μπορεί να είχε στο μυαλό του ο ΓΠ, όταν λάμβανε αυτή την απόφαση. Προέκυψε, όμως, από τη μαρτυρία ότι οι ενάγοντες είναι σήμερα ιδιοκτήτες του 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας στη Λιβύη, για την οποία είχε γίνει η επένδυση του κοινού δανείου των Εναγόντων και του ΓΠ. Χωρίς να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι Ενάγοντες είναι εκείνοι που εξόφλησαν το κοινό δάνειο, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί, ως ένα ενδεχόμενο, η «συνεννόηση» που είχε κάνει ο ΓΠ με τους Ενάγοντες να συνδέεται με το ζήτημα αυτό. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, καταλήγω πως η αξίωση των Εναγόντων δεν μπορεί να επιτύχει είτε εναντίον της Εναγόμενης 1, δυνάμει δανείου, ή άλλως πως, είτε εναντίον του Εναγομένου 2, λόγω της κατ' ισχυρισμό αναίτιας και χωρίς εξουσιοδότηση των Εναγόντων διαγραφής του χρέους της Εναγόμενης 1. Για τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /κπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.