ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1684/15, 25/6/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A357 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1684/15 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντας και XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενος ------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 25 Ιουνίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα / αιτητή: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για εναγόμενο / καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Μιχαήλ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 16/04/15 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο, ισχυριζόμενος, μέσω της Ε/Α που καταχώρησε αργότερα, ότι το 2014 διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε εισέλθει σε ακίνητο του χωρίς την άδεια και τη συγκατάθεση του και ότι παρά την γραπτή απαίτηση που του έστειλε να σταματήσει την εν λόγω παράνομη επέμβαση και κατακράτηση του ακινήτου του και να επιστρέψει άμεσα κενή και ελεύθερη την κατοχή του, εντούτοις ο τελευταίος, όχι μόνο τίποτα τέτοιο δεν έπραξε αλλά αντίθετα συνέχισε να κατακρατεί παράνομα το ακίνητο και να το χρησιμοποιεί για τις εμπορικές και επαγγελματικές του δραστηριότητες. Στη βάση αυτών του των ισχυρισμών, ο ενάγοντας αξίωσε τόσο με την οπισθογράφηση του κλητηρίου όσο και με την Ε/Α, απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ο εναγόμενος να αναγνωρίζεται ως παράνομος επεμβασίας και να διατάσσεται όπως του παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του, αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση του ακινήτου ύψους €600 το μήνα από την 01/08/14 και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος στις 24/02/16, ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι όχι μόνο βρίσκεται νόμιμα στο ακίνητο αλλά και ότι η εκεί παραμονή του είναι δυνάμει γραπτής σύμβασης ενοικίασης που σύναψε με τον ενάγοντα από τις 11/01/10, ημερομηνία από την οποία μάλιστα κατέβαλλε στον τελευταίο και ενοίκια αλλά και λαμβάνοντας από τον ενάγοντα σχετικές αποδείξεις πληρωμής μέχρι και τον Νοέμβριο
- Κατά τον εναγόμενο, εφόσον είναι ο ίδιος ο ενάγοντας που από τον Νοέμβριο 2014 αρνείται να προσέλθει να εισπράξει τα ενοίκια που ο ίδιος τον καλεί να του καταβάλει, αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, δεν μπορεί να ισχυρίζεται τώρα ότι η κατοχή του ακινήτου είναι παράνομη ή ότι θα πρέπει να διαταχθεί η έξωση του. Στη βάση δε του ισχυρισμού του ότι στο ακίνητο βρέθηκε νόμιμα δυνάμει σύμβασης ενοικίασης η οποία ίσχυε τουλάχιστον μέχρι τον Νοέμβριο 2014 όταν και αυτοβούλως ο ενάγοντας σταμάτησε να εισπράττει τα ενοίκια, ο εναγόμενος εγείρει και προδικαστική ένσταση με την υπεράσπιση του, ισχυριζόμενος ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν την κατοχή του ακινήτου από τον ίδιο και την παραμονή του εκεί, θέτουν την υπόθεση εκτός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου και εντός της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (ΔΕΕ) εφόσον η ενοικίαση έχει από το 2014 μετατραπεί σε θέσμια ενοικίαση. Πρόσθετα όμως των όσων ισχυρίζεται ως υπεράσπιση στην αγωγή, ο εναγόμενος, επικαλούμενος κάποια συγκεκριμένα γεγονότα που ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα περί τα μέσα του 2014, εγείρει ανταπαίτηση εναντίον του ενάγοντα για συνολικό ποσό €88.
- Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι περί τα μέσα του 2014 ο ενάγοντας προέβη σε διάφορες πράξεις και παραλείψεις που προκάλεσαν ζημιές στην προσωπική του περιουσία που βρισκόταν νόμιμα στο ακίνητο καθώς επίσης και οικονομική ζημιά στην επιχείρηση του και συγκεκριμένα ότι ο ενάγοντας του κατέστρεψε 120 εξέδρες αξίας €18.000 που χρησιμοποιούσε για την επιχείρηση του, ότι του προκάλεσε ζημιά €40.000 υπό τη μορφή απώλειας εσόδων λόγω του ότι η επιχείρηση του δεν μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά συνεπεία της καταστροφής των εξέδρων και των άλλων πράξεων κα παραλείψεων του ενάγοντα και απώλεια μελλοντικών κερδών ύψους €30.
- Με το απαντητικό του δικόγραφο, στο οποίο περιλαμβάνεται και η υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, ο ενάγοντας αφ' ενός υπεραμύνεται της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε σύμβαση ενοικίασης μεταξύ των διαδίκων και ότι ο εναγόμενος εισήλθε και παραμένει σ' αυτό παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση του και αφ' ετέρου αρνείται ότι προέβη σε οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις που προκάλεσαν ζημιά στον εναγόμενο ως ισχυρίζεται ο τελευταίος ότι έγινε το
- Αφού ολοκληρώθηκε η δικογραφία και οι σχετικές διαδικασίες με βάση την τότε εν ισχύ Δ.30, ήτοι αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, η υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 13/01/
- Σημειώνω εδώ παρενθετικά ότι στα πλαίσια των εγγράφων που αποκάλυψε η πλευρά του εναγόμενου στις 27/05/16, περιλαμβάνετο και έγγραφο που περιγράφετο ως ενοικιαστήριο έγγραφο ημερομηνίας 11/01/
- Η ακροαματική διαδικασία δεν έλαβε χώρα στις 13/01/17 και για διάφορους λόγους που είναι καταγραμμένοι στα πρακτικά, η ακρόαση αναβλήθηκε σε διάφορες μεταγενέστερες ημερομηνίες, με την τελευταία ημερομηνία ακρόασης να ήταν η 04/03/
- Ούτε όμως και στις 04/03/19 κατέστη δυνατό να γίνει ακρόαση και αυτό γιατί στις 21/09/18 ο ενάγοντας αιτήθηκε όπως του δοθεί άδεια να τροποποιήσει την αγωγή του ώστε να διαγράψει όλους σχεδόν τους ισχυρισμούς του και να τους αντικαταστήσει με τον ισχυρισμό ότι επειδή μεταξύ του ιδίου και του εναγόμενου είχε συναφθεί στις 11/01/10 σύμβαση ενοικίασης του ακινήτου, το οποίο είχε κτιστεί πριν το 1980 και βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή, και ο εναγόμενος δεν κατέβαλε τα ενοίκια για τους μήνες Δεκέμβριο 2014 μέχρι και Ιούλιο 2018, η εναντίον του αξίωση συνίστατο πλέον μόνο σε ποσό €
- Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίστηκε τότε ο ενάγοντας για να υποστηρίξει την εν λόγω αίτηση του, αυτός είχε εντοπίσει τον Αύγουστο του 2018 στο σπίτι της μητέρας του, η οποία ήταν η προηγούμενη ιδιοκτήτης του ακινήτου και η οποία απεβίωσε την 01/10/14, αντίγραφο κάποιας συμφωνίας για ενοικίαση του ακινήτου που αυτή φαίνεται να έκαμε με τον εναγόμενο στις 11/01/10 χρησιμοποιώντας το δικό του όνομα αλλά εν αγνοία του. Μάλιστα δε, ισχυρίστηκε τότε ο ενάγοντας, αυτός εντόπισε τότε και κάποιες αποδείξεις που υπέγραψε ο ίδιος στο παρελθόν για να βεβαιώσει την είσπραξη ενοικίων από τον εναγόμενο, τις οποίες όμως αποδείξεις θεωρούσε, όταν τις υπέγραφε, ότι αφορούσαν στα ενοίκια που εισέπραττε η μητέρα του για λογαριασμό του σε σχέση με κάποιο άλλο ακίνητο που ενοικίαζε σε κάποιο τρίτο πρόσωπο. Διαπιστώνοντας λοιπόν ότι ο εναγόμενος βρισκόταν στο ακίνητο του δυνάμει αυτής της συμφωνίας της 11/01/10, αποφάσισε, ως ήταν ο ισχυρισμός του, να σεβαστεί την εν λόγω συμφωνία έστω και έγινε εν αγνοία του και για το λόγο αυτό ο εναγόμενος, ο οποίος μέχρι και τον Ιούλιο 2018 κατείχε το ακίνητο ως ενοικιαστής του, θα πρέπει να του καταβάλει τα ενοίκια για τους μήνες Δεκέμβριο 2014 - Ιούλιο
- Ο εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση τροποποίησης του ενάγοντα και το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), κατόπιν ακρόασης εξέδωσε στις 29/10/19 απόφαση με την οποία απέρριψε την αίτηση. Το απορριπτικό σκεπτικό του Δικαστηρίου βασίστηκε σε μεγάλο μέρος στη διαπίστωση ότι ο ενάγοντας προσπαθούσε ουσιαστικά να αναδιαμορφώσει εντελώς και κατ' ανεπίτρεπτο τρόπο ολόκληρη τη βάση αλλά και τον πυρήνα της αγωγής του και δη μετά πάροδο 4 σχεδόν χρόνων και αυτό τη στιγμή μάλιστα που, ως επισημαίνεται στη σελ. 18 της απόφασης, «.στην δικογραφία εμφανίζεται απόλυτος και κατηγορηματικός ότι ο εναγόμενος ουδέποτε απέκτησε κατοχή του ακίνητου με νόμιμο τρόπο. Εμφανίζεται απόλυτος στην θέση ότι ο εναγόμενος είναι παράνομος παραβάτης παρόλο που ήταν άγνωστο πότε ο εναγόμενος απέκτησε την κατοχή του ακίνητου.». Πρόσθετα τούτου δε, επεσήμανε το Δικαστήριο υποδεικνύοντας και τις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου, συνεπεία της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος «.έχουν δημιουργηθεί δεδομένα που δύσκολα ανατρέπονται χωρίς τον εκτροχιασμό της δίκης.» και «.στην περίπτωση που επιτραπεί η προτεινόμενη τροποποίηση θεωρώ ότι ο εναγόμενος θα βρίσκεται σε αμηχανία ως προς τον τρόπο χειρισμού της υπεράσπισης του.». Αμέσως μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης της 29/10/19, η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά είτε να της δοθεί άδεια δυνάμει της Δ.15 να διακόψει την αγωγή με επιφύλαξη του δικαιώματος να καταχωρήσει νέα διαδικασία εναντίον του εναγόμενου στο καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο (Θεραπεία «Α»), είτε όπως το Δικαστήριο διακόψει και παραπέμψει την αγωγή δυνάμει των προνοιών των άρθρων 63, 64 και 64 (Α) του Ν.14/1960 στο κατά τον ενάγοντα καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως (Θεραπεία «Β»). Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος επαναλαμβάνει τη θέση του ότι μόλις το 2018 αντιλήφθηκε ότι το ακίνητο κατείχετο από τον εναγόμενο δυνάμει σύμβασης ενοικίασης ημερομηνίας 11/01/10 και ότι παρά ταύτα αποφάσισε να σεβαστεί την εν λόγω σύμβαση και ισχυρίζεται ότι, αν και το ακίνητο του παραδόθηκε τελικά στις 28/02/20 εντούτοις δεν του καταβλήθηκαν τα ενοίκια που έπρεπε να του καταβληθούν από την 01/12/
- Θέση του ενάγοντα είναι ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, το καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο για να του επιδικάσει αυτά τα οφειλόμενα ενοίκια είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λευκωσίας και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο στο οποίο βρίσκεται η αγωγή του και ότι την αίτηση που καταχώρησε στις 21/09/18 για να τροποποιήσει την αγωγή, την καταχώρησε «.με τελικό σκοπό όπως μετά την τροποποίηση το Δικαστήριο παραπέμψει την υπόθεση στο καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο που είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λευκωσίας.». Αν και η προσπάθεια του αυτή τελικά δεν τελεσφόρησε συνεπεία της απορριπτικής απόφασης της 29/10/19, εντούτοις, επειδή συμφωνεί με τη δικογραφημένη θέση του εναγόμενου ως προς το ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καταδεικνύουν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι καθ' ύλη αρμόδιο να επιληφθεί της αξίωσής του, θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή έχει φτάσει σε δικονομικό αδιέξοδο από το οποίο μπορεί να εξέλθει μόνο αν εγκριθεί η παρούσα αίτηση του. Σημειώνω εδώ ότι αν και ο ενάγοντας θεωρεί ότι θα μπορούσε να εκδοθεί οποιοδήποτε εκ των δύο διαταγμάτων που ζητά, εντούτοις ισχυρίζεται στην Ε/Δ του ότι «.η έγκριση του Αιτητικού Α (διακοπή) θα είναι η πλέον βολική για όλους, λόγω του ότι η διαδικασία θα αρχίσει από την αρχή στο ορθό Δικαστήριο με τον ειδικό συγκεκριμένο τύπο που απαιτείται.». Καταλήγει συνεπώς ο ενάγοντας ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να συνεχίσει να απασχολεί το Επαρχιακό Δικαστήριο λόγω δικαιοδοτικής αναρμοδιότητας και καλεί το Δικαστήριο όπως του χορηγήσει την υπό στοιχείο Α αιτούμενη άδεια διακοπής της αγωγής δυνάμει της Δ.
- Η αίτηση του ενάγοντα προσέκρουσε και αυτή τη φορά στην ένσταση της πλευράς του εναγόμενου, ο οποίος θεωρεί ότι, λαμβανομένης υπόψη της κακόπιστης στάσης που μέχρι σήμερα επέδειξε στην παρούσα αγωγή ο ενάγοντας, ως η στάση αυτή κατακρίθηκε και από το Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση της 29/10/18, τα μόνα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν αναφορικά με την παρούσα αίτηση είναι ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ότι αποσκοπεί στην εξασφάλιση αθέμιτου πλεονεκτήματος εις βάρος του εναγόμενου και ότι τυχόν έγκριση της θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα του αλλά και τα δικαιώματα του σε επίλυση της διαφοράς του με τον ενάγοντα εντός εύλογου χρόνου, ιδιαίτερα όταν η δηλωθείσα πρόθεση του τελευταίου είναι να καταχωρήσει εκ νέου, άλλη δικαστική διαδικασία. Όταν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό την παρούσα σύνθεση για σκοπούς της ακρόασης, επισημάνθηκε σε αμφότερους ότι η αίτηση αφορούσε αποκλειστικά στην διακοπή και/ή παραπομπή της αγωγής του ενάγοντα και ότι για την εγειρόμενη ανταπαίτηση δεν τίθετο αλλά ούτε και τέθηκε ποτέ θέμα διακοπής ή δικαιοδοσίας. Ο μεν κ. Μιχαήλ λοιπόν υποστήριξε ότι τυχόν έγκριση της αίτησης δεν επηρεάζει την ανταπαίτηση εφόσον αυτή εδράζεται σε συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία είναι ξεχωριστά από αυτά της αγωγής ενώ ο δε κ. Παπαθεοδώρου ότι η ανταπαίτηση δεν μπορεί να απομονωθεί από την απαίτηση και συνεπώς, αν το Δικαστήριο παραπέμψει την αγωγή στο Ενοικιοστάσιο, θα πρέπει να παραπέμψει και την ανταπαίτηση. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας κατά νου και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών ανέπτυξαν στις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους, αναφορά στις οποίες κάνω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω τα εξής. Όπως ήδη ανέφερα, με την παρούσα αίτηση ζητούνται κατά διαζευκτικό τρόπο δυο διαφορετικές θεραπείες. Είτε να δοθεί άδεια να διακοπεί η αγωγή δυνάμει των προνοιών της Δ.15, να τερματιστεί δηλαδή πλήρως η αγωγή εναντίον του εναγόμενου αλλά με διατήρηση του δικαιώματος του ενάγοντα να επανέλθει με νέα διαδικασία, είτε να ασκηθεί η εξουσία που παρέχουν οι σχετικές πρόνοιες του Ν. 14/1960 στο Επαρχιακό Δικαστήριο όταν διαπιστώσει ότι είναι καθ' ύλη αναρμόδιο να επιληφθεί μιας διαφοράς που ηγέρθη ενώπιον του ώστε να διακόψει «προσωρινά» την αγωγή και να την παραπέμψει για συνέχιση στο καθ' ύλη αρμόδιο Δικαστήριο. Επισημαίνω εδώ ότι αντίθετα από την εξουσία διακοπής και παραπομπής μιας υπόθεσης λόγω δικαιοδοτικής αναρμοδιότητας, για την άσκηση της εξουσίας για χορήγηση άδειας για διακοπή μιας αγωγής δυνάμει της Δ.15 δεν επιβάλλεται να γίνει οποιαδήποτε εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε σχέση με την ουσία της διαφοράς. Μάλιστα δε, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, στην περίπτωση της διακοπής δυνάμει της Δ.15, το Δικαστήριο σε συγκεκριμένες και πολύ εξαιρετικές περιστάσεις θα διερευνήσει τους λόγους για την διακοπή ή θ' αρνηθεί να χορηγήσει την αιτούμενη άδεια και ουσιαστικά κατά κανόνα εγκρίνει την διακοπή. Οι υπό κρίση αιτούμενες θεραπείες λοιπόν, δεν είναι μόνο διαφορετικές αλλά είναι και ανεξάρτητες η μια από την άλλη και το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι θεραπείες αυτές προωθούνται και ζητούνται ταυτόχρονα και κατά διαζευκτικό τρόπο, ως εξ' ίσου δίκαιες και επαρκείς θεραπείες συνεπάγεται ότι τυχόν επιτυχία της μιας αυτόματα σφραγίζει την τύχη της άλλης, καθιστώντας ακόμη και περιττή και αχρείαστη την εξέταση του ενδεχόμενου έγκρισης και της «εναλλακτικής» θεραπείας,. Των πιο πάνω λεχθέντων και επισημαίνοντας ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει όλες τις εναλλακτικές θεραπείες που προωθεί ταυτόχρονα ένας αιτητής ώστε να επιλέξει το ίδιο ποια από αυτές εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα του τελευταίου, υπενθυμίζω ότι στην παρούσα περίπτωση ο ενάγοντας έχει ήδη, μέσω της Ε/Δ του, υποδείξει ρητά ποια θεραπεία είναι που προτιμά να του αποδοθεί, ήτοι αυτή της άδειας για πλήρη διακοπή της αγωγής του δυνάμει της Δ.
- Είναι αυτήν λοιπόν την πτυχή της αίτησης που θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα και αν ήθελε φανεί ότι η συγκεκριμένη θεραπεία δύναται να αποδοθεί, αυτό θα συνιστά και την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Ως προς τις αρχές λοιπόν που διέπουν το δικαίωμα ενός Ενάγοντα να διακόψει την αγωγή του δυνάμει της Δ.15, οι αρχές αυτές συνοψίζονται με περισσή επάρκεια μεταξύ άλλων στην υπόθεση Πατσαλίδης Ιωάννης ν. Αβραάμ Αναστασίου Δίσπυρου
(2006)1 ΑΑΔ 17, όπου αφού υιοθετήθηκαν με επιδοκιμασία τα όσα σχετικά λέχθηκαν στις Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Eleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677, αναφέρθηκαν τα εξής: «Πράγματι, η νομολογία μας, που ακολούθησε την αγγλική σε ό,τι αφορά την εμβέλεια και λειτουργία της Δ.15, είναι πλέον σαφής και ευθυγραμμισμένη. Θα αρκεστούμε, γιατί δεν χρειάζεται τίποτε άλλο να λεχθεί, να παραθέσουμε περικοπή από την υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, όπου ο δικαστής Κωνσταντινίδης αναφέρθηκε στη γένεση της νομολογιακής αρχής από το Δικαστήριο μας λέγοντας τα εξής στις σελίδες 675-676: «Το ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Eleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R.
- Με τη θέσπιση της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο. Βλ. Spencer Bower and Turner - the Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ.36, παράγραφος 39).». Η Δ.15, Θ.2 απαιτεί ρητή αίτηση και παροχή άδειας από το Δικαστήριο για απόσυρση υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του. Το Δικαστήριο ασκεί εξουσία, έχει δηλαδή διακριτική ευχέρεια, να εξετάσει το αίτημα και να αποφασίσει αν θα επιτρέψει τέτοια απόσυρση, και ενδεχομένως, υπό ποίους όρους ή όχι.» Παραθέτω εδώ και το εξής σχετικό απόσπασμα από την Eleftheriades: «.In the Annual Practice for the year 1960, p. 59 the following are mentioned about the above, provision:- "This order is a complete code on the subject of discontinuing an action, or withdrawing defence. The former power of a plaintiff at common law to claim a non suit, or of a plaintiff in equity to dismiss his bill at his own option, at any time no longer exists. The term discontinuance is used in a broad sense, and is intended to cover both forms of procedure (Fox .v Star etc Co. [1898] 1 Q.B. 636, 639; [1900] A.C. 19)". At Common Law and before the Judicature Act a plaintiff was allowed to discontinue his action at any time before judgment or to withdraw the proceedings before the Jury were sworn or, to elect to be nonsuited and was yet at liberty to re-enter the cause or bring a second action. This, however, has been greatly curtailed. There is no, longer such a thing as, a non-suit in the High Court, (see Fox v. The Star Newspaper Co. Ltd. (supra) Now, the plaintiff may discontinue his action or withdraw any part of it by, giving notice in writing to the defendants. If, he does so before the defence is delivered, or, even, after its delivery, before taking any other proceeding in, the action save any interlocutory application he may discontinue without leave and may yet bring a second action. He must, however, pay the costs of the first action or the second action: will be stayed. (Mundy v. The Butterley Co., [1932]
- Ch. 227.) At any later stage of the action he can only discontinue by leave of the Court and it can be made a condition for giving such leave that no further proceeding shall be taken in. the matter. As stated in the Annual Practice 1960, p. 593, by reference to the corresponding English provision, leave may be refused to a plaintiff to discontinue the action before judgment if the plaintiff is not wholly dominus litis or if the defendant has by the proceedings obtained an advantage of which it does not seem just to deprive him. Στη δική του δε απόφαση στην εν λόγω υπόθεση, ο Πικής Δ. ως ήταν τότε, ανέφερε και τα εξής: «.Order, 15 rule 1 is designed to confer discretion upon the Court to impose appropriate terns for the withdrawal of an action, mostly in the interest of other parties to the proceedings. As I had occasion to explain in Kypreos v. Kypreos, the rule embodied in Ord. 15 r. 1 replaced the common law rule that permitted the plaintiff to abandon his action at any stage by exercising the adjectival right of "non-suit", and the corresponding rule of equity, entitling the pursuer to dismiss his bill at his option. But as I stressed reviewing the nature of the discretion, conferred by this rule, a party will not ordinarily be compelled to litigate against his will". It was indicated that Graham,
- put the matter in perspective in Covell Matthews & Partners v. French Wools Limited, where he summed up the principles upon which the discretion of the Court is exercised on an application t discontinue:- "The principles to be culled from these cases are, in my judgment that the Court will, normally at any rate, allow a plaintiff to discontinue if he wants to, provided no injustice will be caused to the defendant. It is not desirable .that a plaintiff should be compelled to litigate against his will. The Court should therefore grant leave, if it can without injustice to the defendant, but in doing so should be careful to see that the defendant is not deprived of some advantage which he has already gained in the litigation and should be ready to grant him adequate protection to ensure that any advantage he has gained is preserved."» Αυτό λοιπόν που εν συντομία συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, είναι ότι, αφ' ης στιγμής ο ενάγοντας αποφασίσει να θέσει τέρμα στη διαδικασία που ο ίδιος έχει εγείρει, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τον υποχρεώσει να παραμείνει dominus litis, εκτός εάν διαπιστωθεί ότι για κάποιο λόγο εξακολουθεί να είναι dominus litis ή ότι με τη διακοπή της αγωγής θα αποκτήσει άδικο πλεονέκτημα έναντι του αντιδίκου του ή ο τελευταίος θα χάσει κάποιο πλεονέκτημα που έχει λάβει. Τίποτα τέτοιο όμως δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Εξηγώ. Η μέχρι σήμερα δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι, ως επισημάνθηκε και στην απόφαση της 29/10/19, ότι το 2014 ο εναγόμενος εισήλθε παράνομα στο ακίνητο του και συνεπώς θα πρέπει να διαταχθεί να το εγκαταλείψει και να πληρώσει και τις ανάλογες αποζημιώσεις. Η δικογραφημένη θέση του εναγόμενου τώρα, είναι ότι επειδή αυτός εισήλθε νόμιμα στο ακίνητο από το 2010 ως συμβασιούχος ενοικιαστής και στη συνέχεια συνέχισε με τον ίδιο νόμιμο τρόπο να παραμένει εκεί, ο ενάγοντας δεν δικαιολογείται να εγείρει και να προωθεί εναντίον του την παρούσα αγωγή η οποία και θα πρέπει να απορριφθεί. Αν δοθεί λοιπόν άδεια στον ενάγοντα να διακόψει την αγωγή του, η θέση του εναγόμενου, ήτοι ότι θα πρέπει να παύσει να προωθείται περαιτέρω η αγωγή εναντίον του και ο ίδιος ν' απαλλαχθεί πλήρως από το παρόν στάδιο, ουσιαστικά θα επιτύχει. Μάλιστα δε, εφόσον σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα ενεργοποιηθεί και το δικαίωμα που παρέχει η Δ.15 Θ.3 στον εναγόμενο να ζητήσει και να λάβει τα έξοδα που δικαιούται σε σχέση με την αγωγή αλλά και η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να επιβάλει στον ενάγοντα την υποχρέωση να πληρώσει τα εν λόγω έξοδα προτού καταχωρήσει οποιαδήποτε νέα διαδικασία εναντίον του εναγόμενου, η χορήγηση άδειας για διακοπή της αγωγής προβάλλει να είναι όντως, ως ισχυρίζεται και ο ενάγοντας, «.η πλέον βολική για όλους.» θεραπεία. Σε κάθε περίπτωση όμως, η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει, η μαρτυρία του εναγόμενου δεν έχει αποκαλυφθεί με οποιοδήποτε τρόπο και ούτε έχει μέχρι στιγμής ο τελευταίος ενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο στην αγωγή ώστε αν ο ενάγοντας επανέλθει στο μέλλον με νέα διαδικασία να του προκαλείται αδυναμία στο να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Κανένα επομένως πλεονέκτημα δεν θα λάβει ο ενάγοντας έναντι του εναγόμενου αν διακόψει τώρα την αγωγή του. Ακόμη όμως και αν το όλο θέμα ήθελε προσεγγιστεί με γνώμονα την ύπαρξη της ανταπαίτησης, και πάλι δεν διαπιστώνεται ο εναγόμενος να χάνει κάποιο πλεονέκτημα ή ο ενάγοντας να λαμβάνει αδίκως κάποιο πλεονέκτημα αν δοθεί άδεια να διακοπεί η αγωγή. Εξηγώ. Ως είναι γνωστό και νομολογημένο, η ανταπαίτηση συνιστά μια ανεξάρτητη διαδικασία, η οποία αν και εγείρεται στα πλαίσια μια αγωγής διότι προβάλλει πιο πρόσφορο να συνεκδικαστεί με την αγωγή, εντούτοις μπορεί να "σταθεί" και από μόνη της, ανεξαρτήτως της έκβασης της αγωγής. Άλλωστε, σε υποθέσεις όπου εγείρεται ανταπαίτηση δεν είναι ασύνηθες στην πορεία να διευθετείται με κάποιο τρόπο η αγωγή και να παραμείνει για εκδίκαση μόνο η ανταπαίτηση (βλ. π.χ Sunny Coast Hotel Apts Ltd ν. Aqua Masters Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1198) και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι ακόμη και όταν οι δύο διαδικασίες οδηγούνται σε κοινή ακρόαση, το Δικαστήριο επιβάλλεται να εκδώσει καταληκτική απόφαση σε σχέση με την κάθε διαδικασία ξεχωριστά. Μάλιστα δε, η κατάληξη της κάθε διαδικασίας μπορεί να είναι η ίδια ή ακόμη και διαφορετική (βλ. π.χ. Χαραλάμπους Χαράλαμπος ν. Decostone Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 747 και Αristo Developers Ltd ν. Ανδρέα Σπύρου
(2001)1 ΑΑΔ 1379). Εφόσον λοιπόν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στην προώθηση μιας διαδικασίας τον έχει αποκλειστικά ο διάδικος που την εγείρει και όχι ο αντίδικος του, αν ο ενάγοντας αποφασίσει να διακόψει την αγωγή του όπως επιδιώκει να πράξει ο εδώ ενάγοντας, αυτή η απόφαση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συνεπάγεται και διακοπή της ανταπαίτησης αν ο εναγόμενος δεν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Ούτε όμως και υπό το φως του δικαιοδοτικού «προβληματισμού» που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι τον οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης δεν μπορεί η διακοπή της αγωγής να θεωρηθεί ότι θα επιφέρει στο τελευταίο κάποιο άδικο πλεονέκτημα έναντι του εναγόμενου ή της ανταπαίτησης. Αυτό γιατί ναι μεν η διαπίστωση δικαιοδοτικής αναρμοδιότητας για την εκδίκαση μιας αγωγής πολύ πιθανόν να εκτείνεται και στην εκδίκαση της ανταπαίτησης λόγω της συνάφειας που συνήθως υπάρχει μεταξύ των δύο διαδικασιών - υπό την έννοια ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αγωγή είναι συνήθως και τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ανταπαίτηση - όμως αυτό δεν συνιστά και το γενικό κανόνα. Αντιθέτως, όπως επισημαίνεται και στην Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1991)1 Α.Α.Δ. 710, «.η συνάφεια των επίδικων θεμάτων της ανταπαίτησης μ' εκείνα της αγωγής δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης.» και η διαπίστωση αναρμοδιότητας σε σχέση με την ανταπαίτηση δεν προκύπτει ούτε και εξαρτάται από τους ισχυρισμούς που συνθέτουν την αγωγή αλλά από τους ισχυρισμούς που συνθέτουν την ανταπαίτηση. Αυτό γιατί το θέμα της δικαιοδοσίας εκδίκασης μιας διαφοράς εξετάζεται στη βάση των ισχυρισμών και των γεγονότων που επικαλείται ο ενάγοντας ή κατ' αναλογία ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας για να υποστηρίξει την απαίτηση του και όχι στη βάση των γεγονότων που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ή κατ' αναλογία ο εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενος ως υπεράσπιση (βλ. Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625). Το θέμα δηλαδή της δικαιοδοσίας εκδίκασης μιας αγωγής ή μιας ανταπαίτησης εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα επί των οποίων η κάθε διαδικασία εδράζεται και το γεγονός ότι ο εναγόμενος ήγειρε ανταπαίτηση στα πλαίσια της αγωγής που ήγειρε εναντίον του ο ενάγοντας δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και ότι η αναρμοδιότητα στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά και αναρμοδιότητα εκδίκασης της ανταπαίτησης. Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, επισημαίνω κατ' αρχή ότι με βάση τις υφιστάμενες δικογραφημένες θέσεις, όχι μόνο δεν εγείρεται από κανένα διάδικο θέμα δικαιοδοσίας σε σχέση με την ανταπαίτηση αλλά και ο ίδιος ο ενάγοντας παρουσιάζεται στο δικόγραφο που καταχώρισε ως Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να υπεραμύνεται κατηγορηματικά της αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει τις δύο διαδικασίες. Πέραν τούτου όμως, όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τα δικόγραφα στην παρούσα περίπτωση, ενώ η μέχρι σήμερα δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι η κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση και παραμονή του εναγόμενου στο ακίνητό του, η ανταπαίτηση του τελευταίου δεν εδράζεται ούτε και περιστρέφεται γύρω από το πώς και γιατί αυτός βρίσκεται στο ακίνητο, το οποίο είναι και το μοναδικό επίδικο θέμα της αγωγής του ενάγοντα και για το οποίο έχει δημιουργηθεί ο δικαιοδοτικός προβληματισμός. Αντιθέτως, η ανταπαίτηση του εναγόμενου εδράζεται σε συγκεκριμένες κατ' ισχυρισμό πράξεις και παραλείψεις του ενάγοντα που του προκάλεσαν υλική και οικονομική ζημιά, ανεξάρτητα του αν αυτός βρισκόταν νόμιμα ή παράνομα στο ακίνητο. Με άλλα λόγια, πρόκειται για περίπτωση όπου μπορεί μεν να υπάρχει κάποιος συνδετικός ιστός μεταξύ της αγωγής και της ανταπαίτησης ώστε να δικαιολογείται η συνεκδίκαση τους δυνάμει της Δ. 21, όμως την ίδια στιγμή, τα γεγονότα επί των οποίων αμφότερες οι διαδικασίες προβάλλονται να εδράζονται, καταδεικνύουν ότι ως προς τα επίδικα τους θέματα διαφέρουν εντελώς, τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής σκοπιάς και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί στην μια καθόλου δεν θα επηρεάσει την τύχη της άλλης. Μπορεί δηλαδή ο εναγόμενος να βρίσκεται παράνομα στο ακίνητο και να πρέπει να διαταχθεί να το εγκαταλείψει, και την ίδια στιγμή να δικαιούται και να αποζημιωθεί από τον ενάγοντα για την καταστροφή της περιουσίας του. Ομοίως μπορεί να φανεί ο εναγόμενος ότι είναι νόμιμα στο ακίνητο και ότι δεν δικαιολογείται η έξωση του, όμως την ίδια στιγμή να φανεί και ότι οι ισχυρισμοί που περιβάλλουν την ανταπαίτηση του είναι αναληθείς και συνεπώς να δικαιολογείται η απόρριψη και εκείνης της διαδικασίας. Για την καθ' ύλη λοιπόν δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, διαφορετικά είναι τα θέματα της αγωγής από αυτά της ανταπαίτησης. Όλων των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, δεν διαπιστώνεται ούτε λόγω της ανταπαίτησης να λαμβάνει κάποιο πλεονέκτημα ο ενάγοντας ή να αποστερείται κάποιο πλεονέκτημα ο εναγόμενος αν δοθεί άδεια για διακοπή της αγωγής δυνάμει της Δ.15. Αντιθέτως, εφόσον αντίθετα με τον ενάγοντα ο εναγόμενος δεν επιθυμεί προς το παρόν να διακόψει τη δική του απαίτηση, αν διακοπεί η αγωγή η ανταπαίτηση θα παραμείνει και ο εναγόμενος θα συνεχίσει να είναι ελεύθερος να την προωθεί με όποιο τρόπο θέλει μέχρι πλήρους εκδίκασης ή άλλως πως αποπεράτωσης της. Στη βάση όλων των πιο πάνω επομένως, κανένας λόγος δεν υπάρχει για να μην δοθεί άδεια στον ενάγοντα δυνάμει της Δ.15 να διακόψει την αγωγή με επιφύλαξη του δικαιώματος του να καταχωρήσει νέα διαδικασία, εάν και εφόσον αυτή είναι η πρόθεσή του. Για τους λόγους που έχω επίσης εξηγήσει, η διακοπή της αγωγής δεν συνεπάγεται και διακοπή της ανταπαίτησης η οποία θα συνεχίσει να υφίσταται και να προωθείται στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών επί των οποίων αυτή εδράζεται. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι δύναται να αποδοθεί η μια εκ των δυο θεραπειών που ζητά ο ενάγοντας εναλλακτικά και δη η θεραπεία που ο ίδιος έδειξε μέσω των παραστάσεων του να προτιμά, αναπόφευκτα σφραγίζει την τύχη της άλλης αιτούμενης θεραπείας, ήτοι της διακοπής της αγωγής και παραπομπής της στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως. Για σκοπούς όμως πληρότητας θα αναφέρω ότι τέτοια θεραπεία δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να δοθεί στην υπό κρίση περίπτωση εφόσον ως ο ίδιος ο ενάγοντας αναφέρει, το υφιστάμενο δικογραφημένο πλαίσιο της αγωγής και ιδιαίτερα η έκθεση απαίτησης, δεν δικαιολογούν την εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος περί καθ' ύλη αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή (βλ. Πετράκη ανωτέρω καθώς επίσης και GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480) Η αίτηση λοιπόν εγκρίνεται και δίδεται άδεια διακοπής της αγωγής δυνάμει της Δ.15, με επιφύλαξη του δικαιώματος του ενάγοντα να καταχωρήσει νέα διαδικασία εναντίον του εναγόμενου, εάν το επιθυμεί. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης αλλά και της αγωγής, έλαβα υπόψη μου τόσο τις πρόνοιες τις Δ.15 Θ.3 και τον κανόνα ότι η απόσυρση μιας αγωγής δικαιολογεί την επίδικαση εξόδων υπέρ του εναγόμενου (βλ. Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12) όσο και το ότι στις περιπτώσεις διακοπής μιας αγωγής δυνάμει της Δ.15, το Δικαστήριο είθισται να επιβάλει όρο στον ενάγοντα όπως πληρώσει στον εναγόμενο τα έξοδα της διαδικασίας που διέκοψε πριν την καταχώρηση οποιασδήποτε νέας διαδικασίας. Υπόψη μου όμως έλαβα επίσης και το ότι λόγω της ανταπαίτησης που εγείρει ο εναγόμενος, τα μέχρι σήμερα έξοδα της αγωγής είναι σε μεγάλο βαθμό κοινά με τα έξοδα της ανταπαίτησης η οποία όμως συνεχίζει να υφίσταται (βλ. Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Υπό τα πιο πάνω δεδομένα λοιπόν, κρίνω συνεπώς ορθό και δίκαιο όπως εκδώσω τις εξής διαταγές ως προς τα έξοδα: Α. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης, εφόσον επιτυχών διάδικος για σκοπούς της εν λόγω διαδικασίας είναι ο ενάγοντας, τα σχετικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Β. Όσον αφορά τα έξοδα που έγιναν στην αγωγή μέχρι τις 24/02/16 που καταχωρήθηκε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση, αυτά επιδικάζονται προς όφελος του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Όσον αφορά τα έξοδα που έγιναν από τις 24/02/16 και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και τα οποία είναι κοινά για την απαίτηση και την ανταπαίτηση, αυτά διατάσσονται να συνιστούν έξοδα στην πορεία της υπόθεσης η οποία πλέον συνεχίζει μόνο σε σχέση με την ανταπαίτηση, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον του εναγόμενου. Λαμβάνοντας τώρα υπόψη τις ιδιόμορφες περιστάσεις της υπόθεσης, ήτοι την πρόθεση του ενάγοντα να καταχωρήσει νέα διαδικασία εναντίον του εναγόμενου τη στιγμή όμως που μέρος των εξόδων της παρούσας αγωγής που διακόπτεται δεν θα είναι πληρωτέο παρά μόνο στο τέλος και αναλόγως του αποτελέσματος της ανταπαίτησης, ασκώ τη διακριτική μου εξουσία και διατάσσω όπως τα έξοδα που ρητά επιδικάζονται με την παρούσα απόφαση υπέρ του κάθε διάδικου υπό στοιχεία Α και Β ανωτέρω, αυτά, αφού υπολογιστούν και εγκριθούν από τον Πρωτοκολλητή, συμψηφιστούν και αν η διαφορά που θα προκύψει θα είναι υπέρ του ενάγοντα, αυτή θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της ανταπαίτησης ενώ αν η διαφορά θα είναι υπέρ του εναγόμενου τότε η πληρωμή της από τον ενάγοντα θα συνιστά όρο για την καταχώρηση και προώθηση από τον τελευταίο οποιασδήποτε νέας διαδικασίας για τα ίδια θέματα. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο