← Κύπρος

CHRIS MARY DEVELOPMENT LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2856/19, 23/7/2021

CHRIS MARY DEVELOPMENT LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2856/19, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A367 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2856/19 Μεταξύ: CHRIS MARY DEVELOPMENT LTD Ενάγουσα και XXXXX ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγόμενη ---------------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Πιερίδης για Πιερίδης & Πιερίδης Για εναγόμενη: κα Κ. Γεωργιάδου για Δήμος και Λία Γεωργιάδη & Σία ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή, η οποία λόγω του ύψους της επίδικης διαφοράς της, εκδικάστηκε ως υπόθεση ταχείας εκδίκασης, αφορά σε απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης για ποσό €1.140 ως κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2019, καθώς επίσης και για έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να κηρύττεται αφ' ενός τερματισθείσα η συμφωνία ενοικίασης που υπήρχε μεταξύ των μερών ημερ. 10/01/17 και αφ' ετέρου να διατάσσεται η έξωση της εναγόμενης από το διαμέρισμα της ενάγουσας. Πρόσθετα τούτων, η ενάγουσα ζητά και όπως η εναγόμενη διαταχθεί να καταβάλλει το ποσό των €500 μηνιαίως από 10/10/19 μέχρι παράδοσης του διαμερίσματος ως ενδιάμεσα οφέλη. Η δικογραφημένη εκδοχή της ενάγουσας, η οποία εκδοχή προωθήθηκε κατά την ακρόαση με τη γραπτή ένορκη μαρτυρία του διευθυντή της τελευταίας, ήτοι του Χ. Χρίστου (ΜΕ1), είναι ότι μεταξύ των διαδίκων υπεγράφη τη 10/01/17 συμφωνία ενοικίασης του επίμαχου διαμερίσματος για περίοδο ενός έτους, ήτοι μέχρι 10/01/18, με συμφωνηθέν ενοίκιο ύψους €380 τον μήνα. Ισχυρίστηκε δε ο μάρτυρας ότι το διαμέρισμα ανεγέρθηκε μετά το 2000 καθώς επίσης και ότι όταν υπεγράφη η συμφωνία του 2017, η εναγόμενη κατείχε ήδη το διαμέρισμα ως ενοικιάστρια του δυνάμει ενοικιαστήριων εγγράφων που συνάπτονταν μεταξύ των μερών από το έτος

  1. Ήταν λοιπόν η θέση της πλευράς της ενάγουσας ότι όταν η συμφωνηθείσα ενοικίαση έληξε στις 10/01/18, αυτή ανανεώθηκε δυνάμει σχετικού όρου στη συμφωνία για περαιτέρω περίοδο ενός έτους, ήτοι μέχρι τις 10/01/
  2. Δύο όμως μήνες πριν τη λήξη αυτής της περιόδου, η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα που της παρείχε άλλος όρος της συμφωνίας, και επέδωσε στις 13/11/18 ειδοποίηση στην εναγόμενη με ημερ. 07/11/18, με την οποία ενημέρωνε την τελευταία ότι δεν επιθυμούσε την περαιτέρω ανανέωση της ενοικίασης στη λήξη της και ότι θα έπρεπε να επιστραφεί η κατοχή του διαμερίσματος το αργότερο μέχρι την 30/1/
  3. Στην επιστολή της αυτή η πλευρά της ενάγουσας ανέφερε στην εναγόμενη ότι ο λόγος που δεν επιθυμούσε την περαιτέρω συνέχιση της ενοικίασης ήταν διότι είχε συμφωνήσει με συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα όπως του μεταβιβάσει την ιδιοκτησία ολόκληρου του κτιρίου ώστε να εξοφλήσει το χρέος που όφειλε σε αυτό. Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε η πλευρά της ενάγουσας, η Εναγόμενη αρνήθηκε να συμμορφωθεί, δεν εγκατέλειψε το διαμέρισμα στις 30/01/19 αλλά παρέμεινε σε αυτό και δεν κατέβαλε ούτε και οποιοδήποτε ενοίκιο για τους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 2019, ήτοι ενοίκια συνολικού ύψους €
  4. Στη βάση των πιο πάνω, η ενάγουσα υποστήριξε, μέσω του ΜΕ1, ότι δικαιούται, στην κήρυξη της συμφωνίας της 10/01/17 ως τερματισθείσας, στην έξωση της εναγόμενης από το διαμέρισμα και σε απόφαση, τόσο για τα οφειλόμενα ενοίκια Ιουλίου 2019 - Σεπτεμβρίου 2019, όσο και για ποσό €500 μηνιαίως από τον Οκτώβριο 2019 μέχρι να παραδοθεί κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου, ως ποσό που κατά το ΜΕ1 αντιπροσωπεύει την ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος.. Στην αντίπερα όχθη η εναγόμενη, η οποία ήταν και η μόνη που υποστήριξε με γραπτή ένορκη μαρτυρία τις θέσεις που προβάλλονται στην υπεράσπιση της, ισχυρίστηκε ότι όταν έληξε η συμφωνία ενοικίασης της 10/01/17, υπεγράφη νέο ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ διάδικων το οποίο προνοούσε για ενοικίαση του διαμερίσματος από 01/01/19 μέχρι και τις 30/06/
  5. Στον βαθμό συνεπώς, ισχυρίζεται η εναγόμενη, που η αγωγή παρουσιάζεται να αφορά στη συμφωνία της 10/01/17 και σε κατ' ισχυρισμό παράνομη παραμονή της στο διαμέρισμα μετά τη λήξη της εν λόγω συμφωνίας, αυτή δεν μπορεί να επιτύχει και θα πρέπει να απορριφθεί ως στερούμενη κάθε ερείσματος. Σε κάθε περίπτωση όμως, επί της ουσίας της υπόθεσης, η εναγόμενη, η οποία στη μαρτυρία της επισύναψε ως Τεκμήριο τέσσερα ενοικιαστήρια έγγραφα που είχε υπογράψει με την ενάγουσα από το 2012 μέχρι και την 01/01/19, ισχυρίστηκε τα εξής: Από τον καιρό που άρχισε να ενοικιάζει το επίμαχο διαμέρισμα κατέβαλλε στην ενάγουσα μόνο μέρος του συμφωνηθέντος ενοικίου εφόσον το υπόλοιπο μέρος καταβαλλόταν στην τελευταία απευθείας από το κράτος λόγω της κρατικής επιδότησης που δικαιούτο να λαμβάνει η εναγόμενη στα πλαίσια του δημόσιου βοηθήματος του Ε.Ε.Ε. Όμως, «.μετά από της 30/06/2019 που έληξε το τελευταίο ενοικιαστήριο έγγραφο, η ενάγουσα μέσω του κ.Χρίστου, με διάφορες προφάσεις άγνωστες σε εμένα δεν ανανέωσε ξανά το ενοικιαστήριο έγγραφο. Πάμπολλες φορές κάλεσα την Ενάγουσα και μέσω των δικηγόρων της να έρθει να εισπράξει το ενοίκιο που κατέβαλλα τα τελευταία χρόνια ή να μου δώσει τραπεζικό λογαριασμό, αλλά η Ενάγουσα αρνείτο. Περαιτέρω ανέφερα στην Ενάγουσα μέσω του κ. Χρίστου να υπογράψει ενοικιαστήριο έγγραφο για να παίρνει μέρος του ενοικίου από το Ε.Ε.Ε. αλλά και πάλι η Ενάγουσα αρνήθηκε. Μετά από τα πιο πάνω άρχισα να πληρώνω μέρος του ενοικίου που πλήρωνα καθότι το υπόλοιπο η Ενάγουσα το εισέπραττε από το Ε.Ε.Ε. Καταθέτω ως Τεκμήριο 5 τις αποδείξεις πληρωμής. Μετά σταμάτησα να πληρώνω καθότι όπως μου είπε ο κ. Χρίστου η πολυκατοικία συμπεριλαμβανομένου και του διαμερίσματος που διαμένω την πήρε η Τράπεζα Κύπρου. Μετά από συμβουλή των δικηγόρων μου και παρόλο που επανειλημμένα ζήτησα το τηλέφωνο του υπεύθυνου από την τράπεζα η Ενάγουσα και ο κ. Χρίστου αρνούνται να μου το αποκαλύψουν. Σε περίπτωση που έχει πωληθεί η πολυκατοικία, αφού δεν είναι ιδιοκτήτρια η Ενάγουσα, δεν έχει δικαίωμα να εισπράττει οποιοδήποτε ενοίκιο.» Πρόσθετα των πιο πάνω, η εναγόμενη στη μαρτυρία της προβάλλει και κάποια άλλα παράπονα που έχει από την ενάγουσα σε σχέση με τις συνθήκες που περιβάλλουν τη μέχρι σήμερα διαμονή της στο διαμέρισμα, όμως τα θέματα αυτά, όπως και η ίδια η εναγόμενη, αναφέρει δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. Σημειώνω εδώ ότι αν και αμφότερες οι πλευρές είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν άδεια από το Δικαστήριο για ν' αντεξετάσουν τον ομνύοντα της άλλης πλευράς σε σχέση με τους ένορκους ισχυρισμούς του, εντούτοις καμία πλευρά δεν ζήτησε κάτι τέτοιο και η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων. Αναφορά στις εν λόγω αγορεύσεις κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα λοιπόν με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου έχοντας παράλληλα κατά νου και αυτό που ανέφερα και σε προηγούμενες αποφάσεις μου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, ήτοι ότι δεν ατονούν οι βασικοί κανόνες απόδειξης επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Ένας τέτοιος κανόνας είναι ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.», αφού η άνευ ικανοποιητικής εξήγησης, παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.

(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Αυτό γιατί το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης και ούτε πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Αντιθέτως, η διαδικασία ταχείας εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά στην ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Τούτου λεχθέντος βέβαια, επισημαίνω και ότι το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του δεν εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε επειδή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία, είτε πολύ απλά διότι ο ισχυρισμός είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, σίγουρα δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά για να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί και το Δικαστήριο «έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται» (βλ. ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020). Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν σημειώνω τα εξής αναφορικά με την παρούσα υπόθεση. Κατ' αρχή αναφέρω ότι ούτε στο δικόγραφο της υπεράσπισης αλλά ούτε και στη μαρτυρία της εναγόμενης τέθηκε ποτέ οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με την καθ' ύλη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Παρά ταύτα, επειδή το θέμα αυτό ηγέρθηκε στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγόμενης, θεωρώ ορθό, λόγω της φύσης του, όπως το εξετάσω. Θα περιοριστώ όμως να αναφέρω επί αυτού ότι για να μπορεί να εφαρμοστεί η αποκλειστική δικαιοδοσία του Ενοικιοστασίου, θα πρέπει ν' αποδειχθεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίμαχο ακίνητο να είχε συμπληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999[1]. Στην παρούσα περίπτωση όμως, ο ισχυρισμός του ΜΕ1, ήτοι της ενάγουσας, ότι το διαμέρισμα ανεγέρθηκε μετά το έτος 2000, ο οποίος ισχυρισμός εντάσσει την υπόθεση εκτός της εμβέλειας του Ν.23/83, παρέμεινε μέχρι τέλους αδιαμφισβήτητος και δεν επιχειρήθηκε καθόλου να αντικρουστεί από πλευράς εναγόμενης (βλ. κατ' αναλογία την περίπτωση στην ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 30/2019, 1/6/2020 όπου εκεί είχε παραμείνει αδιαμφισβήτητος ο ισχυρισμός που αφορούσε σε άλλη δικαιοδοτική προϋπόθεση του Ν.23/83). Το γεγονός δε ότι ο ΜΕ1 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε έγγραφο που να τεκμηριώνει τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του είναι άνευ σημασίας, εφόσον η πλευρά της εναγόμενης δεν επέδειξε ποτέ οποιαδήποτε πρόθεση ν' αμφισβητήσει τον ισχυρισμό αυτό και ούτε καν ήγειρε τέτοιο θέμα με το δικόγραφο ή με τη μαρτυρία της ώστε να όφειλε πλέον η ενάγουσα να προσκομίσει κάποια περαιτέρω αποδεικτική μαρτυρία Υπενθυμίζω εδώ ότι όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, τόσο στο δικόγραφο όσο και στη μαρτυρία της η εναγόμενη περιορίστηκε απλά στο να ισχυριστεί ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως άνευ αντικειμένου διότι κατά την επίδικη περίοδο υπήρχε σε ισχύ γραπτή συμφωνία ενοικίασης, ισχυρισμός ο οποίος ούτως ή άλλως θέτει την υπόθεση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων αφού παραπέμπει σε συμβατική και όχι σε θέσμια ενοικίαση. Κρίνω συνεπώς ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει την απαιτούμενη καθ' ύλη δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Προχωρώ τώρα με την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Τα κύρια ερωτήματα που εγείρονται στην παρούσα, αφορούν αφ' ενός στο κατά πόσο δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έξωση της εναγόμενης από το επίμαχο διαμέρισμα και αφ' ετέρου στο κατά πόσο θα πρέπει η τελευταία να διαταχθεί να πληρώσει στην ενάγουσα ενοίκια για την επίδικη περίοδο Ιουλίου 2019 μέχρι και Σεπτέμβριο 2019 καθώς επίσης και €500 μηνιαίως από Οκτώβριο 2019 μέχρι την ημέρα που θα παραδώσει την κατοχή του διαμερίσματος. Για τους λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω, κρίνω ότι για να απαντηθούν τα πιο πάνω ερωτήματα δεν χρειάζεται να εξεταστεί και να αξιολογηθεί όλη ανεξαιρέτως η τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αφού υπό τις περιστάσεις, μια τέτοια διεργασία δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε ουσιαστικό σκοπό (βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α. ν. ΑΛΗΦΑΝΤΗ κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017, 164/2017, 165/2017, 7/10/2019). Εξηγώ. Συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι η εναγόμενη βρίσκεται στο διαμέρισμα από τις 10/01/19 μέχρι και σήμερα και ότι μέχρι την 10/01/19 τουλάχιστον, η εναγόμενη βρισκόταν στο διαμέρισμα νόμιμα, ήτοι ως συμβατικός ενοικιαστής δυνάμει της συμφωνίας του 2017. Περαιτέρω δε, λαμβανομένης υπόψη της θέσης της ίδιας της εναγόμενης ότι μετά τις 30/6/2019 δεν ανανεώθηκε το ενοικιαστήριο έγγραφο και ούτε δέχτηκε η ενάγουσα να συνάψει οποιανδήποτε νέα συμφωνία ενοικίασης ή να εισπράξει οποιοδήποτε ενοίκιο, προκύπτει να συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και το ότι από την 01/07/19 δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία ενοικίασης σε ισχύ. Είναι τέλος κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι κατά την επίδικη περίοδο Ιουλίου 2019 μέχρι και Σεπτέμβριο 2019, κανένα ενοίκιο δεν καταβλήθηκε από την εναγόμενη στην ενάγουσα, για τους λόγους βέβαια που ο κάθε διάδικος ισχυρίζεται, καθώς επίσης και ότι σήμερα, αν και η εναγόμενη παραμένει στο διαμέρισμα της ενάγουσας, εντούτοις δεν καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό στην τελευταία. Επισημαίνω εδώ ότι όσον αφορά τις αποδείξεις πληρωμής που έχει παρουσιάσει η εναγόμενη ως Τεκμήριο 5, αυτές, όπως αναφέρεται και στο περιεχόμενο τους, δεν αφορούν στην περίοδο Ιουλίου 2019 - Σεπτεμβρίου 2019 αλλά σε πληρωμές που έγιναν πρόσφατα σε σχέση με την περίοδο Ιανουαρίου 2021 - Μαρτίου του 2021, υπό εκατέρωθεν όμως ρητή επιφύλαξη δικαιωμάτων σε σχέση με «.την αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας υπ' αριθμό 2856.». Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα λοιπόν κάμνω ανάλογα ευρήματα. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω ευρήματα μου, επισημαίνω ότι στην υπόθεση ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ε. ΔΑΜΤΣΑΣ κ.α. ν. D OUZOUNIAN M SULTANIAN AND COMPANY (CARS) LTD, Πoλιτική ΄Εφεση αρ. 133/2011, 24/3/2016, επαναλήφθηκε με επιδοκιμασία η νομολογιακή αρχή ότι όταν κάποιο πρόσωπο παραμένει στο ακίνητο άλλου χωρίς ο ιδιοκτήτης του ακινήτου να επιθυμεί ή να συγκατατίθεται άμεσα ή έμμεσα σε κάτι τέτοιο, τότε εκτός αν τίθεται θέμα δημιουργίας θέσμιας ενοικίασης, η παραμονή στο ακίνητο θεωρείται ότι συνιστά παράνομη επέμβαση που δικαιολογεί την έξωση του επεμβασία - «.Στη βάση λοιπόν της εκφρασμένης αντίθεσης της πλευράς των εφεσειόντων για παράταση της επίδικης συμφωνίας η παραμονή των εφεσιβλήτων στο ακίνητο χωρίς οποιανδήποτε ένδειξη θέλησης παράτασης μόνο σαν παράνομη επέμβαση μπορεί να θεωρηθεί. Όπως τίθεται στο ίδιο Σύγγραμμα ανωτέρω, στην παρα.1207: "Tenant trespasser. If a tenancy determines by effuxion of time or otherwise, and the former tenant remains in possession against the will of the rightful owner, the former tenant is, apart from statutory protection, a trespasser from the date of the determination of the tenancy."» Αφ' ης στιγμής λοιπόν η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17/09/21 επιδιώκοντας μεταξύ άλλων την έξωση της εναγόμενης στη βάση του ισχυρισμού ότι αυτή παραμένει στο διαμέρισμα άνευ νόμιμου λόγου ή συγκατάθεσης του ιδιοκτήτη, και σύμφωνα με την ίδια την εναγόμενη, «.μετά από της 30/06/2019 που έληξε το τελευταίο ενοικιαστήριο έγγραφο, η ενάγουσα μέσω του κ.Χρίστου, με διάφορες προφάσεις άγνωστες σε εμένα δεν ανανέωσε ξανά το ενοικιαστήριο έγγραφο. Πάμπολλες φορές κάλεσα την Ενάγουσα και μέσω των δικηγόρων της να έρθει να εισπράξει το ενοίκιο που κατέβαλλα τα τελευταία χρόνια ή να μου δώσει τραπεζικό λογαριασμό, αλλά η Ενάγουσα αρνείτο.», δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό πώς είναι που δικαιολογείται η εναγόμενη να συνεχίζει να παραμένει σε διαμέρισμα που δεν της ανήκει και χωρίς ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος να συγκατατίθεται ή να επιθυμεί κάτι τέτοιο. Με άλλα λόγια, με βάση τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα αλλά και τους ισχυρισμούς της ίδιας της εναγόμενης, αυτή βρέθηκε και παρέμεινε αρχικά στο επίμαχο διαμέρισμα νόμιμα και για όσο καιρό συμφώνησε με τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος να παραμείνει. Όταν το συμβατικό της αυτό δικαίωμα έληξε, ο ιδιοκτήτης ρητά δεν δέχτηκε να συγκατατεθεί στην περαιτέρω παραμονή της εναγόμενης εκεί ή να λάβει από αυτή οποιαδήποτε περαιτέρω ενοίκια και της ζήτησε να του επιστρέψει το διαμέρισμα του ως είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει. Η εναγόμενη όμως αρνήθηκε να επιστρέψει την κατοχή του διαμερίσματος και μέχρι σήμερα συνεχίζει να παραμένει στο διαμέρισμα παρά την ρητά «εκφρασμένη αντίθεση» του ιδιοκτήτη και χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε νόμιμη δικαιολογία προς τούτο ή να αποδεικνύει ότι δικαιούται σε κάποια θέσμια προστασία από την έξωση. Υπενθυμίζω εδώ ότι οι πληρωμές που δέχτηκε η ενάγουσα να της γίνουν μετά την καταχώρηση της αγωγής, έγιναν με ρητή επιφύλαξη των θέσεων που οι δύο πλευρές προβάλλουν στην παρούσα αγωγή, μεταξύ των οποίων θέσεων είναι και η απαίτηση της ενάγουσας για έξωση της εναγόμενης και για καταβολή αποζημίωσης για όσο καιρό η τελευταία παραμένει στο διαμέρισμα ως παράνομος επεμβασίας. Ούτε έμμεσα δηλαδή δεν υπάρχει από πλευράς ενάγουσας ιδιοκτήτριας «.οποιανδήποτε ένδειξη θέλησης παράτασης.» της ενοικίασης ή της παραμονής της εναγόμενης στο διαμέρισμα. Υπό το φως των πιο πάνω, καμία ανάγκη δεν υπάρχει για να εξεταστεί το αν ένα μήνα πριν την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι μέχρι τις 30/06/19, η εναγόμενη βρισκόταν νόμιμα ή παράνομα στο διαμέρισμα, αφού το θέμα αυτό, το οποίο άπτεται του ισχυρισμού της εναγόμενης ότι μεταξύ των μερών είχε υπογραφεί συμφωνία ενοικίασης για την περίοδο 01/01/19 - 30/06/19, θα είχε κάποια σημασία μόνο αν η αγωγή καταχωρείτο εντός της εν λόγω περιόδου οπόταν και τότε όντως θα έπρεπε να εξεταστεί αν υπό εκείνες τις συνθήκες νομιμοποιείτο η ενάγουσα να ζητά την έξωση της εναγόμενης ως επεμβασία. Εφόσον όμως κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, ήτοι το Σεπτέμβριο 2019, η ίδια η εναγόμενη δέχεται ότι δεν βρισκόταν στο διαμέρισμα δυνάμει κάποιας συμφωνίας ή με τη συγκατάθεση της ενάγουσας ιδιοκτήτριας και εφόσον συνεχίζει μέχρι σήμερα να παραμένει στο διαμέρισμα υπό τις ίδιες συνθήκες, ήτοι χωρίς τη συγκατάθεση ή την επιθυμία του ιδιοκτήτη και χωρίς να υπάρχει κάποιος άλλος νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί τη συνέχιση της παραμονής της εκεί, αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως παράνομος επεμβασίας και η έξωση της πλήρως δικαιολογημένη. Στρεφόμενος τώρα στο δεύτερο επίδικο ερώτημα, ήτοι το κατά πόσο θα πρέπει η εναγόμενη να διαταχθεί να πληρώσει στην ενάγουσα ενοίκια για την περίοδο Ιουλίου 2019 μέχρι και Σεπτέμβριο 2019 καθώς επίσης και €500 μηνιαίως από Οκτώβριο 2019 μέχρι την ημέρα που θα παραδώσει την κατοχή του διαμερίσματος, παρατηρώ τα εξής. Η εναγόμενη ουσιαστικά αναγνώρισε και δέχτηκε ρητά κατά τη μαρτυρία της ότι για την περίοδο Ιουλίου 2019 - Σεπτεμβρίου 2019 που βρισκόταν στο διαμέρισμα, κάποια ποσά έπρεπε να καταβληθούν στην ενάγουσα σε σχέση με την εν λόγω παραμονή της, τα οποία όμως ποσά ουδέποτε καταβλήθηκαν. Λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη του περιεχομένου του Τεκ.5 που η ίδια η εναγόμενη παρουσίασε, ήτοι τις αποδείξεις πληρωμών συνολικού ποσού €550 που αυτή έκαμε προς την ενάγουσα μετά την καταχώρηση της αγωγής, προκύπτει ότι και για την μετέπειτα περίοδο παραμονής της στο διαμέρισμα, ήτοι μέχρι και το Μάρτιο 2021, η εναγόμενη αναγνώριζε ότι η ενάγουσα δικαιούτο να λαμβάνει κάποια αποζημίωση για την κατοχή της περιουσίας της. Με άλλα λόγια, δεν αμφισβητείται το δικαίωμα που είχε η ενάγουσα να πληρωθεί κάποια αποζημίωση από την εναγόμενη για την περίοδο Ιουλίου 2019 - Μαρτίου 2021 συνεπεία της επιλογής της τελευταίας να συνεχίσει να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίμαχο διαμέρισμα, είτε η εν λόγω κατοχή ήταν νόμιμη είτε παράνομη, δικαίωμα άλλωστε που αναγνωρίζεται και από τη νομολογία (βλ. κατ' αναλογία Tουμάζου Tουμάζος ν. SPS Restaurants Ltd,
(2011)1 Α.Α.Δ. 700, Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 και Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301). Το γεγονός δε ότι η ενάγουσα, σύμφωνα με την εναγόμενη, δεν δεχόταν αρχικά να εισπράξει οποιεσδήποτε πληρωμές διότι δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της ενοικίασης, σίγουρα δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος των δικαιωμάτων της τελευταίας, αν μη τι άλλο διότι κάτι τέτοιο ενισχύει την ανωτέρω διαπίστωση ότι η εναγόμενη παρέμεινε στο διαμέρισμα άνευ της συγκατάθεσης και επιθυμίας της ιδιοκτήτριας και συνιστούσε συνεπώς, παράνομη επεμβασία που οφείλει μεταξύ άλλων και να αποζημιώσει το θύμα της επέμβασης (βλ. Adrian Holdings ανωτέρω). Πλήρως όμως αποδεδειγμένο κρίνεται να είναι το δικαίωμα της ενάγουσας να λαμβάνει αποζημίωση από την εναγόμενη και για την κατοχή της περιουσίας της κατά την περίοδο από το Μάρτιο 2021 και μέχρι σήμερα, αφού η εναγόμενη δέχεται ότι συνεχίζει να βρίσκεται στο διαμέρισμα υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, ήτοι χωρίς την επιθυμία ή τη συγκατάθεση της ενάγουσας. Σημειώνω εδώ ότι ο ισχυρισμός που πρόβαλε η εναγόμενη κατά τη μαρτυρία της ως προς το ότι επειδή έχει πληροφορηθεί ότι η ενάγουσα έχει πωλήσει την πολυκατοικία, δεν τη θεωρεί πλέον ως ιδιοκτήτρια για να της καταβάλλει κάποιο ποσό, πέραν του ο ισχυρισμός αυτός ουδέποτε τεκμηριώθηκε ή αποδείχθηκε με οποιοδήποτε τρόπο, δεν καλύπτεται ούτε από το δικόγραφο της τελευταίας. Ουδέποτε δηλαδή προηγουμένως δεν αμφισβήτησε η εναγόμενη τον ιδιοκτησιακό τίτλο της ενάγουσας και συνεπώς δεν μπορεί τώρα να επιχειρεί να πράξει κάτι τέτοιο και δη με τον ατεκμηρίωτο και αόριστο τρόπο που το πράττει. Άλλωστε, επί αυτού του θέματος της προτιθέμενης πώλησης της πολυκατοικίας η ενάγουσα είχε θέσει συγκεκριμένη θέση στο δικόγραφο της Απάντησης της, όπου εκεί ισχυρίστηκε ότι συνεπεία της άρνησης της εναγόμενης να εγκαταλείψει το διαμέρισμα, η συμφωνία με το τραπεζικό ίδρυμα ναυάγησε και η πολυκατοικία ουδέποτε πωλήθηκε. Και να μπορούσε λοιπόν η εναγόμενη να προωθήσει κατά την ακρόαση τον επί του προκειμένου ισχυρισμό που προώθησε, όφειλε να παρουσιάσει και την ανάλογη μαρτυρία που να τον υποστηρίζει πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε. Κρίνω συνεπώς ότι η εναγόμενη οφείλει να πληρώσει στην ενάγουσα αποζημίωση για όλη την περίοδο που κατέχει το διαμέρισμα της υπό τις πιο πάνω συνθήκες, ήτοι από τον Ιούλιο 2019 μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής. Των πιο πάνω λεχθέντων όμως, θα πρέπει να επισημάνω εδώ ότι εφόσον διαπιστώνεται ότι η παραμονή της εναγόμενης στο επίμαχο διαμέρισμα από τον Ιούλιο 2019 και μέχρι σήμερα συνιστά παράνομη επέμβαση και όχι παράβαση σύμβασης, δεν τίθεται θέμα να διαταχθεί να πληρώσει κάποιο συμφωνηθέν ή συμβατικό ενοίκιο. Αντιθέτως η αποζημίωση που θα πρέπει να διαταχθεί η εναγόμενη να καταβάλει θα πρέπει να κριθεί με βάση το μέτρο που αφορά στις αποζημιώσεις σε σχέση με το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, το οποίο είναι αγώγιμο per se (βλ. ΤΡΑΓΚΟΛΑ ν. ΣΙΟΠΑΧΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 434/2012, 444/2012, 6/6/2019 Παπακόκκινου ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836, Κάκουλλου ν. Κακουλλή
(1985)1 Α.Α.Δ. 355, Halsbuby's Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 38, σελ. 739, Salmond on the Law of Torts, 17η έκδ. σελ. 38, και Clerk and Lindsell on Torts, 14η έκδ., σελ. 758, παρ. 1311). Υπενθυμίζω λοιπόν ότι ως προς το θέμα των αποζημιώσεων για παράνομη κατοχή ακινήτου, «Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Kύπρου
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας ν. Βαhchecioglou και Άλλος
(1998)1 A.A.Δ. 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd [1952] 1 All E.R. 796).(και ότι). Όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.ά. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Kakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ. 1059)..» (βλ. Adrian Holdings v. Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 και Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301). Όσον αφορά τώρα την αγοραία ενοικιαστή αξία της επηρεαζόμενης ακίνητης ιδιοκτησίας, αυτή πρέπει να αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός και συνήθως αποδεικνύεται με μαρτυρία πραγματογνώμονα χωρίς όμως αυτό να είναι βέβαια επιβεβλημένο αφού για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το μηνιαίο ενοίκιο που καταβαλλόταν από τον ενοικιαστή αμέσως πριν από τον τερματισμό της ενοικίασης (βλ. Μ. Μονιατης & Υιοί Λτδ ν Γεώργιου Νεοφύτου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1096, Ντίνος Κλεάνθους κ. α. ν Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 A.A.Δ. 1659, Georghios Constantindes (Akinita) Ltd v Georghios Mavrogenis a. o.
(1983)1 C.L.R. 662, The Electricity Authority of Cyprus v Georghios Georgallettos a. o.
(1972)1 C.L.R. 77, Ελπίδα Ερωτοκρίτου Χρυσοχού ν Turkish Bank Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1894, Νορνταρ Τσαμαντιδης κ. α. ν Ανδρέα Δημητρίου
(2010)1 Α.Α.Δ. 239, Ναυτικός Όμιλος Πάφου και Andrian ανωτέρω). Όπως όμως προκύπτει από τη νομολογία, είναι με φειδώ που θα πρέπει να χρησιμοποιείται το προηγούμενο ή το συμφωνηθέν ενοίκιο στον υπολογισμό αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση εφόσον δεν είναι πάντα που μπορεί να οδηγήσει σε ασφαλή και δίκαια συμπεράσματα (βλ. Ντίνος Κλεάνθους ανωτέρω) Υπό το φως των πιο πάνω λοιπόν, επισημαίνω ότι στην παρούσα υπόθεση, αν και η πλευρά της ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι η ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος ανέρχεται στα €500 μηνιαίως εντούτοις καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε προς τεκμηρίωση αυτού του ισχυρισμού, ο οποίος υπενθυμίζω πρέπει να αποδειχτεί ως πραγματικό γεγονός. Το εν λόγω ποσό συνεπώς που ισχυρίζεται η ενάγουσα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό για σκοπούς υπολογισμού της αποζημίωσης που αυτή δικαιούται για την παράνομη επέμβαση στο διαμέρισμα της. Αυτό όμως δεν θεωρώ ότι συνιστά κώλυμα στην επιδίκαση εύλογης αποζημίωσης στην ενάγουσα. Το επίμαχο διαμέρισμα ενοικιάστηκε αρχικά στην εναγόμενη ως κατοικία και η χρήση αυτή ουδέποτε άλλαξε μέχρι σήμερα ενώ αμφότεροι οι διάδικοι φαίνεται να δέχονται ότι μέχρι την καταχώρηση της αγωγής τουλάχιστο, το ποσό που δικαιούτο να λαμβάνει η ενάγουσα για την κατοχή του διαμερίσματος ανερχόταν στα €380 μηνιαίως. Επιπλέον, από το σύνολο της μαρτυρίας της εναγόμενης προκύπτει ότι αυτή δεν αμφισβητεί ούτε ότι το ποσό των €380 μηνιαίως συνιστά ένα εύλογο ποσό που πρέπει να καταβάλλεται στην ενάγουσα για όσο καιρό αυτή αποστερείται του διαμερίσματος της. Υπενθυμίζω ότι η άρνηση της εναγόμενης δεν αφορούσε στο ύψος του ποσού αλλά μόνο στην ταυτότητα του δικαιούχου του. Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν, κρίνω ότι το ποσό των €380 μηνιαίως, που είναι και το ποσό που είχαν συμφωνήσει αρχικά οι διάδικοι να καταβάλλεται, συνιστά ασφαλή και σταθερό στοιχείο για τον υπολογισμό της αποζημίωσης που δικαιούται η ενάγουσα να λάβει από την εναγόμενη (βλ. Κλεάνθους Ντίνος και Άλλος ν. Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 ΑΑΔ 1659). Κρίνω συνεπώς ότι η εύλογη και ορθή αποζημίωση της ενάγουσας τόσο για την περίοδο Ιουλίου 2019 - Σεπτεμβρίου 2019 (3 μήνες) όσο και για την περίοδο από 10/10/20 μέχρι παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του διαμερίσματος, είναι το ποσό των €380 μηνιαίως. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αγωγή επιτυγχάνει και εκδίδεται: Α. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εναγόμενη όπως εντός 30 ημερών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος παραδώσει στην ενάγουσα κενή και ελεύθερη κατοχή του διαμερίσματος που αναφέρεται στο υπό στοιχείο Β του αιτητικού (prayer) της Ε/Α. Β. Απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των €1140 σε σχέση με την περίοδο Ιουλίου 2019 - Σεπτεμβρίου 2019. Γ. Απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης για καταβολή του ποσού των €380 μηνιαίως από 10/10/20 μέχρι την ημερομηνία παράδοσης στην ενάγουσα κενής και ελεύθερης κατοχής του διαμερίσματος που αναφέρεται στο υπό στοιχείο Β του αιτητικού (prayer) της Ε/Α πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης. Από το συνολικό ποσό που θα προκύψει να αφαιρεθούν βέβαια τα €550 που έχουν ήδη καταβληθεί και εισπραχθεί άνευ βλάβης δικαιωμάτων. Αναφορικά με τα έξοδα της υπόθεσης, αυτά επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρ. 2 περί Ενοικιοστασίου Νόμου 1983 (Ν.23/1983) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.