ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 4464/14, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A372 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4464/14 Μεταξύ: XXXXX ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ Ενάγοντας και ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος --------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κα Χ. Χριστοδούλου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για εναγόμενο: κα Ζ. Χαραλάμπους ΑΠΟΦΑΣΗ Το δικογραφικό και νομικό πλαίσιο που περιβάλλει την παρούσα αγωγή έχει συνοψιστεί μερικώς στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο στις 14/05/21, το σχετικό απόσπασμα από την όποια παραθέτω αυτούσιο: «.Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 04/08/14 και ως προκύπτει από την Ε/Α, αφορά σε αξίωση του ενάγοντα, ιδιοκτήτη ενός υποστατικού στη Λευκωσία, για κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ενοίκια και/ή ενδιάμεσα οφέλη και/ή αποζημιώσεις για παράνομη παρακράτηση και/ή αποστέρηση της περιουσίας του από τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος, ως όργανο της Δημοκρατίας, ενάγεται μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι το 1998 είχε ενοικιάσει το ακίνητο του σε μία κυπριακή εταιρεία και όταν αυτή παρέλειψε να του καταβάλει τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα ενοίκια, αυτός αποτάθηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως το οποίο, αφού ανέλαβε δικαιοδοσία επί της ενοικίασης με βάση τον εφαρμοστέο για εκείνο το Δικαστήριο Νόμο, εξέδωσε διάταγμα έξωσης της εταιρείας στις 26/10/11 καθώς επίσης και διάταγμα πληρωμής των μέχρι τότε οφειλόμενων ενοικίων. Προτού όμως εκτελεστεί το διάταγμα έξωσης, η ενοικιάστρια εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση και ως προσωρινός εκκαθαριστής της ανέλαβε περί τις αρχές του 2012 ο Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος κατ' επέκταση ανέλαβε και την κατοχή του υποστατικού του ενάγοντα. Σύμφωνα με το ενάγοντα, εφόσον κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2012 έως Αυγούστου 2013 ο Επίσημος Παραλήπτης κατείχε το υποστατικό ως εκκαθαριστής της εταιρείας, αυτός όφειλε είτε να πληρώνει τα ενοίκια για τον κάθε μήνα κατοχής του υποστατικού, είτε να το επιστρέψει στον ενάγοντα. Όμως ούτε το ένα ούτε και το άλλο έπραξε ο Επίσημος Παραλήπτης με αποτέλεσμα, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, να του δημιουργηθούν ζημιές για την εν λόγω περίοδο ύψους €22.000, τις οποίες αξιώνει μέσω αυτής της αγωγής. Σημειώνω εδώ ότι στην Ε/Α του ο ενάγοντας αναφέρει ότι κατά τους μήνες Σεπτέμβριο 2013 και Οκτώβριο 2013, εκκαθαριστής της εταιρείας είχε διοριστεί κατόπιν ενεργειών του Επίσημου Παραλήπτη και σε αντικατάσταση του κάποιος κ. XXXXX Κίμωνος, ο οποίος συνέχισε μεν να κρατά το υποστατικό αλλά για τους δύο αυτούς μήνες που το κατείχε, πλήρωνε στον ενάγοντα ενοίκια, εξ' ου και δεν αξιώνονται οποιαδήποτε ποσά γι' εκείνη την περίοδο. Ο εναγόμενος από την άλλη, με την υπεράσπιση που καταχώρησε στις 03/03/15, πέραν από μία προδικαστική ένσταση που ήγειρε σε σχέση με κάποιο θέμα δεδικασμένου, επί της ουσίας της υπόθεσης, αν και κάμει παραδεκτή την περίοδο που εκκαθαριστής της εταιρείας ήταν ο Επίσημος Παραλήπτης και ακολούθως ο XXXXX Κίμωνος, αρνείται τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής σκοπιάς την ύπαρξη οφειλής οποιουδήποτε ποσού από πλευράς Δημοκρατίας. Όταν η υπόθεση ήχθη ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 21/01/20 όντας ορισμένη γι' ακρόαση, ζητήθηκε αναβολή λόγω κάποιου κωλύματος του δικηγόρου του ενάγοντα. Το αίτημα εγκρίθηκε και αφού μεσολάβησαν και οι δυσάρεστες συνέπειες του ξεσπάσματος της πανδημίας του κορωνοϊού, η υπόθεση ορίστηκε στις 27/11/20 για ακρόαση. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, ο ευπαίδευτος συνήγορος που χειριζόταν ως τότε την υπόθεση για τον ενάγοντα, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι λόγω κάποιας προηγούμενης ασυνεννοησίας δεν είχε καταστεί δυνατό μέχρι τότε να αποκαλυφθούν και επιθεωρηθούν τα εκατέρωθεν έγγραφα και όταν το έπραξαν τούτο για σκοπούς της ακρόασης της 27/11/20, οι δικηγόροι του ενάγοντα διαπίστωσαν την ύπαρξη ενός εγγράφου που μέχρι τότε αγνοούσε και για το οποίο έπρεπε να λάβει οδηγίες από τον πελάτη τους ως προς το πώς να το χειριστούν εφόσον αυτό ενδέχετο να επηρέαζε δραστικά την προώθηση και εξέλιξη της υπόθεσης. Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι το έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ο συνήγορος είναι έγγραφο που φέρεται να συνιστά απόδειξη που υπέγραψε ο ενάγοντας προς τον XXXXX Κίμωνος ως εκκαθαριστή της εταιρείας για πλήρη και τελεία εξόφληση όλων των απαιτήσεων του. Ο μόνος λόγος που το λέω τούτο είναι για να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το κατά πόσο το έγγραφο αυτό αφορούσε τη διάλυση ή όχι της εταιρείας που είναι το θέμα που εγείρεται σήμερα. Τούτα τα θέματα που προέκυψαν και για τα οποία ζητήθηκε χρόνος να μελετηθούν, συνέχισαν να απασχολούν τις δύο πλευρές και στις 10/12/20 που ορίστηκε η υπόθεση. Εκείνη την ημερομηνία όμως, το Δικαστήριο, έχοντας ήδη μελετήσει το φάκελο, εξέφρασε αυτεπάγγελτα προβληματισμό ως προς την καθ' ύλην δικαιοδοσία του εφόσον από την Ε/Α φαινόταν ότι η αξίωση αφορούσε σε ποσά που προέρχονταν από ενοικίαση για την οποία το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως είχε ήδη αναλάβει και ασκήσει αποκλειστική δικαιοδοσία. Ζητήθηκε τότε και από τις δύο πλευρές εκ νέου χρόνος για να μελετηθεί και αυτό το θέμα και αν και η υπόθεση ορίστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, η υπόθεση αναβλήθηκε αναγκαστικά για τις 09/04/
- Στις 09/04/21, σύμφωνα με το πρακτικό που τήρησε το Δικαστήριο, οι δύο πλευρές ανέφεραν ότι είχαν μελετήσει τα θέματα που είχαν ως τότε προκύψει και παρά ταύτα, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, δεν διαπίστωνε να συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος για να μην προχωρήσει η υπόθεση σε κανονική ακρόαση και να αποφασιστούν εκεί όλα τα θέματα που είχαν προκύψει περιλαμβανομένου και του θέματος της δικαιοδοσίας. Ζήτησαν όμως αμφότερες χρόνο για να μελετήσουν κάποιο νέο θέμα που είχε διαφανεί και το οποίο αφορούσε στην έκδοση δικαστικού διατάγματος στις 16/02/16 για διάλυση της εταιρείας και απαλλαγής του εκκαθαριστή από κάθε ευθύνη. Ο αιτούμενος χρόνος δόθηκε οπόταν και στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ των δικηγόρων και του Δικαστηρίου για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης, η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα ανέφερε ότι θα έθετε το θέμα της διάλυσης της εταιρείας και της απαλλαγής του εκκαθαριστή ως θέμα που άπτεται της ρίζας της διαδικασίας, υπό την έννοια ότι κατά τη Δημοκρατία, αυτή η εξέλιξη εκθεμελιώνει πλέον την ύπαρξη αλλά και την προώθηση οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εκκαθαριστή και αυτό προφανώς στη βάση του άρθρου 239 του Περί Εταιρειών Νόμου. Ορίστηκε λοιπόν η υπόθεση σήμερα για ακρόαση επί της ουσίας της, με οδηγίες όπως αν θα εγείρονταν οποιαδήποτε νομικά θέματα, αυτά είτε θα έπρεπε να τεθούν προδικαστικά στα πλαίσια όμως παραδεκτού υπόβαθρου γεγονότων είτε να αποτελέσουν αντικείμενο της μαρτυρίας οπόταν και θα εξετάζονταν στο τέλος όταν και θα αποκρυσταλλώνονταν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Σήμερα που εμφανίστηκαν οι συνήγοροι για σκοπούς της ακρόασης, η ευπάιδευτη συνήγορος του εναγόμενου ανέφερε ότι τουλάχιστο για το νομικό θέμα που θα εγειρόταν αναφορικά με την έκδοση διατάγματος διάλυσης της εταιρείας και απαλλαγής του εκκαθαριστή, ήταν αναγκαίο όπως τροποποιηθεί το δικόγραφο της υπεράσπισης ώστε να περιληφθεί ο σχετικός ισχυρισμός και αυτό γιατί το εν λόγω δικόγραφο είχε συνταχθεί και καταχωρηθεί πριν την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος. Συνεπώς, για εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού και δικηγορικού χρόνου, δόθηκαν οδηγίες όπως τόσο το αίτημα τροποποίησης της υπεράσπισης όσο και η τυχόν ένσταση του ενάγοντα υποβληθούν σήμερα προφορικά και με αυτό τον τρόπο είναι και που ενήργησαν στη συνέχεια οι δύο πλευρές. Σημειώνω εδώ ότι δεν τίθεται θέμα τροποποίησης σε σχέση με το άλλο θέμα που ηγέρθηκε αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, αν μη τι άλλο διότι το θέμα αυτό έχει εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και επομένως αμφότερες οι πλευρές θα πρέπει ούτως ή άλλως να τοποθετηθούν επί αυτού στον κατάλληλο χρόνο.». Σημειώνω εδώ για σκοπούς πληρότητας ότι με την απόφαση της 14/05/21, το Δικαστήριο έδωσε άδεια για τροποποίηση της υπεράσπισης ώστε να περιληφθεί στο εν λόγω δικόγραφο ο ισχυρισμός ότι, ενόψει της έκδοσης του διατάγματος διάλυσης της εταιρείας J.V.M. Furniture Designers Manufactures & Interior Decoration Co Limited (εφ' εξής JVM) και απαλλαγής του εκκαθαριστή της ημερ. 16/02/16 κααθώς επίσης και των σχετικών προνοιών του αρ.239 Κεφ.113, ο ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να προβάλλει και να προωθεί πλέον την οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη σε σχέση με οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις του τελευταίου κατά το χρόνο που ενεργούσε ως εκκαθαριστής της JVM, η οποία και ήταν η εταιρεία που κατείχε το επίμαχο υποστατικό του ενάγοντα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης κατατέθηκαν από κοινού ως παραδεχτά έγγραφα καθώς και για την αλήθεια του περιεχομένου τους, η απόφαση του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων (ΔΕΕ) ημερομηνίας 06/06/11, η οποία είχε εκδοθεί στα πλαίσια της εκεί καταχωρηθείσας αίτησης με αριθμό E39/11 και με την οποία η εταιρεία JVM διατάχθηκε από το ΔΕΕ όπως εκκενώσει και παραδώσει το επίμαχο υποστατικό στον ενάγοντα και όπως καταβάλει στον τελευταίο περί τις €9000 ενοίκια πλέον €1100 μηνιαίως μέχρι να παραδοθεί το υποστατικό, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 26/10/11, η οποία εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης υπ. αρ. 145/11 και με την οποία διατάχθηκε η εκκαθάριση της JVM και ο διορισμός του επίσημου παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της εν λόγω εταιρείας, η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/05/13 η οποία επίσης εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης 145/11 και με την οποία, κατόπιν αίτησης του Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού τότε εκκαθαριστή της JVM, εγκρίθηκε και διατάχθηκε ο διορισμός του XXXXX Κίμωνος ως εκκαθαριστή της τελευταίας και η απόφαση που εκδόθηκε στις 16/02/16, και πάλι στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης υπ. αρ. 145/11, με την οποία διατάχθηκε η απαλλαγή του εκκαθαριστή της JVM και η διάλυση της τελευταίας με ισχύ από τις 16/02/
- (Τεκ. Α, Β, Γ και Στ.). Πρόσθετα των εν λόγω εγγράφων, ως παραδεχτά έγγραφα και για την αλήθεια του περιεχομένου τους κατατέθηκαν επίσης και μια δήλωση ημερομηνίας 17/02/14 υπογεγραμμένη από τον ενάγοντα, με την οποία ο τελευταίος δηλώνει ότι έλαβε στις 17/02/02014 επιταγή €4000 «.Προς πλήρη και τελεία εξόφληση της απαίτησης μου και δηλώνω ότι καμιά άλλη απαίτηση δεν έχω από την υπό εκκαθάριση εταιρεία ή τον εκκαθαριστή αυτής, κύριο XXXXX Κίμωνος...», καθώς επίσης και μία επιστολή του Επίσημου Παραλήπτη προς τους δικηγόρους του ενάγοντα ημερομηνίας 23/06/14, με την οποία ο πρώτος ενημερώνει τους δεύτερους ότι στις 11/04/13 έγινε η πρώτη συνεδρία πιστωτών και μετόχων της JVM, ότι στις 31/05/13 διορίστηκε με διάταγμα Δικαστηρίου ο Κίμωνος ως εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας και ότι στις 25/07/13, ο Κίμωνος έλαβε από τον Επίσημο Παραλήπτη, μεταξύ άλλων, και αντίγραφα των επιστολών που είχαν στείλει οι δικηγόροι του ενάγοντα στις 08/05/12 και 25/09/12 (βλ. Τεκ. Δ και Ε). Μαρτυρία κατά την ακρόαση δόθηκε μόνο από πλευράς ενάγοντα, ο οποίος κατέθεσε την ουσία της μαρτυρίας του με γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α), στα πλαίσια της οποίας επανέλαβε ουσιαστικά τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς, ήτοι ότι: Το 1998 ενοικίασε δυνάμει γραπτής συμφωνίας υποστατικό που του ανήκε στην JVM (Τεκ.1), ότι στην πορεία η ενοικίαση, λόγω του ότι η JVM δεν συμμορφωνόταν με τις υποχρεώσεις της ως ενοικιάστρια, οδηγήθηκε κατόπιν αίτησης του ιδίου στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, ότι στις 06/06/11 εκδόθηκε απόφαση από το ΔΕΕ με την οποία η JVM διατάχθηκε να του παραδώσει το υποστατικό και να του καταβάλει τόσο τα οφειλόμενα ενοίκια όσο και €1100 μηνιαίως ως ενοίκια που θα προέκυπταν κάθε μήνα μέχρι να παραδοθεί το υποστατικό, ότι μέχρι το Μάρτιο 2012 αυτός δεν γνώριζε ότι η JVM είχε τεθεί σε εκκαθάριση από τον Οκτώβριο του 2011 και ότι το υποστατικό του είχε από τον Ιανουάριο του 2012 σφραγιστεί και περιέλθει στην κατοχή του Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού εκκαθαριστή της JVM, ότι ο τελευταίος, αν και ως εκκαθαριστής της JVM είχε υπό την κατοχή του το υποστατικό από τον Ιανουάριο του 2012 μέχρι και τον Αύγουστο του 2013, εντούτοις δεν κατέβαλε οποιαδήποτε ενοίκια, ότι πληροφορήθηκε περί τα τέλη Αυγούστου του 2013 ότι εκκαθαριστής της JVM είχε διοριστεί ο Κίμωνος και αυτό κατόπιν δύο επιστολών που έστειλαν στον Επίσημο Παραλήπτη οι δικηγόροι του στις 08/05/12 και 25/09/12 προς τον Επίσημο Παραλήπτη (Τεκ.2 και 3), και τέλος ότι, αφού επικοινώνησε με τον Κίμωνος, ο τελευταίος του παρέδωσε το υποστατικό περί τον Οκτώβριο 2013 και αργότερα του κατέβαλε και το ποσό των €4000 για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2013 που κατείχε εκείνος το υποστατικό. Είναι δε κατ' επιθυμία του Κίμωνος, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, που αυτός δήλωσε ενυπογράφως στις 17/02/14 ότι δεν είχε καμιά άλλη απαίτηση από την εταιρεία ή τον εκκαθαριστή της, όμως πρόθεση του ήταν μόνο να απαλλάξει τον Κίμωνος για τους δύο μήνες που αυτός κατείχε το υποστατικό ως εκκαθαριστής της JVM και όχι να αποποιηθεί των οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων ή απαιτήσεων είχε σε σχέση με όσα είχαν ήδη λάβει χώρα κατά την εκκαθάριση της JVM αναφορικά με το υποστατικό του. Σημειώνω εδώ ότι με τις προαναφερόμενες επιστολές των δικηγόρων του ενάγοντα, Τεκ.2 και 3, οι εν λόγω δικηγόροι ενημέρωναν τον Επίσημο Παραλήπτη, τόσο για το διάταγμα έξωσης της 06/06/11 όσο και για την εξ αποφάσεως υποχρέωση της JVM να καταβάλλει στον ενάγοντα €1100 μηνιαίως μέχρι παράδοσης του υποστατικού, υποχρέωση η οποία, σύμφωνα με την επιστολή της 08/05/12 (Τεκ. 2), βάραινε πλέον από τον Ιανουάριο 2012, τον εκκαθαριστή της JVM, ήτοι τον Επίσημο Παραλήπτη. Κατά τον ενάγοντα, η ενέργεια του Επίσημου Παραλήπτη να σφραγίσει και να λάβει κατοχή του υποστατικού ως εκκαθαριστής της JVM για οχτώ μήνες χωρίς όμως να καταβάλλει οποιανδήποτε αποζημίωση ή έστω ποσό ίσο με το ενοίκιο που καταβάλλετο προηγουμένως, ήτοι €1100 μηνιαίως, προκάλεσε στον ίδιο ζημιά, τόσο οικονομικής φύσης όσο και στα περιουσιακά του δικαιώματα και είναι γι' αυτό το λόγο που θεωρεί ότι δικαιούται πλήρως σε όλες τις επίδικες αξιώσεις του. Κατά την αντεξέτασή του, ο μάρτυρας δέχτηκε ότι από τις 06/06/11 που το ΔΕΕ εξέδωσε διάταγμα έξωσης της JVM και μέχρι και τις 26/10/11 που η τελευταία τέθηκε υπό εκκαθάριση και ο Επίσημος Παραλήπτης έλαβε κατοχή του υποστατικού στα πλαίσια των καθηκόντων του, αυτός δεν επεδίωξε ποτέ να εκτελέσει το διάταγμα έξωσης και να ανακτήσει την κατοχή του υποστατικού. Ισχυρίστηκε όμως ότι αυτό οφείλετο στο γεγονός ότι πριν το Μάρτιο 2012, ήτοι για 8 μήνες μετά την απόφαση του ΔΕΕ, όταν και ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την ύπαρξη του Επίσημου Παραλήπτη στο υποστατικό του, αυτός δεν γνώριζε ότι η αίτηση που είχε καταχωρήσει στο ΔΕΕ είχε τελικά επιτύχει από τις 06/06/
- Είναι γι' αυτό δε το λόγο, ισχυρίστηκε, που έδωσε τότε οδηγίες στους δικηγόρους του να επικοινωνήσουν με τον Επίσημο Παραλήπτη και να τον ενημερώσουν τόσο για το διάταγμα έξωσης όσο και για την εξ αποφάσεως υποχρέωση της JVM να του καταβάλλει €1100 μηνιαίως μέχρι παράδοσης του υποστατικού, υποχρέωση η οποία κατά τον ενάγοντα βάραινε πλέον, από τον Ιανουάριο 2012, τον Επίσημο Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της JVM. Παρόμοιου δε τύπου άγνοια ο μάρτυρας επικαλέστηκε και σε σχέση με το γεγονός της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης της JVM καθώς επίσης και του μετέπειτα διατάγματος διάλυσης της τελευταίας και της απαλλαγής του εκκαθαριστή. Όσον αφορά δε το περιεχόμενο και τις συνέπειες της υπογραμμένης από τον ίδιο δήλωσης της 17/02/14, ο ενάγοντας επανέλαβε κατά την αντεξέταση του ότι πρόθεση του ιδίου αλλά και του Κίμωνος ήταν ότι η δήλωση αυτή αφορούσε μόνο στους δύο μήνες που το υποστατικό βρισκόταν υπό την κατοχή του τελευταίου και μόνο στη δική του απαλλαγή. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η πλευρά του εναγόμενου επέλεξε να μην παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία εφόσον έκρινε ότι υπό το φως του περιεχομένου των παραδεκτών εγγράφων που κατατέθηκαν κατά την ακρόαση, όλα ουσιαστικά τα θέματα που εγείρονταν ως υπεράσπιση συνιστούσαν πλέον θέματα νομικής επιχειρηματολογίας. Ως εκ τούτου, με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ενάγοντα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, έχοντας παράλληλα παρακολουθήσει και τον ενάγοντα ενώ κατέθετε και έχοντας κατά νου και τις σχετικές νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας. Σημειώνω τα εξής. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της πλευράς του ενάγοντα, η παρούσα αγωγή αφορά σε αποζημιώσεις που ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται να λάβει από τον Επίσημο Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της JVM, συνεπεία της κατοχής του επίμαχου υποστατικού στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης της τελευταίας. Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο όπως αναφερθώ παρενθετικά στα δικαιώματα που δημιουργούνται προς όφελος ενός δικαιούχου ακινήτου που είναι μισθωμένο ή που κατέχεται από εταιρεία η οποία στην πορεία τίθεται σε εκκαθάριση, ότι δηλαδή είναι παραδεκτό ότι επεσυνέβη στην παρούσα περίπτωση. Ο δικαιούχος λοιπόν ενός ακινήτου που είναι μισθωμένο σε εταιρεία και στον οποίο οφείλονται ενοίκια, διατηρεί, όσο η εταιρεία λειτουργεί κανονικά, θέσμιο και συμβατικό δικαίωμα ανάκτησης κατοχής του υποστατικού σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των συμφωνηθέντων ενοικίων. Ένεκα αυτού του δικαιώματος, ο δικαιούχος του ακινήτου δεν θεωρείται εξασφαλισμένος πιστωτής της εταιρείας αν αυτή τεθεί υπό εκκαθάριση, αφού, δυνάμει του αρ.300
(5)Κεφ.113 αλλά και της αγγλικής νομολογίας που αφορά στην πανομοιότυπη διάταξη του S.319 Companies Act 1949, στην περίπτωση που ο δικαιούχος ανακτήσει την κατοχή του ακινήτου μέσα σε τρεις μήνες αμέσως πριν από την ημερομηνία του διατάγματος εκκαθάρισης, τα χρέη που οφείλονται σε αυτόν, αποκτούν προτεραιότητα έναντι των υπολοίπων χρεών της εταιρείας και θα «...αποτελούν πρώτη επιβάρυνση πάνω...» στο ακίνητο. (βλ. Thomas v Patent Lionite Co
(1881)17 Ch. D.250, Re Coal Consumers' Association
(1876)4 Ch. D. 625 και Palmer's Company Law, 21st Ed, pg 765 - «A landlord is not a secured creditor because he has a power of distress». Αν όμως η κατοχή του ακινήτου δεν ανακτηθεί και τα οφειλόμενα ενοίκια δεν εισπραχθούν πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, τότε ο δικαιούχος θα παραμείνει αφ' ενός απλά «στην ουρά» ως ένας μη εξασφαλισμένος πιστωτής της εταιρείας, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ικανοποίηση της οφειλής του και αφ' ετέρου, θα εμποδιστεί από το Δικαστήριο, από του να ασκήσει το δικαίωμα του για ανάκτηση κατοχής του ακινήτου στη βάση των ενοικίων που κατέστησαν οφειλόμενα πριν την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, αφού το εν λόγω δικαίωμα, κατ' εφαρμογή του αρ. 217 Κεφ.113, θα θεωρείται πλέον άκυρο. Παραθέτω αυτούσιες τις αυθεντικές πρόνοιες του αρ.217 καθώς και απόσπασμα από τη σελ. 766 του Palmers ανωτέρω, το οποίο αφορά στην πανομοιότυπη με το αρ.217, διάταξη του Companies Act 1949, S.
- Cap.113 - « Ar.
- Where any company is being wound up by the Court, any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the estate or effects of the company after the commencement of the winding up shall be void to all intents.» Palmers pg.766 - «Distress for rent due before winding up - After the commencement of a winding up by the court, a distress is, by section 228, declared to be void; and if a landlord threatens to levy or proceeds to levy a distress for rent accrued before the commencement of the winding up, the court will restrain him. He will be left, like other creditors to his right of proof (see Re Oak Pitts Colliery Co
(1882)21 Ch.D. 322 and the cases there cited).» (έμφαση δική μου). Ο λόγος βέβαια είναι διότι, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Κεφ.113, μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, ο εκκαθαριστής λαμβάνει υπό τον έλεγχο και τη φύλαξη του όλη την ιδιοκτησία και αγώγιμα δικαιώματα που η εταιρεία δικαιούται ή φαίνεται ότι δικαιούται, και μόνο κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί οποιαδήποτε διαδικασία για ανάκτηση κατοχής του ακινήτου που ενοικιάζει η εταιρεία. Και αυτή όμως η άδεια, θα πρέπει να είναι αποκλειστικά για ενοίκια που κατέστησαν οφειλόμενα μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης (βλ. αρ. 220, 231 και 232 Κεφ.113, Καν.21 Περι Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών 1933 καθώς και το σχετικό απόσπασμα από τον Palmers στη σελ 766 υπό τον τίτλο «Distress for Rent accrued after winding up» όπου γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων, στο Winding Up Rule 99 που είναι πανομοιότυπος με το Κ.21[1]). Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη των δικογραφημένων ισχυρισμών του ενάγοντα αλλά και τη μαρτυρία του τελευταίου ως προς το ποια είναι η βάση της παρούσας αγωγής, καθώς επίσης και το ότι δεν αμφισβητείται ότι νόμιμα ο Επίσημος Παραλήπτης έλαβε κατοχή του υποστατικού ως εκκαθαριστής της JVM η οποία το κατείχε κατά την ημέρα που τέθηκε σε εκκαθάριση, προκύπτει ότι η παρούσα αγωγή δεν αφορά σε κάποια κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη του εκκαθαριστή υπό την προσωπική του ιδιότητα, ήτοι άσχετη με την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής, αλλά στον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω εκκαθαριστής ενήργησε σε σχέση με τις υποχρεώσεις που η υπό εκκαθάριση εταιρεία όφειλε απέναντι σε τρίτα πρόσωπα. Αυτό ήταν άλλωστε που αναφέρθηκε και στην επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα ημερ. 08/05/12, ήτοι ότι ο εκκαθαριστής όφειλε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που η JVM όφειλε απέναντι στον ενάγοντα δυνάμει της απόφασης του ΔΕΕ ημερ.06/06/11, σε σχέση, μεταξύ άλλων, και με την πληρωμή ενοικίων για όσο καιρό ΄θα συνέχιζε να κατέχεται το επίμαχο υποστατικό. Των πιο πάνω λεχθέντων επομένως, εφόσον η υπό κρίση απαίτηση και τα δικαιώματα που προωθεί ο ενάγοντας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την όλη διαδικασία της εκκαθάρισης της JVM και των υποχρεώσεων του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της, χωρίς να παραγνωρίζω ότι η πλευρά του ενάγοντα δεν φαίνεται να εξασφάλισε οποιαδήποτε άδεια προτού καταχωρήσει την παρούσα αγωγή ως όφειλε, προχωρώ να εξετάσω πρώτα τη θέση του εναγόμενου ότι, συνεπεία του παραδεκτού διατάγματος διάλυσης της JVM και της απαλλαγής του εκκαθαριστή ημερομηνίας 16/02/16, έπαυσε πλέον να νομιμοποιείται ο ενάγοντας ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να δικαιούται να προβάλλει ή να προωθεί οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της JVM ή του εκκαθαριστή της. Άλλωστε το θέμα αυτό άπτεται της ρίζας της διαδικασίας (goes to the root of the proceedings) υπό την έννοια ότι η θέσης αυτή του εναγόμενου, αν ευσταθεί, σφραγίζει από αυτό το στάδιο την τύχη της αγωγής. Οι σχετικές λοιπόν με το προαναφερόμενο θέμα νομοθετικές πρόνοιες, είναι οι πρόνοιες του άρθρου 239, κεφ.113 οι οποίες αναφέρουν ότι: «Όταν ο εκκαθαριστής εταιρείας που βρίσκεται υπό εκκαθάριση από το Δικαστήριο έχει ρευστοποιήσει ολόκληρη την ιδιοκτησία της εταιρείας, ή τέτοιο μέρος της που δύναται, κατά τη γνώμη του, να ρευστοποιηθεί χωρίς την άσκοπη παράταση της εκκαθάρισης, και έχει διανέμει τελικό μέρισμα, αν υπάρχει, στους πιστωτές και έχει ρυθμίσει τα δικαιώματα των συνεισφορέων μεταξύ τους, και έχει καταρτίσει τελική έκθεση στους συνεισφορείς, ή έχει παραιτηθεί, ή έχει παυθεί από το αξίωμα του, το Δικαστήριο δύναται, με αίτηση του να μεριμνήσει για να ετοιμαστεί έκθεση για τους λογαριασμούς τους, και με τη συμμόρφωση του στις απαιτήσεις του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την έκθεση και οποιαδήποτε ένσταση που δυνατό να υποβληθεί από οποιοδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα ή πρόσωπο που έχει συμφέρον εναντίον της απαλλαγής του εκκαθαριστή, και είτε χορηγεί ή αρνείται να χορηγήσει την απαλλαγή αναλόγως.
(2)Όταν δεν χορηγήται απαλλαγή εκκαθαριστή, το Δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση από οποιοδήποτε πιστωτή ή συνεισφορέα ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί δίκαιο, και επιβαρύνει τον εκκαθαριστή με τις συνέπειες οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης που δυνατό να έχει διαπράξει κατά παράβαση του καθήκοντος του.
(3)Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαλλάττει τον εκκαθαριστή, τον απαλλάσσει από κάθε ευθύνη σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έγινε από αυτόν κατά τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας ή διαφορετικά σε σχέση με τη συμπεριφορά του ως εκκαθαριστή, αλλά το διάταγμα αυτό δύναται να ανακληθεί αν αποδειχτεί ότι λήφθηκε με δόλο ή αποσιώπηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος.
(4)Όταν ο εκκαθαριστής δεν έχει προηγουμένως παραιτηθεί ή παυθεί, η απαλλαγή του λογίζεται ως απομάκρυνση από το αξίωμα του.» Υπενθυμίζω εδώ επίσης ότι, όταν οι υποθέσεις (affairs) μιας εταιρείας έχουν πλήρως εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο, εάν ο εκκαθαριστής υποβάλει αίτηση για τον σκοπό αυτό, εκδίδει διάταγμα για τη διάλυση της εταιρείας η οποία διάλυση ισχύει από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, κάτι που ουσιαστικά συνεπάγεται και τον «τελικό θάνατο» της εταιρείας (absolute death) (βλ. αρ. 260 Κεφ.113). Ο μόνος δε τρόπος για να μπορέσει στη συνέχεια η εταιρεία να «επαναφερθεί στη ζωή» για οποιοδήποτε λόγο, περιλαμβανομένης και της πρόθεσης για έγερση αγωγής εναντίον της, είναι, οποτεδήποτε μέσα σε 2 έτη από την ημερομηνία της διάλυσης της, να υποβληθεί αίτηση στο Δικαστήριο για ακύρωση της διάλυσης από οποιοδήποτε πρόσωπο που καταδεικνύει ότι η ακύρωση της διάλυσης τον ενδιαφέρει. (αρ. 326 ΚΕφ.113.) Θα πρέπει εδώ να επισημάνω ότι σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Palmers', έκδοση 1982, παρ. 85 - 101, σελ. 1204, όπου εκεί οι έγκριτοι συγγραφείς πραγματεύονται το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής της τότε εν ισχύ αγγλικής S 352, η οποία αντιστοιχεί στο αρ. 326 Κεφ.113, «Μια αιτία αγωγής εναντίον εταιρείας που δεν ολοκληρώθηκε πριν τη διάλυση, πεθαίνει απόλυτα (dies absolutely) από την ημερομηνία της εκκαθάρισης και δεν μπορεί να αναβιώσει, κατ' επίκληση της ακύρωσης της διάλυσης δυνάμει του S352.» Κοντολογίς αυτό που συνάγεται από τα πιο πάνω, είναι ότι άπαξ και εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής του εκκαθαριστή μιας εταιρείας δυνάμει του αρ.239 και διάταγμα διάλυσης της εταιρείας δυνάμει του αρ.260, δεν επιτρέπεται η προώθηση οποιασδήποτε μορφής απαίτησης εναντίον, είτε της εταιρείας είτε του εκκαθαριστή της, ο οποίος εκκαθαριστής άλλωστε, δυνάμει Νόμου πλέον, ήτοι του αρ. 239 Κεφ.113, απαλλάσσεται πλήρως από κάθε ευθύνη αναφορικά με το τι έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως εκκαθαριστής. Βεβαίως, όπως δύναται να ακυρωθεί το διάταγμα διάλυσης μιας εταιρείας ώστε να μπορεί να προωθηθεί κανονικά κάποια απαίτηση εναντίον της, έτσι και το διάταγμα απαλλαγής ενός εκκαθαριστή μπορεί, όταν υπάρχει κάποια απαίτηση εναντίον του ως τα αρ. 239
(2)και 239
(3)προνοούν, είτε να μην εκδοθεί και ο εκκαθαριστής να επιβαρυνθεί δικαστικώς «.με τις συνέπειες οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης που δυνατό να έχει διαπράξει κατά παράβαση του καθήκοντος του.», είτε «.να ανακληθεί αν αποδειχτεί ότι λήφθηκε με δόλο ή αποσιώπηση ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος.». Δεν θεωρώ εδώ αναγκαίο να επεκταθώ ως προς το ότι, ο επίσημος παραλήπτης, λόγω του αξιώματος του αυτού και μόνο, καθίσταται εκ του Νόμου ως προσωρινός εκκαθαριστής μιας εταιρείας για την οποία διατάσσεται η εκκαθάριση, και ότι στη συνέχεια αυτός μπορεί, ακριβώς λόγω αυτού του αξιώματος και της θέσμιας ιδιότητας του προσωρινού εκκαθαριστή, να προχωρήσει με αίτηση στο Δικαστήριο, για να διοριστεί στη θέση του συγκεκριμένο πρόσωπο για να ενεργεί ως εκκαθαριστής της εταιρείας (βλ. αρ. 228 Κεφ.113). Δεν τίθεται επομένως θέμα διαχωρισμού της ευθύνης που έχει ο επίσημος παραλήπτης ως προσωρινός εκκαθαριστής μιας εταιρείας, από την ευθύνη του προσώπου που διορίζεται στη συνέχεια να ενεργεί ως εκκαθαριστής και δη κατόπιν αίτησης του Επίσημου Παραλήπτη ως του εκ του Νόμου προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας. Ούτε βεβαίως τίθεται θέμα να ιδωθεί αποσπασματικά η διαδικασία εκκαθάρισης σε σχέση με τις υποχρεώσεις της εταιρείας, ήτοι στη βάση του ποιος ήταν ο εκάστοτε εκκαθαριστής της. Η ευθύνη για την ορθή και νόμιμη ολοκλήρωση της εκκαθάρισης είναι μία και ενιαία, και ξεκινά να υφίσταται από την ημέρα που εκδίδεται το διάταγμα εκκαθάρισης (αρ. 231 Κεφ.113), και ολοκληρώνεται την ημέρα που το Δικαστήριο χορηγεί απαλλαγή στον εκκαθαριστή, αφού λάβει υπόψη την έκθεση που ετοίμασε ο τελευταίος αναφορικά με την ρευστοποίηση της περιουσίας της εταιρείας και την οποιαδήποτε ένσταση που δυνατό να υποβληθεί από οποιοδήποτε πρόσωπο (αρ.239 Κεφ.113), και παράλληλα διατάσσει τη διάλυση της εταιρείας εφόσον κρίνει ότι «.οι υποθέσεις της εταιρείας έχουν πλήρως εκκαθαριστεί.» (αρ.260 Κεφ.113). Άλλωστε, κανένα νόημα δεν θα έκαμνε αν το πρόσωπο που διορίστηκε ως εκκαθαριστής της εταιρείας κατόπιν αίτησης του προσωρινού εκκαθαριστή, ήτοι του Επίσημου Παραλήπτη, μπορούσε να εξασφαλίσει διάταγμα απαλλαγής και διάταγμα διάλυσης της εταιρείας λόγω του ότι «.οι υποθέσεις της έχουν πλήρως εκκαθαριστεί.» και τα διατάγματα αυτά να μην αφορούν και να μην εκτείνονται και στην περίοδο που ο Επίσημος Παραλήπτης, ο οποίος δια Νόμου είναι το όργανο που ελέγχει τον εκκαθαριστή (αρ. 238 Κεφ.113), ήταν εκ του αξιώματός του προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας. Αφ' ης στιγμής λοιπόν στην παρούσα περίπτωση ο Κίμωνος διορίστηκε από το Δικαστήριο ως εκκαθαριστής της εταιρείας κατόπιν αίτησης του Επίσημου Παραλήπτη ως εκ του Νόμου προσωρινού εκκαθαριστή, και στη συνέχεια, κατόπιν αίτησης του Κίμωνος, το Δικαστήριο έκρινε ότι όχι μόνο δικαιολογείται η πλήρης απαλλαγή του εκκαθαριστή αλλά και ότι «.οι υποθέσεις της εταιρείας έχουν πλήρως εκκαθαριστεί.» (βλ. Τεκ. Στ.), η τύχη της υπό κρίση αγωγής, η οποία αφορά ουσιαστικά σε καθ' ισχυρισμό ευθύνη του εκκαθαριστή της JVM να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που όφειλε η JVM ενόσω ήταν σε εκκαθάριση, σφραγίστηκε την ημέρα που εκδόθηκαν τα διατάγματα απαλλαγής και διάλυσης, ήτοι στις 16/02/16. Μπορούσε βέβαια ο ενάγοντας, με βάση το Κεφ.113, να επιδιώξει, έστω και όταν πληροφορήθηκε για τα εν λόγω διατάγματα, είτε να τα παραμερίσει είτε να τα ακυρώσει αν θεωρούσε ότι εξασφαλίστηκαν με δόλο ή κατά παραγνώριση των δικαιωμάτων του, όμως τίποτα τέτοιο δεν έπραξε. Ως αποτέλεσμα όμως, σήμερα ο ενάγοντας εμποδίζεται δυνάμει νόμου και δικαστικού διατάγματος (statute and order barred) από του να συνεχίσει να προωθεί οποιανδήποτε απαίτηση εναντίον της JVM ή οποιουδήποτε προσώπου διετέλεσε ως εκκαθαριστής της και ειδικότερα, οποιαδήποτε απαίτηση θεωρεί ότι προέκυψε κατά το χρόνο που η JVM τελούσε υπό εκκαθάριση. Όπως έχω αναφέρει, η πιο πάνω κατάληξή μου σφραγίζει από αυτό το στάδιο την τύχη της αγωγής και η οποιαδήποτε ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο θέμα ηγέρθηκε, θεωρώ παρέλκει. Για σκοπούς πληρότητας όμως, θεωρώ ορθό να αναφέρω και τα εξής. Κατά πρώτο, ενόψει του παραδεχτού γεγονότος ότι στις 17/02/14 ο ενάγοντας υπέγραψε το Τεκ.Δ με το οποίο δήλωσε ότι έλαβε από τον Κίμωνος επιταγή €4000 «.Προς πλήρη και τελεία εξόφληση της απαίτησης μου και δηλώνω ότι καμιά άλλη απαίτηση δεν έχω από την υπό εκκαθάριση εταιρεία ή τον εκκαθαριστή αυτής, κύριο XXXXX Κίμωνος...», είναι πολύ στενά τα περιθώρια για να επιτραπεί στον πρώτο να αποφύγει τις συνέπειες και την εικόνα που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η δήλωση που υπέγραψε, ήτοι ότι όποια απαίτηση και αν αυτός είχε μέχρι τις 17/02/14 σε σχέση με την JVM, όπως τέτοια απαίτηση είναι και η επίδικη, αυτή η απαίτηση είχε πλέον διευθετηθεί. Άλλωστε το να προσπαθεί κάποιος να αποφύγει την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, συνιστά κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές. (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018). Των πιο πάνω λεχθέντων επομένως, η απουσία του Κίμωνος από το εδώλιο του μάρτυρα για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως προς το τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ τους κατά τις 17/02/14 όταν και υπεγράφη από τον τελευταίο το περιεχόμενο του παραδεκτού Τεκ.Δ, ήτοι η δήλωση του για πλήρη διευθέτηση των απαιτήσεων που είχε ως τότε σε σχέση με τη JVM, δεν μπορεί παρά να είναι καταλυτική για την προσπάθεια που κάνει τώρα ο ενάγοντας να αποφύγει των συνεπειών που δημιουργεί η υπογραφή του, ισχυριζόμενος ότι η εν λόγω ενυπόγραφη δήλωση, στην πραγματικότητα δεν αφορούσε σε πλήρη διευθέτηση των απαιτήσεων του, ως εκεί αναφέρεται, αλλά μόνο σε μερική διευθέτηση. Η παρούσα αγωγή λοιπόν, θα υπόκειτο σε απόρριψη και λόγω του περιεχομένου της ενυπόγραφης δήλωσης του ενάγοντα Τεκ.Δ. Κατά δεύτερο, προτού ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης, έθιξα σε αμφότερες τις πλευρές και ιδιαίτερα προς την πλευρά του ενάγοντα, ότι ενδεχομένως να υπήρχε θέμα με τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, ένεκα του ότι από την Ε/Α αναδυόταν μια εικόνα ότι πιθανόν η αγωγή να αφορά σε ενοίκια τα οποία κατ' ισχυρισμό προέκυψαν κατά την κατοχή ενός υποστατικού, η ενοικίαση του οποίου όμως είχε ήδη τεθεί στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Μάλιστα δε, το εν λόγω Δικαστήριο, φαινόταν όχι μόνο να αποδέχτηκε να ασκήσει την αποκλειστική του δικαιοδοσία επί της ενοικίασης αλλά και να εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διέταξε την ενοικιάστρια εταιρεία που κατείχε το υποστατικό, να πληρώνει στον ενάγοντα ενοίκια ύψους €1100, για κάθε μήνα μέχρι να παραδοθεί στον τελευταίο κενή και ελεύθερη κατοχή του υποστατικού. Με άλλα λόγια, ο δικαιοδοτικός προβληματισμός του παρόντος Δικαστηρίου έγκειτο στο γεγονός ότι η αγωγή φαινόταν να αφορά σε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο «γεννήθηκε» από μια ενοικίαση για την οποία είχε ήδη ασκήσει αποκλειστική δικαιοδοσία το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων αλλά και από ένα διάταγμα που το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε κατά την άσκηση της αποκλειστικής του δικαιοδοσίας. Το ότι τα επίδικα γεγονότα είχαν λάβει χώρα σε μεταγενέστερη του διατάγματος του ΔΕΕ περίοδο, δεν μετέβαλλε την κατάσταση αφού «.Ο χρόνος γένεσης της αξίωσης δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο.» (βλ. Iωάννης Kότσαπα & Yιοί ν. Φωτάκη Kυπριανού και Άλλων
(2001)1 ΑΑΔ 261) Παρά όμως ότι το θέμα, ως δικαιοδοτικής φύσεως που ήταν, θα έπρεπε κανονικά να εξεταστεί πριν από οτιδήποτε άλλο, εντούτοις δεν το εξέτασα για το λόγο ότι η θέση της πλευράς του ενάγοντα ήταν ότι επειδή με την αγωγή αξιώνονταν ποσά, και υπό την μορφή αποζημιώσεων για παράνομη κατακράτηση περιουσίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε την απαιτούμενη καθ' ύλη δικαιοδοσία. Αποφάσισα λοιπόν όπως διασκεδάσω την προσέγγιση αυτή, εξ' ου και εξέτασα την αγωγή ως εδραζόμενη επί μιας κατ' ισχυρισμό διάπραξης αστικού αδικήματος από πλευράς εναγόμενου, ήτοι ως αγωγή που, υπό αυτή τη σκοπιά, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αν όμως η αγωγή ήθελε θεωρηθεί ως αγωγή για οφειλόμενα ενοίκια, τότε πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορούσε ο ενάγοντας να την προωθήσει ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, εφόσον το διάταγμα που εξέδωσε το ΔΕΕ κατά την άσκηση της αποκλειστικής του δικαιοδοσίας, περιλαμβάνει και πρόνοια αναφορικά με τα ενοίκια που δικαιούτο να λαμβάνει ο ενάγοντας για όσο καιρό η JVM, και μετέπειτα ο εκκαθαριστής της, θα συνέχιζαν να κατέχουν το υποστατικό, δικαίωμα το οποίο, ως ανέφερα ανωτέρω, δεν χάνεται για μόνο τον λόγο ότι η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση (βλ. αρ. 300
(5)Κεφ.113 και Κ.21 ανωτέρω). Βεβαίως, ο ενάγοντας θα έπρεπε και πάλι να ξεπεράσει, το ανυπέρβλητο όπως διαφάνηκε, εμπόδιο που δημιουργήθηκε από τις 16/02/16 συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος απαλλαγής και διάλυσης και της εφαρμογής των προνοιών των αρ. 239 και 260 Κεφ. 113. Δεν θα επεκταθώ συνεπώς περαιτέρω επί του θέματος της δικαιοδοσίας, εφόσον έχω ήδη κρίνει ότι συνεπεία του διατάγματος της 16/02/16, καμιά απαίτηση, είτε της παρούσας είτε οποιασδήποτε άλλης φύσης, δεν μπορεί να εγείρεται και να προωθείται εναντίον του οποιουδήποτε εκκαθαριστή της JVM ή της ίδιας της τελευταίας αναφορικά με πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κ.21 - «Όταν οποιαδήποτε ενοίκια ή άλλες πληρωμές είναι πληρωτέες σε καθορισμένες περιόδους και το διάταγμα εκκαθάρισης εκδίδεται σε οποιοδήποτε χρόνο εκτός των περιόδων αυτών ο δικαιούχος των ενοικίων ή πληρωμών δύναται να επαληθεύσει ένα ανάλογο μερος αυτών μέχρι την ημερομηνία της εκκαθάρισης ωσάν το ενοίκιο ή η πληρωμή να καθίστατο πληρωτέα από μέρα σε μέρα νοουμένου ότι όπου ο εκκαθαριστής παραμένει κάτοχος του των υποστατικών που ενοικιάζονται στην εταιρεία που είναι υπό εκκαθάριση τίποτε δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ιδιοκτήτη των τοιούτων υποστατικών να απιτήσει την πληρωμή από την εταιρεία ή τον εκκαθαριστή ενοίκιον για την περίοδο που το κατέχει η εταιρεία ή ο εκκαθαριστής.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο