← Κύπρος

Νικολάου ν. Ανδρέα Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 5750/14, 9/7/2021

Νικολάου ν. Ανδρέα Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 5750/14, 9/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A362 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5750/14 Μεταξύ: XXXXX Νικολάου Ενάγοντας -και- XXXXX Ανδρέα Αντωνίου Εναγόμενη ----------------------------------------- Ημερομηνία: 09/07/21 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κα Μ. Ευθυμίου Για εναγόμενη: κ. Κ. Ορφανίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 03/07/17 εκδόθηκε στην παρουσία της εναγόμενης και των δικηγόρων της εκ συμφώνου τελική απόφαση στην πιο πάνω αγωγή, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίστηκε το αποκλειστικό δικαίωμα που είχε ο ενάγοντας επί ενός δικαιώματος διαβάσεως που είχε εγγραφεί επί του τίτλου του ακινήτου του με αρ. εγγ. 0/1XXXXX0 φ/Σχ:39/15, τμ. 0, τμχ. 8XXXXX0, στην Αγία Βαρβάρα Λευκωσία και απαγορεύτηκε η οποιαδήποτε παράνομη επέμβαση στο εν λόγω δικαίωμα από την εναγόμενη, την οικογένεια και τους αντιπροσώπους της, οι οποίοι διατάχθηκαν και όπως «.άρουν την παρανομία και παύσουν μέχρι 31.5.18 οιανδήποτε επέμβαση και παρεμπόδιση με την ανέγερση τοίχου περίφραξης και κτηρίου και με οιονδήποτε άλλο τρόπο της ομαλής και απρόσκοπτης κατοχής και χρήσης του δικαιώματος διάβασης που αναγράφεται επί του τίτλου ιδιοκτησίας του ενάγοντα με τα εξής στοιχεία: Αριθμός εγγραφής 0/1XXXXX0 φ/Σχ:39/15, τμήμα 0, τεμάχιο 8XXXXX0, στην Αγία Βαρβάρα Λευκωσία.» Στις 02/10/18, ήτοι 5 μήνες μετά την παρέλευση της προθεσμίας που είχε δοθεί στην εναγόμενη με την απόφαση της 03/07/17 για να συμμορφωθεί με τα εκεί αναφερόμενα διατάγματα, η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά, στη βάση του αρ.42 Ν.14/60 και της Δ.42Α, την τιμωρία της εναγόμενης λόγω κατ' ισχυρισμό ηθελημένης παρακοής από μέρους της των διαταγμάτων της 03/07/

  1. Είναι ειδικότερα η θέση του ενάγοντα ότι μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η εναγόμενη δεν έλαβε κανένα μέτρο ώστε να άρει, ως διατάχθηκε, την παρανομία που αναγνωρίστηκε με την απόφαση της 03/07/17 να υφίσταται, και να επιτρέψει έτσι στον ενάγοντα να απολαμβάνει απρόσκοπτα το δικαίωμα διάβασης του. Τις επί του προκειμένου θέσεις του ο ενάγοντας της υποστήριξε μεταξύ άλλων και με την προσκόμιση φωτογραφιών της σκηνής που έλαβε ο ίδιος στις 27/09/18 Σημειώνω εδώ ότι είναι κοινώς αποδεκτό ότι το δικαίωμα διάβασης του ενάγοντα στο οποίο αφορά η απόφαση της 03/07/17 συνιστά τη μόνη χρησιμοποιήσιμη δίοδο μέσω της οποίας μπορούσε κάποιο όχημα να έχει πρόσβαση στο ακίνητο του τελευταίου καθώς επίσης και ότι συνεπεία της διαπιστωθείσας επέμβασης της εναγόμενης, ήτοι της ανέγερσης επί της εν λόγω διόδου τοίχου περίφραξης και μέρους της κατοικίας της τελευταίας, μόνο πεζός μπορεί πλέον ο ενάγοντας να εισέλθει στο ακίνητο του. Η ένσταση που καταχώρησε η εναγόμενη επεκτάθηκε σε διάφορα θέματα, κύριος άξονας των οποίων ήταν η θέση ότι η τελευταία δεν προέβη σε καμία ηθελημένη παρακοή του διατάγματος αφού, ως ισχυρίζεται η εναγόμενη, από τις 03/07/17 που εκδόθηκε το διάταγμα, η ίδια κατέβαλλε και καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για να συμμορφωθεί με αυτό. Θέση της εναγόμενης, η οποία δεν αρνείται την ύπαρξη της παράνομης επέμβασης και ότι η επέμβαση αυτή, συνεχίζει να παραμένει ως υφίστατο στις 03/07/17, είναι ότι την ανέγερση της κατοικίας της την είχε αναλάβει αποκλειστικά ο πρώην σύζυγός της ο οποίος δεν την ενημέρωνε καθόλου για τις ενέργειες που έκαμνε τότε. Αποτέλεσμα τούτου όμως, ισχυρίζεται η εναγόμενη, ήταν αυτή να βρεθεί ουσιαστικά προ τετελεσμένων γεγονότων όταν καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή εναντίον της, οπόταν και αντιλήφθηκε το τι ακριβώς είχε κάμει ο πρώην σύζυγός της. Αναγνωρίζοντας λοιπόν ότι ο ενάγοντας δικαιούτο να απολαμβάνει την πρόσβαση που ο τίτλος του ιδιοκτήτη του παρέχει, η εναγόμενη, ως ισχυρίζεται, προσπάθησε επανειλημμένα τόσο πριν όσο και μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης να εξεύρει διάφορους τρόπους με τους οποίους θα παρείχετο στον ενάγοντα πρόσβαση στο ακίνητο του, όπως με το να αγοράσει και να του προσφέρει λωρίδα γης από γειτονικά τεμάχια, να του παράσχει πέρασμα από άλλο σημείο του ακινήτου της καθώς και να ζητήσει από το Κτηματολόγιο να μετακινήσει το δικαίωμα διάβασης σε άλλο σημείο του ακινήτου της. Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες της, ισχυρίστηκε η εναγόμενη, δεν επέφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα, είτε λόγω πρακτικών δυσκολιών είτε λόγω της άρνηση του ενάγοντα να δεχτεί τις λύσεις που του πρότεινε. Τόσο ο ενάγοντας όσο και η εναγόμενη αντεξετάστηκαν επί των ενόρκων ισχυρισμών που πρόβαλαν για να υποστηρίξουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Από την αντεξέταση των διαδίκων προέκυψε να συνιστά κοινό έδαφος ότι κατά καιρούς, αλλά ιδιαίτερα μετά την καταχώρηση της παρούσας, έγιναν προσπάθειες από την εναγόμενη για να εξευρεθεί κάποια εναλλακτική λύση στο πρόβλημα πρόσβασης που αντιμετώπιζε ο ενάγοντας συνεπεία της παράνομης επέμβασης της πρώτης, πλην όμως η επιτόπου κατάσταση που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης των διαταγμάτων συνεχίζει να παραμένει μέχρι σήμερα αναλλοίωτη. Υποστήριξε λοιπόν κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας ότι αν η εναγόμενη ήθελε πραγματικά να συμμορφωθεί με το διάταγμα της 03/07/17, τότε θα αξιοποιούσε επαρκώς όλο το χρόνο που μεσολάβησε από την έκδοση του διατάγματος και θα ενεργούσε ακριβώς όπως αυτό της επέβαλλε ώστε να συμμορφωθεί με αυτό. Το γεγονός όμως ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει επέλθει καμία μεταβολή στην επιτόπου κατάσταση ως το διάταγμα της 03/07/17 διέτασσε ρητά να επέλθει και μάλιστα με συγκεκριμένο τρόπο, καταδεικνύει πλήρως, κατά τον ενάγοντα, τόσο τη μη συμμόρφωση της εναγόμενης όσο και το ηθελημένο και συνειδητό της συμπεριφοράς της. Θέση της εναγόμενης από την άλλη ήταν ότι αν και γνώριζε ότι στο τέλος της ημέρας ο μόνος τρόπος για να υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με το διάταγμα ήταν να κατεδαφιστεί ο τοίχος περίφραξης και το μέρος εκείνο της κατοικίας της που επενέβαινε στη δίοδο του ενάγοντα, η ίδια προσπαθούσε να αποφύγει με κάθε τρόπο μία τέτοια κατεδάφιση αφού μια τέτοια ενέργεια θα ήταν και εκτός των οικονομικών της δυνατοτήτων αλλά και άκρως επιζήμια για την ίδια. Είναι δε για αυτό το λόγο, ισχυρίστηκε η εναγόμενη, που όλες οι προσπάθειες της στράφηκαν στην εξεύρεση εναλλακτικών τρόπων πρόσβασης του ενάγοντα στο ακίνητο του, ώστε να μην χρειαστεί αυτή να κατεδαφίσει μέρος της κατοικίας της. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους συνήγορους των μερών. Η πλευρά του ενάγοντα υποστήριξε ότι όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για την απόδειξη ηθελημένης παρακοής έχουν αποδειχθεί αφού τόσο από τη μαρτυρία του ενάγοντα όσο και από την μαρτυρία της ίδιας της εναγόμενης καταδείχτηκε στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο λόγος που δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή της κατάστασης ως τα διατάγματα επέβαλαν να υπάρξει ήταν διότι η εναγόμενη συνειδητά απέφυγε να πράξει εκείνο που και η ίδια γνώριζε και αντιλαμβανόταν ότι διατασσόταν να πράξει με το διάταγμα της 03/07/
  2. Η πλευρά της εναγόμενης από την άλλη υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ηθελημένη παρακοή, αφού ενώ η ανέγερση της κατοικίας της δεν ήταν θέμα στο οποίο αυτή ενεπλάκηκε, εντούτοις προέβη η ίδια σε πάρα πολλές προσπάθειες ώστε να ικανοποιήσει με κάποιο τρόπο το δικαίωμα διόδου του ενάγοντα, προσφέροντας μάλιστα για το σκοπό αυτό και μέρος του ακινήτου της. Σημειώνω εδώ ότι στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης υποστήριξε ότι η κατεδάφιση μέρους της οικίας της εναγόμενης, αν και θα ήταν σίγουρα ένας τρόπος να επιτευχθεί πλήρης συμμόρφωση με το διάταγμα της 03/07/17, εντούτοις δεν συνιστούσε υπό τις περιστάσεις πρόσφορη λύση για την εναγόμενη αφού κάτι τέτοιο «.θα έχει ως αποτέλεσμα να υποστεί κόστος για την ολοκλήρωση των εργασιών και επίσης θα μειώσει την αγοραστική αξία της οικίας (της).». Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου παρακολουθώντας παράλληλα και τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν. Σημειώνω κατ' αρχή ότι αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ως προς τις νομικές αρχές που περιβάλλουν τη διαδικασία και την ουσία μιας αίτησης για παρακοή αστικού διατάγματος, αρχές οι οποίες συνοψίστηκαν πολύ εύστοχα στην πρόσφατη απόφαση ΝΕΟΦΥΤΟΥ v. ΒΛΑΜΗ ΝΕΟΦΥΤΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 31/2019, 17/12/2020, από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: Το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 το οποίο είναι δικαιοδοτικό άρθρο, προσδιορίζει την τιμωρία προσώπων για την παρακοή διαταγμάτων. Η Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθορίζει τις προϋποθέσεις για τεκμηρίωση αίτησης παρακοής. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου

(2011)1 ΑΑΔ 293: «Όπως επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750, το Αρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60), ως δικαιοδοτικό, προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για τη τιμωρία προσώπων, φυσικών ή νομικών, για την παρακοή διαταγμάτων. Προϋπόθεση ενεργοποίησης της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η τήρηση των διαδικαστικών προϋποθέσεων που τίθενται με τις πρόνοιες της Δ.42 Α
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. (Οικονομίδου v. Ph. Economides Estates Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1145.) Από την ιδία τη φύση της διαδικασίας παρακοής ως οιωνοί ποινικής, (βλ. Ηalin v. Timur
(2005)1(Α) A.A.Δ. 424), αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων, επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας, (Μακρίδης
(1991)1 Α.Α.Δ. 401): α. Ύπαρξη διατάγματος. β. Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης. γ. Προσωπική επίδοση του διατάγματος. δ. Προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής. Σχετική επί του θέματος της ικανοποίησης των προϋποθέσεων για απόδειξη παρακοής είναι η υπόθεση Ονουφρίου v. Βye
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 371.» Η ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων δεν έχει αμφισβητηθεί, όπως δεν έχει αμφισβητηθεί από την εφεσίβλητη η μη επίτευξη επικοινωνίας κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες. Αρνήθηκε, όμως, πως ηθελημένα παραβίασε το διάταγμα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ως προς την αντικειμενική υπόσταση («actus reus») του αδικήματος της καταφρόνησης διατάγματος Δικαστηρίου. Η διαδικασία της παρακοής αποτελεί οιωνοί ποινική διαδικασία και θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι υπήρξε ηθελημένη παρακοή, που αποτελεί την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος («mens rea»). .. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ.1), πιο πάνω, στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικασία παρακοής: «Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No. 2) [1988] 1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). ................ Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Αρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μouzouris v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «...... για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί· πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (Δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2) [1897] Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).» Για το ίδιο θέμα στην υπόθεση Ι.Μ. ν. Ρ.Μ., πιο πάνω, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η απόδειξη της ηθελημένης ανυπακοής, είναι προαπαιτούμενο για στοιχειοθέτηση της καταφρόνησης σε διάταγμα δικαστηρίου (βλ. Mouzouris a.ο. v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 και Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 472). Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής από μόνο του δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου. (Έφεση Αρ. 4/2014, Ιακώβου ν. Γεωργίου, ημερ. 2 Ιουνίου 2017). Στην υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Αρ. 1)
(2011)1(Α) Α.Α.Δ. 256 τονίστηκε το εξής στη σελ. 369: ″Όσον αφορά το «mens rea» που πρέπει να διαπιστώνεται, αρκεί να λεχθεί ότι η ένοχη διάνοια ως προς το ηθελημένο της παρακοής εξάγεται από όλα τα περιστατικά της υπόθεσης . Η αναγκαία πρόθεση δύναται να εξαχθεί από όλα τα στοιχεία και όσο πιο εμφανής η απείθεια στο Διάταγμα, τόσο πιο εύκολα καταλογίζεται ένοχη «διάνοια».″ Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιακώβου (ανωτέρω): "Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση του και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ΄ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, σ.90.1, παρ. 6.18 και 6.19 και Μιχαηλίδης (ανωτέρω)). ....... Δεν είναι όμως αρκετή η αρνητική στάση και οι δηλώσεις του ανηλίκου, το ίδιο Δικαστήριο οφείλει να ενδιατρίψει και να διαπιστώσει τα αίτια μιας τέτοιας στάσης και απόφασης και κατά πόσο η άρνηση του μορφώθηκε εξ ιδίων ή ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού από τον εφεσείοντα, Κωνσταντίνου ν. Ξιούρου, Έφεση Αρ. 2/12, 9.5.2014: «Τα διατάγματα αυτά εκδίδονται κατά κύριο λόγο προς όφελος των ανηλίκων τέκνων εφόσον αναγνωρίζεται η μεγάλη σημασία της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων και με τους δύο γονείς τους, παρά το χωρισμό των γονέων. Σε περίπτωση που ο γονέας, που διατάσσεται να συμμορφωθεί με διάταγμα επικοινωνίας του ανήλικου τέκνου του με τον άλλο γονέα, προβάλλει κάποια δικαιολογία για τη μη συμμόρφωση του, το βάρος το έχει εκείνος που προβάλλει τη δικαιολογία να αποδείξει ότι αυτή είναι εύλογη, υπό τις περιστάσεις, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αυτό, αντίθετα με τον αιτητή που ισχυρίζεται παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει τον ισχυρισμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας .»″ Απαιτείται επομένως η απόδειξη ηθελημένης παράλειψης συμμόρφωσης με το διάταγμα, η οποία δεν οφείλεται σε αδυναμία εκτέλεσης. Εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης, η αδυναμία αυτή απαραιτήτως πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. (Έπαρχος Πάφου ν. Κωνσταντίνου
(2009)2 Α.Α.Δ. 594). To βάρος απόδειξης της αδυναμίας αυτής βαρύνει αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται το διάταγμα και ο οποίος προβάλλει το γεγονός της εν λόγω αδυναμίας. (Yugos Finance BV v. Halebay Holdings Limited
(2009)1 A.A.Δ. 569). Στο σύγγραμμα The Law of Contempt, Borrie and Lowe, στη σελίδα 322 αναφέρεται ότι: "it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants".» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, επισημαίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι έχει εκδοθεί ένα προστακτικό διάταγμα εναντίον της εναγόμενης, το οποίο τη διατάσσει ρητά και ξεκάθαρα όχι μόνο να σταματήσει να επεμβαίνει στο δικαίωμα διόδου του ενάγοντα αλλά και να άρει την παράνομη επέμβασή της, η οποία επέμβαση ρητά αναφέρεται στο διάταγμα να συνίσταται σε τοίχο περίφραξης και κτήριο που έχει ανεγερθεί εντός της συγκεκριμένης διόδου. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι το διάταγμα της 03/07/17 επιδόθηκε στην εναγόμενη και ότι φέρει και τη νενομισμένη οπισθογράφηση του Πρωτοκολλητή αναφορικά με τις συνέπειες που η μη συμμόρφωση με αυτό συνεπάγεται. Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό και το ότι μέχρι σήμερα δεν έχει αφαιρεθεί ούτε ο τοίχος περίφραξης αλλά ούτε και το κτήριο που αναφέρεται στο διάταγμα της 03/07/17 ότι συνιστά την παράνομη επέμβαση της εναγόμενης και την οποία επέμβαση η τελευταία έπρεπε να άρει μέχρι 31/05/
  1. Λαμβανομένων συνεπώς υπόψη των πιο πάνω κοινώς αποδεκτών γεγονότων τα οποία βρίσκω ότι συνιστούν μέρος των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση, εξάγεται το συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση της εναγόμενης με το διάταγμα της 03/07/
  2. Το ερώτημα όμως που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο η μη συμμόρφωση αυτή της εναγόμενης οφείλεται σε ηθελημένες πράξεις ή παραλείψεις της τελευταίας, στοιχείο το οποίο ως έχει νομολογηθεί, δεν αρκεί μόνο το αποτέλεσμα της ανυπακοής για να το αποδείξει αλλά θα πρέπει να εξαχθεί απ' όλα τα περιστατικά της υπόθεσης. Επί αυτού του θέματος επομένως σημειώνω τα εξής. Κατά τη μαρτυρία της, γραπτή και προφορική, η εναγόμενη δεν αρνήθηκε ότι αντιλήφθηκε πλήρως τι ήταν αυτό που τη διέτασσε να πράξει το διάταγμα, να άρει δηλαδή την παράνομη επέμβαση της η οποία συνίστατο σε ανεγερθέντα τοίχο περίφραξης και μέρος της κατοικίας της. Μάλιστα δε, θέση της εναγόμενης ήταν ότι επειδή ακριβώς γνώριζε ότι αυτό ήταν που τη διέτασσε να πράξει το διάταγμα της 03/07/17, να κατεδαφίσει δηλαδή τον τοίχο και μέρος της κατοικίας της, προσπάθησε πάση θυσία να το αποφύγει αυτό. Από τη θέση όμως αυτή της ίδιας της εναγόμενης φαίνεται ξεκάθαρα ότι όλες οι προσπάθειες της να εξεύρει κάποιον τρόπο να ικανοποιήσει τον ενάγοντα, όσο γνήσιες και αν ήταν, οι εν λόγω προσπάθειές δεν αποσκοπούσαν στη συμμόρφωση αλλά στην αποφυγή συμμόρφωσης με το διάταγμα της 03/07/
  3. Με άλλα λόγια, όλες οι προσπάθειες της εναγόμενης είχαν ως αποκλειστικό στόχο το να αποφευχθεί να γίνει αυτό που το διάταγμα διέτασσε ρητά να γίνει, ήτοι να αφαιρεθεί ο τοίχος και το μέρος της κατοικίας της που επενέβαινε στη δίοδο του ενάγοντα και αυτό δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί πλήρως το απαιτούμενο στοιχείο του «ηθελημένου» για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Υπενθυμίζω εδώ ότι το διάταγμα της 03/07/17 με το συγκεκριμένο λεκτικό που εκεί χρησιμοποιήθηκε, είχε εκδοθεί με τη σύμφωνη γνώμη και στην παρουσία της εναγόμενης και συνεπώς ήταν από τότε αντιληπτό στην εναγόμενη το τι ακριβώς είναι που αυτή συμφώνησε να διαταχθεί να πράξει. Δεν μπορεί επομένως να προβάλλει σήμερα η εναγόμενη την οποιαδήποτε δυσχέρεια της στη συμμόρφωση με το διάταγμα εφόσον αυτό θα έπρεπε να την είχε προβληματίσει όταν δήλωνε τη συμφωνία της στην έκδοση του. Σίγουρα, το ότι ενδεχομένως η εναγόμενη να προσπάθησε να εξεύρει άλλους τρόπους για να ικανοποιηθεί το δικαίωμα του ενάγοντα σε πρόσβαση στο ακίνητο του είναι στοιχείο που δύναται να ληφθεί υπόψιν προς όφελός της, δεν μπορεί όμως το στοιχείο αυτό να εκθεμελιώσει το γεγονός ότι στο τέλος της ημέρας, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καταδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό ότι αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, ηθελημένα και συνειδητά επέλεξε να μην ενεργήσει ως το διάταγμα ρητά τη διέτασσε να ενεργήσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η εναγόμενη ηθελημένα παράκουσε το διάταγμα της 03/07/17 και συνεπώς την κρίνω ένοχη για παρακοή αστικού διατάγματος ως της αποδίδεται με την υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξής μου, θα προχωρήσω να ακούσω τους ευπαίδευτους συνήγορους των διαδίκων ως προς το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστεί τώρα η εναγόμενη, η οποία έχει πλέον κριθεί ένοχη για παρακοή αστικού διατάγματος. (Υπ.).......... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.