← Κύπρος

ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αίτησης: 5/2017, 23/7/2021

ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αίτησης: 5/2017, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 5/2017 Μεταξύ: XXXXX ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ Αιτητής και XXXXX ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Καθ' ης η αίτηση --------------------------------------------------------- (Αίτηση από καθ' ης η αίτηση ημερ. 14/05/21 για παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής ημερ. 20/01/17) Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κ. Π. Α. Μιχαήλ Για καθ' ου η αίτηση: κ. Σ. Παπαθεοδώρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αίτηση παραμερισμού είναι κάπως ιδιόμορφο. Μέρος του ιστορικού αυτού έχει ήδη συνοψιστεί στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το παρόν Δικαστήριο στις 10/05/2021, από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Στις 05/01/17 ο αιτητής, ο οποίος είναι δικηγόρος, καταχώρησε μονομερή γενική αίτηση με την οποία ζητούσε άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση «.της απόφασης του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ECLI:CY:AD:2015:A301, Πολιτική Έφεση Αρ.263/2010 ημερομηνίας 11.11.2015.(η οποία).αφορά τα ψηφισθέντα και πιστοποιημένα έξοδα τα οποία είναι πληρωτέα από την Καθ' ης η Αίτηση προς τον Αιτητή.». Σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, αυτός είχε διοριστεί από την καθ' ης η αίτηση για να την εκπροσωπήσει στην αγωγή 4208/2005, η οποία αφού αποπερατώθηκε πρωτόδικα οδηγήθηκε σε έφεση, ήτοι την Π.Ε. 263/10, όπου και πάλι ο αιτητής εκπροσώπησε την καθ' ης η αίτηση. Όταν ολοκληρώθηκε και η έφεση, επειδή δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ αιτητή και καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την αμοιβή του πρώτου σε σχέση με τις υπηρεσίες του στην έφεση, το θέμα τέθηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο οποίος, σύμφωνα πάντα με τον αιτητή, κατόπιν της διαδικασίας της ψήφισης εξέδωσε στις 11/11/15 σχετικό πιστοποιητικό με το οποίο πιστοποιούνταν προς όφελος του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση €1785 έξοδα πλέον ΦΠΑ 19% πλέον €267,25, ήτοι σύνολο €2391.

  1. Το εν λόγω πιστοποιητικό, την εγγραφή και εκτέλεση του οποίου ο αιτητής επεδίωξε με την μονομερή γενική αίτηση του, επισυνάφθηκε στην εν λόγω αίτηση ως Τεκ.Β και εφόσον η αίτηση ήταν μονομερής, αυτή εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 20/01/17 με την έκδοση σχετικού διατάγματος χωρίς να επιδοθεί ή άλλως πως γνωστοποιηθεί στην καθ' ης η αίτηση. Τρία περίπου χρόνια αργότερα, ήτοι στις 09/01/20, ο αιτητής καταχώρησε την παρούσα αίτηση ως πιστωτής δυνάμει δικαστικής απόφασης πλέον, και ισχυριζόμενος ότι η καθ' ης η αίτηση δεν έχει ικανοποιήσει καθόλου το χρέος της προς αυτόν, ζητά όπως εξεταστεί η οικονομική κατάσταση της τελευταίας με σκοπό την έκδοση διατάγματος πληρωμής του χρέους της με μηνιαίες δόσεις. Η αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί των προνοιών των 82, 87, 90 και 91Κεφ.6 και αν και περιλαμβάνει και αιτητικό για ενδεχόμενη έκδοση και άλλων διαταγμάτων, εντούτοις στην ουσία περιορίζεται μόνο στην έκδοση διατάγματος πληρωμής ολόκληρου του εξ' αποφάσεως χρέους με τέτοιες δόσεις που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογες και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων της καθ' ης η αίτηση. Το προαναφερόμενο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 11/11/15 που ο αιτητής επεσύναψε στην γενική αίτηση, επισυνάπτεται και στην παρούσα ως Τεκ.
  2. Αυτή τη φορά η αίτηση, ένεκα της φύσης της, επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση και αν και δεν φαίνεται από το φάκελο να εκδόθηκε και η ανάλογη κλήση μάρτυρα, η τελευταία εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στη διαδικασία και έθεσε τις θέσεις της γραπτώς, καταχωρώντας στις 12/06/20 έγγραφο που έφερε τίτλο «Ένορκη Δήλωση». Από το φάκελο φαίνεται ότι η Επαρχιακός Δικαστής που επιλήφθηκε τότε της υπόθεσης θεώρησε ότι τα όσα πρόβαλλε η καθ' ης η αίτηση έπρεπε να είχαν τεθεί σε ένσταση με τον ενδεδειγμένο τρόπο, οπόταν και αφού έδωσε σχετικές οδηγίες προς στο σκοπό αυτό, η τελευταία, διορίζοντας πλέον δικηγόρο, καταχώρησε στις 30/10/20 ένσταση η οποία περιλάμβανε μεταξύ άλλων και τα όσα αναφέρονταν στην «Ένορκη Δήλωση» της. Για ό,τι αφορά την παρούσα απόφαση, η θέση που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση, τόσο στην «Ένορκη Δήλωση» όσο και στην ένσταση της είναι ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον το πραγματικό εξ αποφάσεως χρέος που ισχυρίζεται ο αιτητής ότι του οφείλεται δεν είναι αυτό που αναφέρετο στο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου που διατάχθηκε στις 20/01/17 να εγγραφεί και να εκτελεστεί, διότι κατά την καθ' ης η αίτηση το πραγματικό πιστοποιητικό είναι άλλο. Σύμφωνα με την καθ' ης η αίτηση, το πραγματικό πιστοποιητικό που εξέδωσε στην παρουσία της ο Πρωτοκολλητής στις 11/11/15 κατόπιν της διαδικασίας της ψήφισης, πιστό αντίγραφο το οποίου η καθ' ης η αίτηση επισυνάπτει ως Τεκμήριο, αναφέρει ότι το ποσό των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον της ως δικηγορική αμοιβή είναι μεν το συνολικό ποσό των €2391.40 όμως το εν λόγω ποσό είχε επιδικαστεί και πιστοποιηθεί όχι ως αμοιβή αποκλειστικά του αιτητή αλλά και των δύο δικηγόρων που την εκπροσωπούσαν τότε από κοινού, ήτοι του αιτητή και του αποβιώσαντα σήμερα Γ. Μυλωνά. Είναι δε η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι αρχικά ο Πρωτοκολλητής εξέδωσε το πιστοποιητικό που παρουσίασε και ενέγραψε ο αιτητής, καταγράφοντας όμως εσφαλμένα επί αυτού μόνο το όνομα του αιτητή ως δικαιούχου των επιδικασθέντων εξόδων, και στη συνέχεια, όταν του υπεδείχθη το λάθος του και ότι οι δικηγόροι ήταν δύο, το διόρθωσε εκδίδοντας νέο πιστοποιητικό της ίδιας ημερομηνίας. Επειδή λοιπόν σύμφωνα με το ορθό πιστοποιητικό η αμοιβή του αιτητή συνίστατο ουσιαστικά στο 1/2 του πιστοποιηθέντος ποσού, ήτοι €1195.70 και επειδή η ίδια είχε ήδη καταβάλει προς τον αιτητή προσωπικά €1.000 το 2010 με επιταγή και ακολούθως, στις 04/03/16, γνωστοποιώντας στον αιτητή το ορθό και πραγματικό πιστοποιητικό, του κατέβαλε προσωπικά ακόμη €195,70, και πάλι με επιταγή, αυτή είχε ουσιαστικά εξοφλήσει ό,τι ποσό όφειλε στον αιτητή ως πιστοποιηθείσα αμοιβή. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση, την εξόφληση τόσο του αιτητή όσο και του μ. Μυλωνά για τις υπηρεσίες που της προσέφεραν την επιβεβαίωσε γραπτώς ο τελευταίος προτού αποβιώσει, εκδίδοντας και παραδίδοντας της «Υπεύθυνη Δήλωση» στην οποία αναφέρετο στον από κοινού διορισμό του με τον αιτητή καθώς και στις πληρωμές που έγιναν σε αμφότερους προς πλήρη και τελεία εξόφληση της αμοιβής τους. Το περιεχόμενο της υπογεγραμμένης από τον μ. Μυλωνά «Υπεύθυνης Δήλωσης» ημερ. 20/01/17 δε, ο τελευταίος φαίνεται να το επανέλαβε και ενόρκως στα πλαίσια της αγωγής 53/17 που είχε καταχωρήσει ο αιτητής εναντίον της καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την αμοιβή του για τις υπηρεσίες που της προσέφερε πρωτόδικα στην αγωγή 4208/05, αγωγή η οποία να σημειωθεί, σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, φαίνεται ότι εν τέλει απορρίφθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν ακρόασης διότι ο αιτητής δεν είχε μεριμνήσει να ζητήσει πρώτα όπως και εκείνη η αμοιβή του ψηφιστεί από τον Πρωτοκολλητή. Σημειώνω εδώ ότι στις γραπτές παραστάσεις της, η καθ' ης αίτηση επεσύναψε ως Τεκμήρια και την «Υπεύθυνη Δήλωση» μ.Μυλωνά, και την μαρτυρία που έδωσε ο τελευταίος στην αγωγή αλλά και αντίγραφα των επιστολών και των επιταγών που έστειλε στον αιτητή. Υποστηρίζοντας λοιπόν η καθ' ης η αίτηση ότι η πιστοποιηθείσα αμοιβή του αιτητή έχει εξοφληθεί και ότι ο αιτητής «εν γνώση του λανθασμένα» προώθησε και προωθεί το εσφαλμένο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή ώστε να πληρωθεί ποσά που δεν δικαιούται, ζητά από το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα αίτηση τόσο ως αφορώσα χρέος που έχει εξοφληθεί όσο και ως καταχρηστική και κακόβουλη. Σημειώνω εδώ ότι η καθ' ης η αίτηση αναφέρει στην ένσταση της και ισχυρισμούς που αφορούν την οικονομική της δυνατότητα, οι οποίοι όμως ισχυρισμοί, για τους λόγους που θα εξηγήσω, δεν αποτελούν προς το παρόν αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα. Κατά την πρώτη λοιπόν ουσιαστική εμφάνιση αμφότερων των πλευρών ενώπιον μου, έθεσα στους συνηγόρους τον προβληματισμό του Δικαστηρίου ως προς το αν και πώς είναι που θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας τα όσα η καθ' ης η αίτηση ισχυριζόταν αναφορικά με το εσφαλμένο του πιστοποιητικού που εγγράφηκε με Δικαστικό διάταγμα στις 20/01/17 και τα περί εξόφλησης του πραγματικού χρέους προτού αυτό αποτελέσει αντικείμενο του εν λόγω Δικαστικού διατάγματος. Ο λόγος που έθεσα στους συνηγόρους τον εν λόγω προβληματισμό ήταν διότι η διαδικασία αποσκοπεί στην εξέταση της οικονομικής δυνατότητας της καθ' ης η αίτηση να αποπληρώσει το Δικαστικά πλέον αναγνωρισμένο χρέος της, νοουμένου βέβαια ότι δεν διαπιστώνεται να προκαλείται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και διότι η πλευρά της καθ' ης η αίτηση εξέφρασε πρόθεση να κλητεύσει τον Πρωτοκολλητή που εξέδωσε το πιστοποιητικό για να καταθέσει περί του θέματος, τη στιγμή όμως που η διαδικασία οικονομικής εξέτασης ενός εξ αποφάσεως χρεώστη είναι εξεταστικού χαρακτήρα και όχι αντιπαραθετικού ώστε να παρέχεται περιθώριο αξιολόγησης ενός μάρτυρα με τον τρόπο που γίνεται κατά τη διαδικασία ακρόασης μιας αγωγής. Θέση του κ. Μιχαήλ ήταν ότι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση μπορούσαν να εξεταστούν, αν μη τι άλλο διότι άπτονταν και του ισχυρισμού περί κατάχρησης της διαδικασίας ενώ θέση του αιτητή, οι οποίος δεν αναγνωρίζει ούτε και αποδέχεται την ύπαρξη ή την ορθότητα ενός δεύτερου πιστοποιητικού, ως αυτό που παρουσίασε ως τεκμήριο η καθ' ης η αίτηση ήταν ότι το παρόν Δικαστήριο είναι δεσμευμένο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας από το διάταγμα της 20/01/17 με το οποίο δόθηκε άδεια για εγγραφή και εκτέλεση του πιστοποιητικού που αυτός παρουσίασε. Στη βάση των πιο πάνω τοποθετήσεων των δύο πλευρών έκρινα ορθό αλλά και αναγκαίο όπως ζητήσω από τους συνηγόρους να αγορεύσουν επί του συγκεκριμένου θέματος προτού το Δικαστήριο προχωρήσει με την οικονομική εξέταση της καθ' ης η αίτηση. Αυτό όχι μόνο γιατί η απόφαση επί του συγκεκριμένου θέματος θα καθορίσει την αναγκαιότητα ή μη της κλήτευσης του Πρωτοκολλητή για να δώσει μαρτυρία, με ό,τι διαδικαστικά θέματα μια τέτοια μαρτυρία συνεπάγεται, αλλά και διότι αν ήθελε φανεί ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση δεν μπορούν κατ' ουδένα λόγο να απασχολήσουν την παρούσα διαδικασία, τότε το μόνο θέμα που θα παραμείνει να εξεταστεί θα είναι η οικονομική εξέτασης της τελευταίας. Ευνόητο είναι βέβαια ότι αν ήθελε φανεί ότι οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί ης καθ' ης η αίτηση μπορούν και θα πρέπει με κάποιο τρόπο να επηρεάσουν την παρούσα διαδικασία, τότε ανάλογη θα είναι και η απόφαση του Δικαστηρίου επί αυτού του «προδικαστικού» θέματος.» Επαναλαμβάνω εδώ για σκοπούς συνοχής, ότι το πιστοποιητικό που παρουσίασε και ενέγραψε στις 20/01/17 ο εδώ καθ' ου η αίτηση (εφ' εξής Παπαθεοδώρου) αναφέρει ότι ψηφίστηκαν προς όφελος του αποκλειστικά, έξοδα συνολικού ύψους €2391,40, ενώ το πιστοποιητικό που παρουσίασε η εδώ αιτήτρια (εφ' εξής η Παπαχριστοδούλου), το οποίο παρουσιάζεται να είναι σφραγισμένο από τον ίδιο Πρωτοκολλητή, να είναι της ίδιας ημερομηνίας και να αφορά στο ίδιο θέμα, ήτοι ψήφιση εξόδων μεταξύ δικηγόρου πελάτη, αναφέρει ότι το ίδιο ποσό εξόδων επιδικάσθηκε υπέρ δύο ομόδικων δικηγόρων, ήτοι του Παπαθεοδώρου και του μ. κ. Γ.Μυλωνά. Σχετικά με το πιστοποιητικό που παρουσίασε και ενέγραψε ο Παπαθεοδώρου, η θέση που είχε προβάλει η Παπαχριστοδούλου ήταν ότι ο Πρωτοκολλητής του Ανωτάτου εξέδωσε μεν κάποιο πιστοποιητικό στις 11/11/15 όμως είχε γίνει λάθος κατά τη σύνταξη του εφόσον δεν συμπεριλήφθηκε ως δικαιούχος των ψηφισθέντων εξόδων και ο Μυλωνάς και για το λόγο αυτό, λίγες μέρες αργότερα, ο ίδιος Πρωτοκολλητής διόρθωσε το λάθος του εκδίδοντας νέο πιστοποιητικό, ήτοι το πιστοποιητικό που αυτή παρουσίασε. Κατά την Παπαχριστοδούλου, ο Παπαθεοδώρου, ο οποίος γνώριζε ότι το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή είχε διορθωθεί και ότι συνεπεία της ομοδικίας του με το Μυλωνά, αυτός δεσμευόταν από τις αποδείξεις πληρωμής και εξόφλησης που εξέδωσε ο τελευταίος, εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι του είχε αρχικά δοθεί το εσφαλμένο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητη και για να διεκδικήσει να πληρωθεί ποσά που δεν δικαιούται να λάβει, καταχώρησε την πιο πάνω Γενική Αίτηση παρουσιάζοντας το εσφαλμένο πιστοποιητικό για εγγραφή, αποκρύβοντας ενσυνείδητα και σκόπιμα την ύπαρξη του διορθωμένου και πραγματικού πιστοποιητικού της 11/11/
  3. Η πλευρά του Παπαθεοδώρου απέρριψε βέβαια την εγκυρότητα και νομιμότητα του φερόμενου ως ορθού πιστοποιητικού της Παπαχριστοδούλου και υποστήριξε την εγκυρότητα και ορθότητα του πιστοποιητικού που παρουσιάστηκε και εγγράφηκε στις 20/01/
  4. Κρίθηκε λοιπόν στις 10/05/21 ότι αν και συνεπεία της ύπαρξης αυτού του άλλου πιστοποιητικού της Παπαχριστοδούλου, δημιουργούνταν σοβαρά ερωτηματικά ως προς το κατά πόσο είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία εγγραφής το ορθό και νομικά έγκυρο και δεσμευτικό πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή, τα σοβαρά αυτά ερωτηματικά θα μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν μόνο στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού του διατάγματος της 20/01/
  5. Την ίδια στιγμή όμως, κρίθηκε και ότι το καθήκον του Δικαστηρίου να ενεργεί πάντοτε ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης, επέβαλλε να μην αγνοηθούν παντελώς τα όσα παρουσιάστηκαν ενώπιον του και ότι θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να διασφαλιστεί ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε κατάφορη αδικία ή εκτροχιασμός της δικαιοσύνης (miscarriage of justice) αν η διαδικασία εκτέλεσης προχωρήσει ενώ παρουσιάζονται να υπάρχουν δύο διαφορετικά πιστοποιητικά για το ίδιο θέμα. Διατάχθηκε συνεπώς όπως ανασταλεί η αίτηση οικονομικής εξέτασης της Παπαχριστοδούλου μέχρι τις 30/06/21 ώστε η τελευταία να καταχωρήσει, αν οι ισχυρισμοί της ήταν όντως γνήσιοι και καλόπιστοι, αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος της 20/01/17, οπόταν και να μπορεί να εξεταστεί και να ξεκαθαρίσει στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης το θέμα που είχε προκύψει . Τελικά η Παπαχριστοδούλου καταχώρησε στις 14/05/21 την παρούσα αίτηση με την οποία αυτή ζητά όπως παραμεριστεί το διάταγμα εγγραφής που εκδόθηκε μονομερώς στις 20/01/2017 εφόσον το πιστοποιητικό που ενέγραψε ο Παπαθεοδώρου δεν είναι το ορθό και νομικά δεσμευτικό πιστοποιητικό της 11/11/
  6. Προς επίρρωση της εν λόγω θέσης της δε, η Παπαχριστοδούλου επανέλαβε με την αίτηση της τα όσα είχε ήδη ισχυριστεί προηγουμένως και επεσύναψε ως τεκμήρια, αντίγραφο του ορθού κατ' εκείνη πιστοποιητικού της 11/11/2015 καθώς επίσης και αντίγραφο του καταλόγου εξόδων που υποβλήθηκε στον Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου για σκοπούς της διαδικασίας της ψήφισης, επί του οποίου καταγράφονται τα εκάστοτε πρακτικά που τήρησε ο εν λόγω Πρωτοκολλητής κατά τις εμφανίσεις των μερών ενώπιον του. Στην αντίπερα όχθη ο Παπαθεοδώρου καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας οχτώ συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Στην Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση ο Παπαθεοδώρου κάμνει αναφορά στα όσα περιέβαλλαν τη σχέση δικηγόρου - πελάτη που υπήρχε μεταξύ του και της Παπαχριστοδούλου μέχρι και τη μέρα που εκδόθηκε το πιστοποιητικό της 11/11/2015, καθώς επίσης και στις ενέργειες που αυτός έκανε από τότε και μέχρι τις 20/01/17 που ενεγράφη το πιστοποιητικό ώστε να πληρωθεί το ποσό που εκεί αναφέρεται ότι ψηφίστηκε αποκλειστικά προς όφελος του. Θέση του Παπαθεοδώρου είναι ότι η Παπαχριστοδούλου ήταν πάντοτε ενήμερη για το πιστοποιητικό που ενεγράφη και ουδέποτε το αμφισβήτησε ή εξόφλησε το ποσό που εκεί αναφέρεται ότι οφείλεται στον ίδιο. Μεταξύ δε των όσων προβάλλει ο Παπαθεοδώρου για να υποστηρίξει την επί του προκειμένου θέση του είναι και τα όσα έλαβαν χώρα στα πλαίσια της αγωγής υπ. αρ. 53/17, όπου κατά τον Παπαθεοδώρου, ο ισχυρισμός της Παπαχριστοδούλου περί εξόφλησης της δικηγορικής του αμοιβής, εξετάστηκε και απορρίφθηκε από άλλο Επαρχιακό Δικαστή. Όσον αφορά τώρα το πιστοποιητικό που παρουσίασε η Παπαχριστοδούλου ως το κατ' εκείνη ορθό πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή, ο Παπαθεοδώρου περιορίζεται στην ένορκη δήλωσή του να αναφέρει ότι το πιστοποιητικό που αυτός έθεσε μονομερώς ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και για το οποίο εκδόθηκε το διάταγμα εγγραφής της 20/01/2017, αυτό «.είναι σε πλήρη ισχύ, δεν άλλαξε ή ακυρώθηκε νόμιμα και κανονικά με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Η πιθανή ύπαρξη και άλλου πιστοποιητικού που είναι ως το ισχυριζόμενο Τεκμήριο 3 επί της ένορκης δήλωσης της Καθ΄ ης η Αίτηση, ημερομηνίας 14/05/2021, επί της αίτησής της, με κανέναν τρόπο ούτε αναφέρει ότι ακυρώνει το δικό μου πιστοποιητικό ούτε επηρεάζει το έγγραφο που είναι Τεκμήριο 3 στη δική μου ένορκη δήλωση... Η οποιαδήποτε αλλαγή που αφορά το πιστοποιητικό εξόδων εγκριθέντων από τον Πρωτοκολλητή μπορεί να γίνει μόνο με προνομιακό ένταλμα από το Ανώτατο Δικαστήριο.». Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω εδώ παρεμφερώς ότι η αίτηση εδράζεται επί των προνοιών της Δ.48 που αφορούν στο παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε μονομερώς, στις αρχές του κοινοδικαίου, καθώς επίσης και στις σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Σημειώνω τα εξής. Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασής μου, η παρούσα περίπτωση είναι κάπως ιδιόμορφη και αυτό διότι το Δικαστήριο καλείται ουσιαστικά να εξετάσει κατά πόσο στις 20/01/17, όταν το Δικαστήριο επιλήφθηκε τότε της μονομερούς Γενικής Αίτησης του Παπαθεοδώρου, τελούσε υπό πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης με αποτέλεσμα να διατάξει όπως εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης ένα λανθασμένο και ανίσχυρο πιστοποιητικό εξόδων, παραβιάζοντας έτσι την ορθή απονομή της δικαιοσύνης (miscarriage of justice). Ο λόγος δε που το Δικαστήριο τελούσε τότε υπό πλάνη, ισχυρίζεται η αιτήτρια, οφείλεται στις πράξεις και παραλείψεις του αιτητή της εγγραφής, ήτοι του Παπαθεοδώρου, ο οποίος είχε τότε αυξημένο καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη της πραγματικότητας εφόσον επεδίωξε την εγγραφή μονομερώς και στην απουσία της άλλης πλευράς. Εφόσον λοιπόν με την παρούσα αίτηση εγείρεται θέμα παραμερισμού του διατάγματος εγγραφής της 20/01/2017 ώστε να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη, ex debito justitiae δηλαδή, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω εδώ μια σύνοψη των νομολογιακών αρχών που αφορούν στο συγκεκριμένο αυτό θέμα: Αν και υπάρχουν σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που πραγματέυονται την εξουσία παραμερισμού απόφασης ex debito justitiae, εντούτοις θα παραπέμψω μόνο σε κάποιες από τις πιο πρόσφατες αποφάσεις, ήτοι στις CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED v. ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 245/18, 17/7/2020, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ ν. ΕΜΚΙΝ CONSULTING LTD κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2019:B131, Αίτηση Αρ. 80/2018, 4/4/2019 Ηλία Μανώλη ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, ECLI:CY:AD:2017:A37, ECLI:CY:AD:2017:A37, Πολ. Έφ. Αρ. 413/2011, ημερ. 3.2.2017, HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021, MASLENIKOVA v. Μ. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ ΩΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ/ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ REALBACK MANAGEMENT LIMITED (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ), Πολιτική Έφεση Αρ. Ε197/2019, 15/1/2021, στις οποίες παρατίθενται και εξηγούνται με περισσή επάρκεια οι αρχές που έχουν διαχρονικά εδραιωθεί από τη νομολογία αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Οι αρχές λοιπόν που συνάγονται από τις προαναφερθείσες αποφάσεις είναι ότι το κατά πόσο οι αιτητές είχαν γνώση της ημερομηνίας που ορίστηκε η υπόθεση τους είναι η αφετηρία αλλά και η ουσία του πράγματος (βλ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ) και διαδικασία που έπρεπε να επιδοθεί και δεν επιδόθηκε και ούτε περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους (βλ. Μανώλη και Maslenikova). Η ερήμην δε έκδοση απόφασης υπό αυτές τις συνθήκες συνιστά απόφαση που εδράζεται επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου και κατ' επέκταση είναι εξ υπαρχής άκυρη και μη δυνάμενη να διασωθεί, οπόταν και ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό της (βλ. Hossan, Μανώλη και Maslenikova). Για τον παραμερισμό αυτό δεν απαιτείται να ληφθεί προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα αλλά ούτε και χρειάζεται να υποβληθεί αίτηση ή να γίνει επίκληση συγκεκριμένων δικονομικών προνοιών. Μάλιστα δε, μπορεί να μην υπάρχουν καν δικονομικές πρόνοιες που να καλύπτουν την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED και την αναφορά που εκεί γίνεται στις Δημοκρατία ν. Πουλλή

(2001)3 ΑΑΔ και Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 109. Αφ' ης στιγμής όμως τίθεται θέμα παραβίασης του θεμελιακού δικαιώματος της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, το Δικαστήριο, ως «δικαστήριο της δικαιοσύνης» (court of law), έχει κάθε δυνατότητα, συμφυή εξουσία αλλά και καθήκον, να επιληφθεί του θέματος, ακόμη και αυτοβούλως, όχι για να αναθεωρήσει προηγούμενη απόφαση του, αλλά για να αναγνωρίσει και να διακηρύξει ότι η προηγούμενη απόφαση του είναι άκυρη ώστε να την παραμερίσει και να εκπληρώσει έτσι το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED), χωρίς να έχει σημασία η όποια καθυστέρηση έχει επιδείξει ο αιτητής ή να χρειάζεται να εξεταστεί το κατά πόσο ο τελευταίος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως μια καλή και συζητήσιμη υπόθεση επί της ουσίας της αγωγής (βλ. Hossan και Μανώλη, καθώς και την αναφορά γίνεται στην τελευταία στην υπόθεση Hewitson v. Fabre 21 Q.B.D. 6). Η φράση δε ex debito justitiae δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με περιπτώσεις ακυρότητας, αλλά καλύπτει κάθε περίπτωση όπου ένας διάδικος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό (βλ. Μανώλη) Μάλιστα δε, η εν λόγω εξουσία δύναται να ασκηθεί σε σχέση με κάθε δικαστική πράξη που πάσχει από θεμελιακό ελάττωμα ώστε να πρέπει να παραμεριστεί (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED καθώς επίσης και ΤΟΥΛΛΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΥΡ. ΜΑΡΚΙΔΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2011, 27/3/2018). Στα πιο πάνω θα προσθέσω εδώ για σκοπούς πληρότητας και τις γενικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης στην παρουσία μόνο της μιας πλευράς, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται στον αιτητή του παραμερισμού να ικανοποιήσει το δικαστήριο, εκ πρώτης όψεως βέβαια, ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, παράγοντες οι οποίοι είναι σωρευτικοί και εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει από τη μια οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί (βλ. JURGEN κ.α. v. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014, 1/6/2020 και ΚΟΤΣΩΝΗΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2019:A452, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2013, 31/10/2019). Ο όρος καλή υπεράσπιση δε, έχει νομολογηθεί να σημαίνει υπεράσπιση που «ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας.είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη» και η οποία δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να είναι απλά επιφανειακή (βλ. ΚΑΛΛΙΣΙΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε207/2014, 11/9/2020 και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Ο αιτητής θα πρέπει επίσης να μην έχει επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση αναγόμενη σε περιφρόνηση του δικαστηρίου στην υποβολή της αίτησης του για παραμερισμό, εφόσον όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2014, 12/4/2019, Mερκή Zήνωνας ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου
(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές λοιπόν, επισημαίνω τα εξής σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Το επίμαχο διάταγμα εγγραφής της 20/01/17 είχε εκδοθεί κατά τελεσίδικο τρόπο στα πλαίσια μονομερούς Γενικής Αίτησης που καταχώρησε τότε ο Παπαθεοδώρου, διαδικασία η οποία φαίνεται να επιτρέπεται από τις πρόνοιες της Δ.48 και Δ.47 επί των οποίων εδράζετο η αίτηση εκείνη[1]. Βεβαίως, εφόσον η εγγραφή επιδιώχθηκε να γίνει στην απουσία της άλλης πλευράς, ο αιτητής της εγγραφής, ο Παπαθεοδώρου δηλαδή, είχε ιδιαίτερα αυξημένη υποχρέωση να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία του ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως να μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου (βλ. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. ν. Adeona Holdings Limited κ.α. Π.Ε. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015). Σύμφωνα δε με την τελευταία αυτή απόφαση, η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ του αιτητή του διατάγματος, και η μη αποκάλυψη, είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες όπως την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Μάλιστα δε, στην υπόθεση ALDI MARINE LTD κ.α. ν. RUAL TRADE LTD κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A19, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 182/2012 και 184/2012, 18/1/2016, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε κατ' έφεση την πρωτόδικη διαταγή απολυτοποίησης προσωρινού διατάγματος, μεταξύ άλλων και για το λόγο ότι ο συνήγορος του διαδίκου που είχε εξασφαλίσει μονομερώς κάποιο περιορισμένο διάταγμα το οποίο όμως «διευρύνθηκε» λόγω λάθους κατά τη σύνταξη, είχε παραβεί το καθήκον του ως λειτουργός του Δικαστηρίου εφόσον «.γνωρίζοντας ότι δεν είχε ζητήσει και το δικαστήριο δεν είχε εκδόσει ένα τέτοιο διάταγμα.συνέχισε να παρουσιάζει τα γεγονότα, ακόμα και σε Ένορκη Δήλωση (7.10.2011), ότι το Διάταγμα Α είχε εκδοθεί.». Κρίνω σκόπιμο εδώ να αναφέρω ότι η ενσυνείδητη προώθηση για σκοπούς εκτέλεσης ενός διατάγματος το οποίο συντάχθηκε κατά τέτοιο εσφαλμένο τρόπο που δεν ανταποκρινόταν στο πραγματικό διάταγμα που εξέδωσε το Δικαστήριο, είχε απασχολήσει και τον έντιμο ΠΕΔ Α. Παναγιώτου (ως είναι σήμερα), στην υπόθεση Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου ν. Northfield Group Ltd, Αρ. Αγωγής: 1155/16, 20/9/
  1. Το θέμα εκεί ηγέρθηκε όταν ο διάδικος που επηρεαζόταν από το συντακτικό λάθος καταχώρησε αίτηση για διόρθωση της συνταγμένης απόφασης όμως η αίτηση αυτή προσέκρουσε στην ένσταση του αντίδικου συνηγόρου, ο οποίος επέμενε να προωθεί το εσφαλμένο διάταγμα ενώ, όπως καταγράφεται στην απόφαση, γνώριζε πολύ καλά ότι το συνταχθέν διάταγμα που επεδίωξε να εκτελέσει δεν ήταν αυτό που εξέδωσε το Δικαστήριο. Χαρακτηριστική δε είναι η αναφορά που έκαμε ο έντιμος Πρόεδρος στην απόφαση του ως προς το ότι, «.δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω την απαράδεκτη κατά την άποψη μου συμπεριφορά του συνηγόρου του ενάγοντα, ο οποίος σαφώς γνώριζε την πρόθεση του Δικαστηρίου να μην εκδώσει διατάγματα εναντίον της τράπεζας. Εντούτοις, εκμεταλλευόμενος το τυπογραφικό λάθος στην σύνταξη της απόφασης, ζήτησε με επιστολή του στην τράπεζα, την συμμόρφωση της με την απόφαση του Δικαστηρίου .». Επανερχόμενος τώρα στην παρούσα υπόθεση, υπενθυμίζω ότι η Παπαχριστοδούλου έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα σφραγισμένο πιστοποιητικό το οποίο φέρεται, να εκδόθηκε την ίδια ημερομηνία με το πιστοποιητικό που ζήτησε και πέτυχε μονομερώς στις 20/01/2017 ο Παπαθεοδώρου να εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης, να προέρχεται από τον ίδιο Πρωτοκολλητή, και να αφορά στο ίδιο θέμα, ήτοι στο αποτέλεσμα της διαδικασίας ψήφισης εξόδων μεταξύ δικηγόρου πελάτη. Θέση του Παπαθεοδώρου τώρα είναι ότι εφόσον το πιστοποιητικό που αυτός παρουσίασε δεν φαίνεται να ακυρώθηκε ή να τροποποιήθηκε ποτέ, ό,τι πιστοποιητικό και αν έχει παρουσιάσει η Παπαχριστοδούλου, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει ή αντικαθιστά με οποιονδήποτε τρόπο το δικό του πιστοποιητικό. Με κάθε σεβασμό όμως προς τον κύριο Παπαθεοδώρου, ούτε το θέμα είναι τόσο απλό αλλά ούτε και η θέση του αυτή έχει οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό έρεισμα. Εξηγώ. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το μόνο που χρειάζεται να πράξει το πρόσωπο που αιτείται τον παραμερισμό, είναι να αποδείξει στον απαιτούμενο για τη συγκεκριμένη διαδικασία βαθμό, ότι πρόκειται για περίπτωση όπου υπάρχει δικαστική πράξη που πάσχει από κάποιο θεμελιακό ελάττωμα, είτε το ελάττωμα αυτό οφείλεται στην ίδια τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από το Δικαστήριο είτε στις πράξεις και παραλείψεις του αντιδίκου, οπόταν σε μια τέτοια περίπτωση, ο παραμερισμός διατάσσεται ex debito justitiae, ή, εφόσον πρόκειται για διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και κατά τελεσίδικο τρόπο, ότι δικαιολογείται ο παραμερισμός λόγω του ότι αποκρύφτηκαν ουσιώδη γεγονότα ή λόγω του ότι καταδεικνύεται εκ πρώτης όψεως να υπάρχει κάποια βάσιμη και συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου λοιπόν, επισημαίνω κατ' αρχή αυτό που ανέφερα και στην απόφαση της 10/05/21, ήτοι ότι το γεγονός και μόνο ότι στην παρούσα περίπτωση φαίνεται να υπάρχουν δύο ξεχωριστά πιστοποιητικά της ίδιας ημερομηνίας και για την ίδια διαδικασία αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο και τα οποία φέρουν αμφότερα, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που πρέπει να φέρει ένα έγκυρο και νόμιμο πιστοποιητικό Πρωτοκολλητή, είναι αρκετό για να δημιουργήσει, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο, μια σοβαρή αμφιβολία ως προς το κατά πόσο το πιστοποιητικό που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και εγγράφηκε στις 20/01/2017 ήταν το ορθό, έγκυρο και νομικά δεσμευτικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Πρωτοκολλητής του Ανωτάτου στις 11/11/
  2. Όπως όμως θα προχωρήσω να εξηγήσω, έστω και αν αυτή η αμφιβολία ενδεχομένως να ήταν αρκετή για να οδηγήσει σε επιτυχία την παρούσα αίτηση, το υπό συζήτηση θέμα δεν τελειώνει με την δημιουργία απλά μια αμφιβολίας. Η Παπαχριστοδούλου επισύναψε στην αίτηση της ως τεκμήριο και τον κατάλογο εξόδων επί του οποίου διεξήχθη η διαδικασία της ψήφισης ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου, από την οποία διαδικασία είναι κοινώς αποδεκτό ότι προέκυψε κάποιο πιστοποιητικό που αφορά στα έξοδα που όφειλε τότε να πληρώσει η Παπαχριστοδούλου ως δικηγορική αμοιβή. Από απλή ανάγνωση του εν λόγω καταλόγου, προκύπτει ότι ο Πρωτοκολλητής κατέγραψε επί αυτού, υπό τη μορφή τηρηθέντος πρακτικού, τα όσα λάμβαναν χώρα τότε ενώπιον του κατά τις εμφανίσεις των διαδίκων για σκοπούς της διαδικασίας της ψήφισης. Κρίνω σκόπιμο συνεπώς όπως παραθέσω αυτούσια τα τηρηθέντα και υπογραμμένα από τον Πρωτοκολλητή πρακτικά, τα οποία, όπως και τα πρακτικά που τηρούνται κατά τη διάρκεια μιας ακροαματικής διαδικασίας, αποτελούν επαρκή αλλά και τη μόνη απόδειξη για τα διαδραματισθέντα. Στις 11/11/15 λοιπόν, ήτοι την ημέρα που εξέδωσε το πιστοποιητικό του, ο Πρωτοκολλητής κατέγραψε τα εξής: « 11 Νοεμβρίου 2015 Δικηγόρους: Στ. Παπαθεοδώρου και για Γ. Μυλωνά Πελάτης: Χρ. Παπαχριστοδούλου - παρούσα, Ψηφίζονται στα €1785 πλέον ΦΠΑ πλέον €267,25 πραγμ. έξοδα υπέρ των δικηγόρων και εναντίον πελάτη, μόνο ένα set εξόδων.» Και στις 23/11/2015, ήτοι 12 μέρες αργότερα, τα εξής: «23.11.15 Δίδεται καινούριο πιστοποιητικό εξόδων στην παρουσία των: κα Χρ. Παπαχριστοδούλου - πελάτιδα και των κων. Ανδρ. Χ''Μιχαήλ και Στ. Παπαθεοδώρου για Γ. Παπαθεοδώρου και Γ. Μυλωνά, δικηγόρων εφεσείουσας.» Δεν νομίζω να χρειάζεται να επεκταθώ σε μεγάλο βαθμό ως προς το πώς και γιατί υπό το φως των πιο πάνω πρακτικών που τηρήθηκαν από τον Πρωτοκολλητή πριν και μετά την έκδοση του πιστοποιητικού της 11/11/2015, προκύπτει έκδηλα ότι τα όσα ισχυρίζεται η Παπαχριστοδούλου στοιχειοθετούν κάτι περισσότερο από μια σοβαρή αμφιβολία ως προς το κατά πόσο το πιστοποιητικό που ο Παπαθεοδώρου παρουσίασε μονομερώς στο Δικαστήριο με την πιο πάνω Γενική Αίτηση και το οποίο εγγράφηκε στις 20/01/2017, ήταν το ορθό και τελικό πιστοποιητικό που εξέδωσε ο Πρωτοκολλητής του Ανωτάτου αναφορικά με την ενώπιον του διαδικασία. Αν μη τι άλλο, σύμφωνα με τα εν λόγω πρακτικά, η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοκολλητή αφορούσε ξεκάθαρα σε κοινή αμοιβή δύο ομόδικων δικηγόρων, ήτοι του Παπαθεοδώρου και του Μυλωνά, οι δύο αυτοί δικηγόροι εμφανίζονταν μαζί στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοκολλητή, μάλιστα δε, δικηγόρος του «διάδικου» Παπαθεοδώρου εμφανιζόταν και εκ μέρους του «διάδικου» Μυλωνά, και στο τέλος, ο Πρωτοκολλητής δεν επιδίκασε χωριστά σετ εξόδων για τον κάθε δικηγόρο-διάδικο αλλά ένα κοινό σετ και δη προς όφελος αμφότερων των δικηγόρων. Πολύ περισσότερο όμως, τα πρακτικά του Πρωτοκολλητή καταδεικνύουν ότι όχι μόνο το πιστοποιητικό που εκδόθηκε στις 11/11/15 αντικαταστάθηκε στις 23/11/15 με «καινούριο πιστοποιητικό» αλλά και ότι το νέο πιστοποιητικό εκδόθηκε στην παρουσία της πλευράς του Παπαθεοδώρου η οποία και έλαβε αντίγραφο του από τότε. Επισημαίνω εδώ ότι η καταγραφείσα από τον Πρωτοκολλητή παράδοση νέου πιστοποιητικού στους εμπλεκόμένους στις 23/11/15, επιβεβαιώνει και τα όσα αναφέρει το πιστοποιητικό της Παπαχριστοδούλου αφού στο εν λόγω πιστοποιητικό αναγράφεται ως ημερομηνία σύνταξης του η 23/11/
  3. Με άλλα λόγια, η έγγραφη και πιστοποιημένη από τον Πρωτοκολλητή μαρτυρία που παρουσίασε η Παπαχριστοδούλου, αποδεικνύει στον απαιτούμενο για τη παρούσα διαδικασία βαθμό τους ισχυρισμούς της τελευταίας, ήτοι ότι, το πιστοποιητικό που αυτή παρουσίασε είναι το μόνο ορθό και νομικά δεσμευτικό πιστοποιητικό αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα που ψηφίστηκαν τότε εναντίον της, ότι το πιστοποιητικό που παρουσίασε ο Παπαθεοδώρου και το οποίο εγγράφηκε με το διάταγμα της 20/01/17 ήταν, κατά το χρόνο εγγραφής του, ανίσχυρο και μη δυνάμενο να παράγει ή να αποτελέσει βάση για τη δημιουργία οποιωνδήποτε έννομων αποτελεσμάτων εφόσον είχε αντικατασταθεί με άλλο πιστοποιητικό από τις 23/11/15 και ότι όταν καταχωρούσε την πιο πάνω Γενική Αίτηση του, ο Παπαθεοδώρου γνώριζε ότι το πιστοποιητικό που παρουσίασε τότε στο Δικαστήριο δεν ήταν το ορθό πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή αλλά παρά ταύτα δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο το εν λόγω γεγονός. Δυστυχώς, και το λέω τούτο μόνο διότι αφορά σε λειτουργό του Δικαστηρίου, τα όσα γλαφυρώς ανέφερε ο ΠΕΔ Παναγιώτου στην Χατζηγεωργίου ανωτέρω αναφορικά με τη συμπεριφορά που επέδειξε εκεί ο συνήγορος, ταιριάζουν και στα όσα διαπιστώνονται να έχουν λάβει χώρα στην παρούσα υπόθεση, αν μη τι άλλο διότι και εδώ, ο Παπαθεοδώρου επέμεινε μέχρι τέλους να προωθεί ένα πιστοποιητικό που γνώριζε ότι είχε αντικατασταθεί ενώ ταυτόχρονα αρνείτο να αναγνωρίσει ένα πιστοποιητικό εξόδων που ξεκάθαρα φαίνεται ότι εκδόθηκε στην παρουσία του ως το ορθό πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή και του οποίου πιστοποιητικού το περιεχόμενο ο ίδιος γνώριζε πολύ καλά. Όπως λοιπόν και αν ήθελε ιδωθεί η προκειμένη περίπτωση, είτε δηλαδή από τη σκοπιά των σχετικών προνοιών της Δ.48
(8)
(4)είτε από τη σκοπιά των αρχών που αφορούν στην εξουσία παραμερισμού μιας απόφασης ex debito justitiae, η κατάληξη στην οποία οδηγείται το Δικαστήριο υπό το φως των όσων αναφέρονται ανωτέρω είναι η ίδια, ήτοι ότι το διάταγμα της 20/01/17 με το οποίο εγγράφηκε για σκοπούς εκτέλεσης το πιστοποιητικό της 11/11/15 που παρουσίασε τότε ο Παπαθεοδώρου θα πρέπει να παραμεριστεί, το λιγότερο ως οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις να προχωρήσω να δώσω οδηγίες ώστε να επανανοίξει η Γενική Αίτηση για να δικαστεί το αίτημα για εγγραφή του πιστοποιητικού που έχει παρουσιάσει ο Παπαθεοδώρου. Υπό τις ιδιόμορφες περιστάσεις της υπόθεσης όμως, ως οι περιστάσεις αυτές έχουν διαπιστωθεί ανωτέρω, κρίνω ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε αχρείαστη σπατάλη δικαστικού και δικηγορικού χρόνου και ότι κανένα ουσιαστικό σκοπό δεν θα εξυπηρετούσε. Αυτό γιατί από την αυταπόδεικτη έγγραφη μαρτυρία του Πρωτοκολλητή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί ότι το πιστοποιητικό στο οποίο αφορά η Γενική Αίτηση δεν είναι το ορθό και νομικά δεσμευτικό πιστοποιητικό που ο τελευταίος εξέδωσε και συνεπώς δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός ή νόμιμος λόγος για οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με το κατά πόσο θα μπορούσε ή όχι το εν λόγω πιστοποιητικό να εγγραφεί για σκοπούς εκτέλεσης. Αν μη τι άλλο, για να γίνει μια τέτοια διαδικασία θα πρέπει το Δικαστήριο να εθελοτυφλήσει ουσιαστικά, έστω και προσωρινά, σε σχέση με την διαπιστωθείσα έκδηλη αντινομία που περιβάλλει το εν λόγω πιστοποιητικό κάτι το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει από ένα Δικαστήριο της δικαιοσύνης (Court of Law). Θα πρέπει επομένως να δοθεί από τώρα ένα οριστικό τέλος στην όλη διαδικασία. Και βεβαίως, αν ο κ. Παπαθεοδώρου θεωρεί ότι δικαιούται να πληρωθεί οποιαδήποτε ποσά δυνάμει του ορθού πιστοποιητικού της 11/11/15, μπορεί, αν επιθυμεί, να καταχωρήσει νέα διαδικασία εγγραφής, του ορθού όμως πιστοποιητικού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αίτηση της 14/05/21 επιτυγχάνει, το διάταγμα εγγραφής της 20/01/17 παραμερίζεται και ολόκληρη η Γενική Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο απορρίπτεται. Η εκκρεμούσα αίτηση μηνιαίων δόσεων δε, ημερ. 09/01/20, απορρίπτεται ως άνευ αντικειμένου πλέον. Όσον αφορά τα έξοδα, η αιτήτρια είναι βεβαίως η επιτυχούσα διάδικος, όμως η όλη εμπλοκή της στις μέχρι σήμερα διαδικασίες περιορίστηκε στην καταχώρηση ένστασης στην αίτηση ημερομηνίας 09/01/20, στην εκδίκαση των προδικαστικών σημείων που αποφασίστηκαν με την απόφαση της 10/05/21 και στην παρούσα διαδικασία. Επειδή όμως για την ακρόαση των προδικαστικών σημείων το Δικαστήριο διέταξε με την απόφαση της 10/05/21 όπως όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της σε σχέση με εκείνη τη διαδικασία, η αιτήτρια, κρίνω, δικαιούται να λάβει μόνο τα έξοδα καταχώρησης ένστασης στην αίτηση 09/01/20 καθώς επίσης και τα έξοδα που περιβάλλουν την παρούσα διαδικασία, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δ.47
(1)- Whenever provision is made in any Law enabling enforcement by a Court of an order made under the Law, or the removal of such order into a Court for enforcement, application may be made ex parte to the Court or a Judge to enter the order in its book of orders, and upon leave being given the order sought to be enforced may be entered in the book of civil orders in the case of an order removed into the Supreme Court, and in the book of orders on originating applications in the case of an order removed into the District Court, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.