ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΦΑΝΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 3813/11, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A369 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 3813/11 Μεταξύ: XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγοντας και XXXXX ΦΑΝΤΗΣ Εναγόμενος ----------------------------------------------------- (Αίτηση ενάγοντα ημερ. 07/05/21 για αναστολή εκτέλεσης) Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα / Αιτητή: κ. Ρ. Σχίζας Για εναγόμενο / Καθ' ου η Αίτηση: κα Α. Σολουκίδου για Χρίστο Μ. Τριανταφυλλίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 09/01/20, αδελφός Δικαστής ενώπιον του οποίου διεξήχθη η ακρόαση της πιο πάνω αγωγής, εξέδωσε τελική απόφαση με την οποία απέρριψε την αγωγή και επιδίκασε εναντίον του ενάγοντα και προς όφελος του εναγόμενου έξοδα, τα οποία υπολογίστηκαν και εγκρίθηκαν αργότερα να ανέρχονται στις €8.520 πλέον τόκους από 29/02/
- Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης, ο ενάγοντας καταχώρησε στις 18/02/2020 την Π.Ε. υπ. αρ. 66/2020 η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η αίτηση που καταχώρησε ο ενάγοντας στις 07/05/2021 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της 09/01/20 μέχρι εκδίκασης της έφεσης του και συγκεκριμένα για αναστολή της εκτέλεσης του διατακτικού αναφορικά με τα έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον του και υπέρ του εναγόμενου. Η αίτηση, η οποία εδράζεται στο αρ. 47 του Ν14/60, στο αρ. 9, Κεφ. 6, στη Δ.35, Θ2, 4, 18 και 19 καθώς και στις πρόνοιες της Δ.40, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται στην αιτούμενη αναστολή διότι έχει πολύ καλή υπόθεση ώστε να πετύχει στην έφεσή του καθώς και διότι: «.ο εναγόμενος εφεσίβλητος στερείται οιασδήποτε ακινήτου περιουσίας καθότι τη μεταβίβασε στα τέκνα του και περαιτέρω έχει προσβληθεί προ μερικών ετών από ανίατη αρρώστια και προς επιβεβαίωση αυτού έχει καταχωρήσει ο ίδιος ιατρικά πιστοποιητικά στον φάκελο του Δικαστηρίου καθότι ζητούσε αναβολές της δίκης. Ενδεικτικά επισυνάπτω δύο επιστολές των δικηγόρων του όπου ζητούσε αναβολή των ακροαματικών διαδικασιών λόγω συνεχιζόμενων χημειοθεραπειών με ημερομηνίες 10/01/2018 και 16/04/2018, ως και δύο ιατρικές βεβαιώσεις. Επιπλέον ο εναγόμενος δεν έχει οικονομικούς πόρους ή και εισοδήματα και λαμβάνοντας υπ' όψη την προοπτική επιτυχίας της εφέσεως όπως με συμβουλεύουν οι δικηγόροι μου συνεπακόλουθα της τυχόν επιτυχίας θα καταστεί αυτή άνευ αντικειμένου καθότι ο εναγόμενος δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό ή οιονδήποτε πληρωθέν ποσό... Η τυχόν αναστολή πληρωμών των εξόδων δεν θα φέρει οποιανδήποτε ζημιά στον εναγόμενο εφεσίβλητο, το οποίο ποσό φέρει και νόμιμο τόκο..» Σημειώνω εδώ ότι αν και δεν αμφισβητείται ότι έχει όντως καταχωρηθεί έφεση από τον ενάγοντα, εντούτοις στην αίτηση δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε αντίγραφο της έφεσης ή των λόγων επί των οποίων αυτή εδράζεται. Τα μόνα δε έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση ως Τεκμήρια είναι τα ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο το 2018 αναφορικά με τα τότε αιτήματα που υποβλήθηκαν από πλευράς εναγόμενου για αναβολή της υπόθεσης. Στην αντίπερα όχθη ο καθ΄ ου η αίτηση, ο οποίος να σημειωθεί ότι έχει ήδη ενεργοποιήσει μέτρα εκτέλεσης της υπέρ του απόφασης ως προς τα έξοδα καταχωρώντας στις 08/12/2020 αίτηση για οικονομική εξέταση του ενάγοντα η οποία ακόμη εκκρεμεί, καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με την ένσταση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, η αίτηση του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον τίποτα από τα όσα προβάλλει ο τελευταίος δεν δικαιολογεί την αποστέρηση από τον εναγόμενο των καρπών της επιτυχίας του. Είναι δε η θέση του εναγόμενου ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο έχει καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση είναι ώστε να καθυστερήσει η είσπραξη των δικηγορικών εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον του ενάγοντα, ο οποίος άλλωστε, υποστηρίζει η πλευρά του εναγόμενου, ούτως ή άλλως δεν έχει πιθανότητες να επιτύχει στην έφεσή του. Τις πιο πάνω θέσεις των διαδίκων αντίστοιχα οι ευπαίδευτοι συνήγοροί των τελευταίων τις επανέλαβαν ενώπιον μου μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων, όπου αμφότεροι με παρέπεμψαν στις σχετικές αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.35 Θ
- Σημειώνω εδώ ότι αν και η αίτηση εδράζεται και επί άλλων νομοθετικών προνοιών που παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία αναστολής εκτέλεσης μιας απόφασης, η επιχειρηματολογία που προβλήθηκε από πλευράς αιτητή τουλάχιστον, περιορίστηκε αποκλειστικά στις πρόνοιες της Δ.35 Θ.18 και είναι συνεπώς υπό αυτή τη σκοπιά που θα εξετάσω την υπό κρίση αίτηση του τελευταίου. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι, καθώς και τα όσα περιλαμβάνονται στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και στις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση DEMETRIADES GROUP OF COMPANIES LIMITED ν. APM ITALIAN TYPE ICE-CREAM LIMITED, ECLI:CY:AD:2017:A47, Πολιτική Εφεση Αρ. 372/2015, 15/2/2017 συνοψίσθηκαν με περισσή επάρκεια οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήματα της παρούσας φύσης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα καθώς επίσης και το μέρος από το σκεπτικό της απόφασης αναφορικά με το θέμα που εκεί απασχόλησε, ήτοι το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στον αιτητή αν δεν χορηγηθεί η αιτούμενη αναστολή, θέμα το οποίο εγείρεται και στην υπό κρίση αίτηση: «Είναι πασίγνωστες οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται αίτημα αναστολής απόφασης. Παγιώθηκαν μέσα από διαχρονικά ευθυγραμμισμένη γραμμή της νομολογίας, η οποία και ερμήνευσε την προαναφερθείσα Διάταξη 35, θθ. 18 και 19 (Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147, Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1978, Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα κ.ά.
(2011)1 ΑΑΔ 1921, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους ν. Λεωνίδα Γεωργίου κ.ά., ECLI:CY:AD:2016:A103, ΠΕ 251/14, ημερ. 19.2.2016, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Μαρίας Κωμοδρόμου, ECLI:CY:AD:2016:A162, ΠΕ 283/15, ημερ. 23.3.2016, Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου ν. Yiangos I. Socratous & Sons Ltd, ΠΕ 149/15, ημερ. 26.9.2016. Με βάση τη νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση την εξισορρόπηση δύο πυλώνων, υπό το φως πάντα των συμφερόντων της δικαιοσύνης: (α) Της διασφάλισης της τελεσιδικίας, με παράλληλη κατοχύρωση ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεσή του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και (β) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του και να καθίσταται κενό περιεχομένου. Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την πορεία εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο όμως οριακής σημασίας και χωρίς καθοριστική επίπτωση (Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Ομιλος Πάφου (ανωτέρω), Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου (ανωτέρω)). Χωρίς αμφιβολία, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, δεν είναι πάντοτε εύκολο το καθήκον του Δικαστηρίου για εξισορρόπηση των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραγόντων και θέσεων. Προβάλλει σε όλες τις περιπτώσεις, ως βασικό κριτήριο, το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος εάν το Δικαστήριο, ανάλογα, χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό ερώτημα το κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε ένα από τους δύο διάδικους, ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd
(2001)EWCA Civ 2065, para. 22, προβάλλουν ως ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης: «...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand, if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?...» Έχουμε μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που διέπουν το ζήτημα αναστολής εκτέλεσης, όπως τις έχουμε ήδη συνοψίσει. Η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο των Αιτητών, είναι, βεβαίως, δεσπόζον στοιχείο, δεδομένης της προαναφερθείσας ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης. Οι Αιτητές όμως απέτυχαν να θεμελιώσουν κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, αφού στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο υπό εξέταση ισχυρισμός προβάλλεται αόριστα και λαμβάνει τη μορφή γενικής επίκλησης. Το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε Αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης εις βάρος του απόφασης. Όπως επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του (Χ»Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd and Others
(1991)1 ΑΑΔ 172, Λίζα Λουκαϊδου Θεοφάνους (ανωτέρω), Ελενίτσα Κωνσταντινίδη (ανωτέρω)). Ο,τι μπορεί να εξαχθεί από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι πως περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από την επίκληση αδυναμίας εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος των Αιτητών, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή.. Η τελεσιδικία συναρτάται άμεσα με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και υποστυλώνει, ευρύτερα, το κράτος δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό και με δεδομένες τις γενικόλογες τοποθετήσεις της πλευράς των Αιτητών ως προς το ζήτημα της ανεπανόρθωτης βλάβης και της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων, δεν εντοπίζουμε έρεισμα αναστολής της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης και αποστέρησης από τον επιτυχόντα διάδικο, τους Καθ΄ ων η αίτηση, των καρπών της επιτυχίας τους.» (έμφαση δική μου). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές επισημαίνω τα εξής σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Όπως στην Demetriou ανωτέρω έτσι και στην παρούσα, ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί ανεπανόρθωτης βλάβης που δυνατόν να του προκληθεί αν αυτός κληθεί να καταβάλει στον εναγόμενο τα επιδικασθέντα έξοδα, κάτι το οποίο να σημειωθεί δεν έχει γίνει κατά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο που εκδόθηκε η απόφαση με αποτέλεσμα να αναγκαστεί ο εναγόμενος να λάβει μέτρα εκτέλεσης εναντίον του ενάγοντα, προβάλλεται γενικά και αόριστα και ουσιαστικά περιστρέφεται γύρω από την επίκληση μιας ενδεχόμενης αδυναμίας επανάκτησης όποιων ποσών ήθελε καταβληθούν χωρίς όμως να τεκμηριώνεται επαρκώς ή καθόλου η ισχυριζόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων (βλ. επίσης VOUROS HEALTHCARE LTD ν. DEKSA LTD, ECLI:CY:AD:2018:A12, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 207/2015, 12/1/2018)). Περιορίζεται δε επί του προκειμένου ο ισχυρισμός του ενάγοντα σε δύο ατεκμηρίωτους ουσιαστικά λόγους. Πρώτον στο ότι το 2018 ο εναγόμενος αιτήθηκε αναβολές διότι υποβαλλόταν σε χημειοθεραπείες και δεύτερο στο ότι συνεπεία κάποιας αόριστης πληροφόρησης που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι έλαβε, ο εναγόμενος μεταβίβασε σε κάποιο άγνωστο στάδιο στο παρελθόν την ακίνητη περιουσία στα παιδιά του. Με κάθε σεβασμό όμως προς την πλευρά του ενάγοντα, το να προβάλλεται ως δικαιολογία για την αποστέρηση από ένα επιτυχόντα διάδικο των καρπών της επιτυχίας του απλά ότι αυτός κάποτε μεταβίβασε την περιουσία στα παιδιά του, χωρίς καμία ένδειξη ως προς το πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε αυτό και χωρίς να τίθεται θέμα περί κακοπιστίας ή δόλου από πλευράς του, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση θεωρώ να ικανοποιήσει τις σχετικές αρχές τις νομολογίας. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να παραγνωριστεί ότι εκ του αποτελέσματος της τελικής απόφασης στην αγωγή, ο εναγόμενος κρίνεται δικαιολογημένος που θεωρούσε κατά τα 9 σχεδόν χρόνια που εκκρεμούσε η αγωγή ότι κανένα ποσό δεν όφειλε να πληρώσει στον ενάγοντα. Όσον αφορά δε την άλλη θέση του ενάγοντα, ήτοι ότι επειδή ο εναγόμενος ζήτησε το 2018 αναβολή διότι προσβλήθηκε από κάποια ασθένεια που καθιστούσε αναγκαίο να υποβληθεί σε τότε χημειοθεραπείες και επομένως υπάρχει η πιθανότητα αυτός να πεθάνει πριν την εκδίκαση της έφεσης, θα περιοριστώ να αναφέρω ότι από νομικής τουλάχιστο σκοπιάς, διότι από ηθικής σκοπιάς η θέση αυτή είναι ανάξια σχολιασμού, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε ένας τέτοιος ισχυρισμός να τεκμηριώσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων. Αν μη τι άλλο, το πιο πολύ που μπορεί να καταδειχθεί από τα πιστοποιητικά του εναγόμενου είναι ότι αυτός υποβαλλόταν το 2018 σε ιατρική θεραπεία και περίθαλψης για μια σοβαρή ασθένεια. Ακόμη όμως και αν ο μη γένοιτο ο εναγόμενος αποβιώσει πριν την εκδίκαση της έφεσης, αυτό δεν απαλλάσσει την περιουσία του από την υποχρέωση να επιστρέψει στον ενάγοντα τα έξοδα του αν αυτός τα καταβάλλει και παρά ταύτα επιτύχει στην έφεση του.. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, από τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ενάγοντας για σκοπούς της παρούσας αίτησης δεν θα μπορούσε ούτε το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας της έφεσης να ικανοποιηθεί. Αυτό αν μη τι άλλο διότι ούτε στην αίτηση επισυνάφθηκε η έφεση αλλά ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση σε σχέση με τους λόγους που προβάλλονται στην έφεση που έχει καταχωρηθεί. Αυτή την σημαντική παράλειψη φαίνεται να την αντιλήφθηκε και η πλευρά του ενάγοντα αφού επιχειρήθηκε εκ των υστέρων, και δη στα πλαίσια της αγόρευσης του συνήγορου του ενάγοντα, να καλυφτεί το κενό με το να γίνει στην αγόρευση εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο της έφεσης και στους λόγους που εκεί προβάλλονται προς ανατροπή της κρίσης της 09/01/20. Μάλιστα δε, στην αγόρευση του ο συνήγορος του ενάγοντα αναπτύσσει με λεπτομέρεια γιατί η πλευρά του θεωρεί ότι πάσχει η απόφαση της 09/01/2020 και γιατί η έφεση έχει πολύ καλές πιθανότητες να πετύχει και αναφέρω ενδεικτικά ότι στην αγόρευση γίνεται εκτενής ανάλυση των κατ' ισχυρισμό εσφαλμένων συμπερασμάτων που εξάχθηκαν από το Δικαστήριο που εκδίκασε την ουσία της αγωγής καθώς επίσης και του κατ' ισχυρισμό εσφαλμένου τρόπου με τον οποίο το εν λόγω Δικαστήριο είχε αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του κατά την ακρόαση, αποδίδοντας μάλιστα στο εν λόγω Δικαστήριο και ότι «με μια μονοκονδυλιά» δέχτηκε ως αξιόπιστες τις έκδηλα αναξιόπιστες θέσεις του εναγόμενου. Τα όσα όμως επί του προκειμένου αναφέρονται στην επιχειρηματολογία του συνηγόρου του ενάγοντα περί της έφεσης του τελευταίου, δεν υποστηρίζονται, ως έπρεπε, από τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ήτοι μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση και συνεπώς δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν. Αν η πλευρά του ενάγοντα ήθελε όντως να δώσει έμφαση στην έφεση που καταχώρησε, ως φαίνεται να ήταν και η πρόθεση της, τότε όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου κάποιας μορφής σχετική μαρτυρία, αν μη τι άλλο ώστε να μπορεί και η άλλη πλευρά να τοποθετηθεί με τις δικές της γραπτές παραστάσεις και το Δικαστήριο με τη σειρά του να εξετάσει το βάσιμο ή μη των θέσεων αυτών. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, συνεπεία της παράλειψης της πλευράς του ενάγοντα να παρουσιάσει την έφεση που καταχώρησε ή έστω να κάμει κάποια αναφορά στο περιεχόμενό της έφεσης αυτής στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει και ικανοποιηθεί για την ύπαρξη καλής πιθανότητας επιτυχίας της έφεσης, το οποίο συνιστά και μία εκ των προϋποθέσεων για να διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή. Πέραν και ανεξάρτητα των ανωτέρω, θεωρώ τέλος ορθό να επισημάνω και το εξής. Η απόφαση για την οποία επιδιώκεται η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσής αφορά σε απόφαση σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής. Όπως όμως είναι νομολογημένο, αν και η επιδίκαση εξόδων προς όφελος ενός διαδίκου δεν συνεπάγεται τη δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ιδίου του δικηγόρου, εντούτοις, προς αποφυγή του ενδεχόμενου να εξαρτάται η πληρωμή των υπηρεσιών ενός δικηγόρου από το αποτέλεσμα μιας υπόθεσης ή από το κατά πόσο ο πελάτης του δικηγόρου θα καταφέρει ή όχι να εισπράξει από τον αντίδικο του, τόσο η νομολογία όσο και η δικαστική πρακτική έχουν αναγνωρίσει ότι, εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο, η ανάκτηση των εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζεται, ούτε ακόμη και όταν διατάσσεται αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης Μάλιστα δε, ακόμη και στην περίπτωση που κρίνεται ορθό όπως διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, η πληρωμή των εξόδων είθισται να εξαιρείται της αναστολής και γίνεται με ταυτόχρονη ανάληψη υποχρέωσης για επιστροφή του ποσού στην περίπτωση επιτυχίας της έφεσης (βλ. Ιωάννου Τάσος ν. Α/φοί Ανδρέα Καξίσιη Λτδ και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1998, Δημητρούδης Mιχάλης ν. Aνδρέα Nίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687 και Παπακοκκίνου ν. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd κ.α.
(1998)1Α Α.Α.Δ 513). Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, αν και δεν παραγνωρίζω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προτάθηκε ποτέ από πλευράς εναγόμενου η ανάληψη υποχρέωσης να επιστραφεί το ποσό των εξόδων σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του ενάγοντα (βλ. Παπακοκκίνου ανωτέρω), την ίδια στιγμή δεν μπορώ να αγνοήσω ότι ούτε από πλευράς ενάγοντα εκδηλώθηκε ποτέ η πρόθεση όπως διασφαλιστεί με κάποιο ικανοποιητικό τρόπο το ποσό των εξόδων που δικαιούται να πληρωθεί ο εναγόμενος. Και να ικανοποιούσε επομένως ο ενάγοντας τις γενικές προϋποθέσεις της νομολογίας αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης, η παρούσα αίτηση και πάλι θα αποτύγχανε εφόσον υπό τις περιστάσεις, η αναστολή δεν θα μπορούσε να καλύπτει τα έξοδα που επιδικάσθηκαν εναντίον του ενάγοντα και ούτε ο τελευταίος έδειξε να είναι διατεθειμένος να διασφαλίσει ότι ο εναγόμενος θα πληρωθεί το ποσό που δικαιούται αν η έφεση ήθελε απορριφθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόμενου και εναντίον ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο