Αναφορικά με την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Δανιήλ κ.α., Αρ. Αίτησης: 537/06, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A370 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αίτησης: 537/06 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιριών Νόμο 22/85 άρθρο 52(2β), τους Τροποποιητικούς αυτού Νόμους και το Κεφ.4 άρθρο 21 Και Αναφορικά με την Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ Αιτήτρια Και Αναφορικά με τους
- XXXXX Δανιήλ
- XXXXX Γεωργίου
- XXXXX Αντωνίου
- XXXXX Κωνσταντινίδου Καθ' ων η Αίτηση --------------------------------------------- (Αίτηση αναστολής εκτέλεσης ημερ. 08/02/21 από Β.Γεωργίου) Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια Β. Γεωργίου: κ. Π. Δ. Χατζησάββας Για καθ' ων η αίτηση: κα Γιασουμή για Κούσιος Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 27/05/2005, στα πλαίσια διαιτησίας που διεξήχθη με βάση την περί Συνεργατικών Εταιρειών νομοθεσία, εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ της ΣΠΕ Στροβόλου και εναντίον, της Χ. Δανιήλ ως πρωτοφειλέτιδας και των εγγυητών της τελευταίας, μεταξύ των οποίων και η εδώ αιτήτρια Β. Γεωργίου, για ποσό €34.503,65 πλέον τόκο 9% από 27/05/2005 μέχρι εξόφλησης. Το εν λόγω ποσό ο διαιτητής είχε διατάξει όπως πληρωθεί και μέσω εκποίησης της υποθήκης υπ. αρ. Υ2658/2003, η οποία είχε εγγραφεί ως εξασφάλιση του χρέους επί ενός ακινήτου που ανήκε στη Χ.Δανιήλ και σε μία των εγγυητών της. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 01/06/2006 και 15/09/2006, η διαιτητική απόφαση της 27/05/05 εγγράφηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, σε σχέση με όλους τους εκεί αναφερόμενους διαδίκους και αφού πρώτα το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα είχαν δεόντως ενημερωθεί για την έκδοση της και ότι καμία έφεση δεν ασκήθηκε εναντίον της. Μετά την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης έγιναν διάφορες πληρωμές έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως πλέον χρέους, και στις 25/02/2020, το Επαρχιακό Δικαστήριο έδωσε άδεια στην ΣΕΔΙΠΕΣ να εκτελέσει την απόφαση για περαιτέρω περίοδο 10 ετών. Με το που δόθηκε η άδεια αυτή, η ΣΕΔΙΠΕΣ καταχώρησε την 01/09/2020 αίτηση με την οποία ζητά όπως η Χ. Δανιήλ, η Β. Γεωργίου και οι άλλοι οφειλέτες του χρέους εξεταστούν αναφορικά με την οικονομική τους δυνατότητα να το εξοφλήσουν και αφού η εν λόγω αίτηση επιδόθηκε και στη Β. Γεωργίου, η τελευταία δήλωσε την πρόθεσή της να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση εκείνη. Παράλληλα η Γεωργίου καταχώρησε στις 08/02/2021 και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της 15/09/2006 με την οποία εγγράφηκε η διαιτητική απόφαση της 27/05/2005 σε σχέση με την ιδία. Κεντρικό άξονα της αίτησης της Γεωργίου συνιστά η θέση της τελευταίας ότι ως εγγυήτρια της πρωτοφειλέτιδας Χ. Δανιήλ, θα πρέπει να εφαρμοστούν προς όφελός της οι προστατευτικές πρόνοιες του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου Ν. 197(I)/2003και συγκεκριμένα οι πρόνοιες των Αρ. 9(β), 10
(1)(δ), 10
(2)(α) και 13, οι οποίες παρέχουν στο Δικαστήριο την εξουσία αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον εγγυητή όταν υπάρχει υποθηκευμένη ακίνητη περιουσία του πρωτοφειλέτη η οποία δεν έχει ακόμη εκποιηθεί. Κατά τη Γεωργίου, η επί του προκειμένου εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί στην περίπτωση της αφού η υποθήκη που εξασφάλιζε το χρέος της πρωτοφειλέτιδας Δανιήλ, η οποία υποθήκη αφορά σε ακίνητο της τελευταίας, δεν έχει ακόμη εκποιηθεί αν και οι διαδικασίες για μια τέτοια εκποίηση έχουν ήδη, από τις 20/02/2020, ενεργοποιηθεί. Οι καθ' ων η αίτηση από την άλλη, υπεραμυνόμενοι του δικού τους δικαιώματος να εκτελέσουν την προς όφελος τους απόφαση εναντίον όλων των οφειλετών τους, καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν δέκα λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, η επίμαχη υποθήκη που επικαλείται η Γεωργίου αφορά σε ακίνητο το οποίο ανήκει κατά 1/20 στην πρωτοφειλέτιδα και κατά 19/20 σε τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα στη M. Δανιήλ, η οποία ουσιαστικά υποθήκευσε το ιδιοκτησιακό της συμφέρον στο ακίνητο ως εγγύηση για την πληρωμή του χρέους της πρωτοφειλέτιδας. Συνεπώς, ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι αναφέρουν επίσης ότι έχουν ήδη ενεργοποιήσει τη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης, τυχόν επιτυχία της αίτησης θα συνεπάγεται ουσιαστικά αναστολή εκτέλεσης της απόφασης προς όφελος ενός εγγυητή μεν αλλά εις βάρος άλλου εγγυητή δε, κάτι που ούτε συνιστά αλλά ούτε και εμπίπτει στο πνεύμα και το σκοπό του Ν197(Ι)/2003. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστηρίζουν οι καθ' ων η αίτηση, η εγγύηση της Γεωργίου, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε και εγγράφηκε εναντίον της η διαιτητική απόφαση της 27/05/05, συνιστούσε, με τη σύμφωνο γνώμη της ιδίας, χωριστή, ανεξάρτητη και επιπρόσθετη εξασφάλιση του χρέους της πρωτοφειλέτιδας. Ουδόλως λοιπόν δύναται να περιορίσουν την ανάκτηση του χρέους από την εγγυήτρια τα τυχόν όποια μέτρα λαμβάνονται και εναντίον της πρωτοφειλέτιδας. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την παρέθεσαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι παρά ταύτα να επισημάνω εδώ ότι αμφότερες οι πλευρές δέχονται για σκοπούς της παρούσας αίτησης ότι το εξ αποφάσεως χρέος προς τους καθ' ων η αίτηση ξεπερνά σήμερα το ποσό των €200.000 και ότι η συνολική αξία του ενυπόθηκου ακινήτου εκτιμάται να ανέρχεται σήμερα στις €438.000 περίπου. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής: Όπως ανέφερα πιο πάνω η αίτηση εδράζεται ρητά στην εξουσία αναστολής που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πρόνοιες των Αρ. 9(β), 10
(1)(δ) του Ν197(Ι)/2003, τις οποίες κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιες: Σύμφωνα λοιπόν με το αρ. 9 του Νόμου στο οποίο το αρ.10 παραπέμπει: «Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παρέχεται εξουσία σε δικαστήριο να διατάξει καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, αναστολή της εκτέλεσης δικαστικής απόφασης εναντίον του στην έκταση που αφορά κατάσχεση και πώληση κινητής ιδιοκτησίας του ή πώληση ή επιβάρυνση (memo) της ακίνητης ιδιοκτησίας του ή αίτηση καταβολής μηνιαίων δόσεων όπως προβλέπεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ή αίτηση έκδοσης διατάγματος παραλαβής όπως προβλέπεται στον περί Πτώχευσης Νόμο, ως ακολούθως: (α) κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτή εκδίδεται εκ συμφώνου ή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν παρουσίασης στο δικαστήριο από τον εγγυητή όλων των σχετικών στοιχείων· (β) σε περίπτωση έκδοσης απόφασης και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10, οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης με τη συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη ή χωρίς τέτοια συγκατάθεση·. (γ) κατά το χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 7. Το αρ.10 του Νόμου τώρα προνοεί μεταξύ άλλων τα εξής: «
(1)Δικαστήριο διατάσσει δυνάµει του άρθρου 9, όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο και ορθό, την αναστολή της εκτέλεσης απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, και ενόσω παραµένει ανικανοποίητη η οφειλή, στις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) Όταν υποβληθεί από τον εγγυητή στο δικαστήριο κατά την ακρόαση αγωγής εναντίον του ή εναντίον του και εναντίον του πρωτοφειλέτη . αίτηµα για αναστολή. (α1) Σε περίπτωση που πιστωτής, στα πλαίσια εκδίκασης αγωγής ή στα πλαίσια διαδικασίας µέτρων εκτέλεσης ή διαδικασίας αίτησης για έκδοση διατάγµατος παραλαβής από τον πιστωτή έναντι του εγγυητή σε σχέση µε τη σύµβαση εγγύησης, δεν αποδείξει ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιµες στον ίδιο διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ο πιστωτής θεωρείται ότι απέδειξε ότι έχει εξαντλήσει τις διαθέσιµες σε αυτόν διαδικασίες έναντι του πρωτοφειλέτη για την είσπραξη της οφειλής, εάν αποδείξει - (i).(
- v)σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευµένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόµα εκποιηθεί δυνάµει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόµου. (β) όταν ο πιστωτής, ο εγγυητής, και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν κατά την έκδοση απόφασης ή οποτεδήποτε μετά την έκδοσή της, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, και εκ συμφώνου δέχονται να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή, (γ) όταν υποβληθεί από τον εγγυητή αίτηση για αναστολή οποτεδήποτε μετά την έκδοση απόφασης και το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία που εκ πρώτης όψεως είναι τέτοιας αξίας ώστε να είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή, που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης: Νοείται ότι κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εναντίον του εγγυητή το δικαστήριο αναφέρει τα οικονομικά στοιχεία ή και προσδιορίζει την περιουσία για την οποία το δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ή για την οποία ο πιστωτής, ο εγγυητής και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν, ανάλογα με την περίπτωση, ότι είναι δυνατόν εκ πρώτης όψεως να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή και απαγορεύει στον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει την προσδιοριζόμενη στο διάταγμα περιουσία ή τα οικονομικά στοιχεία, ενόσω παραμένει ανικανοποίητη η εξ' αποφάσεως οφειλή ή οποιοδήποτε μέρος της: Νοείται περαιτέρω ότι απαγόρευση εναντίον πρωτοφειλέτη να αποξενώσει περιουσία του δεν επηρεάζει τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση άλλης προυπάρχουσας δικαστικής απόφασης εναντίον του πρωτοφειλέτη ή την εκποίησή της στα πλαίσια εκτέλεσης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που υφίστατο ήδη κατά το χρόνο της απαγόρευσης, καθώς επίσης και τη λήψη ή υλοποίηση οποιωνδήποτε μέτρων από τον πιστωτή εναντίον της περιουσίας, προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε υπέρ του και εναντίον του πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένου και του μέτρου της εκποίησης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης που παραχωρήθηκε προς εξασφάλιση της αποπληρωμής της οφειλής: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, το δικαστήριο δύναται να ικανοποιηθεί με βάση την ενώπιόν του μαρτυρία ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή και περιουσία να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης εγγύησης, εάν ο πιστωτής δεν αποδείξει- (
- i)ότι έχει λάβει ειδοποίηση από δικαστικό επιδότη ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητή περιουσία· ή (ίί) σε περίπτωση που ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή διάταγμα πτώχευσης εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πτώχευσης Νόμου· ή (ίίi) σε περίπτωση που ο πρωτοφειλέτης είναι εταιρεία, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου· ή (ίν) σε περίπτωση που έχει εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του χρέους με μηνιαίες δόσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ότι έχει εκδοθεί διάταγμα παράβασης του σχετικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων· ή (ν) σε περίπτωση που εξακολουθεί να υφίσταται οποιαδήποτε υποθηκευμένη ακίνητη ιδιοκτησία του πρωτοφειλέτη προς όφελος του πιστωτή, ότι αυτή δεν έχει ακόμα εκποιηθεί δυνάμει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. (δ) σε περίπτωση που υπάρχει υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί: Νοείται ότι διάταγµα που δίδεται γι' αυτό το λόγο παύει να έχει ισχύ, εάν µετά την εκποίηση της υποθήκης, παραµένει οποιοδήποτε µέρος του χρέους ανεξόφλητο:.» (σ.σ οι πρόνοιες που έχουν παραλειφθεί δεν αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεσης) Ξεκινώντας λοιπόν πρώτα από τις πρόνοιες του Αρ. 9(β) που αποτελούν μέρος της νομικής βάσης επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αίτηση, διαπιστώνεται να δημιουργείται κάποια σύγχυση στον Νόμο, υπό την έννοια ότι ενώ το 9(β) αναφέρει ρητά ότι η εξουσία αναστολής του Δικαστηρίου ασκείται τηρουμένων των διατάξεων του Αρ. 10
(1)(β) είτε υπάρχει συγκατάθεση του πιστωτή και του πρωτοφειλέτη αναφορικά με την αιτούμενη αναστολή είτε όχι, το Αρ. 10
(1)(β) στη συνέχεια αναφέρει ότι το Δικαστήριο αναστέλλει προς όφελος του εγγυητή την εκτέλεση της απόφασης όταν «.όταν ο πιστωτής, ο εγγυητής, και ο πρωτοφειλέτης συμφωνούν κατά την έκδοση απόφασης ή οποτεδήποτε μετά την έκδοσή της, ότι ο πρωτοφειλέτης έχει την οικονομική δυνατότητα ή περιουσία για να ικανοποιήσει την εξ' αποφάσεως οφειλή. και εκ συμφώνου δέχονται να εκδοθεί διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης καθ' όσον αφορά τον εγγυητή.». Με άλλα λόγια για να μπορέσουν να τηρηθούν οι πρόνοιες του αρ.10
(1)(β) και κατ' επέκταση να εφαρμοστεί η εξουσία αναστολής του αρ.9(β) που ρητά αναφέρεται στο Νόμο ότι εφαρμόζεται «.τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 10.»., θα πρέπει απαραίτητα να υπάρχει συμφωνία αναστολής μεταξύ του πιστωτή, του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη . Στην παρούσα περίπτωση όμως, ο μεν πιστωτής δεν συγκατατίθεται στην αναστολή, ο δε πρωτοφειλέτης δεν έχει κληθεί στη διαδικασία για να δηλώσει αν δέχεται ή όχι την αιτούμενη αναστολή. Εφόσον λοιπόν δεν ικανοποιούνται οι πρόνοιες του 10
(1)(β), δεν μπορεί να ασκηθεί η εξουσία αναστολής του αρ. 9(β). Η Γεωργίου βεβαίως δεν επικαλείται τις πρόνοιες του 10
(1)(β) για να εξασφαλίσει την αιτούμενη αναστολή αλλά τις πρόνοιες του 10
(1)(δ) οι οποίες καθιστούν την περίπτωση που απλά υπάρχει υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας του πρωτοφειλέτη που δεν έχει εκποιηθεί, ως μία εκ των περιπτώσεων που κατ' εφαρμογή του αρ.9 το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης προς όφελος του εγγυητή. Οι πρόνοιες όμως του αρ. 10
(1)(δ), όπως ρητά αναφέρεται στην εισαγωγή του αρ. 10
(1), εφαρμόζονται μόνο για σκοπούς του αρ. 9 - «. Δικαστήριο διατάσσει δυνάµει του άρθρου 9.», και το εν λόγω αρ. 9 επιτρέπει την έκδοση διατάγματος αναστολής μόνο σε τρεις περιπτώσεις, είτε κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης σε σχέση με το χρέος (αρ.9(α)), η οποία δεν είναι η παρούσα περίπτωση, είτε κατά τον χρόνο έκδοσης απόφασης ή διατάγματος μη αποξένωσης περιουσίας δυνάμει του Αρ. 7 (αρ.9(γ)), που επίσης δεν είναι η παρούσα περίπτωση, είτε οποτεδήποτε μετά την έκδοση της απόφασης για το χρέος (αρ.9(β)), που είναι η παρούσα περίπτωση, τηρουμένων όμως των διατάξεων του 10
(1)(β). Με άλλα λόγια, εφόσον στην υπό κρίση περίπτωση η αναστολή ζητείται να διαταχθεί μετά την έκδοση απόφασης σε σχέση με το χρέος, μόνο οι πρόνοιες του 9(β) μπορούν να εφαρμοστούν, οι οποίες είναι και οι πρόνοιες επί των οποίων εδράζεται η αίτηση. Συνεπεία όμως του συγκεκριμένου λεκτικού που ο Νομοθέτης εν τη σοφία του χρησιμοποίησε στο εν λόγω άρθρο, ανεξαρτήτως της περίπτωσης του αρ.10
(1)που θα επικαλεστεί ο εγγυητής, μόνο αν ικανοποιούνται οι πρόνοιες του αρ. 10
(1)(β) μπορεί να διαταχθεί η αναστολή και για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, οι εν λόγω πρόνοιες δεν ικανοποιούνται στην προκειμένη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση όμως η αιτούμενη αναστολή δεν θα μπορούσε να διαταχθεί και για τον εξής επιπρόσθετο λόγο. Όπως έχουν ισχυριστεί οι καθ' ων η αίτηση και δεν έχει αμφισβητηθεί από τη Γεωργίου, το ακίνητο που είναι υποθηκευμένο προς εξασφάλιση του χρέους της πρωτοφειλέτιδας ανήκει κατά το μεγαλύτερο μέρος του σε έναν εκ των άλλων εγγυητών της τελευταίας αφού σ' αυτή, την πρωτοφειλέτιδα δηλαδή, ανήκει μόλις το 1/20 του ακινήτου, το οποίο μάλιστα αξίζει μόλις το 1/10 του χρέους, ήτοι περί τις €20.
- Ακόμη και αν μπορούσε λοιπόν να διαταχθεί η αιτούμενη αναστολή, τότε μια τέτοια διαταγή, όπως εύστοχα επισημαίνουν και οι καθ' ων η αίτηση, θα συνεπάγετο την ανάγκη εξισορρόπησης, όχι των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ εγγυητή και πρωτοφειλέτη, που είναι και ο σκοπός του Ν.197(Ι)/03, αλλά των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που υφίστανται μεταξύ συνεγγυητών και δη συνεγγυητών που δεν λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία. Αυτό γιατί αναστολή της υποχρέωσης του εγγυητή να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος μέχρι να πωληθεί τουλάχιστον το ιδιοκτησιακό μερίδιο του πρωτοφειλέτη, θα συνεπάγεται εμμέσως πλην σαφώς την επιβολή υποχρέωσης στους καθ' ων η αίτηση να εκποιήσουν και το ιδιοκτησιακό συμφέρον του άλλου εγγυητή, ο οποίος όμως εκ της ιδιότητας του αυτής τυγχάνει της ίδιας προστασίας με την εδώ εγγυήτρια Γεωργίου. Και το αναφέρω τούτο μη παραγνωρίζοντας και το ότι αν ο οποιοσδήποτε εκ των εγγυητών εξοφλήσει ο ίδιος το χρέος του πρωτοφειλέτη ή μέρος αυτού, τότε ο εν λόγω εγγυητής ενδεχομένως να δικαιούται να στραφεί εναντίον τόσο του πρωτοφειλέτη όσο και των άλλων εγγυητών και συνοφειλετών του για να ανακτήσει τα χρήματα που κατέβαλε. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς από όποια σκοπιά και αν ήθελε ιδωθεί η παρούσα αίτηση αυτή δεν μπορεί να εγκριθεί στη βάση των νομοθετικών προνοιών επί των οποίων εδράζεται. Των πιο πάνω λεχθέντων, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι για σκοπούς πληρότητας δεν έχω παραγνωρίσει το ενδεχόμενο η αίτηση να μπορούσε να προσεγγιστεί με γνώμονα τη συνηθισμένη εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης δυνάμει των προνοιών της Δ.
- Πέραν όμως του ότι η εν λόγω διάταξη δεν αποτελεί μέρος της νομικής βάσης επί της οποίας προωθείται η αίτηση, δεν προβάλλεται ούτε και οτιδήποτε το σχετικό στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση που να αφορά ή να δικαιολογεί την διαταγή αναστολής δυνάμει της Δ.40, αφού, ως έχω ήδη αναφέρει, η αιτούμενη αναστολή εδράζεται μόνο στο γεγονός ότι υπάρχει υποθηκευμένη περιουσία της πρωτοφειλέτιδας η οποία δεν έχει εκποιηθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την αίτηση για οικονομική εξέταση της αιτήτριας, ημερ. 01/09/2020, αυτή ορίζεται για οδηγίες στις 08 Οκτωβρίου 2021 και ώρα 09:
- (Υπ.)........... Πιστόν Αντίγραφο Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο