Αναφορικά με την Αίτηση από τη Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Γενική Αίτηση: 268/2020, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 268/2020 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 Μέρος VIA ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και Αναφορικά με την Αίτηση από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτρια Δυνάμει Ειδοποίησης Υποκατάστασης ημ. 2.7.21 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 Μέρος VIA ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και Αναφορικά με την Αίτηση από τη Themis Portfolio Management Holdings Ltd Αιτήτρια Αίτηση ημ. 2.3.21 από τον AB για παραμερισμό και ή ακύρωση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και της υποκατάστατης επίδοσης Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για τον AB - Αιτητή: κα Μ. Κωνσταντίνου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τη Themis Portfolio Management Holdings Ltd - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ. Αντωνίου για Chrysses Demetriades & Co LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής ζητά διατάγματα με τα οποία να παραμερίζονται και ή ακυρώνονται (
- i)το διάταγμα ημ. 6.11.20 για την υποκατάστατη επίδοση των ειδοποιήσεων Ι, ΙΑ, ΙΒ, ΙΓ, του Δελτίου Α και οποιωνδήποτε άλλων ειδοποιήσεων εκδόθηκαν και θα εκδοθούν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στα πλαίσια της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων του Αιτητή διά επίδοσης μέσω ιδιώτη επιδότη στις δικηγόρους EM και ΓΓ (
- ii)η υποκατάστατη επίδοση στις 16.12.20 της ειδοποίησης Ι στις προαναφερόμενες δικηγόρους και (iii) η υποκατάστατη επίδοση στις 15.2.21 των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ στις προαναφερόμενες δικηγόρους. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του Αιτητή. Στην ένορκη του δήλωση ο Αιτητής αρχικά αναφέρεται στις προσωπικές και επαγγελματικές του συνθήκες και ειδικότερα ότι κατάγεται από το Ιράν και μεγάλωσε στην Κύπρο όπου πολιτογραφήθηκε αποκτώντας ο ίδιος και η οικογένεια του Κυπριακή υπηκοότητα. Ο Αιτητής δηλώνει ότι από το 2002 ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου και λόγω της φύσης της εργασίας του δεν έχει συχνές επαφές με την οικογένεια του και αναγκάζεται να ταξιδεύει και διαμένει στο εξωτερικό αλλά και στην Κύπρο. Ο Αιτητής αναφέρει ότι όταν κατά καιρούς επισκέπτεται την οικογένεια του η οποία διαμένει μόνιμα στην Κύπρο, διαμένει με τη μητέρα του στην πατρική τους οικία στην οδό ., Λευκωσία. Ακολούθως ο Αιτητής περιγράφει το όλο ιστορικό των γεγονότων σε σχέση με τις δανειακές του υποχρεώσεις προς την Τράπεζα. Συγκεκριμένα, αναφέρει πως τον Μάιο του 2020 εξουσιοδότησε τη διαμεσολαβήτρια ΜΣ να προβεί σε διαπραγμάτευση με την Τράπεζα για τον σκοπό διευθέτησης των δανειακών του υποχρεώσεων, στα πλαίσια της οποίας πληροφορήθηκε για την καταχώριση αγωγής και την εξασφάλιση ερήμην απόφασης και διατάγματος πώλησης εναντίον του. Σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, ο ίδιος ουδέποτε είχε λάβει γνώση της αγωγής και γι΄ αυτό αποτάθηκε και διόρισε δια πληρεξουσίου τις δικηγόρους ΕΜ και ΓΓ για να ερευνήσουν τον φάκελο της αγωγής. Οι δικηγόροι του τον συμβούλευσαν πως θα έπρεπε να υποβάλει αίτηση για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και του σύστησαν το δικηγορικό γραφείο ΜΒ προς τούτο. Έτσι τερμάτισε τις υπηρεσίες των εν λόγω δικηγόρων και διόρισε το γραφείο ΜΒ για να προβεί στα δέοντα. Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως μετά την επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ και έρευνας του φακέλου της υπό κρίση Γενικής Αίτησης, διεφάνη ότι στις εν λόγω ειδοποιήσεις αναγράφεται διεύθυνση του Αιτητή στο Ηνωμένο Βασίλειο και ότι η Τράπεζα χρησιμοποιεί διάφορες διευθύνσεις κατά το δοκούν και καταχρηστικά, αποκρύβοντας από το Δικαστήριο τη διεύθυνση του στο εξωτερικό στην οποία εν πάση περιπτώσει ο ίδιος αρνείται ότι διέμενε ποτέ. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1. Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη. 2. Δεν αποκαλύπτονται ικανοποιητικοί λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 3. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει ανεδαφικούς και ή αντιφατικούς και ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς και ή εκ των υστέρων σκέψεις προς αποφυγή των νομικών υποχρεώσεων του Αιτητή. 4. Το διάταγμα ημ. 6.11.20 είναι πλήρως δικαιολογημένο και ορθό. 5. Το διάταγμα ημ. 6.11.20 εκδόθηκε στη βάση ικανοποιητικού μαρτυρικού υπόβαθρου ότι με τον αιτούμενο τρόπο επίδοσης ο Αιτητής θα λάμβανε γνώση της υπό κρίση δικαστικής διαδικασίας και ή των ειδοποιήσεων πλειστηριασμού. 6. Αποτελούσε αδιαμφισβήτητο γεγονός πως το δικηγορικό γραφείο της ΕΜ και της ΓΓ είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο επικοινωνία με τον Αιτητή και ή ήταν οι διορισμένες δικηγόροι του. 7. Ουδέποτε ο Αιτητής ενημέρωσε την Τράπεζα για την αλλαγή των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν. 8. Ο Αιτητής έλαβε γνώση για το περιεχόμενο των επίδικων ειδοποιήσεων μέσω της επίδοσης τους στις εν λόγω δικηγόρους με βάση το διάταγμα ημ. 6.11.20. 9. Η όλη δικονομική συμπεριφορά του Αιτητή είναι κακόπιστη και καταχρηστική. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΚΑ (εφεξής «ο ΚΑ»), υπάλληλου στην Τράπεζα Κύπρου και εκ των λειτουργών που χειρίζονται την υπόθεση. Σε αυτή ο ΚΑ με τη σειρά του αναφέρεται λεπτομερώς στην εξέλιξη των γεγονότων από τη σύναψη της συμφωνίας δανείου και την παραχώρηση της υποθήκης από τον Αιτητή μέχρι και την επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ και βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Το υπό κρίση διάταγμα ημ. 6.11.20 για υποκατάστατη επίδοση εκδόθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημ. 2.9.20 στην παρούσα Γενική Αίτηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ή παραμερίσει διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς παρέχεται από τη Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον οποίο στηρίζεται, μεταξύ άλλων, η Αίτηση. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Το ζήτημα της επίδοσης και της υποκατάστατης επίδοσης διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.5 και της Δ.5Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 132, υποκατάστατη επίδοση διατάσσεται νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πως, για οποιονδήποτε λόγο, δεν είναι δυνατή η έγκυρη προσωπική επίδοση. Στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.ά. v. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, επαναλήφθηκε η αρχή η οποία διατυπώθηκε στην υπόθεση Karim v. Κοδινάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36, πως «το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου» και πως όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για υποκατάστατη επίδοση της διαδικασίας σε διάδικο εκτός δικαιοδοσίας, αυτό μπορεί να συντελεστεί και με επίδοση εντός δικαιοδοσίας (βλ. Ford ν. Shephard [l885] 34 W.R., 63 και Western etc., Building Society v. Rucklidge [1905] 2 Ch.D., 472). Και οι δύο πλευρές δέχονται πως είναι δυνατή η υποκατάστατη επίδοση σε δικηγόρο διαδίκου, όπως αναγνωρίστηκε τόσο στην υπόθεση Karim v. Κοδινάρη (ανωτέρω) όσο και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Σωτήρη Πίττα, Πολ. Αίτηση 125/15, ημ. 18.11.15, πλην όμως αποτελεί βασικό επιχείρημα του Αιτητή πως κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και συνακόλουθα και της διενέργειας της επίδοσης, οι δικηγόροι Μ (εφεξής «η ΕΜ») και Γ (εφεξής «η ΓΓ») δεν τον εκπροσωπούσαν πλέον. Στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών η έκδοση της ερήμην απόφασης ημ. 23.10.17 στην Αγωγή 5212/15 ΕΔ Λευκωσίας υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Αιτητή, συμπεριλαμβανομένης και της έκδοσης διατάγματος εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας του δυνάμει της υπό κρίση υποθήκης Υ.8/
- Η απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ΚΑ. Οι όποιοι ισχυρισμοί του Αιτητή αναφορικά με το νομότυπο της επίδοσης της αγωγής και ή της διαδικασίας έκδοσης της απόφασης δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας αλλά ενδεχομένως άλλης διαδικασίας στα πλαίσια της αγωγής και επομένως δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης για σκοπούς της παρούσας Αίτησης. Είναι δε άξιο απορίας πως ενώ ο Αιτητής αναφέρει πως διόρισε το δικηγορικό γραφείο ΜΒ για να μελετήσει την υπόθεση (αγωγή) και να προχωρήσει με όλα τα απαραίτητα δικονομικά διαβήματα, ο ίδιος δεν προσδιορίζει κατά πόσο και ποια τέτοια διαβήματα έχουν ληφθεί, παρά μόνο ο ΚΑ αναφέρει ότι ο Αιτητής έχει καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού της εκεί εκδοθείσας απόφασης. Παρότι δεν δίδεται άλλη λεπτομέρεια στις ένορκες δηλώσεις εντούτοις ο ισχυρισμός αυτός είναι παραδεκτός στην αγόρευση της Καθ΄ ης, η οποία μάλιστα προσθέτει ότι αυτή καταχωρίστηκε στις 2.3.
- Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό πως περί τα τέλη Μαΐου του 2020 πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία της Τράπεζας μεταξύ λειτουργών της Tράπεζας και της εξουσιοδοτημένης αντιπροσώπου του Αιτητή, ΜΣ (εφεξής «η ΜΣ») κατά την οποία συζητήθηκαν τρόποι διακανονισμού και η ΜΣ (για λογαριασμό του Αιτητή προφανώς) πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης εναντίον του Αιτητή. Και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν περαιτέρω πως περί τα τέλη Ιουλίου του 2020 οι δικηγόροι ΕΜ και ΓΓ αποτάθηκαν στους δικηγόρους της Τράπεζας για να ενημερωθούν σχετικά με την επίδοση και την αγωγή και οι τελευταίοι ζήτησαν σχετικό διοριστήριο για να μπορέσουν να τους δώσουν οποιεσδήποτε πληροφορίες. Πράγματι οι δικηγόροι έστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 21.7.20 προς τους δικηγόρους της Τράπεζας ζητώντας να ενημερωθούν για την επίδοση της αγωγής, επισυνάπτοντας σχετικό διοριστήριο, Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή και αντιστοίχως του ΚΑ. Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου του περιεχόμενου του: «Σε συνέχεια της τηλεφωνικής μας επικοινωνίας επισυνάπτω το Retainer υπογεγραμμένο από τον πελάτη μας κ. BΑ. Παρακαλώ όπως έχουμε αντίγραφα όλων των εγγράφων επίδοσης της αγωγής στον Εναγόμενο. Ο πελάτης μας ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε την αγωγή με DHL ή άλλως πως. Ο πελάτης μας ενημερώθηκε για την αγωγή και την έκδοση της απόφασης εναντίον του μέσω της συναδέλφου κ. ΜΣ η οποία είχε αναλάβει τη διαμεσολάβηση προς επίτευξη συμβιβασμού των διαφορών του πελάτη μας με την Τράπεζα Κύπρου. Σε αυτή τη διαδικασία ο πελάτης μας θα εκπροσωπείται από τα γραφεία μας.» Ο Αιτητής ισχυρίζεται πως ζήτησε άμεσα από τις δικηγόρους του να τον ενημερώσουν για όλα τα νομικά δικαιώματα και για τα επόμενα δικονομικά διαβήματα του και αυτές του ανέφεραν πως πέραν της έρευνας στον φάκελο ήταν απαραίτητο να τις εφοδιάσει με αντίγραφα όλων των τραπεζικών εγγράφων και συμφωνιών που αφορούν την αγωγή. Τα οποία όμως δεν είχε στην κατοχή του και βρίσκονταν στην κατοικία της μητέρας του στην Κύπρο. Ο Αιτητής συνεχίζει λέγοντας ότι στις 28.7.20 οι δικηγόροι του προέβησαν σε έρευνα, ότι μερικές μέρες αργότερα κατάφεραν να λάβουν αντίγραφα της δικογραφίας, ότι τον ενημέρωσαν ωστόσο πως θα πρέπει να προχωρήσει με υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της απόφασης και τέλος ότι ήταν κρίσιμο να προσχωρήσει άμεσα γιατί η Τράπεζα θα μπορούσε να προχωρήσει με διαδικασία εκποίησης της περιουσίας του. Για τον σκοπό αυτό του σύστησαν το δικηγορικό γραφείο ΜΒ το οποίο, ως του ανέφεραν, έχει πείρα σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Εξ ου, σύμφωνα πάντα με τον Αιτητή, στις 29.7.20 τερμάτισε τις υπηρεσίες των δικηγόρων και επισυνάπτει σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, Τεκμήριο
- Ο Αιτητής αναφέρει πως μερικές βδομάδες αργότερα, όταν κατάφερε να εντοπίσει τα σχετικά τραπεζικά έγγραφα και αφού εφοδίασε το γραφείο ΜΒ με σχετικό έγγραφο διορισμού δικηγόρου στις 25.8.20, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8, καθώς επίσης και με τα αντίγραφα της δικογραφίας τα οποία έλαβαν οι πρώην δικηγόροι του, τους ζήτησε να μελετήσουν την υπόθεση και να προχωρήσουν με όλα τα απαραίτητα δικονομικά διαβήματα. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Αιτητή ως προς τις συνθήκες τερματισμού υπηρεσιών των πρώην δικηγόρων του και διορισμού των νέων όντως παρουσιάζουν ασάφειες και αντιφάσεις, όπως ορθώς επισημαίνει ο ΚΑ. Κατ΄ αρχάς ασαφής παραμένει η αναφορά του Αιτητή για το πότε οι δικηγόροι του ΑΜ και ΓΓ έλαβαν αντίγραφα της δικογραφίας της αγωγής, καθότι ο Αιτητής αναφέρεται σε μερικές μέρες αργότερα της 28.7.
- Εκτός του ότι δεν προσδιορίζεται η ημερομηνία, εντούτοις ο ισχυρισμός περί τερματισμού των υπηρεσιών των δικηγόρων του στις 29.7.20 δεν συνάδει με τους λοιπούς προγενέστερους ισχυρισμούς του. Και τούτο, καθότι δεν είναι δυνατό ούτε και λογικό από τη μια οι δικηγόροι του να έλαβαν αντίγραφα της δικογραφίας μερικές μέρες μετά τις 28.7.20 και τότε να τον ενημέρωσαν για την άμεση ανάγκη καταχώρισης αίτησης παραμερισμού της απόφασης και από την άλλη πριν τη λήξη αυτής της προθεσμίας και δη την επομένη να τερμάτισε τις υπηρεσίες τους. Με άλλα λόγια, δεν χωρεί στη λογική ότι οι κατ΄ ισχυρισμό πρώην δικηγόροι του Αιτητή έλαβαν τη δικογραφία μερικές μέρες μετά τις 28.7.20 και τον συμβούλευσαν να καταχωρίσει άμεσα αίτηση παραμερισμού ενώ από τις 29.7.20 κιόλας ο Αιτητής είχε τερματίσει τις υπηρεσίες τους. Περαιτέρω τα σχετικά έγγραφα τα οποία παρουσιάζει ο Αιτητής δεν υποστηρίζουν τις θέσεις του. Κατ΄ αρχάς στο Τεκμήριο 7 περιλαμβάνεται ένα ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 29.7.20 και ώρα 15:58 από τον Αιτητή προς το γραφείο Γ με το οποίο υποβάλλεται η παράκληση για αποδοχή του συνημμένου και του «παρόντος» ηλεκτρονικού μηνύματος ως επιβεβαίωση της πρόθεσης αντικατάστασης του γραφείου τους με το συστηθέν γραφείο Β και εκφράζονται ευχαριστίες για όλες τις μέχρι τότε προσπάθειες τους. Στο Τεκμήριο 7 υπάρχει και μια επιστολή ημ. 29.7.20 προς τη ΓΓ στην οποία και πάλι ο Αιτητής αναφέρει την πρόθεση του για τερματισμό των υπηρεσιών των δικηγόρων και διορισμό του γραφείου Β. Είναι ορθή η θέση του ΚΑ πως αυτή η επιστολή δεν καταδεικνύει τον τρόπο αποστολής της ούτε και την ημερομηνία παραλαβής της. Επιπλέον ο ισχυρισμός του Αιτητή περί διορισμού του γραφείου Β και υπογραφής του διοριστήριου δικηγόρου στις 25.8.20 αφενός δεν επιβεβαιώνεται από το ίδιο το διοριστήριο, Τεκμήριο 8, το οποίο δεν φέρει ημερομηνία και αφετέρου από το ηλεκτρονικό μήνυμα, μέρος του Τεκμηρίου 7, με ημερομηνία 1.3.21 και ώρα 09:28 το οποίο απευθύνεται από τη ΜΚ του γραφείου Β προς τη διεύθυνση ΜΒ & Συνεργάτες με θέμα «FW: Please sign and stamp» και με συνημμένη «BOC Case Legal Representation.pdf». Το περιεχόμενο αυτού του μηνύματος είναι αυτόδηλο. Σαφώς αφορά στην υπογραφή και σφράγιση του συνημμένου διοριστήριου για την εκπροσώπηση στην αγωγή από την Τράπεζα Κύπρου. Άγνωστο και ανεξήγητο παραμένει στο Δικαστήριο πώς ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι υπέγραψε το διοριστήριο στις 25.8.20, αυτό (το διοριστήριο) να υπεγράφη ενδεχομένως από τον δικηγόρο ΜΒ ή άλλο δικηγόρο του γραφείου επτά ολόκληρους μήνες αργότερα την 1.3.21 και μάλιστα μετά την επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ΙΒ. Υπενθυμίζεται ότι τόσο η αίτηση παραμερισμού της απόφασης στην αγωγή όσο και η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκαν στις 2.3.
- Η κατάσταση συγχέεται ακόμα περισσότερο για τον λόγο ότι αμέσως κάτω από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, φαίνεται η αποστολή μηνύματος από τον Αιτητή προς τη ΓΓ με ημερομηνία 26.2.21 και ώρα 11:37 και με το ίδιο ακριβώς θέμα «FW: Please sign and stamp». Αυτοί οι ισχυρισμοί είναι ασαφείς και αλληλοσυγκρουόμενοι και ταυτόχρονα το Τεκμήριο 7 δεν παρουσιάζει μια ξεκάθαρη εικόνα των γεγονότων, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατο για το Δικαστήριο να τους δεχθεί και αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτούς. Εκτός του ότι το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τους εν λόγω ισχυρισμούς του Αιτητή, αναντίλεκτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός του ΚΑ πως ουδέποτε η Τράπεζα ενημερώθηκε είτε για την παύση των δικηγόρων, τις οποίες ο Αιτητής είχε αρχικά διορίσει είτε για την αντικατάσταση τους από το γραφείο Β. Άλλωστε ούτε και έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε από πλευράς Αιτητή που να καταδεικνύει τέτοια ενημέρωση ή ακόμα για ενημέρωση της Τράπεζας ή των δικηγόρων της περί του διορισμού του γραφείου Β σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την καταχώριση της υπό κρίση Γενικής Αίτησης και της έκδοσης του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η αναφορά του Αιτητή πως μετά την επίδοση στις 16.12.20 της ειδοποίησης Ι στις δικηγόρους ΕΜ και ΓΓ, (σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα ημ. 6.11.20 για υποκατάστατη επίδοση), αυτές τον πληροφόρησαν για το γεγονός και ο Αιτητής αποτάθηκε στο γραφείο ΜΒ οι οποίοι έκαναν έρευνα στον φάκελο στις 29.12.20 και κατόπιν οδηγιών του Αιτητή προέβησαν σε μέτρα για τον παραμερισμό του διατάγματος. Σύμφωνα με τον Αιτητή, οι δικηγόροι τον πληροφόρησαν ότι λόγω των μέτρων για την πανδημία, ήταν αδύνατη η καταχώριση δικογράφων μέχρι και τις 8.2.21 και εν τω μεταξύ στις 15.2.21 η Τράπεζα προχώρησε με τη διαδικασία εκποίησης επιδίδοντας στις δικηγόρους τις ειδοποιήσεις ΙΑ και ΙΒ. Αυτοί οι ισχυρισμοί αποτελούν αντικείμενο άρνησης από τον ΚΑ και εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο από το οποίο αυτοί να επιβεβαιώνονται. Αντιθέτως, έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι το γραφείο ΜΒ δεν ενημέρωσε πάραυτα τους δικηγόρους της Τράπεζας για την ανάληψη εκπροσώπησης του Αιτητή και κυρίως την πρόθεση τους για καταχώριση αίτησης παραμερισμού του διατάγματος, ούτως ώστε ενδεχομένως να σταματούσε η διαδικασία πλειστηριασμού καθ΄ ον χρόνο οι προθεσμίες καταχώρισης τέτοιας αίτησης είχαν ανασταλεί. Είναι επίσης άξιον απορίας γιατί οι δικηγόροι δεν καταχώρισαν ενωρίτερα την αίτηση παραμερισμού, ήτοι αμέσως μετά τις 8.2.21, παρά μόνο καταχώρισαν τόσο μονομερή αίτηση όσο και την υπό κρίση δια κλήσεως Αίτηση στις 2.3.21, δηλαδή ένα μήνα αργότερα. Επομένως, ούτε και αυτοί οι ισχυρισμοί είναι ικανοί να καταδείξουν και πείσουν το Δικαστήριο πως ο Αιτητής είχε όντως αποταθεί στους δικηγόρους ΜΒ σε οποιονδήποτε χρόνο προηγουμένως και σίγουρα κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης και επίδοσης των ειδοποιήσεων σύμφωνα με το διάταγμα. Αντιθέτως όλα τα στοιχεία καταδεικνύουν πως η αλλαγή δικηγόρων έγινε περί τα τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου 2021, οπότε και του ζητήθηκε η υπογραφή του νέου διοριστηρίου για να προχωρήσουν τα ένδικα μέσα που έλαβε το γραφείο Β. Εν πάση περιπτώσει και σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, συνάγεται ως εύλογο το συμπέρασμα πως κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρισης της μονομερούς αίτησης για υποκατάστατη επίδοση και έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι δικηγόροι ΕΜ και ΓΓ εξακολουθούσαν να εκπροσωπούν τον Αιτητή στα πλαίσια των διαβουλεύσεων μεταξύ των δύο μερών με στόχο την πιθανή εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης και επομένως βρίσκονταν σε επικοινωνία και είχαν τη δυνατότητα επικοινωνίας με τον πελάτη τους. Εδώ παρεμβάλλεται ο αναντίλεκτος ισχυρισμός του ΚΑ πως κατά τον χρόνο καταχώρισης της παρούσας Γενικής Αίτησης, η Τράπεζα γνώριζε ότι οι ΕΜ και ΓΓ ήταν οι διορισμένες από τον Αιτητή δικηγόροι για να τον εκπροσωπούν στην εν εξελίξει διαδικασία συμβιβασμού. Η αναφορά της δικηγόρου του Αιτητή πως από τις 21.7.20 μέχρι και την καταχώριση της παρούσας Γενικής Αίτησης δεν έγινε οποιαδήποτε επικοινωνία ή άλλη συνάντηση για τον σκοπό διευθέτησης μεταξύ της Τράπεζας και των τότε δικηγόρων του Αιτητή δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν καθότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία. Η θέση της δικηγόρου του Αιτητή πως η εκπροσώπηση του από τις δύο δικηγόρους αφορούσε συγκεκριμένο και περιορισμένο σκοπό δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία, καθότι το ουσιώδες είναι το ότι υπήρχε η εύλογη προσδοκία πως ο Αιτητής θα ενημερωνόταν από αυτές για την επίδοση των ειδοποιήσεων, όπως και έγινε. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση Karim v. Κοδινάρη (ανωτέρω), από την οποία παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η δήλωση του δικηγόρου του κ. Παναγιώτου ότι δεν έχει οδηγίες να εκπροσωπήσει τον εναγόμενο και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να αποδεκτεί εκ μέρους του επίδοση της αγωγής δεν αποκλείει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σ' αυτόν ως υποκατάστατου τρόπου επίδοσης στον εναγόμενο. . Καταλήγω ότι έχουν θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον εναγόμενο στο εξωτερικό. Εφόσον η διεύθυνση του είναι άγνωστη κρίνω ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα το κλητήριο ένταλμα να τεθεί υπόψη του με την επίδοση του στο δικηγόρο Α. Παναγιώτου ο οποίος τον είχε εκπροσωπήσει στην αγωγή και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να γνωρίζει τη διεύθυνση του εναγόμενου και να του κοινοποιήσει την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Συγχρόνως διατάσσεται η ανάρτηση του εντάλματος στον πίνακα ειδοποιήσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Τονίζεται ότι, με βάση τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης έχει φανεί πως πράγματι οι δικηγόροι που παρέλαβαν ήταν σε θέση και ενημέρωσαν άμεσα τον Αιτητή για την επίδοση όλων των ειδοποιήσεων. Ο Αιτητής εγείρει και ζήτημα παρουσίασης ψευδών στοιχείων και ή απόκρυψης στοιχείων αναφορικά με τη διεύθυνση διαμονής του από πλευράς της Τράπεζας και παραπέμπει σε διάφορα έγγραφα τα οποία του έχουν σταλεί και αναγράφουν διαφορετικές διευθύνσεις. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση, ο ΚΑ αναφέρει πως η Τράπεζα προσπάθησε ανεπιτυχώς να επιδώσει στον Αιτητή τις ειδοποιήσεις Ι με διπλοσυστημένο Ταχυδρομείο και με ιδιώτη επιδότη στη διεύθυνση ., Λευκωσία. Σύμφωνα με τον ΚΑ και όπως φαίνεται από τα σχετικά έγγραφα του Ταχυδρομείου, Τεκμήριο ΣΤ, ο Αιτητής δεν παρέλαβε τις ειδοποιήσεις, ενώ σύμφωνα με την ειδοποίηση του επιδότη ημ. 29.1.20, Τεκμήριο Ζ, αυτός εγκατέλειψε τη δοθείσα διεύθυνση. Ο ΑΚ ισχυρίζεται πως συνέχισαν τις προσπάθειες εντοπισμού της διεύθυνσης του Αιτητή και σε κάποιο στάδιο επικοινώνησε μαζί τους η ΜΣ η οποία παρουσιάστηκε ως η εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος του για τον σκοπό συζήτησης προς διευθέτηση και ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Αιτητής βρισκόταν στο εξωτερικό. Ενώ η Τράπεζα εξέταζε τη δυνατότητα αίτησης για υποκατάστατη επίδοση, επικοινώνησαν οι δικηγόροι ΕΜ και ΓΓ περί τα τέλη Ιουλίου του 2020 ζητώντας να ενημερωθούν για την επίδοση της αγωγής και ακολούθησε η παράκληση για διοριστήριο το οποίο οι δικηγόροι απέστειλαν στις 21.7.20, Τεκμήριο Η. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ο ισχυρισμός της δικηγόρου του Αιτητή ότι η Τράπεζα εκμεταλλεύεται το επάγγελμα του Αιτητή για να επικαλεστεί προσπάθεια εκ μέρους του για αποφυγή της επίδοσης δεν βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ΚΑ που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση για υποκατάστατη επίδοση. Πουθενά δεν αναφέρεται ή αφήνεται να νοηθεί κάτι τέτοιο. Αντιθέτως ο ΚΑ επικαλείται μόνο την αδυναμία προσωπικής επίδοσης λόγω εγκατάλειψης της δοθείσας διεύθυνσης του Αιτητή στην Κύπρο και της μη γνώσης του τόπου και της διεύθυνσης διαμονής του. Στις ειδοποιήσεις Ι, ΙΑ και ΙΒ οι οποίες δεν αμφισβητείται πως επιδόθηκαν σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου, αναγράφεται ως διεύθυνση του Αιτητή η ., United Kingdom. Όπως αναφέρει ο ΑΚ στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και παρέμεινε αναντίλεκτο, τόσο στη συμφωνία δανείου όσο και στη σύμβαση υποθήκης, η δοθείσα από τον Αιτητή διεύθυνση ήταν η ., Λευκωσία, Τεκμήρια 3 και
- Μάλιστα, ούτε και αμφισβητήθηκε ότι αυτή η διεύθυνση όντως εγκαταλείφθηκε. Ο Αιτητής βασίζεται στην αποστολή διαφόρων εγγράφων από την Τράπεζα στα οποία φέρονται διάφορες διευθύνσεις του, όπως στην προειδοποιητική επιστολή ημ. 31.8.15 η διεύθυνση P.O.Box ., Λευκωσία, στην επιστολή τερματισμού ημ. 14.9.15 και στην αγωγή η διεύθυνση Βασιλίσσης Όλγας, στην παλαιότερη ειδοποίηση Ι ημ. 30.6.20 η διεύθυνση στο Λονδίνο και στην αίτηση για επίδοση της αγωγής επίσης στο Λονδίνο, Τεκμήρια 15-
- Παρά ταύτα, είναι άξιον απορίας πως ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αρνείται κατηγορηματικά ότι διέμενε οποτεδήποτε στην εν λόγω διεύθυνση στο Λονδίνο. Από τη στιγμή που ο ίδιος αρνείται ότι διέμενε εκεί, και η δοθείσα από τον ίδιο διεύθυνση στη συμφωνία δανείου και στη σύμβαση υποθήκης στην οποία αφορά η υπό κρίση διαδικασία πλειστηριασμού έχει εγκαταλειφθεί, τότε ορθώς η Τράπεζα, αφού δεν γνώριζε πού βρισκόταν και διέμενε ο Αιτητής, προχώρησε με την αίτηση για υποκατάστατη επίδοση και αδίκως και αβάσιμα ο Αιτητής παραπονείται πως η Τράπεζα παρέλειψε να αποκαλύψει και ή αναφερθεί στη διεύθυνση στην Αγγλία. Άλλωστε είναι σημαντικό να λεχθεί πως ο ίδιος ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν έχει σταθερό και μόνιμο τόπο διαμονής καθότι, λόγω της φύσης του επαγγέλματος του, ταξιδεύει και διαμένει σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί πως η υποκατάστατη επίδοση με τη μονομερή αίτηση αφορούσε και αποσκοπούσε την επίδοση ειδοποιήσεων στα πλαίσια πώλησης ενυπόθηκης περιουσίας με πλειστηριασμό δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/65, το άρθρο 44ΙΕ του οποίου δίδει την ερμηνεία του όρου «επίδοση» ως εξής: « «επίδοση» σηµαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας µε συστηµένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραµµένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισµένη σε µητρώο του Τµήµατος Κτηµατολογίου και Χωροµετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει µε οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσµούς Πολιτικής Δικονοµίας, περιλαµβανοµένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης µε διάταγµα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης: Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει µε οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισµό, διεθνή σύµβαση, νόµο, δευτερογενή νοµοθεσία ή διαδικαστικό κανονισµό ισχύει στη Δημοκρατία.» Σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου, διαφαίνεται πως η διεύθυνση στην οποία θα πρέπει να γίνει η επίδοση είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση του ενυπόθηκου οφειλέτη ή η διεύθυνση που είναι καταχωρημένη στο μητρώο του Κτηματολογίου. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τον χρόνο υποβολής της μονομερούς αίτησης, ήταν άγνωστη η διεύθυνση διαμονής του Αιτητή ενώ στις συμβάσεις ήταν δηλωμένη η διεύθυνση του στη Λευκωσία. Από τη στιγμή που η τελευταία γνωστή του διεύθυνση ήταν αυτή στη Λευκωσία η οποία ήταν και η δηλωθείσα στις συμβάσεις διεύθυνση, τότε σαφώς και ήταν αδύνατο για την Τράπεζα να επιδώσει οποιαδήποτε ειδοποίηση στον Αιτητή προσωπικά και δικαιολογημένα αποτάθηκε στο Δικαστήριο για υποκατάστατη επίδοση. Επομένως, θεωρώ ότι σύμφωνα με το τεθέν υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης για υποκατάστατη επίδοση η Τράπεζα αποκάλυψε όλα τα απαραίτητα και σχετικά στοιχεία, χωρίς να παραπλανήσει με οποιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο και ο Αιτητής δεν κατάφερε να καταδείξει πως το εν λόγω διάταγμα κακώς εκδόθηκε. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει, χωρίς να καθίσταται ανάγκη εξέτασης των υπόλοιπων λόγων ένστασης ή των θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο