Φυρίλλα ν. Ιωάννου κ.α., Αρ. Αγωγής: 78/18, 1/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A373 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 78/18 Μεταξύ: XXXXX Φυρίλλα Ενάγοντα και
- XXXXX Ιωάννου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας διά μέσου του Υπουργείου Παιδείας
- Πανεπιστημίου Κύπρου Εναγομένων ---------------------------------------------------- (Αίτηση από εναγόμενη 1 ημερ. 07/06/20 για αντεξέταση) Ημερομηνία: 01 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντας: Ο ίδιος αυτοπροσώπως Για εναγόμενη 1: κ. Κ. Καντούνας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εκδοχή του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, η οποία συνιστά υπόθεση ταχείας εκδίκασης αφού η επίδικη διαφορά δεν υπερβαίνει τις €3000, έχει συνοψισθεί στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 21/06/19 υπό άλλη σύνθεση, στα πλαίσια αίτησης που είχε τότε καταχωρήσει η εναγόμενη 1 για διαγραφή της αγωγής. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Με την επίδικη αγωγή ο ενάγων αξιώνει εναντίον των εναγομένων το ποσό των €400,00 το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του επιβαρύνθηκε για τη φύλαξη εγγράφων των φοιτητών του Πανεπιστημίου Κύπρου των οποίων καθηγήτρια ήταν η εναγόμενη 1 η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Παιδείας και/ή του Πανεπιστημίου Κύπρου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του διέμενε μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά του στο ισόγειο μίας διώροφης οικοδομής στον όροφο της οποίας διέμενε η εναγόμενη 1 μαζί με την οικογένειά της μέχρι το
- Ισχυρίζεται ότι στις 11.1.2018 και περί ώρα 1:00 το πρωί διαπίστωσε ότι άγνωστο πρόσωπο είχε εισέλθει εντός της αυλής της οικίας του ισογείου και όταν ο ίδιος εκφόβισε το εν λόγω πρόσωπο, αυτό διέφυγε εγκαταλείποντας εκεί κάποιους χάρτινους φακέλους στους οποίους ο ενάγων διαπίστωσε ότι υπήρχαν διάφορα έγγραφα. Τα εν λόγω έγγραφα ήταν γραπτά και/ή μελέτες και/ή στοιχεία των φοιτητών των οποίων καθηγήτρια ήταν η εναγόμενη
- Παρά το γεγονός ότι ειδοποίησε τους εναγόμενους να παραλάβουν τα εν λόγω έγγραφα αυτοί αρνήθηκαν να το πράξουν και ο ίδιος επειδή δεν γνώριζε τι να πράξει ανέθεσε τη φύλαξή τους σε τρίτο πρόσωπο στο οποίο κατέβαλε το ποσό των €400,00.» Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του λοιπόν, πέραν των προαναφερθέντων €400, ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους και γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις για παραβίαση του δικαιώματος του στην οικογενειακή κατοικία και στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή συνεπεία της αμέλειας τους και/ή της από μέρους τους παράβασης των θέσμιων καθηκόντων τους, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για ψυχική ταλαιπωρία συνεπεία του ότι εκτέθηκε, ως ισχυρίζεται, σε προσωπικά δεδομένων τρίτων προσώπων χωρίς να γνωρίζει τι πρέπει να κάμει. Στη δική της υπεράσπιση η εναγόμενη 1, η οποία αναφέρει ότι εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας και κατά διαστήματα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, ισχυρίζεται ότι εκείνη και ο αποβιώσαντας πλέον σύζυγος της, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω φάνηκε ότι ήταν ο αδερφός του ενάγοντα, διέμεναν μέχρι το 2015 σε κατοικία που βρισκόταν πάνω από την κατοικία του ενάγοντα. Σύμφωνα με την εναγόμενη 1, στην κάθε κατοικία αναλογούσε μία εκ των δύο αποθηκών που υπήρχαν στο ισόγειο του κτηρίου και στη δική της αποθήκη, αυτή, ως ισχυρίζεται, φύλαττε κατά καιρούς διάφορα γραπτά/εργασίες/μελέτες των φοιτητών της. Σταμάτησε όμως να το πράττει αυτό όταν διαπίστωσε την 01/11/15 ότι άγνωστο πρόσωπο είχε διαρρήξει την εν λόγω αποθήκη αφαιρώντας τις πόρτες και τα παράθυρα. Επειδή, ισχυρίζεται η εναγόμενη 1, ο ενάγοντας ήταν ένα από τα πρόσωπα που είχαν πρόσβαση στην αποθήκη της και επειδή οι μεταξύ τους σχέσεις ήταν πολύ κακές, σε σημείο μάλιστα που στο παρελθόν αυτός την είχε καταγγείλει στο Υπουργείο ότι δεν φύλαττε με ασφάλεια τα γραπτά των φοιτητών της, όταν αυτή κατήγγειλε την διάρρηξη στην Αστυνομία κατονόμασε τον ενάγοντα ως ένα πιθανό δράστη. Κατά την εναγόμενη 1, η παρούσα αγωγή, η οποία αφορά σε δήθεν διαρροή γραπτών των φοιτητών της το 2018, δεν είναι μόνο ανυπόστατη αφού η ίδια έπαυσε από το Νοέμβριο 2015 να διαμένει στην κατοικία και να φυλάττει τέτοια γραπτά στην αποθήκη, αλλά είναι και έκδηλο ότι συνιστά αποκλειστικά κατασκεύασμα του ενάγοντα, αφού είναι προφανές ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που εισήλθε στην αποθήκη το 2015 και ότι έκτοτε κρατεί διάφορα γραπτά ώστε να της δημιουργεί συνεχώς προβλήματα όπως της δημιουργούσε και στο παρελθόν. Υπερασπίσεις καταχωρήθηκαν και από τους εναγόμενους 2 και 3, το περιεχόμενο των οποίων όμως δεν αφορά στην παρούσα διαδικασία. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών τους για σκοπούς της ακρόασης, ο ενάγοντας καταχώρησε ένορκη γραπτή μαρτυρία του ιδίου, της συζύγου του Μ. Μιχαήλ, του καθηγητή Κ. Δαλημάτση και του διευθυντή του Διεθνούς σκοπευτηρίου Λεμεσού Λ. Μιλτιάδους, ενώ η εναγόμενη 1 καταχώρησε ένορκη γραπτή μαρτυρία της ιδίας. Στη δική τους μαρτυρία, ο ενάγοντας και η εναγόμενη 1 ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τους δικογραφημένους τους ισχυρισμούς επισυνάπτοντας και διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Η μαρτυρία τώρα των άλλων μαρτύρων του ενάγοντα έχει ως εξής. Η σύζυγος του ενάγοντα επαναλαμβάνει τα όσα ισχυρίζεται και ο τελευταίος, αναφέροντας όμως παράλληλα ότι τα όσα περιέχονται στη δική της μαρτυρία προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα όσα της είπε ο σύζυγος της εφόσον η ίδια δεν ήταν παρούσα στα ουσιώδη γεγονότα που αυτός ισχυρίζεται. Ο Δελημάτσης από την άλλη περιορίζεται στη μαρτυρία του να αναφέρει απλά το πώς εκείνος φυλάττει τα γραπτά των δικών του φοιτητών ενώ ο Μιλτιάδους αναφέρει ότι την 12/01/18 επικοινώνησε μαζί του ο ενάγοντας για να του ζητήσει να φυλάξει 4 χάρτινους φακέλους στο θωρακισμένο δωμάτιο που φυλάσσονται τα πυρομαχικά του σκοπευτηρίου και ότι το αίτημα αυτό εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο του σκοπευτηρίου με όρο όπως πληρωθεί το ποσό των €400 σε περίπτωση που η φύλαξη θα διαρκούσε περισσότερο από 2 μήνες. Σύμφωνα με το Μιλτιάδους, οι 4 φάκελοι που του παρέδωσε ο ενάγοντας και τους οποίους φύλαξε μέχρι και τις 11/04/21, ήταν από την αρχή μέχρι το τέλος της φύλαξης τους κλειστοί και σφραγισμένοι και ο ίδιος στη μαρτυρία του δεν κάμνει καμία αναφορά ως προς το τι περιείχαν οι εν λόγω φακέλοι. Σημειώνω εδώ ότι μαρτυρία καταχωρήθηκε και από πλευράς εναγόμενου 3 η οποία όμως δεν αφορά στην παρούσα αίτηση ενώ από πλευράς Γενικού Εισαγγελέα δηλώθηκε ότι δεν θα καταχωρηθεί μαρτυρία διότι οι θέσεις του τελευταίου είναι αμιγώς νομικές και θα αναπτυχθούν κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Σημειώνω τέλος ότι η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης έχει οριστεί για τις 08/07/
- Αντικείμενο λοιπόν της παρούσας είναι η αίτηση που καταχώρησε η εναγόμενη 1 στις 07/06/21, ήτοι 1 μήνα πριν την ακρόαση, ζητώντας στη βάση της Δ.30 Θ.6 και 7[i] την αντεξέταση όλων των μαρτύρων του ενάγοντα, για το λόγο ότι οι εν λόγω μάρτυρες προβαίνουν ως επί το πλείστον σε ψευδείς ισχυρισμούς ως προς τα επίδικα γεγονότα. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του ενάγοντα ο οποίος περιόρισε τη δική του θέση του στο ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί διότι από την Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση δεν καταδεικνύεται η αναγκαιότητα της επιδιωκόμενης αντεξέτασης. Κατά τον ενάγοντα, οι λόγοι που προβάλλει η αιτήτρια είναι γενικοί και αόριστοι και λόγω τούτου δεν μπορούν να δικαιολογήσουν έγκριση του αιτήματος. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου περιλαμβανομένων και των όσων επιχειρηματολόγησαν χθες οι δύο πλευρές κατά την ακρόαση της αίτησης, έχοντας ταυτόχρονα κατά νου και τις σχετικές πρόνοιες της Δ.
- Επισημαίνω κατ' αρχή αυτό που ανέφερα και σε προηγούμενες αποφάσεις μου σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, ήτοι ότι οι βασικοί κανόνες απόδειξης, όπως είναι π.χ. ο κανόνας ότι «.στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» αφού η άνευ ικανοποιητικής εξήγησης, παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Δημήτρης Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 785, Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015), δεν ατονούν επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Αυτό γιατί το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης και ούτε πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Αντιθέτως, η διαδικασία ταχείας εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά στην ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Τούτου λεχθέντος βέβαια, επισημαίνω και ότι το θέμα αντεξέτασης κάποιου μάρτυρα επί κάποιου ισχυρισμού του δεν εξετάζεται απομονωμένα από το βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει ή την αποδεικτική αξία που ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έχει από μόνος του, υπό την έννοια ότι αν είναι έκδηλο ότι ένας ισχυρισμός δεν ευσταθεί, είτε επειδή στερείται οποιουδήποτε ερείσματος είτε διότι αντίκειται σε μαρτυρία που είναι αυτοδύναμη και αυταπόδεικτη, όπως π.χ. τα παραδεκτά γεγονότα ή η πραγματική μαρτυρία, είτε πολύ απλά διότι ο ισχυρισμός είναι εντελώς ατεκμηρίωτος, σίγουρα δεν υφίσταται ανάγκη να αντεξεταστεί ο μάρτυρας απλά για να του υποβληθεί η αντίθετη θέση ή η έκδηλη αντίφαση. Το ουσιαστικό βάρος άλλωστε είναι στην πλευρά που προβάλλει τον ισχυρισμό να τον αποδείξει και όχι στην άλλη πλευρά να αποδείξει ότι ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί και το Δικαστήριο «έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται» (βλ. ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A127, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020). Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνω εδώ ότι όταν στις 21/06/19 το Δικαστήριο είχε αποφασίσει να απορρίψει την αίτηση της εναγόμενης 1 για διαγραφή της αγωγής, το ουσιαστικό μέρος του σκεπτικού επί του βασίστηκε η εν λόγω δικαστική κρίση είχε ως εξής: «.Από την εξέταση της αγωγής προκύπτουν οι πιο κάτω, σημαντικοί, κατά την κρίση μου, ισχυρισμοί, για την εξέταση της παρούσας αίτησης: ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 11.1.2018 συνεπεία ενεργειών και/ή παραλείψεων της εναγομένης 1 και/ή του εναγομένου 2 και/ή του εναγομένου 3 έγγραφα και/ή γραπτά φοιτητών του Πανεπιστημίου Κύπρου των οποίων καθηγήτρια ήταν η εναγόμενη 1 βρέθηκαν στην οικία του παραβιάζοντας έτσι το δικαίωμά του στην οικογενειακή κατοικία και/ή για ιδιωτική και/ή για οικογενειακή ζωή. Παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν ενημέρωσε τους εναγόμενους για διαρροή εγγράφων των φοιτητών του Πανεπιστημίου των οποίων καθηγήτρια ήταν η εναγόμενη 1 οι εναγόμενοι αμέλησαν να φυλάξουν και/ή να επιβλέψουν τη φύλαξή τους και/ή να τα παραλάβουν. Ο ενάγων ανέθεσε τη φύλαξη των επίδικων εγγράφων σε τρίτο πρόσωπο με κόστος €400,00, ποσό το οποίο αξιώνει να αποζημιωθεί από τους εναγόμενους. Ισχυρίζεται επίσης ότι η συμπεριφορά και/ή οι παραλείψεις των εναγομένων συνιστούν αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους και/ή παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας το οποίο όφειλαν να επιδείξουν προς τον ενάγοντα. Από τα πιο πάνω προκύπτει πως ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω των αμελών ενεργειών και/ή παραλείψεων των εναγομένων ο ίδιος υπέστη οικονομική ζημιά για την οποία διεκδικεί να τον αποζημιώσουν οι εναγόμενοι. Διεκδικεί επίσης από αυτούς αποζημιώσεις για παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του τα οποία κατοχυρώνονται τόσο από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από την Ε.Σ.Δ.Α. Σε περίπτωση που κατορθώσει να αποδείξει την κατά τους ισχυρισμούς του παράβασή τους θα δικαιούται να του επιδικασθούν αποζημιώσεις αφού η σχετική νομολογία το αναγνωρίζει (Γιάλλουρος ν. Νικολάου,
(2001)1 Α.Α.Δ. 558). Στην έκθεση απαίτησής του έχει δικογραφήσει σχετικές λεπτομέρειες.» Σίγουρα δεν είναι στο παρόν στάδιο που θα εξεταστεί αν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα επί των γεγονότων της υπόθεσης δύναται ή όχι να οδηγήσουν σε επιτυχία της αγωγής του ή αν η υπόθεση του τελευταίου, ανεξαρτήτως του βάσιμου ή μη των θετικών ισχυρισμών του, «στέκει» ή όχι νομικά. Υπό το φως όμως του πιο πάνω δικαστικού σκεπτικού της 21/06/19, κρίνεται δικαιολογημένη η πλευρά της εναγόμενης 1 να θεωρεί τώρα ότι η φιλαλήθεια του συνόλου της μαρτυρίας της πλευράς του ενάγοντα συνιστά θέμα προς εξέταση και ότι κάποια αντεξέταση θα πρέπει να γίνει σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ώστε να επιχειρηθεί να πληγεί η αξιοπιστία του σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, στο βαθμό βέβαια που τα εν λόγω γεγονότα αφορούν την ίδια. Αυτό αν μη τι άλλο ώστε «.να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου...να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες.» σε σχέση με τους θετικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς επί των οποίων εδράζεται η αγωγή. Τούτου λεχθέντος όμως, δεν θεωρώ ότι είναι υπό τις περιστάσεις αναγκαίο να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας εκτός από τον ενάγοντα, εφόσον ως προκύπτει και από τη σύνοψη της μαρτυρίας στην οποία έχω προβεί ανωτέρω, αυτός είναι που προβάλλει να είναι και ο ουσιαστικός μάρτυρας σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η αγωγή. Ασκώντας λοιπόν τη διακριτική μου ευχέρεια διατάσσω όπως ο ενάγοντας είναι παρών στις 08/07/21 και ώρα 1030 που είναι ορισμένη η ακρόαση ώστε να αντεξεταστεί επί του συνόλου των ισχυρισμών του. Ο χρόνος αντεξέτασης καθορίζεται στα 30 λεπτά. Όσον αφορά τα έξοδα της σημερινής διαδικασίας, υπό τις περιστάσεις θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα εν λόγω έξοδα αποτελέσουν έξοδα στην πορεία της υπόθεσης και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i]
- Όλες οι υποθέσεις, η χρηματική διαφορά των οποίων δεν υπερβαίνει τις €3.000, φέρουν επί του κλητηρίου εντάλματος ανάλογη ένδειξη και τοποθετούνται από το Πρωτοκολλητείο σε κατάλογο «Ταχείας Εκδίκασης», η δε εκδίκαση τους γίνεται στη βάση των αντίστοιχων μαρτυριών όπως κατατέθηκαν στο Δικαστήριο και εκτός αν το Δικαστήριο επιτρέψει ως κατωτέρω στην παράγραφο 7 αναφέρεται την εισαγωγή προφορικής μαρτυρίας, η υπόθεση ορίζεται για αγορεύσεις, προφορικές ή γραπτές κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αφού ακούσει προς τούτο προηγουμένως τους διαδίκους.
- Το Δικαστήριο δύναται να εκδίδει για τις υποθέσεις που καλύπτονται από την παρ. 6 ανωτέρω, κατ' εξαίρεση και μόνο, διαταγή ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από διάδικο ή μάρτυρα που ήδη κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του ή στην περίπτωση της υποπαραγράφου (γ) κατωτέρω ως προς την παρουσίαση προφορικής μαρτυρίας από μάρτυρα που δεν κατέθεσε εγγράφως τη μαρτυρία του στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όπου το Δικαστήριο κρίνει αυτεπαγγέλτως ότι επιβάλλεται η εξέταση ή αντεξέταση του διαδίκου ή του μάρτυρα. (β) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική εξέταση ή αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα είτε του ιδίου, είτε του αντιδίκου του. (γ) Όπου οποιοσδήποτε των διαδίκων υποβάλει στο Δικαστήριο τουλάχιστον ένα μήνα πριν την ημερομηνία κατά την οποία είναι ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση, αίτηση για να επιτραπεί η προφορική μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα του ιδίου που ένεκα της ιδιότητας του ή του αντικειμένου της μαρτυρίας του δεν υπήρχε η δυνατότητα να κατονομαστεί ενωρίτερα ή να καταγραφεί η κατάθεση του. (δ) Το αίτημα καταχωρείται γραπτώς στο Πρωτοκολλητείο με ειδοποίηση προς τους υπόλοιπους διαδίκους και ορίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου για προφορική παράσταση σε χρόνο που το Δικαστήριο καθορίζει. Στο αίτημα καθορίζεται απαραιτήτως το όνομα του διαδίκου ή μάρτυρα του οποίου η προφορική παρουσίαση απαιτείται, εκείνο το μέρος της μαρτυρίας επί της οποίας καθίσταται αναγκαία η προφορική εξέταση, ο λόγος και η αναγκαιότητα της προφορικής εξέτασης ή αντεξέτασης, καθώς και ο χρόνος που απαιτείται για την προφορική αυτή εξέταση. (ε) Το Δικαστήριο αφού ακούσει τους διαδίκους, ασκεί αναλόγως τη διακριτική του ευχέρεια και εκδίδει αυθημερόν και με συνοπτική αιτιολογία διάταγμα προφορικής παρουσίασης του διαδίκου ή μάρτυρα για σκοπούς διευκρίνισης της μαρτυρίας του: Νοείται ότι ο χρόνος που καθορίζεται για την εξέταση ή αντεξέταση κάθε διάδικου ή μάρτυρα δεν θα υπερβαίνει τα 30 λεπτά, αλλά το Δικαστήριο κατά τη διακριτική του ευχέρεια δύναται κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας να επεκτείνει ανάλογα το χρόνο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο