ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. PETROS SAVVA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LTD, Αρ. Αγωγής: 2562/20, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A378 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 2562/20 Μεταξύ: XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγοντας και PETROS SAVVA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENT LTD Εναγόμενη ----------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 30/03/21 για αναστολή της διαδικασίας) Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη - Αιτήτρια: κα Θ. Θωμά για Κενδέα Α. Σέργη ΔΕΠΕ Για ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κα Α. Κλώνη για Ν. Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18/09/20 ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο αξιώνοντας από τους εναγόμενους εργοδότες του γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές και υλικές ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη και συνεχίζει να υπόκειται συνεπεία εργατικού ατυχήματος που επεσυνέβη στις 13/07/20 κατά την εκτέλεση των υπαλληλικών του καθηκόντων. Η εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή στις 05/10/20 και έξι περίπου μήνες αργότερα, ήτοι στις 19/03/21, καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της εφόσον ο ενάγοντας δεν είχε ως τότε καταχωρήσει Ε/Α. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 14/05/
- Λίγες μέρες μετά την καταχώρηση της προαναφερόμενης αίτησης, ήτοι στις 30/03/21 και προτού καταχωρηθεί Ε/Α από πλευράς ενάγοντα, η εναγόμενη καταχώρησε μια δεύτερη αίτηση, την υπό κρίση, με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή (STAY OF PROCEEDINGS) καθώς και του οποιουδήποτε τόκου επί των ποσών που αξιώνει ο ενάγοντας, μέχρις ότου ο τελευταίος συγκατατεθεί και εξεταστεί από τον ιατρό της επιλογής της εναγόμενης, ήτοι τον ορθοπεδικό Δρ. Η. Γεωργίου. Αυτή η αίτηση της εναγόμενης ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για πρώτη εμφάνιση στις 24/05/
- Θέση της εναγόμενης στην παρούσα αίτηση είναι ότι αν και κάλεσε επανειλημμένα τον ενάγοντα να εξεταστεί από τον Δρ. Γεωργίου, προγραμματίζοντας μάλιστα για το σκοπό αυτό και διάφορα ραντεβού με τον εν λόγω γιατρό σε συγκεκριμένες μέρες και ώρες, εντούτοις ο ενάγοντας δεν ανταποκρίθηκε θετικά και μέχρι σήμερα αρνείται και αποφεύγει να συμμορφωθεί με τις επί του προκειμένου εκκλήσεις της. Κατά την εναγόμενη, αν δεν γινεί η αιτούμενη εξέταση από τον Δρ. Γεωργίου τότε θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα της αφού θα στερηθεί του δικαιώματος της να προσκομίσει μαρτυρία ειδικού επιστήμονα ως προς τα κατ' ισχυρισμό τραύματα και σωματικές βλάβες του ενάγοντα και αυτό πέραν και ανεξάρτητα του ότι θα καθυστερήσει αχρείαστα η εκδίκαση της υπόθεσης. Ο ενάγοντας καταχώρησε την Ε/Α του στις 11/05/21, ήτοι πριν την πρώτη εμφάνιση οποιασδήποτε εκ των αιτήσεων της εναγόμενης. Στο εν λόγω δικόγραφο του, ο ενάγοντας ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι συνεπεία του ατυχήματος τραυματίστηκε στο γόνατο στις 13/07/20 και αναγκάστηκε να υποβληθεί σε διάφορες ιατρικές εξετάσεις και θεραπείες, περιλαμβανομένων και δύο χειρουργικών επεμβάσεων, μία στις 11/09/20 και μία στις 15/01/21, ήτοι πριν και μετά την καταχώρηση της αγωγής. Είναι δε ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι επειδή εξακολουθεί να υποφέρει από τον τραυματισμό του και ότι οι βλάβες που έχει υποστεί, όχι μόνο είναι μόνιμης φύσης αλλά και θα επιταχύνουν την κατ' τ' άλλα φυσική φθορά του σώματος και της υγείας του, προκαλώντας και ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας στην τραυματισμένη περιοχή, αυτός ενδέχεται να χρειαστεί να συνεχίσει και στο μέλλον να υποβάλλεται σε θεραπείες και/ή χειρουργικές επεμβάσεις (παρ. 5 - 11 Ε/Α). Σύντομα μετά την καταχώρηση της Ε/Α από πλευράς ενάγοντα και ενόσω εκκρεμούσε η εκδίκαση της παρούσας αίτησης, η εναγόμενη έσπευσε και καταχώρησε την Υπεράσπιση της. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω εδώ αυτούσια τα όσα η εναγόμενη προβάλλει στις παρ. 8 - 11 της υπεράσπισης που καταχώρησε στις 10/06/21 αναφορικά με τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγοντας σε σχέση με τη φύση και την έκταση των τραυματισμών και της θεραπείας του: «.Η εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11 της εκθέσεως απαιτήσεως και ειδικότερα της της περιεχόμενες εις την παράγραφο 5 λεπτομέρειες σωματικών βλαβών του ενάγοντα, αρνείται δε ότι ο ενάγοντας υπέστη της ισχυριζόμενες ή/και οιεσδήποτε σωματικές βλάβες συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Οι δε ισχυριζόμενες σωματικές βλάβες του ενάγοντα οφείλονται σε προϋπάρχουσα κατάσταση και/ή προγενέστερα προβλήματα υγείας και/ή κατάλοιπα προηγούμενων τραυματισμών τα οποία αντιμετώπιζε ο ενάγοντας. Διαζευκτικά ισχυρίζεται ότι οι σωματικές βλάβες του ενάγοντα σε κάθε περίπτωση ήταν πολύ μικρότερες από της ισχυριζόμενες και οι οποίες αποθεραπεύτηκαν πλήρως, επαναλαμβάνουν δε της ανωτέρω ισχυρισμούς της και καλούν τον ενάγοντα εις αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Διαζευκτικά και περαιτέρω οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κι αν ο ενάγοντας υπέστη σωματικές βλάβες συνεπεία του ισχυριζόμενου ατυχήματος, αυτές ήταν ελαφριάς μορφής, υπήρξε πλήρης αποθεραπεία και ουδεμία μορφή καταλοίπου δικαιολογείται εκ της φύσεως των εν λόγω τραυματισμών και καλούν τον ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των οποιοδήποτε περί αντιθέτου ισχυρισμών του. Είναι περαιτέρω διαζευκτικός ισχυρισμός των εναγομένων, ότι κι αν ακόμα ο ενάγοντας υπέστη ελαφρές σωματικές βλάβες, ένεκα του ατυχήματος που υπέστη η ισχυριζόμενη παρατεταμένη σε χρονική διάρκεια αποθεραπεία καιή οι ισχυριζόμενες αδυναμίες και/ή κατάλοιπα οφείλονται στο γεγονός ότι ο ενάγοντας δεν ακολούθησε την ενδεδειγμένη θεραπεία και/ή της οδηγίες θεραπευτικής και φαρμακευτικής αγωγής. Η εναγόμενη ειδικότερα αρνείται της ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι παραμένουν σε αυτόν οποιαδήποτε ανικανότητα και/ή μόνιμες ενοχλήσεις και/ή περιορισμοί που επηρεάζουν την καθημερινότητα του και/ή του περιορίζουν της ανέσεις της ζωής του και/ή την επίδοση του στην εργασία. Αρνούνται της της ισχυρισμούς του ότι υπέστη μείωση της εισοδηματικής του ικανότητας και/ή τον οποιοδήποτε ισχυρισμό του για μελλοντική θεραπεία και/ή θεραπευτική αγωγή και/ή ιατρική παρακολούθηση και/ή ανάπτυξη εκφυλιστικών αλλοιώσεων και/ή οστεοαρθρίτιδας και τον καλεί σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του.» Εφόσον η εναγόμενη συνέχισε να προωθεί την παρούσα αίτηση, ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει τέσσερεις συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση της εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθεί. Κεντρικό άξονα της ένστασης του ενάγοντα συνιστά η θέση του τελευταίου ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης δεν δικαιολογείται καθόλου η έγκριση της αίτησης και αυτό αφ' ενός γιατί αυτός έχει ήδη εξεταστεί από γιατρό της επιλογής της εναγόμενης σύντομα μετά το επίδικο ατύχημα, ο οποίος μάλιστα γιατρός του συνέστησε και συγκεκριμένη θεραπεία (Τεκ.1) και αφ' ετέρου γιατί όταν του ζητήθηκε από την εναγόμενη να τον εξετάσει και ο Δρ. Γεωργίου, οι δικοί του γιατροί δεν είχαν ακόμη διαμορφώσει την τελική τους άποψη ως προς την πορεία της υγείας του. Συνεπώς, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, το αίτημα της εναγόμενης είναι και αδικαιολόγητο αλλά και πρόωρο αφού ο ίδιος δεν αρνήθηκε ποτέ να εξεταστεί από ιατρό της τελευταίας. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, αυτός δέχτηκε να εξεταστεί και από το Δρ. Γεωργίου μετά που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση όμως η εναγόμενη, πέραν του ότι απαιτούσε όπως της καταβληθούν τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης, ουδέποτε εξήγησε για πιο λόγο είναι αναγκαία μια δεύτερη εξέταση και δη από άλλο γιατρό της ίδιας όμως ειδικότητας. Σε κάθε περίπτωση, ισχυρίζεται περαιτέρω ο ενάγοντας, η εναγόμενη δεν είχε κανένα πρόβλημα να καταχωρήσει την υπεράσπιση της χωρίς να τον εξετάσει για δεύτερη φορά. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση γραπτών εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών. Αν και ειδική αναφορά στις εν λόγω αγορεύσεις κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο, κρίνω σκόπιμο εδώ να αναφέρω ότι προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου, αμφότεροι οι συνήγοροι παρέπεμψαν μεταξύ άλλων και σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων άλλων αδελφών Δικαστών. Παρά ταύτα, κανένας εκ των συνηγόρων δεν θεώρησε σκόπιμο ν' αναφερθεί στις σχετικές αποφάσεις που εξέδωσε στο παρελθόν και το παρόν Δικαστήριο, αν και το λεκτικό που χρησιμοποιείται στη σελ. 2 της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγόμενης υποδηλοί ότι κάποιες από τις εν λόγω αποφάσεις μου πρέπει να περιήλθαν σε γνώση του συνηγόρου. Όπως και να έχει το πράγμα όμως, εφόσον είχα και ο ίδιος την ευκαιρία να ασχοληθώ με το υπό συζήτηση θέμα στο παρελθόν και εφόσον από έρευνα της μέχρι σήμερα σχετικής νομολογίας δεν διαπιστώνω να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να αλλάξω οτιδήποτε στα όσα ανέφερα στις Κωνσταντίνος Λειβαδιώτης ν. Δήμητρα Σιακαλλή, Αρ. Αγωγής: 1833/2016, 8/1/2018 και ΙΑΚΩΒΟΥ ν. CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2743/2016, 11/6/2019 σε σχέση με τη νομική πτυχή που περιβάλλει το υπό κρίση ζήτημα, θα παραθέσω αυτούσια τα όσα σχετικά κατέγραψα στις εν λόγω αποφάσεις τα οποία και υιοθετώ και επαναλαμβάνω για σκοπούς της παρούσας: «Οι αρχές που διέπουν το υπό κρίση αίτημα είναι καλά γνωστές. Έχουν δε συνοψιστεί με περισσή σαφήνεια στην απόφαση της μειοψηφίας του Ναθαναήλ Δ. στην υπόθεση Moore Janet ν. Frixos Evagorou Water Sports Ltd και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2148. Σημειώνω εδώ ότι στην εν λόγω απόφαση, η διαφωνία των μελών του Εφετείου, δεν αφορούσε στις εφαρμοστέες γενικές αρχές για τις οποίες υπήρξε ομοφωνία, αλλά στο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους στα συγκεκριμένα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης. Παραθέτω τις σχετικές αρχές όπως αυτές αναδύονται από τα σχετικά αποσπάσματα της απόφασης του Ναθαναήλ Δ. Α. Προέλευση της συγκεκριμένης εξουσίας για αναστολή της διαδικασίας «Η δυνατότητα αναστολής διαδικασίας ώστε ο ενάγων να τύχει ιατρικής εξέτασης από ιατρό της επιλογής του αντιδίκου του, η δε διαδικασία να παραμείνει υπό αναστολή μέχρις ότου επιτευχθεί η εξέταση, έχει έρεισμα στη νομολογιακή ανάπτυξη του κοινοδικαίου. Για πρώτη φορά η δυνατότητα αυτή εξερευνήθηκε και αποφασίστηκε στην υπόθεση Edmeades v. Thames Board Mills Ltd [1969] 2 Q.B. 67, όπου ο Λόρδος Denning διαπιστώνοντας την απουσία σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, εξέφρασε την άποψη ότι τέτοια νομοθεσία δεν ήταν αναγκαία, με δεδομένο το ότι το Δικαστήριο διατηρεί και έχει «ample jurisdiction to grant a stay whenever it is just and reasonable to do so». Η δυνατότητα αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε έκτοτε. Όπως το έθεσε ο Steyn L .J. στην Jackson v. Mirror Group Newspapers Ltd and another (The Times, 17th March 1994), το κοινοδίκαιο βρήκε τη λύση («but the common law has found a solution»), ότι, δηλαδή, ενυπάρχει σύμφυτη εξουσία να διαταχθεί αναστολή στις κατάλληλες περιπτώσεις. Κατά τη νομολογιακή εδραίωση των ορίων της σύμφυτης αυτής δικαιοδοσίας, αναγνωρίστηκε ότι η ιατρική εξέταση μπορεί να λάβει χώραν κατά δύο τρόπους: ο ένας είναι με άμεση διαταγή του Δικαστηρίου και ο άλλος με έμμεση, εκδίδοντας διάταγμα αναστολής εκτός εάν ο ενάγων, συγκατατεθεί να υποστεί την ιατρική εξέταση. Προτιμήθηκε ο δεύτερος τρόπος υπό το φως του γεγονότος ότι ο πρώτος θα επέφερε δραστικές συνέπειες στον ενάγοντα, εφόσον αν αρνείτο να υποβληθεί στην ιατρική εξέταση θα ήταν υπόλογος για καταφρόνηση διαταγής Δικαστηρίου (Edmeades - ανωτέρω - κατά τον Widgery L. J.).» Β. Σκοπός και τρόπος άσκησης της συγκεκριμένης εξουσίας - δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων «Αναγνωρίστηκε όμως ταυτόχρονα ότι και η δεύτερη επιλογή οδηγεί σε έμμεσο εξαναγκασμό του ενάγοντα ο οποίος οφείλει πλέον να επιλέξει ανάμεσα στο δίλημμα να αποκλειστεί εφεξής από το δίκαιο της υπόθεσης του ή να αναγκαστεί να υποστεί την ιατρική εξέταση ενάντια στη θέληση του, παραβιαζομένης έτσι της ατομικής του ελευθερίας (Lane v . Willis [1972] 1 W.L.R. 326). Αυτή η παραβίαση της ελευθερίας απασχόλησε και την Κυπριακή νομολογία, (Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112 και Χατζησάββα ν. Διονυσίου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1301). Η νομολογία έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων ο οποίος επιλέγει να εγείρει αγωγή, μη αφήνοντας στον εναγόμενο επιλογή από του να υπερασπιστεί τον εαυτό του, οφείλει να δώσει στον εναγόμενο τη λογική ευκαιρία να τον εξετάσει ιατρικώς, εφόσον επιλέγοντας την έγερση αγωγής, ο ενάγων «.. forgoes his right to protest at the invasion of his privacy which a medical examination involves.», (Hookham v. Wiggins Teape Fine Papers Limited [1995] PIQR 392). Συνυπολογίζεται όμως η επέμβαση στο σώμα και την προσωπικότητα του ενάγοντος ως ένα στοιχείο υπέρ ή εναντίον της έκδοσης της διαταγής.» Γ. Κριτήρια που εφαρμόζονται «Το κριτήριο για την έκδοση διαταγής αναστολής για σκοπούς ιατρικής εξέτασης είναι κατά βάση αυτό του ευλόγου της αίτησης («reasonableness test»). Αυτό σημαίνει κατά την Edmeades - ανωτέρω - κατά πόσο «the defendant's request that the plaintiff submit to medical examination was reasonable» και κατά την Lane v. Wills - ανωτέρω - κατά πόσο: «...... In the circumstances was the defendant' s request for a further psychiatric examination reasonable; or was the plaintiff' s refusal to submit himself to it reasonable?» Σ' όλες τις υποθέσεις που μνημονεύονται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και σ' όλες όσες κατάφερα να εντοπίσω κατά την έρευνα μου, ο ενάγων είχε ήδη δώσει μαρτυρία ή πρόκειτο να δώσει μαρτυρία ή είχε ήδη υποστεί τουλάχιστον μια ιατρική εξέταση, επιδιωκόταν δε η έκδοση εναντίον του διατάγματος για δεύτερη ή και τρίτη εξέταση. Το κριτήριο του ευλόγου («test of reasonableness»), τέθηκε σε εφαρμογή σε κάθε υπόθεση υπό το φως αυτών των δεδομένων.» Δ. Χρόνος υποβολής του αιτήματος «Στην Αριστοδήμου ν. Πετάση
(1990)1 Α.Α.Δ. 112 .... Η έφεση επετράπη διότι καθυστερημένα και μετά το πέρας της υπόθεσης του ενάγοντα είχε καταχωρηθεί η αίτηση για εξέταση χωρίς βάσιμο λόγο για την καθυστέρηση, ώστε να παρίστατο ανάγκη για ανακοπή της διαδικασίας προς εκδίκαση της αγωγής του ενάγοντα. ... Και εδώ το αίτημα υπεβλήθη καθυστερημένα, ενώ κατά κανόνα, υποβάλλεται κατά την αρχή της υπόθεσης, στο προκαταρκτικό στάδιο και ή στο στάδιο της έκδοσης οδηγιών.. Στην Χατζησάββα ν. Διονυσίου - ανωτέρω - ... Τονίσθηκε δε ότι αυτού του είδους οι ιατρικές εξετάσεις ζητούνται και ρυθμίζονται κατά την έκδοση οδηγιών συμφώνως της Δ.30, ώστε να μην παρακωλύεται, εκ των υστέρων, η προώθηση της υπόθεσης του ενάγοντα. Στην υπόθεση Li Siu Lun v. Looi Kok Poh and another [2012] 5 GHCR 4, του High Court της Σιγκαπούρης, όπου έγινε ευρεία ανασκόπηση της Αγγλικής νομολογίας και της νομολογίας της Σιγκαπούρης (όπου αντίθετα με την Κύπρο, υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση για την έκδοση διαταγής για ιατρική εξέταση), λέχθηκε επίσης ότι ο διάδικος που επιδιώκει την ιατρική εξέταση «... would do well to apply for such an order as soon as possible after they become aware of the new allegation, and should do so before trial dates have been set. This will promote proper and efficient administration of justice.».» Ε. Έκταση της ιατρικής εξέτασης «Όπως αποφασίστηκε στην πιο πάνω υπόθεση, η ιατρική εξέταση δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις προσωπικών ζημιών, αλλά επεκτείνεται και σε υποθέσεις όπου η αξίωση είναι για μη προσωπικές ζημιές, όπως στην Jackson v. Mirror Group Newspapers Ltd ..., στην Lane v. Willis ... και στην ίδια την Li Siu Lun, ... Και στις τρεις αυτές υποθέσεις, ο ενάγων ήταν διαθέσιμος, αν και απρόθυμος, να υποστεί ιατρική ή ψυχιατρική εξέταση.» Για όλα τα πιο πάνω παραπέμπω επίσης στο Halsbury's Laws of England, Civil Procedure, ηλεκτρονική έκδοση 2015, par.1043 - Stay under inherent jurisdiction; in general και Blackstone's Civil Practice 2013: The Commentary, par.52.35 - Medical Examination). Θεωρώ επίσης σκόπιμο να παρεμβάλλω εδώ σε ελεύθερη μετάφραση, και τα όσα σχετικά λέχθηκαν στην αγγλική αυθεντία Prescott v Bulldog Tools Ltd - [1981] 3 All ER 869: «Γενικά, η απόφαση για την αναστολή της διαδικασίας εν αναμονή της ιατρικής εξέτασης του ενάγοντα, αφορά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για οποία είναι απαραίτητο όπως το Δικαστήριο, εξισορροπήσει το δικαίωμα του ενάγοντος στην προσωπική του ελευθερία έναντι του δικαιώματος του εναγομένου να αμυνθεί στη δίκη όπως θεωρεί σκόπιμο και δεν υπάρχει κανένας λόγος αρχής, γιατί το ένα δικαίωμα να θεωρείται σημαντικότερο από το άλλο. Για να αποφασιστεί κατά πόσο ο οποιοσδήποτε εκ των διαδίκων ενεργεί εύλογα, το ζήτημα για το Δικαστήριο δεν είναι αν η άρνηση του ενάγοντα είναι αντικειμενικά εύλογη ούτε εάν το αίτημα του εναγομένου είναι αντικειμενικά εύλογο αλλά αν η ένσταση ή το αίτημα, είναι εύλογο υπό το φως των πληροφοριών ή των συμβουλών που αντίστοιχα τα μέρη έλαβαν από τους συμβούλους τους. Επιπλέον, όταν το αίτημα του εναγομένου για εξέταση είναι εύλογο, το Δικαστήριο μπορεί να χορηγήσει την αναστολή, αν η άρνηση του ενάγοντα είναι τέτοια που εμποδίζει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και συνήθως το Δικαστήριο, θα θεωρήσει το γεγονός ότι ο εναγόμενος θα στερηθεί του εμπειρογνώμονα της επιλογής του, ως εμπόδιο στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Για να κριθεί αν η άρνηση του ενάγοντος να υποβληθεί στην υπό κρίση εξέταση είναι λογική, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ: α) εξέτασης που δεν συνιστά σοβαρή επίθεση εν τη αυστηρή έννοια του όρου αλλά μόνο παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή, β) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια επίθεση εν τη αυστηρή έννοια του όρου, όπως ψηλάφηση, (γ) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια ουσιαστική επίθεση, χωρίς όμως να προκαλείται ενόχληση και κίνδυνος, (δ) εξέτασης που περιλαμβάνει κάποια ουσιαστική επίθεση, η οποία ενέχει επίσης δυσφορία και κίνδυνο και (ε) εξέτασης που ενέχει κίνδυνο τραυματισμού ή κίνδυνο στην υγεία. Όταν ο εναγόμενος πιστεύει πραγματικά ότι, εκτός αν ο ενάγοντας υποβληθεί σε εξέταση που ενέχει ένα πραγματικό αλλά ελάχιστο κίνδυνο βραχυπρόθεσμου τραυματισμού, δεν μπορεί να υπερασπιστεί μια υπόθεση που θα μπορούσε να του κοστίσει προσωπικά σε αποζημιώσεις πολύ περισσότερο από ό,τι αυτός αξίζει και συμφωνεί να αποζημιώσει τον ενάγοντα για οποιαδήποτε τέτοια ζημία, το ζήτημα αν η άρνηση του ενάγοντα να υποβληθεί στην εξέταση αυτή είναι εύλογη, πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατόπιν αντικειμενικής εξέτασης της βαρύτητας του αιτήματος του εναγομένου ως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται και της βαρύτητας του εύλογου της άρνησης του ενάγοντα ως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται και να εξισορροπήσει το ένα έναντι του άλλου ώστε να διασφαλιστεί η δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη τις εύλογες απαιτήσεις και αντιρρήσεις των δύο τους κατά το χρόνο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας.» Σημειώνω εδώ ότι, αυτό που οδήγησε στις διιστάμενες απόψεις στην Janet ν. Evagorou ανωτέρω, ήταν το κατά πόσο η εκεί προτιθέμενη εξέταση, ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογα αναγκαία, ενόψει και της φύσης αλλά και του είδους της προσκομισθείσας μαρτυρίας κατά την ακρόαση. Στην υπόθεση εκείνη, η ενάγουσα κάλεσε ως μάρτυρα της κατά την ακρόαση, συγκεκριμένο γιατρό προς υποστήριξη των δικογραφημένων θέσεων της αναφορικά με τη φύση και έκταση των τραυμάτων της. Την ίδια στιγμή όμως, η ίδια επέλεξε να μην καταθέσει ως μάρτυρας. Η πλειοψηφία του Εφετείου έκρινε ότι, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της υπόθεσης, ήτοι «τραυματισμό τον οποίο αποδίδει σε αμέλεια ή έλλειψη προσοχής», η επιλογή της ενάγουσας να μην καταθέσει η ίδια δεν διαφοροποιούσε την αναγκαιότητα της ιατρικής της εξέτασης για σκοπούς προετοιμασίας της υπεράσπισης και αυτό παρά το ότι είχε ήδη αντεξεταστεί ο ιατρός της που είχε καταθέσει μάλιστα και σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό. Η μειοψηφία του Εφετείου τήρησε αντίθετη άποψη. Σύμφωνα με την απόφαση του Ναθαναήλ Δ., «.από τη στιγμή που η ενάγουσα δήλωσε ότι έκλεισε την υπόθεση της και δεν θα ερχόταν η ίδια για να καταθέσει στο Δικαστήριο ... εξέλιπε το υπόβαθρο της ιατρικής εξέτασης. Δεν θα τίθετο η όποια ιατρική εξέταση ενώπιον της ίδιας της ενάγουσας-εφεσείουσας για να αντικρούσει τα όσα θα της τίθονταν σε αντεξέταση. Αντίθετα, η έκδοση διαταγής ιατρικής εξέτασης από το πρωτόδικο Δικαστήριο επεμβαίνει υπό το φως του προαναφερθέντος δεδομένου, στο αναφαίρετο δικαίωμα της εφεσείουσας να μην καταθέσει. Εξαναγκάζεται στην ουσία η εφεσείουσα να υποστεί ιατρική εξέταση επί ποινή απώλειας ή απόρριψης της υπόθεσης της, .... η αίτηση δεν ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις, ενώ η άρνηση της εφεσείουσας, ούσα στο εξωτερικό είτε μη δυνάμενη να δώσει μαρτυρία, είτε μη επιθυμούσα να το πράξει, δεν ήταν παράλογη.» Επισημαίνω τέλος ότι το περιεχόμενο ενός πορίσματος/πιστοποιητικού που συντάσσεται από ένα εμπειρογνώμονα για λογαριασμό της πλευράς που το διορίζει, καλύπτεται από προνόμιο (legal privilege). Όπως λέχθηκε στην απόφαση Megarity v DJ Ryan & Sons Ltd [1980] 2 All ER 832, [1980] 1 WLR 1237 και στο σύγγραμμα Blackstone's ανωτέρω παρ. 52.37, «.it is never reasonable to insist that the defendant must disclose the report compiled after the examination as condition of consenting to an examination. This is because the report is protected by legal professional privilege, and would give the claimant an advantage not enjoyed by the defendant». Το πώς θα τύχει χειρισμού ένα τέτοιο προνομιούχο έγγραφο, ιδιαίτερα κατά το στάδιο της αποκάλυψης και της προσαγωγής του για σκοπούς της δικαστικής διαδικασίας, άπτεται αποκλειστικά του τρόπου με τον οποίο θα επιλέξει να χειριστεί την υπόθεση της η πλευρά που έχει το έγγραφο, η δικαιούχος δηλαδή του προνομίου, με όλες βέβαια τις συνέπειες που η επιλογή της αυτή θα συνεπάγεται για την υπόθεση της.». Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές παρατηρώ τα εξής αναφορικά με τα όσα περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση. Το υπό κρίση αίτημά της η υπεράσπιση το καταχώρησε στα πολύ αρχικά στάδια της υπόθεσης, ως άλλωστε ήταν επιβεβλημένο αλλά και εύλογα αναμενόμενο εφόσον η ζητούμενη ιατρική εξέταση σε αγωγές της φύσης της παρούσας άπτεται του δικαιώματος που έχει ο εναγόμενος να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπισή του ώστε να μπορέσει να αμυνθεί κατά τη δίκη. Παραδόξως όμως η εναγόμενη δεν περίμενε να δει τι ακριβώς είναι που θα καλείτο να υπερασπιστεί στη δίκη αφού καταχώρησε την παρούσα αίτηση πολύ πριν ο ενάγοντας καταχωρήσει την Ε/Α του. Παρά ταύτα, η συγκεκριμένη ενέργεια της εναγόμενης φαίνεται να ήταν τότε δικαιολογημένη αφού από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία που παρουσίασε η τελευταία ως τεκμήριο στην παρούσα διαδικασία προκύπτει ότι ο λόγος που το υπό κρίση αίτημα υπεβλήθη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ήταν διότι η εναγόμενη είχε ενημερωθεί από τότε για την πιθανότητα ο ενάγοντας να υποβληθεί σε νέα χειρουργική επέμβαση περί τα τέλη του 2020 αρχές του 2021. Εύλογα λοιπόν και δικαιωματικά ίσως η εναγόμενη απαίτησε να εξετάσει τον ενάγοντα πριν αυτός προβεί σε οποιανδήποτε νέα επέμβαση, αν μη τι άλλο ώστε να μπορέσει και η ίδια να καθορίσει τη στάση που θα τηρούσε σε σχέση με την αγωγή που ήδη αντιμετώπιζε. Υπενθυμίζω εδώ μεταξύ άλλων το δικαίωμα της εναγόμενης να προβεί σε πληρωμή στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.22 με όλες τις συνέπειες και οφέλη που μια τέτοια πληρωμή συνεπάγεται αναλόγως και του χρονικού σταδίου που γίνεται. Οι περιβάλλουσες όμως συνθήκες που η ίδια η εναγόμενη δημιούργησε πριν και μετά την καταχώρηση του υπό κρίση αιτήματος το έχουν θεωρώ εκθεμελιώσει τόσο νομικά όσο και πραγματικά. Εξηγώ. Με την παρούσα αίτηση η εναγόμενη επεδίωκε την αναστολή κάθε περαιτέρω διαδικασίας στην αγωγή ώστε να διαφυλάξει από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης το δικαίωμα της να ετοιμάσει και να προβάλει επαρκώς την υπεράσπισή της. Ταυτόχρονα όμως η εναγόμενη προωθούσε μια άλλη διαδικασία που η ίδια είχε ήδη καταχωρήσει, ήτοι την αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της, η οποία διαδικασία ουσιαστικά αποσκοπούσε στο να «πιεστεί» ο ενάγοντας να προωθήσει την αγωγή του. Αυτό γιατί ναι μεν ένα αίτημα για απόρριψη μιας αγωγής λόγω μη προώθησης της συνεπεία παράλειψης καταχώρησης Ε/Α δεν συνιστά, ούτε και αποσκοπεί στον εξαναγκασμό προώθησης της αγωγής ή στο να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον ενάγοντα να συμμορφωθεί με τους Θεσμούς, όμως όταν ο εδώ ενάγοντας καταχώρησε την Ε/Α του εκκρεμούσης της παρούσας αίτησης γι' αναστολή, η εναγόμενη καμία ένσταση δεν ήγειρε αναφορικά με το ότι ο πρώτος συνέχιζε να προωθεί την αγωγή του κανονικά ενώ αρνείτο ακόμη να εξεταστεί ιατρικά. Μάλιστα δε, ενόψει της καταχώρησης της Ε/Α η εναγόμενη απέσυρε την αίτησή της για απόρριψη με έξοδα υπέρ της, δείχνοντας έτσι ουσιαστικά ότι, ανεξαρτήτως της άρνησης του ενάγοντα να εξεταστεί, αυτή κανένα πρόβλημα δεν είχε με τον τελευταίο να συνεχίζει να προωθεί την αγωγή εναντίον της. Με άλλα λόγια, ενώ η εναγόμενη επεδίωκε την αναστολή κάθε διαδικασίας που σκοπό είχε την περαιτέρω προώθηση της αγωγής, ισχυριζόμενη ότι μια τέτοια προώθηση παραβίαζε θεμελιώδη δικαιώματα της, την ίδια στιγμή προωθούσε η ίδια άλλη διαδικασία, η οποία αποσκοπούσε, ως εκ των υστέρων διαφάνηκε, στο να μην μείνει στάσιμη η αγωγή, που ήταν και το ζητούμενο με την υπό κρίση αίτηση, αλλά στο να συνεχίσει να προωθείται με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Όταν δε ο ενάγοντας καταχώρησε την Ε/Α ώστε να προωθήσει την αγωγή του, η εναγόμενη, η οποία μέχρι και τότε υποστήριζε με την υπό κρίση αίτηση ότι παραβιάζονταν τα δικαιώματα της, δέχτηκε αδιαμαρτύρητα την προώθηση της αγωγής ωσάν να και δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με τούτο. Δεν νοείται όμως για ένα εναγόμενο να ζητά από τη μία την αναστολή προώθησης της διαδικασίας επικαλούμενος παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του και από την άλλη να λαμβάνει μέτρα ώστε η αγωγή να προωθηθεί κανονικά. Σίγουρα η εναγόμενη είχε κάθε δικονομικό δικαίωμα να καταχωρήσει την κάθε μία από τις αιτήσεις που καταχώρησε όμως δεν θα μπορούσαν και οι δύο αιτήσεις να συνυπάρχουν και να προωθούνται ταυτόχρονα. Είτε υπήρχε παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων της εναγόμενης ώστε να επιβάλλεται η αναστολή κάθε περαιτέρω προώθησης της αγωγής από τα αρχικά της στάδια είτε κανένα τέτοιο δικαίωμα δεν παραβιαζόταν οπόταν και η διαδικασία μπορούσε και έπρεπε να προχωρήσει κανονικά, ως τελικά προχώρησε και μάλιστα με την ανοχή της ίδιας της εναγόμενης. Βεβαίως, το επιχείρημα ότι η εξέταση του ενάγοντα είναι αναγκαία ώστε να μπορέσει η εναγόμενη να ετοιμάσει και να προωθήσει επαρκώς την υπεράσπισή της δεν ατονεί λόγω του ότι καταχωρήθηκε Ε/Α, αν και συνεπεία της εν λόγω καταχώρησης, το νομικό και πραγματικό πλαίσιο που ίσχυε όταν καταχωρήθηκε το υπό εξέταση αίτημα άλλαξε εντελώς. Όπως όμως θα προχωρήσω να εξηγήσω, τα όσα γεγονότα επακολούθησαν της καταχώρησης της Ε/Α, ενισχύουν το συμπέρασμα ότι η παρούσα αίτηση της εναγόμενης κατέστη νομικά και πραγματικά αβάσιμη συνεπεία των ενεργειών της ίδιας της τελευταίας. Όταν καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι η ιατρική εξέταση του ενάγοντα ήταν απολύτως αναγκαία ώστε να μπορέσει αυτή να αποκτήσει εκείνην την επιστημονική μαρτυρία που χρειαζόταν ώστε να είναι σε θέση ν' αξιολογήσει και αν έπρεπε, ν' αντικρούσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα σε σχέση με τη πραγματική φύση και έκταση των φερόμενων τραυματισμών του. Θα ανέμενε λοιπόν κανείς ότι όταν ο ενάγοντας ξεκαθάρισε με την Ε/Α του το τι ακριβώς είναι που θα ισχυριζόταν σε σχέση με τους φερόμενους τραυματισμούς του, θα πρόβαλλαν εντονότερα η αμηχανία και τα εμπόδια που η εναγόμενη ισχυριζόταν από προηγουμένως ότι της προκαλούσε η άρνηση του να εξεταστεί ιατρικά. Ενώ όμως η εναγόμενη συνέχισε να προωθεί τη θέση ότι χωρίς την ιατρική εξέταση του ενάγοντα δεν μπορεί να ετοιμάσει και να προωθήσει επαρκώς την υπεράσπισή της ως προς το θέμα των τραυματισμών του πρώτου, αυτή όχι μόνο καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή αλλά μάλιστα πρόβαλε και στο εν λόγω δικόγραφο της, και δη κατά θετικό τρόπο, συγκεκριμένους ισχυρισμούς σε σχέση με τους φερόμενους τραυματισμούς του ενάγοντα. Απλή δε ανάγνωση των επί του προκειμένου δικογραφημένων ισχυρισμών της εναγόμενης που παρατίθενται αυτούσιοι ανωτέρω καταδεικνύει, το λιγότερο, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί εδράζονται σε κάποια άμεσα σχετική επιστημονική μαρτυρία που φαίνεται να έχει ήδη αποκτήσει η εναγόμενη σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Πώς άλλωστε θα μπορούσε η εναγόμενη, όχι μόνο να αρνηθεί ρητά ότι ο ενάγοντας υπέστη οποιοδήποτε τραυματισμό αλλά και να ισχυριστεί με θετικό και βέβαιο τρόπο ότι οι βλάβες του ενάγοντα οφείλονται σε προϋπάρχουσα κατάσταση και/ή σε κατάλοιπα προηγούμενων τραυματισμών και/ή σε προγενέστερα προβλήματα υγείας; Ομοίως, πώς γίνεται η εναγόμενη να είναι σε θέση να ισχυριστεί και ότι οι τραυματισμοί που υπέστη ο ενάγοντας είναι ελαφρύτερης μορφής απ' ό,τι ισχυρίζεται ο τελευταίος αν δεν έχει ήδη αποκτήσει την επιστημονική μαρτυρία που υποστηρίζει ένα τέτοιο ισχυρισμό; Και βεβαίως, δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί εδώ ούτε και το ότι η εναγόμενη είναι, σύμφωνα πάντα με το δικόγραφο της, και σε θέση να ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας παρέλειψε να ακολουθήσει τη θεραπεία και τις θεραπευτικές οδηγίες που του δόθηκαν για την αντιμετώπιση των τραυματισμών που υπέστη. Με άλλα λόγια δηλαδή, η εναγόμενη φαίνεται από το δικόγραφο της να γνωρίζει πλήρως και τα όσα περιβάλλουν τους επίδικους τραυματισμούς αλλά και το πώς δύναται να αντικρουστούν επαρκώς οι σχετικές με τους εν λόγω τραυματισμούς αξιώσεις του ενάγοντα. Των πιο πάνω λεχθέντων, θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι είναι δικαίωμα της εναγόμενης να προβάλλει στο στάδιο της δικογραφίας διαζευκτικούς ισχυρισμούς περί γεγονότων αν και κατά το στάδιο της ακρόασης θα πρέπει να επιλέξει ποια εκδοχή θα προωθήσει. Αν όμως η πλευρά της εναγόμενης έχει όντως συμμορφωθεί με τους κανόνες δεοντολογίας και ορθής δικογράφησης όταν ετοίμασε και καταχώρησε στις 10/06/21 το δικόγραφο της υπεράσπισης της, και επισημαίνω εδώ ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος στο παρόν στάδιο να αμφισβητείται τούτο, συνεπάγεται ότι για να μπορέσει η τελευταία να προβάλει τόσο συγκεκριμένους και εξειδικευμένους ισχυρισμούς, αυτή έχει ήδη στην κατοχή της το αναγκαίο πραγματικό και επιστημονικό υπόβαθρο που τους υποστηρίζει. Άλλωστε, αν αυτό δεν ίσχυε, αν δηλαδή η εναγόμενη δεν είχε ήδη στην κατοχή της το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που τη δικαιολογεί να προβάλει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς της επί των γεγονότων της υπόθεσης, θα σήμαινε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι πλασματικοί και ότι προβλήθηκαν απλά διότι φαντάζουν να είναι «νομικά βολικοί» για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Κάτι τέτοιο όμως αναπόφευκτα καθιστά τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς ενοχλητικούς, επιπόλαιους και δυσχερείς (embarrassing) - βλ. Annual Practice 1958 σελ.449- «.A defence is not embarrassing merely because it contains inconsistent averments, provided they are not fictitious (Re Morgan, 35 Oh. D. p. 496)...» (η υπεράσπιση δεν προκαλεί δυσχέρεια απλά επειδή περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς νοουμένου ότι αυτοί δεν είναι πλασματικοί). Κοντολογίς με τον τρόπο που ενήργησε η εναγόμενη, έχει η ίδια παρουσιάσει τον εαυτό της να μην χρειάζεται, τουλάχιστο στο παρόν στάδιο, την ιατρική εξέταση του ενάγοντα από τον Δρ. Γεωργίου για να προετοιμάσει, καταχωρήσει και προωθήσει την υπεράσπισή της σε σχέση με τους κατ' ισχυρισμό τραυματισμούς του ενάγοντα. Η επιλογή δε της εναγόμενης, αφ' ενός να προτρέψει και εν τέλει να επιτρέψει την κανονική προώθηση της διαδικασίας και χωρίς ο ενάγοντας να εξεταστεί προηγουμένως από το Δρ. Γεωργίου και αφ' ετέρου να παρουσιαστεί μέσω του δικογράφου της ως έχουσα ήδη εκείνη τη αναγκαία επιστημονική μαρτυρία που χρειαζόταν ώστε να είναι σε θέση να τοποθετηθεί με επάρκεια και με συγκεκριμένο τρόπο επί της φύσης και της έκτασης των κατ' ισχυρισμό τραυματισμών του πρώτου, δεν της επιτρέπει να ισχυρίζεται πλέον ότι η αιτούμενη αναστολή είναι αναγκαία ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα της. Και σίγουρα, εφόσον η εναγόμενη παρουσιάζεται μέσω του δικογράφου της να έχει ήδη εκείνη την επιστημονική μαρτυρία που χρειαζόταν ώστε να μπορέσει να προβάλει πλήρως και κατά θετικό τρόπο τις θέσεις της αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα, ήταν ακόμη πιο αυξημένο το καθήκον που είχε για να ικανοποιήσει το κριτήριο του ευλόγου σε σχέση με την αναγκαιότητα διενέργειας μιας ιατρικής εξέτασης σήμερα, και το οποίο κριτήριο, στο παρόν στάδιο τουλάχιστο, ουδόλως ικανοποιείται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Αν τώρα αυτό που επιδιώκει στην πραγματικότητα η εναγόμενη είναι να εξετάσει τον ενάγοντα με την ελπίδα ότι έτσι θα εντοπίσει μαρτυρία που ενδεχομένως να μπορέσει να στοιχειοθετήσει κάποιο από τους ισχυρισμούς που αυτή δικογράφησε σαν δεν είχε το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που τους υποστηρίζει, να εξεύρει δηλαδή τώρα μαρτυρία η εναγόμενη ώστε να δώσει υπόσταση στους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς της, αυτό σίγουρα δεν μπορεί να επιτραπεί ούτε και συνιστά λόγο για να εμποδιστεί ο ενάγοντας από του να συνεχίσει να προωθεί την αγωγή του. Μάλιστα δε, αυτού του είδους η δικονομική τακτική αγγίζει θεωρώ τα όρια της κατάχρησης της διαδικασίας και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για να εγκριθεί το υπό κρίση αίτημα ή για να επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα του ενάγοντα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγόμενης, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο