← Κύπρος

Μηνά ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 842/18, 30/7/2021

Μηνά ν. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 842/18, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A381 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 842/18 Μεταξύ: XXXXX Μηνά Ενάγοντας και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου Εναγόμενη -------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: Λ. Διομήδους Για εναγόμενη - αιτήτρια: Π.Γ. Πολυβίου και Γ. Τ. Χριστοφίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Σημείωση Δικαστηρίου - Επειδή οι αναφορές που γίνονται στο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγή σε σχέση με το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου είναι στον ενικό αριθμό και στο θηλυκό γένος, προς αποφυγή οποιασδήποτε σύγχυσης θα διατηρηθεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης αυτός ο τρόπος αναφοράς σε σχέση με τον εν λόγω διάδικο) Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε στις 28/03/18, ο ενάγοντας, ο οποίος είχε θέσει υποψηφιότητά για το αξίωμα του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τις εκλογές που διεξήχθησαν το 2018, ισχυρίζεται, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης (Ε/Α), ότι η εναγόμενη, η οποία είναι Οργανισμός Δημόσιου Δικαίου καθ' ιδρυμένος δυνάμει του περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου Κεφ. 300Α, «.Ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπόχρεη, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου, να παρέχει ακριβοδίκαιη μεταχείριση σε άτομα τα οποία εμπίπτουν στην έννοια του υποψήφιου προέδρου κατά τη χρονική περίοδο των τελευταίων 6 μηνών πριν την επόμενη ημέρα της πρώτης ημερομηνίας των εκλογών που ήταν στις 29.1.2018.». Είναι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι, ενώ αυτός ενέπιπτε κατά τον ουσιώδη χρόνο στον ορισμό που το Κεφ.300Α προνοεί σε σχέση με το ποιος μπορούσε να θεωρηθεί για σκοπούς του Νόμου ως «υποψήφιος πρόεδρος» στις τότε τότε Προεδρικέ Εκλογές, εντούτοις η εναγόμενη, καθ' όλο το χρονικό διάστημα των τελευταίων 6 μηνών πριν τις προεδρικές εκλογές της 28/01/18 (Πρώτος Γύρος Εκλογών) και της 04/02/18 (Δεύτερος Γύρος Εκλογών), «.Αρνήθηκε και/ή παρέλειψε και/ή αμέλησε να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Νόμου και συνεπώς παρέβηκε την υποχρέωσή της και/ή το θέσμιο καθήκον της να παρέχει ακριβοδίκαιη μεταχείριση μεταξύ του ενάγοντα και άλλων υποψηφίων προέδρων...». Σημειώνω εδώ ότι τη θέση του αυτή ο ενάγοντας την εξειδικεύει στην Ε/Α του παραθέτοντας αριθμό σχετικών λεπτομερειών τις οποίες όμως δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Ισχυρίζεται περαιτέρω στην Ε/Α του ο ενάγοντας, ότι στις 29/11/17, 11/12/17 και 16/01/18, μετέφερε γραπτώς στην εναγόμενη το παράπονο του ως προς το ότι παραβίαζε τις υποχρεώσεις που της επέβαλλε το Κεφ.300Α σε σχέση με το άτομο του, ήτοι ως υποψήφιος πρόεδρος εν τη έννοια του Νόμου, εντούτοις αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, «.Αμέλησε και ή παρέλειψε και ή συνέχισε να αρνείται να αλλάξει τη στάση της και να ακολουθήσει τις διατάξεις του νόμου, όσον αφορά την ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση των υποψηφίων προέδρων στην οποία μάλιστα περίπτωση, ο νόμος με λεπτομέρειες και επιμέλεια, επιβάλλει καθήκοντα στην Εναγόμενη για κάτι τόσο σημαντικό προς τη Δημοκρατία.». Στη βάση των πιο πάνω δικογραφημένων ισχυρισμών του λοιπόν, ο ενάγοντας αξιώνει με την παρούσα αγωγή, δήλωση του Δικαστηρίου ότι «η Εναγόμενη παρέβηκε των θέσμιων καθηκόντων της λόγω της όλης συμπεριφοράς της και ειδικά λόγω της μη ισότιμης προβολής και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης μεταξύ ενάγοντα και των άλλων Υποψηφίων Προέδρων», δήλωση του Δικαστηρίου ότι «.η Εναγόμενη παράνομα δεν πρόβαλε τον Ενάγοντα στον ίδιο βαθμό και με το ίδιο μέτρο που προέβαλε άλλους υποψήφιους...(και) ότι παράνομα δεν έτυχε ίσης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης με άλλους υποψήφιους από την εναγόμενη.», δήλωση του Δικαστηρίου ότι «.η εναγόμενη παραβίασε συνεχώς το δικαίωμα του για ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση, σύμφωνα με το άρθρο 3, του Μέρους Ι του Κεφ.300, καθώς και για ίση προβολή του, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 του Μέρους Ι του Κεφ.300 και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα και/ή προνόμιο και/ή συμφέρον και/ή πλεονέκτημα που προνοείται από το Κεφ.300Α.», μη - χρηματικές αποζημιώσεις (non pecuniary damages) ύψους €50.000 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε κριθεί εύλογο για την παραβίαση του δικαιώματός του για ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση ως υποψήφιος πρόεδρος καθώς και για το πλήγμα που κατ' ισχυρισμό δέχτηκε η προεκλογική του εκστρατεία λόγω του ότι στερήθηκε την ευκαιρία για ίση προβολή με άλλους υποψήφιους προέδρους, διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη να προβεί σε μη ισότιμη και ακριβοδίκαιη μεταχείριση του σε μελλοντικές εκλογές, και τέλος, ειδικές ζημιές συνολικού ύψους €35.728 συνεπεία του ότι αναγκάστηκε, λόγω της συμπεριφοράς της εναγόμενης, να δαπανήσει ο ίδιος το συγκεκριμένο κονδύλι ώστε να προωθήσει προεκλογικά τον εαυτό του και το κόμμα του - Οργάνωση Αγωνιστών Δικαιοσύνης. Στην αντίπερα όχθη η εναγόμενη, η οποία καταχώρησε την υπεράσπισή της στις 03/09/18, εγείρει με το δικόγραφό της αριθμό προδικαστικών ενστάσεων, οι οποίες περιστρέφονται τόσο γύρω από τη θέση ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε ή οποιοδήποτε καλό και νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της με την παρούσα αγωγή, όσο και γύρω από τη θέση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας να εκδικάσει τα παράπονα που προβάλλει ο ενάγοντας. Αυτό κατά την εναγόμενη διότι, τα όσα ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι συνθέτουν και δημιουργούν τα κατ' ισχυρισμό αγώγιμα δικαιώματά του εναντίον της, συνιστούν θέματα που ανάγονται αποκλειστικά στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου. Σύμφωνα με την εναγόμενη, αυτό που ουσιαστικά προσπαθεί να πράξει με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας, είναι να προσβάλει στο Επαρχιακό Δικαστήριο την εγκυρότητα και νομιμότητα της διοικητικής απόφασης που αυτή έλαβε στις 06/12/2017, με την οποία ενημέρωσε τον τελευταίο ότι δεν θεωρούσε ότι ενέπιπτε τότε στον όρο «υποψήφιος πρόεδρος» του Κεφ.300Α και κατ' επέκταση ότι δεν δικαιούτο στη μεταχείριση που ο εν λόγω Νόμος προνοεί για τους «υποψηφίους προέδρους». Συνεπώς, καταλήγει η εναγόμενη, ακόμη και αν υπήρχε κάποιας μορφής διαφορά μεταξύ του ενάγοντα και της ιδίας σε σχέση με τον τρόπο που εφαρμόστηκαν οι πρόνοιες του Κεφ.300Α, διαφορά η οποία σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει, τέτοια διαφορά θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Αρ.146.6Σ. Εφόσον όμως ο ενάγοντας δεν καταχώρησε ποτέ τέτοια προσφυγή εντός της προβλεπόμενης για τούτο προθεσμίας, το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι δικαιοδοτικά αναρμόδιο να εξετάσει τα παράπονα που αυτός προβάλλει και να του επιδικάσει τις θεραπείες που αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Επί της ουσίας της αγωγής, η εναγόμενη αρνείται ότι παραβίασε οποιοδήποτε δικαίωμα παρέχει το Κεφ.300Α στον ενάγοντα, και ισχυρίζεται ότι φέρθηκε στον τελευταίο με τρόπο ακριβοδίκαιο, παρά το γεγονός ότι αυτός δεν ενέπιπτε στην έννοια «υποψήφιος πρόεδρος» του Νόμου. Τη θέση της αυτή η εναγόμενη την εξειδικεύει στο δικόγραφο της με την παράθεση αριθμού λεπτομερειών αναφορικά με τις ευκαιρίες που ισχυρίζεται ότι δόθηκαν από πλευράς της στον ενάγοντα για να προωθήσει τις θέσεις του στο κοινό. Απορρίπτει συνεπώς η εναγόμενη όλες τις αξιώσεις του ενάγοντα, ως αβάσιμες, ανυπόστατες και αντινομικές. Της καταχώρησης της Υπεράσπισης ακολούθησε η καταχώρηση Απάντησης από πλευράς ενάγοντα, με την οποία ο τελευταίος απορρίπτει τις ενστάσεις και τους ισχυρισμούς της εναγόμενης και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Ε/Α του. Αφού ολοκληρώθηκε η δικογραφία, ο ενάγοντας προχώρησε με την έκδοση της προβλεπόμενης κλήσης για οδηγίες, στα πλαίσια της οποίας δόθηκαν σε αμφότερους τους διαδίκους οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων και για καταχώρηση καταλόγων μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας. Στη συνέχεια και αφού οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, όμως συνεπεία του ξεσπάσματος της πανδημίας του κορωνοϊού, αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει οπόταν και η υπόθεση αναβάλλετο αναγκαστικά μέχρι και τις 11/05/21. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, η πλευρά της εναγόμενης εξέφρασε την πρόθεση να εγείρει προς εκδίκαση το θέμα της δικαιοδοσίας που πρόβαλλε με το δικόγραφό της και για το σκοπό αυτό της δόθηκε ανάλογος χρόνος από το Δικαστήριο. Καταχώρησε λοιπόν η εναγόμενη στις 02/06/21 την παρούσα αίτηση, η οποία εδράζεται ουσιαστικά επί των προνοιών της Δ.27 Θ.1 - 3 και με την οποία η τελευταία ζητά όπως επιτραπεί η εκδίκαση προδικαστικά, του δικογραφημένου ισχυρισμού της ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλη αναρμόδιο να δικάσει την αγωγή, για το λόγο ότι η προβαλλόμενη ως επίδικη διαφορά εμπίπτει στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου και συνεπώς μόνο με προσφυγή δυνάμει του Αρ. 146.6 του Συντάγματος, μπορεί να εξεταστεί. Σύμφωνα με την εναγόμενη, το κατά πόσο κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως «υποψήφιος πρόεδρος» για σκοπούς του Κεφ.300Α, συνιστά θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας της διοικήσεως και μόνο με προσφυγή δυνάμει του αρ.146.6Σ μπορεί η άσκηση αυτή να ελεγχθεί. Εφόσον λοιπόν για την περίπτωση του ενάγοντα, αυτή, η εναγόμενη δηλαδή, άσκησε στις 06/02/17 τη διακριτική της ευχέρεια ως η αρμόδια διοίκηση και ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι «..Το Διοικητικό Συμβούλιο κατέληξε ότι δεν ικανοποιείτε τις προϋποθέσεις του σχετικού Νόμου, με αποτέλεσμα να μην θεωρείσθε «Υποψήφιος Πρόεδρος» εν τη έννοια του νόμου...(και).να μην έχετε δικαίωμα στην ίδια ραδιοτηλεοπτική κάλυψη που έχουν οι άλλοι υποψήφιοι, τους οποίους το ΡΙΚ έχει αναγνωρίσει ως «Υποψήφιους Προέδρους».», αυτός, ο ενάγοντας δηλαδή, έπρεπε να καταχωρήσει προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο αν ένιωθε ότι είχε αδικηθεί. Δεν το έπραξε όμως και συνεπώς δεν μπορεί τώρα που έχει παρέλθει η προθεσμία για καταχώρηση προσφυγής, να επιδιώκει να ελεγχθεί η νομιμότητα και εγκυρότητα της διοικητικής απόφασης μέσω της πολιτικής αγωγής που έχει καταχωρήσει, ήτοι από αναρμόδιο Δικαστήριο και εκτός των πλαισίων της δικαιοδοτικά κατάλληλης διαδικασίας. Σημειώνω εδώ ότι η απόφαση που επικαλείται η εναγόμενη ότι έλαβε στις 06/12/17, έχει επισυναφτεί στην αίτηση ως Τεκμήριο. Η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, προβάλλοντας τρεις συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι ένστασης του ενάγοντα περιστρέφονται ουσιαστικά γύρω από τις αρχές που διέπουν το πότε δύναται κάποιο θέμα να δικαστεί προδικαστικά, καθώς επίσης και γύρω από το ότι «Οι αιτίες αγωγής βρίσκονται υπό την αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 40, του Κεφ.300Α». Εν συντομία, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται η θέση ότι η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση 33 μηνών από το κλείσιμο των δικογράφων και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για τούτο ενώ προβάλλονται και διάφορες άλλες θέσεις, τόσο νομικές όσο και πραγματικές, αναφορικά με το κατά πόσο ο ενάγοντας θεωρείτο ή όχι «υποψήφιος» εν τη εννοία του Κεφ.300Α καθώς επίσης και σε σχέση με το πεδίο εφαρμογής και εμβέλειας του αρ. 40 του Νόμου, το οποίο αναφέρεται σε καταχώρηση «αγωγής»[1]. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από αμφότερους τους ευπαίδευτους συνήγορους των διαδίκων, ειδική αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο. Θεωρώ παρά ταύτα σκόπιμο να αναφέρω εδώ ότι στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι δεν περιορίστηκαν μόνο στο κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι η προδικαστική εξέταση του δικαιοδοτικού θέματος που έχει εγερθεί, το οποίο είναι και το ζητούμενο σύμφωνα με το υπό κρίση δικονομικό μέσο που επέλεξε να καταχωρήσει η εναγόμενη, αλλά επεκτάθηκαν και επί της ουσίας του θέματος της δικαιοδοσίας. Εξέτασα με προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και επισημαίνω τα εξής: Η Δ.27 επί της οποίας εδράζεται η παρούσα αίτηση έχει δύο πτυχές. Η μία αφορά στις περιπτώσεις όπου εγείρεται από τη δικογραφία κάποιο νομικό σημείο, το οποίο, αν δικαστεί προδικαστικά και επιτύχει, θα αποπερατώσει πλήρως την αγωγή και χωρίς να υπάρχει ανάγκη να προχωρήσει η υπόθεση σε πλήρη ακρόαση επί της ουσίας της (Δ.27 Θ.1), ενώ η άλλη πτυχή, αφορά στις περιπτώσεις όπου ζητείται η διαγραφή ενός δικογράφου στη βάση του ότι αυτό δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε καλή βάση αγωγής ή υπεράσπισης ή διότι είναι επιπόλαιο και ενοχλητικό (Δ.27 Θ.3). Στην υπό κρίση περίπτωση, η εναγόμενη δεν ζήτησε τη διαγραφή της αγωγής στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της ότι δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε καλή βάση αγωγής και ότι η φερόμενη ως επίδικη διαφορά, εκφεύγει της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αλλά παραδόξως επέλεξε να περιορίσει το αίτημα της δυνάμει της Δ.27, αποκλειστικά στο να λάβει άδεια να δικαστεί προδικαστικά το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει ή όχι καθ' ύλη δικαιοδοσία. Ο λόγος που λέω παραδόξως, είναι διότι το θέμα της δικαιοδοσίας ενός Δικαστηρίου, εκ της φύσης του, όχι μόνο δεν απαιτεί να ληφθεί άδεια για να εκδικαστεί προδικαστικά αλλά ούτε και χρειάζεται να γίνει επίκληση των προνοιών της Δ.27 ώστε να εξεταστεί και αυτό γιατί πρόκειται για θέμα που μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε από τους διαδίκους είτε από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, ακόμα και κατ' έφεση, καθώς και θέμα που επιβάλλεται νομολογιακά όπως εξετάζεται προδικαστικά όπου παρέχεται η δυνατότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η αχρείαστη σπατάλη χρόνου και χρήματος (βλ. μεταξύ άλλων Takis P Markides Ltd. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(1997)1 ΑΑΔ 1424, Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435, Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625, Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364, Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566 και YAEL NAVARO YASHIN, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/16, 31/5/2016). Μάλιστα δε, στην Markides, όπου πρωτόδικα το θέμα της δικαιοδοσίας ηγέρθη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση ότι «.Το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε θεώρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου χωρίς να προηγηθεί αίτηση για το σκοπό αυτό βάσει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.» Έκρινα σκόπιμο να επισημάνω τα πιο πάνω, διότι η επιλογή της εναγόμενης να ακολουθήσει τη διαδικασία της Δ.27 Θ.1 και να μην θέσει απευθείας το θέμα της δικαιοδοσίας προς εκδίκαση, οδήγησε αμφότερες τις πλευρές να καταπιαστούν με την ύπαρξη ή μη παραδεκτού υπόβαθρου γεγονότων. Τα γεγονότα όμως που προσμετρούν τόσο στον προσδιορισμό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου όσο και του αγώγιμου δικαιώματος στο οποίο βασίζεται η απαίτηση, είναι τα γεγονότα που προσδιορίζουν τα επίδικα θέματα και τα οποία προκύπτουν ιδιαιτέρως από την Έκθεση Απαίτησης (βλ. Takis P Markides Ltd ανωτέρω, GURKINA ν. GURKIN, Έφεση Αρ. 14/2017, 3/7/2018 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Κυθραιώτης ν. Ward
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1480), και ως είναι νομολογημένο, η βάση επί της οποίας εδράζεται μία αγωγή, είναι αυτή που διατυπώνεται στην οπισθογράφηση της απαίτησης, η οποία συνιστά και τον «πυρήνα» της αγωγής (βλ. Vasilico Cement Works Limited and Others ν. World Tide Shipping Corporation and Others
(1996)1 ΑΑΔ 389). Το δικόγραφο της Απάντησης βέβαια, έστω και αν αυτό καταχωρείται προαιρετικά, δεν αγνοείται, εφόσον δεν είναι υποδεέστερο της Έκθεσης Απαίτησης δικόγραφο αλλά δικόγραφο το οποίο δεσμεύει τον ενάγοντα αφού ουσιαστικά «ολοκληρώνει» την δικογραφημένη εκδοχή που συνθέτει την απαίτηση του. Το κρίσιμο βέβαια ερώτημα δεν είναι το τι ισχυρίζεται ο εναγόμενος αλλά το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την απαίτηση του ενάγοντα ως αυτή προβάλλεται μέσω των δικογράφων του - «does the Court have jurisdiction to entertain the claim» (βλ. Πετράκη ανωτέρω) Παραπέμπω ενδεικτικά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στη ΦΙΛΙΠΠΟΥ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2020:A386, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 280/2013, 16/11/2020, όπου εκεί το θέμα της δικαιοδοσίας είχε εγερθεί στα πλαίσια της Δ.27, και το «παράπονο» του εφεσείοντα ήταν μεταξύ άλλων ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε το θέμα χωρίς να έχει ενώπιον του παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων ή έστω αποκρυσταλλωμένο το σύνολο της σχετικής μαρτυρίας. Σημειώνω εδώ παρεμφερώς, ότι σ' εκείνη την υπόθεση, όπως και στην παρούσα, το επίδικο δικαιοδοτικό ερώτημα περιστράφηκε γύρω από το διαχωρισμό της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού και του Διοικητικού Δικαστηρίου. Λέχθηκαν λοιπόν τα εξής: «.Στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 ΑΑΔ, 420, επαναλαμβάνεται η πάγια ερμηνεία του Άρθρου 146 του Συντάγματος με βάση την οποία το πολιτικό Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται μόνον από τον ακυρωτικό έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου (και από την τροποποίηση του Συντάγματος του Διοικητικού Δικαστηρίου) στο οποίον εναποτίθεται η αποκλειστική δικαιοδοσία ακύρωσης. Μόνο με την ακύρωση της διοικητικής πράξης θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης και με αυτό ως αναγκαίο προαπαιτούμενο, δύναται να επιδιωχθούν θεραπείες αποζημιώσεως από Πολιτικό Δικαστήριο (Βλ. Takis P.Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Γ ΑΑΔ, 1424). Οπότε, κυρίαρχο και πρωτεύον να απαντηθεί είναι το τι υφή και τι περιεχόμενο έχει η πράξη ή οι πράξεις που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα του εφεσείοντα. Για αυτό το σκοπό έχουμε εγκύψει στην έκθεση απαίτησης η οποία θεμελιώνει ή όχι τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (Βλ. «Sevegep» Ltd ν. United Sea Transport Ltd κ.ά.
(1989)1E ΑΑΔ, 729) και Παναγή ν. Γεν.Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 ΑΑΔ 1107).. Ο εφεσείων.Με την έφεση παραπονείται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε κοινό πλαίσιο γεγονότων ώστε να εξετάσει το εγερθέν θέμα προδικαστικά, δηλαδή πριν την ακρόαση. Παραβλέπει όμως, η πλευρά του εφεσείοντα, πως τα θεμελιωτικά γεγονότα της αξίωσης είναι η έκθεση απαίτησης που τα θέτει και είναι στη βάση αυτή που κρίνεται η δικαιοδοσία. Όπως ελέχθη στην Κούρου ν. Κόνου, ECLI:CY:AD:2014:A764, ECLI:CY:AD:2014:A764, Πολιτική Έφεση 325/09, ημερ. 10.10.2014, «η καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου εξετάζεται και οριοθετείται από την έκθεση απαίτησης και από τα όποια αποδεκτά γεγονότα (Δέστε, Παναγιώτης Μιχαηλίδης Μωσαϊκά Λτδ ν. Ανδρέα Σιακαλλή
(2001)1 ΑΑΔ, 1324, Σαφαρίνο Λτδ ν. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ, 1059 και Μουρτζής ν. Global Cruises
(1992)1 ΑΑΔ, 1160)». Τα γεγονότα, τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα, όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία, είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.» (έμφαση δική μου) Με άλλα λόγια, έστω και εάν η εναγόμενη επέλεξε να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία της Δ.27 για να εξεταστεί το κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει ή όχι καθ' ύλη δικαιοδοσία να δικάσει την αγωγή, το ζήτημα αυτό θα πρέπει να εξεταστεί με γνώμονα τους ισχυρισμούς που σύμφωνα με τη δικογραφία του ενάγοντα, συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμά του. Βεβαίως, συνεπεία της επιλογής να χρησιμοποιηθεί η Δ.27 Θ.1, δεν παρέχεται στο παρόν στάδιο το πεδίο για να εξεταστεί η ουσία του δικαιοδοτικού θέματος που εγείρεται. Ως εκ τούτου, αν και αμφότερες οι πλευρές επεκτάθηκαν στις αγορεύσεις τους και στο κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο τελικά έχει ή δεν έχει καθ' ύλη δικαιοδοσία, εφόσον το έπραξαν αυτό μόνο ώστε να καταλήξουν στο αν δικαιολογείται ή όχι η εξέταση του θέματος προδικαστικά, τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας αίτησης θα εξεταστούν, αναγκαστικά αλλά και για ευνόητους λόγους, κατ' ανάλογα περιορισμένο τρόπο. Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, έλαβα υπόψη μου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο ενάγοντας στην Ε/Α του για να σκιαγραφήσει το αγώγιμο δικαίωμα που ισχυρίζεται ότι έχει εναντίον της εναγόμενης, ως οι εν λόγω ισχυρισμοί παρατίθενται ανωτέρω, καθώς επίσης και ότι ο «πυρήνας» της αγωγής παρουσιάζεται από τον ίδιο τον ενάγοντα να είναι η θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτός ήταν και έπρεπε να θεωρηθεί από την εναγόμενη ότι ήταν, «υποψήφιος πρόεδρος» εν τη εννοία του Κεφ.300Α. Υπόψη μου έλαβα επίσης και ότι αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ως προς το ότι ο ενάγοντας είχε θέσει την υποψηφιότητα του στις τότε Προεδρικές Εκλογές, όμως η εναγόμενη δεν τον θεώρησε ως «υποψήφιο πρόεδρο» εν τη εννοία του Κεφ.300Α και ως εκ τούτου δεν τον θεώρησε ως δικαιούχο της ίδιας ραδιοτηλεοπτικής κάλυψης που είχαν οι άλλοι υποψήφιοι, τους οποίους η εναγόμενη αναγνώρισε ως «Υποψήφιους Προέδρους» εν τη εννοία του Νόμου. Αυτό είναι άλλωστε και το βασικό παράπονο που προβάλλει με την αγωγή του ο ενάγοντας. Αντιπαραβάλλοντας τώρα τα πιο πάνω για σκοπούς αποκλειστικά της παρούσας διαδικασίας, με τα όσα λέχθηκαν μεταξύ άλλων στις ECLI:CY:AD:2020:C335, ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 126/13, 6/10/2020 (Ολομέλεια Ανωτάτου), GEORGHIADES ν. CBC
(1987)3 CLR 2000, ΧΡΙΣΤΟΣ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ, Υπόθεση Αρ. 300/2003, 6 Φεβρουαρίου, 2004, Mαυρογένης Γιώργιος ν. Pαδιοφωνικού Iδρύματος Kύπρου
(1993)4 ΑΑΔ 186, ΜΑΚΑΡΙΑ ΑΝΤΡΗ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΚΥΠΡΟΥ, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 149/2013, 6/9/2013, ΠΡΑΞΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ν. ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΡ. 128/2013, 30/1/2013, αναφορικά με το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των προνοιών του Κεφ.300Α που ρητά επικαλείται ο ενάγοντας για να στηρίξει την αγωγή του, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο συντρέχουν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να δικαιολογείται η προδικαστική εκδίκαση του δικαιοδοτικού θέματος που εγείρει η πλευρά της εναγόμενης, στα πλαίσια της οποίας εκδίκασης θα εξεταστεί και η νομική θέση του ενάγοντα σε σχέση με το αρ.40 του Νόμου. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω αγνοήσει τη θέση του ενάγοντα ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή του υπό κρίση αιτήματος, όμως, όπως ανέφερα και ανωτέρω, το θέμα της δικαιοδοσίας συνιστά θέμα δημόσιας τάξης και ως εκ της φύσης του αυτής, επιβάλλεται να δικαστεί προδικαστικά όπου παρέχεται η δυνατότητα για τούτο, και η όποια τυχόν καθυστέρηση έχει επιδειχθεί στην έγερση του, είναι άνευ σημασίας (βλ. CY.E.M.S. ανωτέρω). Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αίτηση επιτυγχάνει και ως εκ τούτου θα προχωρήσω τώρα να ακούσω τους συνήγορους ως προς το πότε θα είναι έτοιμοι να αγορεύσουν επί της ουσίας του θέματος της δικαιοδοσίας, αναφέροντάς τους παράλληλα ότι το παρόν Δικαστήριο, το οποίο θα συνεδριάζει μέχρι και τις 09/08/21, είναι διατεθειμένο να επιληφθεί και της προδικαστικής ακρόασης. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως αυτά συνιστούν έξοδα στην πορεία της εκδίκασης του προδικαστικού σημείου, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον της εναγόμενης και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.).......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 40.-
(1)Καμιά αγωγή εναντίον του Ιδρύματος, του Προέδρου ή μελών του, του Γενικού Διευθυντή ή οποιουδήποτε υπαλλήλου του Ιδρύματος για οποιαδήποτε πράξη που έγινε, σύμφωνα ή προς εκτέλεση, ή προτιθέμενη εκτέλεση οποιουδήποτε Νόμου, ή οποιουδήποτε δημόσιου καθήκοντος ή εξουσίας, ή αναφορικά με οποιαδήποτε ισχυριζόμενη αμέλεια ή παράλειψη κατά την εκτέλεση του Νόμου αυτού, καθήκοντος ή εξουσίας, δεν είναι δυνατή ή εγείρεται σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εκτός αν αρχίσει εντός έξι μηνών αμέσως μετά την επίδικη πράξη, αμέλεια ή παράλειψη ή, σε περίπτωση συνεχιζόμενης ζημιάς ή βλάβης, εντός δώδεκα μηνών αμέσως μετά το τέλος της.
(2)Καμιά αγωγή δεν αρχίζει εναντίον του Ιδρύματος μέχρι ένα μήνα τουλάχιστον μετά από την επίδοση προς το Ίδρυμα γραπτής ειδοποίησης περί της πρόθεσης να αρχίσει αυτή από τον προτιθέμενο ενάγοντα η αντιπρόσωπο του~ και η ειδοποίηση αυτή δηλώνει καθαρά και ευκρινώς τη βάση της αγωγής, τις λεπτομέρειες της αξίωσης, το όνομα και τόπο διαμονής του προτιθέμενου ενάγοντα και τη θεραπεία που απαιτεί. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.