Bluenut Trading Ltd ν. Graftonex Investments Limited κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης: 102/2020, 16/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A376 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης: 102/2020 Αναφορικά με το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου και Αναφορικά με το άρθρο 35 του Κανονισμού 1215/2012 και Αναφορικά με διαφορά η οποία θα επιλυθεί με διαιτησία που θα καταχωρηθεί στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου, μεταξύ των
- Bluenut Trading Ltd και
- Suala Holdings Limited (Απαιτητών) και της Graftonex Investments Limited (Εναγομένης) Μεταξύ: Bluenut Trading Ltd Αιτήτριας v.
- Graftonex Investments Limited
- Zimber Investments Limited
- . Σπυρίδη
- . Χρίστου
- . Χριστοδουλίδου
- . Φαίδωνος Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Αιτήτριας ημ. 14.9.20 για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Α. Τσιρίδης για Κώστας Τσιρίδης & Σια ΔΕΠΕ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση 1: κα Μ. Γεωργίου για Σωτήρης Πίττας & Σια ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2-6: κ. Π. Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και για Χριστοφή & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Αιτήτρια ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην αίτηση ημ. 14.4.20 για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, ως το προσχέδιο το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της κας ΝΑ (εφεξής «η ΝΑ») που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα στα οποία αυτή βασίζεται, περιέχονται στην ένορκη δήλωση της ΝΑ που συνοδεύει την Αίτηση και στον φάκελο της υπόθεσης. Στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, η ΝΑ, η μοναδική σύμβουλος της Αιτήτριας, ισχυρίζεται ότι επιθυμεί να παρουσιάσει μια νέα απαίτηση της Αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου και να απαντήσει σε ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις ενστάσεις της Καθ΄ ης 1 και των Καθ΄ ων 2-6 αντίστοιχα και οι οποίοι χρήζουν απάντησης γιατί είναι παραπλανητικοί και κάποιοι εξ αυτών δεν μπορούσαν να είχαν προβλεφθεί εκ των προτέρων από την Αιτήτρια. Οι λόγοι ένστασης των Καθ΄ ων 1 και 2-6 στον βαθμό που είναι ταυτόσημοι, συνοψίζονται ως εξής:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης.
- Η Αιτήτρια επιδιώκει να αναβαθμίσει την υπόθεση της, να μεταβάλει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο στήριξε την αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα και να δικαιολογήσει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο την παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων στα πλαίσια της αίτησης για ενδιάμεσα διατάγματα.
- Η Αιτήτρια επιθυμεί να παρουσιάσει άσχετη μαρτυρία και ή επιχειρηματολογία. Περαιτέρω προβάλλονται και οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης των Καθ΄ ων 2-6: 1) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε μια ατέρμονη διαδικασία και σε εκτροχιασμό της. 2) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας και στην πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα των Καθ΄ ων. Η ένσταση της Καθ΄ ης 1 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΣ (εφεξής «ο ΑΣ»), εκ των διευθυντών της Καθ΄ ης 1, και η ένσταση των Καθ΄ ων 2-6 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης 5, μιας εκ των διευθυντών της Καθ΄ ης 2, στις οποίες ουσιαστικά επαναλαμβάνουν και αναλύουν τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δικηγόροι όλων των πλευρών. Η Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίζεται η Αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39.» Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.ά.
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 510, αναφέρεται ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσης εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει καλός λόγος ώστε να δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει επίσης η υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd κ.ά. ν. Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκείμενη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Κόκκινου v. Κόκκινου, Έφ. 29/14, ημ. 3.11.16, η οποία αφορούσε αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση στα πλαίσια αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το Εφετείο προσδιόρισε με σαφήνεια τον σκοπό καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. . . Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό. Παρόλο δε που ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου, στα πλαίσια της συζήτησης της επίδικης αίτησης πρωτόδικα, αναφέρθηκε - όπως μνημονεύεται στην πρωτόδικη απόφαση - «στους ισχυρισμούς και στις ενότητες των ισχυρισμών από τις ένορκες δηλώσεις της καθ' ης η αίτηση, οι οποίοι, κατά την άποψη του, χρήζουν απάντησης», το Δικαστήριο δεν συνάρτησε την κρίση του με ό,τι θα μπορούσε να ήταν αναγκαίο για σκοπούς επίλυσης των επίδικων θεμάτων. «Καλός λόγος» προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιας ανάγκης με απώτερο σκοπό την επίλυση των επίδικων ζητημάτων της ενδιάμεσης διαδικασίας και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, δεν είχε καταδειχθεί τέτοια ανάγκη.» Στο σημείο αυτό αξίζει να λεχθεί πως κατά την εξέταση της αίτησης ημ. 14.4.20, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) ενέκρινε αυτή μονομερώς και εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση (εφεξής «η σεδ») η Αιτήτρια επιθυμεί να προσφέρει μαρτυρία για τα ακόλουθα: Ι. Γεγονότα μετά την Καταχώριση της Αίτησης (
- i)Στην παρ. 3 της σεδ η ΝΑ ισχυρίζεται ότι η κυρίως Αίτηση καταχωρίστηκε προς υποβοήθηση της διεθνούς διαιτητικής διαδικασίας η οποία άρχισε από την Αιτήτρια εναντίον της Καθ΄ ης με την υποβολή Παράκλησης για Διαιτησία στις 14.4.20, προσχέδιο της οποίας επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημ. 14.4.20 για ενδιάμεσα διατάγματα. Ακολούθως αναφέρεται σε διαιτητική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου η οποία ξεκίνησε στις 3.7.20 από την Αιτήτρια και τη Suala και η οποία συνενώθηκε με την προαναφερόμενη διαιτητική διαδικασία δυνάμει διατάγματος του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημ. 11.8.20. Η ΝΑ επισυνάπτει τη συνενωμένη έκθεση απαίτησης η οποία καταχωρίστηκε στις 21.8.20 ως Τεκμήριο 1. Σημειώνεται πως στις 27.4.20 η ΝΑ καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 14.4.20 στην οποία επισυνάπτει την Παράκληση για Διαιτησία, η οποία επιδόθηκε στην Καθ΄ ης 1 στις 16.4.20 και όλα τα συναφή έγγραφα. Βασικά με την εν λόγω παράγραφο η ΝΑ αναφέρει ότι επιθυμεί να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη νέα μεταγενέστερη απαίτηση, στα πλαίσια της συνεχούς υποχρέωσης αποκάλυψης. Είναι γεγονός ότι η μεταγενέστερη διαιτητική διαδικασία ηγέρθη μετά την καταχώριση της αίτησης ημ. 14.4.20 καθώς και μετά τόσο την αρχική όσο και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αυτής. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της ΝΑ, η ίδια η κυρίως Αίτηση και η αίτηση ημ. 14.4.20 αφορούν σε επικείμενη διαιτητική διαδικασία η οποία και ξεκίνησε εξ ου και παρουσιάστηκε, στην τελική της μορφή, μεταγενέστερα της αίτησης μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Από τη στιγμή που η νέα διαιτητική διαδικασία συνενώθηκε με την πρώτη, αφορά στα ίδια μέρη και σχετίζεται με την επίδικη διαφορά, τότε θεωρώ ότι αυτή θα πρέπει να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνέχεια της προγενέστερης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ούτως ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων που αφορούν στην αίτηση ημ. 14.4.20. Άλλωστε, στις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των Καθ΄ ων δεν ασχολήθηκαν με τη συγκεκριμένη παράγραφο και επομένως το Δικαστήριο θεωρεί ότι εγκατέλειψαν την όποια ένσταση αναφορικά με αυτή. Ως εκ τούτου η προτεινόμενη παρ. 3 της σεδ γίνεται δεκτή. ΙΙ. Απάντηση στην Ένορκη Δήλωση Α. Σπυρίδη (
- ii)Στις παρ. 11 και 12 η ΝΑ αναφέρεται στον ισχυρισμό του ΑΣ που συνοδεύει την ένσταση της Καθ΄ ης 1 στην αίτηση ημ. 14.4.20 πως οι L (πατέρας και γιος) ήταν ιδιοκτήτες ή μέτοχοι κατά 50% της Αιτήτριας. Στην παρ. 11 η ΝΑ αναφέρει πως αυτός ο ισχυρισμός του ΑΣ ο οποίος περιέχεται και στα δικόγραφα της Αρχικής Διαιτησίας δεν γίνεται δεκτός και εν πάση περιπτώσει ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε από την Καθ΄ ης 1 ως επιχείρημα για να διορίσει τον Γενικό της Διευθυντή, παραπέμποντας και στον όρο 6.3 της Συμφωνίας Μετόχων. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, αυτή η παράγραφος θεωρείται αναγκαία για να εξηγηθεί γιατί αυτό το ζήτημα δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός το οποίο είχε υποχρέωση να αποκαλύψει. Το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή η παράγραφος δεν γίνεται δεκτή στη σεδ καθότι το κατά πόσο δικαιολογείτο ή όχι η αναφορά και αποκάλυψη αυτού του θέματος από πλευράς Αιτήτριας αποτελεί επιχείρημα και εν πάση περιπτώσει όλα τα έγγραφα στα οποία η Αιτήτρια παραπέμπει βρίσκονται ως τεκμήρια ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παρ. 12 η ΝΑ επεξηγεί τον ισχυρισμό της στην παρ. 25.1 της αρχικής ένορκης της δήλωσης και παραπέμπει στον όρο 6.3 της Συμφωνίας Μετόχων, κάτι το οποίο είναι αχρείαστο και αποτελεί επανάληψη της αρχικής της θέσης. Η σχετική μαρτυρία της ΝΑ επί του θέματος βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν υπάρχει ανάγκη επανάληψης αυτής υπό τον μανδύα της επεξήγησης, διευκρίνισης και απόδοσης της ορθής εικόνας του περιεχομένου της εν λόγω παραγράφου. Ως εκ τούτου αυτή η παράγραφος δεν γίνεται δεκτή για να συμπεριληφθεί στη σεδ. (iii) Στην παρ. 13 η ΝΑ αναφέρεται στον ισχυρισμό της Καθ΄ ης 1 για οιονεί συνεταιρισμό και ότι αυτός προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 8.5.20 ενώ η Καθ΄ ης 1 όφειλε να τον είχε εγείρει και στην Αρχική Διαιτησία καθώς επίσης και ότι τον προβάλλει τώρα σε μια τελευταία προσπάθεια να εξηγήσει τις παραβιάσεις της Συμφωνίας Μετόχων από τους Καθ΄ ων. Στην παρ. 14 η ΝΑ παρουσιάζει Γνωμάτευση από Άγγλο δικηγόρο ως προς το ζήτημα του οιονεί συνεταιρισμού και των συνεπειών του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως σε αυτές τις παραγράφους η Αιτήτρια επιθυμεί να προβάλει τις δικές της θέσεις επί ισχυρισμού της Καθ΄ ης 1 ο οποίος προβλήθηκε στην ένσταση της τελευταίας εις απάντηση και αντίκρουση αυτού. Επομένως η Αιτήτρια δύναται να προβάλει τις δικές της θέσεις επί τούτων ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του μια ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων όλων των πλευρών. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι βασικός λόγος ένστασης των Καθ΄ ων είναι πως στη σεδ η Αιτήτρια επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τους αρχικούς ισχυρισμούς και θέσεις της και ουσιαστικά να δικαιολογήσει τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2001)1(Β) A.A.Δ. 1220 «. σε περιπτώσεις που το δικαστήριο παρέχει θεραπεία, ύστερα από μονομερή αίτηση . και υπάρχει παράλειψη πληροφόρησης, δεν επιτρέπεται, με βάση τη νομολογία, η επανόρθωση της παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο για να παράσχει τη θεραπεία». Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, στην οποία αποφασίστηκε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, έτσι τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση πρέπει να αποκαλύπτονται στην αίτηση και γι΄ αυτό τον λόγο δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας εκ μέρους του αιτητή. Τα όσα λέχθηκαν στην εν λόγω υπόθεση δεν οδηγούν δίχως άλλο σε καθολική απαγόρευση της όποιας δυνατότητας καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης όπου, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4
(2), το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος για την καταχώριση αυτής. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στις υποθέσεις A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα και Κόκκινου v. Κόκκινου (ανωτέρω). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο είναι μεν ιδιαίτερα προσεκτικό στο να επιτρέψει την προσθήκη ισχυρισμών σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε αίτηση η οποία εγκρίθηκε μονομερώς, παρά ταύτα μπορεί να την επιτρέψει εκεί όπου κρίνει αναγκαία την προβολή των θέσεων εκ μέρους του αιτητή, όχι για να συμπληρώσει την αρχική εικόνα των γεγονότων στα οποία βασίστηκε η μονομερής αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα αλλά για να υπάρχει και η δική του τοποθέτηση επί θεμάτων που ήγειρε η άλλη πλευρά και έτσι το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα επί τούτων πριν κληθεί να αποφασίσει κατά πόσο θα οριστικοποιήσει ή ακυρώσει τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα. (
- iv)Στην παρ. 15 η ΝΑ επεξηγεί γιατί δεν αποκάλυψε διάφορες λεπτομέρειες και έγγραφα αναφορικά με τη μεταβίβαση μετοχών της Καθ΄ ης 1 από την Kilada στη Suala τον Νοέμβριο του 2017 και ειδικότερα ότι η Καθ΄ ης 1 είχε εγκαταλείψει αυτόν τον ισχυρισμό. Παραπέμπει στην αρχική ένορκη της δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημ. 14.4.20 και επιθυμεί να καταθέσει σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια προς υποστήριξη της θέσης της περί εγκατάλειψης από την Καθ΄ ης 1. Θεωρώ ότι αυτό το ζήτημα έχει ήδη καλυφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση της ΝΑ, αποτελεί πλέον επιχείρημα και είναι αχρείαστο, για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, να συμπεριληφθεί στην ένορκη δήλωση. (
- v)Στην παρ. 16 η ΝΑ ασχολείται με τον ισχυρισμό του ΑΣ ότι ο κ. P ήταν συνδεδεμένος με τη UKRM/Coalstar, λέγοντας ότι ποτέ προηγουμένως η Καθ΄ η 1 δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο και σχολιάζει τα έγγραφα τα οποία ο ΑΣ επισυνάπτει προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Στις παρ. 16 και 16.1 η ΝΑ επιθυμεί να αντικρούσει τον ισχυρισμό του ΑΣ και να θέσει τις δικές της απόψεις ως προς το ότι η Καθ΄ ης 1 όχι μόνο δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο αλλά αντιθέτως υιοθέτησε εντελώς διαφορετική θέση, επισυνάπτοντας και σχετικό δικόγραφο της. Αυτές οι δύο παράγραφοι γίνονται δεκτές καθότι η ΝΑ έχει το δικαίωμα να απαντήσει, σχολιάσει και αντικρούσει αυτόν τον ισχυρισμό ούτως ώστε να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι θέσεις και των δύο πλευρών. Εδώ κρίνεται κατάλληλο το σημείο να λεχθεί πως η προβολή ισχυρισμών από την πλευρά των Καθ΄ ων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι αυτοί θα έπρεπε να είχαν αποκαλυφθεί από την Αιτήτρια και ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους της τελευταίας για εισαγωγή των δικών της ισχυρισμών αποσκοπεί στη μεταβολή του πραγματικού υπόβαθρου στο οποίο στηρίζεται η αίτηση ημ. 14.4.20. Από τη στιγμή που οι Καθ΄ ων επιθυμούν και προβάλλουν ισχυρισμούς επί γεγονότων δίδοντας έτσι τη δική τους εκδοχή επί αυτών, τότε η Αιτήτρια δικαιούται να θέσει και αυτή τους δικούς της ισχυρισμούς επί των ιδίων θεμάτων για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων όλων των πλευρών κατά την εξέταση της αίτησης ημ. 14.4.20. Η παρ. 16.2 δεν γίνεται δεκτή καθότι εκεί η ΝΑ επιθυμεί να σχολιάσει τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν από την Καθ΄ ης, πλην όμως εκείνο το οποίο βασικά παρατηρείται είναι μια απλή παραπομπή στο περιεχόμενο τους, το οποίο είναι αχρείαστο καθότι είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, και προβολή επιχειρημάτων τα οποία δεν είναι αναγκαίο ούτε επιτρεπτό να περιλαμβάνονται σε ένορκη δήλωση αλλά μπορούν να προβληθούν από τον δικηγόρο της Αιτήτριας στο στάδιο των αγορεύσεων. (
- vi)Στην παρ. 17 η ΝΑ αρνείται τον ισχυρισμό του ΑΣ πως οι εταιρείες Bluenut και Suala δεν διαμαρτυρήθηκαν για τα μη εμπορικά δάνεια. Ισχυρίζεται ότι υπήρξε τέτοια ένσταση και παρουσιάζει πρακτικά συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της Καθ΄ ης 2 προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού. Η ΝΑ επιθυμεί να απαντήσει και αντικρούσει τον συναφή ισχυρισμό του ΑΣ και επομένως δύναται να προβάλει και τις δικές της θέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τις θέσεις όλων των πλευρών κατά την εξέταση της αίτησης ημ. 14.4.20. (vii) Στην παρ. 18 η ΝΑ αναφέρεται στον ισχυρισμό του ΑΣ πως η Κυπριακή Αγωγή της Καθ΄ ης 1 βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση του καταστατικού της Καθ΄ ης 2 και επομένως οποιαδήποτε διαφορά σχετικά με αυτό το ζήτημα δεν εμπίπτει στο πεδίο της Συμφωνίας Μετόχων. Η ΝΑ περιορίζεται σε απλή παραπομπή της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Ως εκ τούτου αυτή η παράγραφος αποτελεί αχρείαστη επανάληψη και επομένως δεν γίνεται δεκτή. ΙΙΙ. Απάντηση στην Ένορκη Δήλωση της Ν. Χριστοδουλίδου (viii) Στην παρ. 19 η ΝΑ αναφέρεται στον ισχυρισμό της ΝΧ πως η κα Μ προσπάθησε να εγκρίνει από μόνη της ψήφισμα για την απομάκρυνση του Γενικού Διευθυντή της Καθ΄ ης 1, λέγοντας ότι η κα Μ προσπάθησε να διορίσει Γενικό Διευθυντή επιλογής της Αιτήτριας σύμφωνα με τη Συμφωνία μετόχων και πως η Αιτήτρια δεν προέβη σε αποκάλυψη των σχετικών επί τούτου ουσιωδών γεγονότων. Παραπέμπει στην αρχική της ένορκη δήλωση και επισυνάπτει εκ νέου τεκμήριο αυτής. Αυτή η παράγραφος αποτελεί απλή επανάληψη των όσων έχουν ήδη τεθεί από την ίδια την ΝΑ στην αρχική της ένορκη δήλωση και επομένως δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό η εκ νέου αναφορά τους. (
- ix)Στην παρ. 20 η ΝΑ αναφέρεται στον ισχυρισμό της ΝΧ πως το συμβούλιο της Καθ΄ ης 2 κάλεσε γραπτώς την κα Μ να παρουσιαστεί και δώσει εξηγήσεις για τη συμμετοχή της σε σχέση με τους ισχυρισμούς μεταβίβασης μετοχών και αρνήθηκε να παρουσιαστεί και βασικά επεξηγεί τις επιστολές οι οποίες παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια από τη ΝΧ. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η επεξήγηση των τεκμηρίων αποτελεί επιχείρημα και επομένως δεν παρίσταται ανάγκη συμπερίληψης αυτού σε ένορκη δήλωση. Όπως έχει ήδη λεχθεί η ένορκη δήλωση περιορίζεται σε μαρτυρία και όχι σε επιχειρήματα. (
- x)Στην παρ. 21 η ΝΑ αναφέρει ότι η θέση της ΝΧ για την έγκριση από την κα Μ άλλων δανείων δεν είναι ξεκάθαρη ως προς τη σχετικότητα στα παράπονα της Καθ΄ ης 2 αναφορικά με διαφορετικά δάνεια και ότι αυτό δεν σημαίνει και την αυτόματη έγκριση όλων των δανείων συμπεριλαμβανομένων και των μη εμπορικών. Το Δικαστήριο θεωρεί και πάλι ότι αυτή η παράγραφος αποτελεί απλό επιχείρημα και επομένως δεν γίνεται δεκτή. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Αιτήτρια έχει καταδείξει καλό λόγο ο οποίος δικαιολογεί την καταχώριση μέρους της προτεινόμενης ένορκης δήλωσης της ΝΑ, σημειώνοντας πως οι παρ. 1, 2 και 4-10 είναι εισαγωγικές και τυπικές και επομένως και αυτές δύνανται να συμπεριληφθούν σε αυτή. Ως εκ τούτου η Αίτηση εγκρίνεται μερικώς. Δίδεται άδεια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης η οποία θα έχει ως περιεχόμενο τις παρ. 1-10, 13, 14, 16, 16.1 και 17 της προταθείσας ένορκης δήλωσης. Η εν λόγω συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα και να παραδοθεί αντίγραφο σε όλα τα μέρη. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης 1 και των Καθ΄ ων 2-6 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως στο ½ του συνολικού ποσού των εξόδων όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αίτησης. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο