Τσικουρής κ.α. ν. BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 1498/16, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A382 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1498/16 Μεταξύ:
- XXXXX Τσικουρής
- XXXXX Τσικουρή Ενάγοντες και BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόμενη --------------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Θεοδώρου Για εναγόμενο: κα Χ. Χατζηγεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό που περιβάλλει την παρούσα αίτηση και το οποίο παραθέτω πιο κάτω, είναι μεν στην ουσία αδιαμφισβήτητο, είναι όμως και κάπως ιδιόμορφο. Έχει δε συνοψισθεί σε δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την πρωτοβάθμια δικαιοδοσία του όπου είχε οδηγηθεί η υπόθεση πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ήτοι τις ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ Κ. ΤΣΙΚΟΥΡΗ ΚΑΙ Μ. ΤΣΙΚΟΥΡΗ ΓΙΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 203/2020, 26/11/2020 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ K ΤΣΙΚΟΥΡΗ ΚΑΙ M ΤΣΙΚΟΥΡΗ ΓΙΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ CERTIORARI , ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ Αρ. 217/2020, 30/12/
- Με λίγα λόγια λοιπόν, τα επίδικα γεγονότα για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας έχουν ως εξής: Η αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 23/3/2016 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράνομη κατακράτηση και/ή οικειοποίηση χρημάτων, αμέλεια και παράβαση θέσμιων και συμβατικών καθηκόντων και αφορά σε αξίωση για επιστροφή περίπου €40.000 που φέρεται να «κουρεύτηκαν» το Μάρτιο 2013 κατά τα γεγονότα που περιέβαλλαν το γνωστό από τότε, ως «κούρεμα» καταθέσεων. Η εναγόμενη τράπεζα καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 07/04/16, και στις 02/06/2016, κατόπιν αίτησης για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης υπεράσπισης, καταχώρησε την υπεράσπιση της. Στις 09/06/16 που οι διάδικοι εμφανίστηκαν για σκοπούς της αίτησης για απόφαση, αμφότεροι οι συνήγοροι των μερών δήλωσαν ότι είχε όντως προηγηθεί η καταχώρηση υπεράσπισης οπόταν και η αίτηση απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ των εναγόντων. Στις 16/9/2016, ήτοι 99 μέρες αργότερα, καταχωρήθηκε από πλευράς εναγόντων η προβλεπόμενη από την τότε σε ισχύ Δ.30, κλήση για οδηγίες, η οποία ορίστηκε στις 18/11/2016, ημερομηνία κατά την οποία η εναγόμενη ζήτησε παράταση χρόνου για να καταχωρήσει το Παράρτημα - Τύπο 25, ήτοι εκπρόθεσμα. Το αίτημα αυτό της εναγόμενης εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με τη σύμφωνη γνώμη των εναγόντων και ακολούθως, αφού καταχωρήθηκε και το παράρτημα της εναγόμενης, το Δικαστήριο προχώρησε και έδωσε στη βάση της Δ.30 τις οδηγίες που αμφότεροι οι διάδικοι ζήτησαν με τα αντίστοιχα παραρτήματα τους Τύπου
- Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε αριθμός εμφανίσεων των διαδίκων στο Δικαστήριο, κατά τις οποίες εμφανίσεις ολοκληρώθηκαν οι προδικαστικές οδηγίες της Δ.30, και η αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 07/11/
- Κατ' εκείνη την ημέρα όμως δεν κατέστη δυνατό να γίνει η ακρόαση για τους λόγους που καταγράφηκαν στο σχετικό πρακτικό οπόταν δόθηκε νέα ημερομηνία ακρόασης. Ακολούθησαν ακόμα εφτά στο σύνολο τους ορισμοί ακροάσεως, με τελευταία ημερομηνία την 30/09/2020 όταν και κατόπιν αιτήματος των διαδίκων, η υπόθεση ορίστηκε στις 16/11/2020 για περιορισμό των επίδικων θεμάτων. Αναφορικά με τα όσα έλαβαν χώρα στις 16/11/20 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς επίσης και την επόμενη μέρα, ήτοι στις 17/11/16, παραθέτω αυτούσια τα πρακτικά που τηρήθηκαν, το περιεχόμενο των οποίων μιλά από μόνο του: «16/11/20 κ. Θεοδώρου: Παράκληση να παραμείνει για οδηγίες με το νέο χρόνο διότι πρόθεση μας ήταν να συζητήσουμε τα επίδικα θέματα ώστε να τα περιορίσουμε. Λόγω όμως του κορωνοϊού αυτό δεν κατέστη δυνατό. κα Αντρέου: Όντως αυτή είναι η πρόθεση μας και δεν έχω ένσταση να παραμείνει η υπόθεση για οδηγίες. Δικαστήριο: Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 05/02/20 ορισμένη για ακρόαση. Επειδή δεν παρείχετο τότε χρόνος να ακουστεί λόγω παλαιότερης συνεχιζόμενης ακρόασης, ενημέρωσα σχετικά και εκ των προτέρων τους συνηγόρους και όρισα νέα ημερομηνία κατά την οποία οι τελευταίοι μου ζήτησαν χρόνο για να συζητήσουν ενδεχόμενο περιορισμό των επίδικων θεμάτων για σκοπούς ακρόασης οπόταν και όρισα την υπόθεση για σήμερα. Μελετώντας το φάκελο κατά τη διάρκεια της εμφάνισης σας έχω διαπιστώσει ότι στις 16/08/16 η αγωγή απορρίφθηκε με σχετική απόφαση Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) λόγω του ότι είχε παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που προνοούσε τότε η Δ.30 και μάλιστα ότι η αγωγή απορρίπετο τότε με έξοδα εναντίον εναγόντων ως θα υπολογιστούν. Δεν νομίζω όμως αυτό να ήταν ποτέ υπόψη σας ή να έγινε αντιληπτό από το Δικαστήριο που επιλήφθηκε των επόμενων εμφανίσεων διότι της απόρριψης ακολούθησε η καταχώρηση κλήσης από πλευράς εναγόντων, ακολούθως η έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο στα πλαίσια των οποίων μάλιστα δόθηκε από το Δικαστήριο και παράταση χρόνου για να καταχωρήσουν οι εναγόμενοι το παράρτημα τους. Βεβαίως, σήμερα φαίνεται ότι όλα αυτά έγιναν στα πλαίσια μίας αγωγής που είχε ήδη απορριφθεί με απόφαση Δικαστηρίου και θεωρείτο ως απορριφθείσα από τις 16/08/
- Αμφότεροι δικηγόροι: Κύριε πρόεδρε δεν είχαμε κάτι τέτοιο υπόψη μας, αντιθέτως, όπως φαίνεται και από τα εκάστοτε πρακτικά και οι δύο πλευρές τελούσαμε αυτά τα τελευταία 4 χρόνια υπό την αντίληψη ότι η αγωγή υφίσταται και ότι θα προχωρούσε και σε ακρόαση επί της ουσίας της. Δώστε μας όμως λίγο χρόνο να δούμε το θέμα και να επανέλθουμε. Δικαστήριο: Η υπόθεση παραμένει αύριο 17/11/20 για να τοποθετηθούν οι συνήγοροι.» «17/11/20 κ. Θεοδώρου: Έχω μελετήσει το θέμα. Δυστυχώς φαίνεται ότι η αγωγή έχει από τις 16/08/16 απορριφθεί χωρίς εμείς να το είχαμε ποτέ πληροφορηθεί, εξ' ου και προχωρούσαμε με όλες τις μεταγενέστερες διαδικασίες θεωρώντας ότι η αγωγή μας υφίστατο. Φαίνεται όμως ότι εκ των πραγμάτων και διαπιστώνοντας τώρα το τί έχει συμβεί, θα πρέπει να λάβουμε οδηγίες από τους πελάτες μας για το πώς θα προχωρήσουμε επιφυλάσσοντας ταυτόχρονα όλα τα δικαιώματα τους. κα Αντρέου: Κύριε πρόεδρε και εγώ συμφωνώ ότι η αγωγή εκ των πραγμάτων θεωρείται ως απορριφθείσα από τις 16/08/16 και οι οδηγίες των πελατών μου είναι να υποστηρίξουμε την απόρριψη με τον τρόπο που φαίνεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου έστω και αν και η δική μας πλευρά τα τελευταία 4 χρόνια δεν είχε υπόψη της το γεγονός της απόρριψης αλλά αντίθετα θεωρούσε και αυτή ότι η αγωγή υφίσταται κανονικά εξ' ου και υποβάλλαμε και εμείς κατά καιρούς διάφορα αιτήματα. Δικαστήριο: Να θεωρήσω λοιπόν ότι η αγωγή έχει απορριφθεί και ολοκληρωθεί στις 16/08/16 και ότι όσον αφορά το τί πρόκειται να πράξουν οι διάδικοι από τούδε και στο εξής είναι θέμα που θα αποφασίσουν οι ίδιοι αναλόγως και των οδηγιών των πελατών τους; Αμφότεροι δικηγόροι: Συμφωνούμε. Δικαστήριο: Η αγωγή λοιπόν θεωρείται ως απορριφθείσα από τις 16/08/16 δυνάμει του σχετικού πρακτικού του αδελφού Δικαστή που της επιλήφθηκε τότε. Υπό τις περιστάσεις όμως, δεν θεωρώ ότι τα όσα έξοδα έχουν αμφότερες οι πλευρές υποστεί από εκείνη την ημερομηνία και μετά στη βάση της καλόπιστης αλλά εσφαλμένης αντίληψης και των δύο τους ότι η αγωγή συνέχιζε να υφίσταται, θα ήταν δίκαιο να επιδικαστούν υπέρ ή εναντίον κάποιας πλευράς. Αν μη τι άλλο, τα εν λόγω έξοδα αφορούν σε διαδικασίες που εκ της απόρριψης της αγωγής από τις 16/08/16, ήταν άκυρες. Ως εκ τούτου, παραμένει μεν η διαταγή εξόδων της 16/08/16, όμως σε σχέση με όλα τα έξοδα που προέκυψαν έκτοτε και μέχρι σήμερα διατάσσεται όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα.» Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω, αφ' ενός ότι το πρακτικό της 16/08/16 με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή, αναφέρει ότι «.τα δικόγραφα έχουν συμπληρωθεί, η περίοδος των 60 ημερών που προνοείται στη Δ.30 Θ1 έχει λήξει. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.», και αφ' ετέρου ότι οι σχετικές με την παρούσα πρόνοιες της Δ.30 που ίσχυαν τον τότε καιρό, ήτοι πριν την τροποποίηση της 28/07/17, είχαν ως εξής «
- (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός τριάντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών. (β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα. (γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, επιδίδεται ειδοποίηση προς τον ενάγοντα που εκδίδει ο εναγόμενος στον συνημμένο τύπο με την οποίαν τον ενημερώνει για την παράλειψη και τον καλεί όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης καταχωρήσει την αίτηση για οδηγίες. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες η αγωγή ή η ανταπαίτηση θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και θα απορρίπτεται από το Δικαστήριο στη λήξη της περιόδου των 60 ημερών, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα ως θα είναι η περίπτωση. Η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση. (δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής και δεν θα συνιστά προς τούτο κώλυμα ο καθορισμένος, ανάλογα με την περίπτωση, χρόνος παραγραφής. (ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ.... που απορρίφθηκε την .... συνεπεία των προνοιών της Δ.30 Θ1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.
- (α) Διάδικος στην αγωγή υποχρεούται να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο μέσα σε 30 μέρες από την έκδοση και επίδοση της κλήσης το συνημμένο στον Τύπο 25, Παράρτημα, συμπληρωμένο ως προς όλα τα στοιχεία αυτού. (β) Οι προθεσμίες των 30 ημερών που καθορίζονται ανωτέρω στους Θεσμούς 1(α) και 2(α) δεν παρατείνονται εκτός αν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράταση τους...» Τέλος αναφέρω, και πάλι για σκοπούς πληρότητας, ότι μετά που διαπιστώθηκε το γεγονός της απόρριψης της αγωγής, οι ενάγοντες αποτάθηκαν στο Ανώτατο Δικαστήριο, αρχικά με αίτηση για να εξασφαλίσουν προνομιακό ένταλμα για να ακυρώσουν την απόφαση της 16/08/16, και στη συνέχεια, όταν εκείνη η αίτηση τους απορρίφθηκε λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της, προφανώς κατ' αναδρομική εφαρμογή του περί Ανωτάτου Δικαστηρίου (Δικαιοδοσία Έκδοσης Ενταλμάτων Προνομιακής Φύσεως) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2018 (Π.Α. 203/20 ανωτέρω), με αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης για προνομιακό ένταλμα. Και εκείνη όμως η αίτηση των εναγόντων απορρίφθηκε (Π.Α. 217/20 ανωτέρω), με το σκεπτικό του Δικαστή του Ανωτάτου που εξέδωσε τη σχετική απόφαση στις 30/12/2020, να εδράζεται μεταξύ άλλων και στα εξής - «.Χωρίς να προδικάζω οτιδήποτε οι Αιτητές φαίνεται ότι έχουν στη διάθεση τους άλλες διαδικασίες ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ενδεχομένως βάσει της Δ.26 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Toumbouros Estates Ltd v. Χαριτίνη Ιωαννίδου κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1512, Evagorou v. Christodoulou and another
(1982)1 C.L.R. 771, Παπακόκκινου ν. Χρ. Πελεκάνου Λτδ κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1275) για αποκατάσταση της αγωγής τους και συνεπώς να μην παρίσταται ανάγκη προσφυγής στο εξαιρετικό μέτρο της διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Υπό το φως λοιπόν των όσων λέχθηκαν στην Π.Α. 217/20 ανωτέρω, οι ενάγοντες καταχώρησαν στις 19/02/2021 την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν, στη βάση των προνοιών της Δ.26 Θ.14, της Δ.33, της Δ.48 και της Δ.57, καθώς επίσης και στη βάση του Αρ.30Σ, των αρχών της επιείκειας και των σύμφυτων εξουσιών του Δικαστηρίου, τον παραμερισμό της απορριπτικής απόφασης της 16/08/2016, την επαναφορά της αγωγής, την κήρυξη ως εμπρόθεσμης της κλήσης για οδηγίες που είχε καταχωρηθεί στις 16/09/2016 και την επικύρωση όλων των διαδικασιών που έλαβαν χώρα στην αγωγή από τις 16/08/2016 μέχρι σήμερα. Ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, το υπό κρίση αίτημα των εναγόντων, εδράζεται στους εξής άξονες. Πρώτον ότι με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 που ίσχυαν κατά τις 16/08/16, δεν δικαιολογείτο ούτε νομικά αλλά ούτε και πραγματικά να απορρφιθεί η αγωγή για το λόγο που απορρίφθηκε. Δεύτερο, οι ιδιάζουσες περιστάσεις της υπόθεσης, οι οποίες περιλαμβάνουν και τη συμπεριφορά που αμφότεροι οι διάδικοι επέδειξαν τόσο πριν όσο και μετά τις 16/08/2016, ήτοι θεωρώντας και οι δύο ότι η αγωγή συνέχιζε να υφίσταται και ενεργώντας κανονικά με σκοπό την προώθηση της αγωγής και των εκατέρωθεν δικαιωμάτων τους, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για αποκατάσταση της αγωγής, είτε η εν λόγω εξουσία προκύπτει από τη Δ.26 Θ14 στην οποία έγινε αναφορά στην πολιτική αίτηση 217/20, είτε από τη σύμφυτη εξουσία που έχει το Δικαστήριο να διασφαλίζει με τρόπο ορθό και δίκαιο όλα τα δικαιώματα των διαδίκων. Σημειώνω εδώ ότι σύμφωνα με τους ενάγοντες, επειδή η αγωγή τους εδράζεται στην κατ' ισχυρισμό διάπραξη αστικών αδικημάτων που έλαβαν χώρα πριν από 8 χρόνια, μη έγκριση της παρούσας αίτησής τους θα συνεπάγεται πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στους ίδιους, εφόσον τα αγώγιμά τους δικαιώματα έχουν πλέον παραγραφεί και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νέας αγωγής, η καταχώρηση της οποίας κατά τ' άλλα επιτρέπεται από τη Δ.
- Στην αντίπερα όχθη, η πλευρά της εναγόμενης καταχώρησε ένσταση, προβάλλοντας 22 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Η ένσταση της εναγόμενης περιστρέφεται γύρω από τις αρχές που διέπουν την απόρριψη μιας αγωγής λόγω μη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες που επιβάλλουν οι Θεσμοί καθώς επίσης και στις αρχές που διέπουν την επαναφορά μιας απορριφθείσας αγωγής. Δίδοντας έμφαση στα όσα περιβάλλουν τις πρόνοιες της Δ.30 ως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, η εναγόμενη υποστηρίζει ότι, πέραν του ότι οι ενάγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν στην υπό κρίση περίπτωση τις πρόνοιες της Δ.26, δεν μπορούν να ζητούν ούτε την επαναφορά της αγωγής ή τον παραμερισμό της απορριπτικής απόφασης, αφού η Δ.30 επιτρέπει ουσιαστικά την καταχώρηση νέας αγωγής αν η αγωγή απορριφθεί λόγω μη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες που εκεί αναφέρονται. Καμία συνεπώς βλάβη δεν θα υποστούν οι ενάγοντες αν η παρούσα αίτηση απορριφθεί ως άλλωστε επιβάλλεται να γίνει. Σε κάθε περίπτωση όμως, ισχυρίζεται η πλευρά της εναγόμενης, εφόσον η κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα οι ενάγοντες οφείλεται καθαρά και αποκλειστικά στις πράξεις και παραλείψεις των τελευταίων, δεν δικαιολογείται να επιχειρείται τώρα να θεραπευτούν τα όσα οι ίδιοι οι ενάγοντες προκάλεσαν στην υπόθεσή τους και δη κατά τρόπο που επενεργεί σε βάρος των δικαιωμάτων της εναγόμενης, η οποία δικαιούται να απαιτεί όπως η αρχή της τελεσιδικίας τύχει πλήρους εφαρμογής και σεβασμού. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των διαδίκων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Επί του παρόντος όμως, περιορίζομαι να αναφέρω ότι με τις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι ουσιαστικά υποστήριξαν με αναφορά σε νομολογία και συγγράμματα τα όσα προβλήθηκαν μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτον, κανένας εκ των διαδίκων δεν αμφισβητεί ότι το γεγονός της απόρριψης της αγωγής στις 16/08/2016 ήταν παντελώς άγνωστο και στις δύο πλευρές μέχρι και τις 16/11/2020, που το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση το διαπίστωσε και το έφερε σε γνώση των δύο πλευρών. Κατά δεύτερον, είναι κοινώς αποδεκτό ότι τόσο το Δικαστήριο όσο και οι δύο πλευρές, ενήργησαν μετά τις 16/08/2016 υπό την αντίληψη ότι η αγωγή εξακολουθούσε να υφίσταται και να προωθείται κανονικά. Μάλιστα δε, αμφότεροι οι διάδικοι προώθησαν στο έπακρον τα δικαιώματα που είχαν δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ώστε η υπόθεση να μπορεί να οδηγηθεί σε πλήρη ακρόαση επί της ουσίας της, ενώ η πλευρά της εναγόμενης ιδιαίτερα, ζήτησε, και το Δικαστήριο ενέκρινε, με τη σύμφωνο γνώμη των εναγόντων βέβαια, και παράταση χρόνου ώστε να θεραπευτεί η εκπρόθεσμη καταχώρηση και προώθηση των δικών της αιτημάτων σε σχέση με τις οδηγίες που θα δίνονταν με τη Δ.
- Άλλωστε, είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι διάδικοι έφτασαν μέχρι και σε σημείο να συζητούν ενώπιον του Δικαστηρίου και περιορισμό των επίδικων θεμάτων για σκοπούς της ακρόασης. Σε όλα αυτά θα πρέπει βέβαια να προστεθεί και το γεγονός ότι ακόμη και μετά τις 16/08/20, το Πρωτοκολλητείο αποδεχόταν τις διάφορες καταχωρήσεις των διαδίκων με την πρώτη μάλιστα τέτοια αποδεκτή καταχώρηση να ήταν η κλήση για οδηγίες Με άλλα λόγια, αν δεν διαπίστωνε από μόνο του το παρόν Δικαστήριο στις 16/11/20 ότι η αγωγή είχε απορριφθεί από τις 16/08/2016, η υπόθεση θα προχωρούσε κανονικά σε ακρόαση και μέχρι σήμερα θα είχε εκδοθεί και τελική απόφαση επί της ουσίας της. Το ερώτημα βεβαίως είναι αν τα προαναφερόμενα κοινώς αποδεκτά γεγονότα παρέχουν ή όχι νομικό έρεισμα για να δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες, με την πιο ουσιαστική βέβαια εξ' αυτών των θεραπειών, να είναι η επαναφορά της αγωγής. Έχω πραγματικά προβληματιστεί κατά πόσο για να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει το Δικαστήριο να ενδιατρίψει σε εκτενή βαθμό στις πρόνοιες της Δ.30, της Δ.26 ή της οποιασδήποτε εξουσίας που έχει το Δικαστήριο να απορρίπτει, να παραμερίζει αλλά και να επαναφέρει υποθέσεις που επιλαμβάνεται. Άλλωστε, τέτοιοι προβληματισμοί, σε σχέση μάλιστα με τις επίμαχες πρόνοιες της Δ.30, απασχόλησαν και το Ανώτατο Δικαστήριο σε δύο περιπτώσεις στο παρελθόν (βλ. Χρίστου κ.α. ν. Χατζησολωμή, Πολ. Εφ. 175/2017, ημερ. 6.2.2018 και ΣΤΕΛΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΕΛΕΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ECLI:CY:AD:2018:A173, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 185/2017), όπου η συμπεριφορά των εκεί διαδίκων δεν εντασσόταν σ' εκείνη την περιφρονητική συμπεριφορά που τάχθηκαν να αντιμετωπίσουν οι Θεσμοί με την επιβολή καθορισμένων προθεσμιών (βλ. Evand Promotions Ltd. κ.ά. ν. Frank Rutman (Aρ. 2)
(1998)1 ΑΑΔ 2123). Παρά ταύτα, στη μεν Χατζησολωμή το Ανώτατο έκρινε ότι «.το πρωτόδικο Δικαστήριο ερμήνευσε τη Δ.30 με υπέρμετρη αυστηρότητα και διέπραξε σφάλμα θεωρώντας ότι η Κλήση για οδηγίες είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα και ότι η αγωγή υπόκειτο σε απόρριψη, και απορρίπτοντάς την.», στη δε ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ότι, «.η Δ.30, κ.1(γ) δεν παρείχε περιθώρια για διάσωση της αγωγής εάν δεν ετηρούντο οι προβλεπόμενες ως άνω προθεσμίες («η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταληφθείσα και θα απορρίπτεται από το Δικαστήριο»). Εάν όντως είχαν παρέλθει οι προβλεπόμενες προθεσμίες, το Δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή.». Βεβαίως, στη ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε το σκεπτικό της Χατζησολωμή ως εξής, «.Εκεί το πρωτόδικο Δικαστήριο κακώς δεν είχε λάβει υπόψιν του, για σκοπούς έναρξης της σχετικής προθεσμίας, την απάντηση (reply) που οι ενάγοντες-εφεσείοντες είχαν καταχωρίσει. Είχε μεν καταχωριστεί εκπρόθεσμα και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, υπήρχε όμως συγκατάθεση της άλλης πλευράς να εκληφθεί ως εμπρόθεσμη, με παράταση χρόνου. Τούτο, όπως υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο, ήταν θεμιτό οπότε η προθεσμία της Δ.30 άρχιζε από τον χρόνο καταχώρισης της Απάντησης. Επρόκειτο για περίπτωση όπου, με δεδομένο τον κανόνα ότι η προθεσμία αρχίζει από της συμπλήρωσης των δικογράφων μεταξύ ενάγοντα-εναγόμενου, κρίθηκε ότι ο χρόνος συμπλήρωσης των δικογράφων ήταν μεταγενέστερος.» Υπό το φως των πιο πάνω αλλά και της αρχής ότι «...η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. (Βλ. Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 C.L.R. 440 αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου).» (βλ. Μαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου,
(1991)1 Α.Α.Δ. και Mαρκίδης Tάσος ν. Eλληνικής Tράπεζας (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ), αρχή η οποία φαίνεται να είναι και ο λόγος που σύμφωνα με τη ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ορθά αποφασίστηκε η Χατζησολωμή, θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ενδείκνυται η προσέγγιση του υπό συζήτηση θέματος κατά τρόπο μαθηματικό ή με εμβάθυνση στους δικονομικούς κανόνες που εμπλέκονται. Εξηγώ. Υπό τις συγκεκριμένες και ιδιάζουσες συνθήκες που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ως οι εν λόγω συνθήκες έχουν παρατεθεί ανωτέρω, η ορθή προσέγγιση του θέματος από το Δικαστήριο, το οποίο έχει καθήκον να ενεργεί πάντοτε ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης (court of law) ώστε να διασφαλίζει και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης αλλά και τα δικαιώματα αμφότερων των ενώπιον του διαδίκων (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED v. ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 245/18, 17/7/2020), είναι θεωρώ η προσέγγιση που ακολούθησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κυπριανού-Μεσαρίτη Μαρία ν. Alpha Bank Cyprus Ltd
(2013)1 ΑΑΔ
- Σ' εκείνη την περίπτωση, η έφεση είχε απορριφθεί λόγω παράλειψης του εφεσείουσα να καταχωρήσει το περίγραμμα της εντός της καθορισθείσας προθεσμίας. Επειδή όμως το γεγονός αυτό ήταν άγνωστο στους διαδίκους, η πλευρά της εφεσείουσας, θεωρώντας ότι η έφεση της εξακολουθούσε να ισχύει, αιτήθηκε παράταση του χρόνου καταχώρησης του περιγράμματος της και η πλευρά της εφεσίβλητης συγκατατέθηκε στο αίτημα προβαίνοντας σε σχετική ενυπόγραφη δήλωση επί της αίτησης. Το Πρωτοκολλητείο αποδέχτηκε την καταχώρηση της αίτησης και την έθεσε ενώπιον Δικαστή ο οποίος την ενέκρινε. Η έφεση όμως είχε ήδη απορριφθεί. Όταν αργότερα η πλευρά της εφεσείουσας πληροφορήθηκε για την προγενέστερη απόρριψη, αιτήθηκε την επαναφορά της έφεσης όμως η πλευρά της εφεσίβλητης έφερε ένσταση, επικαλούμενη ουσιαστικά την αρχή της τελεσιδικίας. Επρόκειτο δηλαδή για παρόμοια περίπτωση με την περίπτωση των εδώ διαδίκων. Η απόφαση του Ανωτάτου ήταν μεν λιτή, όμως συνόψιζε με περισσή επάρκεια το πώς είναι που ένα Δικαστήριο της Δικαιοσύνης θα πρέπει να ασκεί τις εξουσίες του, είτε αυτές είναι σύμφυτες είτε παρέχονται από συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες, ώστε να απονέμεται πραγματικά δικαιοσύνη. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω ολόκληρο το κείμενο της εν λόγω απόφασης: Στις 24.1.12 το Εφετείο έδωσε οδηγίες, στο στάδιο προδικασίας, για καταχώρηση περιγραμμάτων αγόρευσης στην Πολιτική Έφεση αρ. 181/
- Η προθεσμία για το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας έληξε στις 9.3.
- Η έφεση, στη συνέχεια, απερρίφθη από το Δικαστήριο λόγω του ότι δεν κατεχωρήθη το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσείουσας εντός της προθεσμίας που είχε δοθεί και η εφεσείουσα καταχώρησε αίτηση για επαναφορά της έφεσης η οποία και ετέθη ενώπιόν μας. Η εξήγηση που έδωσε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της είναι ότι, παρόλον ότι το περίγραμμα αγόρευσης είχε εγκαίρως ετοιμασθεί, ώστε να ετηρείτο η προθεσμία, εν τούτοις δεν κατεχωρήθη διότι, ως αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους, ετέθη στο φάκελο του γραφείου ως καταχωρηθέν ενώ δεν είχε καταχωρηθεί. Το γεγονός της μη καταχώρησης, μάλιστα, του περιγράμματος αγόρευσης, περιήλθε στην αντίληψη των δικηγόρων της εφεσείουσας στην πορεία έρευνας που διεξήχθη στο φάκελο του Δικαστηρίου στην προσπάθεια εντοπισμού του λόγου για τον οποίο δεν υπήρχε περίγραμμα εκ μέρους της άλλης πλευράς. Εφόσον διεπιστώθη τότε το λάθος που είχε γίνει, πληροφόρησαν τους αντιδίκους περί της, εκ παραδρομής, μη καταχώρησης του περιγράμματος αγόρευσης, οι οποίοι και συγκατατέθησαν σε παράταση χρόνου για καταχώρηση του περιγράμματος αγόρευσης, πράγμα το οποίο επιδιώχθηκε με αίτηση που υπεβλήθη προς το Δικαστήριο στις 9.11.
- Στις 13.11.12 επληροφορήθησαν οι δικηγόροι ότι η αίτηση για παράταση χρόνου εγκρίθηκε και ότι εδόθησαν οδηγίες όπως το περίγραμμα αγόρευσης καταχωρηθεί εντός δυο ημερών. Το περίγραμμα αγόρευσης καταχωρήθηκε την αμέσως επομένη, την 14η Νοεμβρίου, εντός της προθεσμίας που ετάχθη, και εδόθησαν και αντίγραφα. Την ίδια μέρα, όμως, αργότερα, ελήφθη τηλεφώνημα από το Πρωτοκολλητείο ότι η έφεση, όπως προέκυψε από την εξέταση του φακέλου, είχε ήδη απορριφθεί, όπως σημειώσαμε αρχικά. Η απόρριψη είχε γίνει στις 16.5.
- Υπήρξε ένσταση εκ μέρους των εφεσιβλήτων οι οποίοι, πέραν της αναφοράς σε παρατυπίες και άλλα, παραπέμπουν στο καθυστερημένο της υποβολής της αιτήσεως και στην έλλειψη ερείσματος με αναφορά στις αρχές της νομολογίας, με ιδιαίτερη αναφορά στο ότι το λάθος το οποίο μεσολάβησε δεν συνιστά καλή αιτία για την οποία να μπορούσε να εγκριθεί το αίτημα. Και οι εφεσίβλητοι έκαμαν αναφορά στα γεγονότα, δεχόμενοι ότι συγκατατέθησαν στην εκπρόθεσμη κατάθεση του περιγράμματος και μάλιστα, όταν στις 15.11.12 και πάλιν είχαν πληροφορηθεί ότι δεν κατεχωρήθη το περίγραμμα αγόρευσης και εζητήθη η συγκατάθεση τους για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης του, ότι υπέγραψαν και πάλιν τη σχετική συγκατάθεση, μη γνωρίζοντας ότι η έφεση είχε απορριφθεί. Σημειώνουν, όμως, ότι αν γνώριζαν ότι η έφεση είχε απορριφθεί δεν θα έδιναν την εν λόγω συγκατάθεση, έχοντας υπόψη τη νομολογία. Η περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί με περιορισμένη αναφορά στη διάπραξη καλόπιστου λάθους εκ μέρους του δικηγόρου, ώστε να περιορίζεται ανάλογα η ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη βάση της νομολογίας. Είχε ευρύτερες προεκτάσεις, αφού η εξέλιξη των δεδομένων αφορούσε στο γεγονός ότι, όπως και τα δυο μέρη δεν γνώριζαν, είχε ήδη απορριφθεί η έφεση. Όμως, τούτο ήταν κάτι το οποίο αφορούσε και στους δυο. Δεν μπορεί, δηλαδή, να ακούεται η μια πλευρά να λέγει ότι αν το γνώριζε δεν θα συγκατατίθετο, ενώ ήταν ένα ενδεχόμενο το οποίο υφίστατο ήδη και θα μπορούσε να περιερχόταν σε γνώση τους αν ενδιαφέροντο να δώσουν τη συγκατάθεσή τους υπό τον όρο ότι δεν είχε απορριφθεί η έφεση, όπως έρχονται τώρα να πούν. Δεν θα δώσουμε, λοιπόν, σημασία σ' αυτό το γεγονός. Θα δώσουμε, όμως, σημασία στο γεγονός ότι οι ίδιοι έδωσαν τη συγκατάθεσή τους στην εκπρόθεσμη καταχώρηση του περιγράμματος αγόρευσης αλλά και ότι, στη συνέχεια, υπήρξε αίτηση προς το Δικαστήριο η οποία εκρίθη στη βάση και της δικής τους συγκατάθεσης. Και αν η απόρριψη της Έφεσης από το Δικαστήριο ήταν όντως δικαστική πράξη, παρά ταύτα και η επόμενη έγκριση της εκπρόθεσμης καταχώρησης του περιγράμματος αγόρευσης ήταν και αυτή δικαστική πράξη. Με όλα αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι εδώ το λάθος το οποίο διέπραξε και το Πρωτοκολλητείο στο να αποδεχθεί την αίτηση για παράταση, ενώ η έφεση είχε απορριφθεί, και στο να θέσει, στη συνέχεια, ενώπιον του Δικαστηρίου την αίτηση η οποία και εκρίθη με την συγκατάθεση των εφεσιβλήτων, συνιστούν συνθήκες τέτοιες που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της εφεσείουσας. Θα επιτρέψουμε την επαναφορά της έφεσης με €500 έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ της εφεσείουσας και εναντίον των εφεσιβλήτων.» Επισημαίνω εδώ ότι παρόμοιου τύπου προσέγγιση στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας για επαναφορά απορριφθείσων υποθέσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο ακολούθησε και σε πάρα πολλές άλλες περιπτώσεις, με χαρακτηριστική αυτή στην Πιτσιλλίδης ανωτέρω, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, αυτεπάγγελτα μάλιστα, επανέφερε έφεση που απέρριψε με προηγούμενη αιτιολογημένη απόφαση του λόγω του ότι διαπιστώθηκε εκ των υστέρων ότι η απόρριψη βασίστηκε σε παραπλανημένη αντίληψη του ορθού κειμένου των Θεσμών και ότι λόγω τούτου παραβιάστηκε το θεμελιακό δικαίωμα του εφεσείοντα να προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε στην απόφαση του το Ανώτατο, «Δεν παραβλέπουμε την επιμονή του εφεσίβλητου στην τελεσιδικία, το δικαστήριο όμως, υπό τις εξαιρετικές περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης για τις οποίες η δική του πλευρά δεν είναι άμοιρη ευθυνών, έχει σύμφυτη εξουσία και καθήκον, ως δικαστήριο του νόμου, να διασφαλίσει το δικαίωμα της άλλης πλευράς το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος, εξαφανίζοντας από το στερέωμα του δικαίου την άκυρη απόφαση του». Λαμβάνοντας συνεπώς υπόψη όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι στη παρούσα περίπτωση, το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά και το καθήκον του Δικαστηρίου να ενεργεί ως Δικαστήριο της δικαιοσύνης, επιβάλλουν όπως επαναφερθεί η αγωγή, όπως η κλήση για οδηγιές που καταχωρήθηκε στις 16/09/20 θεωρηθεί εμπρόθεσμη και όπως επαναφερθούν ως έγκυρες όλες οι διαδικασίες που ακολούθησαν έκτοτε και μέχρι τις 16/11/20 που διαπιστώθηκε η απόρριψη. Αυτό γιατί, ναι μεν φαίνεται να μην τηρήθηκαν από πλευράς ενάγοντα οι προθεσμίες της Δ.30, οι οποίες να σημειωθεί ότι όπως και να μετρηθούν, φαίνεται ότι έληγαν εντός της περιόδου των θερινών διακοπών, και σύμφωνα με τον τρόπο που φαίνεται να προσμετρηθηκαν από το Πρωτοκολλητείο και το Δικαστήριο, έληγαν λίγες μέρες πριν τις 16/08/20 που απορρίφθηκε η αγωγή, όμως «.η περίπτωση αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί με περιορισμένη αναφορά στη διάπραξη καλόπιστου λάθους εκ μέρους του δικηγόρου, ώστε να περιορίζεται ανάλογα η ευχέρεια του Δικαστηρίου, στη βάση της νομολογίας. Είχε ευρύτερες προεκτάσεις, αφού η εξέλιξη των δεδομένων αφορούσε στο γεγονός ότι, όπως και τα δυο μέρη δεν γνώριζαν, είχε ήδη απορριφθεί η έφεση. Όμως, τούτο ήταν κάτι το οποίο αφορούσε και στους δυο..». Υπενθυμίζω εδώ ότι η εναγόμενη, όχι μόνο δεν ήγειρε οποιαδήποτε ένσταση περί εκπρόθεσμου αναφορικά με την κλήσης για οδηγίες που εξέδωσαν οι ενάγοντες στις 16/09/20 αλλά αντίθετα, θεωρώντας ως έγκυρη και νομότυπη την εκδοθεισα κλήση, αιτήθηκε και έλαβε η ίδια άδεια του Δικαστηρίου να θεραπεύσει τη δική της παράλειψη συμμόρφωσης με τις προθεσμίες της Δ.30, με τους ενάγοντες να συγκατατίθενται πλήρως στο αίτημα αυτό και παρά το δικαίωμα που είχαν να απαιτήσουν όπως τύχουν εφαρμογής οι αυστηρές συνέπειες που η Δ.30 προνοεί σε άλλο μέρος της (βλ. επιφύλαξη Δ.30 Θ.3[1]). Με άλλα λόγια, όπως και στην Μεσαρίτης ανωτέρω, δεν θα ήταν δίκαιο υπό τις ιδιάζουσες περιστάσεις της υπόθεσης να «διαχωριστούν» οι δικαστικές πράξεις μεταξύ πράξεων που αφορούν σε απόρριψη της αγωγής και πράξεων που αφορούν σε έγκριση παρατάσεων χρόνου για σκοπούς συνέχισης και προώθησης της αγωγής, ιδιαίτερα όταν ο εν λόγω διαχωρισμός θα πρέπει να γίνει σε βάρος ή προς όφελος του ενός ή του άλλου διαδίκου. Και σίγουρα, δεν θα μπορούσε ούτε να αγνοηθεί ότι όπως και στην Μεσαρίτης, το λεκτικό της οποίας θα παραφράσω για σκοπούς της παρούσας, «.το λάθος το οποίο διέπραξε και το Πρωτοκολλητείο στο να αποδεχθεί την (κλήση για οδηγίες), ενώ η (αγωγή) είχε απορριφθεί, και στο να θέσει, στη συνέχεια, ενώπιον του Δικαστηρίου την (κλήση) η οποία και εγκρίθη με την συγκατάθεση (της εναγόμενης), συνιστούν συνθήκες τέτοιες που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος (των εναγόντων).». Σε κάθε περίπτωση όμως, και το αναφέρω τούτο για σκοπούς πληρότητας, η απόρριψη μιας αγωγής λόγω μη τήρησης των προνοιών της Δ.30 δεν συνιστά αφ' εαυτής δικαίωμα ή όπλο του εναγόμενου εναντίον του ενάγοντα. Αντιθέτως, εκείνο το οποίο δημιουργεί η συγκεκριμένη διάταξη όταν παρέλθουν άπρακτες οι προβλεπόμενες προθεσμίες, είναι τη δημιουργία ενός νομοθετικού πλέον τεκμηρίου ότι η αγωγή έχει εγκαταλειφθεί, εξ' ου και δεν επέρχεται αυτόματη απόρριψη αλλά η αγωγή θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να την απορρίψει. Μέχρι να λάβει όμως χώρα η δικαστική πράξη της απόρριψης, η αγωγή είναι «ζωντανή» και αυτό γιατί «...Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός εάν τούτο προβλέπεται από τους θεσμούς. Η απόρριψη ή διαγραφή του ανάγεται στο δικαστήριο... η άκυρη αγωγή υφίστατο μέχρι τη διαγραφή της από το Δικαστή ... Οι θεσμοί δεν προβλέπουν την αυτόματη απόρριψή της. Η διαπίστωσή μας είναι ότι άκυρο δικονομικό μέτρο είναι μεν αδρανές, αλλά δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται από το πρωτοκολλητείο. Υπόκειται σε απόρριψη από το Δικαστήριο εφόσον διαπιστωθεί η ακυρότητά του.» (βλ. απόφαση υπό Πική Δ ως ήταν τότε στην Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd ν. Kυπριακής Δημοκρατίας μέσω Yπουργικού Συμβουλίου και Άλλων,
(1996)3 Α.Α.Δ. 323). Η Δ.30 συνεπώς, όπως ανέφερα και σε προηγούμενες αποφάσεις μου, συνιστά ουσιαστικά ένα διαδικαστικό φιλτράρισμα για σκοπούς απομάκρυνσης υποθέσεων για τις οποίες φαίνεται ότι κανένας εκ των διαδίκων δεν ενδιαφέρεται για την προώθηση ή την τύχη τους και ως τέτοιες εγκαταληφθείσες αγωγές, δεν θα πρέπει να απασχολούν και να ταλαιπωρούν τα Δικαστήρια. Η παρούσα όμως υπόθεση, για τους λόγους που έκδηλα αναδύονται από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, δεν συνιστά κατ' ουδένα λόγο μια τέτοια περίπτωση ώστε να μη δικαιολογείται η επαναφορά της. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση επιτυγχάνει και η αγωγή επαναφέρεται. Διατάσσεται περαιτέρω όπως η κλήση της 16/09/20 θεωρηθεί εμπρόθεσμη και όπως επαναφερθούν όλες οι διαδικασίες που ακολούθησαν της 16/08/16, οι οποίες διαδικασίες θα συνεχίσουν να ισχύουν και να δεσμεύουν αμφότερους τους διαδίκους για σκοπούς της αγωγής. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβανομένου υπόψη ότι οι ενάγοντες είναι οι επιτυχόντες διάδικοι της αίτησης, ότι με το πρακτικό της 16/08/16 επιδικάστηκαν προς όφελός της εναγόμενης όλα τα μέχρι τότε έξοδα και ότι με το πρακτικό του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/11/20, αποφασίστηκε όπως για την περίοδο μετά τις 16/08/20, η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της, κρίνω ότι η πιο ορθή και δίκαιη διαταγή εξόδων υπό τις περιστάσεις είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της σε σχέση με την παρούσα διαδικασία και όπως ακυρώσω τη διαταγή εξόδων της 17/11/18 σε σχέση με τα έξοδα από τις 16/08/16 και εντεύθεν, ώστε όλα τα εν λόγω έξοδα να συνεχίσουν να συνιστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής, τηρουμένων όμως των όποιων ρητών διαταγών έχουν ήδη εκδοθεί και οι οποίες επαναφέρονται συνεπεία της επιτυχίας της παρούσας αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα πριν τις 16/08/20, η σχετική διαταγή που εκδόθηκε τότε, θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως παραμείνει να ισχύει ως έχει. Εκδίδονται λοιπόν διαταγές εξόδων ως ανωτέρω αναφέρεται. Η αγωγή ορίζεται στις 14/09/21 και ώρα 0900 για οδηγίες ώστε να προγραμματιστεί η ημερομηνία ακρόασης της από το Δικαστή που θα της επιληφθεί. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Νοείται ότι διάδικος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα, εν όλω ή εν μέρει, δεν δικαιούται να υποβάλει ή να προωθήσει προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αίτημα που αφορά στην έκδοση σχετικών οδηγιών και θεωρείται ότι δεν επιθυμεί την έκδοση τέτοιων οδηγιών στο βαθμό και στην έκταση που δεν συμπλήρωσε το Παράρτημα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο