MARIOS & SAVVAS GEORGIOU CONSTRUCTIONS LTD ν. ΜΙΣΣΟΥΡΗ, Αρ. Αγωγής: 991/19, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A383 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 991/19 Μεταξύ: MARIOS & SAVVAS GEORGIOU CONSTRUCTIONS LTD Ενάγουσα και XXXXX ΜΙΣΣΟΥΡΗ Εναγόμενη -------------------------------------- Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα: κ. Μ. Χατζηδάκης για Ανδρέας Γ. Δανός & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενη: κα Β. Πέτρου-Πιερίδου για Μιχάλη Βλαδιμήρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή, η οποία λόγω του ύψους της επίδικης διαφοράς δικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης υπόθεση, ήτοι στη βάση εκατέρωθεν ένορκης γραπτής μαρτυρίας, αφορά σε αξίωση της ενάγουσας για ποσό €1,495, «.δυνάμει αποφάσεως ημερομηνίας 26.04.2017 εις την ενδιάμεσον αίτηση, ημερ. 21.10.2016, της γενικής αιτήσεως περί Διαιτησίας Νόμου ΚΕΦ. 4 αριθμός αιτήσεως 316/2016 σχετικώς με την παύση του Διαιτητού..». Είναι ειδικότερα η εκδοχή της ενάγουσας, η οποία υποστηρίχθηκε για σκοπούς ακρόασης με την ένορκη γραπτή μαρτυρία του Μ. Γεωργίου διευθυντή της, ότι περί τον Ιούλιο 2016 η εναγόμενη καταχώρησε τη Γενική Αίτηση 316/16 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ζητώντας στη βάση των προνοιών του Κεφ. 4 την παύση του Διαιτητή που επιλαμβανόταν τότε κάποιας διαφοράς που είχε προκύψει μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με συμφωνία που είχαν συνάψει για την παροχή οικοδομικών και εργοληπτικών υπηρεσιών προς την εναγόμενη. Στα πλαίσια της εν λόγω Γενικής Αίτησης, ισχυρίζεται η ενάγουσα, αυτή καταχώρησε ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε την απόρριψη της Γενικής Αίτησης λόγω του ότι στο τίτλο αναφερόταν η ονομασία Μάριος και Σάββας Κατασκευαί Λτδ, η οποία δεν ανταποκρινόταν σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο. Κατά την ενάγουσα, το αποτέλεσμα της ενδιάμεσης εκείνης αίτησης ήταν να εκδοθεί στις 26/04/17 από το εκεί εκδικάζον Δικαστήριο, εκ συμφώνου απόφαση, με την οποία, αν και κηρύχτηκε ως ανύπαρκτη η Μάριος και Σάββας Κατασκευαί Λτδ που παρουσιαζόταν στον τίτλο ως διάδικος στη Γενική Αίτηση, επιδικάστηκαν προς όφελος της και εναντίον της εναγόμενης έξοδα για τη συγκεκριμένη ενδιάμεση διαδικασία ύψους €1,255 πλέον Φ.Π.Α και τόκο. Σημειώνω εδώ ότι η Γενική Αίτηση 316/16 εξακολουθεί να εκκρεμεί και δεν έχει ακόμη εκδικαστεί η ουσία της. Θέση της ενάγουσας είναι ότι στη συνέχεια, επειδή αυτή και η Μάριος και Σάββας Κατασκευαί Λτδ συνιστούν ουσιαστικά το ίδιο πρόσωπο και επομένως αυτή ήταν που δικαιούτο να εισπράξει τα έξοδα που επιδικάστηκαν με την ενδιάμεση απόφαση της 26/04/17, αυτή επιχείρησε, η ενάγουσα δηλαδή, να εισπράξει το επιδικασθέν ποσό από την εναγόμενη προβαίνοντας σε διάφορα μέτρα εκτέλεσης της απόφασης της 26/04/17. Δαπάνησε λοιπόν η ενάγουσα, ως ισχυρίζεται, €240 για να εκδώσει ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης και για να καταχωρήσει memo επί της ακίνητης περιουσίας της τελευταίας, χωρίς όμως οι προσπάθειες της αυτές να τελεσφορήσουν. Υποστηρίζει συνεπώς η ενάγουσα ότι επειδή η εναγόμενη δεν εξόφλησε μέχρι σήμερα τα εναντίον της δικαστικώς επιδικασθέντα έξοδα, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνονται εναντίον της τελευταίας, τόσο τα έξοδα που επιδικάσθηκαν με την ενδιάμεση απόφαση της 26/04/17, ήτοι €1,255 όσο και τα €240 που δαπανήθηκαν στη συνέχεια για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. Στην αντίπερα όχθη η εναγόμενη, η οποία και υποστήριξε τη δικογραφημένη Υπεράσπισή της με ένορκη γραπτή μαρτυρία, επικέντρωσε τις θέσεις της γύρω από τον ισχυρισμό ότι η διαφορά που είχε προκύψει και παραπεμφθεί σε διαιτησία και για την οποία είχε καταχωρηθεί η Γενική Αίτηση 316/16, αφορούσε σε συμφωνία που είχε συνάψει η ίδια με κάποια εταιρεία που της παρουσιάστηκε ως Μάριος και Σάββας Κατασκευαί Λτδ. Κατά την εναγόμενη, η ενάγουσα χρησιμοποίησε το όνομα Μάριος και Σάββας Κατασκευαί Λτδ για να παραπέμψει η ίδια την προαναφερόμενη διαφορά σε διαιτησία και αυτό ώστε να αποκομίσει παράνομα, οικονομικό όφελος σε βάρος της, της εναγόμενης δηλαδή, η οποία όμως καμιά διαφορά ή σχέση δεν είχε με την ενάγουσα. Η θέση λοιπόν που προώθησε η πλευρά της εναγόμενης είναι ουσιαστικά ότι το επίδικο ποσό των εξόδων που επιδικάστηκε εναντίον της με την ενδιάμεση δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 26/04/17 στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 316/16, δεν επιδικάστηκε προς όφελος της ενάγουσας αλλά προς όφελος της Μάριος και Σάββας Κατασκευαί Λτδ, η οποία όμως, δυνάμει της ίδιας απόφασης, κηρύχθηκε ως ανύπαρκτο πρόσωπο. Συνεπώς, υποστηρίζει η εναγόμενη, στην πραγματικότητα η παρούσα αγωγή αποσκοπεί στο να νομιμοποιηθεί η ενάγουσα να εισπράξει έξοδα που επιδικάσθηκαν υπέρ ανύπαρκτου προσώπου, τη στιγμή μάλιστα που αυτή ούτε δικαίωμα να λάβει μέτρα εκτέλεσης της συγκεκριμένης διαταγής εξόδων δεν είχε, αλλά ούτε και δικαιούτο να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσα αγωγή ώστε να εισπράξει η ίδια τα επίδικα έξοδα. Σημειώνω εδώ ότι μέσω της ένορκης γραπτής μαρτυρίας αμφότερων των πλευρών, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια μέρος της δικογραφίας που ανταλλάχθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 316/16, η ενδιάμεση αίτηση που καταχωρήθηκε σ' εκείνη τη διαδικασία και στην οποία αφορά η ενδιάμεση απόφαση της 26/04/17, το συνταγμένο κείμενο (drawn
- up)της απόφασης της 26/04/17 και η αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με την εδώ επίδικη διαφορά. Όπως ανέφερα στην εισαγωγή της απόφασής μου, η παρούσα υπόθεση εκδικάστηκε στη βάση της ένορκης γραπτής μαρτυρίας που καταχώρησαν οι διάδικοι, και εφόσον κανένας εξ' αυτών δεν επεδίωξε να λάβει άδεια να αντεξετάσει τον ομνύοντα της άλλης πλευράς, η ακρόαση ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνήγορους των διαδίκων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και σημειώνω τα εξής. Φαίνεται κατ' αρχή ότι αμφότερες οι πλευρές έχουν παραγνωρίσει μία ουσιώδη πτυχή της παρούσας υπόθεσης, ήτοι ότι πρόκειται για αγωγή που έχει ως επίδικο αντικείμενο τα έξοδα μιας ήδη αποπερατωθείσας δικαστικής διαδικασίας και τα οποία έξοδα, όπως και το ποιος δικαιούται να τα εισπράξει, έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο δικαστικής κρίσης και απόφασης. Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι ο κεντρικός άξονας επί του οποίου η ενάγουσα εδράζει την παρούσα αγωγή της, είναι η θέση της ότι αυτή είναι η Μάριος και Σάββας Κατασκευαί Λτδ, ήτοι το πρόσωπο προς όφελός του οποίου επιδικάστηκε το επίδικο ποσό εξόδων στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 316/16. (Βλέπε σελ. 24 ένορκη δήλωση Γεωργίου). Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ίδιας της ενάγουσας, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε ώστε να εξασφαλίσει η τελευταία δικαστική απόφαση ότι δικαιούται να εισπράξει τα έξοδα που σύμφωνα με την ίδια, έχουν ήδη επιδικαστεί υπέρ της από άλλο Δικαστήριο. Με κάθε σεβασμό όμως προς την πλευρά της ενάγουσας, θεωρώ ότι τέτοια βάση αγωγής είναι άγνωστη στο κυπριακό δίκαιο τουλάχιστο και προσκρούει κατάφορα σε κάθε αρχή που αφορά στην έκδοση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων. Εξηγώ. Εφόσον το επίδικο χρέος αφορά καθαρά σε ποσό που ήδη επιδικάστηκε με δικαστική απόφαση υπέρ και εναντίον συγκεκριμένων προσώπων, δεν νοείται να επιχειρείται όπως αυτό επιδικαστεί εκ νέου με αγωγή ή με κάποια άλλη δικαστική διαδικασία και αυτό πολύ απλά διότι η είσπραξη του ως εξ' αποφάσεως χρέος που παρουσιάζεται να είναι, επιτυγχάνεται πλέον μόνο μέσω των διαθέσιμων μέτρων εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων που προβλέπονται από τους Θεσμούς και το Κεφ.6. Μάλιστα δε, αυτό είναι κάτι που φαίνεται να το αναγνωρίζει και η ίδια η ενάγουσα, αφού, σύμφωνα με τους δικούς της ισχυρισμούς, αυτή έχει ήδη λάβει μέτρα εκτέλεσης της απόφασης της 26/04/17 εξ' ου και με την παρούσα αγωγή αξιώνει και τα έξοδα που δαπάνησε για να λάβει τα εν λόγω μέτρα. Σε κάθε περίπτωση όμως, η όποια προσπάθεια να δικαστεί εκ νέου το δικαίωμα στην είσπραξη ενός ποσού που ήδη αποφασίστηκε από το Δικαστήριο ποιος είναι που δικαιούται να το εισπράξει, και δη ενός ποσού που στην ουσία συνιστά πλέον χρέος που προκύπτει από δικαστική απόφαση, ενέχει τεράστιο κίνδυνο να οδηγήσει στην έκδοση αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων σε σχέση με το ίδιο θέμα, κάτι το οποίο «..αποτελεί κάποιας μορφής υπέρβαση εξουσίας, που εξουδετερώνει την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης.» (βλ. μεταξύ άλλων Ritchie Russell και Άλλοι,
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 καθώς και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω απόφαση παραπέμπει όπως η Γεώργιος Χατζηαλεξάνδρου (Αρ. 2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366 καθώς επίσης και την ΚΟΝΝΑΡΗ ν. ΛΟΥΚΑΙΔΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2018:A405, ECLI:CY:AD:2018:A405, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 35/2014, 18/9/2018). Το αναφέρω τούτο βέβαια, πέραν και ανεξάρτητα του ότι πουθενά στη νομοθεσία ή νομολογία δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι συνιστά καλή και νόμιμη βάση αγωγής η αξίωση εξόδων που ήδη επιδικάστηκαν στα πλαίσια δικαστικής απόφασης. Των πιο πάνω λεχθέντων, κρίνω ότι όχι μόνο τα πιο πάνω είναι αρκετά για να σφραγίσουν από τώρα την τύχη της παρούσας αγωγής και χωρίς να χρειάζεται το Δικαστήριο να ασχοληθεί με οποιοδήποτε άλλο θέμα εγείρεται στην υπόθεση, αλλά και ότι οποιαδήποτε τέτοια ενασχόληση θα συνεπάγετο κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων ως αναφέρω ανωτέρω. Επισημαίνω και πάλι εδώ ότι είναι η ίδια η ενάγουσα που, ισχυρίζεται, για να υποστηρίξει την αγωγή της, ότι η επίδικη αξίωσή αφορά σε έξοδα που το Δικαστήριο ήδη επιδίκασε υπέρ της σε άλλη δικαστική διαδικασία και σε καμία περίπτωση δεν αποτέλεσε ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται με σκοπό την ανάκτηση εξόδων που επιδικάστηκαν προς όφελος άλλου προσώπου. Ακόμη όμως και αυτή να ήταν η περίπτωση, πολύ αμφιβάλλω αν κάτι τέτοιο θα συνιστούσε νόμιμη και καλή βάση αγωγής (βλ. π.χ. διαδικασία εκτέλεσης από τρίτο πρόσωπο δυνάμει της Δ.40 Θ.8). Εφόσον λοιπόν η ενάγουσα θεωρεί ότι η εναγόμενη οφείλει, δυνάμει της δικαστικής απόφασης της 26/04/2017, να της καταβάλει τα εκεί επιδικασθέντα έξοδα, τότε τα εν λόγω έξοδα δεν είναι με νέα αγωγή που θα μπορέσει η ενάγουσα να τ' ανακτήσει αλλά με τα διαθέσιμα από τον Νόμο και τους Θεσμούς μέτρα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, ήτοι μέτρα ως αυτά που η τελευταία έχει ήδη λάβει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, η αγωγή κρίνεται πλήρως ανεδαφική και στερούμενη κάθε νομικού και πραγματικού ερείσματος και ως τέτοια απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, η εναγόμενη είναι βέβαια εκ του αποτελέσματος ο επιτυχών διάδικος στην αγωγή, όμως δεν θα μπορούσε να αγνοηθεί το γεγονός ότι η τελευταία, όχι μόνο δεν αμφισβήτησε ποτέ τη δυνατότητα έγερσης αγωγής με σκοπό την είσπραξη εξόδων που ήδη αποφασίστηκαν δικαστικώς, που είναι και ο λόγος για τον οποίο απορρίπτεται η αγωγή, αλλά αντίθετα, με το να προβάλλει και να προωθήσει με μαρτυρία ισχυρισμούς σε σχέση με την ουσία όλων των διαφορών των μερών, ωσάν να δηλαδή και υπερασπιζόταν μια αγωγή με νόμιμη και έγκυρη βάση, συνέβαλε στο να περιπλεχτεί η διαδικασία και να δημιουργηθούν αχρείαστα έξοδα. Κρίνω συνεπώς ότι υπό το φως αυτών των δεδομένων, κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδά της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο