← Κύπρος

Ιακωβίδη ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της εταιρείας Cyfast Construction and Recondition Ltd ν. Δημοσθένους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1047/2015, 20/7/2021

Ιακωβίδη ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της εταιρείας Cyfast Construction and Recondition Ltd ν. Δημοσθένους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1047/2015, 20/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1047/2015 Μεταξύ: . Ιακωβίδη ως Παραλήπτη - Διαχειριστή της εταιρείας Cyfast Construction and Recondition Ltd Ενάγοντος v.

  1. . Δημοσθένους
  2. . Παπασάββα
  3. Fidescorp Ltd Εναγομένων Αίτηση ημ. 1.3.19 για Παράταση Χρόνου Καταχώρισης Έφεσης Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Αιτητές: κ. Χ. Α. Καμπούρης για Kampouri & Gialeli LLC Για τoν Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Π. Φωτιάδη για Ε. Φλουρέντζου & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρισης έφεσης κατά της απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 14.2.19 στην υπό κρίση Αγωγή για μία μέρα από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Σημειώνεται πως η σκοπούμενη έφεση αφορά στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση) ημ. 14.2.19 με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα μονομερώς εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ημ. 9.3.15 τα οποία αφορούν μόνο στους Εναγόμενους 1 και
  4. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΚ (εφεξής «η ΧΚ»), δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Εναγόμενους - Αιτητές. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην έκδοση της απόφασης ημ. 14.2.19 και στους λόγους για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η καταχώριση της έφεσης εκ μέρους των Αιτητών εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Ειδικότερα, η ΧΚ ισχυρίζεται πως έλαβε αντίγραφο της απόφασης αυθημερόν της έκδοσης της αλλά ενώ επικοινώνησαν εύκολα με τον Εναγόμενο 2 εντούτοις δεν κατέστη δυνατή η άμεση επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1 ο οποίος ήταν ιδιαίτερα πολυάσχολος, ως επιχειρηματίας και πρόεδρος ποδοσφαιρικού σωματείου και λόγω του ότι διαμένει στη Λεμεσό. Τελικώς κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί του περί τις 16:00 στις 22.2.19 και αφού ενημερώθηκε για την απόφαση και επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 2, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του τη Δευτέρα, 25.2.19, για την καταχώριση έφεσης. Σύμφωνα πάντα με τη ΧΚ, άρχισαν αμέσως να ετοιμάζουν την έφεση και στις 26.2.19 απέστειλαν μέσω ιδιωτικής εταιρείας μεταφορών στον Εναγόμενο 1 το σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου για υπογραφή και επιστροφή του προς τον σκοπό καταχώρισης της έφεσης. Η έφεση ετοιμάστηκε στις 27.2.19 και προς τούτο ενημερώθηκαν σχετικά τηλεφωνικώς οι Εναγόμενοι 1 και 2 με υπόδειξη μάλιστα προς τον Εναγόμενο 1 να αποστείλει και το σχετικό έντυπο διορισμού δικηγόρου. Λόγω παράλειψης άμεσης αποστολής του έντυπου διορισμού δικηγόρου από τη Λεμεσό, αυτό παρελήφθη στο δικηγορικό γραφείο των Αιτητών την 1.3.19, όταν πλέον είχε παρέλθει η προθεσμία καταχώρισης έφεσης. Η ΧΚ ισχυρίζεται πως υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης και ότι η παράλειψη εμπρόθεσμης καταχώρισης της οφείλεται σε καλόπιστες ενέργειες και όχι σε απαξίωση των δικαστικών προθεσμιών ή έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους των Αιτητών. Τέλος, ισχυρίζεται πως τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα του Καθ΄ ου και πως είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της Αίτησης. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: 1) Η Αίτηση είναι ανυπόστατη και πραγματικά και νομικά αβάσιμη. 2) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. 3) Δεν αποκαλύπτεται επαρκής και ή ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώριση της έφεσης. 4) Η καθυστέρηση οφείλεται στην παράλειψη και ή αμέλεια των ίδιων των Αιτητών και ή των δικηγόρων τους. 5) Η καθυστέρηση οφείλεται σε αδιαφορία ή καταφρόνηση των Θεσμών από μέρους των Αιτητών. 6) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει ζημιά στον Καθ΄ ου ο οποίος θα στερηθεί του καρπού της επιτυχίας του και θα παραβιαστούν οι αρχές για ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων και της τελεσιδικίας. 7) Η καταχώριση της Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. 8) Η ενόρκως δηλούσα είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση καθότι δεν αποκαλύπτεται λόγος για την παράλειψη των Αιτητών να προβούν σε αυτή. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΜΠ (εφεξής «ο ΜΠ»), ο οποίος εργάζεται στην εταιρεία Corporate Recovery & Insolvency Group Ltd στην οποία ο Καθ΄ ου είναι ένας εκ των διευθυντών και διορίστηκε από την Τράπεζα Κύπρου ως Παραλήπτης και Διαχειριστής της εταιρείας Cyfast Construction and Recondition Ltd. Σε αυτή ο ΜΠ ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν και οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Στα πλαίσια της Αίτησης το πρώτο ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση είναι το νομότυπο και αποδεκτό της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει καθότι, όπως εισηγείται η πλευρά του Καθ΄ ου, αυτή προέρχεται από δικηγόρο. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva

(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 82, αναγνωρίστηκε ότι «μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος». Όσον αφορά την αναγκαιότητα παροχής εξήγησης γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι ο διάδικος, το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών..» Η πιο πάνω υπόθεση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Νικολάου v. Total Properties Ltd κ.ά.
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1358. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τον συναφή λόγο ένστασης και την εισήγηση του Καθ΄ ου. Παρόλο που η ΧΚ δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο για το ότι η ίδια προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, εντούτοις με βάση το περιεχόμενο αυτής, διαφαίνεται ότι και οι δύο Αιτητές βρίσκονται και διαμένουν στη Λεμεσό. Αξίζει να σημειωθεί επίσης πως το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης αναφέρεται σε γεγονότα στα οποία εμπλέκονται και άρα γνωρίζουν οι ίδιοι οι δικηγόροι και σε νομικές τοποθετήσεις, για τα οποία η ΧΚ είναι το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ως εκ τούτου, από τη στιγμή που η ΧΚ δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκη της δήλωση και από την ίδια την Αίτηση διαφαίνεται καλός και βάσιμος λόγος ως προς το γιατί ορκίζεται δικηγόρος και όχι κάποιος εκ των Αιτητών, τότε η ένορκη δήλωση της ΧΚ είναι καθόλα νομότυπη και ως τέτοια δύναται να ληφθεί υπόψιν για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει την προθεσμία καταχώρισης έφεσης παρέχεται από τη Δ.35 θ.2 και τη Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης. Ως βασική γενική αρχή, οι προθεσμίες οι οποίες καθορίζονται από τους Θεσμούς θα πρέπει να τηρούνται και η παράταση τους συνιστά εξαιρετικό διαδικαστικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις - βλ. Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 και Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083. Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσο θα παρατείνει την προθεσμία καταχώρισης έφεσης αναφέρονται στην υπόθεση Deluxe Terrazo Tiles & Marbles Ltd v. Εργοληπτική Εταιρεία «Νέμεσις Λτδ»
(1989)1Ε Α.Α.Δ.658 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η αίτηση εδράζεται πάνω στους Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, θ.2, και Δ.57, θ.2. Η διακριτική εξουσία που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πιο πάνω Διατάξεις δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε προκαθορισμένο περιορισμό και η άσκηση της υπέρ ή κατά του αιτητή εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστασιακά και δεδομένα της κάθε υπόθεσης: Ειρήνη Κώστα Χατζημιχαήλ ν. Μαρίας Καράμιχαηλ και Άλλων
(1967)1 Α.Α.Δ. 61, και The Turkish Co-Operative Carob Marketing Society Ltd. v. Lutfi Kiamil and Another
(1973)Α.Α.Δ. 1. Παρά ταύτα, την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην άσκηση της υπό εξέταση εξουσίας του χαρακτηρίζει πάντοτε η συμμόρφωση με ορισμένες αρχές που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί ανάμεσα στις οποίες πρωτεύουσα θέση κατέχει η αρχή του σεβασμού των χρονικών προθεσμιών που καθόρισε ο Νομοθέτης για την άσκηση του δικαιώματος εφέσεως και ότι με φειδώ και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να παρατείνονται. Και τούτο γιατί οποτεδήποτε οι προθεσμίες αυτές παρατείνονται επηρεάζονται το δημόσιο συμφέρον και τα δικαιώματα που οι διάδικοι έχουν στον τερματισμό των δικαστικών διαδικασιών και στο τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων μέσα στις καθορισμένες για όλους προθεσμίες. Λαμβανομένων αυτών υπόψη επιβάλλεται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκείται υπέρ του αιτητή μόνο στις περιπτώσεις που ο τελευταίος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη παράταση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η παράταση της προθεσμίας χωρίς αποχρώντα λόγο αποτελεί αυθαίρετη παραβίαση των σχετικών Κανόνων που καθορίζουν τις προθεσμίες και είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση από τα Δικαστήρια της σχετικής διακριτικής της εξουσίας κατά τρόπο δικαστικό. Οι πιο πάνω αρχές έχουν καθιερωθεί σε σειρά αποφάσεων συμπεριλαμβανομένων των: Ανδρέα Π. Λοΐζου ν. Παναγιώτη Κοντεάτη
(1968)1 Α.Α.Δ. 291,2) Πολιτική Έφεση Αρ. 7742, και 3) Αίτηση στην Πολιτική Έφεση
  1. Στις Αγγλικές αποφάσεις Graig v. Phillips [1877] 7 Ch. D. 249, και McC (RD) v. McC (JA) and Another [1971] 2 All E.R. 1097, τονίστηκε ότι ο διάδικος που αιτείται χαλάρωση των προνοιών των Δικαστικών Κανόνων που αφορούν χρονικές προθεσμίες πρέπει να επιδείξει μεγάλη επιμέλεια και όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησής του.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, οι προβαλλόμενοι από τη ΧΚ λόγοι για την παράλειψη έγκαιρης καταχώρισης της έφεσης συνίστανται αφενός στην αργοπορημένη επικοινωνία των δικηγόρων με τον Εναγόμενο 1 και αφετέρου στην παράλειψη έγκαιρης επιστροφής από τον Εναγόμενο 1 του έντυπου διορισμού δικηγόρου από τη Λεμεσό. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι Αιτητές δεν παρέχουν επαρκείς εξηγήσεις για την καθυστέρηση επικοινωνίας των δικηγόρων με τον Εναγόμενο
  2. Ειδικότερα η ΧΚ ισχυρίζεται πως ενώ είχε λάβει αντίγραφο της απόφασης ημ. 14.2.19 την ίδια μέρα έκδοσης της, εντούτοις προβάλλει ένα παντελώς γενικό και αόριστο ισχυρισμό πως τις αμέσως επόμενες μέρες προσπάθησαν να επικοινωνήσουν με τον Εναγόμενο 1 αλλά η άμεση επικοινωνία μαζί του δεν κατέστη δυνατή καθότι, ως γνωρίζει και η ίδια, «είναι ιδιαίτερα πολυάσχολος, ως επιχειρηματίας και πρόεδρος ποδοσφαιρικού σωματείου και επίσης διαμένει στη Λεμεσό». Κατ΄ αρχάς, σημειώνεται πως η ΧΚ δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά περί προγενέστερης πληροφόρησης των Αιτητών για την επικείμενη έκδοση της απόφασης, εφόσον είναι εύλογο να εξαχθεί πως οι δικηγόροι των διαδίκων είχαν ενημερωθεί για την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης σε κάποιον χρόνο προηγουμένως. Ως εκ τούτου ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός για τη γνώση των Αιτητών πως τη συγκεκριμένη ημερομηνία θα εκδίδετο η απόφαση του Δικαστηρίου. Τούτο αποκτά τη σημασία του καθότι το αναμενόμενο, σύνηθες και λογικό είναι ότι οι δικηγόροι γνώριζαν εκ των προτέρων πότε θα εκδίδετο η απόφαση και έχει τη σημασία του το κατά πόσο ενημέρωσαν τους πελάτες οι οποίοι από μόνοι τους θα ενδιαφέρονταν να ενημερωθούν για το αποτέλεσμα αυτής εφόσον η υπό κρίση αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα απευθύνονταν στους ίδιους και τους απαγόρευαν να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Η επίκληση από τη ΧΚ αδυναμίας επικοινωνίας με τον πελάτη, Εναγόμενο 1, από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι και τις 22.2.19 αφορά όχι κάποιες ώρες αλλά ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, πέραν της μιας εβδομάδας. Είναι όντως άξιον απορίας πώς για πέραν μιας ολόκληρης εβδομάδας δεν κατέστη δυνατή με οποιονδήποτε τρόπο η επικοινωνία των δικηγόρων με τον πελάτη τους. Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή της τεχνολογίας η δικαιολογία ότι αυτός είναι ιδιαίτερα πολυάσχολος ως επιχειρηματίας και πρόεδρος ποδοσφαιρικού σωματείου παραμένει μια πλήρως γενική, αόριστη και ατεκμηρίωτη αναφορά χωρίς να παρέχονται λεπτομέρειες και εξηγήσεις ως προς το τι ακριβώς ήταν το πρόγραμμα του Εναγομένου 1 καθόλες αυτές τις μέρες και ώρες της βδομάδας, συμπεριλαμβανομένου και Σαββατοκύριακου, που ήταν παντελώς αδύνατο να εντοπιστεί και συνομιλήσει με τους δικηγόρους του για την απόφαση. Προκαλεί επίσης έκπληξη το γεγονός ότι οι δικηγόροι δεν αποτάθηκαν στον Εναγόμενο 2, ο οποίος επίσης διαμένει στη Λεμεσό και ενδεχομένως θα μπορούσε να εντοπίσει και ή επικοινωνήσει ευκολότερα μαζί με τον Εναγόμενο 1, και ή δεν προέβησαν οι ίδιοι σε οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια (εκτός τηλεφωνικής επικοινωνίας) να τον βρουν και μιλήσουν μαζί του, ιδιαίτερα εφόσον, με ρητή παραδοχή της ΧΚ, αυτή γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ιδιαίτερα πολυάσχολος (άρα η επικοινωνία μαζί του δύσκολη) και με την προθεσμία καταχώρισης έφεσης εν τω μεταξύ να τρέχει. Με άλλα λόγια, οι πιο πάνω περιγραφόμενες από την ίδια τη ΧΚ περιστάσεις καταδεικνύουν μια περισσότερο παθητική στάση από πλευράς των δικηγόρων των Αιτητών ως προς την όποια προσπάθεια έγκαιρης και επιτυχούς ενημέρωσης των Αιτητών και ειδικότερα του Εναγομένου 1, για την αναμενόμενη έκδοση της απόφασης και, μετά την έκδοση της, για το αποτέλεσμα της και τη δυνατότητα καταχώρισης έφεσης. Παρομοίως το Δικαστήριο παρατηρεί μια αδράνεια και μειωμένη εγρήγορση από πλευράς των δικηγόρων προς τον Εναγόμενο 1 και κατά τις 22.2.19, όταν κατ΄ ισχυρισμό της ΧΚ κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί του και να τον ενημερώσουν για την απόφαση και το περιεχόμενο της, παραλείποντας να του αναφέρουν και επισημάνουν την προθεσμία καταχώρισης έφεσης και γενικότερα την ανάγκη άμεσης λήψης ενεργειών ως προς το κατά πόσο θα καταχωρείτο έφεση. Το αναμενόμενο θα ήταν να του επιστήσουν την προσοχή για το επείγον της κατάστασης, παράλειψη για την οποία δεν υπάρχει εξήγηση. Εξ ου και αφέθηκαν να περάσουν ακόμα τρεις μέρες μέχρι την επικοινωνία και τη λήψη οδηγιών για την καταχώριση έφεσης. Η παράλειψη αναφοράς ότι ακόμα και σε εκείνο το στάδιο οι δικηγόροι ενημέρωσαν τον Εναγόμενο 1 για την προθεσμία καταχώρισης έφεσης και για την ανάγκη γρήγορης ανταπόκρισης προκύπτει και από την αναφορά της ΧΚ πως μετά τη λήψη των οδηγιών στις 25.2.19 (Δευτέρα) το απόγευμα (γύρω στις 17:30) οι δικηγόροι άρχισαν αμέσως την ετοιμασία της έφεσης, ενώ στις 26.2.19 απέστειλαν με ιδιωτική εταιρεία μεταφορών το έντυπο διορισμού δικηγόρου για υπογραφή και από τους δύο Αιτητές και πως στις 27.2.19 ετοίμασαν την έφεση και ενημέρωσαν σχετικά τους Αιτητές ζητώντας από τον Εναγόμενο 1 να αποστείλει το σχετικό έντυπο. Και πάλι η ΧΚ παραλείπει παντελώς οποιαδήποτε ενημέρωση ή πληροφόρηση στους Αιτητές για την προθεσμία καταχώρισης έφεσης και την ανάγκη άμεσης και επείγουσας ανταπόκρισης από πλευράς τους όσον αφορά την υπογραφή του εντύπου και την έγκαιρη αποστολή του στους δικηγόρους τους. Σύμφωνα πάντα με τη ΧΚ, το έντυπο διορισμού δικηγόρου το παρέλαβαν οι δικηγόροι των Αιτητών την 1.3.
  3. Αυτός δε ο ισχυρισμός για την παράλειψη άμεσης αποστολής του εντύπου από τη Λεμεσό παραμένει παντελώς ανεξήγητος. Ουδεμία απολύτως εξήγηση ή δικαιολογία δίδεται από τη ΧΚ για αυτή την καθυστέρηση και τι την προκάλεσε, λαμβανομένου υπόψιν ότι η προθεσμία έφθανε στο τέλος και ήταν πρωτίστης σημασίας η γρήγορη και έγκαιρη αντίδραση όλων των εμπλεκομένων με στόχο την εμπρόθεσμη καταχώριση της έφεσης. Μάλιστα είναι άξιον απορίας το γιατί να ζητήθηκε από τον Εναγόμενο 1 η αποστολή του εντύπου, ενόσω αυτός, εν γνώσει και των δικηγόρων, ήταν ο πολυάσχολος και να μην ζητείτο από τον Εναγόμενο 2 να δράσει και για τους δύο, ο οποίος φέρεται να ήταν διαθέσιμος και στη Λεμεσό ως και ο Εναγόμενος
  4. Συνάγεται λοιπόν πως ακόμα και στη βάση των προβαλλόμενων ισχυρισμών της ΧΚ και των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, αφενός οι δικηγόροι των Αιτητών, ενώ γνώριζαν για το πολυάσχολο του Εναγομένου 1, παρέλειψαν να τον ενημερώσουν και ή λάβουν έγκαιρα τα απαραίτητα μέτρα ως προς τούτο, και αφετέρου όταν τελικώς έγινε η επικοινωνία τους παρέλειψαν να του αναφέρουν την προθεσμία και την ανάγκη τήρησης αυτής ενώ και ακολούθως αφού έστειλαν το έντυπο διορισμού δικηγόρου και τον ενημέρωσαν για την ετοιμασία της έφεσης παρέλειψαν και πάλι να διασφαλίσουν ότι το έντυπο θα έφθανε στα χέρια τους έγκαιρα για εμπρόθεσμη καταχώριση. Περαιτέρω από τη στιγμή που ο Εναγόμενος 2 διέμενε επίσης στη Λεμεσό και υπήρχε άμεση και απρόσκοπτη δυνατότητα επικοινωνίας με τους δικηγόρους, και πάλι αυτοί παρέλειψαν να διασφαλίσουν πως μέσω αυτού θα ήταν εφικτή η τήρηση της προθεσμίας με την εμπρόθεσμη καταχώριση της έφεσης. Η δε παράλειψη έγκαιρης αποστολής του εντύπου από τη Λεμεσό παραμένει παντελώς ανεξήγητη. Το ζήτημα της αμέλειας του δικηγόρου ως προς τη μη έγκαιρη καταχώριση της έφεσης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Χόππη v. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140, στην οποία καθιέρωσε ως αποκλειστικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Στην εν λόγω υπόθεση ο αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, αφού απορρίφθηκε παρόμοια αίτηση του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης εναντίον απόφασης του εν λόγω Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση οφειλόταν στο ότι ο αιτητής είχε αφήσει τον χρόνο να περάσει άπρακτος από τις 29.5.92, χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, μέχρι τις 7.7.92, όταν έδωσε οδηγίες στον δικηγόρο του για καταχώριση έφεσης, και συμπληρώθηκε από το σφάλμα του δικηγόρου στον υπολογισμό του χρόνου εκπνοής της προθεσμίας. Το σφάλμα αποκαλύφθηκε όταν αποπειράθηκε να καταχωρίσει την έφεση στις 14.7.92 και του υποδείχθηκε ότι η προθεσμία είχε εκπνεύσει στις 10.7.92. Αμέσως την επομένη κίνησε τον μηχανισμό για παράταση του χρόνου με την υποβολή της αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Η διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αίτημα αυτής της φύσης (παράταση χρόνου) είναι πρωτογενής· επομένως συναρτάται αποκλειστικά με την κρίση για το βάσιμο του αιτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία έγινε εκτενής αναφορά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ' αυτό τον τομέα δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οποιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι και σφάλμα του δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. [Βλ. The Turkish Co Operative Carob Marketing Society Ltd v. Lutfi Kiamil& Another,
(1973)1 C.L.R. 1, Erini Costa HadjiMichael v. Maria Karamichael and two Others
(1967)1 C.L.R. 61, Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ. ν. Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, Σολιάτης & Συνεργάται ν. Α. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162 και Πεύκιος Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, (Προσφ. Αρ. 547/90, ημερ. 30/4/92]. Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρηση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35 Θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος. Εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση υποβλήθηκε ότι η καθυστέρηση του αιτητή μπορούσε να θεραπευθεί με την υποβολή αίτησης πριν την εκπνοή της προθεσμίας και ότι η παράλειψη λήψης των αναγκαίων μέτρων για το σκοπό αυτό συνιστά εμπόδιο στην αποδοχή του αιτήματος. Παραγνωρίζεται με την εισήγηση αυτή ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση έφεσης οφείλεται σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτητή και όχι σε αδιαφορία για την άσκηση έφεσης. Συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας και αντισταθμίζοντας την αναστάτωση στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση όπως διαμορφώθηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας και την συνακόλουθη εκτροπή από την αρχή της τελεσιδικίας, αφενός, με το μικρό χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της εκπνοής του χρόνου και της υποβολής αίτησης για παράταση σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις που δόθηκαν για την καθυστέρηση, αφετέρου, κρίνουμε το αίτημα δικαιολογημένο. Δικαιούται όμως ο εφεσίβλητος στα έξοδα της παρούσας διαδικασίας τα οποία οφείλονται αποκλειστικά στην παράλειψη του αιτητή να συμμορφωθεί με τη Δ.35 Θ.2.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Πρόεδρος και Μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «Φαραώ Έλενα 24» v. Καρασάββα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.399, στην οποία ο δικηγόρος των εναγομένων - εφεσειόντων προέβη σε λανθασμένο υπολογισμό της προθεσμίας για έφεση για τρεις μέρες, γεγονός που οδήγησε στην εκπνοή της σχετικής προθεσμίας, και ετοίμασε πάραυτα αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου καταχώρισης αυτής. Το Επαρχιακό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και έτσι οι εναγόμενοι καταχώρισαν νέα αίτηση ενώπιον του Εφετείου. Το Εφετείο επίσης απέρριψε την αίτηση για τον λόγο ότι ο δικηγόρος είχε επανειλημμένα προειδοποιηθεί από τους αντιδίκους του για την επερχόμενη λήξη της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης και παρά τις προειδοποιήσεις παρέλειψε να ανταποκριθεί έγκαιρα. Η εν λόγω υπόθεση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τη νομική ανάλυση του ζητήματος αναφορικά με το λάθος δικηγόρου. Το Εφετείο επανέλαβε την αρχή πως κατά την εκδίκαση αίτησης για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης «. το δικαστήριο έχει πάντα ως γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Από τη μια έχει να σταθμίσει την ανάγκη για τελεσιδικία, αλλά και τα συμφέροντα των διαδίκων και από την άλλη την εξυπηρέτηση γενικά των συμφερόντων της δικαιοσύνης.» Στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο ασχολήθηκε εκτενώς με τη σχετική νομολογία και προέβη στη διαπίστωση πως «Παρ' όλο που φαίνεται ότι η νομολογία μας δεν έχει ακόμα σταθεροποιηθεί ως προς την αμέλεια ή το λάθος δικηγόρου, εν τούτοις φαίνεται ότι η επικρατούσα αντιμετώπιση είναι ότι το λάθος ή η αμέλεια δικηγόρου δεν συνιστά από μόνη της λόγο παραχώρησης παράτασης καταχώρησης της έφεσης.» Αυτή η διαπίστωση και το όλο σκεπτικό της απόφασης είναι ενδεικτικά πως το λάθος δικηγόρου δεν αποτελεί εκ προοιμίου μη ικανοποιητικό λόγο για την παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, καθότι η κάθε περίπτωση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της, όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Σολιάτης και Συνεργάται v. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162. Μέσα από την πιο πρόσφατη νομολογία, διαφαίνεται η αναγνώριση της αρχής πως το σφάλμα δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε στην Αλεξάνδρου v. Ελευθερίου, Πολ. Αίτηση αρ. 113/15, ημ. 25.1.16, στην οποία όμως η αίτηση για παράταση χρόνου καταχώρισης έφεσης ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου απορρίφθηκε γιατί κρίθηκε πως ο αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει ότι η αιτούμενη παράταση ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη υπό τις ειδικές περιστάσεις της υπό κρίση περίπτωσης. Εκεί η αίτηση καταχωρίστηκε τρεις μέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας όμως δεν κρίθηκε ως ισχυρός λόγος το ότι ο δικηγόρος είχε έτοιμη την έφεση αλλά την είχε τοποθετήσει σε λάθος φάκελο. Παρόμοια θεωρώ ότι είναι και η υπό κρίση περίπτωση καθότι εδώ δεν διαπιστώνεται μια απλή αμέλεια εκ μέρους των δικηγόρων αλλά μια αδράνεια και έλλειψη παρακολούθησης και ελέγχου με υπευθυνότητα των γεγονότων ούτως ώστε να διασφαλιζόταν η έγκαιρη ενημέρωση των Αιτητών και η άμεση ανταπόκριση τους με στόχο την εμπρόθεσμη καταχώριση της έφεσης, όπως επεξηγείται αναλυτικά ανωτέρω. Αυτή η στάση των δικηγόρων ουδόλως συνιστά ικανοποιητική δικαιολογία για τη μη τήρηση της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης. Σε αντίθεση, στην υπόθεση Ιωάννου v. Κράνου, ως Διαχειριστή της περιουσίας της Άννας Κράνου κ.ά.
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 7, δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός πως δεν υπήρχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος από το σφάλμα του δικηγόρου στην εμπρόθεσμη καταχώριση της αντέφεσης, στοιχείο το οποίο συνεκτιμούμενο με τους υπόλοιπους παράγοντες συνηγόρησε υπέρ της παράτασης του χρόνου υποβολής αντέφεσης. Τέλος, στην πιο πρόσφατη υπόθεση Φωτίου v. Ζένιου, Πολ. Έφ. αρ. 31/09, ημ. 14.9.17, o δικηγόρος του εφεσείοντα παρέλειψε να συμμορφωθεί με την προθεσμία καταχώρισης του περιγράμματος αγόρευσης του, που δόθηκε από το Δικαστήριο. Ο λόγος που επικαλείτο αναφέρεται σε λανθασμένη μεταφορά, από τον δικηγόρο που τον είχε εκπροσωπήσει, των σχετικών οδηγιών. Ειδικότερα, αντί να ενημερωθεί το ημερολόγιο του ότι το περίγραμμα αγόρευσης θα έπρεπε να καταχωριστεί μέχρι τις 24.10.16, εκ λάθους σημειώθηκε ως ο κρίσιμος χρόνος, η 24.11.
  1. Αντελήφθη το λάθος στις 8.11.16 και αμέσως προχώρησε σε ετοιμασία του περιγράμματος το οποίο ολοκλήρωσε και επιχείρησε να καταχωρίσει στις 10.11.
  2. Το Πρωτοκολλητείο, όμως, ορθά δεν επέτρεψε την εκπρόθεσμη καταχώριση, εξ ου και καταχώρισε σχετική αίτηση. Το Εφετείο ασχολήθηκε εκ νέου με το θέμα του σφάλματος δικηγόρου και υιοθετώντας τη Χόππης (ανωτέρω) ανέφερε τα ακόλουθα: «Μια τάση της νομολογίας τείνει να αποκλείσει το σφάλμα του δικηγόρου ως, κατά κανόνα, λόγο παράτασης των προθεσμιών. Χωρίς, πάντως, να μη μπορούσε το σφάλμα να συγχωρεθεί υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και εφόσον δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά (Ευαγόρου ν. Lapertas Fisheries Ltd κ.α.
(2005)1 ΑΑΔ 1505). Στην υπόθεση Χόππης ν. Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140, κρίθηκε ότι όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Διασαφηνίστηκε δε γενικότερα ότι αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης μέσα από ένα αντιστάθμισμα μεταξύ των λόγων καθυστέρησης και των δυσμενών επιπτώσεων στα συμφέροντα του αντιδίκου. Έχει, βεβαίως, και πρόσφατα επαναληφθεί, στην υπόθεση Alpix Trade & Investments Ltd v. Linkhold Ltd κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A551, Πολιτική Έφεση 226/2013, ημερομηνίας 13.12.2016, η ανάγκη αυστηρής τήρησης των προθεσμιών, διαφορετικά δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης, για να υποδειχθεί όμως και πάλι ότι κριτήριο είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Εν προκειμένω, η καθυστέρηση προκλήθηκε από σφάλμα, με τη διαπίστωση του οποίου όμως υπήρξε άμεση αντίδραση. Έχει δε υποδειχθεί στην υπόθεση Χόππης (ανωτέρω) ότι όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση, ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος. Δεν παραβλέπουμε τον πράγματι πολύ μεγάλο χρόνο που η έφεση εκκρεμεί. Δεν έχει τεθεί, τώρα, ενώπιον μας ο λόγος της καθυστέρησης και δεν μπορεί αυτός ο παράγοντας να οδηγήσει άνευ ετέρου σε απόρριψη του αιτήματος, εφόσον μάλιστα ό,τι ο εφεσείοντας ζήτησε, ήταν σε πολύ έγκαιρο χρόνο παράταση μίας μόνο ημέρας. Υπό τις περιστάσεις, δεν διαπιστώνεται δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς, η οποία μπορεί να αποζημιωθεί, τρόπον τινά, με τα αρχικά έξοδα της αίτησης.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως καθοριστικό κριτήριο στην παρούσα περίπτωση είναι η αδυναμία των Αιτητών να καταδείξουν ότι η παράλειψη τήρησης της προθεσμίας καταχώρισης έφεσης οφείλεται σε μια δικαιολογημένη στάση τόσο από μέρους των δικηγόρων τους όσο και από τους ίδιους και ειδικότερα τον Εναγόμενο 1. Οι Αιτητές προέβαλαν γενικούς, αόριστους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν ικανοποίησαν το Δικαστήριο πως η μη έγκαιρη καταχώριση της έφεσης οφείλεται σε μια απλή και καλόπιστη αβλεψία ή σφάλμα. Η διαπίστωση αυτή στερεί την όποια δυνατότητα περαιτέρω εξέτασης της Αίτησης, ανεξαρτήτως του χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει από την εκπνοή της προθεσμίας, και αποβαίνει καταλυτική για την τύχη της. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.