← Κύπρος

OSCAR ESTATES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1227/08, 19/7/2021

OSCAR ESTATES LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1227/08, 19/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A389 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1227/08 Μεταξύ: OSCAR ESTATES LTD Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2020 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση: Ο κ. Κ. Καντούνας, για Κωνσταντής Καντούνας Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο Αιτητή: Ο κ. Χρ. Τσέκουρας, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας -------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση ημερομηνίας 1.3.21 υπό του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου για τροποποίηση της Υπεράσπισης Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο στις 07/03/2008, με την οποία οι Ενάγοντες ζητούν εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, απώλειες, δαπάνες και έξοδα που έχουν υποστεί από τη διοικητική πράξη και/ή απόφαση και/ή παράλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 17/01/05, με την οποία αφού υιοθέτησε προειλημμένες αποφάσεις του Δήμου Παραλιμνίου, απέρριψε σειρά ιεραρχικών προσφυγών που οι Ενάγοντες είχαν υποβάλει σύμφωνα με το Άρθρο 18

(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών Και Οικοδομών Νόμου για τα 11 κτήματά τους στο Παραλίμνι, η οποία ακυρώθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο
  1. 4 του Συντάγματος στις προσφυγές με αριθμούς 244/05-253/05 και 264/05, η οποία δεν έχει εφεσιβληθεί, αλλά δεν έχει προσφερθεί καμία αποζημίωση ή θεραπεία σύμφωνα με το Άρθρο 146.6 του Συντάγματος, παρόλο ότι έχει επανειλημμένα ζητηθεί. Ζητούν επίσης δίκαιες και εύλογες αποζημιώσεις και/ή νόμιμη θεραπεία στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, όπως και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω της στάσης των Διοικητικών Οργάνων και Κρατικών Λειτουργών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν με την υπόθεση και την ολιγωρία και καθυστέρηση που υπέδειξαν. Τέλος, ζητούν οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ή διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει υπό τις περιστάσεις ως δίκαιη, έξοδα και ΦΠΑ. Στις 20/02/2019, μετά που καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στις 20/03/08, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την Έκθεση Απαίτησής τους. Σύμφωνα με αυτήν, είναι εταιρεία που ασχολούνται με την κατοχή, εμπορία και ανάπτυξης γης και ακίνητης ιδιοκτησίας. Το 1980 αγόρασαν μία μεγάλη έκταση γης στην τοποθεσία «Σάκκος» στο Παραλίμνι για να την αναπτύξουν με τον διαχωρισμό της σε μικρότερα τμήματα, τα οποία θα διέθεταν σε διάφορα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αφού προηγουμένως θα έκτιζαν σε αυτά εξοχικές κατοικίες. Είναι η θέση τους ότι η σκοπούμενη ανάπτυξη ήταν εφικτή σύμφωνα με το νομικό και πολεοδομικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την περιοχή και ότι στα πλαίσια της πιο πάνω ανάπτυξης οι Ενάγοντες προέβηκαν στον διαχωρισμό του εν λόγω κτήματος σε 32 τεμάχια έκτασης, 1.400 τετραγωνικά μέτρα περίπου για καθένα, για τα οποία είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας, τα επίδικα κτήματα περιγράφονται σε σχετικό πίνακα που παραθέτουν στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Αναφέρουν ότι αρχικά εξασφάλισαν άδεια και έκτισαν δύο κατοικίες στο τεμάχιο 1122 που βρισκόταν στο ακρινό βορειοανατολικό τμήμα του κτήματος και εφαπτόταν δημόσιου δρόμου. Για να εκδώσουν τις αναγκαίες άδειες οι Αρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες της Δημοκρατίας απαίτησαν από τους Ενάγοντες όπως: Α) παραχωρήσουν δωρεάν από το κτήμα τους έκταση γης πλάτους 35 ποδών και μήκους 300 μέτρων εκτεινόμενο από τον δημόσιο δρόμο νοτιοδυτικά για την επέκταση του οδικού δικτύου της περιοχής όπως ήταν σκιαγραφημένο στα σχετικά σχέδια, και Β) να μεταβιβάσουν την πιο πάνω έκταση στο Δημόσιο και να εγγραφεί σαν δημόσιος δρόμος, αφού προηγουμένως τον κατασκευάσουν και τον επιστρώσουν με δικά τους έξοδα σύμφωνα με τους όρους και προδιαγραφές που θα τους έδιναν οι εν λόγω Αρχές. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με τις πιο πάνω απαιτήσεις, όμως η μεταβίβαση του δρόμου δεν έγινε δυνατό να ολοκληρωθεί λόγω παράλειψης ή άρνησης των Αρμόδιων Αρχών να αποδεχτούν τη μεταβίβαση, η οποία κατ' επανάληψη τους είχε προσφερθεί από τους Ενάγοντες. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι εν λόγω Αρχές παρέλειπαν και αρνούνταν να ολοκληρώσουν την εν λόγω μεταβίβαση κακόβουλα και εσκεμμένα, ώστε να εμποδίσουν τους Ενάγοντες να αναπτύξουν το υπόλοιπο κτήμα τους και για αυτήν την κωλυσιεργία και τις συνέπειές τους οι Ενάγοντες απαιτούν τιμωρητικές ή και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Κατά το έτος 2002 οι Ενάγοντες υπέβαλαν στον Δήμο Παραλιμνίου 11 αιτήσεις συνοδευόμενες με όλα τα σχετικά σχέδια, έγγραφα και δικαιολογητικά όπως απαιτούντο από τη νομοθεσία και τους κανονισμούς που ίσχυαν τότε, για έκδοση αδειών για την ανάπτυξη όλων των επίδικων κτημάτων με την ανέγερση οικοδομής σε κάθε ένα από αυτά. Σε κάθε μία από τις αιτήσεις οι Ενάγοντες υποδείκνυαν διαβάσεις πλάτους 25 ποδών για να μπορούν να μετατραπούν σε δημόσιους δρόμους. Ο Δήμος Παραλιμνίου, σαν η μόνη Αρμόδια Αρχή κατά τον ουσιώδη χρόνο, με ισάριθμες επιστολές τους προς τους Ενάγοντες ημερομηνίας 28/02/04 απέρριψε κάθε μία από τις πιο πάνω αιτήσεις με το σκεπτικό ότι δεν ήταν σύμφωνες με το Άρθρο 15Β(Ι) των περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Κανονισμών και το Άρθρο 4Α του ίδιου Νόμου, Κεφ.
  2. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι στην πραγματικότητα οι αιτήσεις είχαν απορριφθεί, γιατί οι Αρμόδιες Αρχές λανθασμένα υπολόγιζαν τις διαβάσεις από τον υφιστάμενο δημόσιο δρόμο, χωρίς να υπολογίζουν το τμήμα που κατά απαίτησή τους οι Ενάγοντες είχαν παραχωρήσει να γίνει δημόσιος δρόμος, ανεξάρτητα του ότι η καθυστέρηση για αυτό οφειλόταν στους ιδίους. Οι Ενάγοντες μετά που έλαβαν τις αρνητικές απαντήσεις του Δήμου Παραλιμνίου προσέφυγαν στον Υπουργό Εσωτερικών καταχωρώντας ισάριθμες ιεραρχικές προσφυγές στις 06/09/
  3. Παρά του ότι ο Νόμος προβλέπει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών πρέπει να επιλαμβάνεται τάχιστα των εν λόγω αιτήσεων και παρά τις επανειλημμένες ενοχλήσεις των Εναγόντων, τελικά ο Υπουργός Εσωτερικών μόλις στις 28/01/2005 τις απέρριψε όλες, χωρίς προηγουμένως να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις από τους Ενάγοντες ή να τους καλέσει να επιχειρηματολογήσουν ενώπιον του. Μετά που απορρίφθηκαν οι ιεραρχικές τους προσφυγές, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο 11 προσφυγές σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος, όλες πλην μίας στις 09/03/
  4. Η 11η προσφυγή είχε καταχωρηθεί στις 05/03/
  5. Οι προσφυγές συνεκδικάστηκαν με οδηγίες του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 09/11/05, το οποίο με ακυρωτική απόφασή του ημερομηνίας 31/10/07 σύμφωνα με το Άρθρο 146.4(β) του Συντάγματος ακύρωσε όλες τις επίδικες αποφάσεις όπως περιέχονταν στις επιστολές του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 28/01/05, γεγονός που σύμφωνα με τους Ενάγοντες συμπαρέσυρε όλες τις προηγούμενες διοικητικές πράξεις, στις οποίες αυτές είχαν στηριχτεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε και επομένως κατέστη δεσμευτική και τελεσίδικη για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη σε ό,τι αφορά τις προσφυγές. Είναι ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι οι ακυρωθείσες διοικητικές πράξεις προξένησαν στους Ενάγοντες βλάβη και ζημιές συμπεριλαμβανομένου διαφυγόντος κέρδους που θα πραγματοποιούσαν από την πώληση των κατοικιών που θα ανεγείροντο στα επίδικα κτήματα, όπως αναφέρουν. Εξηγούν επίσης ότι αντί να καταχωρήσουν ξεχωριστή αγωγή για κάθε προσφυγή, εφόσον αυτές συνεκδικάστηκαν, επέλεξαν να καταχωρήσουν μία αγωγή, την παρούσα, και να συμπεριλάβουν όλες τις προσφυγές σε αυτές, αλλά αν ο Εναγόμενος δεν αποδεχτεί όπως εξεταστούν μαζί ή διαφορετικά διατάξει το Δικαστήριο, θα επανέλθουν με τέτοιο αριθμό αγωγών, που να αφορά κάθε μία προσφυγή. Οι Ενάγοντες παραχώρησαν τον χώρο για κατασκευή του δημόσιου δρόμου όπως τους ζητήθηκε και υπέστησαν τις δαπάνες με την κατασκευή του, αφού ήταν προϋπόθεση που τους λέχθηκε ότι μόνο έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν την άδεια για τις κατοικίες στο τεμάχιο 1122, το οποίο ήδη εφάπτεται σε υφιστάμενο δημόσιο δρόμο. Μετά την άρνηση των Αρχών να χορηγήσουν άδειες για τα επίδικα κτήματα, η πιο πάνω παραχώρηση και δαπάνη που συνεπαγόταν ήταν αχρείαστη. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι είχαν εκπονήσει σχέδια και μελέτες και είχαν προβεί και σε διευθετήσεις για την ανέγερση των 11 κατοικιών στα επίδικα κτήματα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε για αυτές αυξημένη ζήτηση για πώληση, το συνολικό εμβαδόν που σκόπευαν να ανεγείρουν ήταν 1.782 τετραγωνικά μέτρα, η συνολική δαπάνη για την ανέγερση είχε υπολογιστεί σε €1.200 τ.μ., ενώ η τιμή που θα μπορούσαν να τις πουλήσουν, και είχαν προσφορές, ήταν €3.900 τ.μ. και επιπλέον είχαν δαπανήσει και άλλα σημαντικά ποσά που αφορούσαν υποδομή και εγκαταστάσεις ηλεκτρισμού, τηλεφώνων και υδροδότησης, πρόνοιες για μελλοντική σύνδεση με το αποχετευτικό σύστημα Παραλιμνίου και έχασαν αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας που διατέθηκε για διαβάσεις με υποδομή και προοπτική να μετατραπούν σε δρόμο. Κατά το 2007 δημοσιεύτηκε και τέθηκε σε ισχύ το τοπικό σχέδιο Παραλιμνίου, σύμφωνα με το οποίο το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων κτημάτων έχει μεταβληθεί σημαντικά, επειδή αυτά εντάσσονται σε δασική ζώνη, με αποτέλεσμα η αξία τους να έχει σχεδόν εκμηδενιστεί, εφόσον δεν μπορούν να αναπτυχθούν και δεν έχουν καμία εμπορευσιμότητα. Οι Ενάγοντες υπέβαλαν ένσταση στην αρμόδια αρχή για την ένταξη των επίδικων κτημάτων σε δασική ζώνη, χωρίς όμως αυτή να τύχει οποιασδήποτε ανταπόκρισης. Είναι η θέση τους ότι οι ζημιές που έχουν υποστεί ένεκα των ακυρωθεισών διοικητικών πράξεων και απαιτούν από τον Εναγόμενο ως τον εκπρόσωπο της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Οργάνων της σύμφωνα με το Σύνταγμα και το Άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου, συμποσούνται, όπως έχει εκτιμηθεί, σε €7.200.000, αναφέροντας ότι με τη μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος μόνο η αξία των κτημάτων έχει χάσει €140 το τ.μ. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι στις 06/11/07 οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν προς τον Υπουργό Εσωτερικών με επιστολή και του ζήτησαν ενόψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου να επανεξετάσει το ζήτημα και να μεριμνήσει για τη χορήγηση των αδειών που είχαν ζητηθεί, στην οποία όμως ο Υπουργός αρνήθηκε ή παρέλειψε να ανταποκριθεί. Θεωρούν ότι η όλη συμπεριφορά των Αρμόδιων Αρχών της Δημοκρατίας σε συνδυασμό με την κωλυσιεργία τους, της μεγάλης καθυστέρησης που επέδειξαν, αλλά και της επίκλησης διάφορων λόγων για αλλότριους σκοπούς, οι ζημιές που προκλήθηκαν από αυτές τις ενέργειες στους Ενάγοντες, αλλά και όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης, καθιστούν το Κράτος υπόλογο για επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, για αυτό και με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγόμενου με βάση το Άρθρο
  6. 6 του Συντάγματος: Α) Ποσό €7.200.000 ως ειδικές αποζημιώσεις, Β) Τόκο προς 9% από την ημερομηνία που ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις, δηλαδή 28/07/04, Γ) Γενικές αποζημιώσεις, Δ) Επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και Ε) Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Συνήγορος που χειριζόταν την υπόθεση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καταχώρησε Υπεράσπιση στις 15/04/2010, σύμφωνα με την οποία εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις και συγκεκριμένα: Α) θεωρεί ότι η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πριν την καταχώρηση της αγωγής, ως όφειλαν, προς τη Διοίκηση, ζητώντας αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους και Β) η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα δεν έχει ακόμα τύχει επανεξέτασης από τη Διοίκηση. Άνευ βλάβης των θέσεών του που εγείρει με τις εν λόγω προδικαστικές ενστάσεις, ο Eναγόμενος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και με μία γενική Υπεράσπιση απορρίπτει κάθε ισχυρισμό των Εναγόντων που εγείρεται σε κάθε παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τέλος, αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, όπως και τις θεραπείες και τα ποσά που ζητούν με την παράγραφο 29 της Έκθεσης Απαίτησης τους και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων. Στις 31/10/2012 άλλος συνήγορος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε τροποποίηση της Υπεράσπισής με την προσθήκη νέων προδικαστικών ενστάσεων και επίσης με την προσθήκη ουσιαστικών θέσεων σε ό,τι αφορά τον τρόπο που ενήργησε ο Δήμος Παραλιμνίου και τον τρόπο με τον οποίο εξετάστηκαν από αυτόν οι αιτήσεις. Ζητούσε επίσης να εισάξει ισχυρισμό ότι παραδέχεται ότι ο Υπουργός Εσωτερικών απέρριψε τις ιεραρχικές προσφυγές, ότι το Δικαστήριο απέρριψε τις προσφυγές που καταχωρήθηκαν εναντίον του, χωρίς όμως να ασχοληθεί με την ουσία της υπόθεσης, ούτε με τα υπό κρίση γεγονότα, ούτε με την ορθότητα των λόγων για τους οποίους δεν εγκρίθηκαν οι σχετικές άδειες οικοδομής, αλλά περιορίστηκε στη διαπίστωση της απουσίας επαρκούς αιτιολογίας της απόφασης για απόρριψη των ιεραρχικών προσφυγών και επίσης επιχείρησε να εισάξει θέσεις ότι η αγωγή, πέραν του ότι είναι πρόωρη και αβάσιμη, δεν αποκαλύπτει καμία ζημιά εκ πλευράς Εναγόντων και ότι το πολεοδομικό καθεστώς των επίδικων τεμαχίων έχει μεταβληθεί σε παραθεριστική ζώνη (Π.Κ.), με την οποία παρέχεται ευνοϊκότερη εκμετάλλευση των τεμαχίων σε σχέση με τους όρους που προνοούσε η ζώνη Γ, η οποία υφίστατο κατά την καταχώρηση των υπό κρίση αιτήσεων για άδεια οικοδομής. Συγκεκριμένα, η ζώνη Γ που υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρησης των αιτήσεων το 2002, προνοούσε ποσοστό κάλυψης 0,15:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, ενώ η νέα πολεοδομική ζώνη προνοεί μεταξύ άλλων ποσοστό κάλυψης 0,20:1 και συντελεστή δόμησης 0,20:1, άρα ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι τα επίδικα τεμάχια δεν είναι εκμεταλλεύσιμα και/ή ότι η αξία τους εκμηδενίστηκε και δεν έχουν εμπορευσιμότητα λόγω της αλλαγής πολεοδομικής ζώνης, δεν ευσταθεί. Την αίτηση συνόδευε η ένορκος δήλωση Λειτουργού του Υπουργείου Εσωτερικών, στην οποία προέβαινε σε μία καταγραφή των λόγων που οδήγησαν στην καταχώρηση της αίτησης. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση του Eναγόμενου για τροποποίηση της Υπεράσπισης του στις 19/12/2012, θεωρώντας ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο σωστό νομικό υπόβαθρο, είναι κακόπιστη, παραπλανητική και υποβάλλεται αργά, κατά τρόπο που να προκαλεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης, ισχυρίζονταν ότι η αίτηση αντίκειται σε βασικούς κανόνες δικογράφησης με την έννοια του ότι αποπειράται να εισάξει μαρτυρία, αντί απαραίτητα στοιχεία, και ότι με την αίτησή του ο Αιτητής εκτροχιάζει την αγωγή από την αρχική της βάση. Την ένσταση συνόδευε η ένορκος δήλωση του Γιάννη Θεοδοσίου, εκ των δικηγόρων που εργαζόταν στο γραφείο που εκπροσωπούσε τότε τους Ενάγοντες, στην οποία αναπτύσσει τους λόγους ένστασης και επισυνάπτει διάφορα τεκμήρια, συνολικά 11 τεκμήρια. Η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση στις 25/02/
  7. Συνήγορος εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας επανήλθε με την ίδια αίτηση, την οποία και καταχώρησε στις 19/04/2013, η οποία και πάλι στηριζόταν στην ένορκη δήλωση του Μενέλαου Βασιλείου, Λειτουργού στο Υπουργείο Εσωτερικών, σύμφωνα με την οποία τον Οκτώβριο του 2012 έγινε κατορθωτό να εντοπιστούν τα απαραίτητα έγγραφα για να μπορέσει η Δημοκρατία να υπερασπίσει τον εαυτό της και μόλις αυτά εντοπίστηκαν αποστάληκε Έκθεση Γεγονότων στη Νομική Υπηρεσία, με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωνε ότι θεωρούσε ότι είναι δίκαιο και εύλογο να του επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε και πάλι ένσταση εκ πλευράς Εναγόντων ‑ Καθ' ων η Αίτηση στις 22/06/2013 με παρόμοιους νομικούς λόγους, όπως και οι προηγούμενοι, την οποία και συνόδευε ένορκη δήλωση άλλου δικηγόρου που εργαζόταν τότε στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση και η οποία επίσης επισύναπτε στην ένορκή της δήλωση 10 τεκμήρια. Ακολούθως, έγινε αλλαγή δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες ‑ Καθ' ων η Αίτηση, η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 19/02/14 και με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου του 2014, Δικαστήριο με άλλη σύνθεση που της επιλήφθηκε, επέτρεψε την τροποποίηση της Υπεράσπισης ως η αίτηση, καθορίζοντας χρόνο 21 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος για καταχώρησή της και τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση, αν χρειάζεται, εντός 21 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Στις 17 Μαρτίου του 2014, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε η τροποποιημένη Υπεράσπιση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, στην οποία συμπεριλήφθηκαν οι πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις: «1) Η αγωγή είναι πρόωρη, αφού οι Ενάγοντες δεν αποτάθηκαν πρώτα και πριν την καταχώρηση της αγωγής ως όφειλαν προς τη Διοίκηση να ζητήσουν αποζημιώσεις υπό το φως των ακυρωτικών αποφάσεων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησής τους, 2) Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και/ή αβάσιμη για τον λόγο ότι το θέμα που προέκυψε μετά την ακύρωση των διοικητικών πράξεων δεν έχει επανεξετασθεί ακόμα από τη Διοίκηση, 3) Η Δημοκρατία δεν ευθύνεται και δεν έχει αστική ευθύνη για πράξεις και/ή παραλήψεις των Οργάνων Τοπικής Αυτοδιοίκησης και συνακόλουθα, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν δύναται να εναχθεί σε σχέση με αξιώσεις που προκύπτουν από διαφορές ανάμεσα σε ιδιώτες και Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα Όργανα Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, έχουν αυτοτέλεια και ξεχωριστή νομική προσωπικότητα και ως εκ των ανωτέρω, η αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί εναντίον του Δήμου Παραλιμνίου ως η καθ' ύλην αρμόδια αρχή που εξέδωσε τις ακυρωτικές διοικητικές πράξεις, από τις οποίες ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες προέκυψε αγώγιμο δικαίωμα για αποζημιώσεις και άνευ βλάβης των εν λόγω προδικαστικών ενστάσεων ο συνήγορος της Δημοκρατίας προβαίνει και στην τροποποιημένη του Υπεράσπιση.» Μεσολάβησε ακολούθως αίτηση εκ πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 18/06/20 για εκδίκαση νομικού σημείου προδικαστικά η οποία οδηγήθηκε σε ακρόαση και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφασή του ημερομηνίας 23/12/
  8. Η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά αναβλήθηκε λόγω των έκτακτων μέτρων που ίσχυαν εν΄ όψει της επιδημίας του κορονοϊού και επειδή οι μάρτυρες των Εναγόντων βρίσκονται σε άλλη επαρχία και δεν μπόρεσε ο δικηγόρος τους, λόγω των μέτρων, να συναντηθεί μαζί τους για προετοιμασία της μαρτυρίας τους. Την 1/03/21 καταχωρήθηκε εκ μέρους νέου συνηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του Εναγόμενου Αιτητή, η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά άδεια του Δικαστηρίου για να του επιτρέψει να τροποποιήσει την Υπεράσπισή του ημερομηνίας 18/03/14 με την προσθήκη μιας νέας παραγράφου (δ) αμέσως μετά από την υποπαράγραφο (γ) στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης η οποία να αναφέρει τα ακόλουθα.: "(δ) Η αγωγή στερείται αντικειμένου και/ή οι Ενάγοντες στερούνται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος και/ή βάσης αγωγής, καθότι κατά/ή περί την 12/10/12 ολοκληρώθηκε από την Αρμόδια Αρχή, δηλαδή τον Δήμο Παραλιμνίου, η επανεξέταση κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφασή του. Η εν λόγω απόφαση μάλιστα κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 4/12/12 και κατέστη τελεσίδικη, αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και/ή δεν προσεβλήθη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι η συνέχιση της αγωγής, μετά την πιο πάνω απόφαση, να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και να καθίσταται επιπόλαια και/ή ενοχλητική." Ζητά επίσης, την προσθήκη δύο νέων παραγράφων με αριθμούς 16 (Ι) και 16(ΙΙ) αντίστοιχα μετά την υφιστάμενη παράγραφο 15, και τη συνακόλουθη αναρίθμηση των επόμενων παραγράφων, με το εξής περιεχόμενο: "16(Ι) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και άνευ βλάβης των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο Εναγόμενος επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει ανωτέρω στην προδικαστική ένσταση (δ) και εισηγείται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να προωθούν την αγωγή τους και/ή να αξιώνουν αποζημιώσεις. 16(ΙΙ) Ειδικότερα είναι η θέση του Εναγόμενου ότι η αγωγή στερείται αντικειμένου και/ή οι Ενάγοντες στερούνται οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος και/ή βάσης αγωγής, καθότι κατά/ή περί την 12/10/12 ολοκληρώθηκε από την Αρμόδια Αρχή, ήτοι τον Δήμο Παραλιμνίου, η επανεξέταση, κατόπιν της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επαναβεβαιώνοντας την προηγούμενη απόφασή του. Η εν λόγω απόφαση μάλιστα κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολή ημερομηνίας 4/12/12 και κατέστη τελεσίδικη αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και/ή δεν προσεβλήθη καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Αποτέλεσμα τούτου είναι η συνέχιση της αγωγής, μετά την πιο πάνω απόφαση, να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή να καθίσταται επιπόλαια και/ή ενοχλητική". Ζητά επίσης όπως το Διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα της παρούσας αίτησης να ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής και/ή όπως διατάξει το Δικαστήριο. Νομική βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θθ.1, 2, 4, 10, 11, 14 και 17, Δ.25 θ.1, Δ.48 θθ.1‑4,8 και 9, Δ.57, Δ.63 και Δ.64, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι συμφυείς εξουσίες, η πρακτική του Δικαστηρίου, αλλά και η σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Μενοίκου από τη Λευκωσία ημερομηνίας 1/03/
  9. Στην ένορκη της δήλωση, η κυρία XXXXX Μενοίκου αναφέρει ότι εργάζεται ως δικηγόρος στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης λόγω μελέτης του σχετικού φακέλου, καθώς και από όσα πληροφορείται από τον δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, τα οποία πιστεύει ειλικρινά και έντιμα ως αληθή, και αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Εναγόμενο Αιτητή να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι έχει διαβάσει την αίτηση τροποποίησης του Εναγόμενου Αιτητή με την οποία συμφωνεί, και επαναλαμβάνει πλήρως το περιεχόμενο της για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Αναφέρει ακολούθως ότι στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου που καταχωρήθηκε στις 18/03/14 έχουν συμπεριληφθεί πραγματικοί και νομικοί λόγοι υπεράσπισης, πλην όμως δεν εγέρθη η αιτούμενη προδικαστική ένσταση και/ή νομικός ισχυρισμός και/ή υπεράσπιση που είναι ουσιώδης για την έκβαση της πορείας αγωγής και η οποία αναφέρεται στην επανεξέταση από τον Δήμο Παραλιμνίου, μετά από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, της επίδικης απόφασης με την οποία επιβεβαιώθηκε η προηγούμενη απόφαση του Δήμου Παραλιμνίου, εναντίον της εν λόγω νέας διοικητικής απόφασης δεν ασκήθηκε προσφυγή, με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί τελεσίδικη και ως αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού, είναι ότι δεν μπορεί να συνεχίσει η παρούσα αγωγή και/ή ότι η συνέχισή της συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, είναι επιπόλαια και ενοχλητική. Αναφέρει ότι το γεγονός αυτό διαφάνηκε κατά τη μελέτη και προετοιμασία του δικηγόρου της Δημοκρατίας που χειρίζεται την υπόθεση, όταν είχε οριστεί η υπόθεση για ακρόαση, και κρίθηκε ότι είναι απαραίτητο να τροποποιηθεί η Υπεράσπιση του Εναγόμενου Αιτητή για να συμπεριληφθεί η εν λόγω προδικαστική ένσταση, που είναι προς το συμφέρον όλων των εμπλεκομένων μερών και/ή προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Έχει επίσης τη θέση ότι με την τυχόν έγκριση της αίτησης από το Δικαστήριο δεν αλλοιώνεται η βάση της Υπεράσπισης ως έχει, αλλά συμπληρώνεται. Αναφέρει επίσης, ότι εφόσον η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των διαδίκων με κανένα τρόπο και ούτε οι Ενάγοντες καταλαμβάνονται εξ απήνης ή εξ απροόπτου, μία που το αποτέλεσμα της επανεξέτασης τους κοινοποιήθηκε, και ήταν εις γνώσιν τους, από τις 4/12/
  10. Είναι τελικά η θέση της ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου Αιτητή, καθότι αυτή ζητείται καλόπιστα και πιστεύει ότι δεν θα δημιουργηθεί οποιαδήποτε αδικία εις βάρος των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση, ούτε ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημιά, που να μην μπορεί να θεραπευτεί με την ανάλογη διαταγή για την καταβολή των εξόδων της αίτησης υπέρ των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση. Οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, στις 31/03/
  11. Νομική βάση της ένστασης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Δικαστικοί Κανονισμοί Δ.25 θθ.1 και 5, Δ.47, Δ.48 θ.4, Δ.64 θ1, η σχετική νομολογία και οι γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένσταση προβάλλονται τέσσερεις συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης οι οποίοι είναι ότι
(1)η αίτηση είναι κακόπιστη, παραπλανητική και υποβάλλεται πολύ αργά με τρόπο και υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και προκαλεί περαιτέρω αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος των Εναγόντων και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης,
(2)με την αίτηση ο Αιτητής εκτροχιάζει την αγωγή από την αρχική της βάση,
(3)η αίτηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο και τη νομολογία και
(4)έχουν τη θέση ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών για τον λόγο ότι είναι η τρίτη αίτηση ίδιου τύπου η οποία καταχωρείται στα πλαίσια της εν λόγω διαδικασίας, αφού έχουν προηγηθεί οι αιτήσεις τροποποίησης της Υπεράσπισης του Εναγομένου Αιτητή ημερομηνίας 31/10/12 και 19/04/
  1. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση Αλέξη Δημητρίου ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση, έχει λάβει νομική συμβουλή από τον δικηγόρο των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση να προβεί σε αυτήν, και εξ όσων γνωρίζει, τα γεγονότα που την αφορούν είναι ορθά και αληθινά για τα οποία έχει προσωπική γνώση. Αναφέρει, επίσης, ότι για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση, η πληροφόρηση του προέρχεται από διάφορα έγγραφα που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης και τα όσα του έχουν λεχθεί από τον δικηγόρο των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση. Είναι η θέση του, ότι η προδικαστική ένσταση που ο Εναγόμενος Αιτητής αποπειράται να περιλάβει στην Υπεράσπισή του, είναι έκδηλα ανεδαφική και η αίτηση καταχωρείται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και στοχεύει στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης της υπόθεσης ων Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση και στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Αναφέρει ότι τα γεγονότα αυτά ήταν στη γνώση του Εναγομένου Αιτητή από χρόνια πριν, τουλάχιστον από τον Δεκέμβριο του 2012 και θα έπρεπε να φροντίσει έγκαιρα να προβεί στο ανάλογο διαδικαστικό διάβημα για να τα συμπεριλάβει στην Υπεράσπισή του. Αναφέρει επίσης ότι η παρούσα αίτηση τροποποίησης είναι η τρίτη παρόμοιας φύσης που καταχωρείται από τον Εναγόμενο Αιτητή, η τελευταία ήταν στις 19/04/13, και μετά από 8 χρόνια ο Εναγόμενος Αιτητής επανέρχεται με νέα αίτηση. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι η προδικαστική ένσταση που ο Εναγόμενος Αιτητής επιχειρεί να εγείρει και να εισάγει είναι έκδηλα ανεδαφική, καθώς η διοικητική πράξη που είχε ακυρωθεί με την προσφυγή επέφερε, για όσο χρόνο ίσχυσε, μεγάλη βλάβη στους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση και σοβαρή ζημιά και οι αποζημιώσεις που αξιώνουν οι Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση αφορούν τις ακυρωτικές αποφάσεις στον χρόνο που ίσχυαν. Είναι συνοπτικά η θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση γιατί με αυτή γίνεται προσπάθεια προσθήκης νέας βάσης αγωγής, έχει καταχωρηθεί πολύ αργά στη διαδικασία, τα γεγονότα που επιχειρούνται να δικογραφηθούν ήταν γνωστά στον Εναγόμενο Αιτητή χρόνια πριν την αίτησή του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν την τροποποίηση της Υπεράσπισης σε αυτό το στάδιο και η συμπεριφορά του Εναγόμενου Αιτητή είναι τέτοια ώστε να τον εμποδίζει να αιτηθεί από το Δικαστήριο την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προς όφελός του και επίσης αναφέρει ότι ο Εναγόμενος Αιτητής δεν δίνει καμία απολύτως δικαιολογία για την εξαιρετικά μεγάλη καθυστέρηση που παρουσιάζεται. Στα πλαίσια της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 1/03/21 καταχωρήθηκε εκ πλευράς των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση αίτηση ημερομηνίας 7/05/21, με την οποία ζητούσαν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παρουσία της XXXXX Μενοίκου στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί σε ό, τι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής της που συνοδεύει την αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 1/03/
  2. Η εν λόγω αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με τους συνηγόρους και των δύο πλευρών να καταχωρούν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της θέση. Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 14 Ιουνίου 2021 απέρριψε την αίτηση για αντεξέταση της κας Μενοίκου. Σε ό,τι αφορά την υπό κρίση αίτηση και πάλι οι συνήγοροι προχώρησαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων. Η θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας είναι εντελώς διαφορετική, θεωρεί ότι δεν προκύπτει καμία απολύτως αδικία στην πλευρά των Εναγόντων αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα αφού ακόμα βρισκόμαστε σε στάδιο που δεν έχει καν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και μπορούν οι Ενάγοντες να τύχουν θεραπείας και αποζημίωσης με την ανάλογη διαταγή για έξοδα. Θεωρεί επίσης ότι δεν αλλάζει ούτε η βάση της υπεράσπισης, αλλά ούτε και οι Ενάγοντες καταλαμβάνονται εξ απήνης διότι αφενός γνώριζαν και οι ίδιοι για το γεγονός της επανεξέτασης και του αποτελέσματός της αφού τους είχε γνωστοποιηθεί και επίσης στην υπεράσπιση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως έχει σήμερα, υπάρχει ούτως ή άλλως προδικαστική ένσταση ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτή. Άρα με το να προστεθεί και/ή τροποποιηθεί η υπεράσπιση του Εναγόμενου ως ζητεί με την υπό κρίση αίτησή του δεν αλλάζει ριζικά η υπεράσπιση, ούτε και βρίσκονται οποιασδήποτε εκπλήξεως οι Ενάγοντες αφού γνωρίζουν πολύ καλά για την απόφαση επανεξέτασης του Δήμου Παραλιμνίου η οποία επιβεβαίωσε την προηγούμενη απόφασή του η οποία κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες και αποφάσισαν να μην την προσβάλουν, άρα εφόσον πρόκειται περί διοικητικής πράξης η οποία δεν έχει προσβληθεί ενώπιον του αρμόδιου προς εξέτασή της Δικαστηρίου, δηλαδή του Διοικητικού Δικαστηρίου, το παρόν Δικαστήριο κωλύεται από του να προχωρήσει και να την εξετάσει. Νομολογία Η παρούσα αίτηση διέπεται από τη Δ.25 θ.θ.1-5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, όπως αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίηση της Δ.25 ημερ. 13/5/
  3. Η νομολογία για το θέμα τούτο είναι πολύ καλά γνωστή στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμα και αν μία τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Σε υποθέσεις αυτής της φύσης, ο παράγοντας χρόνος έχει επίσης τη δική του σημασία. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.ά. v. A.G. Levendis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 έχουν λεχθεί τα εξής, αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης». Οι αρχές της νομολογίας που διέπουν την τροποποίηση δικόγραφων έχουν συνοψιστεί από τον Δικαστή Πική ως ήταν τότε στην αγωγή Ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.33 στις σελίδες 36 και 37 της απόφασης του. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ.24. "Tο συμφέρον της Δικαιοσύνης είναι ο παράγοντας, ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία, τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από τη συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της Δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διάφορων μεταξύ τους, καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης." Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ.1005. Παρά το ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η σύγχρονη τάση όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα, σχετική είναι η υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω), εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Παραπέμπω στις υποθέσεις Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704 και Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Όσον αφορά το θέμα της κακοπιστίας, σύμφωνα με τη νομολογία για να αποδειχτεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία, από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Σχετική είναι η υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ.745. Σε μία σύνοψη της νομολογίας που έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικά πιο πρόσφατα στην Πολιτική Έφεση 58/2012 Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation ημερομηνίας 04/03/2013, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικόγραφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επιβεβαιώθηκε επίσης στην εν λόγω υπόθεση, ότι αίτηση για τροποποίηση δικόγραφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις, οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης. Το συμφέρον της Δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως να προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, καταδεικνύει ότι η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων και αναφέρω ενδεικτικά τις υποθέσεις Περικτιόνη Χρήστου v. Ανδρέα Αζά
(1992), 1 Α.Α.Δ.704, Δόμνα Χριστοδούλου v. Αθηναΐδος Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 Α.Α.Δ.934. Επίσης αν η τροποποίηση οφείλεται σε καλόπιστο λάθος, αυτό έχει τη δική του σημασία και παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Saba and Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ.1005 και στις πιο πρόσφατες υποθέσεις Πολιτικές Εφέσεις Ε306/16 και Ε307/16 Κεντρική Τράπεζα Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, ημερομηνίας 6/7/2018. Όπως επίσης έχει καθοριστεί από τη νομολογία, δεν επιτρέπεται η εισαγωγή νέων βάσεων αγωγής με τις τροποποιήσεις, ο λόγος που αυτές δεν επιτρέπονται είναι για να μπορούν να προσδιορίζονται οι διαφορές των μερών και να αποφεύγονται αχρείαστα πολλαπλές νομικές διαδικασίες. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Saba (ανωτέρω), Χρήστου v. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704 και οι πιο πρόσφατες Πολιτικές Εφέσεις αριθμός 132/12 και 138/13 IKOS GIF LTD v. Martin Coward κ.ά., ημερ. 20/3/2014. Η σημασία του να είναι καλόπιστο το αίτημα έχει υπογραμμιστεί επίσης στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Ν. Σιακόλα
(1998)1(Ε) Α.Α.Δ.44 και στην υπόθεση Κώστα Παφίτη & Υιοί Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ.745 η οποία περιέχει μια χρήσιμη σύνοψη των αρχών που διέπουν το ζήτημα τροποποίησης στο ακόλουθο απόσπασμα: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (ανωτέρω) στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch.D.361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη."» Σύμφωνα με τη Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας έχει τη δυνατότητα να αποδείξει δια εξ ιδίας γνώσεως, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις μία ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις πεποίθησης και πληροφόρησης μαζί με τις πήγες και τις βάσεις αυτών. Σχετική είναι η υπόθεση Pell Frischmann Consultants Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ.33. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η καθυστέρηση είναι ο κύριος λόγος που προβάλλει η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση της. Σύμφωνα με τη νομολογία, καθυστέρηση στην καταχώρηση αυτού του είδους των αιτήσεων από μόνη της δεν συνιστά κατά ανάγκη αίτια για απόρριψη αίτησης καταχώρησης. Ούτε το γεγονός της καθυστέρησης εξισούται κατά ανάγκη με κακοπιστία. Αναφέρω εδώ ότι η Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση στην ένσταση της δεν ισχυρίζεται κακοπιστία από πλευράς Εναγομένων Αιτητών. Επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Astor Manufacturing (ανωτέρω), Παπαχρυσοστόμου v. Γρηγοριάδης
(2012), 1 Α.Α.Δ.187 και Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου v.Χαρίδη
(2011)1(Β) Α.Α.Δ 825. Μέσα από τη νομολογία εξάγεται επίσης με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι τα Δικαστήρια στην Κύπρο έχουν υιοθετήσει μία φιλελεύθερη προσέγγιση σε ό,τι αφορά αιτήματα για τροποποίηση δικόγραφων, ειδικά στις περιπτώσεις όπου τα αιτήματα υποβάλλονται πριν την έναρξη της ακρόασης, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η άδεια του Δικαστηρίου δίδεται αυτόματα. Εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να ικανοποιούνται, ειδικά στις περιπτώσεις όπου επιζητείται τροποποίηση κατόπιν μεγάλης καθυστέρησης και με αυτήν η μεταβολή της βάσης της Έκθεσης Απαίτησης, Υπεράσπισης και/ή της Ανταπαίτησης ανάλογα. Σε αυτές ειδικά τις περιπτώσεις σύμφωνα με τη νομολογία ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο: 1) ότι υπάρχει κάποια εύλογη εξήγηση για την παράλειψη συμπερίληψης των σχετικών ισχυρισμών στα δικόγραφα που καταχωρήθηκαν, 2) ότι υπάρχει κάποια εύλογη δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, και 3) ότι η παροχή της επιζητούμενης άδειας δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τη θέση ή τα δικαιώματα του αντίδικου. Σε ό,τι αφορά το θέμα της κατάχρησης είναι γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν είναι η πρώτη αίτηση που καταχωρείται από πλευράς Εναγομένων Καθ' ων η Αίτηση με σκοπό να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους. Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννέρο Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ.217 έχει θεσμοθετήσει την αρχή ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα Αγγλικά να ελέγχουν τις διαδικασίες ενώπιον τους προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Στην παρούσα υπόθεση όπως φαίνεται από το ιστορικό της έχουν καταχωρηθεί και σε προγενέστερες ημερομηνίες αιτήσεις για τροποποίηση της υπεράσπισης. Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι δεν δείχνει ούτε πρόθεση καταφρόνησης των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Εξετάζοντας τις θέσεις των δύο πλευρών υπό το φως της νομολογίας που έχω αναφέρει πιο πάνω, παρατηρώ και αναφέρω τα ακόλουθα έχοντας υπ' όψιν μου και την ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/6/20 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα των Εναγόντων για αντεξέταση της κυρίας XXXXX Μένικου επί της ένστασής της στην παρούσα υπό κρίση αίτηση.
  1. Το γεγονός ότι η υπόθεση αυτή είναι του 2008 και ακόμα δεν έχει ξεκινήσει η εκδίκασή της είναι από μόνο του ένα γεγονός άκρως ανησυχητικό που δεικνύει ότι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Το ότι έχουν μεσολαβήσει δύο αιτήσεις τροποποίησης προηγουμένως, οι οποίες έχουν εγκριθεί από Δικαστήρια με άλλη σύνθεση μετά από ακρόαση, δεν μπορεί από μόνο του να θεωρηθεί ως κατάχρηση διαδικασίας το γεγονός ότι έχει υποβληθεί τρίτη αίτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αυτή η υπό κρίση.
  2. Είναι γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και επίσης είναι γεγονός ότι στην Υπεράσπιση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως ισχύει σήμερα, δηλαδή η Υπεράσπισή του ημερομηνίας 18/3/14, υπάρχουν προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες αφορούν την απόφαση της Διοίκησης και συγκεκριμένα του Δήμου Παραλιμνίου. Επίσης υπάρχει η προδικαστική ένσταση ότι η απόφαση έχει ληφθεί από αρμόδια Τοπική Αρχή, τον Δήμο Παραλιμνίου και συνεπώς ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας δεν είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του διοικητικού αυτού οργάνου, άρα οι Ενάγοντες έχουν κατά νου ότι στα πλαίσια της ακρόασης της παρούσας αίτησης θα αντιμετωπίσουν το θέμα του κατά πόσο η απόφαση του Δήμου Παραλιμνίου αφορά ή όχι τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και κατά πόσο αυτός είναι ή όχι υπεύθυνος για την απόφαση αυτή, όπως επίσης και θέματα ότι η αγωγή είναι πρόωρη επειδή δεν είχαν αποταθεί οι Ενάγοντες στη Διοίκηση για αποζημίωσή τους πριν την καταχώρηση της αγωγής και επειδή ακόμα το θέμα εκκρεμεί ενώπιον της Διοίκησης και δεν έχει επανεξεταστεί. Με την υπό κρίση αίτηση ο Γενικός Εισαγγελέας Αιτητής επιθυμεί να εισάξει επιπλέον προδικαστική ένσταση ότι η Διοίκηση έχει επανεξετάσει την απόφασή της μετά την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου και εξέδωσε νέα απόφαση ημερομηνίας 12/10/12 η οποία κοινοποιήθηκε στους Ενάγοντες Καθ' ων η Αίτηση στις 4/12/12 και κατέστη τελεσίδικη αφού δεν ασκήθηκε προσφυγή εναντίον της και/ή δεν προσεβλήθη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Δηλαδή, επιδιώκεται η προσθήκη νέας προδικαστικής ένστασης που έχει όμως την ίδια βάση με τις προηγούμενες, ότι δηλαδή η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει, για διαφορετικό όμως λόγο, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Άρα η θέση ότι οι Ενάγοντες δεν καταλαμβάνονται εξ απήνης γιατί γνωρίζουν ήδη τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα όσον αφορά την προώθηση της παρούσας αγωγής ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι ορθή.
  3. Το επόμενο θέμα που πρέπει να εξεταστεί είναι το θέμα της μεσολάβησης του χρόνου 8 ετών και 3 μηνών από την τελευταία τροποποίηση και την απόφαση επανεξέτασης η οποία λήφθηκε στις 12/10/12 και κοινοποιήθηκε ως η θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στους Ενάγοντες στις 4/12/12, δηλαδή εδώ και 11 χρόνια. Είναι γεγονός ότι το χρονικό διάστημα αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλο, πλην όμως θεωρώ ότι στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης θα δοθεί η αναγκαία μαρτυρία για το θέμα αυτό και η πλευρά των Εναγόντων Καθ' ων η Αίτηση θα έχει την ευκαιρία να θέσει τους ισχυρισμούς της στη βάση της οποίας το Δικαστήριο θα μπορέσει να κρίνει κατά πόσο υπήρξε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αυτής της προδικαστικής ένστασης και τη βαρύτητα που έχει αυτή η τυχόν καθυστέρηση στην υπόθεση των Εναγόντων και θεωρώ ότι δεν είναι ορθό να μην επιτραπεί στον Εναγόμενο Γενικό Εισαγγελέα να εγείρει το θέμα με την Υπεράσπισή του.
  4. Είναι επίσης γεγονός ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, επαναλαμβάνω γεγονός το οποίο είναι άκρως ανησυχητικό λαμβάνοντας υπ' όψιν την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και περαιτέρω η θέση ότι μπορούν οι Ενάγοντες να αποζημιωθούν με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι ορθή.
  5. Προ της πρόσφατης τροποποίησης της Δ.25 υπήρχε μια πιο φιλελεύθερη τάση της νομολογίας αναφορικά με την τροποποίηση των δικογράφων. Γνώμονας είναι να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία ούτως ώστε να του επιτρέψουν την ώρα που θα εκδικάσει την υπόθεση να έχει ενώπιόν του όλα τα γεγονότα και τη μαρτυρία που θα του επιτρέψουν να δικάσει την υπόθεση δίκαια και με βάση όλα τα απαραίτητα στοιχεία, γεγονότα, ισχυρισμούς και έγγραφα. Το ερώτημα λοιπόν είναι εάν το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και να επιτρέψει την τροποποίηση ή κατά πόσο για τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει και που αποτελούν την ένσταση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση που έχουν κυρίως να κάνουν με την καθυστέρηση στη διαδικασία και την κάποια εκτροπή της παρούσας διαδικασίας από αυτή που έχει ήδη τροχιοδρομηθεί δικαιολογούν την απόρριψή της. Ζυγίζοντας όλα τα ενώπιόν μου δεδομένα και με γνώμονα πάντοτε το δικαίωμα των διαδίκων για δίκαιη δίκη και το δικαίωμά τους για παράθεση όλων των ισχυρισμών και των θέσεών τους ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπ' όψιν μου ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμα ξεκινήσει και οι Ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα μέσα από την ακροαματική διαδικασία να αντεξετάσουν όλους τους μάρτυρες των Εναγομένων αναφορικά με τα θέματα αυτά, κάτι που θα επιτρέψει στο Δικαστήριο να έχει πλήρη και σφαιρική γνώση για όλα τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, θεωρώ ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος γι' αυτό και εκδίδεται το αιτούμενο διάταγμα ως η παράγραφος 1 (A) και (Β) της αίτησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί με δικές μου οδηγίες εντός 15 ημερών από σήμερα, ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση 22 Σεπτεμβρίου 2021 και ώρα 10:30 π.μ. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, τόσο τα έξοδα της αίτησης, όσο και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.