Αναφορικά με το Πολυδύναμο Κέντρο Εξυπηρέτησης Ηλικιωμένων «Άγιος Αντώνιος Περιστερώνας», Γενική Αίτηση: 452/2020, 19/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A390 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 452/2020 Αναφορικά με το Πολυδύναμο Κέντρο Εξυπηρέτησης Ηλικιωμένων «Άγιος Αντώνιος Περιστερώνας» Αιτητών και Αναφορικά με τον περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για Άλλα Συναφή Θέματα Νόμο του 2017, Ν.104(Ι)/17όπως τροποποιήθηκε Αίτηση ημ. 15.12.20 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2021 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Σ. Βασιλειάδης για Ανδρέας Ι. Καρύδης & Σια ΔΕΠΕ Για τον Γενικό Εισαγγελέα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Φ. Σωτηρίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές ζητούν (
- i)διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στον Έφορο, ήτοι τον Έπαρχο Λευκωσίας, να τους διαγράψει αυτοδικαίως και ή άλλως πως από το Μητρώο και (
- ii)διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία διάλυσης και ή εκκαθάρισης τους, μέχρι την αποπεράτωση και ή εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Σημειώνεται πως η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΙΚ (εφεξής «ο ΑΚ»), δικηγόρου και διευθυντή στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Αιτητές. Σε αυτή ο ΑΚ περιγράφει το ιστορικό των γεγονότων και ειδικότερα ότι ενώ οι Αιτητές (εφεξής «το Ίδρυμα») όφειλαν να υποβάλουν τροποποιημένη ιδρυτική πράξη μέχρι τις 31.12.19 και ακολούθως ένσταση στη διάλυση τους μέχρι τις 27.10.20, παρέλειψαν να το πράξουν και ο ΑΚ επεξηγεί τους λόγους γι΄ αυτό. Σύμφωνα με τον ΑΚ, όταν η αβλεψία έγινε αντιληπτή από τους δικηγόρους του Ιδρύματος στις 17.11.20, επικοινώνησαν με τις αρμόδιες λειτουργούς του Εφόρου ζητώντας να τους επιτραπεί η κατάθεση της τροποποιημένης ιδρυτικής πράξης λίγες μέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας, κάτι το οποίο οι λειτουργοί εξέφρασαν αδυναμία να πράξουν. Ο ΑΚ συνεχίζει ότι μετά τη λήξη της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας, ήτοι τις 27.10.20, το Ίδρυμα περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύτηκε από τον Έφορο και συνεπώς αναμένεται η διαγραφή του από το Μητρώο εντός ημερών. Ο ΑΚ αναφέρεται στις καταστροφικές συνέπειες που τυχόν άρνηση της καταχώρισης της τροποποιημένης ιδρυτικής πράξης θα επιφέρει στο Ίδρυμα εξ ου και ζητά τα αιτούμενα διατάγματα. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως εξής: 1. Το Ίδρυμα στερείται αγώγιμου δικαιώματος και ή η κυρίως Αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε βάση αγωγής. 2. Ο Ν.104(Ι)/17δεν παρέχει δικαίωμα και ή εξουσία προς το Δικαστήριο παράτασης της προβλεπόμενης στο άρθρο 55
(3)προθεσμίας. 3. Η αιτούμενη θεραπεία υπ΄ αρ. (i) έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθότι το Ίδρυμα έχει ήδη διαγραφεί από το Μητρώο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 56
(3)του Νόμου. 4. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος υπ΄ αρ. (
- i)συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση του Δικαστηρίου στην άσκηση της αρμοδιότητας που έχει ανατεθεί εκ του Νόμου σε διοικητικό όργανο και η διαγραφή του Ιδρύματος αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη. 5. Η αιτούμενη υπ΄ αρ. (
- ii)θεραπεία υποβάλλεται πρόωρα καθότι δεν έχει εγερθεί διαδικασία διάλυσης και ή εκκαθάρισης του Ιδρύματος. 6. Το Ίδρυμα δεν προέβη στις αναγκαίες τροποποιήσεις και προσαρμογές στο καταστατικό ώστε να θεωρείται ότι εγκρίθηκε με βάση τον Νόμο και ή η λειτουργία του αντιβαίνει τις πρόνοιες αυτού και ή δεν ελήφθη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή του Δικαστηρίου επί τούτου. 7. Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΓ (εφεξής «ο ΑΓ»), διοικητικός λειτουργός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας. Σε αυτή ο ΑΓ βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, η κα ΑΠ (εφεξής «η ΑΠ»), ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί το Ίδρυμα, εκ μέρους του Ιδρύματος, καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία βασικά αναφέρει ότι η τροποποιημένη ιδρυτική πράξη ήταν καθόλα ορθή και έτοιμη για καταχώριση λίγες μέρες μετά την παρέλευση της προθεσμίας η οποία (καταχώριση) δεν επιτράπηκε από τις λειτουργούς του Εφόρου. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες κατέθεσαν οι δύο πλευρές στο Δικαστήριο. Αποτελεί λόγο ένστασης και συναφή ισχυρισμό του ΑΓ πως τυχόν έγκριση του υπ΄ αρ. (
- i)διατάγματος έχει καταστεί άνευ αντικειμένου καθότι το Ίδρυμα έχει πλέον διαγραφεί από το Μητρώο. Με την κυρίως Αίτηση το Ίδρυμα ζητά την έκδοση διατάγματος παράτασης του χρόνου καταχώρισης της τροποποιημένης ιδρυτικής πράξης για περίοδο 60 ημερών από τις 27.10.20, ήτοι μέχρι τις 30.12.20 και διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η καταχώριση της τροποποιημένης ιδρυτικής πράξης ημ. 18.10.20 στον Έφορο Σωματείων και Ιδρυμάτων. Όπως ορθώς αναφέρει ο ΑΓ, ο περί Σωματείων και Ιδρυμάτων και για Άλλα Συναφή Θέματα Ν.104(Ι)/17, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 14.7.17, κατάργησε τους περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμους του 1972 και 1997 (Ν.57/72). Σύμφωνα με τον Ν.104(Ι)/17, τα ιδρύματα τα οποία είχαν ιδρυθεί με βάση τις διατάξεις των καταργηθέντων Νόμων θεωρούνται ότι εγκρίθηκαν με βάση τις διατάξεις του νέου Νόμου, νοουμένου ότι θα προέβαιναν στις αναγκαίες προσαρμογές και τροποποιήσεις των καταστατικών τους για να συνάδουν με τις εν ισχύι πρόνοιες του. Με τους τροποποιητικούς του Ν.104(Ι)/17 Νόμους 76(Ι)/18, 84(Ι)/19 και 118(Ι)/20, δόθηκαν συνεχείς παρατάσεις για την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας από τα ιδρύματα που είχαν εγγραφεί με βάση το προηγούμενο νομικό καθεστώς, πέραν των δύο ετών ούτως ώστε να προέβαιναν στις αναγκαίες τροποποιήσεις. Με βάση το άρθρο 55
(3)του Ν.104(Ι)/17, η προθεσμία για σκοπούς συμμόρφωσης επεκτάθηκε μέχρι τις 31.12.19 και, σύμφωνα με τον ΑΓ, το Ίδρυμα παρέλειψε να συμμορφωθεί με αυτή. Για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας, οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του ΑΓ ουδόλως αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά, αντιθέτως και ο ΑΚ αναφέρεται στις προθεσμίες που τέθηκαν από τον Ν.104(Ι)/17 και τις τροποποιήσεις αυτού και επομένως αυτές αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί του ΑΓ βρίσκουν έρεισμα στις πρόνοιες του ίδιου του Ν.104(Ι)/17 και των τροποποιητικών αυτού. Ανεξαρτήτως του προβαλλόμενου λόγου για την παράλειψη καταχώρισης της τροποποιημένης ιδρυτικής πράξης του Ιδρύματος εντός της προβλεπόμενης στον Νόμο προθεσμίας και του χρόνου που παρήλθε από τη λήξη της προθεσμίας μέχρι και την καταχώριση της κυρίως Αίτησης, αποτελεί κοινό έδαφος ότι το Ίδρυμα παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη σχετική νομοθετική πρόνοια και να προβεί σε έγκαιρη καταχώριση της τροποποιημένης ιδρυτικής πράξης. Εξ ου και, σύμφωνα με τον αναντίλεκτο και πάλι ισχυρισμό του ΑΓ, λόγω της μη συμμόρφωσης με τον Ν.104(Ι)/17, κατ΄ εφαρμογή των άρθρων 55 και 56 του εν λόγω Νόμου, το Ίδρυμα περιλήφθηκε στη Γνωστοποίηση ημ. 27.8.20 η οποία δημοσιεύτηκε σε τέσσερις καθημερινής κυκλοφορίας εφημερίδες και στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εσωτερικών, με την οποία γνωστοποιείτο η πρόθεση για έναρξη της διαδικασίας διάλυσης του, παρέχοντας συγχρόνως τη δυνατότητα υποβολής στον Έφορο αιτήματος ακύρωσης της συμπερίληψης του στη Γνωστοποίηση εντός δύο μηνών. Επισυνάπτει τη σχετική Γνωστοποίηση ως Τεκμήριο 1. Όπως αναφέρει ο ΑΓ, λόγω της παρέλευσης της προθεσμίας των δύο μηνών και της παράλειψης του Ιδρύματος να υποβάλει αίτημα ακύρωσης, συμπεριλήφθη στη Γνωστοποίηση ημ. 14.12.20, Τεκμήριο 2, (δεύτερη τελική Γνωστοποίηση) με την οποία ο Έφορος διέγραψε αυτοδικαίως από το Μητρώο το Ίδρυμα δυνάμει του άρθρου 56
(3)του Νόμου. Πέραν του ότι αυτοί οι ισχυρισμοί του ΑΓ δεν αντικρούστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο, και ο ΑΚ παραδέχεται τη Γνωστοποίηση και τη δίμηνη προθεσμία για την υποβολή ένστασης στη διάλυση, χωρίς να υπάρξει συμμόρφωση από πλευράς του Ιδρύματος. Με βάση τους ως άνω ισχυρισμούς και των δύο πλευρών, φαίνεται να τηρήθηκε η προβλεπόμενη στα άρθρα 55 και 56 διαδικασία και η οποία, λόγω της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του Νόμου, οδήγησε τελικώς στη διαγραφή του Ιδρύματος από το Μητρώο. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το πρώτο αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης έχει σαφώς καταστεί άνευ αντικειμένου. Και τούτο καθότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου υπ΄ αρ. (i) διατάγματος δεν δύναται να τύχει εκτέλεσης, εφαρμογής και συμμόρφωσης από πλευράς Εφόρου και συνακόλουθα το Ίδρυμα δεν έχει τη δυνατότητα λήψης μέτρων εναντίον του Εφόρου για ενδεχόμενη παρακοή από τη στιγμή που το ζητούμενο, ήτοι η διαγραφή, έχει επέλθει πριν την καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Ουσιαστικά, τέτοιο διάταγμα θα ήταν σαφώς άνευ αντικειμένου και δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό. Είναι καλώς γνωστή η νομική αρχή πως τα Δικαστήρια δεν ενεργούν επί ματαίω, ούτε επιλύουν ακαδημαϊκά ζητήματα, ούτε και προχωρούν σε επίλυση διαφορών οι οποίες έχουν εκλείψει, είτε λόγω μεταβολής των συνθηκών, εφόσον η επίλυση τους δεν θα καταλήξει σε οποιοδήποτε πρακτικό αποτέλεσμα. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Αναφορικά με την Luchan Marina Tudor
(2011)1(B) A.A.Δ. 1176 και Westcare Investments Inc v. Beogradska Banka DD, Πολ. Έφ. 294/14, ημ. 19.7.19. Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε και σε υποθέσεις που αφορούσαν προσωρινά διατάγματα. Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις X.M.S. Canteen Ltd κ.ά. v. Cyprus Airports (F&B) Ltd, Πολ. Έφ. 192/14, ημ. 2.10.15, Marketrends (Capital Market) Ltd v. Θεοδωρίδη
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1248, Μαυρονικόλα ν. Φοινιώτη κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1659, οι οποίες αφορούσαν ακύρωση προσωρινού διατάγματος και στην υπόθεση Eurocypria Airlines v. Δημοκρατίας
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Καρασιάλη κ.ά. v. Ιωάννου, Πολ. Έφ. 183/13 και 183Α/13, ημ. 23.10.15. Αναφορικά με το δεύτερο αιτούμενο διάταγμα, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί εξαρχής πως οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd
(2014)1(Α) Α.Α.Δ. 731, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Όπως διαφαίνεται από το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, με αυτή επιζητείται η παράταση του χρόνου καταχώρισης της τροποποιημένης ιδρυτικής πράξης και η άδεια καταχώρισης αυτής. Το πρώτο αιτητικό της κυρίως Αίτησης αφορά στην παράταση της προθεσμίας καταχώρισης μέχρι και τις 30.12.20, η οποία ημερομηνία σαφώς και έχει λήξει πριν την εκδίκαση τόσο της υπό κρίση Αίτησης όσο και της κυρίως Αίτησης, καθιστώντας αυτό και πάλι άνευ αντικειμένου και συμπαρασύροντας και το δεύτερο αιτητικό. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, ακόμα και σε περίπτωση που θα μπορούσε να εξεταστεί η Αίτηση, τότε αποτελεί λόγο ένστασης πως δεν χωρεί παράταση προθεσμίας προβλεπόμενης στον Ν.104(Ι)/17 ούτε και παρέχεται τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο για παράταση προθεσμίας προβλεπόμενης σε νόμο. Χρήσιμη επί τούτου καθοδήγηση προσφέρουν οι υποθέσεις Λυρατζής v. Χαραλάμπους κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 193 και Αναφορικά με Αίτηση του Γενικού Eισαγγελέα (Αρ. 2)
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Και στις δύο αυτές υποθέσεις τονίστηκε πως η Δ.57 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που καθορίζονται από τους ίδιους τους Θεσμούς. Στην τελευταία το Εφετείο ανέφερε σαφώς πως η Δ.57 θ.2 δεν τυγχάνει εφαρμογής, επειδή υπήρχε ειδική πρόνοια για παράταση χρόνου στους ειδικούς Κανονισμούς Περί του Ειδικού διά τον Καθορισμό Αποζημιώσεων Δικαστηρίου. Το Εφετείο προχώρησε ακόμα ένα βήμα πιο κάτω λέγοντας πως ακόμη και στην περίπτωση της Δ.57 θ.2 «αυτή η παράταση αφορά και πάλι τον χρόνο που προσδιορίζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν έχει να κάμει τίποτε με οποιοδήποτε χρόνο που προσδιορίζεται ή καθορίζεται από το Νόμο.» Ακολούθως το Εφετείο προχώρησε και εξέτασε κατά πόσο μπορεί να θεραπεύσει το εκπρόθεσμο καταχώρισης όπου η προθεσμία καθορίζεται ρητώς από τον Νόμο. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό: «Το υπό κρίση Διάταγμα του Δικαστηρίου είχε σκοπό να θεραπεύσει το εκπρόθεσμο της καταχώρησης της Παραπομπής, που έγινε στις 3.9.
- Το διάταγμα εκδόθηκε μεταγενέστερα, στις 8.7.89 και δόθηκε παράταση 25 ημερών για να καλύπτεται η καταχώρηση της Παραπομπής. Το τελευταίο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο οι πρόνοιες του Νόμου 25/83, που περιορίζουν το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει ο ιδιοκτήτης απαλλοτριωθείσας περιουσίας να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον καθορισμό του ποσού της αποζημίωσης, είναι επιτακτικές ή απλώς ενδεικτικές ή καθοδηγητικές (directory). Αυτή η διάκριση προθεσμιών ή χρονικών περιορισμών που αναφέρονται σε νομοθετικές διατάξεις έχει νομολογηθεί. Στην υπόθεση Howard v. Bodington [1987] 2 PD 203 ο Λόρδος Δικαστής Penzance ασχολήθηκε με την διάκριση αυτή και στη σελ. 210 αναφέρει: "Now the distinction between matters that are directory and matters that are imperative is well known to us all in the common language of the courts at Westminster ... ... A thing has been ordered by the legislature to be done. What is the consequence if it is not done? In the case of statutes that are said to be imperative, the Court have decided that if it is not done the whole thing fails, and the proceedings that follow upon it are all void. On the other hand, when the Courts hold a provision to be mandatory or directory, they say that, although such provision may not have been complied with, the subsequent proceedings do not fail." Στη σελ. 211 ο Λόρδος Penzance αναφέρθηκε στην υπόθεση Liverpool Borough Bank v. Turner, όπου ο Λόρδος Campbell ανάφερε: "No universal rule can be laid down for the construction of statutes, as to whether mandatory enactments shall be considered directory only or obligatory, with an implied nullification for disobedience. It is the duty of courts of justice to try to get at the real intention of the legislature by carefully attending to the whole scope of the statute to be construed." Και ακολούθως κατάληξε ως εξής: "I believe, as far as any rule is concerned, you cannot safely go further than that in each case you must look to the subject-matter; consider the importance of the provision that has been disregarded, and the relation of that provision to the general object intended to be secured by the Act; and upon a review of the case in that aspect decide whether the matter is what is called imperative or only directory." Τα αναφερθέντα από το Λόρδο Δικαστή Penzance στην υπόθεση Howard (ανωτέρω) σελ. 210, 211, ακολουθήθηκαν στις υποθέσεις Chapman v. Earl [1969] 2 All E.R. 1214, R. v. H.M. Inspector of Taxes [1971] 3 All E.R. 394, R. v. H.M. Inspector of Taxes [1972] 1 All E.R. 545, Haward v. Sec. of State [1972] 3 All E.R. 310, Re T (a minor) [1986] 1 All E.R. 817, Howard v. Secretary of State [1974] 1 All E.R.
- Με βάση την πιο πάνω νομολογία, που υιοθετώ, εξέτασα με προσοχή τόσο τον Νόμο 15/62 όσο και τον Νόμο 25/83 και ιδιαίτερα τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 8 που εισάγουν την προθεσμία των 75 ημερών. Έχω τη γνώμη πως οι τροποποιήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 8 του Νόμου 25/83 σκοπό έχουν να ρυθμίσουν κατά ένα πιο συγκεκριμένο και σαφή τρόπο, προσδιορίζοντας και χρονικά πλαίσια, τα ζητήματα και τη διαδικασία που αφορούν τις διαπραγματεύσεις για κατάληξη σε συμφωνία, το ύψος των αποζημιώσεων, την καταβολή της υπολογισθείσας από την Απαλλοτριούσα Αρχή αποζημιώσεως, την αποδοχή της από μέρους του ιδιοκτήτη και τη μεταβίβαση της απαλλοτριωθείσης περιουσίας του επ' ονόματι της Απαλλοτριούσας Αρχής, ή την αποδοχή της υπό την επιφύλαξη του καθορισμού του ποσού της αποζημιώσεως από το Δικαστήριο. Σε τέτοια περίπτωση τέθηκε η προθεσμία των 75 ημερών. Η πρόθεση του νομοθέτη στην προκειμένη περίπτωση είναι επιτακτική και όχι ενδεικτική ή καθοδηγητική. Η προθεσμία αυτή δεν αναστέλλει την παραγραφή της αξιώσεως λόγω μη δικαστικής άσκησης της αξιώσεως εντός του υπό του Νόμου προβλεπομένου χρόνου, αλλά αφορά αποσβεστική προθεσμία του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να αποζημιωθεί με ψηλότερο ποσό από το ποσό που εισπράχθηκε από την Απαλλοτριούσα Αρχή γιατί σε περίπτωση παράλειψης του να προσφύγει στο Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 75 ημερών το αργότερο, θεωρείται ότι επήλθε συμφωνία μεταξύ του ιδιοκτήτη και της Απαλλοτριούσας Αρχής ως προς το ποσό της αποζημιώσεως που καταβλήθηκε και τοιουτοτρόπως δημιουργείται μεταξύ της Απαλλοτριούσας Αρχής και του ιδιοκτήτη έννομα αποτελέσματα του ιδιοκτήτη στερουμένου οιουδήποτε δικαιώματος αξιώσεως μεγαλυτέρου ποσού αποζημιώσεως από το ποσό που ήδη του καταβλήθηκε. Με άλλα λόγια, με την παρέλευση της προθεσμίας επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του ιδιοκτήτη να αξιώσει μεγαλύτερες ή ψηλότερες αποζημιώσεις. Επομένως η προθεσμία αυτή είναι επιτακτική, ουσιαστική και καθοριστική των δικαιωμάτων των δυο μερών και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία από το Νόμο να παρατείνει την προθεσμία αυτή.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, διαφαίνεται πως ο καταργητικός Ν.104(Ι)/17, στο άρθρο 55
(3), έθεσε ως προθεσμία για σκοπούς συμμόρφωσης με τις απαιτούμενες τροποποιήσεις στο καταστατικό το ένα έτος από την έναρξη ισχύος του Νόμου, ήτοι τις 14.7.17. Ακολούθησαν δύο τροποποιητικοί Νόμοι, ο Ν.76(Ι)/18 (ο οποίος τροποποίησε και παράτεινε την προθεσμία μέχρι τις 30.6.19) και ο Ν.84(Ι)/19 (ο οποίος τροποποίησε εκ νέου και παράτεινε την προθεσμία μέχρι τις 31.12.19). Διαφαίνεται πως ο νομοθέτης μέσω του Ν.104(Ι)/17 και ειδικότερα του άρθρου 55
(3), έθεσε μια επιτακτική προθεσμία ρυθμίζοντας έτσι το χρονικό πλαίσιο με σαφή και συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό τείνει να επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι αυτή η προθεσμία παρατάθηκε από τον ίδιο τον Νόμο, μέσω τροποποιήσεων, στη συνέχεια δύο φορές, ακριβώς για να δοθεί ο χρόνος συμμόρφωσης όσων ιδρυμάτων δεν πρόλαβαν να το κάνουν εντός της πρώτης προβλεπόμενης προθεσμίας. Το ότι αυτή η προθεσμία φαίνεται να ήταν επιτακτική, ουσιαστική και καθοριστική των δικαιωμάτων τόσο του ιδρύματος όσο και του Εφόρου διαφαίνεται και από το γεγονός ότι με τη λήξη της προθεσμίας ο Έφορος πλέον είχε δικαίωμα να προχωρήσει με τη Γνωστοποίηση για πρόθεση έναρξης διαδικασίας διάλυσης και, με την πάροδο δύο μηνών από τη δημοσίευση της χωρίς την υποβολή αίτησης για ακύρωση, να προχωρήσει με τη δεύτερη Γνωστοποίηση και τελικώς να προβεί σε διαγραφή αυτοδικαίως του ιδρύματος. Τόσο η παράταση της προθεσμίας για την καταχώριση της τροποποίησης όσο και οι πρόνοιες για τη μετέπειτα διαδικασία και την απόδοση δικαιωμάτων και εξουσιών στον Έφορο με καταλυτικές συνέπειες για το ίδρυμα τείνουν να καταδείξουν ότι αυτές οι προθεσμίες είναι επιτακτικές, εξ ου και παρατάθηκαν με σχετική τροποποίηση δυνάμει του ίδιου του Νόμου και δεν παρέχεται εξουσία παράτασης τους από το Δικαστήριο, ανεξαρτήτως των λόγων που προβάλλονται για την παράλειψη συμμόρφωσης. Αξίζει να σημειωθεί πως οι λόγοι που προβάλλονται από τον ΑΚ για τούτο αφορούν στην αδυναμία μέλους ενός εκ των ιδρυτικών μελών του Ιδρύματος να υπογράψει λόγω νόσησης από κορωνοϊό και ακολούθως τη λανθασμένη αρχειοθέτηση του φακέλου στο δικηγορικό γραφείο στα πλαίσια μετεγκατάστασης με αποτέλεσμα η τήρηση της προθεσμίας να διέλαθε την προσοχή του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση. Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης πως δεν δύναται να επεκτείνει τον χρόνο ασκώντας τη σύμφυτη του εξουσία η οποία και περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης. Οι ακόλουθες υποθέσεις είναι διαφωτιστικές αναφορικά με τη φύση και τον τρόπο άσκησης αυτής από το Δικαστήριο. Στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Τσεσμέλογλου (Αρ. 2)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 158 λέχθηκαν τα εξής: «Περιγραφή της φύσης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και της ενάσκησής της έγινε, μεταξύ άλλων, και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην JSC BTABank v. Paul Kythreotis
(2011)1 Α.Α.Δ. 779, ως ακολούθως: "Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και οι προεκτάσεις της εξετάστηκαν σε σωρεία υποθέσεων. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι πως δεν πρόκειται για ανεξάρτητη πηγή εξουσίας, αλλά εξουσίας η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο. Η ύπαρξη της είναι αναγκαία για τη λειτουργία του Δικαστηρίου σαν Δικαστηρίου δικαίου, η επίκληση της όμως πρέπει να γίνεται με εξαιρετική φειδώ. Ενδεικτικό της επί του προκειμένου θέσης της νομολογίας μας, συνιστά το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ. 235, στο οποίο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία η Ολομέλεια στην απόφαση της στην υπόθεση Ευάγγελος Εμπεδοκλής και άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 (πιο πάνω): "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους Νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122)."" Όπως είχε τονισθεί και στην απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου άλλως Ρόπας ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 226, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου είναι "το απόθεμα εκείνο των εξουσιών (reserve power) του Δικαστηρίου, τις οποίες μπορεί να ασκεί εκεί όπου αν απέφευγε να το πράξει θα οδηγούμεθα σε αδικία. Μπορούν δε να ασκηθούν είτε σε συνδυασμό με την ύπαρξη σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και/ή ανεξάρτητα από τους διαδικαστικούς κανονισμούς." Στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151, η Ολομέλεια, στη σελίδα 155, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: "Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι' αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο «σύμφυτη». Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του «The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: «These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will.» " » Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών v. Παπαγεωργίου κ.ά.
(2000)3 Α.Α.Δ. 151. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1(B) Α.Α.Δ. 736, η εγγενής ή σύμφυτη δικαιοδοσία δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από τον νόμο και τους θεσμούς. Κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως έχει καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή ορατή πιθανότητας επιτυχίας του Ιδρύματος στην κυρίως Αίτηση. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου καθορίζουν και την πορεία της Αίτησης η οποία δεν μπορεί να πετύχει, χωρίς να καθίσταται ανάγκη εξέτασης των υπόλοιπων λόγων ένστασης ή των θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Γενικού Εισαγγελέως - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) .......... ΄Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Ε.Ν. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο