YA II PN LTD ν. EZTD INC, Αρ. Αγωγής: 1913/18, 22/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A393 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1913/18 Μεταξύ: YA II PN LTD Ενάγουσας και EZTD INC Εναγομένης και Αναφορικά με τον περί Παρεμποδίσεων Δολίων Μεταβιβάσεων Νόμο Κεφ.62 και Αναφορικά με την αίτηση της YA II PN LTD Αιτήτριας και
- EZTD INC
- WGM SERVICES LIMITED
- XXXXX ZACARY
- XXXXX ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ
- XXXXX MARCOUCILLI
- XXXXX ΔΡΑΚΟΣ
- XXXXX ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ
- ETILEP LIMITED
- CONNECTEDSKY DIRECTORS LIMITED Καθ' ων η Αίτηση ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2021 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα Αιτήτρια: κα Ντ. Βαρωσιώτου, για Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 2-9 Καθ' ων η Αίτηση: κ. Λεωνίδου, για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. ------------ Ενδιάμεση απόφαση στην αίτηση διά κλήσεως ημερ. 3.6.21 από την Ενάγουσα Αιτήτρια για αντεξέταση του κ. XXXXX Ιωσηφίδη επί της ένορκης δήλωσης του ημερ. 14.4.21 Για να είναι πιο κατανοητή η παρούσα απόφαση θεωρώ ορθό όπως γίνει μία σύντομη αναδρομή στο ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, όπως αυτό φαίνεται μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Στις 16/7/2020 η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. Σύμφωνα με αυτό, η Ενάγουσα είναι επενδυτική εταιρεία με κέντρο δραστηριοτήτων στο New Jersey, ενώ η Εναγόμενη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στο Delaware των ΗΠΑ και διεξάγει εργασίες στο Τελ Αβίβ του Ισραήλ, η οποία ασχολείται κυρίως με προσφορές και ή πωλήσεις μέσω διαδικτυακού λογισμικού και ή διαδικτυακής πλατφόρμας μέσω της θυγατρικής της εταιρείας WGM SERVICES LTD η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο και στην οποία η Εναγόμενη κατέχει μετοχές. Είναι η θέση της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης της ότι στις 21/11/2016 συνολογήθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης συμφωνία επένδυσης Υποσχετικού Γραμματίου («Promissory Note») δυνάμει της οποίας εκδόθηκε Υποσχετικό Γραμμάτιο για 500.000 δολάρια Αμερικής από την Εναγόμενη προς όφελος της Ενάγουσας. Την ίδια μέρα η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη όλο το ποσό των 500.000 δολαρίων και η Εναγόμενη εξέδωσε και παρέδωσε στην Ενάγουσα το Υποσχετικό Γραμμάτιο. Είναι περεταίρω η θέση της Ενάγουσας ότι δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας συμφωνήθηκε όπως η μέρα πληρωμής καθορίζεται ως η πρώτη μέρα εκάστου ημερολογιακού μήνα, αρχής γενομένης την 1/2/2017, κατά την οποία η Εναγόμενη όφειλε και έπρεπε να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των 50.000 δολαρίων έναντι του κεφαλαίου πλέον τόκους. Ο τόκος ο οποίος έπρεπε να καταβληθεί στην Ενάγουσα ήταν 8% ετησίως, αρχής γενομένης την 28/11/2016 μέχρι την 31/1/2018 δηλαδή το συνολικό ποσό των 47,123 δολαρίων. Πάντοτε σύμφωνα με τη θέση της Ενάγουσας, η Εναγόμενη κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ τους παρέλειψε να προβεί σε καταβολή οποιουδήποτε ποσού προς την Ενάγουσα από την 1/2/2017 μέχρι την 1/5/
- Περαιτέρω η Εναγόμενη παρέλειψε να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό των 500,000 δολαρίων πλέον τόκους ύψους 47,123 δολάρια. Η Ενάγουσα προειδοποίησε, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, κατά ή περί τις 27/4/2017 γραπτώς στην Εναγομένη για την παράληψη της και της έδωσε το χρονικό περιθώριο των 5 εργάσιμων ημερών για να συμμορφωθεί με τις συμφωνηθείσες υποχρεώσεις της, αλλά η Εναγομένη παρέλειψε να ανταποκριθεί στην επιστολή της Ενάγουσας και να καταβάλει τα οφειλόμενα προς αυτήν ποσά. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εξαιτίας της συμπεριφοράς της Εναγόμενης υπέστη ζημιά και/ή απώλεια των κεφαλαίων της και/ή απώλεια ρεαλιστικής ευκαιρίας κέρδους και/ή αποστερήθηκε της περιουσίας της και η Εναγόμενη προέβη σε αθέμιτο πλουτισμό εις βάρος της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ζημιές και/ή οι απώλειες που υπέστηκε οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή σε ψευδείς παραστάσεις και/ή στην παράβαση των καθηκόντων καλής πίστης και/ή παράβαση των καθηκόντων καταπιστευματοδόχων και/ή παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης. Είναι περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας, ότι συνεπεία της πιο πάνω παράβασης της συμφωνίας, η Ενάγουσα καταχώρησε αγωγή στο Δικαστήριο της Νοτίου Νέας Υόρκης για ανάκτηση του οφειλόμενου χρέους. Συγκεκριμένα στις 9/5/2017 η Ενάγουσα αρχικά υπόβαλε παράπονο και ακολούθως καταχώρησε αγωγή στο εν λόγω Δικαστήριο στις 8/6/
- Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στην Εναγόμενη στις 27/10/2017 η οποία παρέλειψε να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Στις 10/1/2018 η Ενάγουσα καταχώρησε αίτημα για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης και κατά την 1/3/2018 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των 547.123 δολαρίων πλέον τόκους. Η Εναγόμενη μέχρι σήμερα δεν έχει καταβάλει κανένα από τα οφειλόμενα ποσά στην Ενάγουσα η οποία καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης ανάκτηση του ποσού της απόφασης του Δικαστηρίου της Νοτίου Νέας Υόρκης ημερ. 1/03/2018, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για απάτη, δόλο και ψευδείς παραστάσεις, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για αθέμιτο πλουτισμό και/ή παράβαση συμφωνίας και/ή αμέλεια και/ή παράβαση των εκ των του νόμου απορρεόντων καθηκόντων και/ή παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης, Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη να καταβάλει στην Ενάγουσα το ποσό της απόφασης του Δικαστηρίου της Νοτίου Νέας Υόρκης πλέον τόκους, γενικές αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους, ειδικές αποζημιώσεις, παραδειγματικές αποζημιώσεις και/ή οποιεσδήποτε άλλες αποζημιώσεις, θεραπεία ή Διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο. Προ της καταχώρησης της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα με αίτηση της ημερομηνίας 13/7/2018 είχε εξασφαλίσει Διάταγμα με το οποίο διδόταν άδεια στην Ενάγουσα για τη σφράγιση της ειδοποίησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, ημερομηνίας 16/7/
- Στις 16/7/2018 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση Διατάγματος του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη να προβεί σε μεταβίβαση, πώληση, διάθεση, αποξένωση, επιβάρυνση ή μεταφορά των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη στην WGM SERVICES LTD και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία. Δικαστήριο με άλλη σύνθεση το οποίο επιλήφθηκε της αίτησης στις 17/7/2018 διέταξε την επίδοση της αίτησης στην Εναγόμενη. Στις 24/7/2018 η Ενάγουσα καταχώρησε άλλη μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση Διατάγματος που να επιτρέπει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της αίτησης ημερομηνίας 16/7/2018 στην Εναγόμενη μέσω της εταιρείας DHL ή άλλης εταιρείας αποστολής δεμάτων ή φακέλων στο εξωτερικό, στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγομένης στο Delaware της Αμερικής. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 24/7/2018 και την ίδια μέρα καταχωρήθηκε άλλη, παρόμοιας φύσης, η οποία και ορίστηκε την ίδια μέρα. Δικαστήριο με άλλη σύνθεση και πάλι, που επιλήφθηκε της αίτησης, ενέκρινε την αίτηση και την όρισε για επίδοση στις 12/9/2018 καθορίζοντας όπως η επίδοση λάβει χώρα τουλάχιστον 15 μέρες πριν τις 12/9/2018, και αναβλήθηκε αρχικά για τις 27/09/2018 και ακολούθως για τις 8/10/
- Στις 8/10/2018, επειδή ακόμα δεν είχε γίνει η επίδοση της ειδοποίησης της αγωγής, καταχωρήθηκε άλλη αίτηση με την οποία ζητείτο υποκατάστατη επίδοση των δικογράφων και της αίτησης για έκδοση του μονομερούς Διατάγματος παγοποίησης των μετοχών της Εναγομένης στην εταιρεία WGM SERVICES LTD. Στις 2/11/2018 Δικαστήριο με άλλη σύνθεση ενέκρινε την έκδοση των Διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α και B της αίτησης. Ακολούθως δόθηκε παράταση χρόνου της επίδοσης μέχρι τις 6/3/2019, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση σύμφωνα με την οποία σε συμμόρφωση του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/11/2018 επιδόθηκαν στην Εναγόμενη εταιρεία μέσω DHL η δέσμη εγγράφων που καθοριζόταν στο εν λόγω Διάταγμα, και επισυνάπτονται ως τεκμήρια το Διάταγμα του Δικαστηρίου και η δέσμη εγγράφων που επιδόθηκαν όπως και απόδειξη της εταιρείας DHL. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της υπόθεσης ζήτησε να γίνει επίδοση της αίτησης ημερομηνίας 16/7/2018 στον Έφορο Εταιρειών η οποία και επιδόθηκε δεόντως στον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος όμως δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία. Στις 31/10/2019 η Ενάγουσα καταχώρησε άλλη μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε τροποποίηση του Διατάγματος του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 18/3/2019, αναφορικά με τους όρους παροχής εγγύησης, το οποίο και εκδόθηκε και υπογράφτηκε σχετικό εγγυητήριο από τον κύριο Γιαννάκη Γεωργιάδη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Ενάγουσας στις 29/10/
- Στις 9/1/2020 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης λόγω παράληψης της Εναγόμενης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προθεσμίας που της δόθηκε για την καταχώρηση του δυνάμει του Διατάγματος ημερ. 2/11/2018, στη βάση των Δ.16, Δ.17, Δ.48 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση ορίστηκε για απόδειξη στις 6/2/2020, ημερομηνία κατά την οποία καταχωρήθηκε ένορκος δήλωση από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην οποία προέβηκε σε παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, επισύναψε σχετικά τεκμήρια και ζητούσε την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης. Στις 13/2/2020 Δικαστήριο και πάλι με άλλη σύνθεση εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης ως η παράγραφος 13Α του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ήτοι για το ποσό των 547,123 δολαρίων Αμερικής και/ή το ισόποσο του σε ευρώ πλέον νόμιμο τόκο από 1/03/2018 δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου της Νοτίου Νέας Υόρκης. Στις 18/3/2019 μετά από καταχώρηση μονομερούς αίτησης ημερ. 16/7/2018 Δικαστήριο με άλλη σύνθεση και πάλι εξέδωσε διάταγμα διά του οποίου απαγορεύεται στην Εναγομένη και/ή τους αντιπροσώπους της όπως προβούν σε με οποιοδήποτε τρόπο διάθεση ή αποξένωση των μετοχών που κατέχει η Εναγομένη στην εταιρεία WGM Services Ltd και απαγορεύεται στους λειτουργούς του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών όπως επιτρέψουν τη μεταβίβαση και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξένωση των πιο πάνω μετοχών. Στις 3/7/2020 καταχωρήθηκε αίτηση εκ μέρους της Εναγόμενης Αιτήτριας με την οποία ζητούσε ''Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία λήφθηκε ερήμην της Εναγόμενης και σε βάρος της κατά ή περί τις 13/2/2020 η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην αίτηση''. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση, οδηγήθηκε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις και το παρόν Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 23.3.21 απέρριψε την αίτηση. Στις 5.11.20 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση από την Αιτήτρια με την οποία αιτείται Διαταγμάτων που να εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση από το να αποξενώνουν και ή επιβαρύνουν μετοχές που η Καθ' ης η Αίτηση 8 κατέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση 2, όπως και Διατάγματα που να απαγορεύουν στην Καθ' ης η Αίτηση 2 τους αντιπροσώπους και ή αξιωματούχους της συμπεριλαμβανομένων των Καθ' ων η Αίτηση 4-7 υπό την ιδιότητα τους ως Διευθυντές της Καθ' ης η Αίτηση 2, από του να εγκρίνουν οποιαδήποτε μεταβολή στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση 2, οποιαδήποτε αλλαγή της εταιρικής δομής ή μετοχικού κεφαλαίου ή των τελικών δικαιούχων και ή αξιωματούχων της Καθ' ης η Αίτηση 2 και/ή να προβούν σε οποιαδήποτε μεταβίβαση ή αποξένωση ή επιβάρυνση των μετοχών τάξης Α και Β που κατέχει η Καθ' ης η Αίτηση 8 στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης η Αίτηση 2, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκαν ενστάσεις τόσο εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας XXXXX Γεωργιάδου και αριθμό τεκμηρίων, όσο και εκ πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση 2-9 την οποία συνοδεύουν οι ένορκες δηλώσεις του κ. XXXXX Ιωσηφίδη, που είναι ο Εναγόμενος 7 Καθ' ου η Αίτηση, και του κ. XXXXX Κωνσταντίνου, καθώς και μεγάλος αριθμός τεκμηρίων. Η εκδίκαση της αίτησης ημερ. 5.11.20 δεν έχει γίνει ακόμα γιατί μεσολάβησε στο ενδιάμεσο η υπό κρίση αίτηση ημερ. 3.6.21, που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας, με την οποία ζητά την αντεξέταση του κ. Πέτρου Ιωσηφίδη επί της ένορκης δήλωσης του ημερ. 14.4.21 που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2-9 που καταχωρήθηκε επί της κυρίως αίτησης για ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών ημερ. 5.11.
- Συγκεκριμένα, με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου διά του οποίου να διατάττεται ο Πέτρος Ιωσηφίδης να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να αντεξεταστεί σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ημερ. 14.4.21 που συνοδεύει την ένσταση της ίδιας ημερομηνίας, και σε έγγραφο καλούμενο Παράρτημα Α παραθέτουν 20 σημεία επί των οποίων επιθυμούν την αντεξέταση του κ. Ιωσηφίδη. Νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.30, η Δ.39, η Δ.48 θθ.1-9, η Δ.57 και η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 9 του Κεφ. 9, το Κεφ. 62, η πρακτική, η διακριτική ευχέρεια, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και οι αρχές της νομολογίας. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του δικηγόρου Νικόλα Γεωργιάδη ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί σε αυτή και αναφέρει ότι οι αντιπρόσωποι της Αιτήτριας διαμένουν στις Η.Π.Α. και ήταν αδύνατη η παρουσία τους στην Κύπρο για να ορκιστούν την παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι έχει ιδίαν γνώση των γεγονότων της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου που τηρείται στο γραφείο τους και από τα όσα τον έχουν ενημερώσει οι δικηγόροι του γραφείου τους που χειρίζονται την υπόθεση. Δηλώνει ότι έχει διαβάσει την αίτηση ημερ. 5.11.20 για ακύρωση μεταβίβασης μετοχών που είχε η Καθ' ης η Αίτηση 1 στη θυγατρική της εταιρεία Καθ' ης η Αίτηση 2 και είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η μεταβίβαση έγινε δόλια και προς παρεμπόδιση της είσπραξης του εξ αποφάσεως χρέους που ήταν γνωστό στην Καθ' ης η Αίτηση 1 δυνάμει της Αμερικανικής απόφασης ημερ. 1.3.18 ως έχει επικυρωθεί και αναγνωριστεί μέσω της Κυπριακής απόφασης ημερ. 13.2.
- Υιοθετεί πλήρως το περιεχόμενο της αίτησης ημερ. 5.11.20 και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ενώ απορρίπτει το περιεχόμενο της ένστασης ημερ. 14.4.21 και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Είναι η θέση του, ότι η αίτηση ακύρωσης της μεταβίβασης ημερ. 5.11.20 εμπίπτει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα, αλλά παρόλο που είναι εντεταγμένες στο πλαίσιο της αγωγής, ουσιαστικά πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία. Το Δικαστήριο έχει αποφασίσει όπως αυτή προχωρήσει με ένορκες δηλώσεις γι' αυτό και καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα κ. Πέτρου Ιωσηφίδη. Είναι η θέση του ότι στην ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2-9 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η μεταβίβαση των μετοχών από την Καθ' ης η Αίτηση 1 στην Καθ' ης η Αίτηση 8 έγινε καλή τη πίστη και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης και εξαπάτησης της Αιτήτριας και χωρίς πρόθεση να εμποδιστεί η Αιτήτρια να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος που εκδόθηκε υπέρ της. Στη δε ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, οι Καθ' ων η Αίτηση 2-9, για να πείσουν το Δικαστήριο ότι η μεταβίβαση δεν έγινε δόλια, προβαίνουν σε μια αλυσιδωτή παρουσίαση γεγονότων τα οποία στερούνται λογικής, πειστικότητας και είναι μεταξύ τους αντιφατικά. Προσπαθούν να πείσουν ότι δεν είχαν γνώση για την ύπαρξη του εξ αποφάσεως χρέους και την έκδοση της Αμερικανικής απόφασης και προσπαθούν να δώσουν την παραπλανητική εντύπωση ότι τα εμπλεκόμενα πρόσωπα δεν συνδέονται μεταξύ τους, κάτι που δεν ισχύει στην πραγματικότητα. Είναι καταληκτικά η θέση του ότι το Δικαστήριο το οποίο θα κληθεί στο τέλος της ημέρας να αποφασίσει περί του ζητήματος της δόλιας μεταβίβασης, διαδικασία που έχει εξεταστικό χαρακτήρα, για να μπορέσει να προβεί στα συμπεράσματα του, θα πρέπει να δώσει την άδεια του όπως εξεταστεί ο ενόρκως δηλών επί των σημείων που αναφέρονται στο Παράρτημα Α της αίτησης. Πιστεύει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπεί η αντεξέταση του κ. Ιωσηφίδη η οποία είναι αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της υπόθεσης γι αυτό και αιτείται την έκδοση του Διατάγματος ως η αίτηση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι 2-9 έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση αντεξέτασης του XXXXX Ιωσηφίδη στις 24.6.
- Προβάλλονται συνολικά 14 λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοπτικά αποδιδόμενοι είναι ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, δεν συντρέχει ούτε «καλός λόγος», ούτε οποιεσδήποτε ειδικές ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δίδουν δικαιολογία για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, η αίτηση γίνεται επιπόλαια, καταχρηστικά, κακόπιστα και εκδικητικά με σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία της ακρόασης της κυρίως αίτησης ημερ. 5.11.20, είναι γενική, αόριστη και αντίθετη με τις δικονομικές αρχές και τη νομολογία, δεν αναφέρονται, ούτε εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα ζητήματα για τα οποία ζητείται η αντεξέταση του κ. Ιωσηφίδη, το αίτημα για αντεξέταση έχει σκοπό την εκμαίευση μαρτυρίας και ούτε τα θέματα επί των οποίων η Αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει τον κ. Ιωσηφίδη θα βοηθήσει το Δικαστήριο στην εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων για την απόφαση του αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό δόλια μεταβίβαση μετοχών. Επίσης, τα σημεία επί των οποίων η Αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει τον κ. Ιωσηφίδη, δεν είναι τέτοια που χρήζουν αντεξέτασης. Αναφέρουν επίσης ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και παράτυπη, καταχρηστική και κακόπιστη, θα προκαλέσει αχρείαστη ταλαιπωρία και προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση. Νομική βάση της ένστασης είναι άρθρα του Κεφ. 62, άρθρα του Κεφ. 6, άρθρα του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, άρθρα του Ν.31
(1)/92, του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, οι συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Πέτρου Ιωσηφίδη, ο οποίος είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 7, και δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, έχει λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Καθ' ων η Αίτηση 2-6, 8 και 9 να προβεί σε αυτή. Προβαίνει σε ένα σύντομο ιστορικό των αιτήσεων που έχουν καταχωρηθεί για την παρούσα υπόθεση και αναφέρει ότι στην ένορκη του δήλωση ημερ. 14.4.21 έχει παραθέσει όλα τα γεγονότα που έχουν περιέλθει στη γνώση του είτε προσωπικά είτε από τους δικηγόρους του. Η ένορκη του δήλωση είναι πλήρης και επαρκής σε μαρτυρία και το σεβαστό Δικαστήριο με την ένορκη του δήλωση έχει ενώπιον του επαρκές μαρτυρικό υλικό για να καταλήξει επί της κυρίως αίτησης. Δεν αντιλαμβάνεται να έχει παρουσιαστεί από την Αιτήτρια οποιοσδήποτε «καλός λόγος» για την αντεξέταση του, ενώ είναι η θέση του ότι δεν εξειδικεύεται ο λόγος που η Αιτήτρια επιθυμεί να τον αντεξετάσει επί των συγκεκριμμένων παραγράφων της ένορκης δήλωσης του που ζητά. Αναφέρει ειδικότερα ποια κατά την άποψη του είναι τα σημεία που θα έπρεπε η Αιτήτρια να εξειδικεύσει τον λόγο που επιθυμεί την αντεξέταση του, πράγμα το οποίο αφού δεν έκανε, της στερεί το δικαίωμα στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και είναι η θέση του ότι η συμβουλή των δικηγόρων του είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εγκρίνει την αίτηση της Αιτήτριας και να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα καθότι αυτό θα εκτροχιάσει τη διαδικασία, θα καθυστερήσει την εκδίκαση της αίτησης ημερ. 5.11.20 και δεν δικαιολογείται η αντεξέταση του από όλα όσα η Αιτήτρια έχει προβάλει στο Δικαστήριο. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με τους συνήγορους να καταθέτουν γραπτές αγορεύσεις ο καθένας προς υποστήριξη της δικής του θέσης και των δικών του ισχυρισμών, τις οποίες είχαν ανταλλάξει μεταξύ τους προτού τις καταθέσουν στο Δικαστήριο, ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Η συνήγορος της Αιτήτριας στην αγόρευση της προβαίνει σε μια ιστορική αναδρομή των αιτήσεων που έχουν καταχωρηθεί και αναφέρει ότι σύμφωνα με τη θέση της η αίτηση ημερ. 5.11.20 εμπίπτει στην κατηγορία των αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα για την οποία ακολουθείται η οδός της κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, δηλαδή η διεξαγωγή δίκης με προφορική μαρτυρία και προς τούτο παραπέμπει σε νομολογία και το Δικαστήριο έδωσε ημερομηνία ακρόασης με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων αφού έδωσε στους συνηγόρους το δικαίωμα για καταχώρηση ενδιάμεσου διαδικαστικού διαβήματος. Είναι σε αυτά τα πλαίσια που η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, η οποία κατά την άποψη της θα πρέπει να επιτύχει, για να έχει το Δικαστήριο ενώπιον του μαρτυρία για τα όσα έχουν συμβεί και να ακουστεί η αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα για να αποκρυσταλλωθούν τα πραγματικά γεγονότα που παρουσιάζονται μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Όπως περεταίρω σημειώνει, εφόσον η εκδίκαση της αίτησης περί δόλιας μεταβίβασης είναι πρωτογενούς φύσης και έχει εξεταστικό χαρακτήρα, θα πρέπει ο ενόρκως δηλών να αντεξεταστεί επί των σημείων που αναφέρονται στο Παράρτημα Α της αίτησης τα οποία αμφισβητούνται από την Αιτήτρια. Ακολούθως προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά της νομολογίας που διέπει το θέμα, όπως και παραθέτει αυτούσιο το λεκτικό των Δ.39 και Δ.48 θ.4
(2), και αναφέρεται στη νομολογία που αφορά το θέμα της ένορκης αντεξέτασης ενός ενόρκως δηλούντα. Είναι η θέση της ότι απλή υπαγωγή των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης στις νομολογιακές αρχές καταδεικνύει ότι η αίτηση πρέπει να εγκριθεί διότι πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία για να μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο η μεταβίβαση έγινε με πρόθεση την παρεμπόδιση εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή με σκοπό να καταστεί δύσκολη η ανάκτηση του οφειλόμενου χρέους. Τούτο είναι ένα μαχητό τεκμήριο και επομένως χρειάζεται να προσαχθεί μαρτυρία για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά τρόπο ουσιαστικό και ορθό στη βάση των γεγονότων το ζητούμενο και επίδικο ερώτημα. Διαφωνεί ότι παρουσιάστηκε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ότι η Αιτήτρια επιδιώκει την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας, και αναφέρει ότι το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση ακόμα εκκρεμεί τίθεται παραπλανητικά, αφού κατόπιν συμφωνίας των μερών και με βάση και τη λογική συνάφεια, εκδικάστηκε πρώτα η αίτηση παραμερισμού. Τέλος, απορρίπτει τη θέση ότι δεν εξειδικεύονται τα συγκεκριμένα ζητήματα επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση του κ. Ιωσηφίδη αναφέροντας ότι στο Παράρτημα Α της αίτησης εξειδικεύονται πλήρως οι συγκεκριμένες παράγραφοι της ένορκης δήλωσης του κ. Ιωσηφίδη για τις οποίες ζητείται η αντεξέταση του. Μάλιστα, προσδιορίζονται με επάρκεια και τα θέματα και τα σημεία της ένορκης δήλωσης που επιθυμεί η πλευρά της Αιτήτριας να τον αντεξετάσει και σίγουρα δεν αναμένεται από την Αιτήτρια να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και των Καθ' ων η αίτηση τις συγκεκριμένες ερωτήσεις που έχει σκοπό να θέσει στον μάρτυρα Είναι καταληκτικά η θέση της ότι δικαιολογείται πλήρως το αίτημα για έκδοση Διατάγματος αντεξέτασης το οποίο και ζητά από το Δικαστήριο να εκδώσει. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2-9 στη δική τους αγόρευση αφού αναπαράγουν το αιτητικό της αίτησης της Αιτήτριας, υιοθετούν πλήρως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. XXXXX Ιωσηφίδη που συνοδεύει την ένσταση τους και αιτούνται την απόρριψη της αίτησης. Κάτω από τον τίτλο «νομική πτυχή» της αγόρευσης τους, αναφέρονται στη νομολογία που διέπει το θέμα, καθώς επίσης και το λεκτικό της Δ.39 θ.1 που είναι αντίστοιχη με το O.38 των Αγγλικών Θεσμών. Τονίζουν ότι σύμφωνα με τη νομολογία το θέμα άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά και όπως καταδεικνύει η νομολογία, σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δίδεται τέτοια άδεια. Είναι η θέση τους με αναφορά στη νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και Πρωτόδικων Δικαστηρίων ότι από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου Νικόλα Γεωργιάδη δεν φαίνεται να προκύπτει, ούτε «καλός λόγος», ούτε και εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Όλα τα σημεία για τα οποία η Αιτήτρια επιθυμεί να αντεξετάσει τον κ. Ιωσηφίδη δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας και είναι άσχετα. Επιπλέον, ο κ. Ιωσηφίδης την ένορκη του δήλωση έχει παρουσιάσει τεκμήρια που να τεκμηριώνει και να υποστηρίζει την κάθε του θέση, και επομένως δεν χρειάζεται οποιαδήποτε αντεξέταση. Επαναλαμβάνουν τη θέση τους περί εκτροχιασμού της διαδικασίας σε περίπτωση που το Δικαστήριο επιτρέψει την αντεξέταση του κ. Ιωσηφίδη, και θεωρούν ότι η έκδοση ενός τέτοιου Διατάγματος θα καταστρατηγούσε τα δικαιώματα των Εναγομένων 2-9 για δίκαιη δίκη. Σε αυτό το σημείο κρίνω χρήσιμο να αναφερθώ στο είδος της κυρίως αίτησης ημερ. 5.11.20 στο πλαίσιο της οποίας έχει καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση, τη φύση της και τον τρόπο με τον οποίο αυτή εκδικάζεται. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση, είναι ο περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος Κεφ. 62, επί του οποίου, μεταξύ άλλων νομοθετημάτων, στηρίζεται η αίτηση ημερ. 5.11.20. Το Κεφ.62, δίνει στο Δικαστήριο, την εξουσία να ακυρώσει οποιαδήποτε δωρεά ή άλλη μεταβίβαση εφόσον κριθεί ότι διενεργήθηκε δόλια, δηλαδή, με πρόθεση ο μεταβιβάζων χρεώστης να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν τα οφειλόμενα σ' αυτούς χρέη του. Το Άρθρο 3
(1)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ. 62 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι κάθε δωρεά, πώληση ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του να ανακτήσουν από αυτόν τα χρέη του, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Adamou v. Kitchiou
(1978)1 J.S.C 12, σκοπός του Κεφ. 62 είναι να καταστήσει κάποια περιουσία η οποία υπό διαφορετικές συνθήκες θα ήταν διαθέσιμη, διαθέσιμη προς εκτέλεση με σκοπό την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Το Άρθρο 4 του Κεφ.62 περιγράφει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται όταν γίνεται επίκληση του εν λόγω νομοθετήματος. Προνοείται ότι οποιαδήποτε δωρεά ή άλλη μεταβίβαση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται δόλια βάσει των διατάξεων του Νόμου και η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχθεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω ή άλλη αγωγή διαδικασία και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί η εκκρεμεί. Σύμφωνα λοιπόν με το Άρθρο 4, ακύρωση τέτοιας πράξης διατάσσεται από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται είτε στην εν λόγω αγωγή είτε στην άλλη διαδικασία. Το Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της αίτησης είναι εκείνο που έχει εκδικάσει τη σχετική αγωγή ή άλλη διαδικασία ή στο οποίο αυτή εκκρεμεί. Αυτό είναι λογικό ώστε να υπάρχει συσχετισμός μεταξύ της αγωγής ή άλλης διαδικασίας, με την αίτηση ακύρωσης της μεταβίβασης. Επισημαίνεται αρχικά ότι τέτοιες αιτήσεις, όπως αυτή ημερ. 5.11.20, έχουν πρωτογενή χαρακτήρα και παρόλο που δικονομικά είναι ενταγμένες στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις «ο ομφάλιος λώρος με αυτές έχει αποκοπεί». Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία αφού με αυτήν επιδιώκεται πλέον η ακύρωση, με δικαστικό διάταγμα, μεταβίβασης ως δόλιας. Η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62, ως είναι νομολογημένο, ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα και συνιστά αυτόνομη διαδικασία έστω και αν δικονομικά δύναται να ενταχθεί στο πλαίσιο αγωγής (βλ. Άντρη Ιωακείμ και Άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, (Αρ. 1)
(2003)1 ΑΑΔ198). Δεν είναι όμως ο χαρακτήρας ή η φύση μιας διαδικασίας που καθορίζει τη μορφή που θα λάβει η προσκομισθείσα μαρτυρία αφού η έννοια «πρωτογενής χαρακτήρας», σημαίνει απλά ότι για να μπορέσει να δώσει λύση το Δικαστήριο στη διαφορά που έχει προκύψει μεταξύ των μερών και να ασκήσει την απαραίτητη δικαστική κρίση πάνω στα επίδικα θέματα που εγείρονται, χρειάζεται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα. Αυτό ήταν άλλωστε και το επιχείρημα που πέτυχε στην Ιωακείμ. Το πώς όμως θα παρουσιαστεί η σχετική μαρτυρία, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Στην Ιωακείμ (ανωτέρω) όπου το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε θεωρήσει την εκεί αίτηση δυνάμει του Κεφ.62 ενδιάμεση και εφάρμοσε ανάλογη προσέγγιση κατά την εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το επίδικο θέμα της έφεσης ήταν κατά πόσο η εκδοθείσα απόφαση ήταν τελική ή ενδιάμεση και αυτό για σκοπούς μέτρησης της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού παραλλήλισε τη φύση της διαδικασίας του Κεφ.62 με αυτή της αίτησης για κατάσχεση χρημάτων (garnishee order), η οποία να σημειωθεί δικάζεται στη βάση ενόρκων δηλώσεων, ανέφερε ότι όπως και σε εκείνη τη διαδικασία έτσι και στη διαδικασία του Κεφ.62, ακολουθείται διάβημα εναρκτήριου χαρακτήρα, για να δώσει λύση το Δικαστήριο στην εγειρόμενη διαφορά, διάβημα όμως που δεν περιορίζεται σε «αγωγή». Αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην Σπηταλιώτης, ... γεννήθηκε το ερώτημα αν αυτή ήταν ενδιάμεση ή τελική απόφαση. Εφαρμόζοντας την προσέγγιση που δίνει το βάρος στη φύση της αίτησης (application approach), το Δικαστήριο θεώρησε την απόφαση τελικής μορφής και την έφεση εμπρόθεσμη. Με την ίδια ευκαιρία υπογράμμισε - και αναφέρθηκε σε προηγούμενο - ότι η πρωτογενής αίτηση, για τους σκοπούς της Διαταγής 35, θεσμός 2, «ταξινομείται ως αγωγή με την έννοια των θεσμών». Ας λεχθεί εδώ ότι ο όρος «αγωγή» δεν περιορίζεται στη διαδικασία που ξεκινά με κλητήριο ένταλμα. Η έννοια έχει ευρύτερο νοηματικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις της Διαταγής 1, Θεσμός 2: «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με ένταλμα ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο, όπως μπορεί να καθορίζεται από οποιοδήποτε νόμο ή διαδικαστικούς κανονισμούς.» Η υπόθεση Μιχάλης Κιταλίδης είναι επίσης σχετική. Επρόκειτο για αίτηση σε αγωγή από εξ αποφάσεως δανειστή. Ζήτησε διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων κατατεθειμένων στην εφεσίβλητη Τράπεζα. Το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι η αίτηση ήταν ενδιάμεση και για τους λόγους που έδωσε την απέρριψε. Το ερώτημα, όπως το έθεσε ο Γαβριηλίδης Δ, που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου, ήταν: «Υπό το φως των πιο πάνω διατάξεων (σημ. των δικαιοδοτικών διατάξεων του άρθρ. 22 του ν. 14/60, όπως τροποποιήθηκε) είναι, κατά την άποψή μας, πρόδηλο, ότι το κατά πόσο η επίδικη αίτηση είναι ενδιάμεση ή αυτοτελής, εξαρτάται από το κατά πόσο το συνεπακόλουθο διάταγμα μπορεί να θεωρηθεί διάταγμα «που δεν διαγιγνώσκει την ουσία της αγωγής» ή όχι [(άρθρ. 22
(4)(β)]. Με ευρεία και κατ΄ αναλογία έννοια βέβαια.»» Επισημαίνω εδώ ότι, ακόμα και αυτές καθ' αυτές οι εναρκτήριες κλήσεις που αναφέρονται ρητά ως τέτοιες στη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν αφορούν σε διαδικασία με προφορική μαρτυρία, μάλιστα δε, δεν αφορούν καν σε διαδικασία που διεξάγεται με μάρτυρες. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ναθαναήλ Δ., τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου ΔΙκαστήριου, στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED κ.ά., ECLI:CY:AD:2017:D295, Αίτηση Αρ. 115/2017, 15/9/2017. «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα.Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση....Δεν αποκλείεται όμως η χρήση της εναρκτήριας κλήσης και σε άλλες κατάλληλες περιπτώσεις, εφόσον με την εισαγωγική πρόνοια της Δ.1, η εναρκτήρια κλήση («originating summons»), σημαίνει κάθε κλήση εκτός από κλήση σε υφιστάμενη διαδικασία ή ζήτημα. Όπως αναφέρεται στον Odgers' σελ. 314, εκτός και όπου προσδιορίζεται από νομοθέτημα ότι μια διαδικασία μπορεί να αρχίσει με κλητήριο ένταλμα, τότε η διαδικασία μπορεί να αρχίσει είτε με κλητήριο είτε με εναρκτήρια κλήση στην επιλογή του ενάγοντα. Υπό τον περιορισμό όμως της γενικότερης εμβέλειας ως προς την καταλληλότητα του δικονομικού μέτρου της εναρκτήριας κλήσης ως εξηγήθηκε πιο πάνω.» Δηλαδή ο χαρακτήρας μιας διαδικασίας δεν καθορίζει τη μορφή της προσκομισθείσας μαρτυρίας αλλά τον τρόπο που θα προσεγγιστεί και θα εξεταστεί η εν λόγω μαρτυρία από το Δικαστήριο. Δηλαδή, αν θα πρέπει το Δικαστήριο να αξιολογήσει σε βάθος την προσαχθείσα μαρτυρία, να εξάγει συμπεράσματα αξιοπιστίας και να καταλήξει σε ευρήματα ή αν θα περιοριστεί σε μια αντικειμενική θεώρηση των ενόρκων δηλώσεων, περιορίζοντας την σχετική διεργασία, στο είδος και τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης αίτησης, ανάλογα και με την περίπτωση (βλ. μεταξύ άλλων, Τσιαντή Χριστίνα και Άλλη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 773, Λευκίδου Mαρία Γεώργαινα ν. Άριστου Kανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528, Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Η πρόσφατη δε τροποποίηση της Δ.30 για εκδίκαση αγωγών στη βάση γραπτής μαρτυρίας, είτε λόγω του ύψους της διαφοράς είτε κατόπιν συμφωνίας των μερών, συνιστά τρανή ένδειξη ότι, ακόμη και μια συνηθισμένη «αγωγή», δύναται να εκδικαστεί στη βάση γραπτής, αντί προφορικής μαρτυρίας και όλα τα δικαιώματα των μερών και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης, εξακολουθούν να διασφαλίζονται με τον ίδιο τρόπο και στο ακέραιο. Σ' αυτό συμβάλλει και η δυνατότητα που παρέχεται για αντεξέταση των μαρτύρων, αν βέβαια τα μέρη επιθυμούν να προβούν σε τέτοια αντεξέταση. Η απουσία όμως προφορικής μαρτυρίας από τη διαδικασία, ουδόλως μεταβάλλει τη φύση ή τον «πρωτογενή χαρακτήρα» της, αφού το κριτήριο παραμένει το ίδιο, ήτοι, κατά πόσο στη βάση της αξιολόγησης της αποδεκτής μαρτυρίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα και να εξάγει συμπεράσματα ως προς το αν έχει ικανοποιηθεί το ανάλογο βάρος απόδειξης που φέρουν οι διάδικοι. Ας μη ξεχνούμε άλλωστε ότι, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, καθορίζεται πάντα με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και ότι είναι επίσης, καλά νομολογημένο ότι το δικαστήριο, σε θέματα διαδικασίας και πρακτικής, έχει ευρεία διακριτική εξουσία να καθορίζει την ενώπιόν του διαδικασία. Στην Eleftheriades a.ο. v. Mavrellis a.ο.
(1985)1 C.L.R.436, ... αναφέρονται τα εξής:- (σελ.445) "It is perfectly legitimate for the Court, both under the rules and in exercise of inherent powers, to regulate proceedings before it, for the Court to issue all necessary directions in order to make possible adjudication upon the substance of the case." Προκύπτει από το πιο πάνω ότι το δικαστήριο έχει εξουσία να δίδει οδηγίες, ανάλογα με τις ανάγκες της υπόθεσης, χωρίς βέβαια το θεσμοθετημένο πλαίσιο διαδικασίας, εκεί όπου αυτό υπάρχει, να καταργείται, κατ' επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου. (βλ. Coward Martin
(2013)1 Α.Α.Δ.1070). Άλλωστε, στη σύγχρονη εποχή με όλα τα δικαστικά προβλήματα που ο τεράστιος όγκος των υποθέσεων συνεπάγεται, η εκδίκαση υποθέσεων στη βάση γραπτών αγορεύσεων όχι μόνο βοηθά τα μέγιστα τη διαδικασία αλλά εξυπηρετεί και καλύτερα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, αφού αν μη τη άλλο, με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός, αλλά και δικηγορικός χρόνος. Σημειώνω εδώ ότι το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε αποφάσεις στις υποθέσεις ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ (ΣΕ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ) ΗΕ 106855 κ.ά. ν. LAKIS GEORGIOU CONSTRUCTION LTD, Πολιτική Έφεση αρ.214/12, ημερ. 28.9.18, Gron ν. Χαραλαμπίδη, Πολιτική Έφεση αρ.328/13, ημερ. 16.4.19 και Φ. Ζιττή κ.ά. ν. Φθαρτεμπορική Α/φοί Α. Κατσαρής Π. Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ.Ε92/14, ημερ. 16.7.19, οι οποίες επίσης αφορούσαν σε αιτήσεις της συγκεκριμένης φύσης. Θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω εδώ αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη Gron στην οποία επικυρώθηκε ως ορθή δικαστική προσέγγιση η εκδίκαση μιας τέτοιας αίτησης στη βάση των εκατέρωθεν Ε/Δ και της μαρτυρίας που προέκυψε από την αντεξέταση των εκεί ομνυόντων: «Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πέραν των ενόρκων δηλώσεων, τέθηκε και προφορική μαρτυρία. Τα όσα δηλαδή κατέθεσε ενόρκως ο Εφεσίβλητος στα πλαίσια της αντεξέτασής του από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπούσε τον αιτητή - Εφεσείοντα. Υπενθυμίζουμε ότι ήταν η ίδια η πλευρά του Εφεσείοντα που ζήτησε την παρουσία του Εφεσίβλητου προκειμένου να αντεξετασθεί επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως, που αποδέχθηκε ότι καταχώρησε προς υποστήριξη της ένστασής του.., δεν εντοπίζουμε περιθώρια παρέμβασής μας στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο, στα πλαίσια των εξουσιών του, είχε κάθε δικαίωμα να καταλήξει στα ευρήματά του, χωρίς την ανάγκη αναζήτησης περαιτέρω προφορικής μαρτυρίας ή γραπτών αποδεικτικών στοιχείων προς ενίσχυση των όσων προέβαλε ο Εφεσίβλητος..». Έχοντας θέσει το πλαίσιο της διαδικασίας στη βάση της οποίας και σύμφωνα με την οποία θα εξεταστεί η κυρίως αίτηση ημερ. 5.11.20, έρχομαι τώρα να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.39, θ.1 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: "1.Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross-examination." Από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής εξάγεται αβίαστα ότι το όλο ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα η λέξη "may", που στα Ελληνικά μεταφράζεται ως «δύναται», υποδηλοί ότι η άσκηση της πιο πάνω εξουσίας επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Δεν καθορίζονται, ωστόσο, στην εν λόγω Διάταξη οποιαδήποτε κριτήρια σε σχέση με τη άσκηση της. Κατ' αρχάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Δ.48 θ.4
(2)όπου προνοείται ρητά ότι «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις» οι οποίες την στηρίζουν. Η επιφύλαξη με την οποία συνεχίζει η πιο πάνω πρόνοια όπου βασικά υπενθυμίζει ότι αυτό γίνεται «τηρουμένης της δυνατότητας για αντεξέταση που προνοείται στη Δ.39», ξεκάθαρα δεν θέτει οποιαδήποτε προϋπόθεση σε σχέση με την εφαρμογή της Δ.39. Επομένως, θα πρέπει, για τους σκοπούς εφαρμογής της Δ.39, θ.1 να εξετάζεται η φύση της υπό εξέταση αίτησης και, γενικά, της διαδικασίας στην οποία αυτή αφορά. Στο Σύγγραμμα Halsbury's of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παραγρ. 878, κάτω από τον τίτλο "Discretionary power of Court as to evidence" αναφέρονται τα ακόλουθα: "The Court has discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce if it considers that the application is made in order to create delay or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion". Επίσης στο Annual Practice 1956 όπου συναντάται αντίστοιχη πρόνοια με τη δική μας το 0.38 επεξηγείται πως ασκείται αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου και τονίζεται στη σελ. 677 κ. επ. ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου στην έκδοση τέτοιου διατάγματος. Είναι πάντοτε θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους ζητείται. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Λευτέρη Μήλου και Πανικού Χατζηλοΐζου
(2008)1 Α.Α.Δ.280 εξετάστηκε θέμα απόρριψης αιτήματος για αντεξέταση με βάση τη Δ.39, θ.1 λέχθηκε στη εν λόγω απόφαση το εξής: «Δεν έχει αμφισβητηθεί, και ορθά, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην εκδώσει το διάταγμα για αντεξέταση παρά τη σύμφωνη προς τούτο γνώμη και του ίδιου του καθ' ου στην αίτηση Κ. Γαβριηλίδη, με δεδομένο ότι η αίτηση στηριζόταν στη Δ.39, θ.1 η οποία και παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της.» Είναι ξεκάθαρο λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η έγκριση αιτήματος για αντεξέταση επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Δεν πρέπει δε να λησμονείται ότι οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίπτωσης ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Επισημαίνεται ότι η αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα δεν διεξάγεται αυτοδικαίως αλλά με βάση τις πρόνοιες της Δ.39, θ.1 και αφού προηγηθεί σχετικό αίτημα. Τα θέματα δε επί των οποίων μπορεί ένας διάδικος να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας και όχι να επεκτείνονται επί οποιουδήποτε θέματος υφίσταται διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των διαδίκων ή προς το σκοπό της εξασθένησης της αξιοπιστίας ενός διαδίκου. Σχετική είναι η απόφαση στην Αγωγή Αρ.7123/08 Ε.Δ. Λευκωσίας, Balraj Singh Samra v. Ναταλίας Πατσαλίδου, ημερ. 9/4/09 (που εξεδόθη από τον Κ. Κληρίδη Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε.) Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεις έχοντας θέσει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της διαδικασίας που αφορά κυρίως αίτηση ημερομηνίας 5.11.20, η ανάγκη να καταδειχθεί στο δικαστήριο με μας τυριά το γεγονός ειμί της κάτι ισχυρισμών δόλιας μεταβίβασης και του γεγονότος ότι η παράλειψη αντ' εξετάσεις ενός μάρτυρα ουσιαστικά καθιστά την μαρτυρία του αδιαμφισβήτητη θεωρώ ότι η φύση της κύριος αιτήσεις στην οποία υπάγεται η υποκρισία αίτηση είναι τέτοια που το Δικαστήριο πρέπει και οφείλει να δώσει την άδεια του για αντεξέταση. Εκείνο που απομένει είναι να ελεγχθεί με βάση το Παράρτημα Α στο οποίο η Αιτήτρια προσδιορίζει τα θέματα επί των οποίων επιθυμεί να αντεξετάσει τον κ. XXXXX Ιωσηφίδη είναι τέτοια που θα πρέπει να εγκριθούν στην ολότητα τους ή το Δικαστήριο, ασκώντας πάντοτε την διακριτική του ευχέρεια δικαστικά και με γνώμονα την φύση της παρούσας διαδικασίας, θα κρίνει ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η αντεξέταση του κύριου XXXXX Ιωσηφίδη επί όλων των σημείων που αναφέρονται στο παράρτημα Α και θα την περιορίσει. Βλέποντας το Παράρτημα Α της αίτησης στο οποίο έχει ήδη αναφερθεί περιλαμβάνονται οι παραγράφοι της ένορκης δήλωσης του κ. Πέτρου Ιωσηφίδη επί των οποίων η Αιτήτρια επιθυμεί να τον αντεξετάσει παρατηρώ ότι τα θέματα που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Α είναι όντως θέματα που άπτονται του ισχυρισμού περί μη δόλιας μεταβίβασης και γνησιότητας των πράξεων των Καθ' ων η Αίτηση 2-9 και επομένως θεωρώ ότι είναι ουσιώδης σημασίας και καθοριστικά για την τύχη της αίτησης ημερ. 5.11.20 και επομένως θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της αντεξέτασης η θέση του κ. Ιωσηφίδυη επί αυτών και το γεγονός ότι επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του αριθμό τεκμηρίων, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση 2-9 αποδεικνύονται όλα όσα λέει και δεν χρειάζεται η αντεξέταση του, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ ότι τα σημεία επί των οποίων επιδιώκεται η αντεξέταση του κ. Ιωσηφίδη είναι σημαντικά και σαφώς καθορισμένα στο Παράρτημα Α και συνεπώς είναι η θέση μου ότι δικαιολογείται η αντεξέταση του επί όλων των σημείων που η Αιτήτρια καθορίζει στο Παράρτημα Α της αίτησης της. Εκδίδεται λοιπόν Διάταγμα αντεξέτασης του κ. Ιωσηφίδη επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του ημερ. 14.4.21 που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2-9 και ειδικά επί των σχετικών παραγράφων της ένορκης δήλωσης του ως παρατίθενται στο Παράρτημα Α της υπό κρίση αίτησης. Ο κ. Ιωσηφίδης καλείται να είια παρών στο Δικαστήριο για σκοπούς αντεξέτασης του την ημέρα που θα οριστεί η αίτηση για ακρόαση, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία ήθελε αυτή αναβληθεί ή συνεχιστεί η ακροαματική διαδικασία. Επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας Αιτήτριας και εναντίον των Καθ´ ων η Αίτηση 2-9 τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο