International Transit S.A.L. (Offshore) ν. Public Joint-Stock Company "Dneprovsky Iron & Steel Integrated Works" κ.α., Αρ. Αίτησης: 461/18, 6/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A384 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 461/18 Αναφορικά με τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν. 101/87, όπως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με τον Περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν.84/79) και Αναφορικά με τη Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 19/09/2018, τροποποιηθείσα στις 08/11/2018, στην Διεθνή Διαιτησία με Αρ. V2017/176, ενώπιον του Ινστιτούτου Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης (SCC) μεταξύ των International Transit S.A.L. (Offshore) ν.
- Public Joint -Stock Company "Dneprovsky Iron & Steel Integrated Works",
- Corporation "Industrial Union of Donbass" Μεταξύ: International Transit S.A.L. (Offshore), από το Λίβανο Αιτητές και
- Public Joint-Stock Company "Dneprovsky Iron & Steel Integrated Works", από την Ουκρανία
- Corporation "Industrial Union of Donbass", από την Ουκρανία
- Steelhold Limited, από τη Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 6 Ιουλίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τους Αιτητές: Η κα Ν. Πετρίδου, για δρ Κ. Χρυσοστομίδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 2: Καμία εμφάνιση ------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Μέσα από τον ογκοδέστατο φάκελο της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Γενικής Αίτησης, προκύπτει ότι στις 05/12/18 καταχωρήθηκαν από τους Αιτητές δύο αιτήσεις. Η μία αίτηση, η οποία είναι δια κλήσεως και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση 2, αφορά την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 19/09/18 όπως τροποποιήθηκε στις 08/11/18 στη Διεθνή Διαιτησία με αριθμό V2017/176 ενώπιον του Ινστιτούτου Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης (SCC) μεταξύ των Αιτητών που είναι από τον Λίβανο και των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 από την Ουκρανία, η «κυρίως αίτηση». Την ίδια μέρα είχε καταχωρηθεί από τους Αιτητές και μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων για μη αποξένωση κινητής και ακίνητης περιουσίας των Καθ' ων η Αίτηση 1-3 είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό, για μη αλλαγή της μετοχικής τους δομής και δέσμευσης και/ή παγοποίησης των τραπεζικών τους λογαριασμών στην Κύπρο και/ή το εξωτερικό όπως και επικουρικό Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση 1-3 να ετοιμάσουν ένορκη δήλωση στην οποία να δηλώνουν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Marie Thomas (MT), δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Αιτητές, στην αγγλική γλώσσα που όπως δηλώνει είναι η μητρική της γλώσσα, στην οποία επισυνάπτει 47 Τεκμήρια. Στις 07/12/18 καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της XXXXX Γεωργίου, ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών στην οποία δηλώνει ότι ετοίμασε πιστή μετάφραση της ένορκης δήλωσης της ΜΤ που υποστηρίζει την κυρίως αίτηση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, και στις 12/12/18 καταχωρήθηκε στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης εκ μέρους των Αιτητών συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 12/12/18 της κυρίας XXXXX Γεωργίου. Στις 12/12/18 Δικαστήριο με άλλη σύνθεση, ενώπιον του οποίου τέθηκε προς εξέταση η μονομερής αίτηση, εξέδωσε τα αιτούμενα προσωρινά ενδιάμεσα προσωρινά Διατάγματα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, τα οποία και έγιναν απόλυτα, μετά από διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και
- Σημειώνεται ότι σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 2, τα Διατάγματα εναντίον τους κατέστησαν απόλυτα, εφόσον δεν εμφανίστηκαν στη διαδικασία, ενώ σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 3, αφού καταχώρησαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης των περιουσιακών τους στοιχείων στις 10/06/19 συμμορφούμενοι με το προσωρινό Διάταγμα αποκάλυψης ημερομηνίας 12/12/18 τα Διατάγματα έγιναν απόλυτα εναντίον τους στις 31/12/
- Ακολούθως, μετά από σχετικό αίτημα τους, δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο, στους συνήγορους των Καθ' ων η Αίτηση 3 να αποσυρθούν από δικηγόροι τους, στις 29/9/
- Το Δικαστήριο σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 1 απέρριψε με απόφασή του, ημερομηνίας 14/12/2020, τόσο την ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 05/12/2018 για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων σε σχέση με τους Καθ' ων η Αίτηση 1, αλλά και την κυρίως αίτηση, επίσης ημερομηνίας 05/12/2018, σε σχέση με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 για τους λόγους που φαίνονται με λεπτομέρεια στην υπό αναφορά απόφασή του και δεν προτίθεμαι να τους επαναλάβω. Σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 3, η διαδικασία αφορά μόνο Διάταγμα τύπου «Chabra», το οποίο έχει γίνει απόλυτο στην απουσία τους. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η κυρίως αίτηση, ημερομηνίας 05/12/2018, σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 2, οι οποίοι επίσης δεν εμφανίζονται στη διαδικασία με δικηγόρο. Με την υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές ζητούν εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2: «Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει την αναγνώριση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 19/09/2018, ως αυτή τροποποιήθηκε στις 08/11/2018, η οποία εκδόθηκε στη Διεθνή Διαιτησία με αριθμό V2017/186 μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ενώπιον του Ινστιτούτου Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Στοκχόλμης από τους Διαιτητές Domitille, Baizeau, XXXXX Kalnina και XXXXX GH Neelson, οι οποίοι ήταν οι δεόντως διορισμένοι Διαιτητές, υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2». Η αίτηση βασίζεται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87, Άρθρα 2 και 31-36, στον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979, Ν84/79, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, Ν121/2000, στο Κεφ.6, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν14/1960 άρθρα 22, 29, 30, 31, 33 και 43, στους περί Πολιτικής Δικονομίας διαδικαστικούς κανονισμούς Δ.9, Δ.39, Δ.48θθ1‑9, Δ.55, Δ.59 και Δ.64, στο Κοινοδίκαιο, στους κανόνες της επιείκειας καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της κυρίας XXXXX Τhomas στην Αγγλική γλώσσα, συνοδευόμενη από 16 Τεκμήρια, η οποία έχει δεόντως μεταφραστεί στα ελληνικά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η κυρία XXXXX Τhomas αναφέρει ότι είναι δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση από γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά λόγω της ανάμειξής της με την υπόθεση, αλλά και από διάφορα έγγραφα που βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Αναφέρει επίσης ότι για όσα γεγονότα δεν γνωρίζει από προσωπική της γνώση, αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησής της. Αναφέρει επίσης ότι οι ίδιοι οι Αιτητές που βρίσκονται στον Λίβανο, δεν μπορούσαν να έρθουν στην Κύπρο και να ορκιστούν οι ίδιοι την ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι η μητρική της γλώσσα είναι τα αγγλικά και έχει και πολύ καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας διότι είναι μισή Ελληνοκύπρια και ότι οι αγγλικές μεταφράσεις των εγγράφων που επισυνάπτει ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωσή της από τη ρωσική ή ουκρανική γλώσσα έχουν μεταφραστεί δεόντως από ικανό μεταφραστή και εταιρεία μεταφραστών, που γνωρίζουν πολύ καλά τις δύο αυτές γλώσσες. Ξεκινά περιγράφοντας ποιοι είναι οι διάδικοι της υπόθεσης, αναφέροντας ότι οι Αιτητές είναι υπεράκτια εταιρεία εγγεγραμμένη στον Λίβανο από τις 06/02/97 και ασχολούνται με την κατασκευή και εμπορία προϊόντων από ατσάλι και φαγώσιμων στην Ουκρανία και στην περιοχή Mena. Ακολούθως, αναφέρει ποιοι είναι οι τρεις Καθ' ων η Αίτηση, που για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, οι Kαθ' ων η Aίτηση 3 που μας ενδιαφέρει, είναι Κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 στις 28/09/2004, της οποίας ο μοναδικός μέτοχος είναι οι Kαθ' ων η Aίτηση
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 3, μεταξύ άλλων, ασχολούνται με την προμήθεια επενδυτικών υπηρεσιών και είναι οι μοναδικοί μέτοχοι των Κυπριακών εταιρειών Powerbridge Ltd, Vandercomo Ltd και Landmont Ltd και μαζί με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 έχουν την πλειοψηφία των μετοχών της Κυπριακής εταιρείας Bidenco Ltd. Ακολούθως αναφέρεται σε διάφορες συμφωνίες που συνήφθησαν μεταξύ των Αιτητών ως αγοραστές και των Καθ' ων η Αίτηση 1 ως προμηθευτές για την προμήθεια προϊόντων ατσαλιού. Η εκτέλεση των συμφωνιών μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση 1 τελούσε υπό την εγγύηση των Καθ' ων η Αίτηση
- Είναι η θέση της ότι οι Αιτητές προπλήρωσαν την αξία των προϊόντων ατσαλιού, που ήταν $
- 376, 75 στους Καθ' ων η Αίτηση 1, οι οποίοι όμως αμέλησαν και/ή παρέλειψαν και/ή αθέτησαν τις υποχρεώσεις τους να παραδώσουν τα προϊόντα που είχαν συμφωνηθεί, τόσο σε ό,τι αφορά την ποσότητα, όσο και τον χρόνο, στους Αιτητές και παρέδωσαν μόνο μια μικρή ποσότητα των προϊόντων συνολικής αξίας $
- 087,
- Σύμφωνα με τις συμφωνίες, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 έπρεπε να παραδώσουν στους Αιτητές τις συμφωνημένες ποσότητες των προϊόντων κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του
- Με επιστολή τους, ημερομηνίας 15/02/17 προς τους Αιτητές, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 προσπάθησαν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στο να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τις συμφωνίες, δίνοντας ως δικαιολογία γεγονότα που συνέβαιναν στην Ουκρανία, και ζητούσαν από τους Αιτητές να μην λάβουν οποιαδήποτε μέτρα που να τους αναγκάζουν να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των συμβολαίων. Την 01/04/17, οι Αιτητές και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 υπόγραψαν ένα «reconciliation report» σύμφωνα με το οποίο το χρέος των Καθ' ων η Αίτηση 1 προς τους Αιτητές είχε συμφωνηθεί ότι ήταν $
- 289,
- Το εν λόγω ποσό ήταν αποδεκτό και επιβεβαιώθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 με επιστολή τους, ημερομηνίας 17/05/2017 προς τους Αιτητές, όπου και πάλι απέδιδαν την αποτυχία τους να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους βάση του συμβολαίου σε γεγονότα που συνέβαιναν στη Ρωσία και Ουκρανία και επιβεβαίωναν στους Αιτητές ότι θα τους εφοδίαζαν με τα σχετικά προϊόντα ατσαλιού για το συνολικό ποσό των $37.991.289, 43 που είχε ήδη προπληρωθεί από τους Αιτητές, μέχρι το τέλος Ιουλίου του
- Παρά τα πιο πάνω και παρά τις επανειλημμένες αναλήψεις υποχρέωσης από πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση 2, και πάλι απέτυχαν να παραδώσουν τα προϊόντα που είχαν συμφωνηθεί και πληρωθεί στους Αιτητές εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος, και ως αποτέλεσμα, στις 11/08/17, οι Αιτητές έστειλαν στους Καθ' ων η Αίτηση 1 επιστολή ζητώντας την επιστροφή του συνολικού ποσού των $
- 289, 43, όπως και την πληρωμή τόκων που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των $
- 825, 66 εντός 5 εργάσιμων ημερών από την επίδοση της σχετικής επιστολής. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στις 16/08/
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 παρέλειψαν να επιστρέψουν στους Αιτητές το ποσό που είχε προπληρωθεί και να πληρώσουν και τους σχετικούς τόκους εντός της περιόδου των 5 εργάσιμων ημερών, και έτσι οι Αιτητές έστειλαν «notice of demand» στις 21/08/17 σύμφωνα με το συμβόλαιο προς τους Καθ' ων η Αίτηση 2, οι οποίοι, όπως έχει αναφερθεί, ήταν εγγυητές του συμβολαίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 έλαβαν τη σχετική ειδοποίηση στις 29/08/2017 και οι 5 μέρες που τους δόθηκαν να πληρώσουν το συνολικό ποσό των $
- 843, 12 έληγαν στις 03/09/
- Παρά τα πιο πάνω, τόσο οι Καθ' ων η Αίτηση 1 όσο και οι Καθ' ων η Αίτηση 2 απέτυχαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους κάτω από τα αντίστοιχα συμβόλαια. Όπως αναφέρει η XXXXX Τhomas, σε ό,τι αφορά το συμβόλαιο για την αγορά των προϊόντων υπήρχε και όρος για ποινικές ρήτρες (penalty clauses) για κάθε ημερομηνία καθυστέρησης και αντίστοιχος όρος υπήρχε και στο συμβόλαιο εγγύησης σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση
- Και τα δύο συμβόλαια (προμήθειας και εγγύησης) περιείχαν όρους διαιτησίας, σύμφωνα με τις οποίες αν υπήρχε οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ τους θα έπρεπε να λυθεί σύμφωνα με τους κανόνες διαιτησίας του Ινστιτούτου Διαιτησίας της Στοκχόλμης. Αναφερόταν επίσης ότι το σχετικό Διαιτητικό Δικαστήριο θα έπρεπε να αποτελείται από τρεις Διαιτητές και ότι η έδρα του θα ήταν στη Στοκχόλμη της Σουηδίας. Οι Αιτητές προχώρησαν και ξεκίνησαν τις διαδικασίες διαιτησίας και συγκεκριμένα την υπόθεση διαιτησίας V2017/86, η οποία καταχωρήθηκε στις 10/11/17 ενώπιον του Ινστιτούτου Διαιτησίας της Στοκχόλμης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Κανένα από τα μέρη δεν αμφισβήτησε τους όρους διαιτησίας που περιέχονταν στα εν λόγω συμβόλαια και το Διαιτητικό Δικαστήριο συγκροτήθηκε δεόντως σύμφωνα με τους Νόμους διαιτησίας. Στις 12/12/2017, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 ζήτησαν από το Συμβούλιο Διαιτησίας να αποφασίσει τις απαιτήσεις των Αιτητών σε δύο διαφορετικές διαδικασίες, μία που να αφορά το συμβόλαιο προμήθειας και μία που να αφορά το συμβόλαιο εγγύησης. Το Διαιτητικό Δικαστήριο όμως αποφάσισε ότι τα αιτήματα των Αιτητών θα έπρεπε να αποφασιστούν σε μια διαδικασία διαιτησίας και στις 11/01/18 έκδωσε απόφαση καθορίζοντας ότι θα γίνει μία διαδικασία διαιτησίας, ότι τόσο οι Αιτητές όσο και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 έπρεπε να πληρώσουν προκαταβολικά τα έξοδα τα οποία ανέρχονταν στο ποσό των €
- 570 και ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δικαιούντο να διορίσουν από κοινού έναν Διαιτητή μέχρι τις 22/01/
- Επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 παρέλειψαν εντός του χρονοδιαγράμματος που τους δόθηκε να διορίσουν Διαιτητή, στις 02/01/2018 το Συμβούλιο Διαιτησίας της Στοκχόλμης διόρισε και τα τρία μέλη του Διαιτητικού Δικαστηρίου και επειδή οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, επίσης απέτυχαν να πληρώσουν το μερίδιο των εξόδων που τους αναλογούσε έγκαιρα, οι Αιτητές αναγκάστηκαν να πληρώσουν ολόκληρο το ποσό. Ακολούθως, το Διαιτητικό Δικαστήριο διορίστηκε δεόντως σύμφωνα και με τους Νόμους της Σουηδίας, αποτελούμενο από τα τρία πρόσωπα, αναφορά στα οποία έχει γίνει προηγουμένως, και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαιτησίας οι Αιτητές επεδίωξαν να επιδικαστεί υπέρ τους το ποσό των $
- 063, 34 και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ομού και/ή κεχωρισμένως κάτω από τα δύο συμβόλαια πλέον τις ποινικές ρήτρες (penalty clauses) πλέον έξοδα και τις δικηγορικές αμοιβές. Επιπλέον, οι Αιτητές ζήτησαν να εκδοθεί υπέρ τους και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 απόφαση για πληρωμή των επιπλέον ποσών υπό μορφή τόκων και ποινικών ρητρών (penalty clauses). Ακολούθησε κανονική διαδικασία Διαιτησίας στη Στοκχόλμη, στην οποία όλοι οι διάδικοι παρουσιάστηκαν κανονικά και αντιπροσωπεύονταν από δικηγόρους και οι Διαιτητές εξέδωσαν τελική απόφαση στις 19/09/2018 υπέρ των Αιτητών. Η απόφαση εκδόθηκε στην αγγλική γλώσσα και είχε δεόντως και νομίμως πιστοποιηθεί σύμφωνα με τη Συνθήκη της Χάγης του 1961, η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 50/
- Ακολούθως, η κυρία XXXXX Τhomas παραθέτει τις παραγράφους 158-162 της απόφασης των Διαιτητών, με την οποία αποφασίστηκε η πληρωμή των συγκεκριμένων ποσών από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Οι Καθ' ων η Αίτηση στις 12/10/18 μέσω των δικηγόρων τους καταχώρησαν αίτηση για διόρθωση της απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι είχαν γίνει διάφορα λάθη στους υπολογισμούς των ποσών που αποφασίστηκαν εναντίον τους και υπέρ των Αιτητών. Οι δικηγόροι των Αιτητών απάντησαν με τα δικά τους σχόλια στις 19/10/18, ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση ήταν σωστή και στις 08/11/18 το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του σε σχέση με την αίτηση για διόρθωση των ποσών, και διόρθωσε τα ποσά που επιδικάστηκαν με την πρώτη απόφαση και σχετικά αναφέρονται οι παράγραφοι 158-162 της απόφασης με τα διορθωμένα ποσά. Είναι η θέση της XXXXX Τhomas ότι όπως την έχουν συμβουλεύσει οι δικηγόροι της Ουκρανίας που εκπροσωπούν τους Αιτητές, η απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, μετά που έχει διορθωθεί, είναι τελεσίδικη και δεσμευτική και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Εν όψει τούτου δεν υπάρχει κανένας λόγος, είναι η θέση της XXXXX Thomas, ούτως ώστε το Κυπριακό Δικαστήριο να αρνηθεί και να μην αναγνωρίσει ή να μην εγγράψει ή να μην εφαρμόσει την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Είναι η θέση της και σχετικά την πληροφορούν οι δικηγόροι των Αιτητών στην Κύπρο, ότι κανένας από τους λόγους που αναφέρονται στο Άρθρο 36 του Νόμου 107/87, (που είναι σχεδόν το ίδιο με το Μέρος V του Νόμου 84/79, που έχει υιοθετήσει τις αρχές της Συνθήκης της Νέας Υόρκης του 1958 αναφορικά με την Αναγνώριση και Εφαρμογή των Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων) ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Έτσι οι Αιτητές ζητούν να αναγνωριστεί, να εγγραφεί και να εφαρμοστεί η διορθωμένη απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου στην Κύπρο εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 (εφόσον όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αίτηση έχει απορριφθεί εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1), οι οποίοι έχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Γι' αυτό και η XXXXX Thomas πιστεύει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την αίτηση και να εκδώσει την αιτούμενη απόφαση. Επειδή κάποιοι από τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η ενδιάμεση αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, αφορούσαν το γεγονός ότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μετάφραση, σε γλώσσα κατανοητή από το Δικαστήριο των συμφωνιών προμήθειας προϊόντων, εγγύησης της τελικής απόφασης στη διαιτησία, ημερομηνίας 19/09/18 και της διορθωμένης διαιτητικής απόφασης στη διαιτησία ημερομηνίας 08/11/18, η δικηγόρος Μαριλένα Μιλτιάδου, που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, επισυνάπτει με συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 21/05/21, που καταχωρήθηκε μετά από άδεια του παρόντος Δικαστηρίου, δεόντως πιστοποιημένες μεταφράσεις από τα αγγλικά στα ελληνικά από τον ορκωτό μεταφραστή XXXXX Μούντη με αριθμό μητρώου XXXXX, τα έγγραφα που είχε αναφέρει το Δικαστήριο ότι έπρεπε να τεθούν ενώπιον του μεταφρασμένα στα Ελληνικά, ως Τεκμήρια 1-4 αντίστοιχα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, παράλληλα με τη γενική, υπό κρίση αίτηση, την ίδια ημέρα με αυτή καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων τύπου Mareva και Chabra τα οποία εξετάστηκαν από Δικαστήριο με άλλη αντίθεση στις 7/12/18 το οποίο και διέταξε την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της διορθωμένης απόφασης στη μεταξύ των μερών διαδικασία Διαιτησίας και μέχρι την καταχώρηση της μονομερούς αίτησης. Μετά που οι Αιτητές καταχώρησαν αυτά που τους ζητήθηκαν από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, εξέδωσε μονομερώς τα εν λόγω Διατάγματα με την προϋπόθεση καταχώρησης τραπεζικής εγγύησης από πλευράς των Αιτητών ύψους € 100.
- Ακολούθως καταχωρήθηκε εκ πλευράς των Καθ' ων η Αίτηση 3, ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, στις 25/04/2019 τα διατάγματα οριστικοποιήθηκαν για τους Καθ' ων η Αίτηση 2 λόγω μη εμφάνισης τους στη διαδικασία, ενώ ένσταση καταχωρήθηκε και από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 την 01/07/
- Στις 29/9/20 δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους 3 να παύσει την εκπροσώπηση τους, μετά που ικανοποιήθηκε για τους λόγους που προβλήθηκαν όπως και για το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση 3 είχαν δεόντως ενημερωθεί για την πρόθεση των δικηγόρων τους όπως και για την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση και για τους κινδύνους που ελλόχευαν για αυτούς σε περίπτωση που δεν εμφανίζονταν είτε προσωπικά είτε με νέο δικηγόρο, και ακολούθως το Δικαστήριο προχώρησε και εκδίκασε την αίτηση για έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 5/12/
- Το Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 14/12/20 απέρριψε την αίτηση για ενδιάμεσα διατάγματα όσον αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και ακύρωσε τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση
- Απέρριψε επίσης την κυρίως αίτηση εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και έτσι, ως έχει ήδη αναφερθεί, η κυρίως αίτηση έχει παραμείνει, σε σχέση με τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3, για τους οποίους τα ενδιάμεσα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα έχουν οριστικοποιηθεί. Υπενθυμίζω ότι τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση 3 είναι τύπου Chabra ενώ οι συνήγοροι των Αιτητών σε συμμόρφωση με τις παρατηρήσεις του Δικαστηρίου για τους λόγους που απέρριψε και την κυρίως αίτηση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 στη βάση της κυρίως αίτησης που αφορά η υπό κρίση απόφαση. Η συνήγορος των Αιτητών έχει καταχωρήσει μια πλήρως εμπεριστατωμένη αγόρευση σύμφωνα με την οποία, κατά τη θέση της, δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε ό,τι αφορά τους Καθ' ων η αίτηση
- Σχετικά με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις για αναγνώριση και εκτέλεση μίας Διαιτητικής απόφασης ως αυτές προνοούνται στο Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και στο Άρθρο 35
(2)του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/87, είναι η θέση της ότι επίσης έχουν ικανοποιηθεί δεόντως υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Κατ' αρχάς, οι Καθ' ων η Αίτηση 2 δεν αμφισβητούν ούτε την έκδοση της Διαιτητικής απόφασης, ούτε τη σύναψη της Συμφωνίας Διαιτησίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, το Κυπριακό Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αναγνώριση και εκτέλεση μιας Διαιτητικής Απόφασης μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες παρατίθενται εξαντλητικά στο Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και επαναλαμβάνονται στο Άρθρο 36 του Ν.101/87. Παραθέτει σχετικά το Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, όπως και το Άρθρο 4 που καθορίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις εγγραφής αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης, όπως έχουν ερμηνευθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Beogradska
(1995)1 ΑΑΔ
- Παραθέτει επίσης το Άρθρο 35 του Ν. 101/87 που είναι το Άρθρο που προνοεί για την αναγνώριση και κατ' έφεση Διαιτητικής Απόφασης. Ι. Νομική Βάση Αίτησης Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αίτηση εδράζεται στον Περί της Σύμβασης Περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων Κυρωτικό Νόμο 84/89 ο οποίος ενσωματώνει τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης Περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Αποφάσεων ημερομηνίας 10.06.58 όπως επίσης και στον Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεων Νόμο του 2000, Ν121 (Ι)/
- Άμεσα σχετική είναι η απόφαση Beograbska Bank DD (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «... Η αναγνώριση και εκτέλεση της προαναφερθείσας αλλοδαπής εμπορικής διαιτητικής απόφασης επιδιώχθηκε με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του, 1979 (Ν.84/79), του οποίου οι πρόνοιες σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου. Το άρθρο III της Σύμβασης καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοεί πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα Δικαστή. Βέβαια αν για κάποιο τέτοιο ζήτημα υπάρχει πρόνοια στη Σύμβαση, τότε ακολουθούνται οι πρόνοιες της Σύμβασης. Η Σύμβαση δεν καθορίζει δικονομικούς κανονισμούς που να ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ούτε και στην Κύπρο καθορίστηκε δεσμευτική διαδικασία. Επομένως για ένα τέτοιο διάβημα πρέπει να γίνεται επίκληση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό, είναι περιορισμένοι και καθορίζονται. Τα άρθρα αυτά τα παραθέτω στην αγγλική και σε μετάφραση στην ελληνική. Μεταξύ των δύο κειμένων υπερισχύει το κείμενο του αγγλικού πρωτοτύπου, όπως προνοεί ο Ν. 84/79: .... Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» Σύμφωνα με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Ν.121(Ι)/00, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 4, «εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου ζητείται η αναγνώριση, εγγραφή ή εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού δικαστηρίου» και «παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου». Το άρθρο 3 προνοεί πως «απόφαση αλλοδαπού δικαστηρίου σημαίνει απόφαση δικαστηρίου ή διαιτητικού σώματος ή οργάνου ξένης χώρας με την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται». Με βάση το περιεχόμενο του Ν.121(Ι)/00, είναι προφανές ότι αυτός βασικά ρυθμίζει τη διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις για εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης, είτε δικαστικής είτε διαιτητικής, χωρίς όμως να παρέχει το δικαιοδοτικό και ουσιαστικό υπόβαθρο δυνάμει του οποίου δίδεται εξουσία στο Δικαστήριο να προβεί στην αναγνώριση ή εκτέλεση. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Υπουργός Δικαιοσύνης v. Καραμπατάκη
(2007)1 Α.Α.Δ. 503, «ο Ν.121(Ι)/00δεν προσθέτει στο ουσιαστικό δίκαιο. Εξαντλείται στην ακολουθητέα διαδικασία, με δοσμένη την κατά τον τρόπο που εξειδικεύει ύπαρξη υποχρέωσης αναγνώρισης και εγγραφής». Οι Αιτητές επικαλούνται επίσης την εφαρμογή του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87 στην υπό κρίση Αίτηση. Όντως ο εν λόγω Νόμος περιέχεται στη νομική βάση της Αίτησης. Το Μέρος VIII (άρθρα 35 και 36) αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Το πεδίο εφαρμογής αυτού του Νόμου καθορίζεται στο άρθρο 3. Ειδικότερα το άρθρο 3
(1)προνοεί ότι ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών «υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία». Επομένως ο ίδιος ο Νόμος δίνει προτεραιότητα στην ισχύ και εφαρμογή της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων, η οποία κυρώθηκε με τον Ν.84/79. Όπως άλλωστε λέχθηκε στην υπόθεση Malachtou v. Armefti
(1987)1 C.L.R. 207, με αναφορά στο άρθρο 169.3 του Συντάγματος, μια Σύμβαση η οποία κυρώθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε άλλου Νόμου είτε η Σύμβαση προηγείται είτε ακολουθεί χρονικά τον Νόμο. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην υπόθεση Beogradska Bank D.D. (ανωτέρω), στην οποία αναγνωρίστηκε ειδικά πως, σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος, οι πρόνοιες του Ν.84/79 έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού Νόμου. Όσον αφορά το θέμα της Σύμβασης της Νέας Υόρκης το τι προνοείται σύμφωνα με αυτή για να εγγραφεί μία Διαιτητική Απόφαση, είναι ότι το θέμα της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων αποτελεί δικαιοδοτική βάση για την εγγραφή αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων από όλες τις χώρες που την έχουν κυρώσει, κάποιες χώρες αναγνωρίζουν ξεκάθαρα ότι εάν δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία στη δικαιοδοσία τους δεν μπορεί να εγγραφεί η Διαιτητική Απόφαση με βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης. Τα Αγγλικά Δικαστήρια, τα οποία ακολουθούμε στην Κύπρο λόγω του Κοινοδικαίου, αλλά και τα Ιρλανδικά Δικαστήρια, φαίνεται να καθορίζουν ότι έχει σημασία για το θέμα της δικαιοδοσίας η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων εντός της δικαιοδοσίας υπό την έννοια του ότι δεν προκύπτει πρακτικό όφελος από την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης αν δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία, σε τέτοια περίπτωση δεν έχει νόημα η αναγνώριση της αλλοδαπής Διαιτητικής Απόφασης και έτσι δεν πρέπει να εγγραφεί. To Άρθρο IV της Σύμβασης της Νέας Υόρκης καθορίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, ο Αιτητής οφείλει κατά τον χρόνο της αίτησης για αναγνώριση και εγγραφή, να προσκομίσει («shall at the time of the application, supply): α) To δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπο της απόφασης ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της. β) Το πρωτότυπο της γραπτής συμφωνίας βάσει της οποίας οι διαφορές υπεβλήθησαν σε διαιτησία ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφο της. γ) (i) Εάν κάποιο από τα πιο πάνω έγγραφα δεν συνετάχθη στην επίσημη γλώσσα του Κράτους εγγραφής, τότε ο Αιτητής πρέπει να προσκομίσει μετάφραση των εγγράφων αυτών στην επίσημη γλώσσα (ii) Η τυχόν απαιτούμενη μετάφραση πρέπει να πιστοποιείται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση της Beogradska (ανωτέρω): «Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο Αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο Αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση Κατ' αρχήν η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενική Αίτηση στηρίζεται και στον Ν.101/87, το άρθρο 35 του οποίου αναφέρει τα ακόλουθα: «Αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης 35.-
(1)Η διαιτητική απόφαση, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εξεδόθη, αναγνωρίζεται ως δεσμευτική. Το Δικαστήριο, μετά από γραπτή αίτηση οποιοσδήποτε των μερών, εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος ή του επόμενου άρθρου.
(2)Το μέρος που στηρίζεται στη διαιτητική απόφαση ή που επιζητεί την εκτέλεση της οφείλει να προσκομίσει δεόντως θεωρημένο το πρωτότυπο ή δεόντως κεκυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης και της συμφωνίας περί διαιτησίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο
- Αν η διαιτητική απόφαση και η συυφωνία περί διαιτησίας δεν είναι διατυπωμένες στην επίσημη νλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Δικαστήριο δύναται να ζητήσει και την προσκόμιση δεόντως κεκυρωμένης μετάφρασης αυτών στην επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας.» Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω όπως και το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Μαριλένας Μιλτιάδου ημερομηνίας 21/5/21, στην οποία έχει επισυνάψει ως τεκμήρια τις ελληνικές μεταφράσεις της συμφωνίας προμήθειας η οποία περιέχει ρήτρα διαιτησίας, της συμφωνίας εξασφάλισης η οποία επίσης περιέχει ρήτρα διαιτησίας, της τελικής απόφασης στη Διαιτησία με αριθμό V2017/76 ημερομηνίας 19/9/18 και της διορθωμένης απόφασης ημερομηνίας 8/11/18, λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 εμφανίστηκε στη διαιτησία μέσω δικηγόρου και δεν αμφισβήτησαν την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης, όπως επίσης και δεν αμφισβήτησαν την διορθωμένη απόφαση που εκδόθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο και λαμβάνοντας υπόψη μου την υπόθεση Beogradska (ανωτέρω) όπου εξετάστηκε το θέμα της ακολουθητέας διαδικασίας και το δικαίωμα αναγνώρισης και εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων σε συνάφεια με τους Νόμους 84/79 και 101/87, είμαι η θέση μου ότι τυγχάνει πλήρους εφαρμογής και στην εδώ περίπτωση. Διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος θα εκθεμελίωνε και θα καθιστούσε ανενεργείς τις πρόνοιες της Σύμβασης. II. Η φύση της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής αλλοδαπής απόφασης Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί και αποτελεί κοινό έδαφος, η παρούσα Αίτηση στηρίζεται στον Ν.84/79, ο οποίος ενσωματώνει τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων ημ. 10.6.
- Η απόφαση στην υπόθεση Beogradska Bank D.D. (ανωτέρω) είναι διαφωτιστική ως προς τη φύση της διαδικασίας εγγραφής διαιτητικής αλλοδαπής απόφασης με βάση τις πρόνοιες του Ν.84/
- Το ακόλουθο απόσπασμα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο ως προς την έκταση του δικαστικού ελέγχου που ασκείται σε τέτοια διαδικασία: «Η αναγνώριση και εκτέλεση της προαναφερθείσας αλλοδαπής εμπορικής διαιτητικής απόφασης επιδιώχθηκε με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης (η Σύμβαση), που κυρώθηκε στην Κύπρο με τον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1979 (Ν. 84/79), του οποίου οι πρόνοιες σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος έχουν αυξημένη ισχύ έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου. Το άρθρο III της Σύμβασης καθιερώνει την υποχρέωση των κρατών μελών να αναγνωρίζουν το κύρος και να επιτρέπουν την αναγνώριση και εκτέλεση των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων και προνοεί πως η διαδικασία αυτή γίνεται σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που ακολουθούνται στη χώρα του δικάζοντα Δικαστή. Βέβαια αν για κάποιο τέτοιο ζήτημα υπάρχει πρόνοια στη Σύμβαση, τότε ακολουθούνται οι πρόνοιες της Σύμβασης. Η Σύμβαση δεν καθορίζει δικονομικούς κανονισμούς που να ρυθμίζουν τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, ούτε και στην Κύπρο καθορίστηκε δεσμευτική διαδικασία. Επομένως για ένα τέτοιο διάβημα πρέπει να γίνεται επίκληση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Όταν το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση τέτοιας απόφασης, το πρώτο θέμα που πρέπει να διαπιστώσει είναι αν πρόκειται περί διαιτητικής απόφασης επί εμπορικού ή άλλου συναφούς ζητήματος και αν αυτή είναι αλλοδαπή. Το άρθρο IV της Σύμβασης προνοεί για το τι πρέπει να γίνει για να επιτύχει η αναγνώριση και εκτέλεση και το άρθρο V πώς μπορεί να απορριφθεί ένα τέτοιο διάβημα και οι λόγοι που το επιτρέπουν αυτό, είναι περιορισμένοι και καθορίζονται. Τα άρθρα αυτά τα παραθέτω στην αγγλική και σε μετάφραση στην ελληνική. Μεταξύ των δύο κειμένων υπερισχύει το κείμενο του αγγλικού πρωτοτύπου, όπως προνοεί ο Ν. 84/79: ...... Ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης που γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης, είναι κατά τη γνώμη μου εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης, που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι, κατά την άποψή μου, η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού αυτού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη Σύμβαση. Το βάρος της απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο IV το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που σχετίζονται με τους λόγους απόρριψης της αίτησης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση.» ΙΙΙ. Προϋποθέσεις του άρθρου IV του Ν.84/79 Όπως προκύπτει από την προαναφερόμενη απόφαση η Αιτήτρια έχει μόνο το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων του άρθρου ΙV, ήτοι να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται σε αυτό. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Bristol Business Corporation v. Besuno Limited
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 934 και A. Groutas Co. Ltd v. Πεπελάση
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1675, το άρθρο IV θέτει αυστηρή υποχρέωση στην Αιτήτρια, με αποτέλεσμα η μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του να οδηγεί σε απόρριψη της Αίτησης. Στην παρούσα περίπτωση ο Καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν ικανοποιούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για την εγγραφή και/ή αναγνώριση και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης της οποίας επιδιώκεται η εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση με βάση την υπό κρίση αίτηση. Ειδικότερα είναι η θέση του Καθ' ου η Αίτηση ότι τα έγγραφα δεν έχουν μεταφραστεί δεόντως αφού δεν έχει καταδεικτεί ότι το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών είναι η επίσημη αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας για παροχή πιστοποιημένων μεταφράσεων, δεν φαίνεται από ποιο άτομο έχει γίνει η μετάφραση και κατά πόσο το άτομο αυτό είναι μεταφραστής, η κα XXXXX Μακρή αναφέρει ότι είναι μεταφράστρια και διερμηνέας χωρίς να τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς της επισυνάπτοντας τα τεκμήρια και/ή πτυχία που κατ' ισχυρισμό κατέχει, δεν αναφέρει κατά πόσο είναι επίσημη μεταφράστρια σύμφωνα με την προϋπόθεση της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και το τεκμήριο Δ της ένορκης δήλωσης της Σωκράτους το οποίο είναι η επίδικη απόφαση, δεν φέρει πιστοποιητικό έντυπο γνωστό ως (apostille) κα ως εκ τούτου δεν πιστοποιείται η αυθεντικότητα της υπογραφής επί του εγγράφου αλλά ούτε η ιδιότητα του ατόμου που το έχει υπογράψει ούτε η σφραγίδα που φέρει το εν λόγω έντυπο. (α) Διαιτητική Απόφαση - άρθρο IV
(1)(α) και
(2)του Ν. 84/79 Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες η Αιτήτρια θα πρέπει να παρουσιάσει δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης με επίσημη μετάφραση στα Ελληνικά. Χρήσιμη καθοδήγηση αναφορικά με το θέμα της κύρωσης της διαιτητικής απόφασης προσφέρουν οι υποθέσεις Bristol Business Corporation v. Besuno Limited (ανωτέρω), Nimegran Trading Ltd v. Wigram Inc
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 825 και A. Groutas Co. Ltd v. Πεπελάση (ανωτέρω). Στην υπόθεση Nimegran Trading Ltd v. Wigram Inc (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, επί του θέματος του ποιος μπορεί να κάμει την πιστοποίηση διαιτητικών αποφάσεων, παραπέμπουμε στο σύγγραμμα 'Enforcement of International Arbitration Awards' των Pretra & Platte, σελ. 126, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: .. Σε μετάφραση: «., διάδικοι μπορεί να αποταθούν σε μία διπλωματική ή προξενική αποστολή της χώρας όπου η εφαρμογή και εκτέλεση ζητείται στη χώρα όπου η διαιτησία διεξάχθηκε. Δικαστικοί λειτουργοί ή συμβολαιογράφοι (notaries) σε εκείνη τη χώρα (όπου διεξάχθηκε η διαιτησία) είναι άλλες επιλογές.» Επισημαίνουμε πως η αναγκαιότητα για έγκυρη πιστοποίηση υπάρχει για να διασφαλίζεται ότι τίθεται η πραγματική διαιτητική απόφαση ενώπιον του Δικαστηρίου, που θα την εγγράψει για εκτέλεση. Σε όλη την επιχειρηματολογία των εφεσειόντων, πουθενά δεν τέθηκε η εισήγηση ότι τα πιστοποιημένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης δεν ήταν γνήσιο, με αναφορά στο περιεχόμενό της, του οποίου η ορθότητα και αυθεντικότητα ουδόλως αμφισβητήθηκε. Παραθέτουμε πιο κάτω ένα απόσπασμα από το σύγγραμμα «The Law and Practice of Commercial Arbitration in England,» 2nd Ed. των M.J. Mustill και S.C. Boyd από τη σελ. 425, που κατά την άποψή μας, υποστηρίζει την πιο πάνω θέση, εν όψει της μη αμφισβήτησης της αυθεντικότητας του περιεχόμενου της διαιτητικής απόφασης: ... Σε μετάφραση: «Οι αναφορές σε έγγραφα 'δεόντως επικυρωμένα' ή 'δεόντως πιστοποιημένα' είναι έννοιες άγνωστες στην Αγγλία, αλλά πιθανώς δεν προσθέτουν τίποτε στους συνήθεις κανόνες μαρτυρίας που αφορούν απόδειξη εγγράφων: η πιο πρόσφορη μέθοδος απόδειξης είναι με την επισύναψη του εγγράφου σε μία ένορκη δήλωση που πιστοποιεί την αυθεντικότητα του, την ακρίβεια του ως αντίγραφο ή την πιστότητα του ως μετάφραση, ανάλογα με την περίπτωση.» Η κύρωση πρωτοτύπου εγγράφου ουσιαστικά αποσκοπεί στην επιβεβαίωση της αυθεντικότητας των υπογραφών επί αυτού. Αυτό αναφέρεται στα συγγράμματα Wolff, New York Convention on the Recognition and Enforcement of Foreign Arbitral Awards, σελ. 210 και Kronke, Recognition and Εnforcement of Foreign Arbitral Awards: A Global Commentary on the New York Convention, 2010, σελ. 178. Αυτή η θέση υιοθετήθηκε και στην Αγγλική υπόθεση Rainstorm Pictures Inc v. Lombard-Knight (CA)
(2014)Bus L.R. 1196, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «29.. Albert Jan van den Berg in The New York Arbitration Convention of 1958
(1981), p 251 comments: "The first question is the distinction between an authenticated original of the award, on the one hand, and a certified copy of the award and the agreement, on the other. The authentication of a document is the formality by which the signature thereon is attested to be genuine. The certification of a copy is the formality by which the copy is attested to be a true copy of the original. The authentication therefore concerns the signature, whilst the certification concerns the document as a whole." The same commentator also observes, at p 255, that courts "appear .to be quite liberal in accepting that an original award is authenticated or a copy of an award or agreement is certified".» Στην απόφαση A. Groutas Co. Ltd v. Πεπελάση (ανωτέρω), στην οποία τελικώς κρίθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε επικυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης, λέχθηκε ρητώς ότι για να καταστεί ένα έγγραφο «επικυρωμένο αντίγραφο» θα πρέπει να επικυρωθεί η γνησιότητα των υπογραφών και της σφραγίδας αυτού. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Τεκμήριο Δ είναι η πρωτότυπη απόφαση στην διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου το οποίο φέρει την πρωτότυπη υπογραφή του μοναδικού Διαιτητή της διαδικασίας XXXXX Grierson και την πρωτόδικη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου όπως και την πρωτότυπη πιστοποίηση από το Γραμματέα του Διαιτητικού Δικαστηρίου που πιστοποιεί την αυθεντικότητα του εγγράφου. Η λέξη κεκυρωμένο έγγραφο που απαιτείται με βάση το Νόμο δεν χρειάζεται οποιαδήποτε επιπλέον πιστοποίηση πέραν της υπογραφής του Διαιτητή σε επίσημη μορφή και κάθε αντίγραφο πρέπει να είναι δεόντως πιστοποιημένο. Η φράση δεόντως πιστοποιημένο δεν ισοδυναμεί με «apostille» όπως ισχυρίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Intersputnik International Organisation of Space Communictations v. Alrena Investments Ltd ECLI:CY:AD:2017:A122, Πολιτική Έφεση 298/2013 που εκδόθηκε στις 4/4/2017 στην οποία αποφασίστηκε ότι το έγγραφο το οποίο φέρει την πρωτότυπη υπογραφή του διαιτητή και σφραγίδα του σώματος όπως στην παρούσα περίπτωση θεωρείται ότι πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο ΙV (α) σε σχέση με την διαιτητική απόφαση. Επομένως η Διαιτητική απόφαση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, τεκμήριο Δ, είναι κατά την άποψη μου απόφαση που πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο IV (α) του Ν.84/79. Μεταφράσεις Όσον αφορά το θέμα των μεταφράσεων των εγγράφων στην ελληνική γλώσσα είναι η θέση μου ότι επί των εγγράφων αυτών υπάρχουν οι σφραγίδες του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι η αρμόδια αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας για παροχή πιστοποιημένων μεταφράσεων. Στις μεταφράσεις πέραν του ότι η μεταφραστής κάθε εγγράφου βεβαιώνει το πιστό της μετάφρασης στα ελληνικά, έχει τεθεί η σφραγίδα του Ανώτερου Διευθυντή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν αμφισβητείται το πιστό της μετάφρασης ούτε και η γνησιότητα των υπογραφών των μεταφραστών, εκείνο που αμφισβητείται είναι τα προσόντα τους. Ο Νόμος όμως περί Ορκωτών Μεταφραστών Ν45
(1)/19 τον οποίο επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση έχει δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 27.03.2019, δηλαδή μετά την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και δεν τυγχάνει εφαρμογής. Επομένως, είναι η θέση μου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται για τα προσόντα των μεταφραστών, το πιστό της μετάφρασης αλλά και για το ότι το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών είναι η επίσημη αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας για παροχή πιστοποιημένων μεταφράσεων και θεωρώ ότι τα περί αντιθέτου επιχειρήματα εκ πλευράς Καθ' ου η Αίτηση δεν τυγχάνουν εφαρμογής και απορρίπτονται. Το Δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι η Αιτήτρια παρουσίασε δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο κείμενο της Διαιτητικής Απόφασης με επίσημη μετάφραση στα ελληνικά σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου IV
(1)(α) και
(2)του Ν.84/
- Δεν υπάρχει εκ πλευράς του Καθ' ου η αίτηση αμφισβήτηση της συμφωνίας διαιτησίας και της διαδικασίας που διεξήχθη, η οποία και ουσιαστικά και τον έχει δικαιώσει, ο οποίος και έχει ήδη λάβει το ποσό των χρημάτων που του επιδικάστηκε ως το τεκμήριο ΣΤ της ένορκης δήλωσης Σωκράτους, ενώ ορθά δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία και η Γαλλία έχουν κυρώσει τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, παρά τούτο υπάρχει σχετικά το πιστοποιητικό του Υπουργείου Εξωτερικών, τεκμήριο Η στην ένορκη δήλωση Σωκράτους που το επιβεβαιώνει. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη μου το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 2 ουδέποτε αμφισβήτησαν τη Διαιτητική Διαδικασία στη Στοκχόλμη, αντίθετα παρουσιάστηκαν σε αυτήν με δικηγόρο, το ίδιο και στην διαδικασία που αφορούσε την αίτηση που έγινε για διόρθωση της απόφασης, ενώ σε ό,τι αφορά την Κυπριακή διαδικασία ενώ αρχικά εμφανίστηκαν με συνήγορο και καταχώρησαν ένσταση τελικά ο συνήγορος τους αποσύρθηκε και δεν διόρισαν οποιονδήποτε άλλο συνήγορο, θεωρώ ότι όλες οι προϋποθέσεις της Σύμβασης της Χάγης στην παρούσα υπόθεση ικανοποιούνται και δη το γεγονός ότι υπάρχει η απόφαση ημερομηνίας 8/11/18 που είναι δεόντως Apostilled, έχω τη θέση ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει όλες τις προϋποθέσεις που τόσο ο Νόμος 101/87 όσο και οι Νόμοι 84/79 και 121/2000, αλλά και η Σύμβαση της Χάγης απαιτούν, όσον αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων. Έτσι, εκδίδεται το αιτούμενο Διάταγμα ως η παράγραφος Α της κυρίως αίτησης σε ότι αφορά τους Καθ' ων η αίτηση
- Τα Διατάγματα που έχουν επίσης οριστικοποιηθεί εναντίον τους παραμένουν σε ισχύ. Επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά το Διάταγμα τύπου Chabra αναφορικά με τους Καθ' ων η Αίτηση 3, αυτό ακυρώνεται ενόψει της έκδοσης των Διαταγμάτων στην κυρίως αίτηση. Επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 2 τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο