G.D.L. TRADING LIMITED ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2594/18, 7/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A386 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2594/18 Μεταξύ: G.D.L. TRADING LIMITED Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 7 Ιουλίου 2021 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Εναγόμενη Αιτήτρια: Η κα Α. Φωκά, για Λουκής Παπαφιλίππου και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής, για Χρίστος Πουτζιουρής και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ------------- Ενδιάμεση απόφαση σε αίτηση υπό της Εναγομένης Αιτήτριας ημερ. 3.11.21 για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών σε σχέση με την παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας Όπως προκύπτει από τον φάκελο της παρούσας αγωγής, στις 18.9.17, καταχωρήθηκε σε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο, η αξίωση της Ενάγουσας έναντι της Εναγόμενης, που είναι για έκδοση διαταγμάτων καταβολής ποσών που υπερχρεώθηκαν παρανόμως, που να αναγνωρίζουν ότι όσες συμφωνίες έγιναν μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, συμπεριλαμβανομένων και των συμφωνιών που έγιναν μεταξύ Ενάγουσας και της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd είναι άκυρες, παράνομες και στερημένες οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι όλες οι εγγυήσεις και εξασφαλίσεις που παραχωρήθηκαν είναι άκυρες, ακυρώσιμες, ανεφάρμοστες και παράνομες, συνεπεία δόλου, ψευδών παραστάσεων, απάτης και κατάχρησης εμπιστοσύνης από πλευράς Εναγόμενης προς την Ενάγουσα. Ζητά επίσης ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για παράνομες, αυθαίρετες, παράτυπες και υπερβολικές κατακρατήσεις ποσών και/ή χρεώσεις ύψους €1.052.180,
- Η αγωγή επιδόθηκε στην Εναγόμενη, η οποία στις 17.9.19 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω συνηγόρου. Στις 30.6.20 και μετά που η Εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη εμπρόθεσμης καταχώρησης Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα καταχώρησε την Έκθεση Απαίτησης της, στην οποία αναφέρει το ιστορικό συνεργασίας μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης, τις διάφορες συμφωνίες δανείων που συνήφθηκαν μεταξύ τους, τους όρους των εν λόγω συμφωνιών, όπως και τις ανανεώσεις και τροποποιήσεις που έγιναν κατά διαστήματα. Η Ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη ενήργησε έναντι της με δόλιο τρόπο και δεν συμμορφώθηκε με τους επίδικους όρους των επίδικων συμφωνιών αναφορικά με τη χρήση του σωστού βασικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και παραθέτει σχετικά τις, σύμφωνα με την θέση της, λεπτομέρειες δόλου, ψευδών παραστάσεων και παράβασης των νόμιμων καθηκόντων της Εναγόμενης. Είναι η θέση της Ενάγουσας, ότι λόγω αυτής της παράνομης, δόλιας και παραπλανητικής συμπεριφοράς της Εναγόμενης, έχει ζημιώσει τα ποσά των: (α) €1.750, ως έξοδα οικονομολόγου εμπειρογνώμονα που προσέλαβε για να μελετήσει τους επίδικους λογαριασμούς και να βρει τις παράνομες χρεώσεις εξόδων, τόκων και παράνομης κεφαλαιοποίησης τόκων, (β) €523.215,06, ως παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων και κεφαλαιοποίησης αυτών και έξοδα του επίδικου δανείου της Τράπεζας Κύπρου, και (γ) €528.965,85, ως παράνομες και/ή αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων και κεφαλαιοποιήσεις αυτών και εξόδων στον λογαριασμό του επίδικου δανείου της Λαϊκής Τράπεζας. Γι' αυτό και αξιώνει έναντι της Εναγόμενης, τα διατάγματα που έχουν αναφερθεί, ειδικές αποζημιώσεις και διατάγματα αναδόμησης των επίδικων καταστάσεων λογαριασμών και χρεώσεις τόκων, σύμφωνα με τα ορθά, δίκαια, νόμιμα και εύλογα ποσά. Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, οι συνήγοροι της Εναγόμενης, καταχώρησαν στις 6/8/2020 ειδοποίηση προσαγωγής εγγράφων για επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων σύμφωνα με τη Δ.28 θ.θ.6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ζητώντας αριθμό εγγράφων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, και συγκεκριμένα τις επίδικες συμφωνίες δανείου ημερομηνίας 20.6.08 και 3.4.08, όπως και τις τροποποιητικές συμφωνίες αυτών, την έκθεση του οικονομολόγου εμπειρογνώμονα που όρισε η Ενάγουσα αναφορικά με το θέμα των παράνομων χρεώσεων τόκων και της παράνομης κεφαλαιοποίησης τόκων, αλλά και τις επιστολές που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι απέστειλε στην Εναγόμενη, σχετικά με τα επίδικα θέματα. Στις 28.8.20, οι συνήγοροι της Εναγόμενης, καταχώρησαν στον φάκελο του Δικαστηρίου αντίγραφο της επιστολής που έστειλαν στους συνήγορους της Ενάγουσας, με την οποία ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες στην ως άνω αγωγή και συγκεκριμένα σε σχέση με τις παραγράφους 36(α), (β) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης, και συγκεκριμένα ζητούν λεπτομέρειες και εξειδίκευση των ποσών που αξιούνται και του τρόπου υπολογισμού τους. Αναφέρουν περαιτέρω στην επιστολή τους, ότι χωρίς αυτές τις λεπτομέρειες δεν μπορούν να αποκτήσουν πλήρη και σαφή εικόνα της απαίτησης της Ενάγουσας και δεν είναι δυνατόν, να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους. Στις 3.11.20 η Εναγόμενη καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την έκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου που να διατάσσουν και να υποχρεώνουν την Ενάγουσα και/ή τους δικηγόρους της να δώσουν στην Εναγόμενη δια των δικηγόρων της, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, σε σχέση με την παράγραφο 36 υποπαραγράφους (α), (β) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης και εξειδικεύει τις λεπτομέρειες που ζητεί. Ζητεί επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή και η απόρριψη της αγωγής και/ή της Έκθεσης Απαίτησης και/ή της παραγράφου 36 της Έκθεσης Απαίτησης, εκτός εάν η Ενάγουσα συμμορφωθεί με το διάταγμα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, εντός 15 ημερών από την ημερομηνία του διατάγματος ή οποιοδήποτε άλλο χρονικό διάστημα το Δικαστήριο κρίνει πρέπον υπό τις περιστάσεις. Ζητά περεταίρω διάταγμα με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρησης της Υπεράσπισης της Εναγόμενης για 14 ημέρες από τη συμμόρφωση της Ενάγουσας, με το αιτούμενο διάταγμα του Δικαστηρίου για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Νομική βάση της αίτησης, είναι οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.θ. 2, 4, 6‑9, 13, 15, 16, 26, και 27, Δ.27 θ.θ.1‑3, Δ.30 θ.3(α) και (β), Δ.39 θ.2, Δ.48 θ.θ.1‑4, 8 και 9 και Δ.64, η διακριτική ευχέρεια και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση του XXXXX Χ'' Σωτηρίου από τη Λευκωσία, στην οποία αναφέρει τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται, όπως επίσης και τη θέση ότι τα γεγονότα προκύπτουν επίσης μέσα από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην ένορκή του δήλωση, ο Γ. Χ'' Σωτηρίου, αναφέρει ότι είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση, προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αντί οποιουδήποτε λειτουργού της Εναγόμενης επειδή τα θέματα που αφορά είναι καθαρά νομικά, και είναι δεόντως και πλήρως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι έχει πλήρη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης προσωπικά, και από τις λεπτομέρειες που υπάρχουν εντός του φακέλου που διατηρούν στο γραφείο τους σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και έχει επίσης λάβει νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του γραφείου που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και πιστεύει, εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει, ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσής του, ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ακολούθως, προβαίνει σε μια σύντομη ιστορική αναδρομή των γεγονότων που αφορά η παρούσα αγωγή, και ειδικότερα ότι μετά που καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και κατά τη μελέτη αυτής για να ετοιμάσει και καταχωρήσει η Εναγόμενη την Υπεράσπισή της, διαπιστώθηκε η ανάγκη, όπως δοθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με διάφορα ποσά που δικογραφεί η Ενάγουσα και στα οποία βασίζει τις αξιώσεις της για ειδικές αποζημιώσεις και ειδικότερα στις παραγράφους 36, υπό τον τίτλο, «λεπτομέρειες ειδικών ζημιών» και τα οποία αξιώνει στη συνέχεια ως ειδικές αποζημιώσεις στην παράγραφο
- Αναφέρεται επίσης η Ενάγουσα, σε έκθεση που έχει από εμπειρογνώμονα, κατόπιν δικών της οδηγιών ο οποίος κατέληξε στα εν λόγω ποσά και/ή παράνομες χρεώσεις και/ή παράνομες κεφαλαιοποιήσεις τόκων που αναφέρει η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησής της. Είναι η θέση του, ότι η παράγραφος 36 της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, όπως είναι δικογραφημένη, δεν περιέχει τις απαραίτητες λεπτομέρειες σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και δεν μπορεί η Εναγόμενη να αντιληφθεί πλήρως και επαρκώς τις θέσεις αυτές της Ενάγουσας για να μπορέσει να τις απαντήσει με τον ορθό δικονομικό τρόπο, πλήρως και επακριβώς στην Υπεράσπισή της. Είναι η θέση του περαιτέρω, ότι προτού καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση, οι δικηγόροι της Εναγόμενης απέστειλαν στους δικηγόρους της Ενάγουσας, επιστολή με την οποία ζήτησαν όπως τους παρασχεθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε και στο Πρωτοκολλητείο και βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, η οποία επιδόθηκε στους δικηγόρους της Ενάγουσας, οι οποίοι όμως δεν απάντησαν σε αυτήν, ούτε εντός του χρονικού διαστήματος που τέθηκε σε αυτήν, ούτε και μέχρι σήμερα. Επειδή, σύμφωνα με τη θέση του, είναι αναγκαίο να δοθούν οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες στην Εναγόμενη για να μπορέσει να ετοιμάσει την Υπεράσπισή της, με τον ορθό δικονομικό τρόπο που πρέπει, και επειδή η Ενάγουσα αμέλησε να συμμορφωθεί με την επιστολή για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, η Εναγόμενη κατέφυγε στην καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης, ζητώντας από το Δικαστήριο διατάγματα που να επιβάλλουν στην Ενάγουσα να παραχωρήσει στην Εναγόμενη τις αιτούμενες λεπτομέρειες. Είναι η θέση του ότι η Ενάγουσα δεν θα υποστεί καμιά ζημιά από την έκδοση των διαταγμάτων, ούτε από τον χρόνο που θα μεσολαβήσει, μέχρι την καταχώρηση της Υπεράσπισής της, αφού η ίδια χρειάστηκε 21 μήνες, από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι να καταχωρήσει την Έκθεση Απαίτησης της. Ο κύριος Χ'' Σωτηρίου, επισυνάπτει στην ένορκη δήλωσή του, δύο Τεκμήρια και συγκεκριμένα, την επιστολή ημερομηνίας 28.8.20, που στάληκε από τους συνήγορους της Εναγόμενης στους συνήγορους της Ενάγουσας με την οποία τους ζητούσαν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και η οποία έχει καταχωρηθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου, και την επίδοση της εν λόγω επιστολής στους συνήγορους της Ενάγουσας μέσω ιδιώτη επιδότη, στις 28.8.
- Στις 21.7.20, οι δικηγόροι της Ενάγουσας καταχώρησαν αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης, λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης στη βάση της Δ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αφού προηγήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου της Ενάγουσας, την εκπροσώπηση της οποίας ανέλαβε σε αντικατάσταση του δικηγορικού γραφείου Σπύρος Α. Σπύρου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, το δικηγορικό γραφείο Χρίστος Πουτζιουρής και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Στις 8.2.21, οι νέοι συνήγοροι της Εναγόμενης, καταχώρησαν την Υπεράσπισή τους στην οποία αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, τόσο σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα, όσο και τον τρεχούμενο λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Αναφέρουν τις εξασφαλίσεις που υπήρχαν και στις δύο συμφωνίες και αρνούνται ότι έχουν υπερχρεώσει τόκους και/ή άλλες παράνομες χρεώσεις στην Ενάγουσα, και είναι η βασική τους θέση ότι ουδέποτε τα βασικά επιτόκια τρεχούμενων λογαριασμών της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, είχαν καθοριστεί ως το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ότι οι όροι των σχετικών συμφωνιών που ίσχυαν αναφορικά με τους εν λόγω λογαριασμούς, προέβλεπαν τον τρόπο χρέωσης των τόκων, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε σύγκρουση με τον νόμο. Αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς που η Ενάγουσα προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης της, ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παραπλάνησαν την Ενάγουσα ούτε και προέβηκαν σε ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με την υπογραφή, είτε των πρωτότυπων, είτε των τροποποιητικών συμφωνιών, όπως και αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς, περί δόλου απάτης και παράβασης νόμιμων καθηκόντων, και ψευδών παραστάσεων. Αναφέρουν μάλιστα, ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται εδώ και πολλά χρόνια και το Διοικητικό της Συμβούλιο απαρτίζεται από έμπειρους συμβούλους και περαιτέρω, αναφέρουν ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης δεν παρέχουν τις απαιτούμενες λεπτομέρειες ειδικών ζημιών, ενώ τα ποσά που καταγράφονται ως ζημιές είναι υποθετικά, χωρίς στοιχειοθέτηση και χωρίς τεκμηρίωση. Περαιτέρω αναφέρουν ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται από του να προωθεί την παρούσα αγωγή και τις αξιώσεις της λόγω κωλύματος που δημιουργήθηκε από την ίδια με την συμπεριφορά της, και συγκεκριμένα το γεγονός ότι έχει εξοφλήσει πλήρως τους επίδικους λογαριασμούς, χωρίς να επιφυλάξει οποιοδήποτε δικαίωμα να προβάλει οποιανδήποτε απαίτηση, και συνεπώς εμποδίζεται τώρα να αρνηθεί την κατάσταση πραγμάτων που αποδέχτηκε με την αναγνώριση και εξόφληση των χρεωστικών υπολειπόμενων των επίδικων λογαριασμών. Ισχυρίζονται επίσης ότι η Εναγόμενη στηριζόμενη στη συμπεριφορά της Ενάγουσας, διαφοροποίησε τη θέση της και ακύρωσε όλες τις εγγυήσεις, υποθήκες και ενεχυριάσεις που εξασφάλιζαν τους επίδικους λογαριασμούς, κάτι που δεν θα έπραττε, εάν η Εναγόμενη, την ενημέρωνε εκ των προτέρων ότι αμφισβητεί τα υπόλοιπα και αξιώνει αποζημιώσεις πέραν του €1 εκατομμυρίου. Αιτούνται συνεπώς, την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Λόγω της καταχώρησης της Υπεράσπισης της Εναγομένης, η αίτηση ημερομηνίας 21.7.20 για απόρριψη της αγωγής λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα. Στις 15.6.21, οι συνήγοροι της Ενάγουσας καταχώρησαν την ένστασή τους στην υπό κρίση αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.
- θ.θ. 6‑9, Δ.40, Δ.48 θ.θ.1‑4 και 7‑9 και η Δ.64, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική εξουσία του Δικαστηρίου, και η νομολογία. Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης, συνοπτικά αποδιδόμενοι, είναι ότι η αίτηση για καλύτερες λεπτομέρειες υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα και πολύ μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας, είναι αχρείαστη, κακόπιστη και καταχρηστική και γίνεται μόνο και μόνο για σκοπούς καθυστέρησης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, οι λεπτομέρειες που ζητά η Εναγόμενη, αποσκοπούν στην αποκάλυψη μαρτυρίας και εγγράφων και ιχνηλάτησης μαρτυρίας και δεν αποτελούν γνήσιο αίτημα. Αναφέρουν περεταίρω ότι οποιεσδήποτε διευκρινίσεις χρειάζονται, μπορούν να ζητηθούν από την Εναγόμενη κατά την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας, αφού αυτά που ζητά η Εναγόμενη αποτελούν τη μαρτυρία που η Ενάγουσα θα προσάξει κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, οι λεπτομέρειες που ζητά η Εναγόμενη έχουν ήδη περιληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και οι παράγραφοι για τις οποίες ζητούνται λεπτομέρειες είναι εντός της γνώσης της Εναγομένης, και εν πάση περιπτώση περιέχουν ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να οδηγήσουν την Εναγόμενη να προβάλει την Υπεράσπισή της, κάτι το οποίο έχει ήδη κάνει. Είναι περαιτέρω η θέση τους, ότι η έκδοση τυχόν διατάγματος για καλύτερες λεπτομέρειες θα προκαλέσει αδικία στην Ενάγουσα, καθυστέρηση στην υπόθεση, και ότι η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι αρκετή και/ή δεν παρέχει το σωστό υπόβαθρο για τον σκοπό αυτό. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι το στάδιο στον οποίο έχει καταχωρηθεί η αίτηση δεν είναι το ορθό, αυτό έπρεπε να γίνει στα πλαίσια της Δ.30, μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας, και ότι ακόμα ένας λόγος για τον οποίο η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, είναι επειδή τα γεγονότα για τα οποία ζητούνται καλύτερες λεπτομέρειες, είναι αυτά για τα οποία το βάρος απόδειξης, φέρει η ίδια η Εναγόμενη. Την ένσταση, συνοδεύει η ένορκη δήλωση του εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας, XXXXX Λόρδου ο οποίος αναφέρει ότι προβαίνει σε αυτήν από γεγονότα που εμπίπτουν στο δικό του προσωπικό πεδίο γνώσης, από έγγραφα που υπάρχουν μέσα στον φάκελο της υπόθεσης καθώς και πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο του κ. Πουτζιουρή, επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση, με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων εκ πλευράς και των δύο συνήγορων, τις οποίες προηγουμένως αντάλλαξαν μεταξύ τους ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου. Στη δική της αγόρευση η Εναγόμενη, αφού προβαίνει σε μια σύντομη περιγραφή του τι ζητεί με την υπό κρίση αίτηση, αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης, και την καταχώρηση εν τέλη Υπεράσπισης από την πλευρά της στις 8.2.
- Ακολούθως, αναφέρει το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην Δ.19 θ.θ.6 και 7, τις οποίες και αναπαράγει και είναι η θέση της ότι η Εναγόμενη έχει ακολουθήσει επακριβώς την ενδεδειγμένη δικονομική οδό για να προωθήσει το αίτημα της για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Είναι επίσης ξεκάθαρο, ως η θέση της, ότι η αίτηση δεν προωθείται πρόωρα, αφού η Εναγόμενη, απευθύνθηκε πρώτα με επιστολή στην Ενάγουσα και καταχώρησε και την Υπεράσπισή της, πριν να εκδικαστεί η παρούσα αίτηση. Ακολούθως, αναπαράγει την επίδικη παράγραφο 36(α), (β) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία επαναλαμβάνεται και στην παράγραφο 45Β, της αξίωσης της Ενάγουσας και αναφέρει ότι υπάρχει μια σειρά ερωτημάτων που πρέπει να απαντηθούν από την Ενάγουσα σε σχέση με την εν λόγω παράγραφο και ειδικά: -σε ότι αφορά την παράγραφο 36(α), ποιος είναι ο οικονομολόγος εμπειρογνώμονας, πότε διεκπεραιώθηκε η εργασία του, σε ποια στοιχεία βασίστηκε η εργασία του, και πότε εκδόθηκε το τιμολόγιο της αμοιβής του και τι υπηρεσίες αυτό αφορά, σε σχέση με τα ποσά που αξιώνονται από την Εναγόμενη. -σε ότι αφορά τις παραγράφους 36(β) και (γ), τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι με ποιον τρόπο και ποια μεθοδολογία υπολογίστηκαν από τον εμπειρογνώμονα οι καθ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις τόκων, κεφαλαιοποιήσεις τόκων και εξόδων, και πώς ο εμπειρογνώμονας κατέληξε στα εν λόγω ποσά, και ποιες είναι, σε ποσά, οι κάθ' ισχυρισμό παράνομες χρεώσεις και κεφαλαιοποιήσεις που έχουν εξευρεθεί και αντιστοιχούν στα ποσά των €
- 215,06 και €528.965, 85, και πώς αναλύονται αυτά. Ακολούθως, με αναφορά στη νομολογία, στοιχειοθετεί, σύμφωνα με τη θέση της, την ανάγκη παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών, για να μπορέσει η Εναγόμενη να παρουσιάσει ολοκληρωμένη γραμμή υπεράσπισης κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και για να αξιολογήσει κατά πόσο τίθεται θέμα τροποποίησης της Υπεράσπισης που έχει καταχωρήσει. Είναι επίσης η θέση της, ότι η υποχρέωση εξειδίκευσης, ειδικών αποζημιώσεων που αξιώνονται με την παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης, σύμφωνα με τη νομολογία, ως ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να γράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότατη σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία. Με αναφορά σε αρκετή νομολογία, είναι η θέση της ότι η δικογράφηση των ειδικών αποζημιώσεων της Ενάγουσας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε επαρκής, ούτε λεπτομερής και αυτή η παράλειψη δεν αφορά μόνο το ζήτημα απόδειξης της υπόθεσης της Ενάγουσας, αλλά επηρεάζει και τη δυνατότητα της Εναγόμενης, να προβάλει εμπεριστατωμένη και ολοκληρωμένη υπεράσπιση. Είναι η θέση της, ότι κανένας από τους λόγους ένστασης που προβάλλει η Ενάγουσα δεν ισχύει, ούτε υφίσταται, δεν υπάρχει ούτε καθυστέρηση, ούτε γίνεται προσπάθεια εκμαίευσης ή αλλοίωσης μαρτυρίας και σίγουρα δεν τίθεται θέμα να μην έχει υποβληθεί η αίτηση στο κατάλληλο στάδιο. Υπάρχει ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση και οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της Ενάγουσας περί αοριστίας ασάφειας και τα λοιπά, δεν έχουν κανένα έρεισμα. Είναι καταληκτικά η θέση της, ότι το Δικαστήριο, επιπλέον της έκδοσης του διατάγματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, μπορεί να εκδώσει το διάταγμα, υποχρεώνοντας την Ενάγουσα να παρέχει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες στην Εναγόμενη, και εάν αυτή δεν το πράξει εντός του καθορισμένου χρόνου, τότε να εκδώσει διάταγμα, ως το αιτητικό (Β) της αίτησης, διατάσσοντας δηλαδή, τη διαγραφή συγκεκριμένων ισχυρισμών του διάδικου που δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, και παραπέμπει σχετικά σε νομολογία. Είναι καταληκτικά η θέση της, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Στη γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος της Ενάγουσας, αφού επαναλαμβάνει τη νομική βάση, τόσο της αίτησης, όσο και της ένστασης και όλους τους λόγους ένστασης που έχουν προβληθεί στη γραπτή ένσταση που έχει καταχωρήσει, ασχολείται πρώτα με το προδικαστικό θέμα του ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί πρόωρα και δη προτού ολοκληρωθούν τα δικόγραφα και καταχωρηθεί, σύμφωνα με τη νέα Διαταγή 30, κλήση για οδηγίες. Έχει τη θέση ότι είναι σε εκείνο το στάδιο που θα πρέπει το Δικαστήριο να εξετάσει τυχόν αιτήματα της Εναγόμενης που αναφέρουν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και αναφέρει επίσης ότι στην παρούσα υπόθεση, η Εναγόμενη καταχώρησε πρόωρα την αίτησή της, πριν καν καταχωρήσει Υπεράσπιση. Είναι η θέση του ότι με βάση τη νέα Διαταγή 25, που δίδει το δικαίωμα στους διάδικους να τροποποιήσουν μια φορά τα δικόγραφά τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, μπορεί οποιαδήποτε διαταγή παροχής λεπτομερειών από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, να αποβεί μάταιη ή άνευ αντικειμένου, εάν η Ενάγουσα τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης της στη βάση της νέας Δ.
- Ακολούθως, αναφέρεται γενικά στη νομική πτυχή της αίτησης και τις γενικές αρχές όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία, αναπαράγοντας τη Δ.19 θ.θ. 6, 7 και 8, όπως επίσης επαναλαμβάνει τη θέση του ότι οι λεπτομέρειες που ζητά η Εναγόμενη, αποσκοπούν στον αποκάλυψη μαρτυρίας και εγγράφων και συνιστά προσπάθεια ιχνηλάτησης μαρτυρίας και όχι γνήσιο αίτημα λεπτομερειών. Είναι η θέση του ότι η Εναγόμενη μπορεί να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις κατά το στάδιο της ακρόασης, κατά την αντεξέταση των μαρτύρων, όπως επίσης και μετά πιθανότατα που θα καταχωρηθούν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων. Δεν θεωρεί ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση και στην παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησής, υπάρχει οτιδήποτε που θέτει την Εναγόμενη εξ' απρόοπτου, ούτε και συμμερίζεται τη θέση της ότι εάν δεν της δοθούν οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες, δεν θα μπορέσει να προχωρήσει και να προετοιμαστεί κατάλληλα για την ακρόαση της υπόθεσης. Θεωρεί επίσης, ότι εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα προκληθεί αδικία στην Ενάγουσα, καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής και υψηλά έξοδα. Αφού επαναλαμβάνει τις αιτούμενες λεπτομέρειες που ζητά η Εναγόμενη για την παραγράφο 36(α), (β) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης, αναφέρει ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι ξεκάθαρο ότι αποσκοπούν στην εκμαίευση μαρτυρίας και όχι στη διευκρίνιση ουσιαστικών γεγονότων, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι κατά την ακροαματική διαδικασία, και όταν θα δίνουν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου οι μάρτυρες της Ενάγουσας, θα μπορούν οι συνήγοροι της Εναγόμενης, να τους αντεξετάσουν και θα μπορούν να διευκρινίσουν όλες τις τυχόν απορίες που έχουν. Καταλήγοντας, και πάλι με αναφορά στη νομολογία, θεωρεί ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της Ενάγουσας και το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, προς όφελος της Ενάγουσας και να απορρίψει την αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Το δικαίωμα των διαδίκων να ζητήσουν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με δικόγραφο προνοείται από τη Διαταγή 19, θεσμοί 6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με τους οποίους (σε μετάφραση): «
- Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οποιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα και οτιδήποτε άλλο που θα ήθελε φανεί δίκαιο.
- Προτού ένας διάδικος αποταθεί για διάταγμα για λεπτομέρειες μπορεί να τις ζητήσει με επιστολή. Τα έξοδα της επιστολής και οποιωνδήποτε λεπτομερειών που θα παραδοθούν σύμφωνα με την επιστολή θα επιτρέπονται κατά τη ψήφιση. Όταν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής ασχολείται με τα έξοδα οποιασδήποτε αίτησης για διάταγμα για λεπτομέρειες οι πρόνοιες αυτού του κανονισμού θα λαμβάνονται υπόψιν από το Δικαστήριο ή Δικαστή». Στην υπόθεση Κρις (Χρίστος) Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τη χρησιμότητα των δικογράφων: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως, η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others (ανωτέρω)». Είναι καλά καθιερωμένο ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα και τις αναγκαίες λεπτομέρειες που στοιχειοθετούν τους ισχυρισμούς των διαδίκων. Η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών δικαιολογείται εκεί όπου οι ισχυρισμοί των διαδίκων είναι γενικοί και αόριστοι, τα επίδικα θέματα δεν έχουν καθοριστεί και τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα που επικαλείται ένας διάδικος στο δικόγραφο του χρήζουν διευκρινίσεων. Σχετική είναι η απόφαση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ & άλλοι v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, η οποία έχει υιοθετηθεί και επιβεβαιωθεί σε σωρεία μεταγενέστερων αποφάσεων, και στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο γενικός κανόνας, όπως προκύπτει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, είναι ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται πάντοτε να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει στην έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες». (βλ. επίσης Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 157). Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες δίνονται επιπλέον, έτσι ώστε να περιοριστούν τα επίδικα θέματα και κατ' επέκταση να εξοικονομηθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, αλλά και για να μπορεί η άλλη πλευρά να προετοιμαστεί κατάλληλα και να είναι σε θέση να αποφασίσει ποια μαρτυρία θα χρειαστεί να προσκομίσει κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ. Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ v. Μηνά Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244). Έτσι, αν στα δικόγραφα περιλαμβάνονται επαρκείς λεπτομέρειες, έτσι που ο κάθε διάδικος να γνωρίζει ποιους ισχυρισμούς θα έχει να αντιμετωπίσει, η κάθε πλευρά θα γνωρίζει εκ των προτέρων ποια μαρτυρία θα πρέπει να είναι έτοιμη να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπόθεση της άλλης πλευράς και με αυτόν τον τρόπο δίνεται η δυνατότητα τόσο στους διάδικους αλλά και στο Δικαστήριο να προγραμματίσουν τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας σε σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς αχρείαστες αναβολές και καθυστέρηση. Το καθήκον του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της αίτησης σύμφωνα με την υπόθεση Takis Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666 είναι να προσπαθήσει να βρει τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ λεπτομερειών γεγονότων από την μια, για τα οποία μπορεί και πρέπει να διατάξει να δοθούν λεπτομέρειες αν αυτές απουσιάζουν από το δικόγραφο και της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα από την άλλη για την οποία ο αιτητής δεν δικαιούται σε διάταγμα. Το πώς αποδεικνύεται ένα γεγονός δεν είναι μέσα στο πλαίσιο των λεπτομερειών. Και περαιτέρω ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει προσεκτικά τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και συνεκτιμώντας τα στοιχεία, όπως τίθενται ενώπιον του, δια των δικογράφων, φροντίζει ώστε η διαδικασία αυτή να τελεσφορεί και το σχετικό διάταγμα εκδίδεται μόνο όπου αυτό πράγματι απαιτείται και απορρίπτει κάθε αίτηση όταν διαπιστώνει ότι αυτή δεν έγινε γιατί πράγματι τα δικόγραφα ήταν ασαφή, αλλά μόνο και μόνο για να καθυστερήσει η διαδικασία. Eίναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι όταν ο Εναγόμενος προβάλλει την υπεράσπιση της παρανομίας, το δικόγραφό του πρέπει να περιέχει τα γεγονότα από τα οποία να φαίνεται καθαρά σε τι συνίσταται η παρανομία (βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστρατίου (άλλως Τάκη) Οικονομίδη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 669). Ιδιαίτερα σαφές και διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Βullen & Leake, Precedents of Pleadings,12η έκδοση, στη σελ. 1106 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Pleading. Where the defendant relies upon the defence of illegality, he should distinctly raise that defence by his pleading, and should state the facts or refer to facts already stated in the Statement of Claim, so as to show clearly what the illegality is. If a man "intends to charge illegality, he must state facts for the purpose of showing what the illegality is" (Bullivant v. Att.-Gen. for Victoria
(1901)A.C. 196, per Lord Davey at 204)». Σε σχέση δε με τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση περί παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων σχετικό είναι το απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΖΩΗΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΑΛΛΩΣ ΖΩΗΣ ΛΑΜΠΡΟΥ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗ κ.ά. v. HELLENIC BANKPUBLIC COMPANY LTD, , ECLI:CY:AD:2017:A344, Πολιτική Έφεση Αρ. 130/2012, απόφαση ημερομηνίας 10.10.2017, όπου επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση για απόρριψη αίτησης παραμερισμού εκδοθείσας απόφασης υπέρ της ενάγουσας-τράπεζας. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλων χαρακτηριστικά τα ακόλουθα για το θέμα του ισχυρισμού περί παράνομων και καταχρηστικών χρεώσεων: «Όπως ορθώς αποφάνθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν οι εφεσείουσες στην συνοδευτική ένορκη δήλωση για εικονικό δάνειο, παραβίαση του καταστατικού της εφεσίβλητης και εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας ήταν γενικοί και αόριστοι, εφόσον δεν συνοδεύονταν, έστω και στοιχειωδώς, με κάποια συγκεκριμένα στοιχεία που να τους προσέδιδαν κάποια βασιμότητα. Κατά συνέπεια ορθώς αποφάνθηκε ότι οι εφεσείουσες απέτυχαν να ικανοποιήσουν ότι είχαν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και σ' ό,τι αφορά τον προβληθέντα ισχυρισμό για παράνομες χρεώσεις να παρατηρήσουμε τα εξής:- Δεν είναι αρκετό να επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση κατάσταση λογαριασμού και στη βάση αυτή να διατυπώνεται απλώς ο ισχυρισμός «ότι πέραν από τα μισά χρήματα του σημερινού υπολοίπου αποτελούνται από παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις», χωρίς να εντοπίζονται οι κατ' ισχυρισμό τέτοιες χρεώσεις και να αναμένεται από το δικαστή να μετατραπεί σε λογιστή που, αφού διεξέλθει τη συμφωνία δανείου και την κατάσταση λογαριασμού, να τις εντοπίσει». Το ίδιο ζήτημα των παράνομων, αντικανονικών και καταχρηστικών χρεώσεων, και κατά πόσον αυτοί οι ισχυρισμοί χρήζουν περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών έχει απασχολήσει σε αρκετές υποθέσεις πρωτόδικα Δικαστήρια στις αποφάσεις των οποίων έχουν καταλήξει ότι οι παράνομες χρεώσεις πρέπει να εξειδικεύονται ρητά στο δικόγραφο και πρέπει ο διάδικος που εγείρει ισχυρισμό περί παράνομων χρεώσεων να τον εξειδικεύει παρέχοντας λεπτομέρειες. Παραθέτω ενδεικτικά κάποιες από αυτές τις αποφάσεις οι οποίες είναι μεν καθοδηγητικές για το κατά πόσον οι ισχυρισμοί περί παράνομων και αντικανονικών χρεώσεων χρήζουν διευκρινίσεων, ταυτόχρονα όμως και αρκούντως διαφωτιστικές και με τις οποίες συμφωνώ και τις υιοθετώ. Στην υπόθεση ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 1785/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, απόφαση ημερομηνίας 04.07.2014, η κα Τ. Παρασκευαΐδου-Καρακάννα Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε, εγκρίνοντας το αίτημα των Εναγόντων, ανέφερε ότι: «Πληροφοριακά θα ήθελα να αναφέρω ότι οι Αγγλικοί Θεσμοί που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων μεταξύ των οποίων και της υπεράσπισης, έχουν τροποποιηθεί με αποτέλεσμα, με βάση τους θεσμούς που ισχύουν σήμερα, ο εναγόμενος έχει καθήκον να συμπεριλάβει στην υπεράσπιση του όλα τα στοιχεία που την στοιχειοθετούν και να προβάλει με σαφήνεια την εκδοχή του. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν, σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να διατάξει ακόμη και τη διαγραφή του δικογράφου (Βλέπετε σχετικά Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 16η έκδοση παρ. 1-35). [..] Οι υπόλοιπες λεπτομέρειες αφορούν τον ισχυρισμό των εναγομένων περί παρανόμου επιτοκίου, παρανόμων ανατοκισμών και παρανόμων υπερχρεώσεων. Ήταν η θέση των εναγομένων ότι τα γεγονότα αυτά είναι σε γνώση των εναγόντων και ως εκ τούτου η αποκάλυψη των στοιχείων αυτών δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό. Το γεγονός αυτό όμως δεν αποτελεί λόγο για απόρριψη του αιτήματος. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Annual Practice του 1958, σελ. 374: «If is sometimes urged as an objection to an application for particulars that the applicant must know the true facts of the case better than his opponent (Harbord -v- Monk 38 L.T.411, Keogh -v- Incorporated Dental Hospital of Ireland
(1910)2 I.R. 166 (C.A)). But each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him and to bind him down to a definite story. Particulars therefore will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial». Στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Μιχάλης Φασουλής, Αγωγή Αρ. 1838/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας της κας Κλ. Χ¨ Κυριάκου Ε.Δ., απόφαση ημερομηνίας 30.06. 2014, το Δικαστήριο διέταξε την παροχή περισσότερων λεπτομερειών αναφορικά με τους ισχυρισμούς των εκεί Εναγομένων περί παράνομου επιτοκίου, παράνομων και καταχρηστικών ανατοκισμών, παράνομων υπερχρεώσεων και ετεροβαρών όρων εξηγώντας μεταξύ άλλων ότι, «όταν ο Εναγόμενος προβάλλει την υπεράσπιση της παρανομίας, το δικόγραφό του πρέπει να περιέχει τα γεγονότα από τα οποία να φαίνεται καθαρά σε τι συνίσταται η παρανομία». Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο σχολίασε ως ακολούθως: «Στην προκειμένη περίπτωση, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η επίδικη συμφωνία βεβαίως και είναι σε γνώση και στην κατοχή της ενάγουσας. Εν τούτοις, οι εναγόμενοι προβάλλουν με ιδιαίτερα γενικό τρόπο ουσιαστικούς ισχυρισμούς περί παράνομου επιτοκίου, παράνομων και καταχρηστικών ανατοκισμών, παράνομων υπερχρεώσεων και ετεροβαρών όρων, οι οποίοι εάν ευσταθούν καθιστούν τη συμφωνία, κατά τη θέση των εναγομένων, άκυρη. Δεν πρόκειται περί θέματος μαρτυρίας, αλλά περί ουσιαστικών θεμάτων στην αγωγή, λεπτομέρειες των οποίων οφείλουν οι εναγόμενοι να παράσχουν στην ενάγουσα. Οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν σε θέματα/γεγονότα που είναι απαραίτητο να γνωρίζει η ενάγουσα, έτσι ώστε να είναι σε θέση να παρουσιάσει την υπόθεσή της στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής και να προσκομίσει μαρτυρία, αν έχει, προς απάντηση/αντίκρουση αυτών. Οι σχετικοί ισχυρισμοί των εναγομένων τίθενται με τόσο γενικό και αόριστο τρόπο στο δικόγραφό τους, που τίθεται η ενάγουσα σε μειονεκτική θέση χωρίς την παροχή των απαιτούμενων λεπτομερειών. Όπως έχει νομολογηθεί, όταν διάδικος παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες, θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές, έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973). Συνεπώς, κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιολογημένα επιζητεί την παροχή αυτών των λεπτομερειών σε αυτό το στάδιο». Είναι δε σχετικά τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. P.S.K. UNIUSED CARS LIMITED (πρώην P.S.K. CAR ENTERPRISES LIMITED), Αγωγή Αρ. 1927/15 Ε.Δ. Λεμεσού, ενδιάμεση απόφαση της κας Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ. ημερομηνίας 30.11.2016 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Με το αιτητικό 3 η ενάγουσα απαιτεί λεπτομέρειες σε σχέση με την παρ. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι σε διάφορες ημερομηνίες κατέβαλε ποσά έναντι του ισχυριζόμενου χρέους τα οποία δεν πιστώθηκαν στον επίδικο λογαριασμό. Είναι η άποψη μου ότι το δικόγραφο της εναγόμενης στο σημείο αυτό είναι γενικό και δεν καθορίζει πότε έγιναν οι επικαλούμενες πληρωμές και ποια ποσά αφορούσαν. Ο αναφερόμενος ισχυρισμός της εναγόμενης τίθεται με γενικό και αόριστο τρόπο στο δικόγραφο της υπεράσπισης της με αποτέλεσμα αν δεν δοθούν οι αιτούμενες λεπτομέρειες οι ενάγοντες να βρεθούν σε μειονεκτική θέση κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η ενάγουσα δικαιούται να γνωρίζει τις αιτούμενες λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων πληρωμών έτσι ώστε να μην καταληφθεί εξ απήνης κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Κρίνω συνεπώς ότι η εναγόμενη οφείλει να παρέχει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ως το αιτητικό 3 της αίτησης». (βλ. επίσης Δ.Ν. ΚΡΙΘΑΡΙΩΤΗΣ Α.Ε. v. ΜΑΡΙΑ ΚΑΜΠΟΥΡΙΔΟΥ, Αγωγή Αρ. 2582/13 Ε.Δ. Λεμεσού, ενδιάμεση απόφαση του κ. Θ. Θωμά Α.Ε.Δ. ημερομηνίας 04.08.2015). Είναι δε η ίδια η Δ.19 θ.16 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποθαρρύνει τη γενική άρνηση ως τρόπο δικογράφησης. Ειδικότερα, ο εν λόγω θεσμός αναφέρει ρητά ότι (σε μετάφραση): «..Δηλαδή αν υπάρχει ισχυρισμός ότι έλαβε ένα ποσό χρημάτων δεν θα είναι αρκετό να αρνηθεί ότι επήρε εκείνο το συγκεκριμένο ποσό αλλά πρέπει να αρνηθεί ότι το επήρε εκείνο το ποσό ή οιονδήποτε μέρος του ή να παραθέσει πόσα πήρε. Και αν γίνεται ισχυρισμός με διάφορες περιστάσεις, δεν θα είναι αρκετό να το αρνηθεί με εκείνες τις περιστάσεις». Στη βάση των πιο πάνω δεν έχουν έρεισμα οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους οποίους επιχειρείται η αλίευση μαρτυρίας. Με την Αίτηση τους οι Αιτητές επιδιώκουν την παροχή λεπτομερειών σε σχέση με ουσιώδη γεγονότα. Ζητείται δηλαδή από τους Καθ' ων η αίτηση να διευκρινίσουν ποιοι θα είναι οι ισχυρισμοί που θα προωθήσουν κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης και σε καμία περίπτωση δεν ζητείται να τους αποκαλυφθεί ο τρόπος που θα τους αποδείξουν. Οι Αιτητές δεν ζήτησαν να τους προσκομιστεί οποιαδήποτε έκθεση λογιστή, η οποία πιθανόν να προσκομιστεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Το μόνο που ζήτησαν από τους Καθ' ων η αίτηση είναι να τους διευκρινίσουν, ποιες χρεώσεις αμφισβητούν ως παράνομες και να τους υποδείξουν τις πληρωμές (και λεπτομέρειες αυτών) στις οποίες προέβησαν και οι οποίες κατ' ισχυρισμό δεν λήφθηκαν υπόψη. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Kapatais v. The London & Lancashire Insurance Co. Ltd (V24) 1 CLR66 όπου αναφέρθηκε το εξής: «The opponent is entitled to know what is to be proved, as distinct from how it is to be proved, which would support a claim or counter-claim». Ειδικότερα, ενώ στην Υπεράσπιση τους αναφέρουν ξεκάθαρα ότι παραδέχονται τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών, αρνούνται όμως και απορρίπτουν το ισχυριζόμενο περιεχόμενο των όρων των αναφερόμενων συμφωνιών, στην επιστολή τους ημερομηνίας 06.04.2017 (βλ. Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Θεοφάνους) προς απάντηση του ερωτήματος των Αιτητών με το οποίο καλούσαν τους Καθ' ων η αίτηση να εξειδικεύσουν το περιεχόμενο των όρων των συμφωνιών, οι Καθ' ων η αίτηση απάντησαν το εξής: «. δεν αμφισβητείται η ύπαρξη των όρων που παραθέτονται στην Έκθεση Απαίτησης στις συμφωνίες που υπογράφτηκαν μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων. Αυτό που αμφισβητείται είναι το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν επεξήγησαν σε κανένα σημείο δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Εναγομένων και ως απόρροια αυτού λειτουργούσαν καταχρηστικά εν αγνοία τους και πολύ περισσότερο μετά τον πρόωρο και αδικαιολόγητο τερματισμό της Συμφωνίας, όπου οι Ενάγοντες χρέωναν τον λογαριασμό των Εναγομένων με υπέρογκα ποσά και μη συμφωνημένα επιτόκια, εκτοξεύοντας το οφειλόμενο ποσό και χωρίς μάλιστα οι Ενάγοντες να ειδοποιήσουν τους Εναγόμενους.» Προκύπτει ξεκάθαρα ότι το περιεχόμενο της πιο πάνω απάντησης είναι παντελώς αντίθετο και δεν συνάδει με τα όσα ισχυρίζονται οι Καθ' ων η Αίτηση στην Υπεράσπιση τους και για τα οποία ζητούνται οι αιτούμενες λεπτομέρειες. Οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η αίτηση είναι όχι μόνο γενικοί και αόριστοι, αλλά και διφορούμενοι, προφανώς με σκοπό να παραμένουν ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα για σκοπούς ακρόασης. Εάν οι Καθ' ων η αίτηση εννοούν ότι παραδέχονται την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και τους όρους τους, ως αυτοί δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης, τότε έχουν υποχρέωση να διευκρινίσουν ξεκάθαρα ότι όντως αυτό εννοούν. Οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να προβάλουν ξεκάθαρα ποια είναι η υπερασπιστική τους θέση και οφείλουν να μην απαντούν με υπεκφυγές, ώστε να μην αφήνονται οι Αιτητές να πιθανολογούν για το ποια απ' όλες ενδέχεται να είναι ουσιαστικά η θέση της υπεράσπισης. Αν από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση έχουν πρόθεση να επικαλεστούν οποιουσδήποτε όρους πέραν αυτών που δικογραφούνται, τότε έχουν υποχρέωση να δώσουν τις ελάχιστες απαιτούμενες λεπτομέρειες σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας περί ορθής σύνταξης δικογράφων, δηλαδή τις λεπτομέρειες που ζητούνται με το αιτητικό Α
(2)της Αίτησης, ώστε οι Αιτητές να μην τεθούν προ εκπλήξεως κατά την ακροαματική διαδικασία. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι όπου ένας διάδικος επικαλείται μια συμφωνία, τότε αυτός πρέπει να περιγράφει μεταξύ ποιων υπογράφτηκε η εν λόγω συμφωνία καθώς και ποιοι είναι οι ουσιώδεις όροι της. Σχετική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Athina Leathergoods Ltd v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 όπου αποφασίστηκε ότι η ορθή δικογράφηση επιβάλλει όπως τα δικόγραφα αναφέρουν το χρόνο συνομολόγησης ισχυριζόμενης συμφωνίας, τα ονόματα των συμβαλλόμενων και το κατά πόσο είναι γραπτή ή προφορική, καθώς και στην απόφαση Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα v. Κυριάκου Ανδρέου κ.α., Αγωγή Αρ. 4817/11, ενδιάμεση απόφαση του κ. Α.Ρ. Λιάτσου Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) ημερομηνίας 14.05.2013 όπου το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα για παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών σε σχέση με την συμφωνία που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι και για την οποία δεν έδωσαν περαιτέρω λεπτομέρειες. Επίσης, σε σχέση με τον ορθό τρόπο σύνταξης δικογράφου, όπως είναι νομολογημένο οι ουσιώδεις όροι της επίδικης συμφωνίας επί των οποίων βασίζεται η υπόθεση θα πρέπει να παρατίθενται και, στην περίπτωση όπου οι συγκεκριμένες λέξεις είναι ειδικής σημασίας, οι όροι θα πρέπει να παρατίθενται verbatim. Για το θέμα αυτό διαφωτιστικό και κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake (ανωτέρω), σελ. 346: «The material terms of the agreement which are relied on in the instant case should be set out, and if the precise words are of special significance, they should be set out verbatim, but it is in general sufficient to state the effect of any document or the purport of any conversation as briefly as possible, without setting out the whole document or conversation, and the precise words should not be stated unless of course they are themselves material». Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δήμος Πετρόπουλος ν. SFS Group Public Company Ltd, Αγωγή Αρ. 14/2013, ενδιάμεση απόφαση του κ. Αλ. Παναγιώτου, Α.Ε.Δ. όπως ήταν τότε ημερομηνίας 26.04.2016: «Έχει νομολογηθεί ότι κατά την έκδοση του διατάγματος λεπτομερειών, ανάμεσα στους όρους που το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας, είναι η αναστολή των δικαστικών διαδικασιών ακόμη και η απόρριψη της αγωγής, στην περίπτωση που ο ενάγοντας παραλείψει να παράσχει τις λεπτομέρειες εντός της προθεσμίας που θα διατάξει το Δικαστήριο. Σχετική είναι η υπόθεση Κapatais v. The London & LancashireInsurance Co Ltd 24 CLR (1959-1960) 66 όπου διατάχθηκε η αναστολή κάθε δικαστικής διαδικασίας μέχρις ότου ο ενάγοντας καταχωρήσει τις λεπτομέρειες που το Δικαστήριο διέταξε. Στην αγγλική υπόθεση Williamson and others v Rider
(1962)2 All ER 268, στην σελίδα 272 ο Danckwerts LJ ερμηνεύοντας την Or.19 r. 7 των παλαιών Αγγλικών θεσμών που αντιστοιχεί στην δική μας Δ.19 Θ. 6, ανέφερε τα πιο κάτω: "The power to include a penalty of dismissal of the action in case of default in delivery of the particulars is based on the reference to the imposition of terms in r 7". Κατ' αναλογία το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την διαγραφή μέρους της υπεράσπισης στην περίπτωση που ο Εναγόμενος παραλείψει να συμμορφωθεί με διάταγμα για λεπτομέρειες συγκεκριμένων ισχυρισμών της υπεράσπισης του εντός της καθορισμένης προθεσμίας». Περαιτέρω, στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ ν. PSK UNIUSED CARS LIMITED (πρώην PSK CAR ENTERPRISES, LIMITED) (ανωτέρω) Δικαστήριο επισήμανε ότι: «.όπως προκύπτει από τη σχετική επί του θέματος νομολογία είναι σαφές ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να μην επιτρέψει στο διάδικο να βασιστεί στο μέρος του δικογράφου για το οποίο διατάχθηκε να δώσει λεπτομέρειες και παρέλειψε να το πράξει». Κατ' αρχάς, είναι αναγκαίο να σημειωθεί ότι η Έκθεση Απαίτησης αποτελεί το δικόγραφο με το οποίο η Ενάγουσα εισάγει την υπόθεσή της. Ο τρόπος σύνταξης των δικογράφων, περιλαμβανομένης της Έκθεσης Απαίτησης υπόκειται στις προδιαγραφές δικογράφησης που θεσμοθετούνται με τη Δ.19, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, την οποία και παραθέτω꞉ «Κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει και να περιέχει μόνο, σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που καταχωρεί το δικόγραφο στηρίζει την απαίτηση του ή την υπεράσπιση του αναλόγως της υπόθεσης, αλλά όχι μαρτυρία με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα και πρέπει όπου είναι αναγκαίο να διαιρείται σε παραγράφους αριθμημένες κατά σειρά. Οι ημερομηνίες, τα ποσά και οι αριθμοί πρέπει να αναγράφονται με αριθμούς και όχι λέξεις. Τα δικόγραφα θα πρέπει να υπογράφονται από τον δικηγόρο ή τον διάδικο αν μηνύει ή αν υπερασπίζεται προσωπικά.» Τηρουμένων των ως άνω προδιαγραφών της Δ.19, θ.4, κάθε διάδικος είναι ελεύθερος να διαμορφώσει το δικόγραφο του. Η ρήση του δικαστή Bowen στη Knowles v. Roberts 38 Ch. D. 263, 270, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Vector Onega A.G. ν. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 16 είναι ενδεικτική των ορίων της ελευθερίας αυτής: "....... the rule that the Court is not to dictate to parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But that rule is, of course, subject to this modification and limitation, that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law;...." Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό της Δ.19, θ.4 ότι δεν απαιτείται, ούτε επιτρέπεται, να εισαχθεί μαρτυρία μέσα στα δικόγραφα, παρά μόνον απαιτείται να εκτίθενται σε αυτά οι ουσιώδεις ισχυρισμοί γεγονότων. Την εμβέλεια της Δ.19, θ.4 ερμηνεύει και επιβεβαιώνει κατά τον πιο πάνω τρόπο, μεταξύ άλλων, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Federal Bank of Lebanon(SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Διάδικος, ο οποίος αισθάνεται ότι χρήζουν περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών οι ισχυρισμοί γεγονότων που δικογράφησε ο αντίδικός του, δύναται να απευθυνθεί προς αυτόν με επιστολή και να ζητήσει τέτοιες λεπτομέρειες, βάσει της Δ.19, θ.7.[1] Κατόπιν τούτου, εάν δεν ικανοποιηθεί, διατηρεί την ευχέρεια να απευθυνθεί στο Δικαστήριο, για να αιτηθεί να διαταχθεί ο αντίδικός του όπως παράσχει τέτοιες περισσότερες ή καλύτερες λεπτομέρειες για οποιοδήποτε ζήτημα που αναφέρεται στο δικόγραφο του αντιδίκου του. Την εξουσία για την έκδοση τέτοιου διατάγματος δίδει στο Δικαστήριο η Δ.19, θ.6, όπου προβλέπεται ότι꞉ «
- Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οποιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως θα ήθελε φανεί δίκαιο.». Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει Διάταγμα για περισσότερες ή καλύτερες λεπτομέρειες δεν είναι ανεξέλεγκτη. Λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες περί δικογράφησης των ουσιωδών ισχυρισμών γεγονότων, όπως προσδιορίζονται στην προπαρατεθείσα Δ.19, θ.4, αξιολογείται δικαστικά εάν οι ζητούμενες λεπτομέρειες αφορούν στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, έτσι ώστε να είναι αναγκαίες και σχετικές με την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει ο αιτών διάδικος. Εάν οι ζητούμενες λεπτομέρειες αποσκοπούν στην αλίευση μαρτυρίας, τότε είναι ανεπίτρεπτη η έκδοση διατάγματος για την παροχή τους. Στην Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ.2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 επισημάνθηκαν, συναφώς, τα εξής꞉ «Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται την διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα (Re Wells (Deceased)
(1962)1 AII.E.R. 812). Η μαρτυρία δεν αποτελεί αντικείμενο των εγγράφων προτάσεων, ούτε μπορεί να διαταχθούν λεπτομέρειες του περιεχομένου της εφόσον αποκαλύπτεται (Temperton ν Russell
(1983)9 T.L.R. 318).». Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο βαθμός λεπτομέρειας με τον οποίο θα πρέπει να δικογραφούνται οι ουσιώδεις ισχυρισμοί γεγονότων συσχετίζεται με την αναγκαιότητα να διασφαλισθεί δίκαιη δίκη, ειδικότερα με το δικαίωμα ενός διάδικου να γνωρίζει την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει, για να προετοιμάσει επαρκώς και κατάλληλα την άμυνά του σε αυτή. Να μην καταληφθεί εξ απίνης. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice
(1958), Τόμος 1, σελ 450: «In every pleading a certain amount of detaiI is necessary to ensure cIearness, and to prevent 'surprise' at the triaI. Each party must state his case with precision; otherwise his opponent will not know for certain what is the reaI point in dispute, and therefore will not be abIe to properly prepare his evidence for trial [...]. On the other hand, the issue may be obscured by too much detaίl. Α party who pIeas with unnecessary particularity may thereby fetter his hand at the trial [...Ι or lay in himself an increased burden of proof [. . .].» Μετάφραση: Σε κάθε δικόγραφο επιβάλλεται ορισμένος αριθμός λεπτομερειών, προκειμένου να διασφαλιστεί διαύγεια, και να αποφευχθεί «έκπληξη» κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο κάθε διάδικος πρέπει να προβάλει τη θέση του με ακρίβεια, αλλιώς ο αντίπαλός του δεν θα γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο είναι το πραγματικό επίδικο θέμα, και ως εκ τούτου δεν θα είναι σε θέση να προετοιμάσει κατάλληλα τη μαρτυρία του για τη δίκη [. . .]. Από την άλλη, το ζήτημα μπορεί να επισκιαστεί από πάρα πολλές λεπτομέρειες. Ένας διάδικος που δικογραφεί με περιττές λεπτομέρειες, μπορεί έτσι να περιορίσει τη θέση του στη δίκη [...] ή να εναποθέσει στον εαυτό του ένα αυξημένο βάρος απόδειξης [...].» Πέραν των πιο πάνω, όταν η αίτηση για περισσότερες ή καλύτερες λεπτομέρειες υποβάλλεται πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, τότε το Δικαστήριο εξετάζει το ενδεχόμενο να καταχωρείται καταχρηστικά ή/και παρελκυστικά, με σκοπό να παρεκταθεί ο χρόνος για την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice
(1958), Τόμος 1, σελ 351: «Particulars before defence (O.19, r.7B). 7B. Particulars of a claim shall not be ordered under Rule 7 to be delivered before defence unless the Court or Judge shall be of the opinion that they are necessary or desirable to enable the defendant to plead or ought for any other reason to be so delivered." This rule was added to prevent applications for particulars being employed to gain time for defence." Στην απόφαση Cyprus Airways Ltd v. Savva (Αρ.1)
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 1 λέχθηκε ότι: «In order to prevent a request for particulars of the statement of claim being used as an instrument of delay, an order for particulars will not be made before the service of the defence, unless in the opinion of the court, the order is necessary or desirable to enable the defendant to plead or for some other special reason. Particulars before defence are necessary or desirable where otherwise the defendant would be prejudiced or embarrassed in his pleading, or to enable the defendant to decide how to plead. Thus, where the defendant genuinely desires to consider making a payment into court, particulars of special damage will ordinarily be ordered before defence, as, for example, in actions for wrongful dismissal. On the other hand, although the defendant may be entitled to the particulars requested, they will not be ordered before the defence if they are not necessary or desirable at that stage, as for example, where the defendant intends to contest the issue of whether he is an accounting party, particulars of the sums alleged to have been paid to him will not be ordered before the defence». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα εγκρίνει αίτηση για καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες μόνο αν: (α) συντρέχουν ιδιαίτεροι ή ειδικοί λόγοι, ή (β) όταν οι λεπτομέρειες αυτές είναι αναγκαίες για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει την Έκθεση Υπεράσπισης του. Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση Vector Onega A.G. ν. Του πλοίου Μ/V Girvas κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 986: «Ο όρος 'ιδιαίτερος λόγος' (special reason) εξετάστηκε από τον Πική, Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην Alte Maritime Compania Naviera S.A. v. Toubia Kmeid
(1982)2 J.S.C. 226, όπου στη σελ. 228 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «However there is nothing restricting the discretion of the Court to direct particulars at this early stage in the light of special reasons. Special reasons may be found in the face of uncommon or extraordinary circumstancesmaking it necessary, in the interests of justice, to order particulars before defence. (On the meaning of special circumstances see Clarks of Hove Ltd v. Bakers' Union [1979] 1 All E.R. 152)». Ιδιαίτεροι λόγοι, υπάρχουν όταν συντρέχουν περιστατικά τόσο ασυνήθιστα ή ιδιάζοντα ώστε η χορήγηση λεπτομερειών στο στάδιο αυτό να είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επίσης, η χορήγηση λεπτομερειών πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αναγκαία ή επιθυμητή αν αυτές θα υποβοηθήσουν τον εναγόμενο να αποφασίσει πώς θα συντάξει την Έκθεση Υπεράσπισης του, ή στην περίπτωση που αυτές δεν δοθούν, θα προκληθεί στον εναγόμενο αμηχανία ή θα τον επηρεάσουν δυσμενώς στην ετοιμασία της Υπεράσπισης του. Όπως προκύπτει από τη Δ.19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προς εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Δεν είναι επιτρεπτή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα ή σε προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Libyan National Supply Corporation v. AchaiaShipping Ltd
(1975)12 J.S.C. 1807, Kassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Libanais
(1991)1 Α.Α.Δ. 649 και Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1146. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Δίας Λτδ ν. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων είναι η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Στο The Annual Practice 1958, σελ. 461, αναφέρονται τα εξής: «.each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars will therefore be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» Σύμφωνα με το Bullen & Leake and Jacob´s Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 110: «The practice as to particulars demands in every pleading such a sufficiency of detail as will elucidate the issues to be tried and prevent "surprise" at the trial. No hard-and-fast line can be laid down as to the degree of particularity which is required of the pleader and which an opponent may demand of him when formulating his claim or defence. . The precise degree of particularity required in any particular case cannot of course be predicated, but as much certainty and particularity must be insisted on as is reasonable having regard to the circumstances and the nature of the acts alleged. As Cotton L.J. stated in Phillips v. Phillips.» Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα συνοψίζονται στην υπόθεση Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 157 στο πιο κάτω απόσπασμα: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιαστεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Έχοντας παραθέσει τις αρχές της νομολογίας πιο πάνω, θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω την αίτηση υπό κρίση. Επειδή, όλα τα αιτήματα των Εναγόμενων, αφορούν την παράγραφο 36, της 'Εκθεσης Απαίτησης η οποία επαναλαμβάνεται και υπό μορφή αξίωσης των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 36, στην παράγραφο 45 της Έκθεσης Απαίτησης, θεωρώ ορθό, όπως αναπαράξω ολόκληρο το περιεχόμενο της παραγράφου 36 της Έκθεσης Απαίτησης. " 36 Λεπτομέρειες ειδικών ζημιών Εναγόντων. α. Ποσό €1750, ως έξοδα οικονομολόγου εμπειρογνώμονα, αναφορικά με την επίδικη κατάσταση λογαριασμού του επίδικου δανείου για εξεύρεση των παράνομων χρεώσεων εξόδων, παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων τόκων και παράνομης κεφαλαιοποιήσης τόκων. β. Παράνομες και ή αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων και κεφαλαιοποιήσεις αυτών, και εξόδων στον λογαριασμό του επίδικου δανείου της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των € 523.215,
- γ. Παράνομες και ή αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων και κεφαλαιοποιήσεις αυτών και εξόδων στον λογαριασμό του επίδικου δανείου της Λαϊκής Τράπεζας, για το ποσό των € 528.965, 85." Όπως έχει ήδη αναφερθεί, εντός του φακέλου του Δικαστηρίου, έχει καταχωρηθεί επιστολή για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, σε σχέση με την παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης από τους συνήγορους των Εναγόμενων στις 28.8.20, προτού ακόμα οι Εναγόμενοι, καταχωρήσουν την Υπεράσπισή τους η οποία τελικά καταχωρήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του
- Επειδή, η Εναγόμενη δεν έτυχε απάντησης στην εν λόγω επιστολή, καταχώρησε στις 3.11.20, την υπό κρίση αίτηση. Άρα, παρά το ότι θεωρητικά, το αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες έλαβε χώρα με επιστολή, όμως πριν από την καταχώρηση της Υπεράσπισης για την οποία κατάσταση και διαδικασία, υπάρχει ξεχωριστή καθοδήγηση στη νομολογία, εν τούτοις επειδή τελικά το Δικαστήριο εκδικάζει την αίτηση ημερομηνίας 3.11.20, που ήταν πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης μεν, η οποία επαναλαμβάνω καταχωρήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 2021, αλλά τώρα που εκδικάζεται η αίτηση, η Υπεράσπιση είναι ήδη καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου, η αίτηση και τα αιτητικά που ζητά η Εναγόμενη, θα προσεγγιστούν από το Δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που αναφέρεται σε αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, μετά που έχει καταχωρηθεί η Υπεράσπιση. Σε ότι αφορά την παράγραφο 36Α, της Έκθεσης Απαίτησης, η Εναγόμενη ζητά λεπτομέρειες αναφορικά με την εργασία που διεκπεραίωσε, την έκθεση που ετοίμασε και το τιμολόγιο που εξέδωσε ο οικονομολόγος εμπειρογνώμονας, που προσέλαβε η Ενάγουσα για σκοπούς της παρούσας αγωγής. Το στάδιο στο οποίο έχει γίνει η αίτηση, είναι κάπως πρόωρο, υπό την έννοια του ότι, σύμφωνα με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας, όπως έχουν τροποποιηθεί και δη τη νέα Διαταγή 30, στα πλαίσια της οποίας μπορούν να εκδοθούν και διατάγματα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων, επιθεώρησης τούτων, αλλά και παροχής περαιτέρω λεπτομερειών. Επομένως, θεωρώ ότι θα μπορούν να λάβουν αυτές τις πληροφορίες στα πλαίσια των οδηγιών με βάση τη Δ.30, ενώ παρατηρώ ότι στην υπεράσπισή της η Εναγόμενη, σε ότι αφορά την παράγραφο 36 της Έκθεσης Απαίτησης, γενικά θεωρεί ότι δεν δίδονται οι απαιτούμενες λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών, και τα ποσά που καταγράφονται ως ζημιές, είναι υποθετικά και χωρίς οποιαδήποτε στοιχειοθέτηση ή τεκμηρίωση, κάτι που θεωρώ ότι ισχύει σε σχέση με τις παραγράφους 36(β), και 36(γ) της ΄Έκθεσης Απαίτησης, όχι όμως για την παράγραφο 36(α). Είναι γνωστή η αρχή, ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να εξειδικεύονται στην Έκθεση Απαίτησης, επακριβώς. Συμφωνώ με τη βασική θέση της Εναγόμενης, ότι ο τρόπος με τον οποίο δικογραφούνται οι λεπτομέρειες ειδικών ζημιών των Εναγόντων στις παραγράφους 36(β) και 36γ() της Έκθεσης Απαίτησης, δεν είναι όπως οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας, αλλά και η νομολογία απαιτεί για τη στοιχειοθέτηση των ειδικών αποζημιώσεων, με τρόπο που να μπορεί η Εναγόμενη να προετοιμάσει την υπόθεσή της για σκοπούς ακρόασης. Από τις παραγράφους 369β) και 36(γ) της Έκθεσης Απαίτησης, θεωρώ ότι δεν περιέχονται εκείνες οι αναγκαίες λεπτομέρειες που να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίσει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση για να μπορέσει να ετοιμάσει τη δική της υπόθεση και να μην βρεθεί προ εκ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις, Κυπριακές Αερογραμμές Ltd και άλλοι v Credit Libanaise, SAL ανωτέρω και στην υπόθεση Θεμιστοκλέους v Χ.Ρ. Γεωργιάδη Ltd ανωτέρω. Επαναλαμβάνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία κενής αναφορά στην οποία γίνεται πιο πάνω, ειδικά όταν πρόκειται για ισχυρισμούς για παράνομες και καταχρηστικές χρεώσεις, τόσο στο σύγγραμμα Bullen & Leake Precedents on Pleadings έκδοση, αλλά και στην υπόθεση Ζωής Νικολαΐδου Ευσταθίου και άλλοι v Hellenic Bank Public Company Ltd ανωτέρω, έχει αναφερθεί ότι θα πρέπει να εξειδικεύονται τα θέματα αυτά. Όπως επίσης έχει νομολογηθεί, η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα για περισσότερες ή καλύτερες λεπτομέρειες δεν είναι ανεξέλεγκτη, αλλά πρέπει να ληφθούν υπόψη οι κανόνες που αφορούν τη δικογράφηση ουσιωδών ισχυρισμών και γεγονότων, όπως προσδιορίζονται στη Δ.19 θ.4 και να αξιολογηθεί κατά πόσο οι ζητούμενες λεπτομέρειες, αφορούν στα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, ώστε να είναι αναγκαίες και σχετικές με την υπόθεση που θα έχει να αντιμετωπίσει ο διάδικος που τη ζητά. Αντίθετα, εάν οι ζητούμενες λεπτομέρειες αποσκοπούν αλίευση μαρτυρίας, τότε είναι ανεπίτρεπτη η έκδοση διατάγματος για την παροχή τους. Έχω την άποψη, λαμβάνοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που αναφέρονται πιο πάνω στη νομολογία, αλλά και τη Δ.19 θ.θ 6 και 7, ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α.2 και 3 της αίτησης, όχι όμως το διάταγμα που ζητείται με την παράγραφο Α.1 της αίτησης. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες, να παρασχεθούν από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη, λαμβάνοντας υπόψη μου το ότι βρισκόμαστε αμέσως πριν το τέλος του δικαστικού έτους και την έναρξη των θερινών διακοπών μέχρι τις 15.9.
- Εάν η Εναγόμενη μετά που θα λάβει τις λεπτομέρειες, κρίνει ότι πρέπει να λάβει οποιοδήποτε διαδικαστικό βήμα, σε σχέση με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης που έχει καταχωρήσει, να το πράξει τούτο, πριν από τις 8 Οκτωβρίου 2021, που ορίζεται η αγωγή για οδηγίες. Επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας Καθ' ης η Αίτηση, τα 2/3 των εξόδων της παρούσας διαδικασίας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο