ΡΟΔΟΘΕΟΥ διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Χριστοφή ν. BD BARCODE DISTRIBUTORS LIMITED κ.α., Αρ. Αγ.: 1170/2021, 8/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A387 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ EΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1170/2021 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΡΟΔΟΘΕΟΥ διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Χριστοφή Ενάγουσα/Αιτήτρια και
- BD BARCODE DISTRIBUTORS LIMITED
- XXXXX ΣΑΒΒΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
- GOLDEN BRANDS TRADING CYPRUS LIMITED
- XXXXX XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
- XXXXX ΣΕΠΕΤΑΣ
- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ
- MALINEB 2 LTD Εναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: ο κ. Σ. Αργυρού για Σωτήρης Αργυρού και Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους/ Καθ' ων η αίτηση 1,2,6 και 7: Ο κ. Σάββας Κυριακίδης Για τους Εναγόμενους/ Καθ' ων η αίτηση 3,4 και 5: Ο κ. Κλ. Δημοσθένους για Αργυρού & Δημοσθένους Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων) Η ΑΙΤΗΣΗ: H Ενάγουσα/ Αιτήτρια καταχώρισε στις 13.05.2021 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο παράγωγη αγωγή εναντίον των εναγόμενων ως διαχειρίστρια της περιουσίας του πατέρα της ο οποίος απεβίωσε την 12.04.2017 και ο οποίος ήταν μέτοχος στο 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1/ Καθ' ης
- Ταυτόχρονα καταχώρισε και μονομερή αίτηση και πέτυχε την έκδοση στις 17.05.2021 διαφόρων μορφών προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των Εναγόμενων/ Καθ' ων η αίτηση (στη συνέχεια «οι Καθ' ων η αίτηση» με την ανάλογη αρίθμηση όταν θα γίνεται ξεχωριστή αναφορά σε αυτούς»). Είχαν ζητηθεί επίσης μονομερώς διατάγματα ως τα αιτητικά Θ, Ι και Ο όπως απαριθμούνται στην αίτηση, τα οποία αφορούσαν τους Καθ' ων 2 - 6 και τα οποία κρίθηκε ότι θα έπρεπε να επιδοθούν. Επομένως το ζήτημα που θα απασχολήσει στη συνέχεια είναι η συνέχιση ή μη της ισχύος των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων ως και η απόρριψη της αίτησης για έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων. Καταγράφω στη συνέχεια το περιεχόμενο των εκδοθέντων διαταγμάτων για να καταδειχθεί το εύρος τους: «(Α) Δια του παρόντος διατάσσει και απαγορεύει από την επίδοση του παρόντος διατάγματος στους εναγόμενους 2 και 6 από του να ασκούν είτε από κοινού είτε ξεχωριστά οιαδήποτε αρμοδιότητα και/ή εξουσία και/ή ενέργεια ως διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 1 παρά μόνο εφόσον έχουν εκ των προτέρων την γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας Αιτήτριας μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. (Β) Διάταγμα εναντίον των εναγόμενων 2, 3, 4, 5, και 6 με το οποίο να διατάσσονται οι ίδιοι ή/και υπάλληλοι ή/και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι ή/και συνεργάτες ή/και εκπρόσωποι αυτών να σταματήσουν κάθε ζημιογόνα και ανταγωνιστική προς την Εναγόμενη 1 δραστηριότητα μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. και/ή διαζευκτικά με το (Α) και Β ως άνω (Γ) Διάταγμα με το οποίο διατάσσει και απαγορεύει από την επίδοση του στους εναγόμενους 2 και 6 από του να διαχειρίζονται και/ή να αποξενώνουν και/ή να αποσπούν και/ή λαμβάνουν χρήματα της Εναγόμενης 1 από τα Ταμεία αυτής (που ευρίσκονται στο υποστατικό επί της οδού XXXXX 2, XXXXX, στην Λευκωσία) και/ή από τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς αυτής και/ή από άλλως πως και/ή από του να αποξενώνουν με οιονδήποτε τρόπο οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. (Δ) Διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο διατάσσει και απαγορεύει από την επίδοση του παρόντος διατάγματος στους εναγόμενους 2, 3, 4, 5 και 6 ή/και υπαλλήλους ή/και εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους ή/και συνεργάτες ή/και εκπροσώπους αυτών από του να του να εισέρχονται εντός του υποστατικού ήτοι τις αποθήκες αυτής (που ευρίσκονται στο υποστατικό επί της οδού XXXXX 50, XXXXX, Στρόβολο, στην Λευκωσία ως το Ενοικιαστήριο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25) εταιρείας Εναγομένης 1 και να διαχειρίζονται και/ή να αποξενώνουν και/ή να αποσπούν και/ή λαμβάνουν απόθεμα/στοκ της Εναγόμενης 1 από τις αποθήκες αυτής (που ευρίσκονται στο υποστατικό επί της οδού Καλαμών 50, 2032, Στρόβολο, στην Λευκωσία ως το Ενοικιαστήριο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25) και/ή από άλλως πως και/ή από του να αποξενώνουν με οιονδήποτε τρόπο οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 εταιρείας μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. (Ε) Διάταγμα με το οποίο διατάσσει και εμποδίζει τον εναγόμενο 2 από του να χρησιμοποιεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις 500 συνήθεις μετοχές που κατέχει στην Εναγόμενη 1 για σκοπούς λήψης οιασδήποτε απόφασης που αφορά την Εναγόμενη και/ή να λαμβάνει μόνος του και χωρίς την υπογραφή της Ενάγουσας ως κάτοχος των υπόλοιπων 500 μετόχων της Εναγόμενης 1 εταιρείας οιεσδήποτε αποφάσεις που αφορούν την Εναγόμενη 1 εταιρεία μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου και/ή διαζευκτικά με το (Γ) (Δ) (Ε) πιο πάνω (Ζ) Διάταγμα με το οποίο διατάσσει και απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτού από του να λάβουν οιανδήποτε απόφαση και/ή προβούν σε οιανδήποτε ενέργεια ή πράξη υπό οποιαδήποτε ιδιότητα που θα είχε ως αποτέλεσμα άμεσα ή έμμεσα την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή δωρεά και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση οιονδήποτε περιουσιακών στοιχείων του εντός και/ή εκτός Κύπρου και/ή εντός της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων μέχρι του ποσού των 441.882,89 (τετρακοσίων σαράντα ενός χιλιάδων ευρώ οκτακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και 89 σεντ) πόσο το οποίο αφορά τη πώληση μέρους της κινητής περιουσίας και αποθεμάτων της Εναγόμενης καθ' ης η αίτηση 1 τα οποία εντόπισαν ο Ελεγκτικός Οίκος ως η έκθεση του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30 Σελ.4-5 το οποίο επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. (Η) Διάταγμα με το οποίο διατάσσει και απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή τους υπηρέτες και/ή τους αντιπροσώπους αυτού από του να λάβουν οιανδήποτε απόφαση και/ή προβούν σε οιανδήποτε ενέργεια ή πράξη υπό οποιαδήποτε ιδιότητα που θα είχε ως αποτέλεσμα άμεσα ή έμμεσα την αποξένωση και/ή διάθεση και/ή δωρεά και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή επιβάρυνση οιονδήποτε περιουσιακών στοιχείων του εντός και/ή εκτός Κύπρου και/ή εντός της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων μέχρι του ποσού των 750.000,00 (επτακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ ) πόσο το οποίο αφορά την αξία της εταιρείας Εναγόμενης 1 την οποία εκτίμησε ο Ελεγκτικός Οίκος ως η έκθεση του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30 Σελ..6 το οποίο επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος με τα περιορισμένα στοιχεία που τους είχαν παραδοθεί μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. (Θ) Διάταγμα το οποίο διατάσσει και απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή τους υπηρέτες και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτού από του να αποσύρουν από τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς τους στη Κύπρο και/ή εντός της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων και/ή στο Εξωτερικό οποιοιδήποτε ποσό και/ή ποσά έτσι ώστε να παραμένει υπόλοιπο όχι χαμηλότερο του ποσού των 441.882,89 (τετρακοσίων σαράντα ενός χιλιάδων ευρώ οκτακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και 89 σεντ) ποσό το οποίο αφορά τη πώληση μέρους της περιουσίας της Εναγόμενης καθ' ης η αίτηση 1 τα οποία εντόπισαν ο Ελεγκτικός Οίκος ως η έκθεση του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30 Σελ..4-5 και όπως ο Εναγόμενος 2 διατηρεί ανά πάσα στιγμή ποσά εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής ύψους 441.882,89 (τετρακοσίων σαράντα ενός χιλιάδων ευρώ οκτακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και 89 σεντ) μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. (Ι) Διάταγμα το οποίο διατάσσει και απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και/ή τους υπηρέτες και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτού από του να αποσύρουν από τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς τους στη Κύπρο και/ή εντός της δικαιοδοσίας των κυπριακών Δικαστηρίων και/ή στο Εξωτερικό οποιοιδήποτε ποσό και/ή ποσά έτσι ώστε να παραμένει υπόλοιπο όχι χαμηλότερο του ποσού των 750.000,00 (επτακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ ) ποσό το οποίο αφορά την αξία της εταιρείας Εναγόμενης 1 την οποία εκτίμησε ο Ελεγκτικός Οίκος ως η έκθεση του ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30 Σελ.6 το οποίο επισυνάπτεται και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος διατάγματος με τα περιορισμένα στοιχεία που τους είχαν παραδοθεί και όπως ο Εναγόμενος 2 διατηρεί ανά πάσα στιγμή ποσά εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής ύψους 750.000,00 (επτακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ) μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. και/ή διαζευκτικά με τα (Ζ) - (Ι) πιο πάνω (Κ) Διάταγμα με το οποίο διατάσσει την παγιοποίηση (freezing order) περιουσιακών στοιχείων και απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 να μειώσει την αξία του μετοχικού κεφαλαίου και/ή να αποξενώσει, το ακίνητο με στοιχεία φ/σχ. 21/60 Ε2, Τμήμα 4, Τεμάχιο 2XXXXX4 που είναι εγγεγραμμένο στην Εναγόμενη 7 εταιρεία η οποία ελέγχεται από τον ίδιο μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. (Λ) Διάταγμα με το οποίο διατάσσει την παγιοποίηση (freezing order) περιουσιακών στοιχείων και απαγορεύει στους Εναγόμενους 2, 3 4, 5 και 6 και /ή στους υπαλλήλους και/ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους από του να αποξενώσουν τα οχήματα τα οποία ήταν ιδιοκτησία της Εναγόμενης 1 με εγγρ. XXXXX40, XXXXX63, XXXXX99, XXXXX36, XXXXX28, XXXXX58, XXXXX27, XXXXX17, XXXXX04, XXXXX90, και/ή να μειώσουν την αξία του μετοχικού κεφαλαίου και/ή να αποξενώσουν, τη πιο πάνω κινητή περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στην Εναγόμενη 3 εταιρεία μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. (Μ) Διάταγμα με το οποίο διατάσσει περαιτέρω την παγιοποίηση (freezing order) περιουσιακών στοιχείων και απαγορεύει στους Εναγόμενους 2, 4 και 6 από του να διαχειρίζονται και/ή να αποξενώνουν και/ή να αποσπούν και/ή λαμβάνουν χρήματα της Εναγόμενης 1 από τα Ταμεία της και/ή από τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς που διατηρεί στη Τράπεζα Κύπρου με XXXXX2899, XXXXX5219 αυτής και/ή από άλλως πως και/ή από του να αποξενώνουν με οιονδήποτε τρόπο οιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Εναγόμενης 1 μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή νεότερης διαταγής του δικαστηρίου. και/ή διαζευκτικά με τα (Κ) - (Μ) πιο πάνω (Ν) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 όπως εντός 15 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος αποδώσει και/ή καταχωρήσει με ένορκη δήλωση του και/ή άλλως πως λογαριασμό για τα προσωπικά κέρδη και οφέλη που αποκόμισε και/ή οικειοποιήθηκε ο ίδιος και/ή τα συγγενικά του πρόσωπα και/ή σύζυγος και/ή συμβία εις βάρος της Εναγόμενης 1 και/ή να αποκαλύψουν και/ή να προσκομίσουν με ένορκη δήλωση τους και/ή άλλως πως πλήρης λεπτομέρειες όλων των Τραπεζικών Λογαριασμών και/ή γραμματίων και/ή χρημάτων και/ή περιουσίας που είναι στο όνομα τους και/ή που ελέγχονται από αυτούς και/ή στο όνομα εταιρειών που ελέγχονται από αυτούς είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. (Ξ) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 όπως εντός 15 ημερών από της επιδόσεως του παρόντος αποδώσει και/ή καταχωρήσει με ένορκη δήλωση του ενώπιον του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία και/ή καταστάσεις λογαριασμών από την ημέρα ανοίγματος τους μέχρι την ημέρα που έκλεισαν και που αφορούν τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε ή/και διατηρεί η Εναγόμενη καθ' ης η αίτηση 1 στα Τραπεζικά Ιδρύματα και με αριθμούς λογαριασμών ως ακολούθως. 1) Λογαριασμοί Τράπεζας Κύπρου με Λογ. XXXXX5219, Λογ. XXXXX2899, XXXXX0577, XXXXX2981 και 2) AstroBank πρώην USB BANK Λογ. XXXXX2017 και/ή να αποκαλύψει και/ή να προσκομίσει με ένορκη δήλωση του και/ή άλλως πως πλήρης λεπτομέρειες όλων των Τραπεζικών Λογαριασμών και/ή γραμματίων και/ή χρημάτων και/ή περιουσίας που είναι στο όνομα της Εναγόμενης καθ' ης η αίτηση 1 και που βρίσκονται είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό». Η αίτηση όπως και οι ενστάσεις βασίζονται επί πληθώρας άρθρων και διατάξεων του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960), των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ 113, του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148), του περί Ενοικιοστασίου Νόμου (Ν. 23/83), του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149), επί του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επί των αρχών του κοινοδικαίου [μεταξύ άλλων αποφάσεις Cooke v. Deeks
(1916)AC 554, Edwards v. Halliwell
(1950)2 All ER 1064 κ.τ.λ.), Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All ER 943, Mareva Compania Naviera SA v. International Bulk Carriers SA
(1975)2 Lloyds Rep 509 CA, [1980] All ER 213, του Συντάγματος στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προσπάθεια μου στη συνέχεια θα είναι η σταχυολόγηση των γεγονότων όπως με λεπτομέρεια εκτίθενται στην ένορκο δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας τα οποία συνιστούν και την εκδοχή της επ' αυτών. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην ιδιότητα υπό την οποία ήγειρε την παρούσα αγωγή και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση ως διαχειρίστρια δηλαδή της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της. Αναφέρεται σε προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης και για όσα δεν γνωρίζει προσωπικά ότι αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης της και ότι έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους που την εκπροσωπούν στην παρούσα υπόθεση για όσα ζητήματα αναφέρεται και τα οποία συνιστούν νομικές θέσεις ή απόψεις. Ο αποβιώσας πατέρας της δηλώνει ότι συμμετείχε και εξακολουθεί σήμερα να κατέχει ποσοστό 50% στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ' ης 1 ενώ στο υπόλοιπο 50% μέτοχος είναι ο εναγόμενος 2/ Καθ' ου 2 ο οποίος είναι επίσης και ο μοναδικός διευθύνων σύμβουλος της από της ίδρυσης της και ο οποίος τύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του πατέρα της και στον οποίο άφησε την πλήρη οικονομική διαχείριση της εταιρείας. Ο πατέρας της αναφέρει η ενόρκως δηλούσα ήταν επιχειρηματίας και διατηρούσε πολλές επιχειρήσεις και σε σχέση με αυτές δεν ήταν ενήμεροι οι κληρονόμοι του καθώς ήταν άνθρωπος που δεν μιλούσε μαζί τους για τις δουλειές του ούτε και για τα θέματα που τον απασχολούσαν γενικότερα. Γνώριζαν για κάποιες από τις εταιρείες του και η ίδια γνώριζε για την Καθ' ης 1 εφόσον συμμετείχε σε κάποιες από τις συναντήσεις του πατέρα της με τον Καθ' ου 2 όπου γίνονταν συζητήσεις για την εταιρεία και τα οικονομικά της στην οποία ο πατέρας της είχε συνεισφέρει πέραν των €100.000,
- Ισχυρίζεται ότι η Καθ' ης 1 ασχολείται μεταξύ άλλων με την αποκλειστική διανομή προϊόντων της εταιρείας ΒΙΚΟΣ σε περίπτερα, εστιατόρια, καφετέριες και μικρά συνοικιακά καταστήματα καθώς και διανομή άλλων προϊόντων γενικού καθαρισμού ή/και αναλώσιμα. Η εταιρεία είναι κερδοφόρα και ο κύκλος εργασιών της όχι μόνο δεν επηρεάστηκε από την πανδημία, σύμφωνα με τα όσα έχουν μέχρι στιγμής δοθεί στον Ελεγκτικό Οίκο που διόρισε, αλλά αντίθετα έχει αυξηθεί. Η ενόρκως δηλούσα σε σχέση με τις σχέσεις μεταξύ των υπόλοιπων Καθ' ων η αίτηση αναφέρει ότι η Καθ΄ ης 3 είναι εταιρεία που συστάθηκε στην Κύπρο κατά ή περί την 23.10.2020 και ασχολείται ακριβώς με όσα ασχολείτο και η Καθ' ης 1 ενώ επιπλέον ασχολείται και με άλλες παρεμφερείς δραστηριότητες. Αποκλειστικός μέτοχος της Καθ' ης 3 είναι ο Καθ΄ ου 5 ο οποίος είναι επιχειρηματίας από την Ελλάδα και το άτομο που προμήθευε ανέκαθεν αποκλειστικά με προϊόντα ΒΙΚΟΣ την Καθ' ης
- Μεταξύ αυτών την προμήθευε με το νερό Βίκος καθώς και με πολλά άλλα παρεμφερή προϊόντα όπως Βίκος πορτοκαλάδες, λεμονάδες κ.α. Ισχυρίζεται ότι οι σχέσεις του μετόχου της Καθ' ης 3 τον Καθ' ου 5, μαζί με τον Καθ' ου 2 είναι πολύ στενές αφού είναι συνεργάτες για 9 και πλέον χρόνια. Από την ημέρα ίδρυσης της Καθ' ης 3 μοναδική Διευθύντρια και Γραμματέας της είναι η Καθ' ης 4 η οποία ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο υπάλληλος της Καθ' ης 1 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020 με μηνιαίο μισθό €1,301.00 ευρώ και η οποία ταυτόχρονα από τις 23 Οκτωβρίου 2020 είναι η μοναδική αξιωματούχος της Καθ' ης
- Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στα γεγονότα που ακολούθησαν το θάνατο του πατέρα της καταλογίζοντας στον Καθ' ου 2 ενέργειες οι οποίες αποσκοπούν στην οικονομική αφαίμαξη και διάλυση της εταιρείας η οποία δραστηριοποιείτο σε μια οικονομικά εύρωστη και κερδοφόρα σύμφωνα με τις οικονομικές της καταστάσεις επιχείρηση. Απαριθμώ τις ακόλουθες από τις ενέργειες τις οποίες αποδίδει στον Καθ' ου 2 η Αιτήτρια και οι οποίες επενεργούν κατά τον ισχυρισμό της ενάντια στα συμφέροντα της: (α) Μετά το θάνατο του πατέρα της ο Καθ' ου 2 άλλαξε τους ελεγκτές της εταιρείας τους οποίους είχαν διορίσει από κοινού με τον πατέρα της με τη δικαιολογία ότι οι νέοι είναι καλύτεροι και θα βοηθήσουν την εταιρεία. Γραμματέας της Καθ' ης 1 από το 2017 φαίνεται να είναι ο Καθ' ου
- (β) Η Καθ' ης 4, ενώ ήταν υπάλληλος της Καθ' ης 1 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2020 και λάμβανε μισθό από την Καθ' ης 1, ταυτόχρονα ενεργούσε ως αξιωματούχος και για την Καθ' ης η αίτηση
- Διορίστηκε Διευθύντρια και Γραμματέας στις 23.10.2020, δηλαδή από την ημερομηνία σύστασης της Καθ' ης
- Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι η προσπάθεια αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1, των πελατών, της φήμης και πελατείας της είχε προ πολλού οργανωθεί και σε αυτήν είχε ενεργή εμπλοκή και η Καθ' ης
- (γ) Από τα ως άνω υποστηρίζει η Αιτήτρια φαίνεται ο ενεργός ρόλος της Καθ' ης 4 στην προσπάθεια εξαπάτησης και κλοπής των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης 1 και είναι ξεκάθαρο ότι όλα αυτά έγιναν με την καθοδήγηση και τις ευλογίες του Καθ' ου 2 μετά που η Αιτήτρια αρνήθηκε να του μεταβιβάσει τις μετοχές του πατέρα της. (δ) Ισχυρίζεται ότι ο μόνος λόγος που ο Καθ' ου 5 έχει διοριστεί ως μέτοχος στην Καθ' ης 3 είναι για να μπορέσει ο Καθ' ου 2 μαζί με τον Καθ' ου 5 να κλέψουν το πελατολόγιο, τα λογισμικά, την κινητή και άυλη περιουσία, τον κύκλο εργασιών της Καθ' ης
- Προς τούτο χρησιμοποιήσαν το πελατολόγιο, τους υπαλλήλους, τα οχήματα και τα προϊόντα της Καθ' ης
- Αν δε όλα αυτά δεν ισχύουν, τότε σημαίνει ότι ο Καθ' ου 2 πώλησε όλες τις δραστηριότητες, το πελατολόγιο, τα λογισμικά συστήματα και όλη την υπόλοιπή κινητή περιουσία της Καθ' ης 1 στην Καθ' ης
- Σε κάθε περίπτωση ότι και να έγινε και ισχύει από τα δύο πιο πάνω σύμφωνα με την έκθεση του Ελεγκτικού Οίκου που διόρισε, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα της, απώλεσε μερίσματα και εισοδήματα εκατομμυρίων ευρώ. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι αυτό που έγινε, η μεταφορά δηλαδή των εργασιών από την Καθ' ης 1 στην Καθ' 3 ήταν εις γνώση και αποδοχή του Καθ' ου 5 αφού ως επιχειρηματίας που είναι προτού προβεί σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω ενέργειες είχε καθήκον και υποχρέωση να προβεί σε όλες τις δέουσες ενέργειες όπως due diligence και άλλως πως προτού μεταφέρει όλες τις εργασίες της Καθ' ης 1 στην Καθ' ης
- (ε) Ισχυρίζεται ότι ούτε η ίδια ούτε ο Ελεγκτικός Οίκος που διόρισε μπόρεσαν να αντιληφθούν πως μεταφέρθηκαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία κινητά άυλα και μη δηλαδή όλος ο κύκλος εργασιών της Καθ' ης 1 ύψους 3.000.000,00 (τριών εκατομμυρίων ευρώ τζίρο) στην Καθ' ης 3 κάτι που δεν μπορεί να έγινε χωρίς τη γνώση του Καθ' ου 5 και χωρίς τη συγκατάθεση του εφόσον ήταν γνώστης της μετοχικής σύνθεσης της Καθ' ης 1 και ο αποβιώσαντας πατέρας της Αιτήτριας είχε και προσωπικές συναντήσεις με τον Καθ' ου 5 στις αρχές της ίδρυσης της Καθ' ης 1 όταν θα γινόταν η συνεργασία με την εταιρεία του ΒΙΚΟΣ. (στ) Όλα δε τα πιο πάνω όπως και άλλα που αφορούν τις λεπτομέρειες αποψίλωσης από όλα τα περιουσιακά της στοιχεία της Καθ' ης 1 τα οποία περιγράφει στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης της η Αιτήτρια μετά από έρευνα που διεξήγαγε, όπως είναι η κλοπή των προσωπικών δεδομένων των πελατών της Καθ' ης 1 και η πρόσβαση σε αυτά και στο πελατολόγιο της στον τρόπο λειτουργίας και στα λογισμικά όπως και σε άλλη κινητή και άυλη περιουσία της, την ακύρωση των τηλεφώνων της και τη μεταφορά των υπαλλήλων της εναγόμενης 1 στην Καθ' ης 3 τα οποία γνώριζαν οι Καθ' ων 2, 6 και 4 στους Καθ' ων η αίτηση 3 και 5, έλαβαν χώρα χωρίς αυτή που εκπροσωπεί το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 να ενημερωθεί και/ ή να δώσει ποτέ τη συγκατάθεση της. (ζ) Η Αιτήτρια αναφέρεται στην εκ των υστέρων ενημέρωση της και τη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης την 31.01.2020 όπου της παρουσιάστηκαν οι Οικονομικές Καταστάσεις του 2018 τις οποίες ζήτησε χρόνο για να μελετήσει με τη βοήθεια άλλων Ελεγκτών και στη συνέχεια κάνει αναφορα και σε όλες τις προτάσεις που ανταλλάχθηκαν και τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν με σκοπό τη φιλική διευθέτηση των όποιων διαφορών προέκυπταν από τη δημιουργηθείσα κατάσταση στην εταιρεία. ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ: Οι Καθ' ων 1, 2, 6 και 7 καταχώρισαν ένσταση εκπροσωπούμενοι από διαφορετικούς δικηγόρους από αυτούς των Καθ' ων 3 και 5 όπου οι τελευταίοι εκπροσώπησαν καταχωρόντας ξεχωριστή ένσταση και την Καθ' ης
- Σε γενικές γραμμές προβάλλουν ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποκαλύψει οποιανδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τη βασιμότητα των αξιώσεων της εναντίον τους. Συνοψίζοντας τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν στις ενστάσεις, όπου ασφαλώς στην κάθε μια ανάλογα της περίπτωσης δίδεται έμφαση σε κάποιους από αυτούς, θα έλεγα ότι αυτοί άπτονται της εγκυρότητας και του νομότυπου της αίτησης, του αβάσιμου της αίτησης ως ανεπαρκούς και αόριστης με ειδικότερη αναφορά στο διάταγμα Β ως αόριστου και γενικού στο οποίο δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες πράξεις οι οποίες συνιστούν ή θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ζημιογόνες και ανταγωνιστικές κατά τρόπο που προκαλείται σύγχυση με ενδεχόμενο να οδηγήσουν και στον τερματισμό των εργασιών των Καθ' ων η αίτηση. Επίσης σε σχέση με το Διάταγμα Δ όπου με τις επίδικες αποθήκες να ανήκουν βάσει μισθωτικής σύμβασης στη νόμιμη κατοχή της Καθ' ης 3 ενώ τα αποθέματα εντός αυτών να ανήκουν επίσης στην κυριότητα των Καθ΄ων 3 και
- Προβάλλεται επίσης ως λόγος ένστασης ότι δεν πληρείται το στοιχείο του κατεπείγοντος, επίδειξη υπέρμετρης ολιγωρίας ή/και καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής και της υπό κρίση αίτησης, απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων και μη αποκάλυψη μαρτυρίας, ότι η Αιτήτρια δεν έχει καλή βάση αγωγής έναντι των Καθ' ων, ότι δεν έχουν εκπληρωθεί γενικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και ότι τα ίδια τα διατάγματα είναι καταχριστικά και δυσανάλογα προς τον σκοπό που καλούνται να υπηρετήσουν καθώς προσβάλλουν υπέρμετρα και αναιτιολόγητα τα συνταγματικώς κατωχυρωμένα δικαιώματα των Καθ΄ων και συγκεκριμένα αυτά της εργασίας και της επικερδούς ενασχόλησης, του συμβάλλεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι και τέλος ότι δεν είναι δίκαιο και πρόσφορο να παραμείνουν σε ισχύ τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα ή/ και να εκδοθούν τα υπόλοιπα διατάγματα τα οποία αιτείται η Αιτήτρια. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση των Καθ' ων 1, 2, 6 και 7 υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο Καθ' ου 2 ο οποίος είναι ο μοναδικός διευθυντής της Καθ' ης 1 και της Καθ' ης 7 και είναι εξουσιοδοτημένος από τον Καθ' ου 6 να προβεί και εκ μέρους του στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τους. Η ένσταση των Καθ' ων 3 και 5 υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο Καθ' ου 5 ο οποίος είναι και ο αποκλειστικός μέτοχος της Καθ' ης 3 από την οποία έχει εξουσιοδότηση να ορκισθεί προς υποστήριξη της ένστασης τους. Οι ως άνω ενστάσεις συνοδεύονται από πληθώρα εγγράφων/τεκμηρίων. Η Καθ' ης 4 υποστηρίζει με δική της ένορκη δήλωση την ένσταση της. Όλοι οι ενόρκως δηλούντες δηλώνουν ότι γνωρίζουν προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης στα οποία κάμνουν αναφορά, ότι για όσα δεν γνωρίζουν προσωπικά αποκαλύπτουν την πηγή της πληροφόρησης τους και ότι για τους νομικούς ισχυρισμούς έλαβαν νομική συμβουλή από τους δικηγόρους τους. Για τους ισχυρισμούς και γεγονότα που προβάλλονται στις ως άνω ενόρκους δηλώσεις και αναφορά στα έγγραφα /τεκμήρια θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο στο κατάλληλο μέρος της απόφασης στη συνέχεια καθώς η εδώ λεπτομερής παράθεση τους δεν θα εξυπηρετούσε οποιονδήποτε σκοπό και θα συνιστούσε αχρείαστη επανάληψη. Μετά από αίτημα της πλευράς της Αιτήτριας το οποίο έγινε αποδεκτό από πλευράς των Καθ' ων και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο με σκοπό να αποφευχθεί περαιτέρω σπατάλη χρόνου και αφού ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας δήλωσε και δεσμεύτηκε ότι οι ερωτήσεις του θα ήταν στοχευμένες, αντεξετάστηκαν επί ορισμένων πτυχών των ενόρκων δηλώσεων τους οι Καθ' ων 2, 4 και
- Έχω μελετήσει τα όσα ανέφεραν ή απάντησαν οι ως άνω Καθ' ων σε ερωτήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας από τα οποία όμως κρίνω ότι δεν προέκυψε οτιδήποτε το οποίο θα άλλαζε την εικόνα που αναδύεται από τις ένορκες δηλώσεις τους. Παρά τις κάποιες επί μέρους επισημάνσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευση του ότι οι ενόρκως δηλούντες Καθ' ων η αίτηση υπέπεσαν σε αντιφάσεις ή ότι απέκρυψαν γεγονότα για για τα οποία ρωτήθηκαν, εντούτοις κρίνω ότι η εικόνα των όσων υποστήριξαν στις ένορκες δηλώσεις τους δεν άλλαξε. Θα επανέλθω όμως στο θέμα όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στη συνέχεια της ως άνω διαδικασίας αντεξέτασης των Καθ' ων 2, 4 και 5 προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους. Σε αυτές, οι οποίες θα πρέπει να πω ότι είναι εμπεριστατωμένες και υποβοηθητικές στο δικαστήριο για να αντιληφθεί τις εκατέρωθεν θέσεις με την παραπομπή στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπ' όψιν τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Η πλευρά της Αιτήτριας ασαφλώς υποστήριξε ότι θα πρέπει να οριστηκοποιηθούν τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα και εκδοθούν τα υπόλοιπα εφόσον σύμφωνα με την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις προς τούτο και είναι δίκαιο και πρόσφορο όπως αυτά εξακολουθήσουν να ισχύουν μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Διαμετρικά αντίθετη ήταν η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων που εκπροσώπησαν τους Καθ΄ων η αίτηση. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψει το δικαστήριο σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ: Η αξίωση της Αιτήτριας προκύπτει τόσο από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα όσο και από τη σχετική ένορκη δήλωση και τα επισυνημμένα σε αυτή τεκμήρια με τα οποία υποστηρίζεται η αίτηση. Η ενώπιον μου μαρτυρία συμπληρώνεται και από τους λόγους ένστασης που υποστηρίχθηκαν στις ένορκες δηλώσεις των Καθ' ων η αίτηση και σε πληθώρα τεκμηρίων που επισυνάπτονται σε αυτές. Επίσης από όσα προέκυψαν κατά την αντεξέταση των Καθ' ων η αίτηση 2, 4 και 5. Σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τη νομολογία μας δε γίνεται αξιολόγηση επί της ουσίας της εκδοχής των μερών αλλά μόνο η διακρίβωση ή όχι του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), για οριστικοποίηση των αιτούμενων διαταγμάτων ή της έκδοσης και των υπόλοιπων διαταγμάτων Θ, Ι και Ο (βλ. Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 CLR 263). Βασικός άξονας του νομοθετικού και νομολογιακού πλαισίου που ρυθμίζει την έκδοση ή μη ως και τη συνέχιση της ισχύος ή μη των επίδικων διαταγμάτων είναι το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι αρχές του δικαίου της επιείκειας. Το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, που είναι το θεμελιώδες άρθρο επί του οποίου εκδίδεται το σύνολο των διαταγμάτων, όπως αποφασίστηκε στην ABP Holdings v. Κιταλιδης, 1994 1 Α.Α.Δ. 964 «δίδει την ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός». Η ερμηνεία του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 αποτέλεσε αντικείμενο σωρείας αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως μεταξύ άλλων στις οποίες θα γίνει αναφορά και στη συνέχεια όταν θα εξετάζονται επί μέρους ζητήματα είναι οι αποφάσεις Κωνσταντινίδης v. Μακρυγιώργου κ.α. 1978 1 Α.Α.Δ. 585, Μ & Μ Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων 1981 1 Α.Α.Δ. 605, Οδυσσέως v. Pleris Estates κ.α. 1982 1 Α.Α.Δ. 557, Jonitexco Ltd Vs Adidas 1984 1 Α.Α.Δ. 263, Inter Depol Ltd Vs Papavasiliou Ltd 1984 1 Α.Α.Δ. 769, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου Vs Χ''Βασίλη 1989 1 Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή 1989 1 Α.Α.Δ. 201, Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. 1995 1 Α.Α.Δ. 248, Δημοκρατίας της Σλοβενίας v. Beogradska 1999 1 Α.Α.Δ. 225, και Χριστοδούλου v. Antonious M.F.M. Vraets 1999 1 Α.Α.Δ. 1475 από τις οποίες και αντλώ καθοδήγηση. Από την ανωτέρω Νομολογία προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 είναι οι ακόλουθες: 1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. 2. Ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 3. Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ποιότητα της μαρτυρίας θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ως προς την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων και σχετίζεται με τη γενική αξιολόγηση της υπόθεσης της Αιτήτριας και της αποδεικτικής της αξίας. Μετά την καταχώριση της ένστασης ουσιαστικά επανεξετάζονται υπό το φως των αντιπαραβαλλόμενων κατ' ισχυρισμό γεγονότων τα τρία κριτήρια του άρθρου 32 ή αναλόγως τα άλλα κριτήρια που θέτουν τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, υπό το φως πλέον των αντίθετων ισχυρισμών. Η πρώτη προϋπόθεση δηλαδή η ύπαρξη «Σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση» ως εκτενώς αναλύεται στο σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη έκδοση 2016 στις σελίδες 120 έως 125 προσδιορίζεται από την Odysseos v. A. Pienis Estates Ltd and others,
(1982)1 CLR 557 ως αποκάλυψη «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Η νομολογία ξεκαθαρίζει ότι η εξέταση σε αυτό το στάδιο εστιάζεται στη δύναμη των δικογράφων και όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά (βλ. Hellenic Bank Public Co Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd,
(2013)1 ΑΑΔ 1235. Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το δικαστήριο εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του είναι η νομική πτυχή της υπόθεσης. Στο πλαίσιο της εξέτασης του εάν υφίσταται «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» θα πρέπει το δικαστήριο να ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό». Σύμφωνα με την Lawford Ltd κ.α. v. Χατζηγαβριήλ κ.α.,
(2004)1Β ΑΑΔ 818,822 δεν είναι επιτρεπτή η εισαγωγή αιτίας αγωγής ανύπαρκτης κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής εκτός εάν εμπίπτει στη κατηγορία διαταγμάτων Quia Timet. H ενάγουσα μέσω των δικογράφων της θα πρέπει να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμα της, το οποίο ισχυρίζεται ότι παραβιάζουν οι εναγόμενοι και να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της με στοιχεία που θα διαλαμβάνει η ένορκη δήλωση της. Δεν είναι όμως επαρκής προϋπόθεση η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος, καθώς ταυτόχρονα θα πρέπει να παραθέσει στοιχεία ότι οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται να παραβιάζουν τα δικαιώματα της. Στο στάδιο αυτό δεν είναι αναγκαίο να αποδείξει η ενάγουσα το ουσιαστικό περιεχόμενο του δικαιώματος της αλλά να πείσει το δικαστήριο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ύπαρξη του (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd,
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015 2039 και T.A. Micrologic Comuter Consultants Ltd v. Microsoft Corporation,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1802). Εάν το δικαστήριο ήθελε αποδεχθεί ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), θα πρέπει να προχωρήσει στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, δηλαδή να διερευνήσει την «πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία». Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή η ύπαρξη «Πιθανότητας επιτυχίας» εκτενώς αναλύεται στο σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη έκδοση 2016 στις σελίδες 125 έως 131. Ερμηνεία της δεύτερης προϋπόθεσης έγινε όπως και με την πρώτη, στη υπόθεση Odysseos v. A. Pienis Estates Ltd and others
(1982)1 CLR 557 όπου υιοθετήθηκαν τα εξής: «.Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται για να υπερπηδήσει ο ενάγοντας δεν είναι πολύ υψηλό, οφείλει μόνο να τεκμηριώσει «μια πιθανότητα» επιτυχίας. Η έννοια της "πιθανότητας" εισάγει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα αλλά κάτι λιγότερο από το "ισοζύγιο των πιθανοτήτων" το επίπεδο απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Μια νομική πιθανότητα είναι κάτι διαφορετικό από μια μαθηματική πιθανότητα όπως το δικαστήριο εξήγησε στη Re J.S (a minor)
(1980)E.R. 1061 (C.A.). Μια πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι διαθέτει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας.». Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, διαπιστώνεται η ύπαρξη της πιθανότητας επιτυχίας, μετά από μια αξιολόγηση του υλικού που τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου χωρίς να είναι επιτρεπτή η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα. Όπως προκύπτει από την Odysseos (ανωτέρω), το επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό γιατί το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα προβεί σε ενδελεχή εξέταση της μαρτυρίας με σκοπό να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η προβολή ενός ισχυρισμού θα θεωρηθεί αρκετή. Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας γιατί για τούτο είναι αναγκαίο όπως αυτή αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα των οποίων θα καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας. Συνεπώς στην ένορκη δήλωση πρέπει να αποφεύγονται γενικότητες (βλ. Κυτάλα κ.α v. Χρυσάνθου κ.α.,
(1996)1 Α ΑΑΔ 253, 257-258, Lawford Ltd κ.α. v. Χατζηγαβριήλ κ.α.,
(2004)1Β ΑΑΔ 818). Εφόσον το δικαστήριο ήθελε αποδεχθεί ότι πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, θα πρέπει να προχωρήσει στη διερεύνηση της ύπαρξης ή μη της τρίτης προϋπόθεσης εάν δηλαδή θα είναι «δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο». Η τρίτη προϋπόθεση αναλύεται εκτενώς στο σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη έκδοση 2016 στις σελίδες 131 έως 141. Ως έχει ήδη λεχθεί η συγκεκριμένη προϋπόθεση σχετίζεται περισσότερο με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Εφόσον η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την διασφάλιση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας και οι Καθ' ων είναι φερέγγυοι, τότε η έκδοση διατάγματος με βάση τις αρχές της επιείκειας δεν είναι αναγκαία (βλ. Ανδρέου v. Colossos Ltd
(2),
(2008)ΑΑΔ 626. Στήν ίδια αυτή απόφαση προσδιορίσθηκε ότι ο ισχυρισμός του αιτούντος το διάταγμα ότι η μη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά πρέπει να αιτιολογείται με σαφή και θετική μαρτυρία και όχι να είναι γενικός και αόριστος. Παράλληλα προς το επαρκές των αποζημιώσεων θα πρέπει να υφίσταται και φερεγγυότητα εκ μέρους των Καθ' ων που αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους προς πληρωμή συγκεκριμένου ποσού θα πρέπει να είναι σε θέση να το αποπληρώσουν. Στην Ανδρέου v. Colossos Ltd (πιο πάνω) σελ. 630 λήφθηκε υπόψη στα πλαίσια της εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης ότι ο ενάγων δεν πρόβαλε κανένα ισχυρισμό ότι η οικονομική κατάσταση των εναγομένων ήταν τέτοια που θα στερούσε τον ενάγοντα της καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύγχανε στην αγωγή του. Όπως αναφέρθηκε επίσης στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231 ως και στην Όξυνος κ.α. v. Λου,
(2011)1Β ΑΑΔ 1066 η επάρκεια των αποζημιώσεων δεν πρέπει να θεωρείται ο μόνος παράγοντας που θα επηρεάσει την κρίση του δικαστηρίου. Στις ανωτέρω υποθέσεις κρίθηκε ότι «η αδυναμία ή η δυσκολία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη» δεν πρέπει να θεωρείται ταυτόσημη με τον όρο «ανεπανόρθωτη ζημιά» εφόσον μπορεί να περιλαμβάνει και άλλους όρους. Στην Κυρισαββα κ.α. v. Κύζη,
(2001)1Β ΑΑΔ 1245, Όξυνος κ.α. v. Λου,
(2011)1Β ΑΑΔ 1066 τονίσθηκε ότι σε τελική ανάλυση η αδυναμία γα τη απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από το σύνολo των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα, σε συνάρτηση με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει την θεραπεία. Περαιτέρω και επί του ίδιου παράγοντα, στο σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη έκδοση 2016 στη σελίδα 223 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Όμως, όπου το δικαστήριο δεν ικανοποιηθεί από τη μαρτυρία που προσκομίζει ο ενάγων, ότι ο εναγόμενος θα προσπαθήσει με την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων να αποφύγει να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον του, δεν πρέπει να εκδίδει διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών του στοιχείων. Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι είναι καλά εδραιωμένος εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, ότι έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία ή επιχείρηση η οποία είναι δύσκολο να αποξενωθεί απλώς για να αποφύγει τις ευθύνες του. Όπως αναφέρθηκε στην Υπόθεση Τσιολάκκης κ.α. ν. Στυλιανίδη [
(1992)1Β ΑΑΔ 782 στην σελίδα 785 ], εκείνο που απαιτείται είναι η «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Εφαρμογή νομικών σημείων επί των γεγονότων της υπόθεσης: Εξετάζοντας μαζί τις δύο πρώτες προϋποθέσεις διαπιστώνεται ότι η υπό κρίση αγωγή, σύμφωνα και με την οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο καταχώρισε η Αιτήτρια, συνιστά παράγωγη αγωγή. Ο Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ, όπως ήταν τότε, στην αγωγή 1623/97 απόφαση ημερ. 18.04.2002, μεταξύ Κουή ν. Πιριλλή κ.ά., Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή,
(2004)1 Α.Α.Δ 136) σημείωσε τα ακόλουθα: «Η παράγωγη αγωγή και το δικαίωμα σε αυτή, επειδή ακριβώς έχει την καταγωγή της από το Δίκαιο της Επιείκειας, περιορίζεται από διάφορους παράγοντες και δεν έχει εφαρμογή εναντίον ενός διευθυντή μιας εταιρείας που επέδειξε απλώς αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του ούτε στις περιπτώσεις όπου η πράξη των διευθυντών ή της εταιρείας μπορεί να καλυφθεί από έγκριση με σχετικό ψήφισμα σε γενική συνέλευση. Επίσης το είδος αυτό της αγωγής υπόκειται στον κανόνα ότι ο ενάγων πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, και έτσι δεν έχει εφαρμογή όπου ο ενάγων ως μέτοχος έχει αποδεχθεί την λανθασμένη πράξη για την οποία μετέπειτα παραπονείται ή όπου ο ίδιος ενεργούσε ως μαριονέττα εκ μέρους εξωγενών της εταιρείας ατόμων, τα συμφέροντα των οποίων ήταν αντίθετα με αυτά της εταιρείας. Με άλλα λόγια, η αγωγή θα πρέπει να θεωρείται από κάθε άποψη ως καταχωρηθείσα bona fide προς όφελος της εταιρείας και όχι για την ευόδωση κάποιου λανθάνοντα στόχου,ενώαποτελεί ταυτόχρονα όπλο και θεραπεία μόνο όπου δεν μπορούν να θεραπευθούν οι λανθασμένες πράξεις με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. ΄Ετσι για παράδειγμα, αν η εταιρεία έχει διαλυθεί ή μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε διάλυση, τότε εναπόκειται στον εκκαθαριστή της να ενάγει τους αδικοπραγούντες εκ μέρους της εταιρείας (δέστε Palmer [πιό πάνω] σελ. 8170-80, π 8-805). Η παράγωγη αγωγή μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία: (i) Το στοιχείο του δόλου και (ιι) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα (δέστε John Farrar: Company Law σελ. 364). Το στοιχείο του δόλου δεν έχει την αυστηρή στενή έννοια του δόλου στο κοινοδίκαιο αλλά επεκτείνεται στην ευρύτερη δυνατή έννοια την οποία μπορεί να προσλάβει ο όρος στο Δίκαιο της Επιείκειας. ΄Ετσι, δεν καλύπτει μόνο άμεσο όφελος στον ενεργήσαντα καθ΄ υπέρβαση εξουσιών διοικητικό σύμβουλο, αλλά καλύπτει ακόμη και κάθε έμμεση λήψη οφέλους περιλαμβανομένης και της απώλειας εκ μέρους της εταιρείας να χρησιμοποιήσει μια εμπορική δυνατότητα ή ευκαιρία που της δίνεται στην πορεία των εμπορικών δοσοληψιών της. (Cooke v. Deeks [1916] 1 A.C. 554, Eastmanco (Kilner House) Ltd. v. Greater London Council [1982] 1 All E.R. 437 και Menier v. Hooper´s Telegraph Works [1874] 9 Ch. App. 350)». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της υπόθεσης διαπιστώνω ότι, από την προσαχθείσα μαρτυρία στο βαθμό βέβαια που εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας δεν διαφαίνεται ότι ο Καθ' ου 2, ως Διευθυντής της Καθ' ης 1 ή/και οι υπόλοιποι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν με τρόπο που ισοδυναμεί καθ' οιονδήποτε τρόπο με καταδολίευση ή εξαπάτηση της Καθ' ης
- Οι ενέργειες του Καθ' ου 2, σύμφωνα ασφαλώς με τη δική του εκδοχή των γεγονότων και όπως παρουσιάζεται από αδιαμφισβήτητο μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε εκ μέρους του όπως και από τους άλλους Καθ' ων η αίτηση, αποσκοπούσαν στην όσο το δυνατό καλύτερη υπό τις περιστάσεις προστασία των συμφερόντων της. Συγκεκριμένα ο Καθ' ου 2 είχε γνώση, ότι, μετά την απόφαση της εταιρείας ΒΙΚΟΣ να κατέλθει στην Κύπρο με την ίδρυση δικής της θυγατρικής εταιρείας, γεγονός το οποίο παραδέχεται η Αιτήτρια ότι γνώριζε από τον Ιανουάριο του 2020 (Τεκμ. 13 Α της ΕΔ της Αιτήτριας), η επιχειρηματική βιωσιμότητα της Καθ' ης η αίτηση 1 έβαινε μειούμενη αφού ούτε αποκλειστική συμφωνία εισαγωγής των προϊόντων της εταιρείας ΒΙΚΟΣ από την Ελλάδα στην Κύπρο είχε, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Αιτήτρια, αλλά ούτε και είχε αποκλειστική συμφωνία διανομής των προϊόντων της εταιρείας ΒΙΚΟΣ στην Κύπρο. Περαιτέρω, ο Καθ' ου 2 γνώριζε ότι η αξία της Καθ' ης 1 συνίστατο αφενός μεν στη δυνατότητα της να προμηθεύεται προϊόντα από την εταιρεία ΒΙΚΟΣ και αφετέρου στη δυνατότητα της να διανέμει αυτά στην κυπριακή αγορά. Ως προκύπτει από το Τεκμ. 2 της ΕΔ του Καθ' ου 2, ο κύκλος εργασιών από τον Νοέμβριο του 2020 έως και τον Φεβρουάριο του 2021 έβαινε μειούμενος. Επίσης ως προκύπτει από το Τεκμ. 3 της ΕΔ του Καθ' ου 2, μετά την δραστηριοποίηση της εταιρείας ΒΙΚΟΣ στην Κύπρο με δική της εταιρεία, μια σειρά από πελάτες της Καθ' ης 1 τερμάτισαν τη συνεργασία τους μαζί της. Ο Καθ' ου 2, προ του κινδύνου να εκμηδενιστεί η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης 1, λόγω της δραστηριοποίησης της εταιρείας ΒΙΚΟΣ στην Κύπρο προέκρινε, ως ο μοναδικός εξάλλου Διευθυντής της Καθ' ης 1 - και εδώ θα μπορούσε να παρεμβληθεί η σχετική νομική αντίκριση αυτού του ζητήματος και των δυνατοτήτων που είχε ο Καθ' ου 2 όπως πολύ εμπεριστατωμένα αναλύεται στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση 3,5 και 4 σεπαραπομπή στο άρθρο 33 Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 και σε σειρά νομολογίας στις σελ. 14-20), αρκεί όμως εδώ κατά την άποψη μου η καταγραφή του πιο πάνω γεγονότος -, ως την πιο οικονομικά πρόσφορη λύση την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης 1, στις καλύτερες δυνατές τιμές οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν ήταν κατώτερες της αξίας αγοράς των περιουσιακών της στοιχείων. Ως προκύπτει από τα Τεκμ. 4, 5 και 6 της ΕΔ του Καθ' ου 2, ως αυτά περιγράφονται στις παραγράφους 10, 11 και 12 της ΕΔ του, η πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης 1, προ της πλήρους οικονομικής απαξίωσης των στοιχείων αυτών, ήταν απολύτως συμφέρουσα καθότι οι τιμές πώλησης των περιουσιακών στοιχείων ήταν τουλάχιστον οι τιμές αγοράς αυτών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η δεδομένη απομείωση της αξίας των στοιχείων. Η όλη προσπάθεια του Καθ' ου 2 ως Διευθυντή της Καθ' ης 1 διαφαίνεται από το προσκομισθέν υλικό ότι ήταν να διασφαλίσει, ενόψει των νέων συνθηκών που δημιούργησε η κάθοδος της εταιρείας ΒΙΚΟΣ στην Κύπρο, ότι η Καθ' ης 1 και συνεπώς και οι μέτοχοι της θα υφίσταντο τη μικρότερη υπό τις περιστάσεις ζημιά και ότι θα αποδιδόταν σε αυτούς το μέγιστο υπό τις περιστάσεις όφελος. Πρέπει δε να τονιστεί ότι η Καθ' ης 1 δεν μπορούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο να εμποδίσει την εγκατάσταση και δραστηριοποίηση της εταιρείας ΒΙΚΟΣ στην Κύπρο, γεγονός το οποίο επεσυνέβη δια της Καθ' ης 3 ενώ παράλληλα δεν είχε κανένα τρόπο να αναγκάσει τους πελάτες της όπως συνεχίσουν να προμηθεύονται προϊόντα από αυτήν. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί δήθεν κλοπής εκ μέρους του Καθ' ου 2 του πελατολογίου και του λογισμικού συστήματος της Καθ' ης 1, αυτό ουδόλως υποστηρίζεται με οποιαδήποτε πειστική μαρτυρία και ό,τι παρουσιάστηκε προς τούτο από την Αιτήτρια δόθηκε εξήγηση τόσο στις ένορκες δηλώσεις των Καθ' ων 2 και 5 όσο και κατά την αντεξέτασή τους και δεν μπορώ να εντοπίσω οτιδήποτε το μεμπτό. Οι δε υπάλληλοι της Καθ' ης 1 είχαν κάθε δικαίωμα να εργοδοτηθούν σε οποιαδήποτε εταιρεία επιθυμούσαν γεγονός το οποίο και είναι συνταγματικό τους δικαίωμα. Η όποια ομοιότητα του λογισμικού προγράμματος που χρησιμοποιούσε η Καθ' ης 1 με αυτό που χρησιμοποιεί η Καθ' ης 3 αλλά και η όποια ομοιότητα στους κωδικούς των πελατών και των τιμολογίων ουδόλως σχετίζεται με την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης 1 στην Καθ' ης 3, αφού τα ανωτέρω αναφερόμενα είναι δεδομένα τα οποία δημιουργούνται από τους εκάστοτε χρήστες αυτών που δεν είναι άλλοι από τους υπαλλήλους και οι οποίοι χάριν ευκολίας και ευχέρειας είναι λογικό να χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο και τον ίδιο τύπο τιμολογίου με τα ίδια χαρακτηριστικά όπως σε προηγούμενες θέσεις όπου εργοδοτούντο. Σύμφωνα με τα πιο πάνω κρίνω ότι καθόλου η Αιτήτρια δεν έχει έστω κατ' ελάχιστον αποδείξει, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, ότι ο Καθ' ου 2 ενήργησε δολίως με σκοπό την καταδολίευση και κατά συνέπεια την απομείωση της αξίας της Καθ' ης 1, αλλά αντίθετα η όλη μαρτυρία που προσκόμισε με την ΕΔ του ο Καθ' ου 2 αποδεικνύει ότι προσπάθησε και πέτυχε όπως μεγιστοποιήσει το όφελος της Καθ' ης 1 και άρα και των μετόχων αυτής δια της πωλήσεως στη μέγιστη υπό τις περιστάσεις τιμή των περιουσιακών της στοιχείων, πράγμα που εάν δεν έπραττε στο δεδομένο χρονικό σημείο, τότε η αξία της Καθ' ης 1 θα εκμηδενιζόταν. Υποστηρίχθηκε από τον Καθ' ου 2 ότι τα ισχυριζόμενα ποσά προς δέσμευση της περιουσίας των Καθ' ων ύψους €441.882,89 και €750.000, τα οποία περιγράφονται στα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα υπό στοιχεία Ζ, Η, Θ και Ι και στα αιτούμενα προς έκδοση διατάγματα υπό στοιχεία Θ και Ι της αίτησης, τυγχάνουν απολύτως αυθαίρετα και ουδόλως υποστηρίζονται με οποιαδήποτε θετική μαρτυρία. Η περιεχόμενη στην ΕΔ της Αιτήτριας ως Τεκμ. 30, προκαταρκτική έκθεση των συμβούλων της Αιτήτριας, σε κανένα σημείο δεν προσδιορίζει με ακρίβεια τα ανωτέρω ποσά. Η ίδια η έκθεση χαρακτηρίζεται ως «προκαταρκτική έκθεση» και τυγχάνει κατά παραδοχή των συντακτών της ελλιπής και χωρίς να βασίζεται στα αναγκαία λογιστικά δεδομένα και στοιχεία, βασίστηκαν σε ό,τι είχε εξασφαλίσει η Αιτήτρια κατά τη δική της παραδοχή αναφέροντας αυτό το γεγονός προσδίδοντας του όμως διαφορετική έννοια, της μη ενημέρωσης της δηλαδή από τον Καθ΄ου 2 για τα της εταιρείας. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε κανένα σημείο της έκθεσης δεν γίνεται αναφορά στις ενδεχόμενες οφειλές και χρέη της εταιρείας είτε προς ιδιώτες είτε προς το κράτος, ενώ ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή σημείωση ως προς τις ζημιές της εταιρείας οι οποίες σύμφωνα με την παράγραφο 18 της ΕΔ του Καθ' ου 2 υφίσταντο μέχρι το έτος 2015 και οι οποίες ήταν ύψους €508.026= ενώ καμιά αναφορά δε γίνεται στο ότι, ως επίσης προκύπτει από την ίδια παράγραφο της ΕΔ του Καθ' ου 2, για τα έτη 2016 έως 2018 υπήρχαν μεν κέρδη συνολικού ύψους €429.524= αλλά σε αυτά τα κέρδη συμπεριλαμβανόταν ως κέρδος και η αποζημίωση ύψους €280.000= την οποία έλαβε η Καθ' ης 1 συνεπεία της καταστροφής των αποθηκών της. Πέραν όμως των πιο πάνω ακόμα ένα στοιχείο το οποίο καταδεικνύει τη μη πλήρωση των πρώτων δύο προϋποθέσεων του άρθρου 32, τυγχάνει και το γεγονός ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται μεν ότι η Καθ' ης 1 με δόλιες πράξεις του Καθ' ου 2 καταδολιεύθηκε και απομειώθηκε η αξία της, αλλά ταυτόχρονα, σύμφωνα με το Τεκμ. 17 της ΕΔ του Καθ' ου 2, έλαβε το ποσό των €50.000= αποδεχόμενη ότι αυτό τυγχάνει μέρισμα για το έτος
- Προκαλείται δε εύλογα η απορία πώς ο Καθ' ου 2, ως Διευθυντής της Καθ' ης 1, κατά την Αιτήτρια ενήργησε δολίως με σκοπό να εκμηδενίσει την αξία της Καθ' ης 1 αλλά ταυτόχρονα με τη λήψη από την Αιτήτρια δικαστικών μέτρων εναντίον του να της καταβάλει το ποσό των €50.000= εκ μέρους της Καθ' ης 1, ποσό το οποίο η Αιτήτρια δεν αρνήθηκε να λάβει ή ότι πράγματι το έλαβε. Είναι σημαντική δε η επισήμανση εκ μέρους του Καθ' ου 2 ότι η εισήγηση του για εκούσια εκκαθάριση της Καθ' ης 1, αποδεικνύει ακόμα ότι ο Καθ' ου 1 δεν αποσκοπούσε στο να εξαπατήσει ή να καταδολιεύσει την Καθ' ης 1 ούτε την Αιτήτρια αλλά να πετύχει τον ισομερή διαμοιρασμό της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης 1 μετά την παύση των εργασιών της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προέρχεται και από τις δύο πλευρές, η πρόταση του Καθ' ου 2 είχε ως βάση την αδυναμία συνεργασίας και επικοινωνίας μεταξύ του και της Αιτήτριας. Μέσω της εκούσιας εκκαθάρισης αυτό που θα επεσυνέβαινε θα ήταν με βάση τους λογαριασμούς της εταιρείας που θα ετοίμαζαν οι ελεγκτές της ο κάθε ένας από τους μετόχους της εταιρείας θα ελάμβανε το μερίδιο που του αναλογούσε, αφού εκ των πραγμάτων ήταν αδύνατη, κατά παραδοχή και της Αιτήτριας, η συνεργασία των μετόχων αυτής. Προκύπτει αβίαστα από την ίδια μαρτυρία ότι αυτό το οποίο επί της ουσίας επεδίωκε η Αιτήτρια, μετά το θάνατο του πατέρα της, ήταν να μην αναλάβει κανένα επιχειρηματικό ή νομικό ρίσκο και απλώς ως εκπροσωπούσα το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης 1, να απολαμβάνει χωρίς οποιανδήποτε προσφορά της στα της εταιρείας τα κέρδη τα οποία θα δημιουργούσε η Καθ' ης 1 με την αποκλειστική συμβολή του Καθ' ου
- Όταν επιχείρησε ο Καθ' ου 2 είτε να αγοράσει τις μετοχές της Αιτήτριας είτε να πουλήσει τις δικές του σε αυτήν, η Αιτήτρια αρνήθηκε. Όταν εισηγήθηκε να υπάρξει εκούσια εκκαθάριση και πάλι η Αιτήτρια αρνήθηκε. Προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό αβίαστα το συμπέρασμα και έχει δίκαιο η πλευρά του Καθ΄ου 2 να τονίζει ότι η Αιτήτρια ήθελε να είναι ο Καθ' ου 2, δέσμιος σε μια μετοχική δομή στην οποία απλώς η Αιτήτρια να εισπράττει χωρίς να συνεισφέρει. Τα ως άνω δεν είναι τα μόνα στοιχεία που προκύπτουν από το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και τα οποία οδηγούν σε ανάλογο συμπέρασμα ότι δεν αποδείχθηκαν στο βαθμό που επιβάλλεται σε τέτοιου είδους υποθέσεις οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που εξετάζονται εδώ. Και τούτο καθώς οι ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στην ΕΔ της Αιτήτριας περιέχουν μια σειρά από αντιφάσεις οι οποίες καθιστούν εξαιρετικά επισφαλή την εξακολούθηση της υποστήριξης του δικαστηρίου σε τέτοιας μειωμένης ποιότητας μαρτυρία. Συγκεκριμένα, παρά τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια, στην παρ. 17 της ΕΔ της, ότι για δύο χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα της δεν μπορούσε να διαχειριστεί οποιαδήποτε θέματα αφορούσαν την Καθ' ης 1 λόγω της κακής ψυχολογικής της κατάστασης, εντούτοις ο ισχυρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγαμτικότητα ακόμα και με δικές της παραδοχές στις παρ. 22 έως
- Συγκεκριμένα στις παρ. 22 έως 26 αναφέρεται στην εμπλοκή της στα της Καθ' ης 1 κατά τον Αύγουστο του 2017 και στην κατ' ισχυρισμό της θετική ανταπόκριση της, αφού της δοθεί πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς της Καθ' ης 1, να τη χρηματοδοτήσει με το ποσό των €100.
- Το μη αληθές δε του ανωτέρω ισχυρισμού της Αιτήτριας, περί μη εμπλοκής της στα της εταιρείας για 2 χρόνια από το θάνατο του πατέρα της, προκύπτει σαφώς από το ότι στις αρχές του 2018 ζήτησε να της παραδοθούν οι Οικονομικές Καταστάσεις για το έτος 2017 και ακολούθως αποτάθηκε στον ελεγκτικό οίκο M. Marnerou & Co Limited και συμμετείχε με την κα Μαρνέρου στην Γενική Συνέλευση της Καθ' ης 1 στις 16.05.
- Περαιτέρω, αντιφατική είναι και η θέση της Αιτήτριας όσον αφορά την διαπίστωση της αδυναμίας συνεργασίας της μετά του Καθ' ου
- Η Αιτήτρια, στην παρ. 35 της ΕΔ της, αναφέρει ότι μετά την συνέλευση της 16.05.2018 και μέχρι την επόμενη συνέλευση της 31.01.2020 δεν χρησιμοποίησε τις υπηρεσίες των συμβούλων της αφού θεώρησε ότι θα υπήρχε συνεργασία με τον Καθ' ου
- Το γεγονός αυτό όμως, περί δήθεν συνεργασίας, μεταξύ της περιόδου που διήλθε μεταξύ των δύο συνελεύσεων, αναιρείται πλήρως από τον ισχυρισμό της Αιτήτριας στην παρ. 77 της ΕΔ της, στην οποία ρητά αναφέρει ότι οι σχέσεις με τον Καθ' ου 2 κλονίστηκαν όταν απέρριψε την πρόταση του να του μεταβιβάσει το 50% των μετοχών γεγονός το οποίο σύμφωνα με την Αιτήτρια ανατρέχει αρχικά στο έτος
- Πέραν όμως των πιο πάνω, κάτι που αναδεικνύεται με την ένορκη δήλωση του Καθ' ου 2 και παρά το ότι η Αιτήτρια, δυνάμει της αρχής, ως αναλύεται ανωτέρω, ότι ο μέτοχος ο οποίος μετέρχεται της διαδικασίας της παράγωγης αγωγής, πρέπει να πράττει τούτο προσερχόμενος στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, εντούτοις η Αιτήτρια με τις αναρτήσεις στο FACEBOOK την 21.05.2020 (παρ. 48 της ΕΔ του Καθ' ου 2) του κ. XXXXX Κάττου από την Αγροκηπιά ο οποίος τυγχάνει συμβίος και σύντροφος της (κάτι για το οποίο δεν αντεξετάστηκε ο Καθ' ου 2 ούτε και αμφισβητήθηκε) και επομένως παραμένει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός, προσήλθε, καθώς κρίνω, χωρίς καλή πίστη και καθαρά χέρια στο δικαστήριο καθότι οι ανωτέρω αναρτήσεις, έγιναν και διατηρήθηκαν δημοσιευμένες με την προτροπή, τη γνώση και την ανοχή της Αιτήτριας. Οι ανωτέρω αναρτήσεις δυσφημούν τόσο της Καθ' ης 1 όσο και την εταιρεία ΒΙΚΟΣ η οποία ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο ουσιαστικός συνεργάτης και προμηθευτής της Καθ' ης
- Ενόψει του ανωτέρω γεγονότος είναι πρόδηλο ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ενώ ταυτόχρονα προκαλείται εύλογα το ερώτημα πώς η Αιτήτρια δηλώνει ότι ο Καθ' ου 2 εξαπάτησε και καταδολίευσε με τις πράξεις του την Καθ' ης 1 ενώ ταυτόχρονα η ίδια ενέκρινε και ανέχθηκε το δημόσιο διασυρμό και δυσφήμιση της Καθ' ης 1 την οποία υποτίθεται ότι επιδιώκει να προστατεύσει μέσω αυτής της αγωγής. Περαιτέρω, όλα τα επιχειρήματα της Αίτητριας με τα οποία επιχείρησε να παρουσιάσει τον Καθ' ου 2 ως το πρόσωπο το οποίο μέσα από πράξεις ή παραλείψεις του καταδολίευσε την Καθ' ης 1 και αποκόμισε από αυτή αθέμιτο όφελος παρέμειναν έολα και καταρρίφθηκαν με την ΕΔ του Καθ' ου 2 ως θα εξηγηθεί στη συνέχεια εξετάζοντας το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς. Σε σχέση με όσα αφορούν το γραμμάτιο συνήθους τύπου το οποίο υπέγραψε η Καθ' ης 1 προς όφελος του κ. XXXXX Νικολαίδη επεξηγείται αναλυτικά στις παρ. 36 και 37 της ΕΔ του Καθ' ου 2 το τι είχε συμβεί και η Αιτήτρια ήταν γνώστης της οφειλής όπως προκύπτει από το Τεκμ. 11 της ΕΔ της το οποίο είναι τα πρακτικά της συνέλευσης ημερ. 16.05.2018, επομένως οι σχετικές της αναφορές δεν ευσταθούν. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι η αγορά από τον Καθ' ου 2, δύο οχημάτων τύπου RANGE ROVER ως επίσης και ενός ακινήτου το οποίο είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Καθ' ης 7 και της οποίας μέτοχος κατά το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου τυγχάνει ο Καθ' ου 2, πραγματοποιήθηκε με χρήματα τα οποία σφετερίστηκε ο Καθ' ου 2 από την Καθ' ης 1, αυτοί καταρρίπτονται εξ ολοκλήρου με τα όσα αναφέρει ο Καθ' ου 2 στην παρ. 52 της ΕΔ του, ως και με τα Τεκμ. 12, 13 και 14 με τα οποία αποδεικνύεται πέραν πάσης αμφιβολίας η πηγή χρηματοδότησης του Καθ' ου 2 για την αγορά των οχημάτων και του ακινήτου, η οποία ουδόλως σχετίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την Καθ' ης
- Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας που διαλαμβάνονται στις παραγράφους 84 και 86 της ΕΔ της, δίδονται από τον Καθ' ου 2 επαρκείς και πλήρεις εξηγήσεις στην παράγραφο 54 της δικής του ΕΔ, και συγκεκριμένα αναφέρεται ότι το ακίνητο ιδιοκτησίας του Καθ' ου 2 επί της οδού Γρυπάρη έχει ενοικιαστεί από την 1.04.2021 στην Καθ' ης 3 και ως εκ τούτου είναι απολύτως φυσιολογικό να ενυπάρχει επί του συγκεκριμένου ακινήτου αναρτημένη η πινακίδα της Καθ' ης
- Όσον αφορά την απόδοση στον Καθ' ου 2 της χρήσης διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από την Καθ' ης 3, ως έχει επεξηγηθεί στην παράγραφο 54 της ΕΔ του Καθ' ου 2, αυτό επεσυνέβη ούτως ώστε να βοηθήσει ο Καθ' ου 2 κατά τα αρχικά στάδια της λειτουργίας της Καθ' ης 3 λόγω της καλής σχέσης μεταξύ του Καθ' ου 2 και Καθ' ου
- Η καλή αυτή σχέση προκύπτει και από το γεγονός ότι η Καθ' ης 3 αγόρασε τον εξοπλισμό και το απόθεμα της Καθ' ης 1 σε τιμές πλήρως συμφέρουσες προς την Καθ' ης 1 και χωρίς οποιαδήποτε απομείωση της αξίας του λόγω παλαιότητας. Ταυτόσημοι είναι οι ισχυρισμοί των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 5 επί του προκειμένου (παρ.15 -18 ΕΔ Σεπετά) αλλά και εξηγήσεις του ιδίου τις οποίες έδωσε κατά την αντεξέταση του. Επομένως στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι στην παρούσα υπόθεση συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις σε σχέση με τους Καθ' ων 1 και
- Τέλος, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει στην ΕΔ της Αιτήτριας η οποία να εμπλέκει είτε άμεσα είτε έμμεσα ή καθ' οποιονδήποτε άλλο τρόπο τον Καθ' ου 6 ως και την Καθ' ης 7 σε όσα η Αιτήτρια επιδιώκει δια της καταχώρισης της παρούσας παράγωγης αγωγής. Καθίσταται πρόδηλο ότι δεν έχουν εκπληρωθεί οι 1η και 2η προϋποθέσεις για την έκδοση ή τη συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων αναφορικά και με τους Καθ' ων 6 και
- Ο μεν Καθ' ου 6 ουδεμία διοικητική αρμοδιότητα έχει στην Καθ' ης 1 πλην του ότι τυγχάνει Γραμματέας αυτής και ουδεμία μαρτυρία υπάρχει που να επιβεβαιώνει ότι ενάσκησε τα καθήκοντα του δολίως ή ότι καθ' οιονδήποτε τρόπο έχει ενεργήσει εις βάρος των συμφερόντων της Καθ' ης
- Η δε Καθ' ης 7 πλέον του ότι είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο από τον Καθ' ου 2, η μόνη σχέση την οποία έχει με την Καθ' ης 1 είναι ότι ο Καθ' ου 2 τυγχάνει σε αμφότερες μέτοχος και Διευθυντής. Ούτε όμως στη βάση των ως άνω γεγονότων αλλά και όσων περαιτέρω αναφέρει και εξηγεί ο κ. Σεπετάς στην ΕΔ του όπως και κατά την αντεξέτασή του για την εμπλοκή των Καθ' ων 3 και 5 αλλά και όσα αφορούν την Καθ' ης 4 οδηγούν σε οποιαδήποτε θετική αντίκριση όσων η Αιτήτρια επί της ουσίας εικάζει και καταλογίζει σ' αυτούς. Επομένως κρίνω ότι ούτε ως προς τους Καθ' ων 3, 5 και 4 έχουν εκπληρωθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Εξετάζοντας τώρα την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ως προς το ότι, η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προξενήσει σε αυτήν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι γενικοί και αόριστοι, γεγονός που συγκρούεται με την νομολογία (Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2),
(2008)1 Α.Α.Δ. 626), η οποία επιτάσσει ότι τέτοιοι ισχυρισμοί πρέπει να αιτιολογούνται με σαφή και θετική μαρτυρία. Η προσκομισθείσα υπό της Αιτήτριας μαρτυρία που θέτει τον ισχυρισμό ότι δεν θα μπορέσει να ικανοποιηθεί, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ της, άνευ της εκδόσεως των αιτουμένων και εκδοθέντων διαταγμάτων είναι γενικόλογη και αόριστη χωρίς να εξειδικεύονται οι λόγοι για τους οποίους θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί η οιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί υπέρ της Αιτήτριας. Καθόλου δεν προκύπτει από την ΕΔ της Αιτήτριας ότι οι Καθ' ων προτίθενται καθ' οιονδήποτε τρόπο να αποξενώσουν περιουσιακά τους στοιχεία με σκοπό να μην ικανοποιηθεί τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ της Αιτήτριας. Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που τίθενται στην παράγραφο 97 της ΕΔ ότι εάν δεν καταστούν απόλυτα τα εκδοθέντα διατάγματα τότε οι Καθ' ων θα μπορούν να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης 1, καταρρίπτεται από όλα τα ανωτέρω καταγραφέντα τα οποία αποδεικνύουν ότι όλες οι ενέργειες των Καθ' ων και ιδιαίτερα του Καθ' ου 2 είχαν ως στόχο την διάσωση της αξίας της περιουσίας της Καθ' ης 1 και ουδόλως έχει κατορθώσει η Αιτήτρια να αποδείξει το αντίθετο, ήτοι οποιαδήποτε πρόθεση των Καθ' ων προς απομείωση της αξίας της περιουσίας της Καθ' ης 1 ή/και της περιουσίας ενός εκάστου των Καθ' ων η αίτηση Περαιτέρω καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί από την Αιτήτρια που να υποστηρίζει ότι οι Καθ' ων η αίτηση στερούνται ρευστότητας, ή ότι είναι αφερέγγυοι. Σχετική νομολογία ότι δεν θα πρέπει να εκδίδονται διατάγματα παγοποίησης, εφόσον οι Καθ' ων η αίτηση διατηρούν και ενασκούν οικονομική δραστηριότητα που τους επιτρέπει να ανταποκριθούν σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους ή ότι αυτά πρέπει να εκδίδονται με φειδώ και ουχί ως μέτρο εξασφάλισης της ενάγουσας είναι και η απόφαση Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, 2002 1ΑΑΔ 1759. Αντίθετα από την ίδια την ΕΔ της ίδιας της Αιτήτριας προκύπτει η φερεγγυότητα του Καθ' ου 2, καθώς τυγχάνει ιδιοκτήτης 2 ακινήτων αξίας πέραν του 1,3 εκατομμυρίων ευρώ και συνεπώς τυγχάνει πλήρως φερέγγυος. Παρόμοια αντικρίζεται και η οικονομική κατάσταση των Καθ' ων 3 και 5 όπως αναφέρει ο κ. Σεπετάς στη δική του ΕΔ αλλά και υποστήριξε κατά την αντεξέτασή του. Επομένως κρίνω ότι ούτε η 3η προϋπόθεση εκπληρούται στην προκείμενη περίπτωση. Η ως άνω κατάληξη μου σε σχέση με τη μη εκπλήρωση καμιάς από τις τρεις προϋποθέσεις οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης. Και εφόσον αυτή είναι η κατάληξη μου δεν κρίνω σκόπιμο να ενδιατρίψω επί μακρόν επί του ζητήματος του ισοζυγίου της ευχέρειας το οποίο ούτως ή άλλως στη βάση των πιο πάνω γεγονότων κρίνω ότι γέρνει υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Θα εξετάσω όμως και το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, παράγοντας ο οποίος έχει επίσης τη σημασία του στην έκβαση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία το κατεπείγων αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 9, του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, (βλ. μεταξύ άλλων, Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 A.A.Δ. 598, Τhe Timberland Co of USA v. Evans and Sons Ltd κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Zein κ.ά. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής: 1) Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα. 3) Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες». Επιπρόσθετα, έχει νομολογηθεί ότι τυχόν καθυστέρηση μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη αν τα γεγονότα μιας υπόθεσης είναι τόσο περίπλοκα που χρειάζεται χρόνος για να διαπιστωθούν (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Στην Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 (A) A.A.Δ 280, καθυστέρηση επτά μηνών κρίθηκε ως δικαιολογημένη αφού στο διαρρεύσαν διάστημα ανταλλάσσετο αλληλογραφία σε προσπάθεια επίλυσης των διαφορών των διαδίκων. Στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χάμπου κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 879, αποφασίστηκε ότι καθυστέρηση 16 μηνών στην καταχώριση της μονομερούς αιτήσεως στερούσε από τους εφεσείοντες το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην Spidertrade Com. Finance Ltd v. Χ" Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121, καθυστέρηση για περίοδο 8 μηνών, για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία, κρίθηκε αδικαιολόγητη. Αντίθετα, στην Χ" Γαβριήλ κ.ά. ν. Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνoικο Λτδ,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 606, καθυστέρηση 7 μηνών από το αγώγιμο δικαίωμα μέχρι την καταχώριση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα κρίθηκε δικαιολογημένη, αφού οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιούργησαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει να ενθαρρύνεται. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ότι το σύνολο των εκδοθέντων διαταγμάτων πρέπει να ακυρωθούν και η αίτηση να απορριφθεί εξαιτίας της μη πλήρωσης της δικαιοδοτικής προϋπόθεσης της ενεργοποίησης του στοιχείου του κατεπείγοντος δυνάμει του άρθρου 9 του Κεφ. 6, ως εκ της αδιαμφισβήτητης καθυστέρησης την οποία επέδειξε η Αιτήτρια ως προς την καταχώριση της παρούσας αγωγής και της μονομερούς έκδοσης των εκδοθέντων διαταγμάτων. Σύμφωνα με παραδοχή της ίδιας της Αιτήτριας η ρήξη στις σχέσεις της με τον Καθ' ου 2, Διευθυντή και Μέτοχο της Καθ' ης 1, ανατρέχει μεταξύ των ετών 2017 και
- Στη σελίδα 3 του Τεκμ. 30, ήτοι της προκαταρκτικής έκθεσης των συμβούλων της Αιτήτριας γίνεται αναφορά σε γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με την Αιτήτρια καταδεικνύουν ενδεχόμενη καταδολίευση της Καθ' ης 1 από τον Καθ' ου 2, τα οποία επεσυνέβησαν κατά το έτος 2018 και τα οποία ρητώς προκύπτει από το εν λόγω τεκμήριο ότι ήταν εις γνώσιν της Αιτήτριας, χωρίς όμως η Αιτήτρια να λάβει οιονδήποτε μέτρο αλλά το όποιο μέτρο έλαβε, κατ' επίκληση και των ειρημένων γεγονότων, το έλαβε μετά την παρέλευση 3 ετών. Στην παρ. 77 της ΕΔ της, η Αιτήτρια αναφέρει ότι οι σχέσεις της με τον Καθ' ου 2 κλονίστηκαν όταν απέρριψε την πρόταση του να το μεταβιβάσει το 50% που είχε στην Καθ' ης 1, γεγονός το οποίο πάλι σύμφωνα με την Αιτήτρια (παρ. 23 της ΕΔ της Αιτήτριας) επεσυνέβη για πρώτη φορά το
- Στην παρ. 30 της ΕΔ της, η Αιτήτρια αναφέρει ότι μετά την άρνηση της να μεταβιβάσει τις μετοχές της στον Καθ' ου 2, αυτός δεν την ενημέρωνε. Στην παρ. 34 της ΕΔ της, η Αιτήτρια ρητώς αναφέρει ότι, ως προκύπτει και από το Τεκμ. 13 Α, ότι εγνώριζε από την Γενική Συνέλευση της Καθ' ης 1 ημερ. 31.01.2020 ότι η εταιρεία ΒΙΚΟΣ, επιθυμούσε την επέκταση των εργασιών της στην Κύπρο μέσω της δημιουργίας θυγατρικής εταιρείας στην Κύπρο. Στην παρ. 40, της ΕΔ της, η Αιτήτρια αναφέρει τα εξής: «Λόγω άρνησης παραχώρησης όλων των στοιχείων που ζητούντο κατά καιρούς από τον Ελεγκτικό Οίκο, ο τελικός οικονομικός έλεγχος καθίστατο αδύνατος. Περαιτέρω τα ελλιπή στοιχεία που παραχωρούντο αυτά παραχωρούντο καθυστερημένα με αποτέλεσμα μέχρι και σήμερα να μην υπάρχει ξεκάθαρη εικόνα ως προς την οικονομική κατάσταση/εικόνα της Καθ' ης 1». Προς υποστήριξη δε της ανωτέρω θέσης της η Αιτήτρια επισυνάψε ως Τεκμ.17 στην ΕΔ της μια σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα τα οποία ανατρέχουν στην περίοδο από τον Μάρτιο του 2020 έως τον Νοέμβριο του
- Στην παρ. 35 της ΕΔ της, η Αιτήτρια αναφέρει ότι μετά και την Γενική Συνέλευση της Καθ' ης 1 ημερ.31.01.2020, αντιλήφθηκε ότι η συνεργασία με τον Καθ' ου 2 ήταν προφανώς αδύνατη, αν και θεωρούσε μεταξύ της Γενικής Συνέλευσης του 2018 έως και την Γενική Συνέλευση ημερ.31.01.2020 ότι θα υπήρχε συνεργασία με τον Καθ' ου
- Στην παρ. 41 της ΕΔ της, η Αιτήτρια αναφέρει ότι την 9.03.2021 έλαβε πρόσκληση με συστημένη αλληλογραφία από τον Καθ' ου 2 με την οποία την καλούσε να παρευρεθεί σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση για έγκριση ειδικού ψηφίσματος για εκούσια Εκκαθάριση της Καθ' ης
- Είναι πρόδηλο από τις ανωτέρω επισημάνσεις της ίδιας της Αιτήτριας ότι η Αιτήτρια επέδειξε υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων τα οποία έλαβε μόλις στα μέσα Μαϊου 2021 με την καταχώριση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης στις 13.05.
- Η δικαιολογία της Αιτήτριας ότι ο λόγος της καταχώρισης της παρούσας αγωγής στις 13.05.2021 ήταν εξαιτίας της αναμονής για την μελέτη των στοιχείων που τους δόθηκαν και της ετοιμασίας της σχετικής έκθεσης δεν μπορεί να τύχει θετικής σύγκλησης καθότι σύμφωνα με την ίδια την Αιτήτρια υπήρχε ελλιπής ενημέρωση της τουλάχιστον από το έτος 2020 αλλά και προγενέστερα ενώ τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2020 οι σχέσεις της με τον Καθ' ου 2 είχαν κλονιστεί εντελώς και δεν είχαν καμιά συνεργασία. Συνεπώς είναι προφανές ότι η Αιτήτρια επέδειξε τέτοια καθυστέρηση προς λήψη οιουδήποτε δικαστικού μέτρου, η οποία καθιστά τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα έκθετα προς ακύρωση, την δε υπό κρίση αίτηση έκθετη προς απόρριψη. Πέραν της ανωτέρω σαφούς θέσης περί της έλλειψης του στοιχείου του κατεπείγοντος, η Αιτήτρια ουδέποτε ζήτησε είτε εξωδικαστικά είτε δια της δικαστικής οδού όπως συμμετάσχει στην διοίκηση της Καθ' ης 1 είτε αυτοπροσώπως είτε δια αντιπροσώπου, ενώ παράλληλα ουδέποτε, παρά την δική της θέση, ότι δεν είχε καμιά συνεργασία και συνεννόηση με τον Καθ' ου 2 τουλάχιστον από τον Ιανουάριο του 2020 αλλά και προγενέστερα, επεδίωξε την απομάκρυνση ή την αντικατάσταση του από τη θέση του Διευθυντή είτε μέσω της δικαστικής οδού είτε δια της σύγκλησης Γενικής Συνέλευσης, κάτι που ως κάτοχος του 50% των μετοχών είχε το δικαίωμα όπως πράξει ή τουλάχιστον επιχειρήσει. Παρέλειψε δε έκτοτε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα προς διασφάλιση των συμφερόντων της στην Καθ΄ης 1 συνεχίζοντας τις ατέρμονες συζητήσεις και απορρίπτοντας τις εκατέρωθεν προτάσεις. Επομένως, η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων οδήγησε στην επιδείνωση των διαφορών τους και σε αδιέξοδες καταστάσεις επενεργούσες σε βάρος της βιωσιμότητας της Καθ' ης 1 και σε αυτή την διελκυστίδα ή διένεξη συμμετείχε και η Αιτήτρια και ήταν γνώστης των παραμέτρων της διαφοράς της με τον Καθ' ου
- Για όλους αυτούς τους λόγους θα απέρριπτα την αίτηση και για λόγους καθυστέρησης. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων είναι ζήτημα το οποίο κρίνω ότι θα πρέπει να με απασχολήσει. Σύμφωνα με τη νομολογία μας όταν ένας Αιτητής προσέρχεται ενώπιον του δικαστηρίου απουσιάζοντος του αντιδίκου του, ως είς την υπό κρίση αίτηση, κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem» και επιζητεί θεραπεία επί τη βάση του δικαίου της επιείκειας, τότε έχει την υποχρέωση όπως προβεί ενώπιον του δικαστηρίου, σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου. Η αρχή αυτή, δηλαδή της «πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων» αναλύεται εκτενώς στο σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη έκδοση 2016 στις σελίδες 163 έως
- Ο Αιτητής σε τέτοιες περιπτώσεις έχει την υποχρέωση να επιδείξει καλή πίστη (βλ. Bloczek Ltd v. Vianova Holdings Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 1410). Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως εξαπάτηση του δικαστηρίου, το οποίο αρνείται όπως ακούσει αυτόν που τον εξαπατά (βλ. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου,
(1995)1ΑΑΔ 248). Είναι δε άσχετο το γεγονός αν η παράλειψη αποκάλυψης ήταν ηθελημένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης (βλ. Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Ltd κ.α. 1 Α ΑΑΔ 597). Η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι ειλικρινής και πρωτίστως πλήρης. Η υποχρέωση αποκάλυψης διαλαμβάνει και εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία η άλλη πλευρά εάν λάμβανε μέρος στη διαδικασία εύλογα θα έφερνε ενώπιον του δικαστηρίου. Έχει νομολογηθεί ότι το δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων» (βλ. Υπόθεση Ναυτοδικείου A K International UK Ltd v. Του πλοίου "Naimes"
(2004)1 ΑΑΔ 1456). Όταν η παράλειψη δεν αποσκοπεί στο να παραπλανήσει το δικαστήριο ή όταν τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθησαν δεν κρίνονται ουσιώδη, τότε το δικαστήριο εφόσον δεν τίθεται θέμα αδικίας για τον Καθ' ου, προσεγγίζει τη μη αποκάλυψη με άλλη σκοπιά (βλ. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου,
(1995)1ΑΑΔ 248. Το αυτό συμβαίνει όπου διαφαίνεται ότι η μη αποκάλυψη οφείλεται σε αμέλεια (βλ. Harvardskig Prumyslovy Holdings v. Deventree Recources,
(2008)1Β ΑΑΔ 801). Όπου όμως διαφαίνεται οιαδήποτε σκοπιμότητα στη απόκρυψη, τότε το δικαστήριο άνευ ετέρου θα πρέπει να ακυρώσει τα εκδοθέντα διατάγματα. Οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν με σαφήνεια επαναληφθεί στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Ε6/14, ημερομηνίας 27.2.2015. Στην εν λόγω απόφαση ο Ερωτοκρίτου, Δ., ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica MarineSA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικέςείναιοι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986]2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A.κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων». Στην υπό κρίση υπόθεση επισημάνθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα τα οποία η ίδια η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε δια της ΕΔ της η οποία υποστηρίζει την Αίτηση της και τα οποία αποκαλύφθηκαν από τους Καθ' ων η ατηση. Ως αναφέρεται στην παράγραφο 18, της ΕΔ του Καθ' ου 2, η Καθ' ης 1 μέχρι το 2015 είχε συσσωρευμένες ζημιές ύψους €508.026=. Κατά δε τα έτη 2016, 2017 και 2018 εμφάνιζε μεν κέρδη συνολικού ύψους €429.524= αλλά στα κέρδη αυτά συμπεριλαμβανόταν η αποζημίωση που έλαβε η Καθ' ης 1 συνεπεία της καταστροφής των αποθηκών της ύψους €280.000 και τα κέρδη αυτά υπολογίσθηκαν προ της επιβολής των αναλογούντων φόρων, ως αποδεικνύεται από το Τεκμ. 7 της ΕΔ του Καθ' ου
- Το γεγονός αυτό ουδόλως αποκάλυψε η Αιτήτρια προς το δικαστήριο. Στην παρ. 48 της ΕΔ του Καθ' ου 2 υποδεικνύεται δια του σχετικού Τεκμ. 11, ότι η Αιτήτρια εσκεμμένα απέκρυψε από το δικαστήριο στο μονομερές στάδιο της διαδικασίας τις αναρτήσεις στο FACEBOOK την 21.05.2020 του κ. Κάττου για τις οποίες έγινε λόγος και πιο πάνω. Ούτε για το γεγονός ότι τόσο η Καθ' ης 1 όσο και η εταιρεία ΒΙΚΟΣ καταχώρισαν την αγωγή 1532/2020 εναντίον του κ. Κάττου στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας από τον οποίο ζητούσαν αποζημιώσεις για δυσφήμηση. Είναι προφανές ότι οι ανωτέρω αναρτήσεις του συμβίου της Αιτήτριας έγιναν και διατηρήθηκαν δημοσιευμένες τουλάχιστον με τη γνώση και θα έλεγα με την ανοχή της Αιτήτριας, γεγονός το οποίο η Αιτήτρια ουδόλως αποκάλυψε με την ΕΔ της ημερ. 13.05.2021 ούτε και ερωτήθηκε ή υποβλήθηκε οτιδήποτε γι΄αυτό το ζήτημα στον Καθ' ου 2 κατά την αντεξέταση του. Ενόψει του ανωτέρω γεγονότος είναι πρόδηλο ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια ενώ ταυτόχρονα προκαλεί απορία πώς η Αιτήτρια δηλώνει ότι ο Καθ' ου 2 εξαπάτησε και καταδολίευσε με τις πράξεις του την Καθ' ης 1 ενώ ταυτόχρονα η ίδια γνωρίζει και ανέχεται τον δημόσιο διασυρμό και δυσφήμιση της Καθ' ης 1 την οποία υποτίθεται ότι επιδιώκει να προστατεύσει μέσω της αγωγής αυτής. Δεν θα επεκταθώ επί του ζητήματος αυτού εφόσον είναι πλέον φανερή και κακοπιστία εκ μέρους της Αιτήτριας με την μη αποκάλυψη όλων αυτών. H Aιτήτρια περαιτέρω δεν αποκάλυψε τα πραγματικά γεγονότα τα οποία διαλαμβάνονται στις παραγράφους 56 έως 58 της ΕΔ του Καθ' ου 2 η οποία υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων. Η Αιτήτρια αρκέστηκε μόνο στα γεγονότα τα οποία περιέλαβε στην παρ. 87 της ΕΔ της ενώ τα πραγματικά και πλήρη γεγονότα όπως περιγράφονται από τον Καθ' ου 2 είναι ότι ο λογιστής της Καθ' ης 1 απέστειλε στην Αιτήτρια τη βεβαίωση (3ο έγγραφο στο Τεκμ. 50 της ΕΔ της Αιτήτριας) που θα έπρεπε να υπογράψει για να παραλάβει την επιταγή που αφορούσε το ποσό των €50.000= έναντι του μερίσματος για το
- Η Αιτήτρια διά του 4ου εγγράφου του Τεκμ. 50 απέστειλε βεβαίωση η οποία συντάχθηκε από την ίδια και στην οποία ναι μεν διόρθωσε τους σχετικούς αριθμούς ταυτοτήτων, όμως αφαίρεσε από τη βεβαίωση την διευκρίνιση ότι το ποσό των €50.000= αφορά μέρος του μερίσματος για το έτος
- Το σημείο αυτό "έντεχνα", όπως χαρακτηρίζεται από τον Καθ' ου 2 και συμφωνώ με αυτόν, απέκρυψε η Αιτήτρια από το περιεχόμενο της παρ. 87 της ΕΔ της. Τελικά στις 12.05.2021 η Αιτήτρια μετά την απόρριψη του περιεχομένου της βεβαίωσης που συνέταξε η ίδια με ηλεκτρονικό μήνυμα, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμ. 16 στην ΕΔ του Καθ' ου 2, ενημέρωσε τον Καθ' ου 2 ότι θα υπογράψει τη σχετική βεβαίωση που αρχικά της στάλθηκε, με διορθωμένους τους αριθμούς ταυτότητας και με τη σημείωση ότι το ποσό των €50.000= αφορά μερίσματα του
- Το σχετικό μήνυμα, με το οποίο αποδέχεται να υπογράψει την αρχική και όχι τη δική της βεβαίωση, η Αιτήτρια το απέκρυψε από το δικαστήριο και απλώς αρκέστηκε να πει ότι δεν της καταβλήθηκε η επιταγή. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 58 της ΕΔ του Καθ' ου 2, η Αιτήτρια παρέλαβε την επιταγή ύψους €50.000= και υπέγραψε την σχετική βεβαίωση στις 14.05.2021, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Η υπογραμμένη βεβαίωση και το αντίγραφο της επιταγής επισυνάφθηκαν ως Τεκμ.17 στην ΕΔ του Καθ' ου
- Η Αιτήτρια ήταν υποχρεωμένη όπως αποκαλύψει προς το δικαστήριο πριν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων, στις 17.05.2021, ότι έλαβε το ποσό των €50.000= γεγονός που αποδεικνύει την κακοπιστία της και το γεγονός ότι προσήλθε στο δικαστήριο χωρίς καθαρά χέρια. Από την μια η Αιτήτρια έλαβε το ποσό των €50.000= ναι μεν άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της, όμως κατέστη κυρία του ως άνω ποσού το οποίο και έχει εισρεύσει στους λογαριασμούς της. Με αυτά ως δεδομένα προκαλείται εύλογη η απορία πώς η Αιτήτρια κατηγορεί τον Καθ' ου 2 ότι με τις ενέργειες του έχει εκμηδενίσει την αξία της Καθ' ης 1 ενώ ταυτόχρονα αποδέχεται την λήψη από την Καθ' ης 1 ποσού ύψους €50.000= το οποίο και αφορά μερίσματα του
- Είναι δε γεγονός ότι στο Τεκμ. 13 Α δεν αποτυπώνεται τίποτα από τους εκ των υστέρων, όπως κρίνω, ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί τάχα θετικής τοποθέτησης της εις την πρόταση που είχε υποβάλει ο Καθ' ου 5 για επέκταση των εργασιών του στην Κύπρο και πρόταση στην Καθ' ης 1 για να αναλάβει, ισχυριζόμενη ως ακολούθως στην παρ. 34 της ΕΔ της: «Θέλω να σημειώσω εδώ ότι αυτό θα εκτόξευε τον τζίρο της Εναγόμενης/Καθ' ης η αίτηση 1 δηλαδή η διάθεση των προϊόντων της ΒΙΚΟΣ και σε υπεραγορές γεγονός το οποίο εγώ τοποθετήθηκα υπέρ να αναλάβει η Εναγόμενη Καθ' ης η αίτηση 1». Κρίνω τους εν λόγω ισχυρισμούς της ως υστερόβουλους και δόλια προβαλλόμενους με σκοπό να παρουσιάσει την εικόνα που η ίδια επιθυμούσε με γεγονότα ευνοϊκά για την υπόθεση της και προς υποστήριξη των αιτούμενων διαταγμάτων, μέρος των οποίων κατάφερε και εξασφάλισε μονομερώς που αν ήταν υπ' όψιν του δικαστηρίου δεν θα προχωρούσε με την μονομερή έκδοση τους. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της έγγραφης μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου κρίνω ότι η Αιτήτρια ηθελημένα παράλειψε να συμμορφωθεί με την υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων και συνεπώς και εξ αυτού του λόγου τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν μονομερώς θα πρέπει να ακυρωθούν και ασφαλώς τα υπόλοιπα δεν μπορούν να πετύχουν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα προσωρινά εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται και απορρίπτονται, τα αιτητικά υπό στοιχεία Θ, Ι και Ο της αιτήσεως επίσης απορρίπτονται. Τα έξοδα θα είναι υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο