← Κύπρος

Σπάταλος, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Λουκαΐδη ν. Φυσεντζίδη, Αρ. Αγωγής: 10030/2010, 27/7/2021

Σπάταλος, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Λουκαΐδη ν. Φυσεντζίδη, Αρ. Αγωγής: 10030/2010, 27/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A407 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10030/2010 Μεταξύ: XXXXX Κ. Λουκα?δη, από τη Λευκωσία, οδός XXXXX αρ. 6, κατόχου Δ.Τ. αρ. XXXXX79 Ενάγοντος -v- XXXXX Νίκου Φυσεντζίδη από τη Λάρνακα, οδός XXXXX αρ. 9, διαμ. XXXXX Εναγόμενης Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 31.5.2017 Μεταξύ: XXXXX Σπάταλος, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Λουκαΐδη Ενάγοντας -v- XXXXX Νίκου Φυσεντζίδη Εναγόμενη Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για το Ενάγοντα: κ. Α. Σπάταλος Για την Εναγόμενη: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέα Β. Ζαχαρίου και ΣΙΑ ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπόθεση αφορά σε μία ενδοοικογενειακή διαφορά, περιουσιακής υφής. Η πλευρά του Ενάγοντος, XXXXX Λουκαΐδη, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη XXXXX Φυσεντζίδου, που ήταν αδερφή του, πέτυχε την εγγραφή ενός κτήματος στο όνομά της, το οποίο προηγουμένως ήταν δικής του ιδιοκτησίας, ασκώντας ψυχική πίεση στον ίδιο, ώστε να το εγγράψει δωρεάν στο όνομά της ή και να το εγγράψει στο όνομά της κατόπιν μιας ετεροβαρούς συναλλαγής μεταξύ εκείνου και της Εναγόμενης ως εργοδότριας του και/ή χρησιμοποιώντας παράνομα και δόλια μέσα. Αντίθετη είναι η θέση της Εναγόμενης, η οποία ισχυρίζεται ότι με ελεύθερη βούληση του XXXXX Λουκαΐδη ήταν που δόθηκε η υπόσχεση μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου στο όνομα της ίδιας και ότι δεν χρησιμοποιήθηκε δόλιο ή παράνομο μέσο για την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης από αυτόν. Οι θεραπείες που αξιώνει ο Ενάγων και η πορεία των δικογράφων. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 24.11.2010 σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2,1). Σύμφωνα με το παρακλητικό του κλητηρίου, ο Ενάγων αξιώνει τα εξής? «Α. Διάταγμα με το οποίο να κηρύσσεται ως παράνομη η μεταβίβαση του κτήματος με στοιχεία Αρ. Εγγραφής XXXXX, φ/σχ. 29/32ΕΙ, Τεμάχιο XXXXX, έκτασης 20 δεκαρίων και 878 τετραγωνικών μέτρων, αγοραίας αξίας €100.000, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Λαξιά του Αγίου Γεωργίου, στον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας, από το όνομα του Ενάγοντα στο όνομα της Εναγομένης κατά ή περί τις 27.09.1995, καθ'ότι αυτή έγινε συνεπεία?

(1)Απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή χρήσης από την Εναγόμενη δόλιων και/ή παράνομων μέσων.
(2)Άσκησης από την Εναγόμενη αφόρητων ψυχικών πιέσεων στον Ενάγοντα, επί της θελήσεως του οποίου βρισκόταν σε κυρίαρχη θέση ως εργοδότης του, για να συμβληθεί μαζί της σε μια συναλλαγή υπερμέτρως επαχθή και να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος σε βάρος του. Β. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση της μεταβίβασης του εν λόγω κτήματος στο όνομα της Εναγόμενης, η επαναφορά του στο προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς του και η επανεγγραφή του στο όνομα του Ενάγοντα, ως του νόμιμου ιδιοκτήτη του. Γ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η ανάκτηση από τον Ενάγοντα ελεύθερης της κατοχής του αναφερόμενου πιο πάνω κτήματος. Δ. Αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του πιο πάνω κτήματος από τον Ενάγοντα από τις 28.12.1994 και μέχρι της ανάκτησης από αυτόν ελεύθερης της κατοχής του.». Η Έκθεση Απαίτησης, στην οποία δικογραφήθηκαν οι ισχυρισμοί γεγονότων επί των οποίων ο Ενάγων (XXXXX Λουκα?δης) εδράζει την αξίωσή του για τις πιο πάνω θεραπείες, καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 9.2.2011, ενόσω ο ίδιος βρισκόταν εν ζωή. Η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης καταχωρήθηκε στις 29.9.
  1. Στις 25.10.2011 καταχωρήθηκε Απάντηση από τον Ενάγοντα. Στο μεσοδιάστημα, ο Ενάγων είχε υποβάλει ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 13.12.2010 για επιβάρυνση του επίδικου ακινήτου με ΜΕΜΟ, την οποία απέσυρε στις 8.3.2011 και στη συνέχεια καταχώρησε άλλη αίτηση, ημερ. 1.5.2011 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος μη αποξένωσης του επίδικου ακινήτου μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής, η οποία αίτηση απορρίφθηκε στις 18.1.2012 με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση (Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ.). Ακολούθησε στις 19.1.2016 αίτηση από πλευράς του Ενάγοντος για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Αντί που στην παρα. 27Α της Έκθεσης Απαίτησης αναφερόταν ότι το επίδικο κτήμα ήταν εκτιμημένης αξίας €100.000, η αιτούμενη τροποποίηση ήταν για να διορθωθεί η αναφορά αυτή, ώστε να προσδιοριστεί ότι η εκτιμημένη αγοραία αξία του ήταν κατά την 1/1/1994 €31.000 και την 1/1/2001 €63.
  2. Εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα Τροποποίησης στις 26.2.2016 και καταχωρήθηκε Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης στις 10.5.
  3. Εκκρεμούσης της καταχώρησης Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης, απεβίωσε ο Ενάγων XXXXX Λουκα?δης στις 4.1.2017 και διορίστηκε Διαχειριστής της περιουσίας του ο κ. Ανδρέας Σπάταλος στις 15.2.
  4. Καταχώρησε ο κ. Σπάταλος στις 21.3.2017 αίτηση τροποποίησης του κλητηρίου εντάλματος και των λοιπών δικογράφων, έτσι ώστε να ανφέρεται ο ίδιος ως Ενάγων, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος, καθώς επίσης αιτήθηκε άδεια συνέχισης της παρούσας αγωγής. Αμφότερα τα αιτήματα εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στις 31.5.
  5. Καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα στις 20.6.2017 και την ίδια ημέρα τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Στις 28.6.2017 καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγόμενης η Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης. Δεν καταχωρήθηκε Τροποποιημένη Απάντηση.[1] Έκλεισαν τα τροποποιημένα δικόγραφα και είναι στη βάση αυτών που η υπόθεση ήχθη σε ακρόαση, η οποία ξεκίνησε σε πρώτο στάδιο στις 12.10.
  6. Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπόθεση τέθηκε για επανεκδίκαση όπως εξηγώ στο επόμενο τμήμα της απόφασής μου. Οι αντιπαραβαλλόμενες εκδοχές έχουν ως εξής? Στην παρα. 26 της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, ημερ. 20.6.2017, ο Ενάγων δικογράφησε τις ακόλουθες λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή δόλιων και/ή παράνομων μέσων που καταλογίζει στην Εναγόμενη ότι χρησιμοποίησε για να πετύχει την εγγραφή στο όνομά της του επίδικου ακινήτου που ανήκε στον αποβιώσαντα XXXXX Λουκα?δη? «
(1)Η Εναγόμενη, κατά ή περί τα έτη 1994 και/ή 1995, σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, μαζί ή χωριστά, ενήργησε και/ή συντέλεσε ώστε να εγγραφεί στο όνομά της το επίδικο κτήμα του Λουκα?δη, χωρίς να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, η οποία διαδικασία επέβαλλε όπως ο Λουκα?δης, ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του εν λόγω κτήματος, υπογράψει το έντυπο μεταβίβασης Ν270, δεόντως συμπληρωμένο και χρονολογημένο, στα γραφεία του Κτηματολογίου και στην παρουσία αρμοδίου κτηματολογικού λειτουργού.
(2)Η Εναγόμενη, κατά ή περί τα έτη 1994 και/ή 1995, σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, μαζί ή χωριστά, ενήργησε και/ή συντέλεσε ώστε να εγγραφεί στο όνομά της το επίδικο κτήμα του Λουκα?δη, καταθέτοντας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας έντυπο μεταβίβασης Ν270, το οποίο, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι δεν έφερε τη γνήσια υπογραφή του Ενάγοντα, το παρουσίασε ως δήθεν υπογραφέν από τον Λουκα?δη.
(3)Η Εναγόμενη, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι το επίδικο κτήμα του Λουκα?δη είχε ήδη εγγραφεί στο όνομά της κατά ή περί τα έτη 1994 και/ή 1995 κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στις προηγούμενες παραγράφους
(1)και
(2), κατά ή περί το έτος 2001 σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, μαζί ή χωριστά, ενήργησε και/ή συντέλεσε ώστε να κατατεθεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και/ή να γίνει αποδεκτό από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, δεύτερο έντυπο Ν270, για τη μεταβίβαση του ίδιου επίδικου κτήματος στο όνομά της.
(4)Η Εναγόμενη, κατά ή περί το έτος 2001, ασκώντας στον Λουκα?δη και/ή σε μέλη της οικογένειάς του, αφόρητες ψυχικές πιέσεις και βρισκόμενη σε κυρίαρχη θέση επί της θελήσεώς του ως εργοδότη του, τον ανάγκασε να συμβληθεί μαζί της σε μια συναλλαγή υπερμέτρως επαχθή και να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος σε βάρος του, αναγκάζοντάς τον, παρά την ελεύθερη βούλησή του, να υπογράψει έντυπο για τη μεταβίβαση του επίδικου κτήματός του στο όνομά της.
(5)Η πράξη της πιο πάνω μεταβίβασης του επίδικου κτήματος, από το όνομα του Λουκα?δη στο όνομα της Εναγόμενης, είναι καθόλα παράνομη και συνεπώς άκυρη, καθ'ότι έγινε χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη δικαιοπρακτική βούληση του Λουκα?δη και νόμιμου ιδιοκτήτη του εν λόγω κτήματος, χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε γραπτής ή προφορικής συμφωνίας, αλλά και χωρίς να δοθεί σε αυτόν οποιαδήποτε αντιπαροχή.». Από την άλλη, η Εναγόμενη αρνείται τις ισχυριζόμενες λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή δόλιων και/ή παράνομων μέσων για την εγγραφή στο όνομά της του επίδικου ακινήτου (βλ. την παρα. 15 της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Λέγει στην παρα. 15 ότι αυτή καμία πίεση δεν άσκησε στον Ενάγοντα για την εν λόγω μεταβίβαση και ότι κανένα αθέμιτο όφελος δεν απέκτησε η ίδια, ενώ καταλογίζει στον ενάγοντα ότι προωθεί καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή εκδικητικά την παρούσα αγωγή. Είναι η δική της εκδοχή (βλ. την παρα. 6 της Τροπ. Ε/Υ) ότι ο XXXXX Λουκα?δης μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στην ίδια το επίδικο ακίνητο τα έτη 1994 - 1995 με την ελεύθερη του βούληση και/ή υπογράφοντας κάθε αναγκαίο έγγραφο και/ή εξουσιοδότηση και/ή ως ένδειξη εκτίμησης των όσων η εναγόμενη του είχε προσφέρει. Είναι επίσης η θέση της Εναγόμενης (βλ. τις παρα. 9 και 10 της Τροπ. Ε/Υ) ότι ουδέν έγινε περί το έτος 2001 και ότι ο χρόνος που ο XXXXX Λουκα?δης σταμάτησε να εργοδοτείται από την Εναγόμενη είναι παντελώς άσχετος με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής. Καταλήγει η Εναγόμενη να ισχυρίζεται (βλ. παρα. 13 της Τροπ. Ε/Υ) ότι όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί του Ενάγοντος αποτελούν «προϊόν υστέρας σκέψης» για να αποφύγει ο ενάγων τις νομικές συνέπειες των πράξεών του και/ή να εκδικηθεί την εναγόμενη. Το περιεχόμενο των δικογράφων σχολιάζεται εκτενέστερα από το Δικαστήριο στο μέρος της απόφασης που αφορά στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Η ακροαματική διαδικασία. Η παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει και από την χρονολογία καταχώρησής της, είναι πολύ παλαιά. Διεξήχθη πλήρης ακρόαση της αγωγής ενώπιον άλλης αδελφής δικαστού (Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ.) μεταξύ 12.10.2017 και 2.7.2018, η οποία αφυπηρέτησε πρόωρα, προτού εκδώσει την απόφαση στην αγωγή. Το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε την επανεκδίκασή της από το παρόν Δικαστήριο στις 5.1.2020. Σχετικό το Σημείωμα του Πρωτοκολλητή του Τμήματος Αστικών Υποθέσεων, ημερ. 7.2.2020, με το οποίο γνωστοποιήθηκε η εν λόγω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου προς το παρόν Δικαστήριο. Ευθύς μόλις τέθηκε ο φάκελος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 23.3.2020 και ειδοποιήθηκαν περί τούτης της ημερομηνίας ορισμού οι συνήγοροι στις 14.2.2020. Η έναρξη χειρισμού της υπόθεσης από το παρόν Δικαστήριο συνέπεσε χρονικά με το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού. Λίγο πριν την δικάσιμο ημερ. 23.3.2020 που ήταν προγραμματισμένο να εμφανισθούν οι συνήγοροι για πρώτη φορά στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεκδίκασης, επιβλήθηκε ήδη το πρώτο lockdown από την Κυβέρνηση στην Κύπρο για αποφυγή εξάπλωσης της πανδημίας και συνήλθε στις 16.3.2020 το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο και αποφάσισε ότι, συνεπεία του από 16.3.2020 μέχρι 30.4.2020 θα εκδικάζονταν μόνον οι επείγουσες υποθέσεις, ενώ όλες οι άλλες θα αναβάλλονταν αυτόματα από το Πρωτοκολλητείο για μετέπειτα ημερομηνίες. Συγκεκριμένα, η Ανακοίνωση που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στις 16.3.2020 ανέφερε τα εξής? «Υπό το φως της ανάγκης λήψης μέτρων προς παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού Covid-19, πραγματοποιήθηκε στις 16.3.2020 σύσκεψη του Προέδρου και των Μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Ανώτατο Δικαστήριο, στην παρουσία του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, του Γενικού Εισαγγελέα και του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Ομόφωνα συμφωνήθηκαν τα εξής: 1. Η δικαιοσύνη πρέπει και θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μία από τις συντεταγμένες εξουσίες της Πολιτείας και ως σημαντικός πυλώνας κράτους δικαίου. 2. Οι περιορισμοί που ανακοινώθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης του ιού και για προστασία της δημόσιας υγείας, αναπόφευκτα επηρεάζουν τη λειτουργία των Δικαστηρίων και για το λόγο αυτό θα πρέπει να περιοριστεί η συγκέντρωση ατόμων στα Δικαστήρια και η εκδίκαση των πλείστων υποθέσεων εξαιρουμένων των επειγουσών υποθέσεων, ως κατωτέρω καθορίζεται, προς προστασία της δημόσιας υγείας. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και ασκώντας τις δικές της εξουσίες, αποφάσισε τα εξής: (Α) Αναστέλλεται προσωρινά η εκδίκαση ή η περαιτέρω προώθηση όλων των υποθέσεων σε όλα τα Δικαστήρια, κάθε βαθμίδας και δικαιοδοσίας, από σήμερα 16.3.2020 μέχρι και 30.4.2020, πλην των ακολούθων εξαιρέσεων: I. Σε ό,τι αφορά τις πολιτικές υποθέσεις θα εκδικάζονται: (
  1. i)αιτήσεις για ενδιάμεσα διατάγματα σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις. Το κατεπείγον της εκδίκασης κρίνεται από τον αρμόδιο Δικαστή, από τον οποίο και λαμβάνεται σχετική άδεια. (
  2. ii)εφέσεις που αφορούν διαδικασίες πλειστηριασμού ακινήτων δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, όπως έχει τροποποιηθεί. (iii) αιτήσεις για έκδοση ενταλμάτων Habeas Corpus, (
  3. iv)διαδικασίες εκδόσεως φυγοδίκων ή εκζητουμένων προσώπων, (
  4. v)προνομιακά εντάλματα επείγουσας φύσεως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, (
  5. vi)διαδικασίες που αφορούν πολιτικό άσυλο επειγούσης φύσεως κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και (vii) εφέσεις, επείγουσας μορφής, κατά την κρίση του Δικαστηρίου.». Συνεπεία της πιο πάνω ρύθμισης, η οποία διατηρήθηκε εν τέλει σε ισχύ μέχρι και τις 4.5.2020, η παρούσα υπόθεση επαναορίστηκε για προγραμματισμό ακρόασης στις 11.5.2020. Στις 10.5.2020 η συνήγορος Υπεράσπισης, κα Γ. Ζαχαρίου, ειδοποίησε ηλεκτρονικά το Δικαστήριο ότι εγκυμονούσε και ο τοκετός ήταν προγραμματισμένος για τις 25.5.2020, γι' αυτό και, σε συνεννόηση με τον αντίδικο κ. Α. Σπάταλο, υπέβαλε αίτημα όπως η υπόθεση οριστεί μετά τις 25.9.2020 που θα έληγε η άδεια μητρότητάς της. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κα Γ. Ζαχαρίου είχε χειριστεί προσωπικά την υπόθεση κατά την ακρόαση ενώπιον της αδελφής Δικαστού πριν την διαταγή επανεκδίκασης, έκρινε δικαιολογημένο το αίτημα και όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 28.9.2020, ώρα 11 π.μ. Λόγω έκτακτης απουσίας του Δικαστηρίου στις 28.9.2020, δημοσιεύθηκε Πινάκιο ηλεκτρονικά ενημερώνοντας τους συνηγόρους ότι η ακρόαση αναβαλλόταν για τις 8.10.2020, 9 π.μ., για νέο προγραμματισμό. Κατ' εκείνην την δικάσιμο ορίσθηκε για ακρόαση στις 4/11, 12/11, 20/11 και 25/11. Στις 4.11.2020, η πλευρά του Ενάγοντος δήλωσε ετοιμότητα για έναρξη με πρώτη μάρτυρα την κα XXXXX Λουκα?δου. Ωστόσο, πριν την έναρξη της ακρόασης αμφότεροι οι συνήγοροι έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου ότι οι κύριοι μάρτυρες και των δύο διαδίκων μερών ήταν υπερήλικες (άνω των 80 ετών η κα XXXXX Λουκα?δου και άνω των 90 ετών η Εναγόμενη), με πολλά προβλήματα υγείας και λόγω των ιδιαζουσών συνθηκών που δημιούργησε η πανδημία του κωρονοϊού ήθελαν να αποφύγουν τη διεξαγωγή μιας εκ νέου μακράς ακροαματικής διαδικασίας με τη φυσική παρουσία των μαρτύρων στο Δικαστήριο. Για τούτο το λόγο, παρακάλεσαν το παρόν Δικαστήριο να τους παρασχεθεί χρόνος για ν' αποταθούν στο Ανώτατο Δικαστήριο να λάβουν άδεια όπως η παρούσα υπόθεση ακρόαση διεξαχθεί στη βάση έγγραφης μαρτυρίας και όπως υιοθετηθεί ως τέτοια η μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον της αδελφής Δικαστού πριν την αφυπηρέτησή της. Εν τέλει, το Ανώτατο Δικαστήριο, στο οποίο αποτάθηκαν οι συνήγοροι χωρίς χρονοτριβή, τους απάντησε στις 12.11.2020 ότι εναπόκειτο στο πρωτόδικο Δικαστήριο να ρυθμίσει την ενώπιον του διαδικασία. Κατ' ακολουθίαν αυτής της εξέλιξης, επανήλθαν οι συνήγοροι στο παρόν Δικαστήριο με νέο αίτημα, το οποίο υποβλήθηκε στις 13.11.2020 ηλεκτρονικά (βλ. e-mail ώρα 11?31 π.μ. από την κα Ζαχαρίου με κοινοποίηση προς τον κ. Σπάταλο), όπως το Δικαστήριο αυτό αποδεχθεί να εκδώσει την απόφαση του στη βάση της μαρτυρίας που είναι ήδη καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου υπό την προηγούμενη του σύνθεση (Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ.) και δίδονταν οι εξής δεσμεύσεις και/ή εξηγήσεις αναφορικά με το εν λόγω αίτημα? «Δηλώνουμε ανέκκλητα ότι σε τέτοια περίπτωση, καμία πλευρά δεν θα θέσει, σε τυχόν έφεση, θέμα εγκυρότητας της διαδικασίας, το οποίο εν πάση περιπτώσει θεωρούμε ότι δεν υφίσταται. Επισυνάπτεται απόφαση, στην οποία δεν έγινε δεκτή υπό τις περιστάσεις μαρτυρία που δόθηκε σε προηγούμενη δίκη στη de novo εκδίκαση, επισημαίνοντας ότι σε εκείνη την απόφαση - α) υπήρχε ένσταση από τη μια πλευρά, κάτι που δεν ισχύει στην προκειμένη, β) ο μάρτυρας εκεί είχε πεθάνει στο μεταξύ, γ) η απόφαση εκδόθηκε πριν την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, ο οποίος, ως είχε τότε, δεν επέτρεπε την προσαγωγή εξ ακοής μαρτυρίας, δ) ήταν πριν την τροποποίηση της Δ.30, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις επιτρέπει, αν όχι επιβάλλει, τη διεξαγωγή της δίκης αποκλειστικά με έγγραφη μαρτυρία, ε) υπάρχουν ενδείξεις και αναφορές στην εν λόγω απόφαση, από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η πρακτική που εισηγούμαστε μπορεί να επιτραπεί σε κάποιες περιπτώσεις, στ) σε εκείνην την υπόθεση η μαρτυρία ήταν ενός μάρτυρα μόνο, ενώ εδώ πρόκειται για ολόκληρη τη μαρτυρία, η οποία θα τύχει εξέτασης με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και δεν τίθεται θέμα αδικίας. Με βάση τα πιο πάνω, εκ συμφώνου οι δύο αντίδικες πλευρές θεωρούμε, εισηγούμαστε και δηλώνουμε ότι επιθυμούμε να επιτραπεί η πιο πάνω εισήγηση ως προς τη διαδικασία, η οποία είναι πιο δίκαιη προσέγγιση, δεδομένου και του γεγονότος ότι οι κύριοι μάρτυρες είναι ηλικίας άνω των 80 και 90 αντίστοιχα, αλλά και των συνθηκών που βιώνουμε με την πανδημία». Η απόφαση στην οποία παρέπεμπαν οι συνήγοροι το παρόν Δικαστήριο, καλώντας το να αναγνωρίσει ότι διαφοροποιούνται οι συνθήκες της παρούσας υπόθεσης από τις συνθήκες που εξετάστηκαν σε εκείνην την απόφαση, είναι η C & A PELEKANOS ASSOCIATES LIMITED ν Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273. Το παρόν Δικαστήριο προβληματίστηκε ιδιαίτερα για το ποια θα ήταν η ορθή οδός εξασφάλισης της απρόσκοπτης διεξαγωγής της δίκης, προκειμένου να αποδοθεί δικαιοσύνη, μέσα σε εύλογο χρόνο, υπό τις συνθήκες που διαμόρφωσε η πανδημία. Όπως το έθεσε σε ανύποπτο χρόνο ο Γεώργιος Πικής στις υποθέσεις In re Efthymiou
(1987)1 CLR 329, 333 και Μαγκάκης
(1990)1 ΑΑΔ 1068, «Η εγκυρότητα της δικαστικής διαδικασίας αποτελεί θεμελιώδη σκοπό του Συντάγματος. Η ανεμπόδιστη ροή της δικαιοσύνης δεν είναι λιγότερο σημαντικός συνταγματικός στόχος από την διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Όπου τα θεμελιώδη δικαιώματα είναι συνυφασμένα με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής λειτουργίας, πρέπει να ασκούνται και να εφαρμόζονται με τρόπο που να διασφαλίζονται οι παράλληλη σκοποί του Συντάγματος.» Το ότι η πανδημία του κορωνοϊού δεν εξέλιπε, από τότε που υποβλήθηκε το πιο πάνω αίτημα μέχρι και σήμερα που εκδίδεται τελική απόφαση στην αγωγή είναι τοις πάση γνωστό όχι μόνον στην Κύπρο, αλλά και πανευρωπαϊκά, ως επίσης και ευρύτερα στον πλανήτη. Ως ζήτημα αντικειμενικής ανάγκης για προστασία της δημόσιας υγείας, το Ανώτατο Δικαστήριο αναπροσάρμοσε το πρόγραμμα των Δικαστηρίων σε διάφορα χρονικά διαστήματα διαρκούσης της πανδημίας, προς αποφυγή του συγχρωτισμού ατόμων στις αίθουσες των δικαστηρίων, εκδίδοντας σχετικές Ανακοινώσεις με τις οποίες προσδιόριζε τις επείγουσες υποθέσεις για τις οποίες κατ' εξαίρεση θα διεξαγόταν δίκη με τη φυσική παρουσία ατόμων. Αρκεί να σημειώσω ότι? · Στις 22 Οκτωβρίου 2020 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε νέα Ανακοίνωση, στην οποία αναφερόταν ότι - «Σε χθεσινή του συνεδρία, αφού επανεκτίμησε τα δεδομένα και αφού έλαβε υπόψη τις σημερινές συνθήκες και τα σχετικά διατάγματα των αρμοδίων αρχών, επανεξέτασε το ζήτημα λειτουργίας των Δικαστηρίων υπό το φως της πρόσφατης έξαρσης της πανδημίας του κορωνοϊού και αποφάσισε ότι, οι οδηγίες που εκδόθηκαν για τη λειτουργία των Δικαστηρίων και των Πρωτοκολλητείων, ως απόρροια του Ανακοινωθέντος ημερομηνίας 30 Απριλίου 2020 συνεχίσουν, με παράλληλη κατάργηση των οδηγιών που εκδόθηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου 2020 αναφορικά με τις ποινικές υποθέσεις (σημείο Α) και επαναφορά της ρύθμισης ως ίσχυε στην Ανακοίνωση ημερομηνίας 30 Απριλίου 2020 (σημείο 2, παράγραφος 2) 1 .». · &nbnbsp; Στις 11 Νοεμβρίου 2020 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε εκ νέου Ανακοίνωση, στην οποία αναφερόταν ότι - «Υπό το φως των έκτακτων μέτρων που ανακοινώθηκαν στις 11 Νοεμβρίου 2020 για την αναχαίτιση της πανδημίας του κορωνοϊού από τον Υπουργό Υγείας και της ανάγκης λήψης μέτρων προς παρεμπόδιση της εξάπλωσης της νόσου COVID-19, ιδιαίτερα αναφορικά με τις Επαρχίες Λεμεσού και Πάφου, πραγματοποιήθηκε στις 12.11.20, σύσκεψη της Προέδρου και Μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Προέδρου και Αντιπροέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα ανωτέρω και ασκώντας τις δικές του εξουσίες, αποφάσισε τα εξής: Τα όσα ανακοινώθηκαν με την Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.10.20, συνεχίζουν να ισχύουν για όλα τα Δικαστήρια παγκύπρια. Ειδικότερα, σε σχέση με τα Δικαστήρια των Επαρχιών Λεμεσού και Πάφου δίδονται επιπρόσθετα οι κάτωθι οδηγίες: [.] · Στις 30 Δεκεμβρίου 2020 εκδόθηκε νέα Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ. 12/2021, ημερ. 6.4.2021), όπου σημειώθηκαν τα εξής? «
  1. Η δικαιοσύνη πρέπει και θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μία από τις συντεταγμένες εξουσίες της πολιτείας και ως σημαντικός πυλώνας κράτους δικαίου.
  2. Οι περιορισμοί που ανακοινώθηκαν από το υπουργικό συμβούλιο για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης του κορονοϊού (νόσου Covid-19) και για προστασία της δημόσιας υγείας, αναπόφευκτα επηρεάζουν την λειτουργία των δικαστηρίων. Για το λόγο αυτό πρέπει να περιοριστεί η συγκέντρωση ατόμων στα δικαστήρια και η εκδίκαση των πλείστων υποθέσεων, εξαιρουμένων των επειγουσών υποθέσεων, ως κατωτέρω καθορίζεται, προς προστασία της δημόσιας υγείας. [Όπως και στην Ανακοίνωση ημερ. 16.3.2020]. Στις 8.2.2021 επανεκκίνησε η κανονική λειτουργία των Δικαστηρίων. Όπως αναφερόταν σε σχετική Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 4.2.2021? «Το Ανώτατο Δικαστήριο, επανεκτιμώντας τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές συνθήκες και τα σχετικά διατάγματα των αρμοδίων αρχών, επανεξέτασε το όλο ζήτημα επαναλειτουργίας των Δικαστηρίων από την ερχόμενη Δευτέρα, 8.2.2021 και αποφάσισε τα ακόλουθα:
  3. Θα ξεκινήσει η κανονική λειτουργία όλων των Πρωτοκολλητείων. Ως προς τον πρακτικό τρόπο εφαρμογής των πιο πάνω, η Αρχιπρωτοκολλητής σε συνεννόηση με τα κατά τόπους πρωτοκολλητεία και υπό το φως πάντοτε των σχετικών Διαταγμάτων και Οδηγιών οι οποίες εκδίδονται από τις Ιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας, θα προχωρήσει σε σχετικές διευθετήσεις, λαμβανομένων υπόψη και των κτιριακών εγκαταστάσεων, ως επίσης και των ιδιαιτεροτήτων που επικρατούν σε κάθε ξεχωριστό Πρωτοκολλητείο.
  4. Τα πρωτόδικα Δικαστήρια κάθε δικαιοδοσίας θα προχωρήσουν στον προγραμματισμό των ενώπιον τους υποθέσεων, κατά τρόπον που θα καθίσταται δυνατή η περαιτέρω προώθηση τους, λαμβανομένων πάντοτε υπόψη των σχετικών διαταγμάτων και οδηγιών, των Ιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας, καθώς επίσης και των ιδιαίτερων συνθηκών και αναγκών της κάθε δικαιοδοσίας, ως εκ των υφισταμένων κτιριακών εγκαταστάσεων, προς το σκοπό, αφενός της κατά το δυνατό ομαλότερης λειτουργείας των Δικαστηρίων και αφετέρου της διασφάλισης της υγείας όλων των παραγόντων της δίκης.». Μόλις στις 3.6.2021 αναφέρθηκε για πρώτη φορά το Ανώτατο Δικαστήριο σε Ανακοίνωσή του σε έναρξη λειτουργίας των δικαστηρίων όπως ήταν τα πράγματα «πριν την πανδημία»? «Το Ανώτατο Δικαστήριο, επανεκτιμώντας τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές συνθήκες, τη βελτιωμένη επιδημιολογική εικόνα και τα σχετικά διατάγματα των αρμοδίων αρχών, αναφορικά με την πανδημία του κορωνοϊού, επανεξέτασε το όλο ζήτημα λειτουργίας των Δικαστηρίων και αποφάσισε όπως, τηρουμένων των εκάστοτε εν ισχύι πρωτοκόλλων, από την 10η Ιουνίου 2021, τα Δικαστήρια λειτουργούν με βάση των όσων ίσχυαν προ της πανδημίας του κορωνοϊού. 3 Ιουνίου, 2021». Κατά το χρόνο που το παρόν Δικαστήριο εξέτασε το αίτημα των συνηγόρων, ήτοι κατά ή περί τις 16.11.2020, έλαβε υπόψη τις ως άνω ιδιάζουσες συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί εξαιτίας της πανδημίας, καθώς επίσης τα ειδικά μέτρα που λαμβάνονταν από το Δικαστήριο για αποφυγή συγχρωτισμού σε αίθουσες των δικαστηρίων για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας, για σκοπούς συμμόρφωσης με τις από καιρού εις καιρόν αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων του Υπουργείου Υγείας διαρκούσης της πανδημίας και κατέληξε το Δικαστήριο να κρίνει δικαιολογημένο το αίτημα των συνηγόρων για αποφυγή της εκ νέου φυσικής παρουσίας των μαρτύρων σε μια μακρά ακροαματική διαδικασία, εφόσον ήταν υπερήλικες και ευάλωτοι. Ο προβληματισμός του Δικαστηρίου ήταν μεγαλύτερος σε ό,τι αφορά την εφαρμογή όσων λέχθηκαν στην αυθεντία στην οποία παρέπεμψαν οι συνήγοροι, ήτοι στην C & A PELEKANOS ASSOCIATES LIMITED ν Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ 1273. Σε εκείνην την υπόθεση έγινε μνεία στο ότι το Κοινοδίκαιο, όπως επιτάσσει το άρθρο 29(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, επιτρέπει την προσαγωγή, κατά την επανεκδίκαση, προηγούμενης μαρτυρίας, υπό την αίρεση ότι ικανοποιούνται οι τέσσερις προϋποθέσεις, που διατυπώνουν οι εκδότες της 10ης έκδοσης του Phipson on Evidence
(1963), παράγραφος 1423, σελ. 541-542, όπως ακριβώς συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση. Μεταφέρουμε το σχετικό απόσπασμα: "7.- DEPOSITIONS IN FORMER TRIALS At common law, testimony given by a witness in a civil or criminal proceeding is admissible in a subsequent (or in a later stage of the same) trial in proof of the facts stated, provided:
(1)that the proceedings are between the same parties or their privies;
(2)that the same issues are involved;
(3)that the party against whom, or whose privy, the evidence is tendered had on the former occasion a full opportunity of cross-examination; and
(4)that the witness is incapable of being called on the second trial." Επισημάνθηκε στην προμνησθείσα απόφαση PELEKANOS ότι, όπως μας πληροφορεί ο Phipson, άλλοι συγγραφείς όπως οι Stephen, Powell, Knowles και Cockle, θεωρούν ότι τέτοια μαρτυρία είναι στην πραγματικότητα εξ ακοής μαρτυρία. Θεωρήθηκε ότι για να δοθεί άδεια να ληφθεί υπόψη προηγούμενη μαρτυρία σε de novo διαδικασία πρέπει
(1)να υπάρχει η συγκατάθεση ή να υποβάλλεται από κοινού αίτημα όλων των διαδίκων μερών στην προσαγωγή της μαρτυρίας,
(2)η πρώτη δίκη να μην είχε διεξαχθεί ενώπιον ενόρκων και
(3)να μην υπήρχε ουσιαστική σύγκρουση μαρτυρίας ως προς τα γεγονότα. Αναγνωρίστηκε βεβαίως στην απόφαση PELEKANOS ότι δεν ήταν σταθερή η προσέγγιση των Αγγλικών Δικαστηρίων σε εφαρμογή των πιο πάνω κριτηρίων παροχής άδειας για χρήση της μαρτυρίας που δόθηκε σε προηγούμενη δίκη ως βάση για την de novo διαδικασία. Δόθηκε ως παράδειγμα η υπόθεση The Forest Lake, όπου το σκεπτικό της απόφασης για αποδοχή χρήσης της μαρτυρίας ήταν διττό: η εξοικονόμηση χρημάτων, γιατί δεν θα κατέθεταν εκ δευτέρου οι μάρτυρες και περαιτέρω αυτοί δεν θα υφίσταντο νέα ταλαιπωρία. Στην Forest Lake η πρώτη δίκη είχε διεξαχθεί από δικαστή χωρίς ενόρκους. Από την άλλη, στην υπόθεση Bolton v. Bolton [1949] 2 All E.R. 908, όπου η αρχική δίκη έγινε από δικαστή μόνο και όχι από ενόρκους, δεν έγινε αποδεκτή η διεξαγωγή της de novo διαδικασίας στη βάση της προηγούμενης μαρτυρίας, γιατί υπήρχαν συγκρουόμενες μαρτυρίες. Η σύνοψη στη σελ. 909 διαφωτίζει πλήρως και τα δύο σημεία: "(i) where proceedings have been started and evidence given before a judge or magistrate who is judge both of fact and law it is not proper, even with the consent of the parties, to continue the proceedings before another judge or magistrate, especially where there is the slightest risk of any conflict of evidence." Στην ενώπιον μου υπόθεση βεβαίως, το ζητούμενο δεν είναι η συνέχιση ακρόασης που άρχισε ενώπιον άλλου δικαστή. Είναι γι' αυτό το λόγο που θεωρώ ότι το διαδικαστικό ζήτημα που τέθηκε ενώπιον μου διαφοροποιείται από την περίπτωση στην υπόθεση Χαραλαμπίδη ν. Μελωδία, η οποία μνημονεύθηκε στην απόφαση PELEKANOS ανωτέρω, η οποία αφορούσε συνέχιση ακρόασης ως εξής: ".... Επίσης έγινε κατανοητό ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της ακρόασης της υπόθεσης από Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση γεγονός, που θα αποστερούσε το εκδικάζον Δικαστήριο των βασικών εχέγγυων για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Έτσι, το αίτημα περιορίστηκε κατά την ακρόαση της έφεσης στην έκδοση διαταγής για τη συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης από το άλλο μέλος του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου που μετείχε στην ακρόαση της υπόθεσης." Εδώ το Δικαστήριο έχει για λόγους δημόσιας υγείας αποδεχθεί ότι συνέτρεχε αντικειμενικός λόγος να αποφευχθεί η φυσική παρουσία των μαρτύρων στο Δικαστήριο. Εγκρίθηκε το αίτημα να χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον της αδελφής Δικαστού Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ., εφόσον και οι δύο διάδικες πλευρές ήταν σύμφωνες και υπέβαλλαν από κοινού αίτημα να ληφθεί υπόψη από το παρόν Δικαστήριο, όχι απλώς μια γραπτή δήλωση για έκαστο μάρτυρα, αλλά αντίθετα ζητήθηκε να ληφθεί υπόψη η ένορκη μαρτυρία που έδωσαν διά ζώσης στο Δικαστήριο οι ίδιοι μάρτυρες κατά την πρώτη δίκη. Εφόσον η μαρτυρία τους εκείνη δόθηκε δια ζώσης ενώπιον του Δικαστηρίου και υποβλήθηκαν οι μάρτυρες στη βάσανο αντεξέτασης, ήταν καταγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου όλες οι αντιδράσεις τους και τούτο έδιδε την ευχέρεια στο παρόν Δικαστήριο να αξιολογήσει τις αντιδράσεις των μαρτύρων, όπως η νομολογία καθιερώνει ότι είναι απαραίτητο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Δηλαδή, αν οι αντιδράσεις ήταν φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντούσαν οι μάρτυρες, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα τους, η ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, κ.ο.κ. Όπως το έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο στην Pelekanos, «Δεν είναι νοητός ο διαχωρισμός των κριτηρίων αξιοπιστίας ή αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα από τα πρακτικά της υπόθεσης που περιέχουν τη μαρτυρία του». Έτσι, το παρόν Δικαστήριο δεν θα περιορισθεί στο «άψυχο χαρτί» μιας γραπτής δήλωσης ή μιας ένορκης δήλωσης. Θα διεξέλθει τα πρακτικά πλήρους ακρόασης, για να διαμορφώσει την εντύπωσή του. Το ότι οι ισχυρισμοί των διαδίκων, αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα, είναι διαμετρικά αντίθετοι συνεπάγεται τη διεξαγωγή σχολαστικού έργου αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ασφαλώς και δεν είναι η συνήθης πρακτική των Κυπριακών δικαστηρίων σε διαδικασία επανεκδίκασης να διεκπεραιώνεται η νέα δίκη στη βάση της μαρτυρίας που δόθηκε στην πρώτη δίκη, εντούτοις εδώ, λόγω του ότι δεν εκδόθηκε ποτέ απόφαση Δικαστηρίου στην πρώτη δίκη, στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ προηγουμένως δικαστική αξιολόγηση της ήδη ληφθείσας μαρτυρίας και δεν υπήρχε κίνδυνος να επηρεασθεί το παρόν Δικαστήριο από ευρήματα άλλου δικαστή. Εντελώς ανεξάρτητα και αμερόληπτα είναι που θα προσεγγίσει το παρόν Δικαστήριο τη μαρτυρία που ήδη δόθηκε. Ούτε είναι η περίπτωση που να ακούστηκε από ενόρκους η αρχική μαρτυρία. Συνεπώς, τα κριτήρια που παραθέτει ο Phipson on Evidence
(1963), παράγραφος 1423, σελ. 541-542, και τα οποία καταγράφονται στην απόφαση PELEKANOS ανωτέρω, ικανοποιούνται. Όμως, για μεγαλύτερη ασφάλεια, το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν ορθό να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου όχι μόνον η θέση των συνηγόρων, αλλά και να λάβει ένας έκαστος μάρτυρας την ευκαιρία να πει αν υιοθετεί τα πρακτικά της πρώτης δίκης και αν επιθυμεί να προσθέσει ή να αλλάξει κάτι, επί του όρκου του, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Οι συνήγοροι τοποθετήθηκαν θετικά ως προς την πιο πάνω υπόδειξη του Δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.12.
  1. Όρισε το Δικαστήριο την υπόθεση για ακρόαση την 1.2.2021, πλην όμως η εν λόγω δικάσιμος κατέληξε να είναι εντός νέας περιόδου παγκύπριου lockdown, γι'αυτό και επαναορίστηκε στις 18.3.21 και, κατόπιν αιτήματος αναβολής το οποίο υποβλήθηκε από κοινού από τους συνηγόρους, ορίστηκε στις 21.4.21 και, λόγω κάποιου έκτακτου προσωπικού κωλύματος της κας Ζαχαρίου, τελικά η ακρόαση διεξήχθη στις 27.4.
  2. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 27.4.21, οι συνήγοροι παρουσίασαν ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων, με τις οποίες υιοθετούσαν το περιεχόμενο της ένορκης δια ζώσης μαρτυρίας που είχαν δώσει προηγουμένως ενώπιον της αδελφής Δικαστού Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ., ως το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους και κατά την επανεκδίκαση, χωρίς να επιθυμούν να προβούν σε οποιαδήποτε άλλη δήλωση. Συγκεκριμένα, προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντος κατέθεσαν ως μάρτυρες οι ακόλουθοι? Η κα XXXXX Λουκαΐδου (στο εξής «η ΜΕ1»), η οποία ήταν σύζυγος του αποβιώσαντος XXXXX Λουκαΐδη μέχρι του θανάτου του. Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 12.10.2017 και 31.10.2017, τα οποία υιοθέτησε η ΜΕ1 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή της ημερ. 16/3/
  3. Ο κ. XXXXX Λουκαΐδης (στο εξής «ο ΜΕ2»), γιος του αποβιώσαντος XXXXX Λουκαΐδη. Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 23.11.2017, τα οποία υιοθέτησε ο ΜΕ2 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή του ημερ. 16/3/
  4. Η κα XXXXX Λουκαΐδου (στο εξής «η ΜΕ3»), κόρη του αποβιώσαντος XXXXX Λουκαΐδη. Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 23.11.2017, τα οποία υιοθέτησε η ΜΕ3 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή της ημερ. 16/3/
  5. Ο κ. XXXXX Παναγιώτου (στο εξής «ο ΜΕ4») ειδικός γραφολόγος. Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 13.12.2017, τα οποία υιοθέτησε ο ΜΕ4 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή του ημερ. 16/4/
  6. Ο κ. XXXXX Τηλεμάχου (στο εξής «ο ΜΕ5»), εκτιμητής ακινήτων. Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 13.12.2017 και 20.12.2017, τα οποία υιοθέτησε ο ΜΕ5 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή του ημερ. 16/4/
  7. Η κα XXXXX Λιάσου (στο εξής «η ΜΕ6»), Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 30.1.2018, τα οποία υιοθέτησε η ΜΕ6 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή του ημερ. 13/4/21 ενώπιον του Πρωτοκολλητή Επαρχ. Δικ. Λάρνακας, η οποία καταχωρήθηκε στο Επαρχ. Δικ. Λ/σιας στις 19.4.
  8. Ο κ. XXXXX Τέρλας (στο εξής «ο ΜΕ7»), Πρωτοκολλητής του Αστικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σχετικά τα πρακτικά των δικασίμων ημερ. 30.1.2018 και 8.2.
  9. Ο ΜΕ7 είναι ο μόνος μάρτυρας που δεν προέβηκε σε ένορκη δήλωση για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης, για να δηλώσει αν υιοθετεί την ένορκη προφορική μαρτυρία που είχε δώσει στις 30.1.2018 και 8.2.
  10. Επομένως, κρίνω ότι δεν υπάρχει δική του μαρτυρία καθόλου για τη διαδικασία επανεκδίκασης. Ο κ. XXXXX Τσίγκης (στο εξής «ο ΜΕ8»), Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 8.2.2018, τα οποία υιοθέτησε ο ΜΕ8 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή του ημερ. 30/3/
  11. Προς απόδειξη της εκδοχής της Εναγόμενης, ένορκη μαρτυρία έδωσε μόνο η ίδια η Εναγόμενη προσωπικά, κα XXXXX Φυσεντζίδη (ΜΥ1). Σχετικά τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 27.3.2018, τα οποία υιοθέτησε η ΜΥ1 για σκοπούς της διαδικασίας επανεκδίκασης με την ένορκη δήλωσή της ημερ. 16/4/
  12. Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 27/4/2021, το παρόν Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφασή του επί της αγωγής στη βάση της ως άνω μαρτυρίας, αφού πρώτα παρέλαβε τις γραπτές αγορεύσεις των συνήγορων. Παράθεση της μαρτυρίας. Α. Η μαρτυρία των μελών της οικογένειας Λουκα?δη. Α.
  13. Η μαρτυρία της XXXXX Λουκα?δου (ΜΕ1). Κύρια μάρτυρας για την υπόθεση του Ενάγοντος ήταν η σύζυγος αυτού, κυρία XXXXX Λουκαΐδη (ΜΕ1). Όπως η ίδια δήλωσε στο πλαίσιο της γραπτής δήλωσης που κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Α» και την οποία υιοθέτησε επί του όρκου της ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, ο σύζυγός της, XXXXX Λουκαΐδης, που ήταν Ενάγων κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, πέθανε στις 4/01/17 και έκτοτε ανέλαβε ως διαχειριστής της περιουσίας του και ως Ενάγων ο δικηγόρος κύριος XXXXX Σπάταλος. Δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής η ημερομηνία θανάτου του κύριου XXXXX Λουκαΐδη. Η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα ότι γνωρίζει όλη την πραγματική αλήθεια που υπάρχει γύρω από τα γεγονότα αυτά. Αναφέρει η ΜΕ1 στο Έγγραφο Α ότι ο σύζυγός της, XXXXX Λουκαΐδης, εργαζόταν για πάνω από 20 χρόνια, από το 1978 μέχρι και το 2001, ως πωλητής και αποθηκάριος σε διάφορες εταιρείες που είχε ο σύζυγος της Εναγόμενης, κυρίας XXXXX Φυσεντζίδου, η οποία ήταν αδελφή του XXXXX Λουκαΐδη. Ο σύζυγος της XXXXX ονομαζόταν XXXXX Φυσεντζίδης. Δεν έχει κανένα παράπονο η ΜΕ1 από τον μακαρίτη XXXXX Φυσεντζίδη. Τον θεωρούσε έναν επιτυχημένο επιχειρηματία με μεγάλα εισοδήματα, καλό άνθρωπο, που αγαπούσε και εκτιμούσε τόσο τον XXXXX Λουκαΐδη, όσο και όλη την οικογένειά του. Για πολλά χρόνια οι σχέσεις μεταξύ των οικογενειών του XXXXX Λουκα?δη και της αδελφής του XXXXX ήταν πολύ καλές. Αντάλλαζαν επισκέψεις, έτρωγαν όλοι μαζί και ο XXXXX Φυσεντζίδης είχε βαφτίσει τον γιο τους, τον XXXXX Λουκαΐδη. Είναι ο ισχυρισμός της ΜΕ1 στην παράγραφο 10 του Εγγράφου Α, ότι «σε ένδειξη της μεγάλης αγάπης που έτρεφε προς αυτόν», δηλαδή τον βαφτιστικό του, XXXXX Λουκα?δη, ο XXXXX Φυσεντζίδης του αγόρασε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο και του το δώρισε για να μην ταλαιπωρείται με τα ταξί και τα λεωφορεία για τη μετάβασή του από τη Λευκωσία, όπου διέμενε, προς τη Λάρνακα, όπου εργαζόταν σε ξενοδοχείο. Αναφέρει επίσης η ΜΕ1 ότι από ό,τι αυτή έμαθε από τον σύζυγό της, η αξία του αυτοκινήτου που δώρισε ο XXXXX Φυσεντζίδης στον γιο τους Κώστα Λουκαΐδη ήταν ΛΚ3.
  14. Συνεχίζει στην παράγραφο 11 της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Α) και λέγει η ΜΕ1 ότι θεώρησαν ότι αυτό το δώρο του νονού του γιου τους ήταν μεγάλο σε αξία, γι' αυτό και πολλές φορές του πρότειναν να του επιστρέψουν μέρος από το ποσό που πλήρωσε, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος να δεχθεί οποιαδήποτε χρήματα και επέμενε ότι αυτό ήταν δώρο προς τον βαφτιστικό του. Μάλιστα, λέει η ΜΕ1 στην παράγραφο 12 της γραπτής της δήλωσης, ο XXXXX Φυσεντζίδης έταξε ακόμα και στην κόρη τους, XXXXX, ότι θα της δώριζε ένα οικόπεδο, όταν θα διαχώριζε σε οικόπεδα ένα μεγάλο κτήμα που είχε στο χωριό Μενεού. Δυστυχώς, κατά την ίδια, δεν πρόλαβε να εκπληρώσει και αυτήν του την υπόσχεσή του, αφού πέθανε το 1993, προτού διαχωρίσει το κτήμα στο Μενεού σε οικόπεδα. Τότε ήταν που ανέλαβε διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX Φυσεντζίδη η σύζυγος του, XXXXX, αδελφή του XXXXX Λουκαΐδη. Η ΜΕ1 περιγράφει στις παραγράφους 15 και εντεύθεν της γραπτής της δήλωσης τη μεταβολή ή και μετάλλαξη των άριστων σχέσεων που είχαν οι δύο οικογένειες μέχρι το 2001 σε καυγάδες και αντιπαλότητα μετά το
  15. Όπως η ίδια το περιγράφει στην παράγραφο 16 της γραπτής της δήλωσης «ξαφνικά το καλοκαίρι του 2001, μία ημέρα» ο σύζυγός της XXXXX Λουκαΐδη επέστρεψε στο σπίτι από τη δουλειά πολύ αναστατωμένος και στεναχωρημένος και όταν αυτή του ζήτησε να της πει τι είχε συμβεί ο ίδιος ανέφερε ότι ήταν πολύ πικραμένος με την αδελφή του XXXXX γιατί του ζήτησε να της υπογράψει έντυπο για να μεταβιβαστεί στο όνομά της ένα κτήμα που ο ίδιος είχε κληρονομήσει από τους γονείς του, κατά 1/2 μερίδιο. Το άλλο 1/2 το είχε κληρονομήσει η αδελφή του XXXXX από τους γονείς τους. (Αυτά καταγράφονται στην παράγραφο 17 του Εγγράφου Α.) Το υπό αναφορά ακίνητο είναι το επίδικο στην παρούσα αγωγή. Όπως το θέτει η ΜΕ1 στην παράγραφο 19 του Εγγράφου Α, η XXXXX Λουκαΐδου απαίτησε να της μεταβιβάσει ο XXXXX Λουκαΐδης ολόκληρο το δικό του μερίδιο έναντι της αξίας του αυτοκινήτου του γιου της, XXXXX Λουκαΐδη, για το οποίο είχε δώσει χρήματα ο σύζυγος της XXXXX XXXXX Φυσεντζίδης, ενώ εκείνος είχε προσφέρει αυτά τα χρήματα ως δωρεά προς τον XXXXX Λουκαΐδη που ήταν βαφτιστικός του, γι' αυτό η ίδια η ΜΕ1 ξαφνιάστηκε και εξεπλάγηκε από αυτήν την απαίτηση της XXXXX Λουκαΐδου η οποία της φάνηκε «εντελώς άδικη και παράλογη». Στην παράγραφο 21 του Εγγράφου Α η ΜΕ1 εξηγεί ότι «της φάνηκε εντελώς άδικη και παράλογη επειδή είχαν ήδη παρέλθει 13 χρόνια από τότε που ο XXXXX Φυσεντζίδης το είχε δωρίσει το αυτοκίνητο στον XXXXX». Λέει επίσης η ΜΕ1 ότι όλοι ήξεραν ότι επρόκειτο για δώρο του XXXXX Φυσεντζίδη προς τον βαφτιστικό του XXXXX Λουκαΐδη. Τονίζει μάλιστα η ΜΕ1 στην ίδια παράγραφο 21 του Εγγράφου Α ότι, ακόμα και για 7 χρόνια μετά τον θάνατο του συζύγου της, η XXXXX Λουκαΐδου ως διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX Φυσεντζίδη δεν έθιξε ποτέ τέτοιο θέμα. Δηλαδή, παρουσιάζει η ΜΕ1 την απαίτηση της Εναγόμενης ως απαίτηση που για πρώτη φορά τέθηκε προς τον XXXXX Λουκαΐδη το 2001, εκείνην την ημέρα του καλοκαιριού που αυτός επέστρεψε από την εργασία στην οικία του στην Λευκωσία πολύ αναστατωμένος και στεναχωρημένος, ως η παράγραφος 16 πιο πάνω. Προσθέτει η XXXXX Λουκαΐδου στην παράγραφο 22 της γραπτής της δήλωσης τη δική της εξήγηση γιατί η απαίτηση αυτή της XXXXX Λουκαΐδου ήταν άδικη και παράλογη, από οικονομικής σκοπιάς. Θεωρεί η ίδια άδικο και παράλογο να απαιτεί η Εναγόμενη τη μεταβίβαση του επίδικου κτήματος που είχε έκταση πάνω από 16 στρέμματα γης, με εκτιμημένη αξία πάνω από ΛΚ36.000 ή €63.000, ενώ η αξία του αυτοκινήτου που είχε αγοραστεί για το βαφτιστικό του αποβιώσαντος συζύγου της XXXXX Φυσεντζίδη ήταν μόλις ΛΚ3.250 ή €5.
  16. Λόγω των πιο πάνω, λέγει η ΜΕ1 ότι τόσο αυτή, όσο και ο σύζυγός της, XXXXX Λουκαΐδης, αλλά και τα παιδιά τους, χωρίς δεύτερη σκέψη αρνήθηκαν να δεχθούν την παράλογη απαίτηση της XXXXX. Συμπληρώνει η ΜΕ1 στην παράγραφο 24 του Εγγράφου Α ότι τότε ήταν, το 2001, που εξαιτίας της άρνησής τους να δεχθούν την απαίτηση της XXXXX, εκείνη άρχισε να γίνεται «πιο βίαιη και πιεστική» με αυτούς. Ισχυρίζεται η ΜΕ1 ότι η XXXXX άρχισε να πηγαινοέρχεται για περισσότερο από 3 μήνες τόσο στο σπίτι τους στη Λευκωσία όσο και στη Λάρνακα όπου εργαζόταν ο XXXXX Λουκαΐδης και «φορτικά και πεισματικά επέμενε στην απαίτησή της». Για να την ξεφορτωθούν, αποφάσισαν ο XXXXX Λουκαΐδης με τη σύζυγό του (ΜΕ1) και τα παιδιά τους, να προτείνουν στη XXXXX να της καταβάλουν το χρηματικό ποσό των λιρών Κύπρου 3.250 που ήταν η αξία του αυτοκινήτου μαζί με τους τόκους του εν λόγω ποσού από τότε που το αγόρασε ο XXXXX Φυσεντζίδης. Η XXXXX όμως ήταν «ανένδοτη» και για παράξενο και ανεξήγητο λόγο δεν ήθελε να ακούσει οποιανδήποτε άλλη πρόταση πλην του να υπογράψει ο XXXXX Λουκαΐδη το έντυπο για να μεταβιβαστεί στο όνομά της το επίδικο κτήμα. Σε όσες συζητήσεις έντονες και καυγάδες είχε η XXXXX με τον αδελφό της XXXXX Λουκαΐδη και τη σύζυγο του (ΜΕ1) στην οικία τους στη Λευκωσία, όπου πηγαινοερχόταν για να ασκεί «έντονες και αφόρητες πιέσεις με οργίλο ύφος», η ΜΕ1 λέει ότι ήταν παρούσα και σε πολλές περιπτώσεις παρενέβαινε σε αυτές (βλ. παρα. 28 του Εγγράφου Α), αλλά ακόμα και τα παιδιά της ενημερώνονταν σχετικά με ό,τι συνέβαινε (βλ. παρα. 29). Στην παρα. 30 του Εγγράφου Α, η ΜΕ1 περιγράφει χαρακτηριστικά μία τέτοια έντονη συζήτηση που είχε η XXXXX μαζί με την ίδια και τον XXXXX Λουκαΐδη. Λέει συγκεκριμένα ότι ήταν τόσο εξαγριωμένη η XXXXX που δεν δεχόταν την απαίτησή της για υπογραφή του έντυπου μεταβίβασης που με τον μπαστούνι «που πάντα κρατούσε» χτύπησε τον γάτο της οικογένειας Λουκαΐδη, ο οποίος κοιμόταν αμέριμνος σε ένα ανθώνα και τον έριξε κάτω. Διερωτάται η ΜΕ1 πώς δικαιολογείται η XXXXX, η οποία ήταν διαχειρίστρια και κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας, αξίας πολλών εκατομμυρίων, να απαιτεί με τον πιο πάνω τρόπο και ύφος από τον αδελφό της, ο οποίος δεν είχε άλλα εισοδήματα, εκτός από τον μισθό του που λάμβανε από τις εταιρείες της οικογένειας Φυσεντζίδη, να της μεταβιβάσει το μοναδικό ακίνητο που είχε στο όνομά του (βλ. παρα. 31 και 32). Σε ό, τι αφορά τον μισθό που λάμβανε ο σύζυγός της από τις επιχειρήσεις Φυσεντζίδη η ΜΕ1 δίδει λεπτομέρειες στην παρα. 5 του Εγγράφου Α, όπου δηλώνει, χωρίς συγκεκριμένο χρονικό προσδιορισμό, ότι αρχικά ο μισθός του ήταν 60 λίρες την εβδομάδα ή 240 λίρες τον μήνα και αργότερα αυξήθηκε σε 80 λίρες την εβδομάδα ή 320 λίρες τον μήνα. Καταλήγει η XXXXX Λουκαΐδου (ΜΕ1) να ισχυρίζεται στις παρα. 34 και 35 του Εγγράφου Α ότι, «για να ξεφύγει από αυτήν την αφόρητη κατάσταση», ο σύζυγος της, XXXXX Λουκαΐδης, αναγκάστηκε να γράψει το έντυπο μεταβίβασης του επίδικου κτήματος στο όνομα της XXXXX τον μήνα Σεπτέμβριο του 2001 και μία εβδομάδα περίπου μετά την υπογραφή αυτή ο ίδιος σταμάτησε οικειοθελώς από τη δουλειά του στις επιχείρησης Φυσεντζίδη, διότι «δεν ήθελε ούτε να τη βλέπει μπροστά του τη XXXXX». Τονίζει η ΜΕ1 στις παρα. 37, 38 και 39 του Εγγράφου Α ότι ουδέποτε πριν από το 2001 δεν της ανέφερε ο σύζυγός της XXXXX Λουκαΐδη ότι είχε προηγουμένως υπογράψει οποιοδήποτε έντυπο μεταβίβασης του επίδικου κτήματος προς τη XXXXX. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η ΜΕ1 είναι σίγουρη ότι θα της το έλεγε ο σύζυγός της, γιατί συνήθιζε να της μιλά για κάθε πρόβλημα που αντιμετώπιζε και μάλιστα το συζητούσαν και με τα παιδιά τους. Πιστεύει, επίσης, η ΜΕ1 ότι ο σύζυγός της αγαπούσε πολύ το συγκεκριμένο επίδικο κτήμα «γιατί ήταν η μοναδική του περιουσία» και λέει η ίδια ότι «εξάλλου, αν είχε υπογράψει προηγουμένως τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου κτήματος, δεν θα χρειαζόταν να υπογράψει ξανά μεταβίβαση του ίδιου κτήματος». Ένα θέμα που η ΜΕ1 έκρινε σκόπιμο να επισημάνει προς το Δικαστήριο στην παρα. 40 του Εγγράφου Α είναι ότι, κατά τις έντονες συζητήσεις που είχαν με τη XXXXX, αυτή τους ρωτούσε αν είχαν βάλει υποθήκη το επίδικο κτήμα ή αν το είχαν πωλήσει και τους συμβούλευε να μην το πωλήσουν, γιατί θα κάνει μεγάλη αξία. Τότε, όμως, που γινόντουσαν οι συζητήσεις αυτές, η ίδια η ΜΕ1, όπως και ο σύζυγός της, XXXXX Λουκαΐδης δεν αντιλήφθηκαν ότι οι ερωτήσεις αυτές «είχαν κάποιαν σκοπιμότητα ή σημασία» (βλ. παρα. 41). Προσθέτει η ΜΕ1 τα εξής επί λέξει: «Όταν όμως αργότερα μάθαμε ότι το εν λόγω κτήμα είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της XXXXX το 1994, εν αγνοία του συζύγου μου, τότε καταλάβαμε και εγώ και ο σύζυγός μου ότι με τις ερωτήσεις αυτές ήθελε να καθησυχάσει τις ανησυχίες της, μήπως είχαμε μάθει ότι το κτήμα είχε μεταβιβαστεί στο όνομά της το 1994 και αποκαλυφθεί ο δόλιος και παράνομος τρόπος που χρησιμοποίησε.». Ακόμη ένα περιστατικό που η ΜΕ1 θεωρεί σκόπιμο να επισημαίνει προς το Δικαστήριο (βλ. παρα. 42 της γραπτής της δήλωσης), είναι το εξής. Ότι, ως ο ισχυρισμός της ΜΕ1, «δύο περίπου μήνες μετά που ο σύζυγός μου είχε υπογράψει το έντυπο για τη μεταβίβαση, προς μεγάλη μας έκπληξη ήρθε μία ημέρα στο σπίτι μας στη Λευκωσία απρόσκλητη η XXXXX και μας πρότεινε να μεταβιβάσει τα 6 από τα 16 στρέμματα που είναι η συνολική έκταση του πιο πάνω κτήματος από κοινού στα ονόματα των δύο παιδιών μας του XXXXX και της XXXXX». Όλοι έκριναν στην οικογένεια Λουκαΐδη «εντελώς απαράδεκτη» αυτήν την πρόταση και δεν την έκαναν αποδεκτή (βλ. παρα. 42 του Εγγράφου Α). Προχωρεί στην παράγραφο 45 του Εγγράφου Α η ΜΕ1 και αναφέρει ότι, γύρω στο καλοκαίρι του 2009 έμειναν κατάπληκτοι, όταν έμαθαν από την κόρη της XXXXX, τη XXXXX, ότι το επίδικο κτήμα είχε ήδη μεταβιβαστεί στο όνομα της XXXXX το 1994, δηλαδή πολύ πριν το 2001 που ο σύζυγος της ΜΕ1, XXXXX Λουκαΐδης, υπέγραψε τη δήλωση μεταβίβασης. Τοποθετεί, λοιπόν, η ΜΕ1 τα γεγονότα που πυροδότησαν τη διαφορά για την οποία καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή γύρω στο καλοκαίρι του 2009, διότι τότε αντιλήφθηκαν οι ίδιοι ότι «η μεταβίβαση που είχε γίνει το 1994 πρέπει να έγινε με δόλια και παράνομα μέσα», αφού ο XXXXX Λουκαΐδης διαβεβαίωνε την ΜΕ1 και ήταν «απόλυτα σίγουρος» γι' αυτό, ότι δεν είχε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο μεταβίβασης του επίδικου κτήματος στο όνομα της XXXXX πριν το 2001 (βλ. παρα. 46 του Εγγράφου Α). Τότε ήταν που ανέθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρο, για να τη διερευνήσει, ο οποίος έκανε έρευνα στο Κτηματολόγιο και διαπίστωσε ότι πράγματι το εν λόγω επίδικο κτήμα είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της XXXXX το 1994 και όχι το έτος 2001 (βλ. παρα. 47 της γραπτής δήλωσης). Ο αρχικός τίτλος ιδιοκτησίας του XXXXX Λουκα?δη για το επίδικο ακίνητο ήταν ημερ. εγγραφής 2.5.1984 και κατατέθηκε από την ΜΕ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α. Η εγγραφή του επίδικου ακινήτου στο όνομα της XXXXX φάνηκε από την έρευνα στο Κτηματολόγιο ότι έγινε στις 28.12.1994 με ημερομηνία καταχώρησης στο Κτηματικό Μητρώο στις 27.9.
  17. Το πιστοποιητικό αυτής της εγγραφής κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ΜΕ1 ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α. Σημειωτέο ότι η έρευνα στο Κτηματολόγιο από τον κ. Α. Σπάταλο έγινε στις 26.4.2010 όπως φαίνεται στο Πιστοποιητικό Έρευνας που κατέθεσε η ΜΕ1 στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 9 υπό Έγγραφο Α. Κατόπιν των πιο πάνω ευρημάτων από την έρευνα στο Κτηματολόγιο, ο XXXXX Λουκαΐδης έδωσε εντολή στον δικηγόρο κ. Α. Σπάταλο να κινήσει την παρούσα αγωγή εναντίον της αδερφής του XXXXX. Στις επόμενες παραγράφους του Εγγράφου Α, η ΜΕ1 περιγράφει της ενέργειες που έκανε ο δικηγόρος τους, για να διαπιστώσει ή/και καταγγείλει την ισχυριζόμενη δόλια και παράνομη μεταβίβαση του επίδικου κτήματος? Αρχικά απευθύνθηκε προς το Κτηματολόγιο (βλ. την επιστολή του κ. Α. Σπάταλου ημερ. 29.4.2010 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, την απαντητική επιστολή του Διευθυντή Κτηματολογίου, ημερ. 23.6.2010, ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, άλλη επιστολή ημερ. 5.7.2010 του κ. Σπάταλου προς τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α και αντίστοιχη απαντητική επιστολή ημερ. 15.7.2020 ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). Έπειτα, ο κ. Σπάταλος απευθύνθηκε προς την ίδια την Εναγόμενη (βλ. την επιστολή του ημερ. 11.10.2020 ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α και την απαντητική επιστολή της Εναγόμενης, μέσω των δικηγόρων Ανδρέα Ζαχαρίου & Σία ΔΕΠΕ, ημερ. 16.6.2010, ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α. Τέλος, ο κ. Σπάταλος κατήγγειλε στην Αστυνομία την ισχυριζόμενη δόλια και παράνομη μεταβίβαση. Όπως αναφέρει η ΜΕ1 στο Έγγραφο Α, ήταν στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία που υποδείχθηκε στον XXXXX Λουκαΐδη από την αστυνομικό ότι υπήρχε πληρεξούσιο έγγραφο υπογεγραμμένο από τον ίδιο για να γίνει η μεταβίβαση του κτήματος στην αδελφή του XXXXX, το οποίο όμως ο ίδιος αρνήθηκε ότι είχε υπογράψει και ισχυρίστηκε ότι ήταν πλαστογραφημένο. Στην παρα. 62 του Εγγράφου Α, η ΜΕ1 δίνει τη δική της ερμηνεία των γεγονότων με βάση όσα προέκυψαν κατά την αστυνομική διερεύνηση ως εξής? «
  18. Η επιμονή της XXXXX, να εξασφαλίσει τη γνήσια υπογραφή του συζύγου μου το 2001, σκοπό είχε να αντικαταστήσει την πλαστογραφημένη δήλωση μεταβίβασης του 1994 με αυτή που ο σύζυγός μου υπόγραψε το 2001, όπως και έγινε. Δεν μπορεί να υπάρξει άλλη λογική εξήγηση που να δικαιολογεί τη συμπεριφορά και τις ενέργειες της XXXXX.». Προχωρεί η ΜΕ1 στην παρα. 63 του Εγγράφου Α και εμπλέκει στην υλοποίηση του δόλιου στόχου της XXXXX, ως βοηθό, τη νύφη της, κα XXXXX Τζιερκέζου Φυσεντζίδη, η οποία είναι σύζυγος του XXXXX Φυσεντζίδη, δηλαδή του γιου της XXXXX. Λέγει η ΜΕ1 ότι η XXXXX ήταν τότε υπάλληλος στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και ο πατέρας της υπήρξε παλαιότερα διευθυντής του εν λόγω Κτηματολογίου. Εγείρει η ΜΕ1 τον ισχυρισμό περί συνέργειας ή και βοήθειας από μέρους της XXXXX, με το σκεπτικό ότι ο XXXXX Λουκαΐδης είχε αναφέρει στην ίδια τη ΜΕ1 μετά που υπόγραψε τη δήλωση μεταβίβασης το 2001 ότι, για τη υπογραφή αυτή, τον είχε μεταφέρει η XXXXX με το αυτοκίνητό της στο Κτηματολόγιο Λάρνακας και του είπε να πάει μόνος του στο Κτηματολόγιο, όπου τον περίμενε στην είσοδο η XXXXX και της παρέδωσε τη δήλωση αυτή, ενώ η XXXXX τον περίμενε έξω από το Κτηματολόγιο, στο αυτοκίνητό της, χωρίς να κατέβει από αυτό (βλέπε παρα. 64 του Εγγράφου Α). Συγχρόνως, η ΜΕ1 διευκρινίζει στην παρα. 65 ότι η υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης δεν έγινε στο Κτηματολόγιο ενώπιον της XXXXX, αφού ο ίδιος είχε ήδη υπογράψει τη δήλωση στην αποθήκη όπου εργαζόταν. Εκεί τον βρήκε η XXXXX και του πήρε τη δήλωση για να την υπογράψει. Στη XXXXX ο XXXXX Λουκαΐδης παρέδωσε τη δήλωση μεταβίβασης ήδη υπογραμμένη, τόσο από αυτόν, όσο και από τη XXXXX, χωρίς όμως να είναι συμπληρωμένη σε ό, τι αφορά το περιεχόμενό της. Αυτά ισχυρίζεται στην παρα. 66 η ΜΕ
  19. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες, η ΜΕ1 έχει τη θέση ότι ο σύζυγός της εξαναγκάστηκε να υπογράψει το έντυπο μεταβίβασης από την αδελφή του XXXXX και ότι έφυγε από τη ζωή στις 4/01/2017 με ένα μεγάλο παράπονο για το δόλιο τρόπο με τον οποίο η αδελφή του υφάρπαξε το επίδικο κτήμα. Στην παρα. 69 του Εγγράφου Α, η ΜΕ1 εξηγεί ότι, ένας λόγος που ο σύζυγός της δεν πήγε στο Δικαστήριο για να ζητήσει την ακύρωση της μεταβίβασης πριν το 2010, ήταν διότι δεν γνώριζε ότι μπορούσε να το πράξει. Τη συμβουλή για την έγερση της αγωγής την έλαβε από τον δικηγόρο που διόρισε μετά το 2009, όταν έμαθε ότι το εν λόγω κτήμα είχε μεταβιβαστεί στην αδελφή του από το 1994 και κατάλαβε ότι παρανόμως έγινε η μεταβίβαση από το
  20. Δράττεται της ευκαιρίας της παρούσας αγωγής η ΜΕ1, για να καταγγείλει την οικογένεια της Εναγομένης ως εργοδότες του αποβιώσαντος συζύγου της, XXXXX Λουκαΐδη, για το γεγονός ότι για 17 και πλέον χρόνια, ενόσω εκείνος εργαζόταν στις επιχειρήσεις τους, δεν του έβαζαν εισφορές στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με αποτέλεσμα να μην παίρνει κανονική σύνταξη με βάση τα χρόνια που εργαζόταν κοντά τους. Μόνο για 2 χρόνια του έβαζαν εισφορές, όταν ζούσε ο XXXXX Φυσεντζίδης μέχρι που πέθαινε. Παρά το ότι ο XXXXX Λουκαΐδης ήξερε ότι η παράλειψή τους αυτή συνιστούσε παρανομία, εντούτοις δεν τόλμησε να τους καταγγείλει, λόγω της στενής συγγένειας που είχαν και των καλών σχέσεων που δεν ήθελε να χαλάσει. Όπως τον περιέγραψε η ΜΕ1 στην παρα. 75 του Εγγράφου Α, ο XXXXX Λουκα?δης ήταν «ένας καλός και καλοπροαίρετος άνθρωπος και ευάλωτος σε πιέσεις». Ουδέποτε ενεπλάκη σε προστριβές και καυγάδες. Μέχρι τον θάνατό του, διατηρούσε πλήρη διαύγεια πνεύματος. Κατά την αντεξέταση της Ευαγγελίας Λουκαΐδου (ΜΕ1), αυτή ανέφερε ότι ο σύζυγός της, XXXXX Λουκαΐδης, γεννήθηκε στις 26.11.
  21. Σταμάτησε να εργάζεται σύμφωνα με την εκδοχή πάντοτε της ΜΕ1 το 2001, σε ηλικία 68 χρονών. Η ΜΕ1 έδειξε να θεωρεί ότι τόσον η εταιρεία Kition Trading House όσο και η Kition Marine Services ανήκαν στον όμιλο εταιρειών του XXXXX Φυσεντζίδη και δεν μπορούσε να διαχωρίσει αν η μια από αυτές ανήκε στον ίδιο ή η άλλη στον γιο του, XXXXX Φυσεντζίδη ή οποιαδήποτε εξ'αυτών στην σύζυγό του, XXXXX Φυσεντζίδου. Ούτε μπορούσε η ΜΕ1 να γνωρίζει τι απέγινε η εταιρεία Kition Trading House μετά τις 25.3.1993 που απεβίωσε ο XXXXX Φυσεντζίδης. Δεν μπορούσε ίδια να γνωρίζει αν ευσταθούσε η υποβληθείσα σε αυτήν θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η επιχείρηση Kition Trading House τερμάτισε όλες τις εμπορικές τις δραστηριότητες 30.6.
  22. Η συνήγορος Υπεράσπισης, κα Ζαχαρίου ανέφερε προς την ΜΕ1 ότι, αν πράγματι τερματίστηκε η εμπορική δραστηριότητα της προαναφερθείσας επιχείρησης το 1999, τότε ψευδώς η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγος της συνεχίζει να εργάζεται για την εν λόγω επιχείρηση μέχρι το
  23. Η ΜΕ1 επέμενε ότι είναι μέχρι το 2001 που ο άντρας της εργαζόταν στις επιχειρήσεις της οικογένειας του XXXXX Φυσεντζίδη, αν και δεν γνώριζε η ίδια να πει ονομαστικά σε ποια ακριβώς εταιρεία ήταν που εργαζόταν. Κατά την κρίση της ΜΕ1, ήταν μπλεγμένες οι εταιρείες. Δεν ήθελε «να παίξει με τα λόγια», δηλαδή με τα ονόματα των εταιρειών. Σημασία για την ΜΕ1 είχε ότι ο XXXXX εργαζόταν σε κατάστημα στη Λάρνακα μίας εκ των επιχειρήσεων, συμφερόντων του XXXXX Φυσεντζίδη και της XXXXX Φυσεντζίδου. Πρόσθεσε η ΜΕ1 ότι θυμόταν πως ο άντρας της, μετά που έκλεισε το κατάστημα στην οδό XXXXX 10 στη Λάρνακα και μεταφέρθηκε το κατάστημα στη Μαρίνα της Λάρνακος, κατόπιν προσφοράς που βγήκε η εταιρεία προς τον ΚΟΤ, εργαζόταν εκεί και έραβε τα πανιά των κότερων. Είχε εκεί μιαν αποθήκη, όπου υπήρχε μηχανή για το γράψιμο των πανιών. Είχε πάει εκεί η μάρτυρας προσωπικά και είδε τη μηχανή και τα πανιά που έραβε ο άντρας της και γνώριζε ότι ο άντρας της πληρωνόταν για αυτήν την εργασία. Πέραν τούτου, γνώριζε η ΜΕ1 ότι επειδή η αδερφή του άντρα της, XXXXX, ασχολείτο με αγαθοεργίες, δεν πήγαινε εκείνη στο χώρο εργασίας, ο δε γιος της XXXXX, XXXXX Φισεντζίδης, γυρνούσε δεξιά - αριστερά και από το πρωί μέχρι το απόγευμα είναι ο άντρας της ΜΕ1, ο XXXXX, που είχε την ευθύνη του χώρου. Μάλιστα, κάποιες φορές πρόσεχε ακόμη και το μικρό μωρό του XXXXX, το οποίο πήγαινε εκεί με το ποδηλατάκι του, μήπως πέσει μέσα στη θάλασσα. Υπήρξαν στιγμές στη μαρτυρία της ΜΕ1 που εκείνη έχανε την υπομονή και την αυτοσυγκράτησή της. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ίδια (βλ. τα στενοτυπημένα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 12.10.2017), «είπα θα είμαι ήρεμη, αλλά με εκνευρίζεις, προσπαθείς να με μπλέξεις τόσων χρόνων γυναίκα». Αντεξετάστηκε η ΜΕ1 σε σχέση με τον ισχυρισμό που διατύπωσε στην παρα.7 του Εγγράφου Α, όπου ισχυρίστηκε ότι μέχρι το 2001 οι σχέσεις της με την αδελφή του συζύγου της, XXXXX, ήταν καλές. Ερωτήθηκε συγκεκριμένα πότε χάλασαν οι σχέσεις τους. Η ΜΕ1 τοποθέτησε το χρόνο αυτό περί τις 25.3.
  24. Όπως εξήγησε η ΜΕ1, ναι μεν ο XXXXX Λουκαΐδης μάλλωσε με την αδερφή του και δεν ανεχόταν να την βλέπει από το 2001 που κατ' ισχυρισμόν εκείνη τον εξανάγκασε να υπογράψει την δήλωση μεταβίβασης, αλλά αυτός και οικογένειά του συνέχιζαν μέχρι και το 2005 να πηγαίνουν στο μνημόσυνο του XXXXX Φυσεντζίδη και μετά που έφευγε ο κόσμος έτρωγαν μαζί. Τούτο μέχρι το 2005 μόνο, γιατί τότε η XXXXX κάτι έκανε εκεί και εκνεύρισε πολύ την ΜΕ
  25. Εξιστόρησε το εξής περιστατικό η ΜΕ1: «Μου φέρθηκε πολύ άσχημα εκείνη τη μέρα, 25 Μαρτίου
  26. Πήρα μια τεράστια γλάστρα, συνήθιζα να του παίρνω τουλίπες, ζουμπούλια στο μνημόσυνο και βρίσκαμε και παπά εκεί, όμως δεν μπορούσα να πηγαίνω μαζί με το σύζυγό μου πλέον και την άφησα τη γλάστρα σπίτι της να την πάρει η ίδια, γιατί πήγαινε κάθε πρωί στο κοιμητήριο και της είπα «σε παρακαλώ που θα πάεις αύριο πάρτην γιατί δεν μπορώ να περπατήσω καθόλου να την πάρουμε εμείς» και μου απαντά με αγένεια αυτή «άφης την τζιαμέ». Εγώ εξεπλάγηκα. Δεν φτάνει που πήρα τη γλάστρα. Λοιπόν, στη συνέχεια πάμε μέσα, είχε του πάντα φωτογραφία με ψεύτικα λουλούδια δίπλα, εγώ τα έβγαλα γιατί έκοψα από το σπίτι μου κρινάκια, έβγαλα τα ψεύτικα και έβαλα τα δικά μου και της λέω «εγώ έβαλα τα κρινάκια εκεί» και πάλι μου απάντησε με αυθάδεια. Μετά έφυγε ο κόσμος, μας μαγείρεψε πολύ ωραία φαγητά, γιατί νηστεύουν 25 του Μάρτη, τα είχε έτοιμα, ψαρικά τελοσπάντων, καθόμαστε να φάμε και άρχισε μόνη της μία κουβέντα. «Είμαι 75 χρονών», είπε, καθόμαστε τώρα κόσμος πολύς και ήνταλως το είπε, είναι γέννημα του 1920, Δεκεμβρίου του 1929, «Ήνταμπου να μεγαλώσω τζιαι άλλο και να γεράσω» και της είπα και εγώ «Τούτο εξαρτάται από τον Θεό. Άλλος μπορεί να πεθάνει δύο χρονών, άλλος 20, εσύ μπορεί να γίνεις και τόσο να πούμε». Και ξέρετε τί μου απάντησε «Πάντως αν πεθάνω πρώτη, θα σηκωθώ από τον τάφο θα σηκωθώ που τον τάφω και αν είσαι τζιαμέ θα σου δώσω μια κλωτσιά». Πέστε μου αν αυτό είναι γυναίκας λέξη. Αυτή, που τότε που μου κακοφάνηκε, γιατί είπε μου και κάτι άλλα ύστερα και δεν ξαναπάτησα, ήταν η τελευταία φορά που πήγαμε στο μνημόσυνο του XXXXX και πηγαίναμε για χατίρι του.». Διερωτήθηκε η συνήγορος υπεράσπισης, κατηγορείται η Εναγόμενη ότι έπιασε την περιουσία του άντρα της ΜΕ1 από το 2001 και συνέχιζαν οικογενειακώς να πηγαίνουν να τρώνε στο σπίτι της και διέκοψαν τις κοινωνικές τους σχέσεις μόνο και μόνο επειδή η Εναγόμενη είπε στην ΜΕ1 ότι θα σηκωθεί από τον τάφο, για να την κλωτσήσει; Τότε η μάρτυρας έγνεψε καταφατικά (βλ σελ 12 στενοτυπημένων πρακτικών). Υπέβαλε η συνήγορος Υπεράσπισης στην ΜΕ1 την εκδοχή ότι αυτό που έγινε στις 25.3.2005 ήταν ότι η Εναγόμενη ανέφερε ότι «εγώ δεν θέλω, όταν πεθάνω, να ανοίξουν το φέρετρο μου στην εκκλησία και δεν θέλω να μου ρίξουν πάνω μου χώμα» και ότι η ΜΕ1 της απάντησε «εγώ θα σου ρίξω χώμα» και ότι ήταν τότε που αστειευόμενη η Εναγόμενη απάντησε «θα σηκώσω από τον τάφο να σε κλωτσήσω, αν γίνει έτσι πράγμα. Διαφώνησε η ΜΕ1 με την εκδοχή αυτή. Δεν ήταν έτσι που έγινε η κουβέντα, αλλά όπως την μετέφερε η ίδια στο δικαστήριο. Παραδέχτηκε μετέπειτα η ΜΕ1 ότι, παρά το πιο πάνω σκηνικό που την εκνεύρισε, την θύμωσε πολύ, εντούτοις παρευρέθηκε και στο μνημόσυνο που έγινε μήνες μετά από την πιο πάνω κουβέντα για την συμπεθέρα της Εναγομένης, κυρία XXXXX Τσιερκέζου. Θυμήθηκε η ΜΕ1 ότι σε εκείνο το 40ήμερο μνημόσυνο της κας XXXXX Τσιερκέζου, η ίδια καθόταν σε καρέκλα, όταν πέρασε από μπροστά της η Εναγόμενη. Της κρατούσε κακία η ΜΕ1 και δεν της μίλησε. Τότε η Εναγόμενη πήγε μπροστά στα μάτια της XXXXX και της είπε «Ήντα πόσιεις μαζί μου;». Άρχισε τότε η ΜΕ1 να φωνάζει και η Εναγόμενη να απαντά «εγώ δεν σου έκανα τίποτα, δε σου είπα τίποτα» και ο γιος της, που τις άκουσε, είπε «αντραπείτε, γιατί ακούει μας ο κόσμος». Από εκείνο το μνημόσυνο και μετά, ουσιαστικά σταμάτησαν να έχουν οποιεσδήποτε σχέσεις. Ούτε στο σπίτι για καφέ πήγαν μετά από εκείνη τη σκηνή και τους έψαχνε η Θέκλα απορημένη, γιατί δεν πήγαν να πιουν καφέ. Διερωτήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης πώς συμβαίνει παρόμοιας έκτασης καβγά να μην είχαν το 2001, τότε που, όπως ισχυρίζεται η ΜΕ1, η Εναγόμενη ξεγέλασε τον XXXXX Λουκα?δη και του προκάλεσε τόσο πόνο και πίκρα. Η μάρτυρας απάντησε ότι - «Δεν το χωνέψαμε, το είχαμε συνέχεια υπόψη μας, τον δόλιο τρόπο να πιάσει την υπογραφή, ενώ το χωράφι ήταν πάνω της από το
  27. Όμως δεν το ξεχνούσαμε και είπαμε υπάρχει θεία δίκη και θα τιμωρηθεί». Διερωτήθηκε τότε η συνήγορος Υπεράσπισης, «Το 2010 είδατε ότι η θεία δίκη δεν έπιασε και είπατε να κάνετε αγωγή;». Η απάντηση που έδωσε η ΜΕ1 στο σημείο αυτό ήταν ως εξής: «Το καλοκαίρι του 2009 είδαμε ότι έκαναν μεγάλη αξία τζιεικάτω και πήρα τους εκτιμητές, δύο περιπτώσεις στη Λευκωσία, έναν άντρα και μία γυναίκα και τους ρώτησα να δούμε πόσα πάει το χωράφι και μου είπαν πέραν των £100.000 και μετά μάθαμε από την κόρη της, γιατί είχε απαίτηση ως κληρονόμος και εκείνη του πατέρα της, όφειλε να πιάσει και ο γιος και αυτή, το έμαθα από την κόρη της και από δύο εκτιμητές που τους είπα φύλλο/σχέδιο τάδε, τάδε, 228, τόσα στρέμματα, 16 σκάλες και μου λέν «δεν είναι στο όνομα του συζύγου σου, είναι στο όνομα XXXXX Φυσεντζίδου» και οι δύο εκτιμητές ένας άντρας και μία γυναίκα καλοκαίρι του 2009». Και πάλι διερωτήθηκε η συνήγορος υπεράσπισης «ένα λεπτό, το 2001 που λέτε ότι απέσπασε την υπογραφή του συζύγου σας, για ποιο σκοπό λέτε εσείς ότι απέσπασε την υπογραφή του συζύγου σας, δεν ήταν για να μεταβιβαστεί εκείνο το χωράφι;».Σε αυτό το σημείο η ΜΕ1 επανέλαβε ότι το χωράφι το είχε ήδη στο όνομά της η XXXXX Φυσεντζίδου το
  28. Το παράπονο της ΜΕ1 ήταν ότι η XXXXX σύμπραξε με τη νύφη της XXXXX και το έπιασε από το
  29. Το 2001, με καυγάδες, κατόπιν πιέσεων, πλέον έβαλε μόνο την υπογραφή του XXXXX Λουκα?δη «για να την κάτσει πάνω που τα άλλα». Στο μεσοδιάστημα πήγαινε στο σπίτι τους η XXXXX και τους έλεγε όχι να το πουλήσετε, εν να κάμει αξία, με το βάλατε υποθήκη, για να σιγουρευτεί, διότι ήταν να φανερωθεί η πράξη της. Διερωτήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης αφού από το 2001 μεταβιβάστηκε το ακίνητο του συζύγου της στο όνομα της XXXXX, γιατί τότε αυτή έβαλε το 2009 εκτιμητές να της πουν την αξία του ακινήτου. Η μόνη απάντηση που έδωσε η ΜΕ1 ήταν ότι το έκανε απλώς για να δει τί αξία είχε, διότι πήγαιναν τότε πάνω οι τιμές της γης, το τεμάχιο ήταν κοντά στην ΕΛΔΥΚ και είχε ακούσει ότι η Κυβέρνηση αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες και πήγαινε £1000/τη σκάλα. Το Δικαστήριο επανέλαβε στη ΜΕ1 το ερώτημα της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι έπρεπε να εξηγήσει πως γίνεται να γνώριζε από το 2001 ότι έγινε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα της XXXXX και εκείνη να άρχιζε να ψάχνει το θέμα της εκτιμώμενης αξίας του ακινήτου μόλις το
  30. Η απάντηση της ΜΕ1 ήταν «δεν το ξέραμε ότι δεν μας ανήκει, δεν το ξέραμε, εμάθαμεν το το καλοκαίρι του 2009 από τους εκτιμητές του Κτηματολογίου, έναν άντρα και μια γυναίκα και από την κόρη της XXXXX». Ισχυρίστηκε μάλιστα η ΜΕ1 ότι ήταν ο άντρας της εκείνος που την έβαλε να τηλεφωνήσει στο Κτηματολόγιο για να μάθει ποια είναι η εκτιμημένη αξία του ακινήτου. Δεν θυμόταν η ΜΕ1 να πει τα ονόματα των εκτιμητών με τους οποίους μίλησε. Θυμόταν μόνο ότι, όταν ζήτησε η ίδια να πληροφορηθεί για την εκτιμημένη αξία του ακινήτου που ανήκε στον άντρα της, η απάντηση που της έδωσαν στο Κτηματολόγιο ήταν ότι «δεν ανήκει στο σύζυγό σου, ανήκει στην κυρία Φισεντζίδου». Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι αυτή ουδέποτε μίλησε με εκτιμητές του Κτηματολογίου. Το αρνήθηκε. Και σε αυτό το σημείο εκνευρίστηκε η ΜΕ1 και είπε χαρακτηριστικά (βλ. γραμμή 14, σελίδα 17, των στενοτυπημένων πρακτικών της δικασίμου ημερ. 12.10.2017): «Ηνταμπόνε; Δε θα μου πεις εσύ. Δε μίλησα λαλεί, είπα εν θα νευριάσω.» Συνέχισε η ΜΕ1 αναφέροντας, προκειμένου να πείσει την συνήγορο Υπεράσπισης ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τους εκτιμητές του Κτηματολογίου ότι, αρχικά, ήταν κοπέλα λειτουργός του Κτηματολογίου η οποία δεν της έδινε τις πληροφορίες που ζητούσε και την ρωτούσε «γιατί τηλεφωνάς εσύ, που είσαι η γυναίκα του και δεν σου ανήκει το κτήμα» και της απάντησε η ίδια «είναι δίπλα μου, θέλεις να σου τον δώσω;» και τότε την πίστεψαν και της έδωσε τις πληροφορίες που ήθελε να ακούσει. Ισχυρίστηκε η μάρτυρας ότι η συνομιλία της με τους δύο λειτουργούς του Κτηματολογίου έγινε με διαφορά μία ή δύο μέρες, το
  31. Αρνήθηκε η ΜΕ1 και για δεύτερη φορά την υποβληθείσα σε αυτήν θέση ότι ήταν εντελώς ψευδές το συγκεκριμένο περιστατικό που αφηγήθηκε. Στη συνέχεια αντεξετάστηκε η ΜΕ1 αναφορικά με την εμπλοκή της XXXXX Φυσεντζίδου, θυγατέρας της XXXXX Φυσεντζίδου. Δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι εκείνη η κοπέλα ζήτησε από τον θείο της, XXXXX Λουκα?δη, να την υποστηρίξει στην αίτηση που είχε καταχωρήσει «προκειμένου να φύγει η μητέρα της από τη μέση», δηλαδή να φύγει από τη θέση του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της XXXXX, XXXXX Φυσεντζίδη. Επεσήμανε η συνήγορος Υπεράσπισης προς την ΜΕ1 ότι η αίτηση και οι ένορκες δηλώσεις της XXXXX Φυσεντζίδου Κωνσταντινίδου και του XXXXX XXXXX Λουκα?δη ήταν ημερομηνίας 25.6.
  32. Έδειξε να συγχύζεται η ΜΕ1 στο σημείο αυτό. Θυμόταν ότι ήταν μόλις πριν 4 χρόνια που έγινε η περίπτωση αυτή, όπου δηλαδή πήγε η XXXXX στο σπίτι τους και έπιασε το XXXXX Λουκα?δη, για να τον πάρει να ορκιστούν. Δεν θυμόταν να πέρασαν 8 χρόνια, τόσα πολλά χρόνια όσα φαινόταν βάσει της ημερομηνίας των ένορκων δηλώσεων που της ανέφερε η συνήγορος Υπεράσπισης. Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι στην ένορκη δήλωση που έκανε ο σύζυγος της, XXXXX, κατά ή περί τις 25 Ιουνίου 2009, εκείνος έλεγε ότι χρωστούσε στον πεθαμένο XXXXX Φυσεντζίδη το ποσό των £3250, το οποίο του είχε δανείσει ο Φυσεντζίδης σε μετρητά, για ν'αγοράσει αυτοκίνητο στο γιο του και δεν πρόλαβε να επιστρέψει το χρεωστούμενο ποσό πριν πεθάνει ο XXXXX Φυσεντζίδης, αλλά το 2001, προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος αυτό, προχώρησε στη μεταβίβαση του επίδικου τεμαχίου γης στο όνομα της συζύγου του αποβιώσαντα, XXXXX Φυσεντζίδου, ως η συμφωνία του με την κυρία Φυσεντζίδου σε πλήρη εξόφληση της οφειλής του προς τον αποβιώσαντα. Η ΜΕ1, ακούγοντας αυτά που της υπέβαλε η συνήγορος Υπεράσπισης, απάντησε «όχι, δεν ξέρω αυτά τα πράγματα, εγώ όχι δεν το γνωρίζω εγώ, τα ξέρω διαφορετικά που τα έζησα και εγώ και τα παιδιά μου και ο γιος μου και η κόρη μου που είναι μεγάλοι στην ηλικία». Η ΜΕ1 δεν έδειξε να ήταν ενήμερη ούτε και για το περιεχόμενο άλλη ένορκης δήλωσης του XXXXX Λουκα?δη που, όπως της υποβλήθηκε, έγινε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής στις 29.9.2011 από τον ίδιο και στο πλαίσιο της οποίας δήλωνε ότι η ένορκη δήλωση που είχε γίνει προς υποστήριξη της αίτησης της XXXXX Φυσεντζίδου Κωνσταντινίδου στη Διαχείριση 72/1993 έγινε κατόπιν παρακλήσεως των δικηγόρων της ίδιας της XXXXX Κωνσταντινίδου, με σκοπό απώτερο σκοπό να υποστηριχθεί η παύση της εναγομένης από διαχειρίστρια. Κληθείσα η ΜΕ1 να απαντήσει στο ερώτημα «Υπήρχε περίπτωση ο σύζυγός σου να ορκιζόταν ψευδώς κάτι;», η μάρτυρας απάντησε «Πήγε να την υποστηρίξει». Σε νέα ερώτηση της συνηγόρου Υπεράσπισης «Υπήρχε περίπτωση να πει κάτι που δεν ήταν αλήθεια στο δικαστήριο;» η απάντηση της ΜΕ1 ήταν «Όχι μάνα μου, ο σύζυγος μου ήταν καλοκάγαθος και τον εκμεταλλεύτηκαν μάνα μου». Αποκάλυψε η ΜΕ1 ότι η XXXXX Κωνσταντινίδου, κόρη του XXXXX και της XXXXX, είχε απαιτήσει να έπαιρνε μερίδιο από το επίδικο ακίνητο το οποίο γράφτηκε στο όνομα της μητέρας της. Γιατί πάνω της ολόκληρο; Η αγωνία της XXXXX Φυσεντζίδου Κωνσταντινίδου, όπως την περιέγραψε η ΜΕ1, ήταν ότι «θα έρκετουν κάποια μέρα να δώσει του γιου τζιαι ήθελε τζιαι τζείνη κάτι τέτοιο ως παιδί του Φυσεντζίδη. Το έβαλε ολόκληρο η κυρία πάνω της, ενώ έπρεπε να πιάσουν και οι δύο, και ο γιος και η κόρη». Πάντως, η ΜΕ1 δήλωσε ότι ήταν ενήμερη ότι απέτυχε η προσπάθεια της XXXXX να παύσει την μητέρα της από διαχειρίστρια της περιουσίας του XXXXX Φυσεντζίδη. Αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό από την ακρόαση εκείνης της αίτησης, όπου εξετάστηκε ο σύζυγος της, XXXXX Λουκαΐδης, επί της ένορκης του δήλωσης που είχε κάνει προς υποστήριξη της αίτησης της XXXXX, αλλά δεν τα έβγαλε πέρα με τις ερωτήσεις που του έγιναν από τον δικηγόρο κ. Ζαχαρίου και εκνευρίστηκε μαζί του η XXXXX και του είπε «Δε σε ξαναπαίρνω μαζί μου». Συνέχισε μόνη της τη διαδικασία εκείνη και απέτυχε! Καταληκτικά, η συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε την ΜΕ1 να πει ποιο ήταν το παράπονο του συζύγου της έναντι της αδερφής του XXXXX. Η απάντηση της ΜΕ1 καταγράφεται στη σελίδα 25 των στενοτυπημένων πρακτικών της ίδιας δικασίμου. Συγκεκριμένα, αναφέρει εκεί, ως πρώτο παράπονο, το ότι έγινε ένα πληρεξούσιο το οποίο αυτοί αγνοούσαν και το βρήκε η αστυνομικός του ΤΑΕ Λάρνακας, κα XXXXX Θωμά. Ήταν πλαστογραφημένη υπογραφή του XXXXX Λουκα?δη σε εκείνο το πληρεξούσιο έγγραφο. Το δεύτερο παράπονο, ήταν ότι, όταν απέτυχε το πληρεξούσιο, τότε μιμήθηκαν την υπογραφή του συζύγου της και το έπιασαν το ακίνητο στο όνομα της από το
  33. Το τρίτο παράπονο ήταν ότι ήρθε η XXXXX Φυσεντζίδου το 2001 και απαιτούσε μόνο υπογραφή από τον αδερφό της, πηγαινοερχόταν από την Λάρνακα στη Λευκωσία για να τον αναγκάσει να το υπογράψει, απέσπασε έτσι τη γνήσια υπογραφή του πάνω στο έντυπο Ν 270, γιατί όλα τα άλλα τα είχε συμπληρώσει η Θέκλα. Για την πλαστογραφία του πληρεξούσιου εγγράφου ήταν η θέση της ΜΕ1 ότι καταγγέλθηκε η περίπτωση στην Αστυνομία, τους κάλεσε η Αστυνομία για να τους κατηγορήσει, αλλά εκείνοι δεν παραδέχτηκαν, αγνοούσαν δήθεν τους ισχυρισμούς για πλαστογραφία και «κάποιος έβαλε το χεράκι του» και σταμάτησε η υπόθεση στην αστυνομία. Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι ο λόγος που δεν προχώρησε η πράξη της μεταβίβασης με το πληρεξούσιο έγγραφο δεν ήταν γιατί εκείνο ήταν πλαστογραφημένο, αλλά επειδή το επίδικο ακίνητο που ήταν σύνολο 16 σκάλες, λόγω αναδασμού δεν μπορούσε να μοιραστεί. Συμφώνησε η ΜΕ1 ότι λόγω του αναδασμού δεν μπορούσε να γίνει αυτός ο διαμοιρασμός. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ουδεμία πλαστογραφία υπήρξε! Επέμεινε η μάρτυρας ότι «Εκατάφερεν τα μετά, γιατί έκανε καλή εξάσκηση. Πάνω το κάτσουνάρι, κάτω το κάτσουνάρι, εγώ δεν θα τα κατάφερνα. Τώρα η κυρία πόσες ασκήσεις έκανε και κατάφερεν τα, ο Θεός ξέρει.». Υποβλήθηκε στην μάρτυρα ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε με την γνώση, συγκατάθεση και επιθυμία του συζύγου της το 1994 προς την αδερφή του XXXXX. Απάντησε εκείνη «Όχι, σύμπραξαν η νύφη και η πεθερά και τα έκαναν. Είναι κάμποσα έντυπα, είναι πολλά και τα υπέγραφε ούλλα». Θυμόταν ότι ήταν περίπου 8 - 10 έντυπα για να ολοκληρωθεί η πράξη της μεταβίβασης. Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι όλα αυτά που περιέγραψε είναι αποκυήματα της δικής της φαντασίας και του συζύγου της. Ειρωνεύτηκε στο σημείο αυτό η μάρτυρας την συνήγορο υπεράσπισης λέγοντας «Παναγία μου, παίρνω συγχαρητήρια. Συγνώμη, μόνο του συζύγου μου και των δύο μου παιδιών, συμφωνήσαμε και έκαμαμεν τα». Επέμεινε η ΜΕ1 ότι η νύφη της XXXXX είχε εμπλοκή στην υπόθεση και ότι όταν το αντιλήφθηκε η ίδια, πήρε τηλέφωνο τη XXXXX και της είπε «τι έκανες στο XXXXX, XXXXX», εκείνη όμως έδειξε να απορεί τί έκαμε και όταν η ΜΕ1 της είπε ότι βοήθησε την πεθερά της, για να του πιάσουν το χωράφι, εκείνη απάντησε «με προσβάλλεις με θίγεις, θύμωσα». Το είπε πάνω από 10 φορές αυτό το πράγμα! Της έκλεισε το τηλέφωνο της ΜΕ1 και όταν την ξαναδοκίμασε η ΜΕ1 την έβρησκε συνέχεια κρατημένη για πάνω από μισή ώρα, τόσο αυτήν όσο και την πεθερά της. Υπιψίαστηκε η μάρτυρας ότι η XXXXX πρέπει να έπιασε την πεθερά της (XXXXX) και να μιλούσαν για το θέμα. Ήταν η πεποίθηση της ΜΕ1 ότι ο μόνος λόγος που η πράξη μεταβίβασης έγινε στη Λάρνακα, ήταν γιατί ακριβώς η XXXXX ήθελε την βοήθεια της νύφης της, XXXXX, η οποία εργαζόταν στο Κτηματολόγιο Λάρνακας. Αντεξετάστηκε η ΜΕ1 σε σχέση με τον ισχυρισμό που διατύπωσε στην παρα. 64 της γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α) ότι, όχι μόνο η XXXXX εργαζόταν στο Κτηματολόγιο, αλλά και ο πατέρας της ήταν διευθυντής του Κτηματολογίου. Της υποβλήθηκε ότι αφυπηρέτησε το 1989 ο πατέρας της αλλά η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι δε γνώριζε κάτι τέτοιο. Ισχυρίστηκε η μάρτυρας ότι το 2009 το καλοκαίρι, τότε που έμαθε για όσα είχαν συμβεί, πήρε τηλέφωνο ακόμη και τον πατέρα της XXXXX και του είπε «Κύριε XXXXX, είναι εις γνώση σου τι έκανε η συμπεθέρα σου η XXXXX με την κόρη σου την XXXXX, αν ξέρεις τί έκαμαν, σύμπραξαν», αλλά εκείνος έκανε πως δεν ήξερε τίποτα. Η ΜΕ1 του ζήτησε να πει στην XXXXX να ξαναβάλουν το κτήμα στο όνομα του XXXXX, ειδάλλως θα κατέφευγαν στα δικαστήρια και σε δικηγόρους και εκείνος της έκλεισε το τηλέφωνο αφού της είπε «αρκετή ώρα σε άκουσα». Έπειτα η ΜΕ1 έπιασε τηλέφωνο και τον αδερφό της το XXXXX και του είπε «ξέρεις τι έκανε η αδερφή σου;», και εκείνος αποκρίθηκε «Αποκλείεται, δε γίνεται η XXXXX, αποκλείεται δεν μπορεί να γίνει». Αντεξετάστηκε η ΜΕ1 και σε σχέση με το περιστατικό που είχε αφηγηθεί ότι δήθεν η Εναγόμενη χτύπησε το γάτο με το μπαστούνι φεύγοντας από την οικία τους το 2001 στη Λευκωσία. Επέμεινε η ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη «έδερε τον κάττο με το μπαστούνι μέσα στις βιολέτες και τον έσυρε τζιαι επήε»! Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη για πρώτη φορά έπιασε μπαστούνι το
  34. Επέμεινε στην αλήθεια της δικής της δήλωσης η ΜΕ1, λέγοντας ότι η XXXXX το χρησιμοποιούσε από χρόνια το μπαστούνι ακόμη και στην Αθήνα που πήγαινε επειδή έχει διαμερίσματα εκεί. Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη το 2004 συμμετείχε στους Ολυμπιακούς αγώνες ως εθελόντρια και δεν κρατούσε καθόλου μπαστούνι. Η απάντηση της μάρτυρος ήταν «Ναι καλέ, show, έκανε και κάτι άλλο στη Βουλή για τα συμφέροντα των γερόντων για να την πιάνει ο φακός.». Σε αυτό το σημείο, η συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε στη ΜΕ1 ότι μιλούσε με ζήλια για την Εναγόμενη. Η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό που της προκαλεί η Εναγόμενη είναι «θυμό και αγανάκτηση για αυτά που έκανε». Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι ουδέποτε έγινε το περιστατικό με την μεταβίβαση του ακινήτου όπως ισχυρίζεται το
  35. Η μάρτυρας απάντησε ότι ίδια ορκίστηκε να πει την αλήθεια και, αν γίνει πιστευτή από το δικαστήριο, «έχει καλώς». Υποβλήθηκε στη ΜΕ1 ότι όλη αυτή η ιστορία έγινε, επειδή η ίδια κακοφανίστηκε με την Εναγόμενη το 2005, όταν της είπε ότι θα σηκωθεί από τον τάφο και θα την κλωτσήσει αν της ρίξει χώμα. Αρνήθηκε αυτήν την εκδοχή η μάρτυρας. Το παράπονο της μάρτυρος είναι ότι η Εναγόμενη είχε εκατομμύρια περιουσία από τον άντρα της και καταδέχτηκε να πιάσει του αδερφού της το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο που φύλαγε για τα γεράματα του. Πάντως, η ΜΕ1 αποδέχτηκε την θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο XXXXX Λουκαΐδης ήταν ενήλικας και είχε σώας τας φρένας τόσο το 1994 όσο και το
  36. Όσον αφορά τα οικονομικά δεδομένα της οικογένειας της, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι δεν είχαν ανάγκη την βοήθεια της Εναγόμενης, αφού η ίδια έπαιρνε ψηλό μισθό, η κόρη της εργαζόταν στις Κυπριακές Αερογραμμές και ο γιος της ήταν καθηγητής. Επεσήμανε ότι ψευδώς ισχυρίστηκαν ότι έβαζαν στον XXXXX Λουκαΐδη κοινωνικές ασφαλίσεις. Σε επόμενη ερώτηση όμως της συνηγόρου Υπεράσπισης και του δικαστηρίου για ποιο λόγο να δουλεύει στα 68 του χρόνια ο XXXXX Λουκαΐδης, αν δεν είχε ανάγκη οικονομική, η ΜΕ1 παραδέχτηκε ότι είχε ανάγκη να δουλέψει. Κατά την επανεξέταση της ΜΕ1 αυτή δήλωσε ότι μετά τα 63 του χρόνια, ο σύζυγος της λάμβανε σύνταξη στο πιο χαμηλό επίπεδο, ήτοι €352 το μήνα. Όσον αφορά την καταγγελία για την πλαστογραφία που είχαν υποβάλει στην αστυνομία ενημερώθηκαν ότι δεν είχαν χρόνο να ασχοληθεί, γιατί υπήρχαν πιο σοβαρές υποθέσεις. Α.
  37. Η μαρτυρία του XXXXX Λουκα?δη (ΜΕ2). Ο XXXXX Λουκαΐδης (ΜΕ2) είναι γιος της XXXXX και του XXXXX Λουκα?δη. Έχει κάμει ξενοδοχειακές σπουδές και εργάζεται ως καθηγητής στην XXXXX. Ο ΜΕ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υποθέσεις γιατί το θέμα απασχολούσε καθημερινά την οικογένεια του για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και καθημερινά το συζητούσαν όλη οικογένεια (βλ. παρα. 3 του Εγγράφου Β). Σε διάφορα σημεία της γραπτής του δήλωσης, ο ΜΕ2 συμφώνησε και επανέλαβε ουσιαστικά τμήματα της μαρτυρίας της μητέρας του. Επιβεβαίωσε ο ΜΕ2 ότι ο XXXXX Φυσεντζίδης ήταν νονός του ιδίου και συγχρόνως θείος του, αφού ήταν παντρεμένος με την αδερφή του πατέρα του, XXXXX. Ο πατέρας του εργαζόταν στις επιχειρήσεις του XXXXX Φυσεντζίδη για περισσότερα από 20 χρόνια και διατηρούσαν πολυ καλές σχέσεις οι δύο οικογένειες μεταξύ τους. Η δική του οικογένεια έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση για το πρόσωπο του XXXXX Φυσεντζίδη. Σε σύμπνοια με τη μητέρα του, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι γύρω στο 1988 ο νονός του, XXXXX, γνωρίζοντας ότι ο ΜΕ2 τελείωσε τις σπουδές του και βρήκε δουλειά σε ξενοδοχείο στη Λάρνακα, του αγόρασε ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο και του το δώρισε, για να πηγαινοέρχεται στην δουλειά του, να μην ταλαιπωρείται με ταξί, όπως έλεγε. Ήταν ένα αυτοκίνητο μάρκας MG Metro και είχε αριθμούς εγγραφής XXXXX80, αξίας £3.
  38. Ο νονός του το είχε πληρώσει. Οι γονείς του ΜΕ2 θεωρούσαν πολύ ακριβό, πολύ μεγάλο, δώρο αυτό και πολλές φορές στην παρουσία του ΜΕ2 πρότειναν στο νονό του να του δώσουν μέρος τουλάχιστο από το ποσό που πλήρωσε, για να αγοράσει το αυτοκίνητο, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος, δεν δεχόταν να του δώσουν οποιοδήποτε ποσό, γιατί ήταν το δώρο προς τον βαφτιστικό του. Ο ΜΕ2 τοποθέτησε τον θάνατο του XXXXX Φυσεντζίδη χρονικά γύρω στο
  39. Δήλωσε επίσης ότι μετά το θάνατο του XXXXX Φυσεντζίδη, η θεία του ΜΕ2 η XXXXX ανέλαβε ως διαχειρίστρια της περιουσίας του νονού του. Παρά το θάνατο του νονού του, ο πατέρας του ΜΕ2 συνέχισε να εργάζεται στις επιχειρήσεις της οικογένειας Φυσεντζίδη, αφού οι σχέσεις μεταξύ των δύο οικογενειών συνέχιζαν να είναι πολύ καλές μέχρι το
  40. Ο ΜΕ2, όπως και η μητέρα του XXXXX (ΜΕ1), τοποθέτησε την διάρρηξη των σχέσεων μεταξύ των δύο οικογενειών γύρω στο καλοκαίρι του 2001 (βλ την παρα. 12 του Εγγράφου Β), όταν μια μέρα ο πατέρας του επέστρεψε πολύ αναστατωμένος από τη Λάρνακα, όπου δούλευε στις επιχειρήσεις Φυσεντζίδη. Πρώτη φορά τον έβλεπε ο ΜΕ2 να είναι τόσο στεναχωρημένος και αναστατωμένος. Ο ΜΕ2 διηγήθηκε το περιστατικό με βάση όσα ο ίδιος είδε και άκουσε. Θυμόταν ότι η μητέρα του ρώτησε τον πατέρα του τι του είχε συμβεί και ο πατέρας του είπε ότι ήταν πολύ πικραμένος και απογοητευμένος με την αδερφή του XXXXX, γιατί του ζήτησε να της υπογράψει ένα έντυπο του Κτηματολογίου για να μεταβιβαστεί στο όνομα της το μοναδικό κτήμα που είχε κληρονομήσει από τους γονείς του, έναντι της αξίας του αυτοκινήτου που ο νονός του ΜΕ2, ο XXXXX, του είχε δωρίσει λίγα χρόνια πριν πεθάνει. Ήταν η θέση του ΜΕ2 (βλ παρα. 15 του Εγγράφου Β), ότι αυτή η ενέργεια της θείας του XXXXX εξέπληξε όλη την οικογένειά του, γιατί ήταν εντελώς άδικη και παράλογη η απαίτηση της, εφόσον είχαν περάσει περίπου 13 χρόνια από τότε που ο ο σύζυγος της XXXXX Φυσεντζίδης είχε δωρίσει το αυτοκίνητο στον βαφτιστικό του XXXXX και όλοι ήξεραν ότι «η πραγματική αλήθεια» ήταν πως ήταν δωρεά του αυτοκινήτου από τον νονό του ΜΕ2 προς τον ίδιο. Το παράλογο της όλης απαίτησης της θείας του, ο ΜΕ2 το συσχέτισε με την αξία του αυτοκινήτου που ήταν μόλις £3250, συγκριτικά προς την αξία του κτήματος που απαιτούσε να της μεταβιβάσει ο πατέρας του, που ήταν έκτασης πάνω από 20 δεκάρια και πάνω από £35.
  41. Προχώρησε ο ΜΕ2 και ανέφερε στην παρα. 17 του Εγγράφου Β ότι όλη η οικογένειά του στήριξε τον πατέρα του στην απόφασή του να μην αποδεχτεί την παράλογη απαίτηση της αδερφής του. Αυτή, όμως, η στάση του πατέρα του είχε συνέπειες για τον ίδιο, αφού η XXXXX εξοργίστηκε μαζί του και «για περισσότερους από τρεις μήνες» πηγαινοερχόταν τόσο στο σπίτι τους στη Λευκωσία όσο και στη δουλειά του πατέρα του στην Λάρνακα και «φορτικά και πιεστικά επέμενε στην παράλογη απαίτηση της» (βλ. παρα. 18 του Εγγράφου Β). Θυμόταν ο ΜΕ2 ότι ο πατέρας του πρότεινε κάποια στιγμή στην αδερφή του XXXXX να της καταβάλει το ποσό των £3250, που ήταν το ποσό που ο αποβιώσαντας σύζυγος της είχε πληρώσει για να αγοράσει το αυτοκίνητο του ΜΕ2, μαζί με τους τόκους, αντί της μεταβίβασης του κτήματος, αλλά εκείνη ήταν ανένδοτη και δεν ήθελε να ακούσει καμιά άλλη πρόταση εκτός από την υπογραφή της δήλωσης μεταβίβασης, για να εγγραφεί το κτήμα του πατέρα του στο όνομα της ίδιας της XXXXX (βλ. παρα 20 του Εγγράφου Β). Στην παρα.23 του Εγγράφου Β ο ΜΕ2 εκφράζει την απορία του, πώς είναι δυνατόν η θεία του, αδελφή του πατέρα του, η οποία «παρουσιαζόταν ως μία μεγάλη φιλάνθρωπος», αντί να στηρίξει οικονομικά τον αδερφό της να προσπαθεί με τόσο πείσμα «να του υφαρπάξει το μοναδικό ακίνητο που κατείχε». Θυμόταν πολύ καλά ο ΜΕ2, όπως αναφέρει στις παρα. 24 και 25 του Εγγράφου Β ότι, γύρω στο μήνα Σεπτέμβριο του 2001 ήταν που επέστρεψε ο πατέρας του από τη δουλειά και τους αποκάλυψε ότι για να ξεφύγει από την αφόρητη κατάσταση που δημιούργησε η αδερφή του XXXXX εκείνος αναγκάστηκε να υπογράψει το έντυπο του Κτηματολογίου για την μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα της αδερφής του. Εξήγησε ο ΜΕ2 ότι ο λόγος που θυμόταν ότι αυτό έγινε το μήνα Σεπτέμβριο του 2001 ήταν γιατί, μία περίπου εβδομάδα μετά την υπογραφή του εντύπου, ο πατέρας του σταμάτησε οικειοθελώς από τη δουλειά του, εφόσον ένιωθε πικραμένος και απογοητευμένος με την αδερφή του XXXXX που ούτε να την αντικρίσει δεν ήθελε, γι' αυτό δεν μπορούσε να συνεχίζει να εργάζεται στις επιχειρήσεις της. Όπως ανέφερε επιπλέον ο ΜΕ2 στις παρα. 27 και 28 του Εγγράφου Β, κάποιους μήνες μετά που ο πατέρας του υπέγραψε το έντυπο μεταβίβασης, η θεία του XXXXX μετέβηκε στο σπίτι τους στη Λευκωσία και πρότεινε σε αυτόν και την αδερφή του Βασιλεία να τους μεταβιβάσει τα 6 από τα 16 στρέμματα που είναι η συνολική έκταση του συγκεκριμένου κτήματος. Την ίδια πρόταση είχε κάνει και τηλεφωνικά στους ίδιους προηγουμένως η θεία του, αλλά δεν έγινε αποδεκτή από κανένα μέλος της οικογένειας του ΜΕ2 αυτή η πρόταση, λόγω της πικρίας και απογοήτευσης που τους είχε προκαλέσει με τη στάση της η θεία του προηγουμένως. Εν τέλει, όπως και η μητέρα του ΜΕ2, ο ΜΕ2 τοποθέτησε γύρω στο καλοκαίρι του 2009 την απαρχή των γεγονότων που οδήγησαν τον πατέρα του στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Συγκεκριμένα, στην παρα. 29 του Εγγράφου Β, ο ΜΕ2 δηλώνει ότι «γύρω στο καλοκαίρι του 2009 μείναμε όλοι κατάπληκτοι, όταν μάθαμε ότι το εν λόγω κτήμα δεν ήταν γραμμένο στο όνομα του πατέρα μου και ότι είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της αδερφής του XXXXX το 1994 και όχι το 2001 που ο πατέρας μου υπέγραψε το έντυπο μεταβίβασης». Μετά την εξέλιξη αυτή και επειδή ο πατέρας του ΜΕ2 ήταν σίγουρος ότι δεν είχε υπογράψει οποιαδήποτε έγγραφα πριν το 2001, για να γίνει η μεταβίβαση του κτήματος στο όνομα της XXXXX, όλοι στην οικογένεια του υποψιάστηκαν ότι «η μεταβίβαση που έγινε το 1994 πρέπει να έγινε με δόλια η παράνομα μέσα δηλαδή με πλαστογράφηση της υπογραφής του» (βλ. παρα. 31 του Εγγράφου Β). Όπως το έθεσε ο ΜΕ2 στην παρα. 33 του Εγγράφου Β, «η μόνη λογική εξήγηση στη στάση και συμπεριφορά της θείας του», ήταν ότι «η επιμονή της να εξασφαλίσει την γνήσια υπογραφή του πατέρα του το 2001, σκοπό είχε να αντικαταστήσει την πλαστογραφημένη δήλωση μεταβίβασης του 1994 με αυτή που ο πατέρας του υπέγραψε το 2001». Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες εκμαίευσε ή και απέσπασε την υπογραφή του πατέρα του η θεία του XXXXX, ο ΜΕ2 περιέγραψε στις παρα. 34, 35 και 36 τα εξής. Ο πατέρας του υπέγραψε την δήλωση μεταβίβασης και μετά η XXXXX τον μετέφερε με το αυτοκίνητο της στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, όπου εργαζόταν η νύφη της XXXXX Τσιερκέζου Φυσεντζίδη, σύζυγος του γιου της XXXXX, XXXXX Φυσεντζίδη, και η XXXXX είπε του πατέρα του ΜΕ2 να μπει μόνος του στο Κτηματολόγιο και να παραδώσει την δήλωση μεταβίβασης στην XXXXX, η οποία τον περίμενε στην είσοδο. Απεναντίας, η θεία του XXXXX περίμενε στο αυτοκίνητο της, χωρίς ίδια να εισέλθει στο κτηματολόγιο. Όταν ο πατέρας του ΜΕ2, XXXXX Λουκαΐδης, παρέδωσε τη δήλωση μεταβίβασης υπογραμμένη στην XXXXX, η δήλωση έφερε μόνο την υπογραφή του, ενώ ήταν τελείως ασυμπλήρωτη ως προς τα λοιπά. Στην παρα. 38 του Εγγράφου Β, ο ΜΕ2 αναφέρει ότι μετά από τα πιο πάνω συμβάντα υπήρχε ψυχρότητα στην σχέσεις των δύο οικογενειών. Όλοι ένιωθαν πολύ πικραμένοι για τη συμπεριφορά που έδειξε απέναντί τους η XXXXX. Παραταύτα, για 4 - 5 χρόνια μετά το 2001 αυτοί συνέχιζαν να πηγαίνουν στα ετήσια μνημόσυνα του θείου και νονού του ΜΕ2, XXXXX Φυσεντζίδη, για να τιμήσουν τον ίδιο, ο οποίος ήταν πολύ αγαπητός σε όλη την οικογένεια του, ενώ συνέχισαν να είναι ψυχροί έναντι της θείας του XXXXX. Διατύπωσε παράνονο ο ΜΕ2 ότι η θεία του XXXXX, ούτε καν στην κηδεία του αδερφού της XXXXX Λουκα?δη, δεν παρευρέθηκε. Στην παρα. 42 του Εγγράφου Β, ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε την ίδια φράση που χρησιμοποίησε και η μητέρα του XXXXX (ΜΕ1) στο Έγγραφο Α, για να περιγράψει το χαρακτήρα του πατέρα του. Συγκεκριμένα είπε ότι επρόκειτο για «ένα καλοκάγαθο άνθρωπο, ευάλωτο σε πιέσεις, ο οποίος ουδέποτε ενεπλάκη σε προστριβές ή καβγάδες, ούτε είχε διάφορες με οποιονδήποτε». Περαιτέρω, στην παρα. 43 του Εγγράφου Β, ο ΜΕ2 χαρακτήρισε ως σχέση οικονομικής εξάρτησης τη σχέση που υπήρχε μεταξύ του πατέρα του και της αδερφής του XXXXX, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του πατέρα του, αφού η σύνταξη του ανερχόταν γύρω στα €300 το μήνα. Δεν είχε άλλα εισοδήματα και είχε απόλυτη ανάγκη το μισθό που έπαιρνε από την αδελφή του XXXXX ως εργοδότη του. Κληθείς από τον κ. Σπάταλο να εξηγήσει γιατί από το 2001 ο πατέρας του έμεινε μέχρι το 2010 να κινήσει την παρούσα αγωγή, ο ΜΕ2 δήλωσε ότι, πρώτον, δεν πίστεψαν ότι στ'αλήθεια θα προχωρούσε η θεία του με τη μεταβίβαση, δεύτερο, είχαν άγνοια του νόμου, δηλαδή όπως το έθεσε ο ΜΕ2 δεν ήξεραν ότι υπάρχει νόμος που επέτρεπε στον πατέρα του να πάει να ακυρώσει την υπογραφή του ή να καταγγείλει, ούτε είχαν συμβουλευτεί δικηγόρο και, τρίτο, αναρτήθηκε η υπογραφή πάνω το 1994 που πάει παλιά χρόνια πίσω. Αντεξετάστηκε ο ΜΕ2 επί της ανωτέρω τελευταίας δήλωσής του. Με βάση το γεγονός ότι ο πατέρας του ενεργοποιήθηκε για να κινήσει την αγωγή μετά το 2009 που έμαθε ότι το κτήμα ήταν γραμμένο στο όνομα της αδερφής του από το 1994, παρά να κινήσει την αγωγή το 2001 που ως ισχυρίζεται ασκήθηκαν οι αφόρητες πιέσεις στον ίδιο να υπογράψει τη δήλωση μεταβίβασης, ερωτήθηκε ο ΜΕ2 από τη συνήγορο Υπεράσπισης αν το παράπονο της οικογένειάς του ήταν τελικά, όχι το ότι είχε γραφτεί το επίδικο ακίνητο στο όνομα της Εναγόμενης, αλλά το ότι ήταν γραμμένο στο όνομά της από το
  42. Ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Και όχι μόνο». Ερωτηθείς να πει συγκεκριμένα πότε έμαθαν για πρώτη φορά ότι το ακίνητο δεν ήταν γραμμένο πάνω στο όνομα του πατέρα τους, ο ΜΕ2 απάντησε λέγοντας «Το 2001 ή 2002 δεν θυμάμαι. Μπορεί και πιο μετά το
  43. Δεν εργαζόμουν στην Λευκωσία εκείνο το διάστημα.». Του επεσήμανε τότε η συνήγορος Υπεράσπισης ότι από μόνος του είχε ισχυριστεί ότι περίπου 2 μήνες μετά που ο πατέρας του εξαναγκάστηκε να θέσει την υπογραφή του επί της Δήλωσης Μεταβίβασης, τηλεφώνησε η θεία του για να τους προτείνει να γράψει τα 6 από τα 16 στρέμματα στο όνομα του ΜΕ2 και της αδερφής του, άρα πρέπει να γνώριζαν από το 2001 ότι έγινε η μεταβίβαση στο όνομα της θείας του, το αργότερο δύο μήνες μετά το περιστατικό που ως ισχυρίζονται έγινε για εξαναγκασμό του πατέρα του σε υπογραφή. Η απάντηση του ΜΕ2 ήταν «Ναι. Και ανακαλύπτουμε το 2001 ότι ήταν από το 1994 πάνω της» και «Η έκπληξή μου είναι ότι το εν λόγω κτήμα δεν μεταβιβάστηκε το 2001 όμως του πήρε την υπογραφή του αλλά γράφηκε πάνω στο όνομά της από το 1994» και «Ήταν ξεκάθαρος δόλος». Υποβλήθηκε στη ΜΕ2 ότι οι επιχειρήσεις που διαχειριζόταν η XXXXX Φυσεντζίδου είχαν σταματήσει από το τέλος του Ιούνη του 1999, κάτι που ο ΜΕ2 δήλωσε ότι δεν γνώριζε. Του υποβλήθηκε επίσης ότι ο πατέρας του εργαζόταν σε επιχειρήσεις που ανήκαν στον XXXXX Φυσεντζίδη, θέση με την οποία συμφώνησε ο ΜΕ2, διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος γνώριζε ότι ο XXXXX Φυσεντζίδης απεβίωσε το 1993 και ο πατέρας του ΜΕ2 συνέχισε να εργάζεται στις οικογενειακές επιχειρήσεις που συνέχισαν να διαχειρίζονται η XXXXX και ο XXXXX Φυσεντζίδης. Αρνήθηκε ο ΜΕ2 ότι ο πατέρας του λάμβανε οποιαδήποτε άλλη οικονομική βοήθεια από τη XXXXX, πέραν του μισθού για την εργασία που έκανε. Όπως το έθεσε ο ΜΕ2, ο πατέρας του «Δεν θα πεινούσε αν δεν πήγαινε Λάρνακα, αλλά πήγαινε», «Είχε ηθική ανάγκη παραπάνω να πηγαίνει, γιατί αγαπούσε την αδελφή του και τον αδελφό - τεκνό του». Ερωτήθηκε ο ΜΕ2 από τη συνήγορο Υπεράσπισης «πως γίνεται από τη μια ο πατέρας σας να υπόκυψε στις πιέσεις, όταν του ασκήθηκαν από την Εναγόμενη για να υπογράψει τούτο το έντυπο, γιατί φοβήθηκε μη χάσει τη δουλειά του, γιατί ήταν οικονομικά εξαρτημένος από την Εναγόμενη, αλλά από την άλλη, μετά που το υπόγραψε, να ένιωσε τη δύναμη ο πατέρας σας να μην εξαρτάται οικονομικά από την Εναγόμενη; Μπορείτε να το εξηγήσετε; Γιατί δεν αντέδρασε πριν υπογράψει;». Η απάντηση που έδωσε ο ΜΕ2 ήταν ότι «Για να μην έρθει σε κόντρα μαζί της γιατί την αγαπούσε και να έρθει σε ρήξη με την οικογένειά του θείου μου. Όμως κάποτε ο άνθρωπος φτάνει σε οριακά σημεία και λέει φτάνει πια. Υπάρχουν τα όρια αντοχής και ανοχής.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 από τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι «αυτό το περιστατικό με την ισχυριζόμενη υπογραφή εγγράφου το 2001, ουδέποτε έλαβε χώρα και όλα αυτά είναι μια ιστορία που δημιουργήσατε μαζί με τη μητέρα σας και με την κόρη της Εναγόμενης σε μια προσπάθεια, πρώτο, να επηρεάσει τη διαδικασία διαχείρισης του Φυσεντζίδη και, δεύτερο, να την καταδικάσετε με την μητέρα σας, γιατί, αν της ρίξει χώμα στον τάφο, θα σηκωθεί να την κλωτσήσει». Επέμεινε ο ΜΕ2 ότι πράγματα έγιναν όπως ο ίδιος είπε το
  44. Όσον αφορά τη ρήξη μεταξύ της μητέρας του, Ευαγγελίας, και της θείας του, XXXXX, ο ΜΕ2 την τοποθέτησε χρονικά περί το 2005, όταν σε ένα μνημόσυνο, η μητέρα του ένιωσε προσβεβλημένη, γιατί η XXXXX της μίλησε πολύ προσβλητικά στην παρουσία όλων εκείνων στο μνημόσυνο. Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι «Ήρθε η συζήτηση στο αποκορύφωμα και η κυρία της είπε ότι θα της έδινε μια με το μπαστούνι.». Υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι ο λόγος που διαλύθηκαν οι σχέσεις τους ήταν ότι η μητέρα του είπε στην XXXXX ότι θα της ρίξει χώμα στον τάφο της και η Εναγόμενη τότε είπε στη μητέρα του «αν μου ρίξεις, θα σηκωθώ να σε κλονίσω». Ισχυρίστηκε τότε ο ΜΕ2 ότι και στον ίδιο είχε πει η XXXXX μια φορά «θα σου δώσω μια». Όταν υποβλήθηκε στον ΜΕ2 ότι «η Εναγόμενη δεν κρατούσε μπαστούνι», εκείνος απάντησε ότι «Κρατούσε κάτι για το πόδι της. Είχαμε τον γάτο μας και με το μπαστούνι προσπαθούσε να τον χτυπήσει γιατί έκοβε τα λουλούδια στον κήπο μας. Το θυμούμαι πολύ καθαρά.». Αντεξετασθείς ο ΜΕ2 σχετικά με το πώς έμαθε το 2009 ότι το ακίνητο ήταν μεταβιβασμένο από το 1994, ο ΜΕ2 απάντησε ευθέως ότι «Η κόρη της Εναγόμενης μας το είπε και το ψάξαμε στο Κτηματολόγιο». Ισχυρίστηκε ο ΜΕ2 ότι παρά το γεγονός ότι είχαν και προηγουμένως συναντήσεις με την XXXXX, εντούτοις δεν έτυχε να τους το αναφέρει πριν το 2009 ότι γνώριζε για τη μεταβίβαση που έγινε από το
  45. Το έφερε η κουβέντα και τους το ανάφερε σε μια κοινωνική επίσκεψη που τους έκανε. Ήταν τότε που η XXXXX ζήτησε τη βοήθεια του πατέρα του ΜΕ2, δηλαδή να κάμει ένορκη δήλωση για να την υποστηρίξει στην αίτησή της για αντικατάσταση της μητέρας της XXXXX από διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος πατέρα της XXXXX Φυσεντζίδη. Ο ίδιος δεν είχε δει την ένορκη δήλωση που έκανε ο πατέρας του, αλλά ήταν ενήμερος ότι έκανε ένορκη δήλωση. Γι' αυτό και δεν ήθελε να σχολιάσει το περιεχόμενό της. Πάντως, ο ίδιος ο ΜΕ2 διαφώνησε με τη θέση ότι ο XXXXX Φυσεντζίδης είχε κάνει δάνειο στον πατέρα του ή/και ότι ο πατέρας του χρωστούσε σ' εκείνον το ποσό των ΛΚ3250, αφού ήταν βέβαιος ότι το ποσό εκείνο ήταν δώρο για την αγορά του αυτοκινήτου του από τον νονό του προς τον ίδιο ως βαφτιστικό. Διερωτήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης για ποιον λόγο πρότεινε τότε ο πατέρας του ΜΕ2, ως ο ισχυρισμός του ΜΕ2, να πληρώσει στη XXXXX το ποσό με τους τόκους; Η απάντηση του ΜΕ2 ήταν «Για να πνάσει η κκελλέ του ανθρώπου. Να το πω έτσι ελληνιστί», με την συνήγορο Υπεράσπισης να του υποβάλλει τότε ότι ψεύδεται. Όσον αφορά την καταγγελία που έκανε η οικογένεια του στην Αστυνομία, ο ΜΕ2 δήλωσε αντεξεταζόμενος ότι γνώριζε πως αυτή έγινε κατόπιν παρότρυνσης του δικηγόρου τους, ότι η καταγγελία αφορούσε σε πλαστογραφία εγγράφου, ποιού εγγράφου όμως αυτός δεν γνώριζε να πει, εκείνο που ήξερε ήταν ότι δόθηκε η υπόθεση από την οικογένειά του και σε γραφολόγο, ο οποίος βρήκε ότι η υπογραφή του πατέρα του στη Δήλωση Μεταβίβασης του 1994 δεν ήταν γνήσια. Υποβλήθηκε και πάλι στον ΜΕ2 ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια, κάτι που αυτός αρνήθηκε. Δεν υπήρξε επανεξέταση του ΜΕ
  46. Α.
  47. Η μαρτυρία της XXXXX Λουκα?δου (ΜΕ3). Η XXXXX Λουκα?δου (ΜΕ3), υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Γ), η οποία είναι πανομοιότυπη με εκείνη του αδερφού της, ΜΕ2 (Έγγραφο Β). Περιγράφει τα γεγονότα με τον ίδιο τρόπο που τα περιέγραψε ο ΜΕ2 και το μόνο που προσθέτει είναι ότι ο νονός του ΜΕ2, XXXXX Φυσεντζίδης, είχε υποσχεθεί και στην ίδια να της δωρίσει ένα οικόπεδο όταν θα διαχώριζε οικόπεδα στο Μενεού. Τούτη η υπόσχεση, σύμφωνα με την ίδια, έδειχνε το μέγεθος της αγάπης του XXXXX Φυσεντζίδη προς την οικογένεια του XXXXX Λουκαΐδη. Πέθανε ο ίδιος προτού προλάβει να εκπληρώσει την υπόσχεση αυτή. Η ΜΕ3 ισχυρίστηκε επίσης, όπως και ο ΜΕ2, ότι, ενώ η θεία της XXXXX ασκούσε πιέσεις το 2001 προς τον πατέρα της να υπογράψει τη Δήλωση Μεταβίβασης του κτήματος, εντούτοις το 2009 έμαθαν ότι το κτήμα ήταν ήδη μεταβιβασμένο από το 1994 στο όνομα της θείας της. Τούτο σήμαινε κατά την ΜΕ3 ότι η μεταβίβαση έγινε ένα περίπου έτος μετά που η XXXXX διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του συζύγου της (βλ. την παρα 33 του Εγγράφου Γ). Το «μοναδικό συμπέρασμα» που μπορεί να βγάλει η ΜΕ3, όπως, κατά τη γνώμη της και «ένας μέσος λογικός άνθρωπος» (βλ παρα. 37 του Εγγράφου Γ), έχοντας υπόψη όλα όσα έγιναν το 2001, είναι ότι (βλ. Παρα. 36 του Εγγράφου Γ) «
  48. Με την πάροδο του χρόνου φοβούμενη μήπως αποκαλυφθεί η παρανομία της, το 2001 εξανάγκασε τον πατέρα μου να υπογράψει το νέο έντυπο μεταβίβασης με γνήσια την υπογραφή του και, σε συνεργασία με την νύφη της και σύζυγό του γιου της, XXXXX, που εργαζόταν στο κτηματολόγιο, αντικατέστησε το παλιό πλαστογραφημένο με το νέο έντυπο που έφερε την γνήσια υπογραφή του πατέρα μου.». Τόνισε η ΜΕ3 ότι ο πατέρας της ήταν σίγουρος ότι κανένα άλλο έντυπο μεταβίβασης δεν είχε προηγουμένως υπογράψει, εκτός από το έντυπο μεταβίβασης που αναγκάστηκε να υπογράψει το
  49. Στην τελευταία παράγραφο του Εγγράφου Γ, συγκεκριμένα στην παράγραφο 43, η ΜΕ3 επαναλαμβάνει τα ίδια επακριβώς λόγια περιγραφής του χαρακτήρα του πατέρα της, όπως εκείνα που χρησιμοποίησε η μητέρα της και ο αδερφός της. Ότι δηλαδή ήταν ένας καλοκάγαθος άνθρωπος και ευάλωτος σε πιέσεις, ευάλωτος στις πιέσεις που του ασκούσε η αδερφή του XXXXX ως εργοδότης του. Υπέκυψε στις πιέσεις της XXXXX, λόγω της κακής οικονομικής του κατάστασης, λόγω της εξάρτησης που είχε οικονομικά από αυτήν. Τούτο, διότι δεν είχε άλλα εισοδήματα και είχε απόλυτη ανάγκη το μισθό που έπαιρνε από την XXXXX ως εργοδότη του. Ο δε μισθός του από τη XXXXX ανερχόταν σε £60 τη βδομάδα και αργότερα αυξήθηκε σε £80 τη βδομάδα. Κατά την αντεξέταση της ΜΕ3 από τη συνήγορο Υπεράσπισης, η ΜΕ3 αναφέρθηκε σε μια διαφορετική σειρά πραγμάτων απ' ό,τι ο αδερφός της ο ΜΕ
  50. Συγκεκριμένα, η ΜΕ3 δήλωσε ότι περί το 2009 έμαθαν ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν γραμμένο στο όνομα του πατέρα της, XXXXX Λουκα?δη, όταν η μητέρα της (ΜΕ1) τηλεφώνησε στο Κτηματολόγιο για να μάθει την αξία του ακινήτου και εκείνοι της είπαν ότι δεν ανήκε στον ίδιο το ακίνητο αλλά στη XXXXX, από το
  51. Έπειτα, τους το επιβεβαίωσε η XXXXX. Δηλαδή, η ΜΕ3 στην οποία η συνήγορος Υπεράσπισης επεσήμανε ότι ο ΜΕ2 είχε διηγηθεί αλλιώς τα πράγματα, ότι σε κοινωνική επίσκεψη της XXXXX στο σπίτι τους ήταν που το έφερε τυχαία η κουβέντα και τους είπε η XXXXX πρώτη ότι το επίδικο ακίνητο είχε γραφτεί στο όνομα της μάμας της από το 1994, με αποτέλεσμα οι ίδιοι να απευθύνθηκαν στο Κτηματολόγιο για να μάθουν αν ευσταθούσε αυτό που τους είπε. Η ΜΕ3 επέμεινε ότι η ορθή σειρά πραγμάτων ήταν όπως την παρουσίασε η ίδια. Η ΜΕ3 συμφώνησε αντεξεταζόμενη ότι ο πατέρας της, XXXXX Λουκα?δης είχε σώας τα φρένας τόσο το 1994 όσο και το
  52. Θυμόταν ότι ο ίδιος παραπονιόταν το 2001 ότι τον έβρισκε η XXXXX στην μια αποθήκη της εταιρείας και μετά στην άλλη και του μουρμουρούσε να της μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο. Διευκρίνισε η ΜΕ3 ότι όταν μιλούσε για αποθήκη, αυτή αναφερόταν στην αποθήκη του Kition Trading House, όπου εργαζόταν ο πατέρας της. Τον πίεζε η XXXXX για να της υπογράψει. Πίστευε η ΜΕ3 ότι η XXXXX ήθελε την υπογραφή του πατέρα της ΜΕ3 για να του ασκεί πίεση μέχρι να της ξοφλήσει τις ΛΚ3.000 που έλεγε ότι χρωστούσε του άντρα της. Δεν πίστευε ότι θα έφτανε στο σημείο να μεταβίβαζε πάνω της ολόκληρο οικόπεδο που άξιζε το 2001 περί τις €35.
  53. Εν τέλει, το 2009 έμαθαν ότι το ακίνητο ήταν μεταβιβασμένο από το 1994 στο όνομά της και έτσι κατάλαβαν ότι το 2001 η XXXXX ζητούσε την υπογραφή του XXXXX, για να αντικαταστήσει τη γνήσια αυτή υπογραφή πάνω στο έντυπο που είχε από το 1994 πλαστογραφήσει την υπογραφή του. Παρά το ότι το 2009 έμαθαν το πιο πάνω ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο της XXXXX, εντούτοις η ΜΕ3 παραδέχθηκε ότι από το 2001, που έδωσε την υπογραφή του ο πατέρας της, μέχρι το 2005 συνέχιζαν να διατηρούν σχέσεις με τη XXXXX. Ήταν μεν πιο ψυχροί μεταξύ τους από πριν, αλλά συνέχιζαν να πηγαίνουν στο σπίτι της για τον καφέ μετά από κάθε μνημόσυνο του συζύγου της, XXXXX Φυσεντζίδη, και όλο αυτό διακόπηκε όταν «ξεχείλισε το ποτήρι» το 2005 με
  54. Κατά την ΜΕ3 το τί συνέβηκε και ξεχείλισε το ποτήρι δεν ήταν κανένας μεγάλος καβγάς, παρά μόνο το εξής περιστατικό? «Όχι. Ένα περιστατικό που θυμούμαι, σε κάποια φάση στη Λάρνακα, είπε η μάμα μου σε κάποια φάση ''όσα χρόνια μας διά ο Θεός θα ζήσουμε, εν ξέρουμε πότε ένα φύουμε ο καθένας μας''. Τζιαί επετάχτηκε η XXXXX τζιαί είπε ''εγώ αν πεθάνω πρώτη, που το μνήμα θα σηκωθώ να σου δώκω μια κλωτσιά εσένα, XXXXX και της είπε ''εγώ τι σου έκαμα και θα με κλωτσήσεις;'', ''τούτο που σου λαλώ ''είπε της.». Διερωτήθηκε η συνήγορος Υπεράσπισης, πώς είναι δυνατόν να λέγει η ΜΕ3 στη γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Γ) ότι το 2001 η XXXXX πρότεινε σε αυτήν και τον αδερφό της (ΜΕ2) να τους μεταβιβάσει μερίδιο από το ακίνητο, αν δεν ήταν γραμμένο το εν λόγω ακίνητο στο όνομά της; Η ΜΕ3 το μόνο που σχολίασε είναι ότι επειδή η ίδια δούλευε στη Λάρνακα, η XXXXX της είχε προτείνει ''εσύ που σχολάνεις να έρθεις μια μέρα και ο αδελφός σου για να σας μεταβιβάσω τις 6 σκάλες''. Ισχυρίστηκε η ΜΕ3 ότι τότε δεν έδωσαν σημασία στη XXXXX. Δεν θεώρησαν σημαντική την πρότασή της, επειδή γνώριζαν ότι ο πατέρας τους δεν ήθελε να της το μεταβιβάσει καθόλου. Υποβλήθηκε στην ΜΕ3 ότι ο πατέρας της υπόγραψε μια ένορκη δήλωση στις 25 Ιουνίου 2009 προς υποστήριξη μιας αίτησης της ίδιας ημερομηνίας που έκανε η κυρία XXXXX, με αντικείμενο την παύση της μητέρας της από διαχειρίστρια, στην οποία ένορκη δήλωση ο πατέρας της ΜΕ3 ορκίστηκε ότι κατά ή περί τα έτη 2000 ή 2001 σε πλήρη εξόφληση χρέους 3.250 λιρών, ο ίδιος προχώρησε στη μεταβίβαση στο όνομα της συζύγου του αποβιώσαντα και αδελφής του, κυρίας XXXXX XXXXX - Φυσεντζίδου, το ακίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX, Τμήμα C, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙΧ29/32Ε1, Τεμάχιο XXXXX, στο χωριό Άγιος Ιωάννης Μαλούντας, ως η συμφωνία του με την κυρία Φυσεντζίδου. Η ΜΕ3 ισχυρίστηκε ότι πρώτη φορά το άκουγε αυτό το πράγμα. Δεν είχε ξαναδεί η ίδια αυτό το έγγραφο. Επέμεινε η ΜΕ3 ότι ο XXXXX Φυσεντζίδης έκανε δώρο στον αδερφό της ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, διότι η πρώτη του δουλειά ήταν στη Λάρνακα και πηγαινοερχόταν με ταξί και του είπε ο νονός του ''αντί να κατακόφκεσε με ταξί, να σου πιάσω ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο να πηαίνεις τζιαί να έρκεσαι''. Την αξία του αυτοκινήτου την γνώριζε η ΜΕ3, παρά το ότι ήταν δώρο, κατά τον ίδιο τρόπο που αυτή ξέρει την αξία των οχημάτων γενικά, αφού η ίδια άλλαξε 3 αυτοκίνητα. Η ΜΕ3 αντεξετάσθηκε στο τέλος της μαρτυρίας της και σε σχέση με την καταγγελία που έκαναν στην Αστυνομία το 2013 για πλαστογραφία. Ήταν η θέση της ότι η Αστυνομία ρωτούσε επίμονα τον πατέρα της αν θυμόταν να έδωσε ο ίδιος πληρεξούσιο έγγραφο για να γίνει η μεταβίβαση και εκείνος έλεγε ότι ουδέποτε έδωσε πληρεξούσιο. Αν τελικά η μεταβίβαση έγινε βάσει του πληρεξούσιου ή όχι, δεν ήταν βέβαιη η ΜΕ
  55. Γνώριζε ότι το ΤΑΕ ανέλαβε τη διερεύνηση, αλλά μετά έκρινε ότι χρονοτριβούσε και ότι είχε πιο σοβαρές υποθέσεις να χειριστεί. Αν υπήρξε κατάληξη στις αστυνομικές έρευνες, δεν γνώριζε η ΜΕ
  56. Η ίδια πάντως ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, όχι να παρουσιάσει μια εκδοχή όπως την ήθελε η μητέρα της. Δεν υπήρξε επανεξέταση της ΜΕ
  57. Β. Η αλληλογραφία του κ. Σπάταλου με το Κτηματολόγιο και η έρευνα στο φάκελο του Κτηματολογίου. Στις 31 Οκτωβρίου 2017 κατατέθηκε από την ΜΕ1 ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, επιστολή ημερομηνίας 29 Απριλίου 2010, η οποία υπογράφεται από το δικηγόρο Ανδρέα Σπάταλο κατ' εντολή του πελάτη του «XXXXX Κώστα Λουκά» από τη Λευκωσία προς Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Σπεύδω να σημειώσω ότι δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο της δίκης ότι ο XXXXX Κώστα Λουκά, εκ μέρους του οποίου ενεργούσε ο κ. Α. Σπάταλος πριν την έγερση της παρούσας αγωγής ήταν το ίδιο πρόσωπο με τον αναφερόμενο στον τίτλο της αγωγής «XXXXX Λουκα?δη». Στην εν λόγω επιστολή προβάλλεται από πλευράς του κ. Σπάταλου ο ισχυρισμός του πελάτη του ότι το έντυπο Ν270, το οποίο χρησιμοποίησε η XXXXX XXXXX Φισεντζίδη για να μεταβιβάσει στο όνομα της το επίδικο κτήμα, παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας το 2001, ενώ κατά παράδοξο και/ή ανεξήγητο τρόπο στον τίτλο ιδιοκτησίας η πιο πάνω μεταβίβαση φαίνεται καταχωρημένοι στο μητρώο του κτηματολογίου 27 Σεπτεμβρίου
  58. Συγχρόνως προβάλλεται από τον κύριο Σπάταλο εκ μέρους του πελάτη του ο ισχυρισμός ότι κατά η περί το έτος 2001 ο πελάτης του εξαναγκάστηκε παρά την ελεύθερη βούληση του να θέσει την υπογραφή του σε ασυμπλήρωτο έντυπο Ν 270 το οποίο στη συνέχεια συμπλήρωσε η αδελφή του XXXXX Φισεντζίδης οι και άλλα πρόσωπα πλαστογραφώντας την υπογραφή του. Καταλήγει στην επιστολή του ο κύριος Σπάταλος με την εξής παράκληση προς το Διευθυντή του Κτηματολογίου: «Κατόπιν των πιο πάνω παρακαλώ όπως με προμηθεύσετε με αντίγραφο του εντύπου Ν 270 το οποίο η XXXXX Νίκου Φισεντζίδης χρησιμοποίησε για να πετύχει την μεταβίβαση στο όνομα της του αναφερόμενο πιο πάνω κτήματος του πελάτη μου καθώς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή σχετική με το θέμα αυτό πληροφορία. Τα στοιχεία αυτά είναι απόλυτα αναγκαία για να προχωρήσω στην διερεύνηση των ισχυρισμών του πελάτη μου και στην λήψη δικαστικών μέτρων αν χρειαστεί». Όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 2, το οποίο κατατέθηκε επίσης από τη ΜΕ1 στις 31 Οκτωβρίου 2017 και το οποίο αποτελεί επιστολή ημερομηνίας 23 Ιουνίου 2010 για Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Λευκωσία, προς δικηγόρο κύριο Ανδρέα Σπάταλο, ήταν η θέση του Διευθυντή Κτηματολογίου ότι η μεταβίβαση του ακινήτου έγινε το 1995, ότι τηρήθηκαν όλες οι πρόνοιες του σχετικού νόμου 9/1965 και ότι σε περίπτωση που ο κύριος Σπάταλος ενδιαφερόταν να λάβει πιστό αντίγραφο του τύπου Ν.270 σχετικά με την εν λόγω μεταβίβαση, θα έπρεπε να απευθυνθεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας. Πράγματι, όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 3 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τη ΜΕ1 στις 31 Οκτωβρίου 2017, ο κύριος Α. Σπάταλος φαίνεται να απέστειλε στις 5 Ιουλίου 2010 επιστολή προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, ζητώντας να τον προμηθεύσουν με πιστό αντίγραφο του εντύπου Ν 270, το οποίο η XXXXX Φυσεντζίδη χρησιμοποίησε για να πετύχει την μεταβίβαση στο όνομα της του επίμαχου κτήματος ή και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ή σχετική με αυτό πληροφορία. Ακολούθως, το Τεκμήριο 4 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από τη ΜΕ1 στις 31 Οκτωβρίου 2017 εμφανίζει τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας να απαντά προς τον κύριο Σπάταλο με επιστολή ημερομηνίας 15 Ιουλίου 2010, ότι επειδή για το ίδιο θέμα ο Διευθυντής Κτηματολογίου στη Λευκωσία ζήτησε να τύχει ενημέρωσης με έκθεση γεγονότων, ορθό θα ήταν να αναμένει ο κύριος Σπάταλος την απάντηση του Διευθυντή Κτηματολογίου. Σε συνέχεια των πιο πάνω ο κύριος Σπάταλος φαίνεται, στο Τεκμήριο 5 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ΜΕ1 στις 31/10/2017, να συνέταξε επιστολή ημερομηνίας 11 Οκτωβρίου 2010, η οποία να απευθύνθηκε προς την XXXXX Φυσεντζίδου, να στάληκε διπλοσυστημένη και να είχε το εξής περιεχόμενο: · Στην περα.1(α) - Την ενημέρωνε ότι ενεργούσε κατ' εντολή του πελάτη του XXXXX Λουκά από τη Λευκωσία από τον οποίο ήταν εξουσιοδοτημένος να της αναφέρει τα εξής. Ότι κατά υπέρ ή το 2001 ο εν λόγω πελάτης του μετά από αφόρητες πιέσεις και εκβιασμούς της ίδιας σε βάρος του εξαναγκάστηκε παρά την ελεύθερη βούληση του να θέσει την υπογραφή του σε ασυμπλήρωτο έντυπο Ν 270 το οποίο στη συνέχεια αυτή και η άλλο πρόσωπο συμπλήρωσαν πλαστογραφώντας την υπογραφή του και πέτυχαν με αυτόν τον τρόπο τον παράνομο την μεταβίβαση στο όνομα της του επίμαχου κτήματος. · Στην παρα.1(β) - Την ενημέρωνε για τον ισχυρισμό του πελάτη του ότι αυτός υπέγραψε το έντυπο Ν 270 το έτος 2001, ενώ κατά παράδοξο και ή ανεξήγητο τρόπο στο νέο τίτλο ιδιοκτησίας η μεταβίβαση του συγκεκριμένου κτήματος στο όνομα της φαίνεται καταχωρημένη στο μητρώο του Κτηματολογίου από 27 Σεπτεμβρίου
  59. · Στην παράγραφο 1(γ) - Αναφέρει ο κ Σπάταλος ότι η πράξη της πιο πάνω μεταβίβασης ενός κτήματος με πολύ μεγάλη αξία από το όνομα του πελάτη του στο όνομα της XXXXX Φυσεντζίδου είναι καθόλα παράνομη και συνεπώς άκυρη, καθότι έγινε χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη δικαιοπρακτική βούληση του πελάτη του και νόμιμου ιδιοκτήτη του εν λόγω κτήματος, χωρίς οποιαδήποτε γραπτή ή προφορική συμφωνία, αλλά και χωρίς να δοθεί σε αυτόν οποιαδήποτε αντιπαροχή. · Στην παράγραφο 2 της ίδιας επιστολής αναφέρεται ότι από τα πιο πάνω το μόνο λογικό συμπέρασμα το οποίο αβίαστα εξάγεται είναι ότι το έτος 1995 η κα XXXXX Φυσεντζίδου με δόλια και ή παράνομα μέσα συμπλήρωσε το έντυπο Ν.270, ερήμην του εν λόγω πελάτη του και πλαστογραφώντας την υπογραφή του πετύχατε την μεταβίβαση στο όνομα της. Η εκ των υστέρων το 2001 εκβιαστική επιμονή της να εξασφαλίσει την υπογραφή του πελάτη του επί του εντύπου Ν 270, αποσκοπούσε στο να καλύψει τις παράνομες ενέργειες της. · Στην παράγραφο 3 αναφέρεται ότι «κατόπιν τούτου, καλείστε όπως εντός 20 ημερών από τη λήψη της επιστολής αυτής προβείτε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την επαναφορά του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του εν λόγω κτήματος στην προηγούμενη νόμιμη του κατάσταση μεταβιβάζοντας το στον πελάτη μου. Σε ενάντια περίπτωση, θα αναγκαστώ να πάρω χωρίς άλλη ειδοποίηση όλα τα προσφερόμενα δικαστικά μέτρα εναντίον σας.». Η πιο πάνω επιστολή, ημερομηνίας 11 Οκτωβρίου 2010, δεν έμεινε αναπάντητη. Απάντησε σε αυτήν η XXXXX Φυσεντζίδη μέσω των δικηγόρων της Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σία ΔΕΠΕ στις 16 Ιουνίου 2010 (σχετικό το Τεκμήριο 6 που κατατέθηκε από την ΜΕ1 στο Δικαστήριο στις 31 Οκτωβρίου 2017). Η απάντηση ήταν ότι - «Το περιεχόμενο της επιστολής σας ημερομηνίας 11 Οκτωβρίου 2010 δεν είναι αποδεκτό και απορρίπτεται όλοι ισχυρισμοί του πελάτη σας δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και οι ενέργειες του πελάτη σας με τις οποίες προσπάθησαν εμπλέξουν και να καταγγείλουν την πελάτιδα μας κι άλλα πρόσωπα σε διάφορες αρχές είναι κακόβουλες. Ως εκ των ανωτέρω, η πελάτιδα μας επιφυλάσσει όλα τα νόμιμα δικαιώματα της εναντίον του πελάτη σας, εάν συνεχίσει να κατηγορεί και δυσφημεί την πελάτισα μας.». Ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 31 Οκτωβρίου 2017 από τη ΜΕ1 το πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου ακινήτου, Όπως ήταν σε ισχύ η εγγραφή στις 2 Μαΐου 1984 στο όνομα του «XXXXX Κώστα Λουκά εκ Λευκωσίας και τώρα στη Λάρνακα», η εγγραφή έγινε στη Λευκωσία λόγω αναδασμού διά δωρεάς. Η τότε εκτιμημένη αξία ήταν £15 και εφαρμοζόταν η επιφύλαξη του άρθρου 66 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224.[2] Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 31 Οκτωβρίου 2017 το πιστοποιητικό εγγραφής του ίδιου ακινήτου όπως ίσχυε η εγγραφή 27 Σεπτεμβρίου 1995 όπου πλέον φαινόταν ως ιδιοκτήτρια η XXXXX Νίκου Φυσεντζίδη, το γένος XXXXX Λουκά από Λάρνακα ως τρόπος αποκτήσεως δυνάμει δωρεάς. Η τότε εκτιμημένη αξία ήταν £15 (βλ. επιφύλαξη του άρθρου 66 του Κεφ. 224) και η αγοραία αξία ως αναγράφεται σε σφραγίδα επί του Τεκμηρίου 8, ήταν ΛΚ
  60. Ο κύριος Ανδρέας Σπάταλος, ως δικηγόρος του XXXXX Λουκα?δη, διενήργησε έρευνα στο Κτηματολόγιο για να μάθει τί συνέβη. Συγκεκριμένα, υπέβαλε αίτηση ημερομηνίας 26.4.2010 και εκδόθηκε πιστοποιητικό έρευνας 12.5.2010 με αριθμό 020606 (βλ. το Τεκμήριο 9 που κατατέθηκε στο Δικαστήριο στις 31/10/17). Στο Πιστοποιητικό Έρευνας αναφέρεται ότι η αίτηση υποβλήθηκε με αριθμό Π.Ε. 4636/2010 με θέμα «το ιστορικό μεταβίβασης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής XXXXX αναφορικά με τον XXXXX Κ. Λουκά στον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας». Τα ευρήματα του Κτηματολογίου σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα ήταν ότι? «Το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου XXXXX του φ/ σχ. 29 / 32 Ε1 με αριθμό εγγραφής XXXXX χωράφι έκτασης 20 δεκάρια 878 τ.μ. στην τοποθεσία Λαξιά του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Άγιος Ιωάννης Μαλούντας, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο το ΟΛΟ μερίδιο επ' ονόματι του XXXXX Κώστα Λούκα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της XXXXX Νίκου Φυσεντζίδου το γένος XXXXXX Λούκα από Λάρνακα Α.Τ.XXXXX27 και ενεγράφη επ'ονόματι της το ΟΛΟ μερίδιο δυνάμει δωρεάς με τη Δήλωση Μεταβίβασης Δ.1107/95 ημερομηνίας 28/12/
  61. Σημ.: Μέχρι σήμερα το πιο πάνω ακίνητο είναι εγγεγραμμένο επ'ονόματι του πιο πάνω προσώπου.». Το πιο πάνω Σημείωμα στο Πιστοποιητικό Έρευνας του Κτηματολογίου υπογράφεται από την κα XXXXX Χριστοφή από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και φέρει τη σφραγίδα του εν λόγω Τμήματος. Η πιο πάνω αναφερόμενη Δήλωση Μεταβίβασης Κτηματολογίου υπ' αριθ. Δ.1107/95 κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 16 στις 30.1.
  62. Στο κάτω μέρος της εν λόγω Δήλωσης Μεταβίβασης ακινήτου υπάρχει η εξής αναφορά, η οποία υπογράφεται από την κα XXXXX Κακούρη, Κτηματολόγο: «Η δήλωση αυτή έγινε ενώπιον μου στο Επαρχιακό Κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας από τα πρόσωπα που φαίνονται πιο πάνω ως δικαιοπάροχος και δικαιοδόχος ή από τους αντιπροσώπους τους και καθένας βεβαίωσε το αυθεντικό της υπογραφής τους. Το έγγραφο αυτό περιλαμβανομένου και του πίνακα στο έντυπο αυτό η δήλωση έγινε δεκτή από εμένα σήμερα 28, Δεκεμβρίου 1994 και ώρα 11:35 π.μ..». Πάνω από την συγκεκριμένη δήλωση της κυρίας Κακούρη υπάρχουν δύο υπογραφές. Η μία ανήκει στον δικαιοπάροχο και συνοδεύεται με τον αριθμό ταυτότητας XXXXX79 και η άλλη ανήκει στο δικαιοδόχο με αριθμό ταυτότητας XXXXX
  63. Συμφωνούν οι δύο (δικαιοπάροχος και δικαιοδόχος) ότι η μεταβίβαση γίνεται από άτομα που συνδέονται μεταξύ τους με τη συγγένεια «αδερφός προς αδελφή». Αντίστοιχα σημεία υπογραφής από τον δικαιοπάροχο και την δικαιοδόχο υπάρχουν στον Πίνακα, στο εσωτερικό φύλο της εν λόγω δηλώσεως μεταβίβασης. Δεν φέρουν, όμως, αριθμό ταυτότητας ούτε ημερομηνία. Επισυνάπτεται ξεχωριστό φύλο, το οποίο αφορά σε δηλώσεις στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων αναφορικά με την μεταβίβαση Δ.1107/95 και η δήλωση στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων φέρει αριθμό XXXXX
  64. Ο αριθμός XXXXX96 αντιστοιχεί στον αριθμό ταυτότητας του «XXXXX Κώστα Λουκά Λουκα?δη από όδο XXXXX, XXXXX, Λευκωσία». Στο κάτω μέρος του εν λόγω φύλου αναφέρεται ότι δίδεται Πιστοποιητικό Διευθέτησης Φορολογικής Υποχρέωσης Φόρου Ακίνητης Ιδιοκτησίας και Κεφαλαιουχικών Κερδών. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο φόρος ακίνητης ιδιοκτησίας κεφαλαιουχικών κερδών για την πιο πάνω ακίνητη ιδιοκτησία έχει διευθετηθεί και υπογράφεται για Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων φέροντας σφραγίδα «Λάρνακα, 27 Δεκεμβρίου 1994». Ακολούθως, υπάρχει στο πλάι δήλωση Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ότι έχει γίνει αποδεκτή η δήλωση / αίτηση με ημερομηνία «8 Μαρτίου 1995 για ΕΚΛ Λευκωσίας από Λ. Λάμπρου». Υπάρχει, επίσης, επισυνημμένο έντυπο, το οποίο φέρει ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου 1994, εκδίδεται από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και απευθύνεται στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας αναφέροντας τα εξής? «Η κάτωθι δήλωση Δ.4557/94 επισυνάπτεται διά τα καθ' υμάς. Παρακαλώ τα σχετικά δικαιώματα εισεπράχθησαν στο γραφείο μου.». Υπογράφει η κα XXXXX Κακούρη, Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λάρνακας. Επί του εν λόγω σημειώματος υπάρχει δήλωση «για τα περαιτέρω παρακαλώ», 2 Ιανουαρίου 1995 και σφραγίδα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, 30 Δεκεμβρίου 1994, ότι «ελήφθη». Ως Τεκμήριο 17 κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ξεχωριστή Δήλωση Μεταβίβασης ακινήτου με αριθμό Δ.1621/94, η οποία περιέχει την ίδια δήλωση στο κάτω μέρος της από την κα XXXXX Κακούρη, με ημερομηνία αυτή τη φορά 17 Φεβρουαρίου 1994 και ώρα 9 π.μ., η οποία αναφέρει ότι «Η δήλωση αυτή έγινε ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού γραφείου Λάρνακας από τα πρόσωπα που φαίνονται πιο πάνω ως δικαιοπάροχος και δικαιούχος ή από τους αντιπροσώπους τους και καθένας βεβαίωσε το αυθεντικό της υπογραφής του στο έγγραφο αυτό, περιλαμβανομένου και του πίνακα.». Η πιο πάνω αναφερόμενη Δήλωση Δ.1621/94 (Τεκμήριο 17), παρουσιάζει την εξής εικόνα? Είναι και πάλι δήλωση μεταβίβασης μεταξύ των ίδιων προσώπων, από Λουκά XXXXX Λουκά προς XXXXX Νίκου Φυσεντζίδη, οι οποίοι δηλώνουν ότι συνδέονται μεταξύ τους με την συγγένεια «αδελφός προς αδελφή». Στο σημείο που είναι οι υπογραφές του δικαιοπάροχου και του δικαιοδόχου υπάρχει κάτω από την ένδειξη «δικαιοπάροχος» μία υπογραφή με μαύρα γράμματα, η οποία είναι διαγραμμένη με διπλή γραμμή και υπάρχει άλλη υπογραφή με την ένδειξη δίπλα «Α / Α», δηλαδή αντ' αυτού και αριθμό ταυτότητας XXXXX
  65. Αντίστοιχη υπογραφή, με τη σήμανση «Α/Α» (αντ' αυτού), υπάρχει κάτω από το σημείο «δικαιοδόχος» και πάλιν με την ταυτότητα XXXXX
  66. Με κόκκινα γράμματα υπάρχει η φράση «ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο εσωκλείεται στο copy Λάρνακας», τόσο κάτω από την υπογραφή για τον «δικαιοπάροχο» όσο και κάτω από την υπογραφή για τον «δικαιοδόχο». Η σφραγίδα που υπάρχει πάνω στην δήλωση μεταβίβασης αυτή είναι του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας ότι «ελήφθη 21 Φεβρουαρίου 1994». Στο εσωτερικό φύλο της εν λόγω Δηλώσεως Μεταβίβασης, όπου είναι ο Πίνακας, στο σημείο που χρειάζεται υπογραφή του «δικαιοπάροχου» υπάρχει μία υπογραφή με μαύρα γράμματα με την ένδειξη ταυτότητας XXXXX79, η οποία διαγράφεται με διπλή γραμμή και υπάρχει ένδειξη «Α/Α» (αντ' αυτού) υπογραφή, αριθμός ταυτότητας XXXXX28 και η ίδια υπογραφή υπάρχει και κάτω από την ένδειξη «δικαιοδόχος». Πιο πάνω υπάρχουν σφραγίδες οι οποίες αναφέρουν «Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω εξακολουθώ να αντιπροσωπεύω τον XXXXX Κώστα Λουκά, ο όποιος βρίσκεται εν ζωή», δίπλα υπάρχει η σφραγίδα «εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω εξακολουθώ να αντιπροσωπεύω την XXXXX Νίκου Φυσεντζίδη, η όποια βρίσκεται εν ζωή». Σε σύγκριση με τον Πίνακα που εσωκλείεται στη Δήλωση Μεταβίβασης Δ.1107/95, ο Πίνακας που εσωκλείεται στη Δήλωση Μεταβίβασης Δ.1621/94 διαφέρει ως προς το ότι η πράξη δωρεάς στο πλαίσιο της Δήλωσης Μεταβίβασης Δ1621/94 θα ήταν μόνο για το 1/2 μερίδιο στο κτήμα, ενώ η δωρεά στο πλαίσιο της Δήλωσης Μεταβίβασης 1107/95 αφορούσε σε μεταβίβαση του «όλου μεριδίου». Στη Δήλωση Μεταβίβασης Δ.1621/94 εσωκλείονται τα εξής φύλλα? Μία σημείωση της κας XXXXX Κακούρη, η οποία παρακαλεί τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας να εγγράψει τη Δήλωση Μεταβίβασης αν δεν υπάρχουν εμπόδια για την εγγραφή της και ότι όλα τα δικαιώματα έχουν πληρωθεί στο γραφείο της γι'αυτή. Αυτή η σημείωση της κας Κακούρη φαίνεται να χρονολογείται 17 Φεβρουαρίου 1994 και να έχει παραληφθεί στη Λευκωσία από το Κτηματολόγιο στις 21 Φεβρουαρίου
  67. Το Πιστοποιητικό Διευθέτησης Φορολογικής Υποχρέωσης από Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, με ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1994 στη Λάρνακα. Υπάρχει σε αυτό η σημείωση της XXXXX Κακούρη ότι έχει γίνει αποδεκτή η δήλωση αυτή 17 Φεβρουαρίου 1994 σε σχέση πάντοτε με την μεταβίβαση του 1/2 μερίδιου στο επίδικο κτήμα, το οποίο 1/2 μερίδιο είχε εκτιμημένη αξία £800 σε τιμές 1/1/
  68. Το όλο μερίδιο είχε αγοραία αξία £1600 κατά την ίδια ημερομηνία. Μία επιστολή ημερομηνίας 17 Μαρτίου 1994 προς XXXXX Νίκου Φυσεντζίδου και προς XXXXX Κώστα Λουκά, η οποία επιστολή αναφέρεται στη Δήλωση Μεταβίβασης Δ.1621/94 που έγινε αποδεκτή στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας 17 Φεβρουαρίου 1994 και τους πληροφορεί ότι: «Επειδή το ακίνητο με αριθμό τεμαχίου XXXXX του φ/σχ. 32, Τμήμα C 288 και ημερομηνία 2 Μαΐου 1984 στον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας είναι εγγεγραμμένο στο όνομα του XXXXX Κώστα Λουκά για ολόκληρο το μερίδιο και επειδή έχει μεταβιβαστεί διά δωρεάς το 1/2 μερίδιο του ακινήτου στην αδερφή του XXXXX και επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43
(2)(Α)(ii) του περί Ενοποιήσεως και Αναδιανομής Αγροτικών Κτημάτων Νόμου (Ν. 24/69), ο εν λόγω κύριος ακινήτου δεν μπορεί να μεταβιβάσει πέραν του ενός χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και επειδή η άδεια αυτή δεν έχει εξασφαλιστεί, αλλά ούτε και μπορεί να εξασφαλιστεί, λαμβανομένων υπόψη της έκτασης του ακινήτου και των διατάξεων του άρθρου 27
(2)(Β) του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ως αποτέλεσμα των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 14 (Γ) του Νόμου 9/65, ο Κτηματολογικός Λειτουργός Λευκωσίας έχει προβεί στην ακύρωση της γενόμενης Δηλώσεως Μεταβίβασης και επιστρέφεται το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής.» Στην επιστολή ημερομηνίας 17 Μαρτίου 1994 επισυνάπτεται απόδειξη κατάθεσης συστημένων αντικειμένων με αριθμό σφραγίδας 18 Μαρτίου 1994 από τον ταχυδρομικό λειτουργό προς? Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λάρνακας, XXXXX Νίκου Φυσεντζίδη, XXXXX Κώστα Λουκά. Επίσης επισυνάπτεται σημείωμα από κύριο Πάπυρο 18 Μαρτίου 1994 προς κυρία XXXXX Σταυρινού όπου αναφέρει? «Παρακαλώ διαγράψετε την δήλωση μεταβίβασης 1621/94 από το μητρώο εγγραφής XXXXX του χωριού Άγιος Ιωάννης Μαλούντας διότι ακυρώθηκε καθώς επίσης στο βιβλίο καταχωρήσεων με σημείωση ότι ακυρώθηκε και ακολούθως να σημειωθεί PA για να σταλεί στην αποθήκη». Γ. Η μαρτυρία του Γραφολόγου (ΜΕ4). Μετά τα πιο πάνω ευρήματα εγγράφων που ανέδειξε η έρευνα του κ. Ανδρέα Σπάταλου στο Κτηματολόγιο, ο κ. Σπάταλος ανέθεσε την υπόθεση για διερεύνηση στον εμπειρογνώμονα κ. XXXXX Παναγιώτου, γραφολόγο (ΜΕ4). Αυτός ετοίμασε Έκθεση ημερ. 24 Μαρτίου 2014, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10 και ο ΜΕ4 την υιοθέτησε ως ορθή και αληθή στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του στις 13 Δεκεμβρίου 2017. Τα έγγραφα που ζητήθηκε από τον ΜΕ4 να μελετήσει και οι όροι εντολής τους περιγράφονται στην Έκθεση του ΜΕ4 ως εξής? «14 Μαρτίου 2011 και ώρα 1600 παρέλαβα από τον κύριο XXXXX Λουκα?δη τα πιο κάτω έγγραφα με την εντολή να διενεργήσω γραφολογική εξέταση των υπογραφών του στα πιο κάτω έγγραφα. Αντίγραφα των λόγω εγγράφων επισυνάπτονται ως παράρτημα Α. Περιγραφή εγγράφων. · Φωτοτυπία εντύπου Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, τύπος Ν.270, δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Δ.4557/94 ημερομηνίας 28 Δεκεμβρίου 1994, με αμφισβητούμενη υπογραφή στη θέση «δικαιοπάροχος». · Φωτοτυπία Δήλωσης ακίνητης ιδιοκτησίας έντυπο IR301 με ημερομηνία και σφραγίδα 2 Νοεμβρίου 1993 στο όνομα XXXXX Κώστα Lουκαΐδης με δείγμα υπογραφής. · Φωτοτυπία Συμπληρωματικής Δηλώσεως ακίνητης ιδιοκτησίας έντυπο IR303 με ημερομηνία στην σφραγίδα 2 Νοεμβρίου 1993 στο όνομα XXXXX Κώστα Λουκαΐδης με δείγμα υπογραφής. 16 Μαρτίου 2011 και ώρα 10:25 παρέλαβα από τον ίδιο τα πιο κάτω έγγραφα αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Παράρτημα Β. · Διαβατήριο της κυπριακής Δημοκρατίας στο όνομα XXXXX Λουκαΐδης με δείγμα υπογραφής κατόχου. · Εκλογικό βιβλιάριο αριθμός XXXXX51 στο όνομα XXXXX Λουκαΐδης με δείγμα υπογραφής κατόχου. · Τρεις αποδείξεις είσπραξης της ΣΠΕ Καϊμακλίου με αριθμούς: α. 0838290 ημερομηνίας 31.5.2005, β. 089 6942 ημερομηνίας 31.10.2005, γ. 0902479 ημερομηνίας 30.11.2005 Με δείγμα υπογραφής που αποδίδεται στον XXXXX Λουκα?δη. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 10:30 έως 10:35 δόθηκαν στην παρουσία μου 12 τεμάχιά χάρτου με δείγμα υπογραφής αποδίδονται στο XXXXX Λουκαΐδη. 10 Ιανουαρίου 2014 και μεταξύ των ωρών 11:30 έως 13:30, μετά από σχετική έγκριση σε αίτημα μου προς τον Διευθυντή της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, επισκέφθηκα το εργαστήριο γραφολογίας και στην παρουσία του Λοχία XXXXX Γ. Χρυσάνθου, εξέτασα στην φυσική τους κατάσταση και φωτογράφισα τις υπογραφές στα πιο κάτω έγγραφα. Αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων επισυνάπτονται ως Παράρτημα Γ. · Ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο από XXXXX Κώστα Λουκά προς τον XXXXX Νίκου Φυσεντζίδη ημερομηνίας 16.2.1994 με αμφισβητούμε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.