← Κύπρος

Christakis M. Stephanou Limited ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής:1621/2020, 20/7/2021

Christakis M. Stephanou Limited ν. Gordian Holdings Limited κ.α., Αρ. Αγωγής:1621/2020, 20/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A418 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙAΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1621/2020 Μεταξύ: Christakis M. Stephanou Limited Ενάγουσα και

  1. Gordian Holdings Limited
  2. XXXXX Μιχαηλίδης Εναγόμενων Ημερομηνία: 20 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: Ο κ. Τ. Χαχολιάδης για N. Pirilides & Associates LLC Για την Εναγόμενη 1/ Καθ' ης η αίτηση 1: Η κα Πεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η αίτηση 2: Ο κ. Χρ. Στρόκκος για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση για παροχή άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε αίτηση για έκδοση προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων). Η ενάγουσα/αιτήτρια (στη συνέχεια «η Αιτήτρια»), στις 7.12.2020 καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για παραχώρηση άδειας για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση (ΣΕΔ), προς υποστήριξη της ενδιάμεσης αίτησης της ημερ. 3.07.2017 και/ή συμπληρωματικά της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση της (στη συνέχεια «η Κυρίως Αίτηση») με την οποία αιτείται την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον των εναγόμενων/καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (στη συνέχεια «οι Καθ' ων η αίτηση»). Στην αίτηση επισυνάπτεται και η προτεινόμενη ΣΕΔ. Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Στεφάνου ο οποίος πέραν της ιδιότητας του, της εξουσιοδότησης που έχει και τη γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, αναφέρει ότι δεν εγκρίθηκαν μονομερώς τα αιτηθέντα διατάγματα και διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης, η οποία έτσι πήρε τη μορφή δια κλήσεως αίτησης. Εξηγεί ότι με την αίτηση επιδιώκουν την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στον εναγόμενο 2 - Καθ' ου η αίτηση 2 ( «Καθ' ου η αίτηση 2») και στην εναγόμενη 1 - Καθ' ης η αίτηση 1 («Καθ' ης η αίτηση 1») να έλκουν και να ασκούν οποιαδήποτε δικαιώματα από το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερ. 02.12.2008 και να εμποδίζονται από του να πωλήσουν το Ακίνητο, όπως αυτό περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση μετά την επίδοση της συνάντησε την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 που συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις των κ.κ. XXXXX Χωραΐτη και XXXXX Μιχαηλίδη αντίστοιχα. Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προβάλλει τις δικές της θέσεις που κατά την άποψη της συνιστούν απάντηση σε όσους από τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση κρίνουν ότι χρήζουν απάντησης και/ή διευκρίνισης, ούτως ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και να αποφευχθεί η παραπλάνηση του δικαστηρίου. Από την άλλη οι Καθ' ων η αίτηση αντιτείνουν ότι δεν προβάλλεται κάτι καινούργιο ή κάτι που δεν θα μπορούσε να προβληθεί στην αρχική ένορκη δήλωση και έτσι δεν συντρέχει η προϋπόθεση της ύπαρξης "καλού λόγου". Με την επιχειρούμενη ΣΕΔ η Αιτήτρια επιθυμεί να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα και ισχυρισμούς τους οποίους συνοψίζω ως ακολούθως, εφόσον εκτενέστερη αναφορά σε αυτούς θα γίνει κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. Προτίθεται να κάνει αναφορά σε γεγονότα μεταγενέστερα της αρχικής αίτησης όπως τη διαδικασία που άρχισε για τον πλειστηριασμό του Ακινήτου με την αποστολή των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» και «ΙΑ» (παρ. 5), αμφισβήτηση της φερεγγυότητας των Καθ' ων η αίτηση (παρ. 6), διάψευση της θέσης της Καθ' ης η αίτηση 1 περί της χρησιμοποίησης ως είχε κατά την αγορά και εκχώρηση της συμφωνίας μίσθωσης του 1982 προς την Αιτήτρια του υποστατικού εντός του Ακινήτου, θέτοντας τη δική της θέση (παρ. 7), ξεκαθάρισμα δικών του αντιφατικών δηλώσεων (παρ. 8 και 9), ισχυρισμός περί του μη νομότυπου διορισμού του Καθ' ου η αίτηση 2 ως Παραλήπτη/ Διαχειριστή της Αιτήτριας (παρ. 10), απάντηση σε κατ' ισχυρισμό παραπλανητικούς ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την λιανική πώληση που γίνεται από την SF στο ακίνητο ή/ και της καταγγελίας της Συμφωνίας Μίσθωσης του ακινήτου (παρ. 11,12 και 13), αναφορά σε πρόταση για συνολική διευθέτηση (παρ. 14) και σχολιασμός της στάσης του Καθ' ου η αίτηση 2 ότι ενεργεί περισσότερο ως εκκαθαριστής της Αιτήτριας παρά ως Παραλήπτης/ Διαχειριστής της (παρ. 15). Η ως άνω αίτηση συνάντησε την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση οι οποίοι εκπροσωπούμενοι από διαφορετικούς δικηγόρους καταχώρισαν χωριστές ενστάσεις. Η αίτηση όπως και οι ενστάσεις βασίζονται σε Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Αποδείξεως Νόμο (Κεφ. 9), στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, στη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων και στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Οι Καθ' ων η αίτηση στις χωριστές ειδοποιήσεως περί της πρόθεσης τους να ενστούν προβάλλουν πληθώρα λόγους για τους οποίους το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Σε αυτούς θα γίνει λεπτομερής αναφορά στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Στο στάδιο αυτό θα μπορούσα να τους συνοψίσω στους ακόλουθους: (α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές επί του ζητήματος διαταγές των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική επί του ζητήματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, (β) πρόκειται για αντικανονική/παράτυπη/απαράδεκτη θνησιγενή αίτηση καθώς γίνεται προσπάθεια εισαγωγής επιπρόσθετης και/ή νέας μαρτυρίας χωρίς να δίδεται ικανοποιητικός λόγος γιατί δεν παρουσιάστηκε κατά την καταχώριση της αίτησης και γίνεται προσπάθεια κάλυψης κενών και παραλείψεων, (γ) δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος, (δ) το περιεχόμενο της ΣΕΔ είναι αχρείαστο ή/και ενοχλητικό και δεν θα εξυπηρετήσει οποιονδήποτε σκοπό και δεν διευκρινίζει οτιδήποτε σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, (ε) επιχειρείται η εισαγωγή επιχειρηματολογίας και /ή σχολιασμός μαρτυρίας κάτι που δεν συνιστά "καλό λόγο", (στ) πρόκειται για κακόπιστη ή/και καταχρηστική ή/και παντελώς αδικαιολόγητη αίτηση η οποία επιδιώκει αλλότριους σκοπούς εφόσον δεν τίθεται κανένας νέος ισχυρισμός ή/και ισχυρισμός που δεν ήταν γνωστός στην Αιτήτρια πριν από την καταχώριση της αίτησης, (ζ) επιδιώκεται να εισαχθούν μαρτυρία / τεκμήρια προνομιακές επιστολές οι οποίες έγιναν "Άνευ Βλάβης". Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 1 υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. XXXXX Αδάμου υπάλληλος της Καθ' ης η αίτηση 1 και εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση 2 ο κ. XXXXX Χατζηγρηγορίου. Εξηγούν σε αυτές την ιδιότητα υπό την οποία ορκίζονται, αναφέρονται στην εξουσιοδότηση που έχουν για να ορκισθούν εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση, την προσωπική γνώση που έχουν των γεγονότων της υπόθεσης και τη συμβουλή που έλαβαν για τα νομικά ζητήματα. Με παροχή λεπτομερειών επί των γεγονότων αιτιολογούν τους λόγους ένστασης και αναλύουν μια προς μια τις παραγράφους της ΣΕΔ καταλήγοντας σε εισήγηση ότι δεν εκπληρώνουν τις απαραίτητες νομολογιακές προϋποθέσεις για την έγκριση οποιασδήποτε από αυτές και ζητούν την απόρριψη της αίτησης. Αναλυτικότερα θα γίνει αναφορά σε όσα επιζητούνται προς εισαγωγή τους ως η ΣΕΔ και όσα καταγράφονται στις ένορκες δηλώσεις αμφοτέρων των πλευρών κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους με την πλευρά της Αιτήτριας να καταχωρεί ξεχωριστή αγόρευση για την ένσταση που καταχώρισε κάθε ένας από τους Καθ' ων η αίτηση, σε αυτές με παραπομπή στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θα πρέπει να πω ότι υπήρξαν υποβοηθητικές στο έργο μου τόσο ως προς την ανάλυση των γεγονότων στην οποία προέβησαν όσο και ως προς τη νομική διάσταση που διέπει τα διάφορα ζητήματα που ανακύπτουν και στα οποία εδράζονται αυτές. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια υποστηρίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς έγκριση του αιτήματος καθώς έχει καταδειχθεί "καλός λόγος " προς τούτο. Ενώ από την άλλη γίνεται εισήγηση όπως η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκηθεί κατά της έγκρισης της αίτησης καθότι δεν έχει διαφανεί μεταξύ άλλων υπό τις περιστάσεις η ύπαρξη «καλού λόγου» αλλά και ότι συντρέχουν και όλοι οι άλλοι λόγοι ένστασης που έχουν προβληθεί. Έχω μελετήσει τις εισηγήσεις με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει και τις λαμβάνω υπ' όψιν, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του δικαστηρίου που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 490). ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ Η ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΟ Το αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως διέπεται από τις Δ.39 Θ.Θ.1 & 2 και Δ.48 Θ.
  1. των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.39 Θ.2 διαβάζεται ως ακολούθως: «
  2. Κατόπιν αιτήσεως μαρτυρία μπορεί να δοθεί με ένορκο κατάθεση (δήλωση) αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί, κατόπιν παρακλήσεως οιουδήποτε των διαδίκων, να διατάξει την παρουσία του καταθέτη για αντεξέταση. Ένορκοι Δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα που ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει εξ' ιδίας γνώσεως αλλά σε ενδιάμεσες Αιτήσεις μια Ένορκος Δήλωση μπορεί να περιέχει Δηλώσεις κατόπιν πληροφορίας και πίστης (εξ' όσων κάλλιον πιστεύει και πληροφορείται) με τις πηγές και πού βασίζονται αυτές. Τα έξοδα κάθε ενόρκου δηλώσεως που θα παραθέτει μη αναγκαία ζητήματα, εξ ακοής (hearsay) ή συζητήσιμα θέματα ή αντίγραφα ή περικοπές από έγγραφα θα πληρώνονται από το διάδικο που την καταχωρεί». Οι νομικές αρχές που διέπουν τις Ένορκες Δηλώσεις σύμφωνα με τη Δ.39 Θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικές είναι οι Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά.,
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1453, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου,
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd,
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1858, C.T. Tobacco Ltd v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτινός Λτδ κ.α.,
(2003)1Β Α.Α.Δ. 853. Η Δ.48 Θ. 4
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Βασική νομική αρχή που διέπει το θέμα είναι ότι η εξουσία του δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώριση ΣΕΔ μέσα στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης προβλέπεται στην Δ.48 Θ.4
(2)και είναι διακριτικής φύσεως. Η Διάταξη 48 Θεσμός 4
(2)δεν καθορίζει τι συνιστά «καλό λόγο». Σύμφωνα όμως με την ισχύουσα νομολογία καλός λόγος είναι οποιοσδήποτε λόγος αποσκοπεί και κατ' επέκταση επιτρέπει στο δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων της ενώπιον του υπόθεσης (βλ. μεταξύ άλλων A. Messios & Sons Ltd κ.ά. v. Λεωνίδα,
(2010)1 Α.Α.Δ. 195). Με άλλα λόγια, ο «καλός λόγος» είναι συνυφασμένος με την σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη και/ή συμπληρωματική μαρτυρία για την εκδίκαση μιας αίτησης και με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής δια των αρχικών ενόρκων δηλώσεων. Σύμφωνα με την υπόθεση Μαρία Κόκκινου v. Κυριάκου Κόκκινου Έφεση αρ. 29/2014, ημερ. 3.11.2016: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.07.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ' ότι δε αφορά τη δυνατότατα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λησμόνησε αυτά που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Συνεπώς, η εξουσία που προβλέπεται από τον πιο πάνω Θεσμό είναι διακριτικής φύσεως και επιτρέπεται μόνο όπου διαφαίνεται «καλός λόγος» για τη χορήγηση της αιτούμενης άδειας για συμπληρωματική μαρτυρία και όχι για σκοπούς απάντησης σε ισχυρισμούς των Καθ' ων η αίτηση, μετά την καταχώριση της ένστασης τους, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Η ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας και τα γεγονότα που παρουσιάζονται ενώπιον του. Σύμφωνα με τις ενστάσεις, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι γενική και αόριστη και αρκείται απλώς στο να αναφέρει ότι πρόθεση της Αιτήτριας είναι να απαντήσει και να διευκρινίσει ορισμένα ζητήματα τα οποία ηγέρθησαν από τους Καθ' ων η αίτηση στις ενστάσεις που αμφότεροι έχουν καταχωρήσει, ώστε, ως ισχυρίζεται ο ενόρκων δηλών στην παράγραφο 6 της ένορκης του δήλωσης, «το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και να αποφευχθεί η παραπλάνηση του Δικαστηρίου». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ως άνω διατύπωση, χωρίς αυτή όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια να συνοδεύεται από κάτι πιο απτό, πρόκειται περί γενικού και αόριστου ισχυρισμού εφόσον δεν εξειδικεύεται οτιδήποτε ή τίθεται υπ' όψιν του δικαστηρίου οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί την ύπαρξη "καλού λόγου" όπως αυτός έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία μας όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια. Στην υπόθεση Λαϊκή Factors Ltd ν. I. Soteriou Constructions Ltd Αρ. Αγ. 7523/2013 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 4.02.2014 όπως τέθηκε το ζήτημα από την κα Σ. Χ'' Γιάννη, Π.Ε.Δ. με την οποία και συμφωνώ, κρίθηκε ότι δεν είναι επιτρεπτή η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με σκοπό την απάντηση σε ισχυρισμούς της άλλης πλευράς, καθώς η Αιτήτρια η οποία αποτείνεται στο δικαστήριο πρέπει εξαρχής να θέτει τους ισχυρισμούς της προς υποστήριξη του αιτήματός της. Εάν γινόταν επιτρεπτή η καταχώριση απαντητικών ενόρκων δηλώσεων, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα την αλλοίωση του δικονομικού χαρακτήρα των ενδιάμεσων αιτήσεων, καθώς οι διαδικασίες αυτές από ταχείες, θα μετατρέπονταν σε ατέρμονες. Έχω διεξέλθει το κείμενο της προτιθέμενης να εισαχθεί ΣΕΔ, κρίνω ότι δεν διαφαίνεται να συντρέχει κανένας απολύτως λόγος και δη "καλός λόγος" όπως έχει ερμηνευτεί ο όρος αυτός, που να δικαιολογεί την παραχώρηση άδειας για καταχώριση ΣΕΔ. Η Αιτήτρια προτίθεται να εισάξει ισχυρισμούς και έγγραφα αναφορικά με τη διαδικασία πλειστηριασμού που είχε προωθήσει η Καθ' ης η αίτηση
  1. Αυτό όμως θα περιπλέξει και θα εκτροχιάσει τα επίδικα ζητήματα, ως αυτά έχουν εγερθεί και διαμορφωθεί πρωτίστως από την ίδια την Αιτήτρια, εφόσον είναι εκείνη που αποτάθηκε στο δικαστήριο για την έκδοση θεραπειών και μάλιστα μονομερώς. Η συμπλήρωση της αρχικής ένορκης δήλωσης με τα προτεινόμενα θα εισαγάγει νέα μαρτυρία μεταβάλλοντας το βάθρο επί του οποίου εδράζεται η αρχική ένορκη δήλωση και με την οποία επιδιώκεται η έκδοση των διαταγμάτων. Η εισαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας είναι ανεπίτρεπτη. Με την προτιθέμενη να εισαχθεί ΣΕΔ, η Αιτήτρια επιχειρεί περαιτέρω να απαντήσει και να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Καθ' ης η αίτηση 1, πλην όμως δεν διαφαίνεται να υπάρχει καλός λόγος ώστε το αίτημα να τύχει της επιδοκιμασίας του δικαστηρίου καθώς σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία, είναι ανεπίτρεπτο η Αιτήτρια να εισάγει νέους ισχυρισμούς και γεγονότα, τα οποία θα μπορούσε να είχε αναφέρει κατά την καταχώριση της ενδιάμεσης αίτησης, επιχειρώντας προφανώς να ανακατασκευάσει την υπόθεσή της. Ειδικότερα και με βάση το περιεχόμενο της προτιθέμενης να εισαχθεί ΣΕΔ σημειώνω τα ακόλουθα τα οποία λαμβάνουν υπ' όψιν τόσο τις συγκεκριμένες προτιθέμενες προσθήκες δια της ΣΕΔ όσο και τους λόγους ένστασης που προβάλλονται για να μη γίνει αυτή αποδεκτή: (α) Ο ενόρκως δηλών εγείρει ισχυρισμούς σε ό,τι αφορά στο θέμα της φερεγγυότητας της Καθ' ης η αίτηση 1, η οποία σχετίζεται με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και χωρίς πληρότητα της οποίας η ενδιάμεση αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Πρόκειται για βασική προϋπόθεση που εξετάζεται από το δικαστήριο σε διαδικασίες έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων και η Αιτήτρια όφειλε να εξαντλήσει όλα της τα επιχειρήματα και ισχυρισμούς κατά το στάδιο της καταχώρισης της Αίτησης ημερ. 3.07.2020, αντί να προσπαθεί να καλύψει τα όποια κενά έχει εντοπίσει στην υπόθεσή της και αφού ανέγνωσε τις ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση. Η παράγραφος 6 της προτιθέμενης ΣΕΔ αποτελεί ξεκάθαρα δευτερολογία και ως τέτοια δεν επιτρέπεται, τα δε διαλαμβανόμενα, είναι εικασίες και επιχειρήματα του ενόρκως δηλούντα, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν τεθεί κατά την πρώτη ένορκη δήλωση του κ. Στεφάνου. Παρόμοια αντικρίζονται και όσα προς τον ίδιο σκοπό προβάλλονται σε σχέση με τη φερεγγυότητα του Καθ' ου η αίτηση 2 στην ίδια ως άνω παράγραφο. (β) Στην παρ. 8 της προτιθέμενης ΣΕΔ αναφέρεται χαρακτηριστικά «θα ήθελα να ξεκαθαρίσω τις ομολογουμένως σε κάποια σημεία αντιφατικές δηλώσεις που είχα κάνει στην ένορκη δήλωση μου ημερ. 12.06.2019». Ο κ. Στεφάνου ξεκάθαρα απαντά στο προδικαστικό θέμα που εγείρεται στην ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 1, ότι δηλαδή η Αιτήτρια κωλύεται να προωθεί την παρούσα διαδικασία λόγω μη λήψεως άδειας από τον Παραλήπτη/Διαχειριστή, προσπαθώντας να καλύψει τα κενά στην υπόθεση της. Σε σχέση δε με τον Καθ' ου η αίτηση 2 και όσα προτίθεται η Αιτήτρια να εισαγάγει περί άσκησης ψυχικής πίεσης δεν δόθηκε εξήγηση σε ποιους ακριβώς ισχυρισμούς θα δοθεί απάντηση ούτε και κάποια εξήγηση γιατί δεν προβλήθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση του. (γ) Όσα δε αναφέρονται στις παραγράφους 9 και 10 της προτιθέμενης ΣΕΔ αποτελούν επιχειρηματολογία και συγκεκριμένα δευτερολογία, και αποτελούν απάντηση των θέσεων και ισχυρισμών της Καθ' ης η αίτηση
  2. Τέτοιοι ισχυρισμοί δεν έχουν θέση σε ένορκη δήλωση σύμφωνα με τους κανόνες δικονομίας και ορθής δικογραφίας, πόσω δε μάλλον σε ΣΕΔ. (δ) Στην παράγραφο 10 επιπρόσθετα επιχειρείται η εισαγωγή νέων ισχυρισμών, ότι δηλαδή η Τράπεζα δεν απέστειλε νόμιμα την επιστολή τερματισμού πριν τον διορισμό του Παραλήπτη/Διαχειριστή, οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν τεθεί κατά την καταχώριση της Ενδιάμεσης Αίτησης. Δεν τίθεται καμία επεξήγηση ή αιτιολόγηση γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν τέθηκε εξαρχής από την Αιτήτρια, εφόσον συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα και δεν αποτελεί γεγονός για το οποίο δεν είχε ή δεν μπορούσε να έχει γνώση. Πρόκειται ξεκάθαρα για νέο επιχείρημα που η Αιτήτρια προσπαθεί να εισαγάγει εμμέσως μέσω της ΣΕΔ. Αντίθετα, το νόημα που συνάγεται από την αρχική ένορκη δήλωση του κ. Στεφάνου είναι ότι ούτε ο τερματισμός των πιστωτικών διευκολύνσεων αμφισβητείται, εφόσον γίνεται αναφορά στην καταχώριση δικαστικών αγωγών, ούτε και το γεγονός της αποστολής της επιστολής διορισμού Παραλήπτη/Διαχειριστή. Εν πάση περιπτώσει, το θέμα αυτό μπορεί να εξετασθεί με βάση τα κατατεθέντα τεκμήρια. Επομένως κρίνω ότι δεν χρήζει οποιασδήποτε επεξήγησης το όλο ζήτημα. (ε) Στην παρ.11 της προτιθέμενης ΣΕΔ, ρητά ο ενόρκων δηλών αναφέρει ότι επιθυμεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με την λιανική πώληση που γίνεται από την SF στο ακίνητο και στη συνέχεια προβαίνει σε νομική επιχειρηματολογία και ερμηνεία των όρων της συμφωνίας ενοικιάσεως η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμ.
  3. Ωστόσο, το έγγραφο αυτό έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου προς αξιολόγηση και κάθε πλευρά θα αναπτύξει την επιχειρηματολογία και ερμηνεία της κατά το στάδιο των αγορεύσεων, καθώς τέτοιοι ισχυρισμοί δεν έχουν θέση σε ένορκη δήλωση μάρτυρα που δεν είναι καν δικηγόρος στο επάγγελμα, ώστε να είναι σε θέση να προβεί σε ερμηνεία νομικού εγγράφου. Κατ' επέκταση, τα ανωτέρω ισχύουν και εφαρμόζονται αναφορικά και με τα όσα διαλαμβάνονται στις παραγράφους 12 - 15 της προτιθέμενης ΣΕΔ. Ειδικότερα σε σχέση με την παρ. 15 της προτιθέμενης ΣΕΔ κρίνω ότι επιδιώκεται να εισαχθεί μαρτυρία άσχετη με τα επίδικα ζητήματα χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ποια είναι η ανάγκη να γίνει αυτό. (στ) Σε σχέση με την πρόταση συνολικής διευθέτησης την οποία προτίθεται η Αιτήτρια να προσκομίσει ως Τεκμ. 2, για τη δήθεν τεκμηρίωση του ισχυρισμού της ότι προβλεπόταν στην εν λόγω πρόταση παραμονή των CMS και SF στο ακίνητο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, αλληλογραφία που αποστέλλεται μέσα στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων "άνευ βλάβης" των δικαιωμάτων των μερών, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται προς απόδειξη και στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών των διαδίκων μέσα στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας. Οι άνευ βλάβης διαπραγματεύσεις γίνονται καλή τη πίστει και είναι ανεπίτρεπτη η χρήση τους εναντίον του αντιδίκου. Τα πιο πάνω ισχύουν αναλογικά και για το Τεκμ. 3 που επιθυμεί να εισαγάγει ο ομνύων, σε σχέση με τον Καθ' ου η αίτηση
  4. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Electromatic Constructions Ltd ν. Γενικού Εισαγγελέα,
(2009)1 ΑΑΔ 258 όπου λέχθηκαν τα εξής επί του θέματος: «Ο κανόνας τον οποίο επικαλείται η εφεσείουσα, δεν καθιερώνει απόλυτη απαγόρευση παρά μόνο δίδει προνόμιο, το οποίο βεβαίως μπορεί να εγκαταλειφθεί, στο διάδικο από τον οποίο προέρχεται η επικοινωνία να ενστεί στην παρουσίασή της. Μόνο τότε λοιπόν θα εμποδίζετο η εφεσείουσα να ανεφέρετο στην κρίσιμη επιστολή της Δημοκρατίας της 21.9.07 αν, επιχειρώντας να την παρουσιάσει, η ίδια η Δημοκρατία έφερε ένσταση. Δεν υπήρχε επομένως εκ του νόμου απόλυτο κώλυμα για την εφεσείουσα να έκανε πλήρη αναφορά στην εν λόγω επιστολή στην ένορκη δήλωσή της. Και βεβαίως, αν η ίδια ήθελε να την αποκαλύψει, ουδέν κώλυμα υφίστατο στην αποκάλυψη της δικής της επιστολής της 22.09.2007». Σύμφωνα με την ανωτέρω αυθεντία, το προνόμιο καλύπτει το πρόσωπο από το οποίο προέρχεται η αλληλογραφία και σε περίπτωση υποβολής ένστασης, το έγγραφο το οποίο έχει σταλεί άνευ βλάβης δικαιωμάτων, δεν γίνεται αποδεκτό. Συνεπώς, το θέμα είναι κατά την άποψή μου ξεκάθαρο, καθ' ότι τα προτιθέμενα να εισαχθούν ως Τεκμ. 2 και 3 συνιστούν αλληλογραφία από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι ενίστανται στην υποβολή τους. Είναι δε γεγονός ότι με την προτεινόμενη ΣΕΔ γίνεται προσπάθεια απλής άρνησης και αμφισβήτησης διαφόρων ισχυρισμών που αναφέρονται στην ΕΔ Μιχαηλίδη. Σχολιασμός όμως όσων αναφέρονται στις ΕΔ μπορεί να γίνει στο τέλος στις αγορεύσεις και όχι με ΣΕΔ. Από την άλλη σχολιασμός της μαρτυρίας που τίθεται με τις ενστάσεις όπως και νομική επιχειρηματολογία ή άρνηση των θέσεων του κ. Μιχαηλίδη όπως και των τεκμηρίων μπορεί να γίνει στο στάδιο των αγορεύσεων. Σε κάθε περίπτωση ενόψει του σταδίου που βρίσκεται η υπόθεση, της εξέτασης δηλαδή της ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση διαταγμάτων, δεν προσφέρεται ούτε και θα πρέπει να μετατραπεί η διαδικασία αυτή σε δίκη επί της ουσίας. Εξάλλου η μαρτυρία που εισάγεται με τις ένορκες δηλώσεις δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό αλλά απλά εξετάζεται κατά πόσο συντρέχουν οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία για την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η ΣΕΔ την οποία προτίθεται να καταθέσει η πλευρά της Αιτήτριας σύμφωνα με την αίτηση δεν εξυπηρετεί τη διαδικασία, εφόσον δεν προσθέτει οποιοδήποτε στοιχείο που να βοηθά το δικαστήριο στην εξαγωγή συμπερασμάτων, ούτε υποστηρίζει με οποιονδήποτε τρόπο την ενδιάμεση αίτηση. Ως εκ τούτου, η διακριτική μου ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος, εφόσον η έγκριση της αίτησης δεν θα εξυπηρετήσει τη διαδικασία καθώς δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος προς τούτο. Θα συμφωνήσω δε με την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση ότι το μόνο που θα καταφέρει η Αιτήτρια είναι να περιπλέξει τα γεγονότα και να εκτροχιάσει τη διαδικασία. Ως εκ τούτου απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.