Aristo Developers Ltd κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 8018/2014, 30/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A430 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8018/2014 Μεταξύ:
- Aristo Developers Ltd
- XXXXX Αριστοδήμου
- XXXXX Αριστοδήμου Εναγόντων/ Αιτητών και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενου/ Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 30 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες/ αιτητές: Οι κ.κ. Κων. Δαμιανός για Μαρκίδη & Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και Νικ. Κωνσταντινίδης για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση: Η κα Αφρ. Παρπαρίνου για Γενικό Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 14.04.2021 για έκδοση διατάγματος επιθεώρησης και ή λήψης αντιγράφων αποκαλυφθέντων εγγράφων). ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Η αγωγή καταχωρήθηκε σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα την 31.12.2014 και η Έκθεση Απαιτήσεως την 26.09.
- Η Υπεράσπιση από τον εναγόμενο καταχωρήθηκε την 21.06.
- Ακολούθως στις 13.05.2020 καταχωρήθηκε αίτηση ορισμού της υπόθεσης και στις 20.07.2020 εκδόθηκε διάταγμα ένορκης δήλωσης αποκάλυψης για όλες τις πλευρές στο οποίο έπρεπε να συμμορφωθούν μέχρι την 30.09.2020 και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 5.10.
- Την 26.10.2020 καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου ένορκη δήλωση αποκάλυψης όπου καταγράφει τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και σχετίζονται με τα εγειρόμενα ζητήματα στην αγωγή στο συνημμένο στην ένορκη δήλωση Παράρτημα Α και άλλα έγγραφα που έχουν χαρακτηριστεί ως εμπιστευτικά και/ή ως προνομιούχα τα οποία καταγράφει στο συνημμένο Παράρτημα Β. Στις 3.11.2020 καταχωρήθηκε η αντίστοιχη ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους των εναγόντων. Στις 5.10.2020 η υπόθεση αναβλήθηκε για την 11.11.2020 και εκδόθηκε διάταγμα για ανταλλαγή των αποκαλυφθέντων εγγράφων των Παραρτημάτων Α των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης μέχρι και την 14.12.2020 και παρέμεινε η υπόθεση ξανά για οδηγίες στις 16.12.
- Ακολούθως ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 2.02.2021 ενόψει του ενδεχομένου καταχώρισης αίτησης για επιθεώρηση ή/και λήψη αντιγράφων των εγγράφων του Παραρτήματος Β της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης του εναγόμενου όπως ειπώθηκε από πλευράς των εναγόντων. Την ως άνω ημερομηνία αναβλήθηκε εκ νέου για οδηγίες την 23.04.2021 και στο μεταξύ στις 14.04.2021 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση η οποία ορίστηκε την 23.04.
- Εκείνη την ημερομηνία δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση Ειδοποίησης περί της Πρόθεσης Ένστασης μέχρι και την 31.05.2021 ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες. Την 31.05.2021 η αίτηση προγραμματίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις για την 30.06.2021 ημερομηνία κατά την οποία πράγματι οι δύο πλευρές απέστειλαν ηλεκτρονικά τις γραπτές τους αγορεύσεις και η απόφαση επιφυλάχθηκε. Με την υπό κρίση αίτησή τους οι ενάγοντες/αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος όπως τους επιτραπεί εντός οποιουδήποτε χρόνου το Δικαστήριο θεωρήσει ορθό και εύλογο, να επιθεωρήσουν (inspect) και/ ή λάβουν αντίγραφα (production for inspection) των εγγράφων (στη συνέχεια «τα Έγγραφα»), τα οποία περιέχονται στο Παράρτημα «Β» της Ένορκης Δήλωσης Αποκάλυψης εκ μέρους του εναγόμενου τα οποία περιγράφονται εκεί ως ακολούθως: «
(1)Οδηγίες Αρχηγού Αστυνομίας ημερ. 04.08.2014 για να διενεργηθεί διοικητική έρευνα αναφορικά με δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης» ημερ 02.08.2014 με τίτλο «Ο δήμαρχος Πάφου πίεσε για να μην δοθούν στοιχεία στους ανακριτές. Τροχοπέδη ο Βέργας για οικόπεδα Aristo και/ή
(2)Επιστολή Ανωτ. Αστυνόμου Μ. Μιλτιάδους ημερ. 04.08.2014 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας στην οποία συμπεριλαμβάνεται η έκθεση γεγονότων σχετικά με δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης» ημερ. 02.08.2014 και/ή
(3)Ημερολόγιο ενεργείας ημερομηνίας 04.08.2014 έως 21.08.2014 και/ή
(4)Ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 08.08.2014 και/ή
(5)Ημερολόγιο ενεργείας ημερ. 07.08.2014 και/ή
(6)Έκθεση του Ανώτερου Αστυνόμου Α. Κουσιουμή, Διευθυντή Υ.Ε. & Ε & Δ.Ε.Π. ημερ. 13.08.2014». Η Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ.1 και 2, Δ.28 ΘΘ.1-15, Δ.33 Θ.6, Δ.48 ΘΘ.1-9, Δ.65, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), στο Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στη σχετική νομολογία των Δικαστηρίων της Κύπρου και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., που είναι ο ένας εκ των δικηγόρων των εναγόντων, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος προς τούτο από τους Αιτητές καθώς όπως αναφέρει, αντιμετώπιζαν αντικειμενική αδυναμία να παρευρεθούν στο Ε.Δ. Λευκωσίας για να ορκισθούν οι ίδιοι. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι γνωρίζει ο ίδιος τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου αλλά και από πληροφόρηση που έλαβε από τον κ. Κωνσταντίνο Δαμιανό, Δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., ο οποίος είναι εκ των δικηγόρων που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Καταγράφει την πορεία της αγωγής η οποία μεταξύ άλλων, έχει ως βάση αγωγής («cause of action»), την παράβαση συνταγματικά καταχωρημένων δικαιωμάτων των εναγόντων και δη την «παραβίαση και/ή καταπάτηση των Συνταγματικά προστατευομένων Δικαιωμάτων της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και/ ή της οικογενειακής ζωής των Εναγόντων 2 και 3 και/ή λόγω της προσβολής της υπόληψης και /ή της προσωπικότητας και/ ή της αξιοπρέπειας των Εναγόντων 2 και 3». Σύμφωνα δε με το Κλητήριο Ένταλμα, οι εν λόγω παραβιάσεις αφορούσαν συστηματικές διαρροές στοιχείων και πληροφοριών προς μέσα μαζικής ενημέρωσης από υπαλλήλους και/ ή μέλη της Αστυνομίας και/ή αρχές και/ ή αξιωματούχους και/ ή υπαλλήλους της και/ ή όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών, οι εν λόγω παραβιάσεις «συνίσταντο στη συστηματική διαρροή και/ ή γνωστοποίηση στοιχείων και/ή πληροφοριών, επιλεκτικώς ή άλλως, προς μέσα μαζικής επικοινωνίας και/ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από υπαλλήλους και/ή μέλη της Αστυνομίας και/ή αρχές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους της ή/και όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή συνομωσίας υπαλλήλων και/ ή μελών της Αστυνομίας και/ή αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων αυτών». Περαιτέρω δε, σύμφωνα και πάλι με το Κλητήριο Ένταλμα, οι εν λόγω «συνεχείς διαρροές και/ή γνωστοποίηση στοιχείων και/ή πληροφοριών αφορούσαν την υπό διερεύνηση και πορεία της στρεφόμενης εναντίον των Εναγόντων Ποινικής Έρευνας και/ή Ανάκρισης σε σχέση με υπόθεση διαχωρισμού οικοπέδων στην τοποθεσία Σκαλί εντός του Δήμο Πάφου». Στην Έκθεση Απαίτησής απαριθμούνται οι επίδικες διαρροές ως ανωτέρω και καταγράφονται τα σχετικά δημοσιεύματα που έχουν ως περιεχόμενο τους, τις υπό συζήτηση διαρροές. Μεταξύ των ισχυρισμών της Υπεράσπισης, είναι και ο ακόλουθος: «Ο εναγόμενος αναφέρει επιπλέον πως για κάποια από τα εκεί αναφερόμενα δημοσιεύματα υπεβλήθη σχετική καταγγελία, η οποία διερευνήθηκε δεόντως χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε εμπλοκή του εναγόμενου ή αντιπροσώπου αυτού στην όποια διαρροή πληροφοριών με τρόπο μη ενδεδειγμένο» (παρ. 9 της Υπεράσπισης)». Περαιτέρω στην παράγραφο 14 της Υπεράσπισης, επαναλαμβάνεται ο πιο πάνω ισχυρισμός ως ακολούθως: «ο εναγόμενος [.] ειδικότερα αρνείται τόσο την ισχυριζόμενη διαρροή όσο και την μη διερεύνηση αυτής, όπου αυτό χρειάστηκε, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 της παρούσας πιο πάνω». Ο κ. Καλογήρου εκ μέρους του εναγόμενου στην ένορκη δήλωση του δηλώνει ότι ο εναγόμενος ενίσταται στην παρουσίαση των Εγγράφων που καταγράφει στο Παράρτημα «Β» «που βρίσκονται την κατοχή του εναγόμενου» καθ' ότι έχουν, κατ' ισχυρισμό του, «χαρακτηριστεί ως εμπιστευτικά και/ ή προνομιούχα». Σε σχέση με τη σχετικότητα των εγγράφων για τα οποία υπάρχει ένσταση να αποκαλυφθούν και τους λόγους που υποστηρίζει ότι αυτά απαιτείται όπως αποκαλυφθούν, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι από την περιγραφή τους δεν προκύπτει ότι τα Έγγραφα καλύπτονται από προνόμιο (privilege) για τον οποιαδήποτε αναγνωρισμένο από την Νομολογία, λόγο. Εν πάση περιπτώσει, ο εναγόμενος παραδέχεται ότι τα Έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του και δεν αρνείται ότι τα Έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα (relevant to the matters in dispute) και ως αποτέλεσμα της σχετικότητάς τους με τα επίδικα, τα έγγραφα θα πρέπει να αποκαλυφθούν και να επιθεωρηθούν (production for inspection). Περαιτέρω, ο εναγόμενος δεν επεξηγεί καθόλου τους λόγους διά τους οποίους τα έγγραφα είναι κατ' ισχυρισμό του ιδίου «προνομιούχα και/ ή εμπιστευτικά». Εν πάση περιπτώσει, ο (κατά τρόπο δικονομικά εσφαλμένος) διαζευκτικός και στείρος χαρακτηρισμός των εγγράφων ως «προνομιούχα και/ή εμπιστευτικά», δεν είναι από μόνος του αρκετός και δεν επενεργεί αυτόματα υπέρ της μη αποκάλυψη των εγγράφων, τα οποία βρίσκονται αποκλειστικά και μόνο στην κατοχή του εναγόμενου. Ουδεμία αιτιολογία δίδεται γιατί τα έγγραφα είναι «εμπιστευτικά και/ ή προνομιούχα». Η δε σχετικότητά τους, όπως αυτή προκύπτει από την περιγραφή τους σε συνδυασμό με τα επίδικα θέματα στην Αγωγή, έγκειται στο ότι αυτά αφορούν ενέργειες οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων της Αστυνομίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο των επίδικων διαρροών και οι οποίες αφορούν άμεσα και έμμεσα τις εν λόγω διαρροές. Επιπλέον, η σχετικότητά τους προκύπτει αβίαστα από την περιγραφή τους και μόνο, καθ' ότι τα έγγραφα συνδέονται με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης του εναγόμενου ως αυτοί καταγράφονται στις παραγράφους 9 και 10 ανωτέρω. Πιο συγκεκριμένα, τα έγγραφα αφορούν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό του ίδιου, έρευνες της Αστυνομίας που διεξήχθησαν αναφορικά με τις επίδικες διαρροές αλλά και την εκπόνηση σχετικής έκθεσης από την Αστυνομία. Το γεγονός ότι τα έγγραφα συνδέονται με δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου, εμποδίζει τον εναγόμενο να επικαλείται ότι αυτά καλύπτονται ή προστατεύονται από «προνόμιο και/ ή ότι είναι εμπιστευτικά». Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι όπως διαφαίνεται από την περιγραφή των Εγγράφων, αυτά αποτελούν την μαρτυρία επί της οποίας εδράζονται ισχυρισμοί της Υπεράσπισης, ο εναγόμενος κωλύεται και έχει αποποιηθεί («waived») του όποιου δικαιώματός του να φέρει ένσταση στην παρουσίαση των εγγράφων και να ενίσταται περαιτέρω στη επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων αυτών. Και τούτο, διότι, μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος προωθεί συγκεκριμένους ισχυρισμούς στην Υπεράσπισή του, ήτοι, μεταξύ άλλων, την εκπόνηση σχετικού (με τα υπό συζήτηση δημοσιεύματα) πορίσματος και έκθεσης της Αστυνομίας, για τους οποίους ισχυρισμούς υφίστανται συγκεκριμένα σχετικά έγγραφα, ήτοι τα έγγραφα (πόρισμα και η έκθεση της Αστυνομίας και σχετικές ενέργειες των μελών της), τα οποία ωστόσο δεν παρουσιάζει και δεν δίδει το δικαίωμα στην αντίδικη πλευρά να επιθεωρήσει και να λάβει αντίγραφα. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων των Εγγράφων από τους ενάγοντες είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, καθ' ότι υπάρχει λογική πιθανότητα να προκύπτουν από τα έγγραφα γεγονότα, τα οποία επηρεάζουν την Υπεράσπιση και τα οποία μπορούν να ρίξουν φως στην υπόθεση ειδικότερα σε σχέση με την ευθύνη του εναγόμενου και, μεταξύ άλλων, των οργάνων της Αστυνομίας. Συνεπώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, είναι η θέση μου ότι αυτό θα οδηγήσει στη συσκότιση της υπόθεσης και η απονομή της δικαιοσύνης θα παρεμποδιστεί. Αντίθετα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, η ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία θα διεξαχθεί με τρόπο δίκαιο και ίσο («equality of arms») και επί τη βάσει των δικογραφημένων ισχυρισμών και χωρίς να παραβλάπτεται οποιοδήποτε δικαίωμα διαδίκου στην διαδικασία. Ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί την οποία βασίζει στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27, Θ.1, Δ.28 Θ.1 - Θ.15 , Δ.48 Θ. 1-9, Δ.59, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο Άρθρο 44 του Κεφ. 1, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στο φάκελο του Δικαστηρίου και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης (Καταγράφονται αυτολεξεί): «
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια κωλυσιεργίας και συνεπακόλουθα κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court) καθ' ότι έχει αποκλειστικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, η οποία εκκρεμεί από το
- Δεν προηγήθηκε της υπό κρίση αίτησης, επίδοση στον Εναγόμενο της Ειδοποίησης Προσαγωγής Εγγράφων που προνοείται στη Δ.
- Θ.
- Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Τα έγγραφα τα οποία προτίθεται να χρησιμοποιήσει ο Εναγόμενος έχουν ήδη τύχει αποκάλυψης.
- Η παρούσα αίτηση είναι παντελώς άσχετη και/ή ουδόλως αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής καθ' ότι τα έγγραφα τα οποία είναι αναγκαία είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Δεν υπάρχει πόρισμα πειθαρχικής έρευνας ούτε διενεργήθηκε πειθαρχική έρευνα.
- O φάκελος που περιέχει τις έγγραφες καταχωρήσεις σχετικά με αστυνομική διερεύνηση αλλά και οι Εκθέσεις που ετοιμάζονται από ερευνώντας λειτουργούς στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας καλύπτονται από προνόμιο.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια «ψαρέματος μαρτυρίας» ("fishing expedition") από τους Αιτητές. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση είναι ενοχλητική (vexatious) και επιπόλαια (frivolous).
- Με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραβιάζεται ο κανόνας της δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρόνου ως καθορίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος.
- Οι Αιτητές δεν χάνουν το δικαίωμα τους σε δίκαιη δίκη και δεν τίθεται θέμα αιφνιδιασμού τους.
- Οι Καθ' ων η αίτηση λέγουν ότι τυχόν έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος συνεπάγει άμεσο επηρεασμό των δικαιωμάτων τους, κωλυσιεργία και πρόκληση ζημίας και εξόδων». Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται με ένορκη δήλωση της Δικηγόρου της Δημοκρατίας κας Δήμητρας Παπαστεφάνου, η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι για τα νομικά ζητήματα έλαβε πληροφόρηση από την κα Παρπαρίνου η οποία χειρίζεται την υπόθεση και ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, όπου δε αναφέρεται σε στοιχεία που της παρασχέθηκαν από άλλους, δηλώνει ότι κατονομάζει την πηγή τέτοιων στοιχείων. Τα γεγονότα και ζητήματα τα οποία πηγάζουν από άλλες πηγές δηλώνει ότι αληθεύουν εξ' όσων καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει. Απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των Αιτητών, εκτός εκείνων που ρητά παραδέχεται. Παραθέτει το ιστορικό της αγωγής για να καταδείξει την ισχυριζόμενη καθυστέρηση που επιδείχθηκε στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας αίτησης. Περαιτέρω ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς οι Ενάγοντες/Αιτητές προτού υποβάλουν την αίτηση τους δυνάμει της Δ.28, θ. 6, όφειλαν να έδιδαν στον Εναγόμενο Ειδοποίηση Προσαγωγής Εγγράφων ως προαπαιτείτε βάσει της Δ.28, θ. 7 και
- Ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση εισηγείται ότι είναι πρόωρη καθώς οι ενάγοντες όφειλαν πριν την καταχώριση της να έδιδαν στον εναγόμενο Ειδοποίηση Προσαγωγής των Εγγράφων που επιθυμούν τώρα να επιθεωρήσουν και/ή να λάβουν αντίγραφα τους. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στο Παράρτημα Β της Ε/Δ Καλογήρου καλύπτονται από προνόμιο. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο φάκελος ο οποίος περιέχει τις έγγραφες καταχωρίσεις σε σχέση με την αστυνομική διερεύνηση ενός αδικήματος, ήτοι αναφορικά με την διαρροή προσχεδίου επιστολής, καλύπτεται από προνόμιο το οποίο δικαιολογεί την άρνηση αποκάλυψης του και τούτο διότι η πορεία της αστυνομικής διερεύνησης ενός αδικήματος αποτελεί ζήτημα δημόσιου συμφέροντος εφόσον αφορά στη δημόσια ασφάλεια και την καλή διαχείριση των δημόσιων ζητημάτων τα οποία άπτονται της ασφάλειας των πολιτών. Γι' αυτό τον λόγο δικαιολογείται, κατά την ενόρκως δηλούσα, η άρνηση παρουσίας των ημερολογίων ενέργειας και των σχετικών οδηγιών να διενεργηθεί διοικητική έρευνα καθώς και των σχετικών εκθέσεων αναφορικά με την διοικητική έρευνα, ως αποδεικτικού υλικού στα πλαίσια μιας αστικής διαδικασίας και αναγνωρίζεται η δυνατότητα απόκλισης από τη βασική αρχή του δικαίου της απόδειξης σύμφωνα με την οποία οι διάδικοι οφείλουν να παρουσιάζουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλη τη μαρτυρία την οποία κατέχουν. Επιπλέον, σύμφωνα με την Νομολογία, εκθέσεις οι οποίες ετοιμάζονται από ερευνώντας λειτουργούς στο πλαίσιο διερεύνησης παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας καλύπτονται από προνόμιο και τούτο για να μπορούν κάποιες γνώμες να εκφράζονται ελεύθερα χωρίς τον φόβο ότι αυτές θα αποκαλύπτονταν σε αυτούς που τους αφορούν. Ως εκ τούτου, οι εκθέσεις που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Β της Ε/Δ Καλογήρου καλύπτονται από προνόμιο καθώς ετοιμάστηκαν, κατόπιν σχετικών οδηγιών, στο πλαίσιο διεξαγωγής διοικητικής έρευνας κατά πόσο υπήρχε διαρροή προσχεδίου επιστολής στην εφημερίδα «Πολίτης». Σημειώνεται δε ότι δεν υπάρχει πόρισμα πειθαρχικής έρευνας ούτε διενεργήθηκε πειθαρχική έρευνα και η συγκεκριμένη διοικητική έρευνα αφορά την ισχυριζόμενη διαρροή σε σχέση μόνο με μια από τις κατ' ισχυρισμό διαρροές που επικαλούνται οι ενάγοντες στην παράγραφο 20 της Έκθεσης Απαίτησης τους, ήτοι αναφορικά με το δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης» ημερ. 02.08.2014 με τίτλο «Ο Δήμαρχος Πάφου πίεσε για να μην δοθούν στοιχεία στους ανακριτές. Τροχοπέδη ο Βέργας για οικόπεδα Aristo». Περαιτέρω αναφέρει ότι το αιτούμενο διάταγμα ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους Αιτητές και ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση είναι ενοχλητική (vexatious), επιπόλαια (frivolous) και γίνεται για σκοπούς αλλότριους, απαράδεκτους και άλλους από αυτούς που προβλέπει η Νομολογία. Με τον τρόπο που επιζητείται το διάταγμα της παρούσας αίτησης ισοδυναμεί με "ψάρεμα μαρτυρίας" ("fishing expedition"), είναι καταπιεστική και δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Όπως περαιτέρω πιστεύει, το αιτούμενο διάταγμα αποτελεί από μέρους των Αιτητών προσπάθεια απόσπασης πληροφοριών, είναι καταπιεστικό για τον εναγόμενο/Καθ' ου η αίτηση και δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα και/ή τις περιστάσεις της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα, βάσει των ανωτέρω, δεν στοιχειοθετείται καμία εξαιρετική ή ειδική περίσταση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης τέτοιου διατάγματος αλλά ούτε και υπάρχει επίκληση τέτοιων ειδικών ή εξαιρετικών περιστάσεων. Είναι εμφανές ότι η αίτηση γίνεται καθαρά για σκοπούς εντυπώσεων, ταλαιπωρίας, καθυστέρησης, σε μια αγωγή τόσο παλιά η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου από το
- Τυχόν έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος θα επηρεάσει άμεσα τα δικαιώματα του εναγόμενου, θα προκαλέσει κωλυσιεργία και πρόκληση περαιτέρω ζημίας και εξόδων. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν αποκαλυφθεί όλα τα έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα και τα οποία προτίθεται ο εναγόμενος να χρησιμοποιήσει με βάση τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς. Ούτε έχει αποποιηθεί (waived) ο εναγόμενος του δικαιώματος του να φέρει ένσταση στην παρουσίαση των εγγράφων, που αναφέρονται στο Παράρτημα Β της Ε/Δ Καλογήρου, τα οποία είναι προνομιούχα για τους λόγους που έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Επιπλέον, οι ενάγοντες/Αιτητές δεν χάνουν το δικαίωμα τους σε δίκαια δίκη και δεν τίθεται θέμα αιφνιδιασμού τους. Για τούτο η αίτηση παραμένει ατεκμηρίωτη και ανυποστήρικτη, οι δε ισχυρισμοί των Αιτητών δεν ευσταθούν, αποδεικνύοντας ότι η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και κενή περιεχομένου. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις στις οποίες με παραπομπή στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και στη νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα, υποστήριξαν τις θέσεις τους. Θα πρέπει να πω ότι υπήρξαν υποβοηθητικές στο έργο μου τόσο ως προς την ανάλυση των γεγονότων στην οποία προέβησαν όσο και ως προς τη νομική διάσταση που διέπει τα διάφορα ζητήματα που ανακύπτουν και επί της οποίας εδράζονται αυτές. Έχω μελετήσει τις εισηγήσεις με προσοχή όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει και τις λαμβάνω υπόψη, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Στην υπόθεση Thermphase Limited v. Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 3951 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η επιθεώρηση εγγράφων σε αστικές διαδικασίες διέπεται από τη Δ.28 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας. Οι θεσμοί 5 και 9 παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διαταγή για επιθεώρηση εγγράφων και λήψη αντιγράφων τους εκτός στις περιπτώσεις που κατά την κρίση του δεν είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση των επίδικων θεμάτων ή για τον περιορισμό των εξόδων της διαδικασίας». Επομένως οι Θεσμοί 5 και 9 παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την επιθεώρηση εγγράφων και λήψη αντιγράφων τους όταν (α) καθορίζονται τα έγγραφα, (β) ότι ο αιτητής δικαιούται να τα επιθεωρήσει και (γ) βρίσκονται στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο του άλλου διαδίκου. Το Δικαστήριο θα αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για επιθεώρηση τέτοιων εγγράφων εφ' όσον κρίνει ότι δεν είναι αναγκαίο είτε (α) για την δίκαια αποπεράτωση του ζητήματος ή (β) για εξοικονόμηση εξόδων. Ενώ από τα πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία όταν εξετάζει τέτοιο ζήτημα, λαμβάνοντας υπόψη την φύση της κυρίως αίτησης, την θεραπεία που ζητείται, τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η κυρίως αίτηση και τα γεγονότα και/ή ισχυρισμοί όπως προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση σε συνάρτηση με τα επιδιωκόμενα διατάγματα. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Asimenos v. Paraskeva,
(1982)1 C.L.R. 145, Pitria Shipping v. Georghiou,
(1982)1 C.L.R. 358, Fayza Shipping Co Ltd. v. Πλοίου M/V "Hajanies" ex "Anne",
(1996)1 A.A.Δ. 28, οι περιπτώσεις εγγράφων, σχετικά με την παρουσίαση και επιθεώρηση εγγράφων, για τις οποίες μπορεί να προβληθεί ένσταση, δεν προσδιορίζονται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και γι' αυτό εφαρμόζονται οι αρχές και η πρακτική που διείπαν την εφαρμογή της σχετικής O.31 r.r. 12 και 13 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, ως ίσχυαν το
- Αυτές οι αρχές και η πρακτική αναγράφονται στο «The Annual Practice 1958». Στο Annual Practice του 1958, σελ. 718, αναφέρεται ότι δεν θα διαταχθεί διάδικος να προσαγάγει κάποιο έγγραφο εκτός εάν αμέσως ή εμμέσως έχει παραδεχθεί τόσο την κατοχή όσο και την σχετικότητα του. Η διαταγή για προσαγωγή εγγράφων που αναφέρονται στα δικόγραφα έχει σκοπό να δώσει στον αιτούντα διάδικο το ίδιο πλεονέκτημα που θα υπήρχε εάν τα έγγραφα τίθονταν αυτούσια στα δικόγραφα (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 721-722). Σε σχέση με τη δυνατότητα λήψης αντιγράφων, στο σύγγραμμα Halsbury's, Laws of England (3η Έκδοση), Τόμος 12, Κεφάλαιο "Discovery, Inspection and Interrogatories" Παράγραφος 84 αναφέρονται τα εξής: «
- The right to copies. A party entitled to inspect documents is also entitled to take copies or have them made for him. This right is incidental to the right to inspect (t). The right to the copies may, however, sometimes be more limited than the right to inspect. The right to inspection may, in special cases, extend to the whole of a book or document to find out what part of it really concerns the party exercising the right, but in such a case the party inspecting is only entitled to take copies of those parts which are relevant to the issue (u). Prima facie the party or his solicitor inspecting the document may make the copy himself (a). When, however, inspection of documents not mentioned in the party's affidavits or pleadings is obtained by means of an order made on an application for production of specific documents (b), it would seem from the form of the order prescribed(c) that a party must bespeak the copies and is not entitled as of right to make them himself (d), as he is where, as usually happens, inspection is obtained by means of a notice (e)». Η έκδοση των σχετικών διαταγμάτων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και η έκδοση τους αποσκοπεί στη διευκόλυνση της προετοιμασίας για την ακρόαση και αποκάλυψη (Discovery), Παρουσίαση ή Προσαγωγή (Production) και Επιθεώρηση (Inspection) διατάσσεται μόνο όπου τα έγγραφα είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα (βλέπε Annual Practice, 1962 σελ. 719). Για την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η νομολογία μας καθορίζει ότι το αίτημα δεν θα πρέπει να γίνεται για σκοπούς ψαρέματος μαρτυρίας (fishing of evidence), ενώ συνήθως ως χρόνος έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων καθορίζεται το διάστημα μεταξύ της καταχώρισης των δικογράφων και πριν την έναρξη της ακρόασης γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα (βλ. The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides, Debtor, and another, [1962] 1 CLR 40 G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima S.R..
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1624, Δημητριάδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2271, Kipagrotiki Ltd v. Σάββα,
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1610.) Σύμφωνα με το Κλητήριο Ένταλμα, κατά τη διερεύνηση αδικημάτων σε βάρος των εναγόντων υπήρξαν παραβιάσεις αφορούσαν συστηματικές διαρροές στοιχείων και πληροφοριών προς μέσα μαζικής ενημέρωσης από υπαλλήλους και/ ή μέλη της Αστυνομίας και/ ή αρχές και/ ή αξιωματούχους και/ ή υπαλλήλους της και/ ή όργανα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους όπως αυτές έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων, στις 20.07.2020 το Δικαστήριο εξέδωσε Διάταγμα για εκατέρωθεν αποκαλύψεις εγγράφων και έχουν καταγραφεί επίσης πιο πάνω όσα επακολούθησαν αυτών. Θα εξετάσω κατ' αρχή το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης και κατά συνέπεια συνιστά η αίτηση κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όπως προβάλλεται από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση. Έχοντας υπ' όψιν το χρόνο που διέρρευσε από τις 26.10.2020 όταν καταχωρήθηκε η Ε/Δ Καλογήρου οπόταν και τέθηκε το ζήτημα περί εμπιστευτικών και/ή προνομιούχων εγγράφων και την 06.11.2020 όταν για πρώτη φορά οι Αιτητές ανέφεραν ότι μελετούσαν το ενδεχόμενο για καταχώρηση αυτής της αίτησης και έχοντας υπόψη τη μέχρι τότες πορεία της υπόθεσης με τις καθυστερήσεις στην καταχώρηση των δικογράφων. Δεν συμμερίζομαι την εισήγηση του Καθ' ου η αίτηση περί καθυστέρησης και εξ αυτής κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η πάροδος μόνον ολίγων μηνών όταν προέκυψε η ανάγκη για υποβολή γραπτού αιτήματος από τους ενάγοντες, δεν δικαιολογεί την έγερση αυτού του λόγου ένστασης και επομένως ο λόγος ένστασης 2 στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο, ο χρόνος που μεσολάβησε κρίνω ότι ήταν αναγκαίος για την υποβολή της αίτησης μετά από ώριμη σκέψη και μελέτη όλων των δεδομένων της υπόθεσης. Η καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση των δικαστικών διαδικασιών εξετάζεται στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης χωριστά. Αυτή δε κρίνεται αντικειμενικά στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της κάθε υπόθεσης σύμφωνα με τη νομολογία μας. Το γεγονός ότι η Αγωγή καταχωρήθηκε το 2014 από μόνο του, ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα των εναγόντων να καταχωρήσουν την Αίτηση - η οποία εν πάση περιπτώσει καταχωρήθηκε χωρίς καθυστέρηση μετά την καταχώριση της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εκ μέρους του εναγόμενου καθ' ότι η εξουσία του Δικαστηρίου, ως θα εξηγηθεί κατωτέρω, να διατάξει την προσαγωγή εγγράφων (production of documents) γίνεται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση δεν κρίνω ότι είναι περίπτωση όπου παραβιάζεται το δικαίωμα του εναγόμενου στη διεξαγωγή δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο όπως αυτός ορίζεται στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία μας. Ούτε και με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση της πλευράς του Καθ' ου η αίτηση ότι πρόκειται για προσπάθεια από πλευράς των εναγόντων αποφυγής της εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Τουναντίον είναι αυτοί που έχουν κάθε συμφέρον να εκδικασθεί σε σύντομο χρόνο η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή τους. Ο σχετικός λόγος ένστασης στη βάση των πιο πάνω απορρίπτεται. Σε σχέση με τον λόγιο ένστασης 4 όπου ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει ότι οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει εξαιρετικές περιστάσεις που να τους επιτρέπει να αιτούνται ως η αίτηση τους σημειώνω ότι το αντικείμενο αιτήσεων, όπως η παρούσα, δεν ανάγεται στην ανάδειξη και/ ή δε σχετίζεται με την παρουσίαση εξαιρετικών περιστάσεων (exceptional circumstances). Και τούτο καθ' ότι σύμφωνα με την Ετήσια Πρακτική του 1961 Τόμος 1 (The Annual Practice 1961 Vol.1), σελίδα 683, η παρουσίαση και/ ή ανάδειξη εξαιρετικών περιστάσεων (exceptional circumstances), προκειμένου το Δικαστήριο να διατάξει τον εναγόμενο να παρουσιάσει αντίγραφα (production) τα οποία είναι στην κατοχή του, είναι απαραίτητη στο στάδιο πριν την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «The Court will not, save in very exceptional circumstances, order a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim (Gale v. Denman Picture Houses Ltd, [1930] 1 K. B. 588, C.A; Speyside Estate and Trust Co., Ltd v. Wreymond Freeman (Blenders), Ltd.
(1949), 65 T.L.R. 681)...». Στην προκείμενη περίπτωση παρατηρώ ότι η Έκθεση Απαίτησης αλλά και η Υπεράσπιση έχουν καταχωρηθεί. Περαιτέρω, από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και το φάκελο του Δικαστηρίου, και δη μέσω της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης για τον εναγόμενο, προκύπτει σύμφωνα με δική του παραδοχή, ότι τα έγγραφα είναι και σχετικά και βρίσκονται στην κατοχή του εναγόμενου. Βρίσκω επομένως ότι ο λόγος 4 της ένστασης δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και απορρίπτεται. Το επίδικο αιτούμενο διάταγμα έχει ζητηθεί στον κατάλληλο χρόνο και χωρίς να απαιτείται η αποκάλυψη εξαιρετικών λόγων για να δικαιολογείται η έκδοση του. Η αίτηση βασίζεται στη Διαταγή 28 Θεσμός 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «
- It shall be lawful for the Court or a Judge, at any time during the pendency of any cause or matter, to order the production by any party thereto upon oath of such of the documents in his possession or power, relating to any matter in question in such cause or matter, as the Court or Judge shall think right; and the Court may deal with such documents when produced in such manner as shall appear just». Σύμφωνα με την ως άνω Ετήσια Πρακτική του 1961 Τόμος 1 (The Annual Practice 1961 Vol.1), σελίδα 684, ο ανωτέρω όρος «during the pendency» της Δ.28, Θ.4, σημαίνει «up to judgment», δηλαδή μέχρι την έκδοση απόφασης στην Αγωγή. Περαιτέρω, και πάλι σύμφωνα με την ανωτέρω Ετήσια Πρακτική στο κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Production of Documents», σελίδα 717, που πραγματεύεται την αντίστοιχη διαταγή των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, ο ανωτέρω όρος «It shall be lawful» ερμηνεύεται ως ακολούθως: «It shall be lawful - it was held that there was no discretionary power under this Rule to refuse the production of documents material at that stage, unless they fell within the established Rules of protection existing in Chancery, the wide discretionary power existing at common law no longer obtaining (Bustrons v. White, 1 Q. B. D. p. 426 Anderson v. Bank of Columbia, 2 Ch. D. pp. 654, 656)». Το Δικαστήριο, δυνάμει της Δ.28, Θ. 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διατάξει οποιοδήποτε διάδικο να προσαγάγει, όσα από τα ουσιώδη έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο του, τα οποία κρίνει ορθό ότι πρέπει να προσαχθούν και, με την προσαγωγή τους, μπορεί να τα μεταχειριστεί κατά τέτοιο τρόπο, όπως θα κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Ο διάδικος που επιθεωρεί τα έγγραφα, έχει δικαίωμα να λάβει αντίγραφο τους. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή είναι ότι δεν εκδίδεται διάταγμα επιθεώρησης εγγράφων, για έγγραφα που δεν είναι ουσιώδη προς τα επίδικα θέματα της αγωγής. Επομένως, εκεί όπου ένας διάδικος αρνείται να παρουσιάσει έγγραφα για επιθεώρηση επικαλούμενος ότι αυτά καλύπτονται από προνόμιο, μια τέτοια ένσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί με αίτηση που υποβάλλεται στο Δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος παρουσίασης/ προσαγωγής των εγγράφων. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 13, σελ. 52, παράγραφος 63: «
- Claim to protection. When a party refuses to produce documents for inspection on the ground that they are protected from inspection, the claim to protection can be challenged by application to the court to order their production». Επομένως, για όποια έγγραφα υπάρχει ένσταση να προσαχθούν προς επιθεώρηση (όπως ακριβώς ισχύει στην παρούσα περίπτωση), είναι κατόπιν αίτησης δυνάμει της Δ.28, κ. 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που εξετάζεται από το Δικαστήριο η βασιμότητα της προβληθείσας ένστασης. Το Δικαστήριο μπορεί σε κάθε περίπτωση, εάν κάτι τέτοιο κρίνεται αναγκαίο, να εξετάσει τα ίδια τα έγγραφα για τα οποία υπάρχει ένσταση στην προσαγωγή τους και να αποφανθεί ως προς την βασιμότητα της ένστασης, π.χ. την ύπαρξη προνομίου κ.τ.λ. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το μοναδικό προς εξέταση ερώτημα είναι κατά πόσο ο ενόρκως δηλών έχει αναφέρει στην ένορκο του δήλωση αρκετά - σχετικά με τα έγγραφα, στοιχεία - που να δικαιολογούν τη μη προσαγωγή τους για επιθεώρηση, λόγω π.χ. προνομίου. Συνεπώς, το δικαιοδοτικό υπόβαθρο της Αίτησης, υφίσταται και εδράζεται στην αμέσως πιο πάνω Δ.28, Θ.4 των ως άνω Κανονισμών. Σύμφωνα με τη Διαταγή 28 το δικαίωμα λήψης αντιγράφων των εγγράφων τα οποία αποκαλύπτονται ή παρουσιάζονται για επιθεώρηση, παρέχεται και με το Θ.6 της Δ.28 ο οποίος προνοεί ότι: «
- Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just». Στην προκείμενη περίπτωση ο ενόρκως δηλών για τον εναγόμενο ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα του Παραρτήματος Β δεν ήταν δυνατό να παρουσιαστούν (produced) και κατ' επέκταση δεν δίνουν δικαίωμα στους ενάγοντες να τα επιθεωρήσουν και/ή ζητήσουν αντίγραφα τους καθ' ότι αυτά καλύπτονται από προνόμιο και/ ή είναι εμπιστευτικά παρόλο ότι το δικαίωμα λήψης αντιγράφων αναγνωρίζεται και στο σύγγραμμα Halsbury's 3η έκδοση, Τόμος 12, όπου στη σελ. 62, παράγραφος 84, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- The right of copies. A party entitled to inspect documents is also entitled to take copies or have them made for him. This right is incidental to the right to inspect (t). The right to the copies may, however, sometimes be more limited than the right to inspect. The right to inspection may, in special cases, extend to the whole of a book or document to find out what part of it really concerns the party exercising the right, but in such a case the party inspecting is only entitled to take copies of those parts which are relevant to the issue». Επομένως, κρίνω ότι η αποστολή Ειδοποίησης Προσαγωγής Εγγράφων από τους ενάγοντες στον εναγόμενο για λήψη αντιγράφων, δεν εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση και δεν υφίσταται τέτοια προϋπόθεση για την προώθηση της Αίτησης. Η μη αποστολή της Ειδοποίησης από μόνη της δεν αποκλείει κατά τον ως άνω Κανονισμό την καταχώριση γραπτού αιτήματος ενώπιον του Δικαστηρίου για επιθεώρηση, και από την άλλη σημειώνεται ότι τα έγγραφα έχουν ήδη αποκαλυφθεί, ως μέρος της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης της πλευράς του εναγόμενου. Ούτε και μπορεί να κριθεί η αίτηση ενόψει των πιο πάνω ως λανθασμένη και παράτυπη. Ενόψει της δεδηλωμένης και εκφρασθείσας ένστασης για την παρουσίαση και επιθεώρηση των εγγράφων, η αποστολή Ειδοποίησης Προσαγωγής Εγγράφων πρακτικά θα ήταν άνευ αντικειμένου και άνευ οποιαδήποτε ουσιαστικής και/ ή πρακτικής σημασίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη δεδομένη στην προκείμενη περίπτωση ένσταση εκ μέρους του εναγόμενου για παρουσίαση και επιθεώρηση των εγγράφων κατά την άποψη μου η Αίτηση θα μπορούσε να εξετασθεί και υπό το πρίσμα της ως άνω Δ.28 κ.
- Είναι δε εύστοχη η παραπομπή από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών στα όσα ο κ. Κληρίδης Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην απόφασή του, ημερομηνίας 24.01.2002, στα πλαίσια της Αγωγής του Ε. Δ. Λευκωσίας 15855/98, Ειρήνης Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές ανέφερε: «Είμαι της άποψης ότι οι Θεσμοί και η διαδικασία θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η διεξαγωγή μιας δίκαιης δίκης μέσα στα πλαίσια που οι Θεσμοί καθορίζουν και σ' αυτό θα πρέπει να δίδεται προτεραιότητα από το Δικαστήριο παρά στο πως θα είναι δυνατό να τεθεί τέρμα στην προσφυγή κάποιου ενώπιον του Δικαστηρίου επειδή περεξέκλινε από τη διαδικασία. Οι Θεσμοί θα πρέπει να είναι οι σκλάβοι της απονομής της Δικαιοσύνης και όχι η προσπάθεια απονομής της να είναι σκλάβος των Θεσμών». Η δυνατότητα για επιθεώρηση εγγράφων προδιαγράφεται και από την Δ.28 κ.5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ο οποίος αναφέρεται σε υποβολή αίτησης για έκδοση διατάγματος επιθεώρησης εγγράφων και της δυνατότητας του Δικαστηρίου να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα. Εν προκειμένω, η επιθεώρηση εγγράφων καθίσταται δυνατή μετά από αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Η δε ένορκη δήλωση πρέπει να εξειδικεύει τα έγγραφα των οποίων επιδιώκεται η επιθεώρηση και τα οποία βρίσκονται υπό την κατοχή ή έλεγχο του άλλου μέρους. Κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση, όλες οι εν λόγω προϋποθέσεις πληρούνται με την Αίτηση. Το γεγονός ότι τα έγγραφα τυγχάνουν αναφοράς σε ένορκη δήλωση καταδεικνύει ότι (διαζευκτικά με τα ανωτέρω) υφίσταται σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για υποβολή τέτοιου αιτήματος όπως το επίδικο και για έγγραφα που καταγράφονται σε ένορκες δηλώσεις. Διαφορετική κατάληξη θα είχε ως αποτέλεσμα την αποστέρηση τέτοιου δικαιώματος σε περιπτώσεις όπου, παρά την αναφορά των εγγράφων, σε ένορκες δηλώσεις, η παρουσίαση και/ ή επιθεώρηση τους δεν είναι δυνατόν να διαταχθεί από το Δικαστήριο. Οι σχετικές αιτιάσεις από πλευράς του εναγόμενου δεν έχουν έρεισμα και απορρίπτονται (λόγος ένστασης 1). Θα με απασχολήσει στη συνέχεια ειδικότερα το ζήτημα του των «προνομιούχων εγγράφων» ή άλλως πως του «προνομίου». Η Διαταγή 28, κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προνοεί για Διάταγμα που να διατάζει ένα διάδικο να αποκαλύψει ενόρκως, όλα τα έγγραφα που είναι ή ήταν στην κατοχή ή τον έλεγχο του, τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης και ταυτόχρονα να καθορίσει ποια, αν υπάρχουν, αντιτάσσεται στο να προσαχθούν και ποιος ο λόγος επί του οποίου βασίζεται η ένσταση για την προσαγωγή τους. Προκύπτει δε ότι, όποιο έγγραφο περιληφθεί στην ένορκο δήλωση αποκάλυψης εγγράφων, γίνεται παραδεκτό ότι είναι ουσιώδες. Εν προκειμένω, τα Έγγραφα είναι παραδεκτό ότι είναι στην κατοχή του εναγόμενου. Περαιτέρω δεν αμφισβητείται ότι είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα, διαφορετικά λέγω ποια ανάγκη ώθησε τον εναγόμενο να τα αποκαλύψει, για τα οποία ωστόσο υπάρχει ένσταση όπως αυτά επιθεωρηθούν και δοθούν στην άλλη πλευρά. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα Digest of The Law of Discovery with Practice Notes, 2η Έκδοση, του Δικαστή Bray, οι σημειώσεις πρακτικής του οποίου συμπεριλαμβάνονται στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1: «
- A party cannot be order to produce a document unless he has directly or indirectly (for instance by failing to deny an allegation to that effect by the applicant under r. 18) admitted (a) its relevancy; but if the nature of its contents or effect is known, the Court can Judge of its relevancy; and further under r. 19, the Court may inspect the document for the purpose of deciding the question. (See also Art. 38) (a) An admission in an affidavit of documents obtained is sufficient, see infra page
- As to relevancy see Art.
- Similarly, a party cannot be ordered to produce a document unless he has directly or indirectly admitted that it is in his possession or power. (See Art. 38)». Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι τα Έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του και δεν αρνείται ότι αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα (relevant to the matters in dispute) και ως αποτέλεσμα της σχετικότητάς τους με τα επίδικα, τα Έγγραφα θα πρέπει να αποκαλυφθούν και να επιθεωρηθούν (production for inspection). Η σχετικότητά τους δε, όπως αυτή προκύπτει από την περιγραφή τους σε συνδυασμό με τα επίδικα θέματα στην Αγωγή, έγκειται στο ότι αυτά αφορούν ενέργειες οργάνων της Κυπριακής Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων της Αστυνομίας, κατά τον ουσιώδη χρόνο των επίδικων διαρροών και οι οποίες αφορούν άμεσα και έμμεσα τις εν λόγω διαρροές. Αν ένας διάδικος επιθυμεί να ισχυριστεί ότι οποιαδήποτε από τα έγγραφα για τα οποία έχει διαταχθεί να αποκαλύψει καλύπτονται από προνόμιο καθ΄ όσον αφορά την προσαγωγή τους για επιθεώρηση, αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να γίνει στην ένορκη δήλωση που θα ετοιμάσει με βάση το Θ.2 της Δ.
- Σε μια τέτοια περίπτωση όπου ο ισχυρισμός είναι ότι οποιαδήποτε έγγραφα είναι προνομιούχα θα πρέπει να περιέχει επαρκή αναφορά στους λόγους του προνομίου. Σχετικές ως προς τα όσα πρέπει να περιέχονται σε μια τέτοια ένορκη δήλωση, η οποία καταχωρείται δυνάμει της Δ.28, Θ.2, είναι οι αναφορές στην Ετήσια Πρακτική (ανωτέρω) στη σελίδα 716 και τα οποία παρατίθενται αμέσως πιο κάτω: «An affidavit ought not to say that the documents are privileged, which is a statement of law, but ought to set out the facts from which the Court can see that the party's view of law is right (Gardner v. Irvin, pp. 52, 53) ». Παρατηρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση ο εναγόμενος, στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων που καταχωρίστηκε εκ μέρους του δεν επεξηγεί καθόλου τους λόγους διά τους οποίους τα Έγγραφα είναι κατ' ισχυρισμό του ιδίου «προνομιούχα και/ή εμπιστευτικά». Εν πάση περιπτώσει, ο (κατά τρόπο δικονομικά εσφαλμένος) διαζευκτικός χαρακτηρισμός των Εγγράφων ως «προνομιούχα και/ή εμπιστευτικά», δεν είναι από μόνος του αρκετός και δεν επενεργεί αυτόματα υπέρ της μη επιθεώρησης των Εγγράφων, τα οποία βρίσκονται αποκλειστικά και μόνο στην κατοχή του εναγόμενου. Ουδεμία αιτιολογία δίδεται γιατί τα Έγγραφα είναι «εμπιστευτικά και/ ή προνομιούχα». Οι αναγνωρισμένες κατηγορίες εγγράφων για τα οποία κάποιος διάδικος μπορεί να επικαλεστεί προστασία από την επιθεώρηση τους, αυτές αναφέρονται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed. reissue, Vol. 37, σελ. 187, παρα.
- Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως: «The grounds on which this protection can be claimed can be classified under the following main heads:
(1)legal professional privilege;
(2)that production is contrary to public policy;
(3)that the documents in question may tend to incriminate the party or his or her spouse;
(4)that production is contrary to some statutory provision which imposes secrecy:
(5)that production is contrary to some express or implied agreement between the parties; and
(6)that production would, in the circumstances of the particular case, be disproportionate to the issues in the case or (formerly) oppressive». Έχοντας υπόψη τα έγγραφα τα οποία επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου ότι καλύπτονται από προνόμιο (privilege), κρίνω ότι αυτά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοια για τον οποιαδήποτε αναγνωρισμένο από την Νομολογία, λόγο ως αμέσως πιο πάνω και τούτο για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν επεξηγείται ο λόγος που τα καθιστά ως τέτοια. Στην ένορκη δήλωσή της η κα Παπαστεφάνου επικαλείται ότι τα Έγγραφα καλύπτονται από προνόμιο. Όμως κατ' ισχυρισμό του εναγόμενου μόνο για ένα από τα Έγγραφα, το υπ' αριθμό
(6), ήτοι η έκθεση του Ερευνώντος Λειτουργού (βλ. παρ. 14 της ΕΔΠ) δίδεται κάποια δικαιολογία. Κατά την αντίληψη μου επομένως, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε όλα τα υπόλοιπα Έγγραφα
(1)-
(5), καθ' ότι καμία πειστική εξήγηση δε δίνεται γιατί τα Έγγραφα αυτά μπορούν να χαρακτηριστούν ως προνομιούχα ή εμπιστευτικά όπως διαζευκτικά τίθεται το ζήτημα. Με βρίσκει όμως σύμφωνο ότι το υπ' αριθμό
(6)έγγραφο, ως περιγράφεται πιο πάνω συνιστά προνομιούχο έγγραφο το οποίο η πλευρά του εναγόμενου μπορεί να μη διαθέσει προς επιθεώρηση ή παραδώσει αντίγραφά τους στην άλλη πλευρά. Και τούτο καθώς η κατηγορία εγγράφων για τα οποία μπορεί να προβληθεί ένσταση στην παρουσίαση τους ή να διεκδικηθεί προνόμιο στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκάλυψης αν και δεν προσδιορίζεται στους Κυπριακούς Θεσμούς για τούτο και τυγχάνει εφαρμογής η Αγγλική πρακτική, η οποία αντανακλάται στην O. 31, r. 12 και r. 13, των Αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν το 1960 και οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή τους.[1] Στο Annual Practice συνοψίζεται η πρακτική των Αγγλικών Δικαστηρίων για το ζήτημα αυτό.[2] Παρατίθεται πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από το Annual Practice 1958, σελ. 684: «The rules now provide that discovery is not to be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs: ... But in addition to this protection there are four grounds upon which it can be resisted as of right—(
- a)as being criminatory or penal, (
- b)as being within the doctrine of legal professional privilege, (
- c)as disclosing the party's evidence, (
- d)as being injurious to public interests....».[3] Ως εκ τούτου, διάδικος δικαιούται να ενστεί στο αίτημα για την επιθεώρηση εγγράφου εάν: (α) αυτό τείνει να τον ενοχοποιήσει ή να τον εκθέσει σε ποινικό κολασμό (criminatory or penal), (β) αυτό καλύπτεται από νομικό επαγγελματικό προνόμιο (legal professional privilege), (γ) αυτό αποκαλύπτει τη μαρτυρία του (as disclosing the party's evidence) και (δ) η αποκάλυψή του θα είναι επιβλαβής για το δημόσιο συμφέρον (injurious to the public interest. Στην υπόθεση Taylor v. Chief Constable of Greater Manchester [1995] 1 W.L.R. 447 αποφασίστηκε ότι εκθέσεις οι οποίες είχαν ετοιμαστεί από ερευνώντες λειτουργούς στο πλαίσιο διερεύνησης παραπόνων εναντίον της Αστυνομίας καλύπτονταν από προνόμιο. Και τούτο για να μπορούν κάποιες γνώμες να εκφράζονται ελεύθερα χωρίς τον φόβο ότι αυτές (οι γνώμες) θα αποκαλύπτονταν σε αυτούς που τους αφορούσαν.[4] Σχετική είναι και η ακόλουθη παραπομπή στο Σύγγραμμα Civil Evidence for Practitioners 4th Ed. παράγραφος 5-73: «...in Taylor v. Anderton and the Police Complaints Authority [1995] 1 W.L.R. 447, it was held that "class immunity" did continue to apply to investigating officers' reports. Bingham M.R. said that he had no difficulty in accepting the need for investigating officers to feel free to report on professional colleagues or members of the public without the apprehension that their opinions might become known to such persons, and he could readily accept that the prospect of disclosure in other than unusual circumstances would have an inhibiting effect on their reports. But at the end of day, it was a matter for the trial judge». Κρίνω ότι, σε σχέση με τον λόγο Ένστασης 7 ότι δηλαδή «Δεν υπάρχει πόρισμα πειθαρχικής έρευνας ούτε διενεργήθηκε πειθαρχική έρευνα» αλλά και ο σχετικός ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους του εναγόμενου, δεν ευσταθεί και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός καθ' ότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται με την Αίτηση τους ότι υφίστανται έγγραφα που αφορούν σε πειθαρχική διαδικασία. Εξετάζοντας τώρα το ζήτημα της σύνδεσης των ως άνω εγγράφων του Παραρτήματος Β με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς θα έλεγα ότι και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι τα Έγγραφα με την αρίθμηση
(1)-
(5), ως αυτά περιγράφονται από τον εναγόμενο στο Παράρτημα «Β» της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης, εμπίπτουν εντός μιας εκ των πιο πάνω αναγνωριζομένων από την Νομολογία περιπτώσεων, για τους λόγους που αναφέρονται στην ίδια ένορκη δήλωση ότι κατ' επέκταση αυτά καλύπτονται από προνόμιο, συμμερίζομαι τη θέση των Αιτητών ότι το γεγονός ότι αυτά τα Έγγραφα
(1)-
(5)αποτελούν μαρτυρία επί της οποίας εδράζονται ισχυρισμοί της Υπεράσπισης, τότε ο εναγόμενος κωλύεται και έχει αποποιηθεί («waived»), του όποιου δικαιώματός του να φέρει ένσταση στην παρουσίαση τους και να ενίσταται περαιτέρω στη επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων τους. Και τούτο, διότι, μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος προωθεί συγκεκριμένους ισχυρισμούς στην Υπεράσπισή του (παρ. 9)[5]. Κρίνω ότι δίδεται το δικαίωμα στην άλλη πλευρά, εφόσον προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός, όπως τα έγγραφα τα οποία αφορούσαν την ισχυριζόμενη διερεύνηση να τα επιθεωρήσει και να λάβει αντίγραφα τους, προς το σκοπό πλήρους ετοιμασίας τους για τους σκοπούς της ακρόασης της Αγωγής. Σχετικά με τα ανωτέρω είναι όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα Discovery του 1996, Κεφάλαιο 8, υπό τον τίτλο «Loss of Privilege» και δη στο υποκεφάλαιο «REFERENCE IN PLEADINGS» (σελίδες 224-226) στα οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών, στο οποίο αναλύεται το ζήτημα του κατά πόσο η αναφορά ενός εμπιστευτικού εγγράφου στα δικόγραφα ενός διαδίκου και προώθηση της υπόθεσης τους επί αυτού, συνεπάγεται την αποποίηση του δικαιώματος εμπιστευτικότητας (waiver of privilege). Μεταξύ άλλων στο πιο πάνω Σύγγραμμα γίνεται αναφορά στις ακόλουθες αγγλικές αποφάσεις: (Α) In Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer (No. 3) [1981] Q.B. 223, two members of the Court of Appeal expressed a broadly similar view to that of the Court of Appeal in Roberts v. Oppenheim (which was cited to them, though not referred to in the judgements). Lord Denning M.R. said: ''Buttes in their amended reply and defence to counterclaim referred to a number of documents. By pleading them, Buttes show that they intend to rely on them. They should make them available for production. If and so far as they contend that those documents are the subject of a privilege, they should amend their pleadings by striking out all reference to them.'' And Brightman L.J. said: ''It is to my mind.clear that a party cannot rely on a privileged document so pleaded without thereby waiving the privilege. Therefore sooner or later Buttes will have to decide whether to forego privilege in respect of a privileged document which is pleaded, or to abandon reliance on it". [.] (B) Finally, it should be noted that in Jobson v. Jobson (December 12, 1986, unreported), Ralph Gibson L.J. in the Court of Appeal took an even more robust view than Brightman L.J., when he said: ''If a party has in his pleading referred to a privileged document, he must produce it. The other side can make use of it.'' Συνοψίζοντας δε την ως άνω νομολογία καταγράφονται τα ακόλουθα: «[.] if a party, by his pleading or otherwise, shows that he intends to rely upon such document, then that pleading (like any other communication with the opposing party) will normally amount to such waiver. At the very last, it must be open to a party seeking discovery of a privileged document referred to in a pleading to require the party asserting privilege to elect whether to continue the reference (and lose privilege) or to delete it entirely». Συνεπώς, η σχετικότητα Εγγράφων αλλά και η πρόθεση του εναγόμενου να στηρίξει την Υπεράσπισή του και επί αυτών, προκύπτει αβίαστα από την περιγραφή τους και μόνο, καθ' ότι τα Έγγραφα του Παραρτήματος Β με την αρίθμηση
(1)-
(5)συνδέονται με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης του εναγόμενου ως αυτοί καταγράφονται πιο πάνω. Πιο συγκεκριμένα, τα Έγγραφα αφορούν τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου σε σχέση με τις (κατ' ισχυρισμό του ίδιου) έρευνες του εναγόμενου και/ ή της Αστυνομίας που διεξήχθησαν αναφορικά με τις επίδικες διαρροές. Η ίδια η έκθεση κρίνω ότι διέπεται από προνόμιο και μπορεί να μην επιθεωρηθεί ή δοθεί στην άλλη πλευρά. Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι δεδομένης της διασύνδεσης των Έγγραφων
(1)-
(5)με δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου, όπως αυτοί καταγράφονται και τυγχάνουν επίκλησης στην Υπεράσπισή του, ο εναγόμενος εμποδίζεται να επικαλείται ότι αυτά καλύπτονται ή προστατεύονται από «προνόμιο και/ ή ότι είναι εμπιστευτικά». Περαιτέρω, η επιθεώρηση και λήψη αντιγράφων των Εγγράφων από τους ενάγοντες κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης, καθ' ότι υπάρχει λογική πιθανότητα να προκύπτουν από τα Έγγραφα αυτά γεγονότα, τα οποία επηρεάζουν την Υπεράσπιση και τα οποία μπορούν να ρίξουν φως στην υπόθεση, ειδικότερα σε σχέση με την ευθύνη του εναγόμενου και, μεταξύ άλλων, των οργάνων της Αστυνομίας. Στη βάση ακριβώς αυτού του σκεπτικού κρίνω ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν αποτελεί προσπάθεια ψαρέματος μαρτυρίας (Λόγος Ένστασης 10), καθ' ότι η επίδικη μαρτυρία, της οποίας ζητείται η παρουσίαση και επιθεώρηση είναι συγκεκριμένη, ουσιώδης και σχετική με τα επίδικα ζητήματα. Προς επίρρωσή των ανωτέρω είναι σχετικά όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση The Peruvian Guano Company
(1883)11 Q.B. 55 και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Brett L.J. στη σελίδα 63: «It seems to me that every document relates to the matters in question in the action, which not only would be evidence upon any issue, but also which, it is reasonable to suppose, contains in formation which may - not which must - either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary. I have put in the words "either directly or indirectly" because, as it seems to me, a document can properly be said to contain information which may enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary, if it is a document which may fairly lead him to a train of inquiry, which may have either of these two consequences». Η έκδοση επομένως του διατάγματος ως ανωτέρω εξαιρουμένου του αιτητικού Α
(6), κρίνω ότι θα επιτρέψει όπως η ακροαματική διαδικασία διεξαχθεί με τρόπο δίκαιο και ίσο («equality of arms») και επί τη βάσει των δικογραφημένων ισχυρισμών και χωρίς να παραβλάπτεται οποιοδήποτε δικαίωμα διαδίκου στην διαδικασία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α
(1)-
(5). Ως προς το αιτητικό Α
(6)η αίτηση απορρίπτεται. Η επιθεώρηση να γίνει εντός 30 ημερών από σήμερα στα γραφεία του εναγόμενου σε ημερομηνία και ώρα που ο /ή η εκπρόσωπος του θα καθορίσει. Την ίδια ημερομηνία θα δοθούν αντίγραφα προς τους ενάγοντες και/ή τους δικηγόρους τους των ανωτέρω εγγράφων. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Ανάλογη είναι και η διαταγή ως προς τα έξοδα εφόσον η αίτηση πέτυχε μερικώς. Ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον του εναγόμενου/ Καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα σε ποσοστό ⅔ αυτών. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Fayza Shipping Co Ltd. v. Πλοίου M/V "Hajanies" ex "Anne"
(1996)1 A.A.Δ.
- [2] The Annual Practice 1958, σελ. 684, 694 και
- [3] Halbury΄s Laws of England 4η Έκδοση, Τόμος 37, σελ.187, παρ. 468: «The grounds on which this protection can be claimed can be classified under the following main heads:
(1)legal professional privilege;
(2)that production is contrary to public policy;
(3)that the documents in question may tend to incriminate the party or his or her spouse;
(4)that production is contrary to some statutory provision which imposes secrecy:
(5)that production is contrary to some express or implied agreement between the parties; and
(6)that production would, in the circumstances of the particular case, be disproportionate to the issues in the case or (formerly) oppressive». [4] Χρήστου Λοφίτη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ. 1396/15 Ε.Δ. Λάρνακας απόφαση ημερ. 21.01.2019 υπό της κας Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. όπως ήταν τότε. [5] « Ο εναγόμενος αναφέρει επιπλέον πως για κάποια από τα εκεί αναφερόμενα δημοσιεύματα υπεβλήθη σχετική καταγγελία, η οποία διερευνήθηκε δεόντως χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε εμπλοκή του εναγόμενου ή αντιπροσώπου αυτού στην όποια διαρροή πληροφοριών με τρόπο μη ενδεδειγμένο». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο