← Κύπρος

HALL (ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του πτωχεύσαντος Ηλία) ν. ΗΛΙΑ κ.α., Αρ. Αλλοδαπής Απόφασης: 503/2016, 16/7/2021

HALL (ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του πτωχεύσαντος Ηλία) ν. ΗΛΙΑ κ.α., Αρ. Αλλοδαπής Απόφασης: 503/2016, 16/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A417 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αλλοδαπής Απόφασης: 503/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΚ) ΑΡΙΘ.1215/2012 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΤΗΣ 12ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012 ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ, ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΣΕ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΠΡΟΣΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΤΣΕΧΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΕΣΘΟΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΛΕΤΟΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΛΙΘΟΥΑΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΓΓΑΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΛΟΒΑΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΈΝΩΣΗ (ΚΥΡΩΤΙΚΟΣ) ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ 2003 (Ν.35(ΙΙΙ)/2003) ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΩΤΕΡΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ (HIGH COURT OF JUSTICE, CHANCERY DIVISION) ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΣΤΙΣ 09/11/2015 ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΜΕ ΑΡΙΘΜΟ 6931 ΤΟΥ 2010 («η Αγγλική Δικαστική Απόφαση»). ΜΕΤΑΞΥ:

  1. XXXXX HALL (ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του πτωχεύσαντος XXXXX Ηλία)
  2. E-CLEAR (UK) PLC (Σε Εκκαθάριση) Αιτητές και
  3. XXXXX ΠΕΤΡΟΥ ΗΛΙΑ
  4. XXXXX ΗΛΙΑ Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------- Ημερομηνία: 16 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Ο κ. Σ. Πίττας, για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 : Προσωπικά Για την Καθ' ης η αίτηση 2: Ο κ. Δ. Μιχαηλίδης, για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η (επιβολή ποινής σε αίτηση παρακοής από Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση από αυτό που καταδίκασε τους Καθ' ων η αίτηση και τους βρήκε ένοχους ηθελημένης παρακοής) Η ΑΙΤΗΣΗ: Εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στις 10.05.2017 καταχωρίστηκε αίτηση παρακοής σε διατάγματα του δικαστηρίου τα οποία εκδόθηκαν επί μονομερούς αιτήσεως την 2.12.2016, διατάγματα τα οποία οριστικοποιήθηκαν κατόπιν ακροάσεως στις 4.04.
  5. Στα πλαίσια της ως άνω αίτησης οι Αιτητές εξασφάλισαν διατάγματα με τα οποία εμποδίζονταν από του να μεταβιβάσουν και/ή πωλήσουν και/ή διαθέσουν και/ή αποξενώσουν και/ή μειώσουν την αξία και/ή επιβαρύνουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε περιουσιακό τους στοιχείο και/ή των Εταιρειών τους τα οποία βρίσκονται στην Κύπρο έτσι που η συνολική αξία αυτών των περιουσιακών στοιχείων να μην είναι χαμηλότερη από Αγγλικές Στερλίνες £800.000 μέχρι την τελική ακρόαση της Αίτησης με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της Αγγλικής Δικαστικής Απόφασης και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στο διάταγμα περιγράφονται 7 ακίνητα. Επίσης να μη καταστρέψουν οποιαδήποτε έγγραφα που σχετίζονται με τα περιουσιακά τους στοιχεία (Διατάγματα Α και Β). Στην ίδια ως άνω αίτηση εκδόθηκε επίσης διάταγμα ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχει κανένας από τους προβλεπόμενους στο Άρθρο 45 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 λόγους άρνησης της αναγνώρισης της Απόφασης ημερ. 9.11.2015 που εκδόθηκε από το Ανώτερο Δικαστήριο της Αγγλίας (HIGH COURT OF JUSTICE, CHANCERY DIVISION) στην Αγωγή υπ' αριθμό 6931 του 2010 υπέρ των Αιτητών

(1)XXXXX HALL (ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του πτωχεύσαντος XXXXX Ηλία και
(2)E- CLEAR (UK) PLC (Σε Εκκαθάριση), από το Ηνωμένο Βασίλειο και ενάντια στους Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση
(1)XXXXX ΠΕΤΡΟΥ ΗΛΙΑ (Αρ. Δελτ. Ταυτότητας XXXXX53) και
(2)XXXXX Ηλία (Αρ. Δελτίου ταυτότητας XXXXX31) (η «Αγγλική Δικαστική Απόφαση») (α) για την καταβολή από την Καθ' ης η αίτηση Αρ.1 ποσού Αγγλικών Στερλινών £693.527,82 και (β) για την καταβολή από τον Καθ' ου η αίτηση Αρ. 2 ποσού Αγγλικών Στερλινών £43.200,
  1. Τα ως άνω διατάγματα εκδόθηκαν στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αλλοδαπής Αίτησης για αναγνώριση και εγγραφή της ως απόφασης Κυπριακού Δικαστηρίου της Αγγλικής Δικαστικής Απόφασης ημερ. 9.11.2015 που εξέδωσε το Ανώτερο Δικαστήριο της Αγγλίας (HIGH COURT OF JUSTICE, CHANCERY DIVISION) στην Αγωγή υπ' αριθμό 6931 του 2010 η οποία με απόφαση του Δικαστηρίου την 6.07.2017 κρίθηκε ότι πληρούνταν όλοι οι όροι για την αναγνώριση και εγγραφή της. Κατά την τελευταία αυτή απόφαση «.τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 2.12.2016 και οριστικοποιήθηκαν κατόπιν ακροάσεως στις 4.04.2017 - αναφορικώς με τα επίδικα (κυπριακά) ακίνητα - θα ισχύουν (και έτσι διατάζεται) μέχρι την πλήρη εκτέλεση της Αγγλικής Απόφασης, εκτός στο βαθμό που οι όροι τους πρέπει (πάντοτε με τη σύμφωνη γνώμη των αιτητών), να τύχουν εύλογων και ανάλογων αναπροσαρμογών για να γίνει δυνατή η υλοποίηση της παρούσας και της εν τέλει εκτέλεσης της». Η απόφαση στην οποία οι Καθ' ων η αίτηση βρέθηκαν ότι παρακούουν τα ως άνω διατάγματα του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 5.09.2019 με την Καθ' ης η αίτηση 1 να είναι παρούσα και τον Καθ' ου η αίτηση 2 απόντα. Αφού ζητήθηκε χρόνος από τους Καθ' ων η αίτηση παρέμεινε για γεγονότα και ποινή σε άλλη ημερομηνία. Με επανειλημμένες αναβολές λόγω απουσίας του ενός εκ των δύο Καθ' ων η αίτηση ή και των δύο για διάφορους λόγους και ακολούθως λόγω των προβλημάτων που προκάλεσε η πανδημία Covid -19 η υπόθεση τέθηκε τελικά μετά την προαγωγή του εκδικάσαντος Προέδρου ως ήταν τότε κ. Ν. Σάντη στο Ανώτατο Δικαστήριο αρχικά ενώπιον άλλου Προέδρου και στη συνέχεια με την αφυπηρέτηση και αυτού ενώπιον μου. Συγκεκριμένα η υπόθεση παρέμεινε στη συνέχεια στις 4.10.2019 για σκοπούς έκθεσης γεγονότων και μετριασμού της ποινής. Ακολούθως παρέμεινε στις 22.11.2019 για οδηγίες με οδηγίες όπως συνταχθεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Εκείνη την ημερομηνία παρών ήταν ο Καθ' ου η αίτηση 2 και η Καθ' ης η αίτηση 1 ήταν απούσα λόγω προβλήματος υγείας και έτσι ορίστηκε εκ νέου την 21.01.2020 για Οδηγίες με επανάληψη των οδηγιών και πάλι όπως ετοιμαστούν οι εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας. Παρόμοια συνέβησαν και στις 21.01.2020 με τον εκ νέου ορισμό της υπόθεσης για Γεγονότα και Ποινή, την 24.02.2020 και ακολούθως στις 30.04.2020 και 2.06.2020, 25.09.2020, 27.11.2020, 18.12.2020 και στη συνέχεια μετά από την προαγωγή του Προέδρου κ. Ν. Σάντη υπό διαφορετική σύνθεση ενώπιον άλλων αδελφών δικαστών. Ενώπιον μου τέθηκε για πρώτη φορά στις 10.05.2021 χωρίς την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση οπότε και εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον τους με οδηγίες να μην εκτελεστούν εφόσον θα ειδοποιούνταν από τους δικηγόρους τους και ακολούθως για γεγονότα και ποινή στις 26.05.2021 οπότε εμφανίστηκε ο Καθ' ου η αίτηση 2 αλλά όχι η Καθ' ης η αίτηση 1 για την οποία παρουσιάστηκε ιατρική βεβαίωση για πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει. Η υπόθεση επαναορίστηκε για τον ίδιο σκοπό στις 10.06.2021, 5.07.2021 και 8.07.
  2. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους σε σχέση με το ζήτημα που ανέκυψε, της επιβολής δηλαδή ποινής από το Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση από αυτό που είχε βρει ένοχους τους Καθ' ων η αίτηση. Ο κ. Δ. Μιχαηλίδης εκπροσωπώντας μόνον την Καθ' ης η αίτηση 1 μετά που δόθηκε άδεια στο δικηγορικό τους γραφείο να αποχωρήσουν από την εκπροσώπηση του Καθ' ου η αίτηση 2, στη σύντομη αλλά περιεκτική εισήγηση του εισηγήθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο κωλύεται από του να προχωρήσει με την αγόρευση για μετριασμό της ποινής και της επιβολής ποινής καθ' ότι η ενοχή των Καθ' ων η αίτηση κρίθηκε από Δικαστήριο με διαφορετική σύνθεση και επομένως δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της αίτησης παρακοής ενώπιον του εκδικάσαντος Δικαστού με την επιβολή της ποινής. Προς τούτο παρέπεμψε σε σχετικές αποφάσεις που κατά την άποψη του εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση και εισηγήθηκε όπως η αίτηση ανασταλεί και διαταχθεί η επανεκδίκαση της (retrial ή venire de novo). Ο κ. Σ. Πίττας για τους Αιτητές, στην εισήγηση του, αφού κάνει μια περιεκτική ανασκόπηση της υπόθεσης εισηγείται αποδίδοντας την ευθύνη για την μη ολοκλήρωση της διαδικασίας μέχρι σήμερα στους Καθ' ων η αίτηση λόγω της απουσίας τους κατά τις δικασίμους που επακολούθησαν την απόφαση με την οποία καταδικάστηκαν και βρέθηκαν ένοχοι παρακοής διατάγματος, μόλις στην τελευταία δικάσιμο εξέφρασαν τη γνώμη ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει ποινή. Εισηγήθηκε, αφού έκανε μια εκτενή ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου, της νομολογίας και αυθεντών επί του ζητήματος της επανεκδίκασης μιας υπόθεσης (writ for venire de novo) αλλά και των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης και του σημείου στο οποίο βρίσκεται αυτή ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το αίτημα και να προχωρήσει να ακούσει γεγονότα και να επιβάλει ποινή όπως είναι προγραμματισμένη η υπόθεση. Έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπ' όψιν τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει. Σημειώνεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση 2 αν και ενήμερος της διαδικασίας προτίμησε να μην εμφανιστεί ο ίδιος ή κάποιος συνήγορος εκ μέρους του. Εν πάση περιπτώσει η παρούσα αφορά αμιγώς νομικό ζήτημα και η απόφαση θα είναι δεσμευτική και για αυτόν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Σύμφωνα με το άρθρο αυτό κάθε Δικαστήριο έχει εξουσία να εξαναγκάζει σε υπακοή προς οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα, διατάσσοντας ή απαγορεύοντας εκτέλεση οιασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλάκισης ή μεσεγγύησης πραγμάτων και ότι μπορεί επιπροσθέτως να επιδικάσει στο πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα, τέτοιο ποσό υπό μορφή αποζημίωσης το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί πρέπον. Η εφαρμογή των προνοιών του άρθρου αυτού στοχεύει στην αποκατάσταση των συμφερόντων του παραπονούμενου και του κύρους του Δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Α.Μ. Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου (Αρ.4)
(1993)1 ΑΑΔ 961). Τέτοιες αιτήσεις έχουν ποινικό χαρακτήρα - χαρακτηρίζονται και ως οιονεί ποινικές (Wendling και Άλλου v. Eleri Trading Ltd, PE 22/10, ημ. 20.05.2014, Αναφορικά με την Αίτηση του Martin Coward, Π.Ε 105/2012 ημ. 23.05.13. Το επίπεδο απόδειξης τους είναι το ίδιο με εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Yugos Finance BV και Άλλων v. Halebay Holdings Limited, Π.Ε. 180/09, ημερ. 8.03.13, είναι δε απαραίτητο σε αυτές τις περιπτώσεις (οιονεί αδικήματος (Κωνσταντίνου v. Ξιούρου, Έφεση Αρ. 3/12 ημερ. 9.05.14) να αποδειχθεί και η πρόθεση του καθ' οι η αίτηση να καταστρατηγήσει τις πρόνοιες του διατάγματος (Πέτσα v. Πιερίδη
(2011)1 (Γ) ΑΑΔ 1716, Θεοφάνους v.CCC Laundries (Paphos) Ltd και Άλλων
(2009)2 ΑΑΔ 634). Η Ποινική Δίκη: Είναι δε γεγονός ότι σε σχέση με την ποινική διαδικασία δεν υπάρχει ορισμός της δίκης (trial) και της ακροαματικής διαδικασίας (hearing), ως τεχνικών όρων με κάποιο ειδικό νόημα (βλ. Κυριάκος Γ. Κυριακίδης Λτδ v. Lumian Ltd και Άλλων
(2000)2 ΑΑΔ 343). Ο όρος δίκη, χρησιμοποιείται αδιακρίτως στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155 και για αυτά που προηγούνται και γι' αυτά που έπονται της απάντησης στην κατηγορία. Εν όψει δε των ρητών διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η δίκη είναι έννοια ευρύτερη της ακροαματικής διαδικασίας - που αποτελεί μέρος της δίκης και ορίζει τη μέθοδο στοιχειοθέτησης και τεκμηρίωσης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας (Kουμανταρής v. Αθανασίου
(2004)2 ΑΑΔ 26, Κυριάκος Γ. Κυριακίδης Λτδ v.Lumian Ltd και Άλλου
(2000)2 ΑΑΔ 343) - και περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου (Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Αρ. 2) 2000 1 (Γ) ΑΑΔ 1669, Δημοκρατία v. Ford και Άλλων (ΑΡ.1)
(1995)2 ΑΑΔ 29), μέχρι την έκδοση της ετυμηγορίας (Lanitis Bros Ltd v. Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 ΑΑΔ 266) και χωρίς σίγουρα να εξαντλείται στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ακόμα και αν η απόφαση είναι αθωωτική (Αναφορικά με την Αίτηση του Λοΐζου Χρ. Μαραγκού
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 890). Η ποινική δίκη, υπό την ευρεία έννοια θεωρείται ότι αρχίζει από την ημερομηνία που ο κατηγορούμενος (ή ο ύποπτος), πληροφορείται επισήμως ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης (Πουμπουρής v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1,Eckle v. Federαl Republic of Germany
(1983)5 EHRR 1). Σε απλές περιπτώσεις, ο χρόνος αυτός αρχίζει συνήθως να υπολογίζεται από την ημερομηνία που του προσάπτονται οι κατηγορίες από την Αστυνομία (Ewing v. United Kingdon
(1988)10 EHRR 141). Εκεί όπου η πρόσαψη των κατηγοριών από την Αστυνομία καθυστερεί, ο χρόνος μπορεί να θεωρηθεί ότι αρχίζει από τη μέρα σύλληψης του κατηγορούμενου (Χ v. The United Kingdom
(1979)17 DR 122) ή από τη στιγμή κατά την οποία πληροφορείται για την πιθανότητα ποινικής δίωξης (X v. United Kingdom
(1978)14 DR 26), ή ακόμη και από την καταγγελία του στην Αστυνομία από τον παραπονούμενο (Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294). Σύμφωνα με το άρθρο 37 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με το κατηγορητήριο που απαγγέλλεται εναντίον του ενώπιον Δικαστηρίου (βλ. γενικώς Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Ευθυμίου - Α Efthymiou Enterprises Ltd, Π.Ε.368/10, ημερ. 13.2.13) (βλ. Τ. Ηλιάδης και Ν. Σάντης «Το Δίκαιο της Απόδειξης» σελ. 54, 55). Το ερώτημα επομένως το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο επιβάλλεται στη βάση του πιο πάνω ιστορικού/πορείας της υπόθεσης η επανεκδίκαση (retrial ή 'venire de novo'') της αίτησης ή αν μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει με το να ακούσει τα γεγονότα της υπόθεσης και επιβάλει ποινή υπό την παρούσα ή οποιανδήποτε άλλη σύνθεση. Υπενθυμίζεται ότι οι Αιτητές εξαιτούνταν τα ακόλουθα: « Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πληρωμή προστίμου και/ή τη φυλάκιση της Καθ' ης η Αίτηση Αρ. 1 XXXXX ΠΕΤΡΟΥ ΗΛΙΑ (Αρ. Δελτίου Ταυτότητας XXXXX53) και/ή του Καθ' ου η Αίτηση Αρ. 2 XXXXX ΗΛΙΑ (Αρ. Δελτίου Ταυτότητας XXXXX31), και/ή τη μεσεγγύηση πραγμάτων (SEQUESTRATION) για εξαναγκασμό των Καθ' ων σε υπακοή στο Ενδιάμεσο Διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 02/12/2016». Ανατρέχοντας στα εκδοθέντα την 2.12.2016 και συνταχθέντα διατάγματα την 6.12.2016 το διάταγμα με την αρίθμηση Γ είναι αυτό που διέτασσε με θετική ενέργεια τους καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν. Ουσιαστικά τους διέτασσε να καταχωρίσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών ένορκη δήλωση εκ μέρους τους με την οποία να αποκαλύψουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην Κύπρο και στο εξωτερικό τόσο προσωπικά όσο και εταιρειών τους ή νομικών οντοτήτων, καταπιστευμάτων, συνεταιρισμών κ.τ.λ. τα οποία ανήκουν είτε άμεσα είτε έμμεσα σε αυτούς, είτε αποκλειστικά είτε μαζί με άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών στοιχείων που κατέχουν οι εν λόγω εταιρείες και την χώρα ίδρυσης και τις διευθύνσεις αυτών και ως το αιτητικό Γ
(2)να παρουσιάσουν και να παραδώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή και/ή έλεγχο αυτών (άμεσα ή έμμεσα), που να επιμαρτυρούν ή αποδεικνύουν τα ζητήματα και/ή θέματα που αναφέρονται στην ίδια αυτή παράγραφο υπό (α) - (δ). Ως προς τα διατάγματα υπό Α και Β δεν είχε συζητηθεί οτιδήποτε κατά την αίτηση παρακοής. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΠΑΝΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ("writ for venire de novo'') Είναι γεγονός ότι η έρευνα μου δεν κατέδειξε ότι υπάρχει σαφής νομοθετική πρόνοια που να καθορίσει την δικαιοδοσία και εξουσία του δικαστηρίου σε σχέση με την επανεκδίκαση μια υπόθεσης. Στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 αναφέρεται ξεκάθαρα ότι εν τη απουσία νομοθετικής πρόνοιας στην Κύπρο εφαρμόζεται το ισχύον Αγγλικό Δίκαιο. Συγκεκριμένα: « 'Άρθρο 3 Αναφορικά με ζητήματα ποινικής δικονομίας για τα οποία δεν υπάρχει ειδική διάταξη στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα που ισχύει εκάστοτε, κάθε Δικαστήριο εφαρμόζει σε ποινική διαδικασία, το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία και κανόνες πρακτικής οι οποίοι αφορούν την ποινική δικονομία». Ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος (Κεφ. 155), δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια σχετικά με το ποιο Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία και εξουσία να διατάξει επανεκδίκαση ποινικής διαδικασίας ή οιονεί ποινικής διαδικασίας. Αντίστοιχες πρόνοιες απουσιάζουν και από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για τις περιπτώσεις αστικών υποθέσεων ή στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6). Όπως αναφέρεται ρητά στο Άρθρο 3 του Κεφ. 155, αναφορικά με ζητήματα ποινικής δικονομίας για τα οποία δεν υπάρχει ειδική διάταξη στο Νόμο αυτό ή σε οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα που ισχύει εκάστοτε, κάθε Δικαστήριο εφαρμόζει σε ποινική διαδικασία, το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία και κανόνες πρακτικής οι οποίοι αφορούν την ποινική δικονομία. Θα πρέπει να πω ότι ως προς το ζήτημα αυτό είχα αρκούντως ικανοποιητική καθοδήγηση από την εμπεριστατωμένη μελέτη του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών με την οποία και συμφωνώ. Ειδικότερα, Στην Αγγλία, το θέμα του ποιο Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανεκδίκαση ποινικών υποθέσεων λόγω παρατυπίας στην ποινική διαδικασία ρυθμίζεται από το Senior Courts Act 1981 (ως έχει τροποποιηθεί). Συγκεκριμένα, το Άρθρο 53 του Senior Courts Act 1981 αναφέρει ως ακολούθως: « 53 Distribution of business between civil and criminal divisions.
(1)Rules of court may provide for the distribution of business in the Court of Appeal between the civil and criminal divisions, but subject to any such rules business shall be distributed in accordance with the following provisions of this section.
(2)The criminal division of the Court of Appeal shall exercise— (
  1. a)all jurisdiction of the Court of Appeal under Parts I and II of the Criminal Appeal Act 1968; (
  2. b)the jurisdiction of the Court of Appeal under section 13 of the Administration of Justice Act 1960 (appeals in cases of contempt of court) in relation to appeals from orders and decisions of the Crown Court; (
  3. c)all other jurisdiction expressly conferred on that division by this or any other Act; and (
  4. d)the jurisdiction to order the issue of writs of venire de novo.
(3)The civil division of the Court of Appeal shall exercise the whole of the jurisdiction of that court not exercisable by the criminal division.
(4)Where any class of proceedings in the Court of Appeal is by any statutory provision assigned to the criminal division of that court, rules of court may provide for any enactment relating to— (
  1. a)appeals to the Court of Appeal under Part I of the Criminal Appeal Act 1968; or (
  2. b)any matter connected with or arising out of such appeals, to apply in relation to proceedings of that class or, as the case may be, to any corresponding matter connected with or arising out of such proceedings, as it applies in relation to such appeals or, as the case may be, to the relevant matter within paragraph (b), with or without prescribed modifications in either case». Να σημειωθεί ότι και πριν την εφαρμογή αυτού του νόμου την εν λόγω εξουσία είχε και πάλι το Ποινικό Αγγλικό Εφετείο με βάση το Criminal Appeal Act 1966 section 1
(2)(b)(ii) το οποίο και καταργήθηκε. Καθίσταται ξεκάθαρο λοιπόν κατά τον κ. Πίττα με τον οποίο και συμφωνώ, ότι το δίκαιο που εφαρμόζεται από το Κυπριακό Δικαστήριο εν τη απουσία πρόνοιας κυπριακού νομοθετήματος είναι το εκάστοτε ισχύον Αγγλικό δίκαιο, με βάση το οποίο δικαιοδοσία για έκδοση διατάγματος επανεκδίκασης της υπόθεσης έχει το Εφετείο, και όχι το Πρωτόδικο Δικαστήριο. (βλ. σχετικά την Αγγλική απόφαση R v Stromberg [2018] EWCA Crim 561, όπου το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι αίτηση για ''writ of venire de novo'' μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια αίτησης για άδεια έφεσης εναντίον καταδίκης αφού η δικαιοδοσία έκδοσης τέτοιας εξουσίας έχει μεταφερθεί σε αυτό το δικαστήριο με βάση την ανωτέρω Νομοθεσία και ότι η μόνη προσφερόμενη δίοδος προς την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού ήταν με την αίτηση παροχής άδειας για άσκηση έφεσης. Σύμφωνα λοιπόν με το Άρθρο 53
(2)(d) του Senior Courts Act 1981, είναι ξεκάθαρο ότι και στην Κύπρο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο (στα πλαίσια της ιδιότητας του ως Εφετείο) το οποίο είναι το μόνο που έχει εξουσία να εκδώσει διάταγμα τύπου (venire de novo). Πώς εφαρμόζονται όμως οι πιο πάνω πρόνοιες στην παρούσα υπόθεση; Το αίτημα επανεκδίκασης της υπόθεσης δεν μπορεί να τεθεί ούτε και να αποφασιστεί από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Η απουσία σχετικής νομοθετικής διάταξης που να παρέχει εξουσία και δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο για να διατάξει επανεκδίκαση της Αίτησης σε συνδυασμό με την ξεκάθαρη Αγγλική νομοθετική πρόνοια που τοποθετεί την εξουσία έκδοσης διατάγματος επανεκδίκασης στα χέρια του Εφετείου, στερούν από το παρόν δικαστήριο την δικαιοδοσία, να επιληφθεί του αιτήματος των Καθ' ων η Αίτηση για επανεκδίκαση και καθιστούν την επιβολή ποινής μονόδρομο. Σχετικό αίτημα επανεκδίκασης θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο στο πλαίσιο έφεσης σε καταδικαστική απόφαση και όχι στο στάδιο επιβολής ποινής από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Θα συμφωνήσω με τον κ. Πίττα και ως προς τούτο. Δεν θα ήταν λογικό και κατά τη δική μου αντίληψη, εάν το παρόν Δικαστήριο εξέδιδε τέτοιο διάταγμα επανεκδίκασης της υπόθεσης καθώς θα οδηγείτο σε μια επανάληψη της ακροαματικής διαδικασίας και θα λειτουργούσε ως Εφετείο του αδελφού πρωτόδικου Δικαστηρίου που έχει ήδη ακροαστεί την υπόθεση και έχει εκδώσει σχετική απόφαση επί της ενοχής. Θα πρόκειται ουσιαστικά για παραμερισμό απόφασης ενοχής μετά από ακροαματική διαδικασία κάτι που θα μπορούσε να γίνει μόνον από το Εφετείο εάν ήθελε αμφισβητηθεί η εκδοθείσα απόφαση. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερούμενο εξουσίας να διατάξει επανεκδίκαση της αίτησης παρακοής δεν έχει άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει να ακούσει τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβάλει ποινή σύμφωνα με τα γεγονότα που έχει ενώπιον του (ας μη διαφεύγει την προσοχήν η δυνατότητα να ανατρέξει το Δικαστήριο σε ένα δικαστικό φάκελο και να αναζητήσει σε αυτόν οποιαδήποτε πληροφορία που περιέχεται σε αυτόν για σκοπούς ορθής έκθεσης των γεγονότων και δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης). Τα γεγονότα όμως εν προκειμένω είναι απλά και ήδη έχουν καταγραφεί πιο πάνω οι λόγοι στους οποίους οφειλόταν η καθυστέρηση της προώθησης της διαδικασίας οι οποίοι οφείλονταν αποκλειστικά στους Καθ' ων η αίτηση. Ας μη παραγνωρίζονται και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της άλλης πλευράς για γρήγορη απονομή δικαιοσύνης. Η απόφαση για έκδοση διατάγματος επανεκδίκασης μιας υπόθεσης δεν είναι πανάκια και δεν μπορεί να εκδίδεται ελαφρά τη καρδία. Επίσης οι ιδιαίτερες περιστάσεις μιας υπόθεσης όπως είναι το στάδιο στο οποίο γίνεται η αλλαγή του Δικαστή, η φύση της υπόθεσης αλλά και οι συνέπειες που θα είχε μια διαταγή επανεκδίκασης τόσο ως προς την απονομή της δικαιοσύνης όσο και σε σχέση με τα έξοδα, θα πρέπει να σταθμίζονται και να λαμβάνονται υπόψη πριν την έκδοση σχετικού διατάγματος. Ως προς το ζήτημα της αλλαγής Δικαστή μετά την έκδοση καταδικαστικής απόφασης πριν από την επιβολή ποινής και ότι δεν δικαιολογείται η επανεκδίκαση της υπόθεσης, εύστοχη υπήρξε η παραπομπή μου στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England στον Τόμο 24Α στην παράγραφο 34 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: « Where the judge dies during a trial with a jury another judge has no jurisdiction to continue the trial, even with the consent of the parties, but a fresh triable must be commenced. Where, however, the presiding judge dies during proceedings without a jury, after some of the witnesses have been called, another judge may at the parties' request preside at the continuation of the same hearing if there is no conflict of evidence and after reading the shorthand notes of the evidence, and the witnesses who have given that evidence need not be recalled. (In re British Reinforced Concrete Engineering Co Ltd [1929] 45 TLR 186. See also Hallam v Hallam
(1930)47 TLR
  1. Where one of the members of an appellate court dies after the hearing but before judgment has been delivered, it would seem that a judgment written by the deceased member before his death may be adopted by one of the other members as his own, if it is to stand as part of the decision of the court». Στο ανωτέρω απόσπασμα διακρίνονται οι περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο απαρτίζεται από Δικαστή και ενόρκους, και σε αυτή την περίπτωση τυχόν θάνατος ή άλλο γεγονός και συνεπαγόμενη αδυναμία του ίδιου δικαστή να συνεχίσει μια υπόθεση και να εκδώσει απόφαση οδηγεί αδήριτα στην επανέναρξη της διαδικασία. Στην δεύτερη περίπτωση όπου δεν υπάρχει σώμα ενόρκων ακόμα και αν ο Δικαστής αλλάξει, ενώ έχει ήδη ακούσει κάποιους μάρτυρες, οι μάρτυρες δεν χρειάζεται να καλεστούν εκ νέου για να μαρτυρήσουν αλλά ο νέος δικαστής μπορεί να βασιστεί στις σημειώσεις και στα πρακτικά που λήφθηκαν. Αξιομνημόνευτη δε είναι και η τρίτη περίπτωση που αφορά περίπτωση όπου μέλος του Εφετείου πεθαίνει ενώ έχει γραφτεί η απόφαση αλλά πριν να αναγνωσθεί (delivered) τότε ένα άλλο μέλος μπορεί να την υιοθετήσει ως δική του. Προκύπτει ότι στην πρώτη περίπτωση η υπόθεση οδηγείται σε επανεκδίκαση ενώ στις άλλες δυο περιπτώσεις η ροπή είναι να διασωθεί η διεξαχθείσα διαδικασία και να συνεχιστεί από το νέο Δικαστήριο από το σημείο όπου είχε αφεθεί. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της πρώτης περίπτωσης και των άλλων δυο είναι η ύπαρξη Ενόρκων (Jury). Αυτά επιβεβαιώνονται και από την απόφαση Coleshill v Manchester Corporation [1928] 1 KB 776 όπου ο Δικαστής σε υπόθεση με ενόρκους απεβίωσε αφού πρώτα είχε ακούσει τρεις εκ των μαρτύρων του ενάγοντα. Το Δικαστήριο ανέφερε obiter ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να συμβαίνει όταν αφορά δίκη με δικαστή και ενόρκους. Συγκεκριμένα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 785-786: « SCRUTTON L.J. [after stating the facts, proceeded:] This case was heard under melancholy circumstances. Mr. Justice Fraser, who began the case on Thursday, July 7, and had heard three of the plaintiff's witnesses, was taken ill during the night and died on the Friday. Mr. Justice Acton was sent down from London on the Sunday and, having read Thursday's shorthand notes, at the urgent request of the parties continued the case with the same jury on Monday, the 11th, the Thursday's witnesses not being recalled. I can understand that in the unprecedented and painful circumstances it is unnecessary to take any objection to what happened, but I think it is a precedent which should not be followed in future. I doubt whether a judge has any jurisdiction to continue the hearing of a case in which witnesses have been called in Court in the course of the trial before the jury and another judge, it not being a case of evidence being taken on commission or before an examiner». Στον αντίποδα βέβαια στέκεται η απόφαση In re British Reinforced Concrete Engineering Co Ltd [1929] 45 TLR 186, όπου κατά την διάρκεια της δίκης χωρίς ενόρκους, ο δικαστής πέθανε και η δίκη συνεχίστηκε από άλλο δικαστή μετά από αίτημα των μερών. Ο Δικαστής Mc Kinnon ανέφερε τα εξής: « Where during proceedings without a jury, after some of the witnesses have been called, the presidenting judge dies, another judge if there is no conflict of evidence, may at the request of the parties preside at the continuation of the hearing after reading the shorthand notes of the evidence and need not have the witnesses recalled». Η ανωτέρω απόφαση υιοθετήθηκε αναφορικά με το συγκεκριμένο ζήτημα στην The Forest Lake [1968] P 270 (Αυθεντία 4), σε ακρόαση υπόθεσης σύγκρουσης πλοίου που δικαζόταν από 3 δικαστές, ένας εκ των οποίων αφυπηρέτησε εγείροντας τα ίδια ερωτήματα. Το Δικαστήριο σε αυτή την υπόθεση σχολίασε τα λεχθέντα από τον δικαστή Scrutton LJ στην Coleshill v Manchester Corporation [1928] 1 KB 776 αναφέροντας ότι αποτελούν obiter dicta και δεν είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο ενώ συνέχισε υιοθετώντας το σκεπτικό της υπόθεσης In re British Reinforced Concrete Engineering Co Ltd [1929] 45 TLR
  2. Στην εξέταση της νομολογίας ο Δικαστής ανέφερε περαιτέρω δυο υποθέσεις την Hopemount και την H.M.S Vanity όπου μετά τον θάνατο του Δικαστή Langton οι νέοι Δικαστές συνέχισαν την δίκη από το σημείο που είχε αφεθεί, καταλήγοντας έτσι ως εξής: « I have dealt with the authorities at a little length because of the doubts expressed by Scrutton LJ, which I have already discussed, but I don't think that those observations, in the circumstances in which they were made, bind me on this application. I am prepared to distinguish them for the purpose of this case.» Η παρούσα υπόθεση είναι φανερόν ότι διαφοροποιείται από την Coleshill v Manchester Corporation καθώς πρόκειται για υπόθεση στην οποία δεν συμμετέχει σώμα ενόρκων (Jury) και κατ' επέκταση τα λεχθέντα, ως obiter dicta, από τον Δικαστή Scrutton LJ δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Η παρούσα περίπτωση όμως διακρίνεται και ως προς τούτο. Δεν πρόκειται για περίπτωση όπου ο δικαστής αλλάζει στο μέσο της ακροαματικής διαδικασίας. Η ακροαματική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, έχουν ακουστεί μάρτυρες και έχει εκδοθεί η απόφαση για την ευθύνη των Καθ' ων η αίτηση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει μια ήδη εκδοθείσα Απόφαση - (που έκδωσε ομόβαθμος Δικαστής) - και να επαναλάβει την ακροαματική διαδικασία η οποία έχει ήδη ολοκληρωθεί. Αυτό ισχυροποιεί τη θέση των Αιτητών με την οποία συμφωνώ υπέρ της συνέχισης της διαδικασίας και της επιβολής ποινής. Η εντύπωση του Δικαστή όπως αποτυπώθηκε στην αυθεντική εξέταση και αντεξέταση των μαρτύρων δεν μπορεί να αγνοηθεί αλλά ούτε και να επαναληφθεί. Σε περίπτωση επανεκδίκασης της υπόθεσης η ανά χείρας Απόφαση (ήτοι η Απόφαση του κ. Σάντη) - που περιλαμβάνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας των Καθ' ων η αίτηση θα αποτελέσει το εγχειρίδιο για προπαρασκευή της μαρτυρίας που θα κληθούν να δώσουν γνωρίζοντας πια, τί ερωτήσεις θα τους υποβληθούν και τι πρέπει ή δεν πρέπει να απαντήσουν. Με λίγα λόγια επανεκδίκαση της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι σαφές πλήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης, στην ασφάλεια δικαίου αλλά και στα δικαιώματα των Αιτητών. Στην υπόθεση The Forest Lake [1968] P 270, ο Δικαστής αναφέρθηκε στην απόφαση Hopemount και την H.M.S Vanity λέγοντας τα ακόλουθα: « There are two cases which I would desire to refer to very briefly, both arising from the death of Langton J. The first decision of Bucknill J in The Hopemount and the second the decision of Willmer J. in H.M.S Vanity. In both cases the evidence given before Langton J was admitted, and in The Hopemount Bucknill J said: "... the parties very wisely agreed that the evidence which had already been taken before Langton J....should be treated as evidence in this case" In that particular case Bucknill J looked at the notebook of Langton J and found that Langton J had approved of a witness as a very goof witness, clear alert and very fair. In that case Bucknill J. had no difficulty in dealing with the matter on the note of the evidence taken before another judge. Τhe same course was taken by Willmer J. in HMS Vanity. That was a case where possibly because of the war conditions there had been a very great delay before the case was heard. Some of the witnesses had been examined no less than five years earlier before Langton J. It was agreed that the witnesses evidence should be accepted when the trial started again». Στην παρούσα υπόθεση, όχι μόνο υπάρχουν αποστενογραφημένα πρακτικά ώστε το Δικαστήριο να λάβει γνώση αυτολεξεί της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν αλλά υπάρχει και η απόφαση που δίνει το στίγμα και την εντύπωση που δημιούργησαν στο Δικαστήριο οι εν λόγω μάρτυρες. Είναι δε γεγονός ότι στην υπόθεση K. Andreou Developers Ltd v Γιωργούλλας Τερλίδου Ποινική Έφεση Αρ. 7090
(2001)2 ΑΑΔ 636 στην οποία ο Επαρχιακός Δικαστής ο οποίες έκρινε ένοχη την εφεσίβλητη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής αφυπηρέτησε. Ο άλλος Επαρχιακός δικαστής ο οποίος επιλήφθηκε της υπόθεσης (μετά από δύο αναβολές) για σκοπούς επιβολής ποινής, την απάλλαξε επειδή ο κατήγορος δεν εμφανίστηκε εκείνη την ημέρα. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι η ποινική δίκη είναι ενιαία. Δεν επιτρέπεται ένας δικαστής να επιλαμβάνεται της ενοχής και άλλος της ποινής. Επομένως η διαδικασία ενώπιον του δεύτερου δικαστή ήταν εξ υπαρχής άκυρη. Μελετώντας την πιο πάνω απόφαση, βρίσκω ότι έχει δίκαιο ο κ. Πίττας σχολιάζοντας την ότι το Κυπριακό Εφετείο βασίστηκε μόνο επί της απόφασης του Privy Council στην Τζαμάικα στην Richards v. R. [1992] 4 All E.R. 807 και συγκεκριμένα στο ακόλουθο απόσπασμα: « Where a defendant is tried before a judge and jury, both have their roles to play and together they constitute the court of trial. If, in any case following trial and conviction by the jury, the judge were to die before passing sentence, there would be no court seised of the case by which sentence could be passed. The defendant, it seems to their Lordships, would in those circumstances have to be rearraigned before another court and if he again pleaded not guilty would have to be retried. But it would be absurd that he should be able to plead the jury's verdict in the first trial as a bar to the second». Με όλο τον σεβασμό στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο δεν έλαβε υπόψη του, ούτε φαίνεται να είχε τεθεί υπόψη του η υπόλοιπη Αγγλική νομολογία που αναφέρθηκε ανωτέρω και η οποία διαφοροποιεί τις υποθέσεις που αφορούν δίκες με παρουσία ενόρκων από τις δίκες που διεξάγονται μόνο με Δικαστή όπως στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της δικαιοδοσίας έκδοσης διατάγματος επανεκδίκασης προφανώς διότι γνώριζε ότι το ίδιο κέκτηται αυτής της δικαιοδοσίας. Επομένως βρίσκω ότι η πιο πάνω απόφαση (K. ANDREOU DEVELOPERS), δεν μπορεί να αποτελέσει δικαστικό προηγούμενο επί του οποίου να βασιστεί το παρόν Δικαστήριο αφ' ενός διότι δεν εξετάστηκαν, ούτε λήφθηκαν υπόψη οι υπόλοιπες αυθεντίες που αναφέρονται στην παρούσα, διαφοροποιώντας ουσιωδώς το υπό κρίση ζήτημα και αφ' ετέρου διότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει διάταγμα επανεκδίκασης της υπόθεσης. Θα πρέπει να πω ότι έχω μελετήσει και τη νομολογία στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος κ. Μιχαηλίδης. Πρόκειται για την απόφαση ημερομ. 25/01/2019 στην Πολ. Αίτ. αρ. 6/2019 (Αναφορικά με την Αίτηση του Μιτέλα), την απόφαση Ευθυμίου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 28 και την Δημοκρατία ν. Alan Carl Ford κ.α.
(1995)2 ΑΑΔ 29, αποφάσεις όμως των οποίων τα γεγονότα διαφέρουν από αυτά της παρούσας και έτσι κρίνω ότι δεν είναι αρκούντως καθοδηγητικές ούτε και δεσμευτικές ως προς το ζητούμενο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Μετά από όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι θα μπορούσε το παρόν Δικαστήριο υπό οποιανδήποτε ασφαλώς σύνθεση να προχωρήσει απορρίπτοντας το αίτημα των Καθ' ων η αίτηση και να προχωρήσει σε επιβολή ποινής. Υπό τις συνθήκες κρίνω ότι τα προκληθέντα έξοδα θα είναι υπέρ των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το τέλος της διαδικασίας που θα ακολουθήσει. (Σημείωση: Σε σχέση με το τι δέον γενέσθαι ενόψει της πιο πάνω απόφασης και των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που ανταλλάχθηκαν νωρίτερα, θα καταγραφεί στο πρακτικό που θα τηρηθεί και θα ενημερωθούν οι συνήγοροι των διαδίκων όπως και ο Καθ' ου η αίτηση 2 και πάλι ηλεκτρονικά). (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.