Υποβολή Αιτήματος από το Διαιτητικό Δικαστήριο της περιοχής Περμ (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Ρωσίας) για λήψη μαρτυρίας από την εταιρεία ABACUS LTD, Αριθμός Αίτησης: 26/21, 2/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A414 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αριθμός Αίτησης: 26/21 Σύμβαση μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού Δικαίου -και- Ο περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Μαρτυρία) Νόμος, Κεφ.12 -και- Υποβολή Αιτήματος από το Διαιτητικό Δικαστήριο της περιοχής Περμ (Ομοσπονδιακό Δικαστήριο Ρωσίας) για λήψη μαρτυρίας από την εταιρεία ABACUS LTD Ημερομηνία: 2/7/2021. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Abacus Ltd: O κ. Κύπρος Ιωαννίδης ΑΠΟΦΑΣΗ (αναφορικά με την ένσταση της μάρτυρος για την κατάθεση στο Δικαστήριο των πρωτότυπων ζητηθέντων εγγράφων) Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι το αίτημα του Διαιτητικού Δικαστηρίου, της περιοχής Περμ, της Ρωσίας το οποίο διαβίβασε στο Ανώτατο Δικαστήριο, μέσω Ρηματικής Διακοίνωσης της Ρωσικής Πρεσβείας, παρακλητικό αίτημα δικαστικής συνδρομής με το οποίο επιθυμεί την λήψη μαρτυρίας από την εταιρεία Abacus Ltd (στο εξής 'η Abacus'), στα πλαίσια της πολιτικής υπόθεσης υπ' αριθμό Α50‑17603/17 που εκδικάζεται ενώπιον του. Μέσα στα πλαίσια αυτά, εκδόθηκε, από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου (ως το αρμόδιο Δικαστήριο), διάταγμα, ημερομηνίας 21.5.21, στη βάση του περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Μαρτυρία) Νόμου Κεφ. 12, με το οποίο έχω διοριστεί ως εξεταστής με σκοπό να λάβω και να καταγράψω τη μαρτυρία της Abacus σύμφωνα με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς και τη Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά την εξέταση και αντεξέταση μαρτύρων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Eμπεδοκλής Eυάγγελος (Aρ. 1)
(2009)1 ΑΑΔ 697 «Η διαδικασία έκδοσης Διατάγματος εξέτασης, όπως προσδιορίζεται στο Αρθρο 3
(1)του περί Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Μαρτυρία) Νόμου, Κεφ. 12 (ο «Νόμος»), ενεργοποιείται με την υποβολή μονομερούς αιτήσεως, που μπορεί να έχει τη μορφή έγγραφης εξουσιοδότησης ή επιστολής παράκλησης ή άλλης μορφής μαρτυρία, από «αρμόδιο Δικαστήριο σε αλλοδαπή χώρα». Με το αίτημα απαιτείται η τεκμηρίωση της επιθυμίας (του αρμόδιου Δικαστηρίου) για λήψη μαρτυρίας, από οποιοδήποτε μάρτυρα που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου (Αρθρο 2, «το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας.)» Αυτό που ρητά επιζητείται, μέσω του παρακλητικού αιτήματος του Ρωσικού Δικαστηρίου, είναι η προσκόμιση και η κατάθεση από την Abacus των πρωτοτύπων εγγράφων των Παραρτημάτων 2 (Schedule 2, 'Instrument of transfer') και 3 (Schedule 3 'Irrevocable proximate and power of attorney') της Σύμβασης Εκχώρησης Ασφάλειας Ενυπόθηκων Δανείων ('Deed of Pledge'), ημερομηνίας 31.5.13, που υπεγράφη μεταξύ του XXXXX Gabov (στο εξης «ο Gabov») και της Ανοιχτής Ανώνυμης Εταιρείας «Αλφα-Μπανκ» (ΟΑΟ 'Alfa Bank') καθώς και στην κατάθεση των πρωτότυπων εγγράφων και δικαιολογητικών για την αγορά 999 μετοχών της εταιρείας Bakadri Ltd (στο εξης «η Bakadri») από τον Gabov. Σύμφωνα με την εντολή νομικής βοήθειας που αποστάλθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Ρωσίας, η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του Δικαστικού φακέλου, τα πιο πάνω έγγραφα είναι απαραίτητα όπως του αποσταλούν για την εξέταση της αίτησης που υπέβαλε ο ανταγωνιστικός πιστωτής‑ Μ.Α.Σίλο (στο εξής «ο Σίλο») στην πιο πάνω υπόθεση «περί αφερεγγυότητας (πτώχευσης) του Gabov σχετικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της συναλλαγής πώλησης της Αλφα-Μπανκ στο πλαίσιο της πιο πάνω Σύμβασης εκχώρησης, των 999 μετοχών της εταιρείας στην εταιρεία Bakadri, η οποία ανήκει στον Gabov.» Στα πλαίσια αυτά και συμμορφωμένος με το Διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, την 1.6.21, εξέδωσα σχετική κλήση προς τους διευθυντές της Abacus με σκοπό να εμφανισθούν, την 17.6.21, στο Δικαστήριο και στα πλαίσια λήψης σχετικής από αυτούς μαρτυρίας να καταθέσουν τα πιο πάνω πρωτότυπα έγγραφα. Αφού επιδόθηκε η σχετική κλήση, ως εμφαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου στις 2.6.21, κατά την πιο πάνω ημερομηνία εμφανίστηκε ενώπιον μου η κα. XXXXX Χ'' Χριστούδια (στο εξής «η μάρτυρας»), λογίστρια στο επάγγελμα και μία, όπως δήλωσε, εκ των 7 διευθυντών της Abacus. Αφού η εν λόγω μάρτυρας ορκίσθηκε, ενημερώνοντας εκ των προτέρων το Δικαστήριο μέσω του συνηγόρου της ότι φέρει ένσταση στη κατάθεση των πρωτοτύπων εγγράφων, της ζητήθηκε από αυτό να καταθέσει τα ζητηθέντα πρωτότυπα έγγραφα, αφού προηγουμένως το πληροφόρησε ότι πράγματι τα έχει στη κατοχή της. Ακολούθως, η εν λόγω μάρτυρας έφερε ένσταση στην κατάθεση τους καταχωρώντας στο Δικαστήριο γραπτή ένορκη δήλωση (Τεκμήριο 1), στην οποία επεξήγησε τους λόγους ένστασης της. Ανάφερε σε αυτή ότι η Abacus είναι Kυπριακή εταιρεία που δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, στον τομέα των διοικητικών υπηρεσιών, κατέχοντας προς τούτο σχετική άδεια, και παρέχει αριθμό υπηρεσιών σε εταιρείες ξένων συμφερόντων. Τυγχάνει εποπτείας από τον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (ΣΕΛΚ). Πληροφόρησε ακολούθως το Δικαστήριο ότι οι λόγοι ενστάσεις της Abacus, ως προς την κατάθεση των πρωτότυπων ζητηθέντων εγγράφων, εδράζονται σε τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι το αίτημα του Ρωσικού Διαιτητικού Δικαστηρίου για παράδοση των πρωτοτύπων εγγράφων αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ήταν η θέση της ότι ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας έχει καταχωριστεί η αγωγή υπ' αριθμόν 3596/18 (Παράρτημα 1 του Τεκμηρίου 1). Μέσω της εν λόγω αγωγής, ο Σίλο μαζί με τον Gabov, από κοινού ως ενάγοντες, καταχώρησαν αγωγή, μεταξύ άλλων, εναντίον της Bakadri, της Tekbird Ltd, της Abacus Secretarial Ltd (θυγατρική της Abacus) και ορισμένων ατόμων, οι οποίοι είναι υπάλληλοι ή συνδεδεμένα πρόσωπα με την Abacus. Μεταξύ των θεραπειών που διεκδικούν οι ενάγοντες είναι και η ακύρωση της μεταβίβασης των 999 μετoχών που κατείχε ο Cabov στο μετοχικό κεφάλαιο της Bakadri προς την Tekbird (βλ. Παράγραφο Α του κλητηρίου εντάλματος) Όπως φαίνεται από το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου, το οποίο περιλαμβάνεται στον φάκελο της παρούσας αίτησης, η θεραπεία που διεκδικεί ο Σίλο είναι πανομοιότυπη με την πιο πάνω θεραπεία που αξιώνει στο Κυπριακό Δικαστηρίο, εφόσον στην ουσία ο Σίλο, μέσω της αίτησης του στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Ρωσίας, ζητά την αναγνώριση της ακυρότητας της συναλλαγής πώλησης της Ανοιχτής Ανώνυμης εταιρείας Alfa-Bank, στο πλαίσιο της σύμβασης εκχώρησης δεσμεύσεων, με ημερομηνία 31.5.13, των 999 μετοχών της εταιρείας, στην εταιρεία Bakadri Ltd. Από τη στιγμή που οι θεραπείες που διεκδικεί ο Σίλο στην Κύπρο και στη Ρωσία, είναι πανομοιότυπες, αποτελεί ξεκάθαρη περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας. Επιπρόσθετα ο Σίλο, στα πλαίσια της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου, έχει καταχωρήσει κλήση οδηγιών (Παράρτημα 3 του Τεκμηρίου 1) με την οποία επιζητεί, μεταξύ άλλων, άδεια για αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων και των ζητηθέντων πρωτότυπων εγγράφων. Το εν λόγω αίτημα, σε συνάρτηση με το αίτημα του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Ρωσίας, αποτελεί περαιτέρω ένδειξη της καταχρηστικής συμπεριφοράς του. Ο δεύτερος λόγος ένστασης εδράζεται στο γεγονός ότι τυχόν συμμόρφωση της Abacus με το σχετικό αίτημα προσκόμισης και κατάθεσης των πρωτοτύπων εγγράφων, παραβιάζει το δικαίωμα της για δίκαιη δίκη και ενδεχομένως να της προκαλέσει μη ανατρέψιμη ζημιά τόσο στην ίδια όσο και στις συνδεδεμένες με αυτήν εταιρείες και ή άτομα. Αιτιολογώντας τη θέση της αυτή ισχυρίσθηκε ότι όπως προκύπτει από τα δικόγραφα στην πιο πάνω αγωγή (Παραρτήματα 4, 5 και 6 του Τεκμηρίου 1) τα ζητηθέντα έγγραφα, η αυθεντικότητά τους και το θέμα του κατά πόσο παραδόθηκαν δεόντως στην Abacus για εκτέλεση της μεταβίβασης των 999 μετοχών της Bakadri προς την Tekbird, αποτελούν βασικά και κρίσιμα επίδικα θέματα της. Είναι επομένως αναγκαίο όπως η Abacus διατηρήσει στην κατοχή της τα πρωτότυπα έγγραφα και η απρόσκοπτη δυνατότητα χρήσης τους από αυτήν, ως μαρτυρία στην αγωγή, είναι καίριας και ουσιώδης σημασίας για την υπεράσπισή της. Από τη στιγμή που αμφισβητείται η αυθεντικότητά τους θα πρέπει η Abacus να διατηρήσει κατοχή των εγγράφων ώστε αυτά να παρουσιαστούν σε πρωτότυπη μορφή στο Κυπριακό Δικαστήριο αλλά και να είναι διαθέσιμα για ανάλυση από εμπειρογνώμονα γραφολόγο. Τέλος, ο τρίτος λόγος ένστασης εδράζεται στο γεγονός ότι τα πρωτότυπα ζητηθέντα έγγραφα κατέχονται από την Abacus, υπό την ιδιότητά της ως αντιπρόσωπος και/ή εμπιστευματοδόχος και με υποχρεώσεις αυστηρής εμπιστευτικότητας της Bakadri, δηλαδή της εταιρείας της οποίας η μεταβίβαση των μετοχών τελεί υπό αμφισβήτηση. Συνεπώς η Abacus δεν είναι σε θέση να παραδώσει τα ζητηθέντα πρωτότυπα έγγραφα καθ' ότι δεν ανήκουν στην ίδια, αλλά σε άλλα πρόσωπα, εναντίον των οποίων δεν στρέφεται το κλητήριο. Από τη στιγμή που τα έγγραφα δεν ανήκουν στην Abacus, το Δικαστήριο δεν δύναται να απαιτήσει την κατάθεσή τους. Προς νομική υποστήριξη των πιο πάνω ενστάσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος που εμφανίστηκε εκ μέρους της Abacus, αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, παραπέμποντάς το και σε σχετικές αυθεντίες επί των επίδικων ζητημάτων. Τον ευχαριστώ για τη βοήθεια που προσέφερε στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή την όλη νομική επιχειρηματολογία του και την έλαβα δεόντως υπόψιν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση του αιτήματος του Ρωσικού Δικαστηρίου στηρίζεται, με βάση το Διάταγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στον περί Αλλοδαπών (Μαρτυρία) Νόμο, Κεφ. 12 και στον περί τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΣΣΔ για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου, Ν. 172/86. Τα άρθρα 3 και 16 του Ν. 172/86 προνοούν ότι: «Άρθρο 3 Έκταση Νομικής Συνδρομής Η νομική συνδρομή σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου περιλαμβάνει την αποστολή καί επίδοση εγγράφων, την παροχή πληροφοριών για το ισχύον δίκαιο και τη δικαστική πρακτική, τη διενέργεια ειδικών διαδικαστικών πράξεων που προβλέπονται από το δίκαιο του παραγγελλόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους και, ιδιαίτερα, τη λήψη μαρτυρίας διαδίκων, κατηγορουμένων, εναγομένων, μαρτύρων και πραγματογνωμόνων, καθώς και την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις, την έναρξη ποινικών διώξεων και την έκδοση παραβατών.» «Άρθρο 16 Έγγραφα Προσωπικής Κατάστασης και λοιπά Έγγραφα Για τους σκοπούς της Συνθήκης αυτής κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος οφείλει, σύμφωνα με το δίκαιο του, να παρέχει κατ' αίτηση στο άλλο, έγγραφα σχετικά με την προσωπική κατάσταση καθώς και άλλα έγγραφα σχετικά με δικαιώματα και νόμιμα συμφέροντα πολιτών του άλλου αυτού Συμβαλλόμενου Μέρους. Το άλλο αυτό Συμβαλλόμενο Μέρος θα εφοδιάζεται με τα ειρημένα έγγραφα μέσω της διπλωματικής οδού, χωρίς να απαιτείται η μετάφραση τους και εντελώς δωρεάν.» To άρθρο 3 του Κεφ. 12 προνοεί ότι: «3.-
(1)Όταv κατά τηv υπoβoλή αίτησης για τo σκoπό αυτό, καταστεί φαvερό στo Δικαστήριo, με Έγγραφo Εξoυσιoδότηση ή Επιστoλή Παράκλησης ή με oπoιαδήπoτε άλλη μαρτυρία, όπως πρovoείται πιo κάτω, ότι αρμόδιo Δικαστήριo σε αλλoδαπή χώρα εvώπιov τoυ oπoίoυ εκκρεμεί oπoιoδήπoτε αστικό, εμπoρικό ή πoιvικό θέμα, πoυ δεv έχει πoλιτικό χαρακτήρα, επιθυμεί vα λάβει μαρτυρία σχετικά με τo θέμα αυτό oπoιoυδήπoτε μάρτυρα ή μαρτύρωv εvτός της δικαιoδoσίας τoυ Δικαστηρίoυ, τo Δικαστήριo δύvαται, με ex parte αίτηση oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ δείχvει ότι είvαι πλήρως εξoυσιoδoτημέvo vα υπoβάλει τηv αίτηση εκ μέρoυς τoυ αλλoδαπoύ αυτoύ Δικαστηρίoυ και με τηv πρoσαγωγή τoυ Εγγράφoυ Εξoυσιoδότησης ή της Επιστoλής Παράκλησης ή τέτoιας άλλης μαρτυρίας όπως τo Δικαστήριo ήθελε απαιτήσει, vα διατάξει τηv έvoρκη εξέταση πάvω σε ερωτήματα ή διαφoρετικά εvώπιov oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ ή πρoσώπωv πoυ κατovoμάζovται στo διάταγμα αυτό, τoυ μάρτυρα αυτoύ ή τωv μαρτύρωv αυτώv σχετικά, και δύvαται vα εκδώσει τέτoιo διάταγμα ή τέτoια διατάγματα όπως ήθελε είvαι αvαγκαίo για τη λήψη της μαρτυρίας αυτής.» Σχετική, επίσης, επί του θέματος και ιδιαίτερα καθοδηγητική θεωρώ ότι είναι και η Σύμβαση της Χάγης της 18 Μαΐου 1970 για τη λήψη μαρτυρικών αποδείξεων στην αλλοδαπή σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ('Convention on the Taking of Evidence Abroad in Civil or Commercial Matters') στην οποία τόσο η Κύπρος όσο και η Ρωσική Ομοσπονδία είναι συμβαλλόμενα μέρη (https: // www . hcch . net / en / instruments/conventions/status-table/?cid=82). Η εν λόγω σύμβαση κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Ν. 67/82, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 26.11.1982. Η εν λόγω Διεθνής Σύμβαση, κυρωθείσα με Νόμο, σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε ημεδαπού Νόμου, στη προκειμένη περίπτωση του Κεφ.12 (Eμπεδοκλής Eυάγγελος (Aρ. 1) (ανωτέρω). Το Κεφ. 12 αποτελεί τον μηχανισμό για την έκδοση σχετικής διαταγής προς τον εξεταστή που διορίζεται για την λήψη μαρτυρίας. Αυτό, διότι με βάση το Άρθρο 9 της Σύμβασης της Χάγης αφήνεται στην εκτελούσα την Παράκληση δικαστική αρχή, να εφαρμόσει το «οικείον αυτής δίκαιον ως προς τας ακολουθητέας μεθόδους και διαδικασίας». Επομένως είναι για το λόγο αυτό που το Διάταγμα που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στη προκειμένη περίπτωση έχει ως νομιμοποιητική βάση το Κεφ. 12 (Εμπεδοκλής Ευάγγελος και Άλλοι (Αρ. 3)
(2009)1 ΑΑΔ 529). Επίσης στην υπόθεση Εμπεδοκλής Ευάγγελος και Άλλοι (Aρ. 1)
(2009)1 ΑΑΔ 122 ότι οι πρόνοιες του Κεφ. 12, εφόσον δεν έρχονται σε σύγκρουση με τη Σύμβαση της Χάγης, μπορεί να ισχύουν και να τυγχάνουν εφαρμογής και για τους σκοπούς της Σύμβασης. Βασικός σκοπός της Σύμβασης της Χάγης όπως καταγράφεται στο Practical Handbook on the Operation of the Evidence Convention (https://www.hcch.net/en/ publications-and-studies/details4/?pid=6431) είναι: «The purpose of the Convention is two-fold: (
- a)to improve the system under the 1954 Civil Procedure Convention for the obtaining of evidence abroad (A2.1); and (
- b)to enlarge the devices for the taking of evidence abroad (A2.2).9 By doing so, the Convention seeks to "improve mutual judicial co-operation in civil or commercial matters".10 It also reflects the basic principle that "any system of obtaining evidence or securing the performance of other judicial acts internationally must be tolerable in the State in which the evidence is to be obtained, or in which the judicial act is to be performed and must also be utilisable in the forum of the State in which the action is pending".» Σημειώνω εξ αρχής ότι ουδόλως αμφισβητήθηκε, καθ' οιονδήποτε, τρόπο κατά πόσο η έκδοση του Διατάγματος από το Ανώτατο Δικαστήριο είναι σύμφωνη με τις εκ του Νόμου σχετικές και απαιτούμενες προυποθέσεις. Εν πάση περιπτώση αυτά είναι ζητήματα τα οποία το παρών Δικαστήριο δεν έχει δυνατότητα να ελέγξει Εμπεδοκλής Ευάγγελος και Άλλοι (Aρ. 1)
(2009)1 ΑΑΔ
- Αυτό το οποίο έχει αμφισβητηθεί είναι ότι για τους πιο πάνω λόγους η μάρτυρας δεν δύναται να καταθέσει τα πρωτότυπα έγγραφα. Οι πιο πάνω αναφερθέντες Νόμοι παρέχουν την εξουσία σε ένα μάρτυρα να αρνηθεί την κατάθεση εγγράφου, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Παραθέτω, ακολούθως, τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις: Το άρθρο 7 του Κεφ. 12 προνοεί ότι: «Η εξέταση τωv μαρτύρωv γίvεται εvόρκως
- Είvαι vόμιμo για κάθε πρόσωπo πoυ εξoυσιoδoτείται vα διεξάγει τηv εξέταση μαρτύρωv δυvάμει διατάγματoς πoυ εκδόθηκε σύμφωvα με τo Νόμo αυτό, vα διεξάγει όλες αυτές τις εξετάσεις εvόρκως ή με διαβεβαίωση σε περιπτώσεις κατά τις oπoίες η διαβεβαίωση επιτρέπεται από τo Νόμo αvτί όρκoυ, πoυ επάγovται από τo πρόσωπo πoυ εξoυσιoδoτείται με τov τρόπo αυτό, και, αv, με τov όρκo αυτό ή τη διαβεβαίωση αυτή, oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ oρκίζεται ή διαβεβαιώvει με τov τρόπo αυτό, εκoύσια και με τρόπo πoυ υπoδηλώvει διαφθoρά δώσει oπoιαδήπoτε ψευδή μαρτυρία, κάθε πρόσωπo πoυ αδικoπραγεί με τov τρόπo αυτό θεωρείται και εκλαμβάvεται ως έvoχo ψευδoρκίας: Νoείται πάvτoτε ότι- (α) κάθε πρόσωπo τoυ oπoίoυ η παρoυσία απαιτείται με τov τρόπo αυτό δικαιoύται στηv αυτή συμπεριφoρά, χρήματα και πληρωμή για έξoδα και απώλεια χρόvoυ όπως στηv περίπτωση πρoσέλευσης σε δίκη·(β) κάθε πρόσωπo πoυ εξετάζεται δυvάμει oπoιoυδήπoτε διατάγματoς πoυ εκδίδεται δυvάμει τoυ Νόμoυ αυτoύ, έχει τo αυτό δικαίωμα vα αρvηθεί vα απαvτήσει σε ερωτήσεις πoυ τείvoυv vα εvoχoπoιήσoυv αυτό και άλλες ερωτήσεις, όπως o μάρτυρας, σε oπoιαδήπoτε υπόθεση, πoυ εκκρεμεί στo Δικαστήριo από τo oπoίo εκδόθηκε τo διάταγμα για εξέταση, θα εδικαιoύτo, και καvέvα πρόσωπo δεv είvαι υπoχρεωμέvo vα παρoυσιάσει δυvάμει oπoιoυδήπoτε τέτoιoυ διατάγματoς όπως πρoαvαφέρθηκε, oπoιoδήπoτε γραπτό κείμεvo ή άλλo έγγραφo τo oπoίo δεv θα υπoχρεωvόταv vα παρoυσιάσει κατά τηv εκδίκαση μιας τέτoιας υπόθεσης.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Το άρθρο 11 του Ν. 67/82 προνοεί ότι: «Έν τη εκτελέσει Παρακλήσεώς τίνος τό ένδίαφερόμενον πρόσωπον δύναται νά άρνηθή νά παράσχη μαρτυρίαν έφ" όσον κέκτηται προνόμιον ή υπέχει καθήκον νά άρνηθή νά παράσχη μαρτυρίαν— (α) Δυνάμει του δικαίου του Κράτους εκτελέσεως ή δυνάμει του δικαίου του Κράτους προελεύσεως, τό δε προνόμιον ή καθήκον έχει καθορισθή εις τήν Παράκλησιν, ή τή αιτήσει τής καλουμένης αρχής, έχει άλλως έπιβεβαιωθή εις τήν εν λόγω αρχήν υπό τής αιτούσης αρχής. Συμβαλλόμενον Κράτος δύναται να δηλώση οτι επιπροσθέτως θά σέβεται προνόμια και καθήκοντα υφιστάμενα δυνάμει του δικαίου Κρατών άλλων ή του Κράτους προελεύσεως (και του Κράτους εκτελέσεως εις ην έκτασιν καθορίζεται εις τήν δήλωσιν.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Το δε άρθρο 12 του ίδιου Νόμου προνοεί ότι: «H έκτέλεσις Παρακλήσεως δύναται νά αποκρούεται μόνον είς ην εκτάσιν (α) Εις τό Κράτος εκτελέσεως ή έκτέλεσις τής Παρακλήσεως δεν εμπίπτει εντός τής δικαστικής αρμοδιότητος ή (β) τό καλούμενον Κράτος θεωρεί ότι ώς εκ τούτου θά έθίγετο ή κυριαρχία ή ή ασφάλεια αύτου. Ή έκτέλεσις δέν δύναται νά αποκρούεται άποκλειστιικώς διά τόν λόγον ότι δυνάμει του εσωτερικού αυτου δικαίου τό Κράτος έκτελέσεως διεκδικεί αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν επί του επιδίκου θέματος ή ότι τό εσωτερικόν αυτου δίκαιον δέν θά επέτρεπεν εναγώγιμον δικαίωμα έν σχέσει προς αυτό» Καθίσταται προφανές από το περιεχόμενο των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων ότι κάθε πρόσωπo, πoυ εξετάζεται δυvάμει oπoιoυδήπoτε διατάγματoς πoυ εκδίδεται δυvάμει τoυ εν λόγω νόμoυ, δεv είvαι υπoχρεωμέvo vα παρoυσιάσει oπoιoδήπoτε έγγραφο τo oπoίo δεv θα υπoχρεωvόταv vα παρoυσιάσει κατά τηv εκδίκαση μιας τέτοιας υπόθεσης πoυ εκκρεμεί στo Δικαστήριo από τo oπoίo εκδόθηκε τo διάταγμα για εξέταση. Με άλλα λόγια ένας μάρτυρας δεν έχει υποχρέωση να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα εάν σε αντίστοιχη διαδικασία ενώπιων των Κυπριακών Δικαστηρίων δεν θα είχε τέτοια υποχρέωση. Το Δικαστήριο για να εξετάσει πότε ένα έγγραφο είναι προνομιούχο ή δεν δύναται να κατατεθεί για οποιοδήποτε άλλο λόγο εφαρμόζει το ισχύον Δίκαιο και τους κανόνες απόδειξης που το ίδιο εφαρμόζει ωσάν να εκδίκαζε εκείνο την ουσία της υπόθεσης. Επίσης ο Ν.67/82στο άρθρο 9 καθορίζει ως εφαρμόστεο, σε σχέση με τη λήψη μαρτυρίας το οικείον δικαίο (Eμπεδοκλής Eυάγγελος (Aρ. 1) (ανωτέρω). Στην υπόθεση Re Westinghouse Electric Corporation Uranium Contract Litigation MDL Docket No 235
(1977)3 All ER 703 το Court of Appeal, Civil Division της Αγγλίας το οποίο εξέταζε αίτημα Αμερικάνικου Δικαστηρίου στην Αγγλία για την προσκόμιση εγγράφων από τους Διευθυντές Αγγλικής εταιρείας αναφέρθηκε ότι: «There are no regulations in England forbidding access to these documents. The disclosure of them depends on our ordinary rules of law». Επομένως το παρών Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο ένας μάρτυρας δύναται να αρνηθεί να καταθέσει και να προσκομίσει ζητηθέντα σχετικά έγγραφα λαμβάνοντας υπόψιν τους κανόνες απόδειξης περί αποδεκτότητας (admissibility) εγγράφων, συμπεριλαμβανομένου, μεταξύ άλλων, και του γεγονότος εάν αυτά καλύπτονται από οποιοδήποτε κανόνα προνομίου δηλαδή δημοσίου συμφέροντος (public policy) ή ιδιωτικού (private privilege). Το γεγονός ότι το Κυπριακό Δικαστήριο έχει εξουσία να αποφασίσει επί των ενστάσεων που προτίθεται να εγείρει ένας μάρτυρας για την άρνηση του να απαντήσει σε διάφορες ερωτήσεις ή να προσκομίσει οποιαδήποτε έγγραφα συνάγεται από το Δικαστικό λόγο της υπόθεσης Εμπεδοκλής Ευάγγελος και Άλλοι (Aρ. 1)
(2009)1 ΑΑΔ 122 όπου και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα: «Οι αιτητές υποβάλλουν ότι οι ερωτήσεις του ερωτηματολογίου, στοχεύουν στην αποκάλυψη πληροφοριών οι οποίες προστατεύονται σε πολιτικές διαδικασίες από τραπεζικό απόρρητο και τη νομοθεσία της Ελβετίας. Λέγουν επίσης ότι με τις ερωτήσεις επιδιώκεται «ψάρεμα μαρτυρίας» και ότι είναι καταχρηστικές και καταπιεστικές.Το Άρθρο 11 της Σύμβασης παρέχει στο «ενδιαφερόμενο πρόσωπο» τη δυνατότητα «να αρνηθεί να παράσχει μαρτυρία εφόσον κέκτηται προνόμιον ή υπέχει καθήκον να αρνηθεί να παράσχει μαρτυρίαν». Συνάγεται ότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις μπορούν να προβληθούν ευχερώς στο κατάλληλο στάδιο της εξέτασης όπου εκεί θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα στάθμισης όλων των παραγόντων που αφορούν στην κάθε ερώτηση σε συνάρτηση προς το δίκαιο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου) Επιπρόσθετα και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, το Δικαστήριο για να αποφασίσει επί των εγειρόμενων ενστάσεων θα λάβει υπόψιν, κατ'αναλογία, τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται στα Κυπριακά Δικαστήρια όταν εκδίδεται σχετική κλήση εναντίον ενός προσώπου για την κατάθεση εγγράφων, η οποία είναι γνωστή με το λατινικό δόγμα 'Subpoena Duces Tecum'. Και τούτο γιατί η μάρτυρας που κλήθηκε να καταθέσει ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου, μετά από αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου, δεν είναι μάρτυρας στην υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του τελευταίου και απλά ο λόγος κλήτευσης της έγινε με μοναδικό σκοπό την κατάθεση των σχετικών εγγράφων που έχει στην κατοχή της. Στο νομικό σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, 'Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές,'' αναφέρεται στη σελίδα 357, επί του προκειμένου, ότι: «(β) Κλήση Για Κατάθεση Εγγράφων (Subpoena Duces Tecum) Στις πολιτικές υποθέσεις, με βάση τις πρόνοιες της Δ.32ΘΘ3-4, των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, είναι δυνατόν να κλητευθεί πρόσωπο μόνο και μόνο για να παρουσιάσει συγκεκριμένα έγγραφα χωρίς να είναι μάρτυς στην υπόθεση ή να απαιτείται όπως παραστεί στη δίκη για την οποία κλητεύθηκε ή να εμφανιστεί προσωπικώς ενώπιον του Δικαστηρίου για να τα παρουσιάσει [subpoena duces tecum] (βλ. κατ' αναλογίαν, Food Preserving & Canning Industries Ltd v Apollo Shipping & Transport Co Ltd and Others
(1984)1 CLR 330). To Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει έλεγχο για να αποτρέψει την καταπιεστική χρήση της διαδικασίας αυτής εκεί όπου χρήσιμοποιείται για ανάρμοστους σκοπούς (.Raymond ν Tapson
(1882)22 Ch D 430). Στις ποινικές υποθέσεις, η διαδικασία duces tecum μπορεί να εφαρμοστεί Βάσει των προνοιών του άρθρου 49 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, το οποίο προβλέπει γενικώς για την έκδοση κλήσεων σε μάρτυρες (Βλ. κατ' αναλογίαν, R ν Νοιναζ
(1976)3 All ER 5). Η κλήση για κατάθεση εγγράφων, δεν διαφέρει από τη συνήθη κλήση μάρτυρα, παρά μονάχα στο ότι η διαταγή αφορά σε παρουσίαση εγγράφου ή εγγράφων τα οποία εξειδικεύονται στην κλήση. Εάν η κλήση συντάσσεται σωστά και επιδίδεται εγκαίρως, ο κλητευθείς υποχρεούται να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαζί με τα έγγραφα, δεδομένου ασφαλώς ότι πράγματι τα έχει στην κατοχή του και [Ανεξαρτήτως αν δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το άτομο στο οποίο αναφέρεται το περιεχόμενο τους (βλ. κατ' αναλογίαν, The Bank of Cyprus v Pelendrides and Others (1918-1924) 11 CLR 35))..Κατά το στάδιο προσαγωγής των εγγράφων στο Δικαστήριο από μάρτυρα που κλητεύθηκε προς τούτο, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει για τη σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα και για τυχόν προστασία τους από προνόμιο......Αν το πρωτότυπο έγγραφο βρίσκεται στη κατοχή τρίτου, ο οποίος αρνείται να το παρουσιάσει για νομικώς αποδεκτούς λόγους-όπως ένεκα προνομίου (Mills v Oddy
(1834)6 C&P 728), ή διπλωματικής ασυλίας (R v Nowaz
(1976)3 All ER 5)-τότε μπορεί να δοθεί δευτερογενής μαρτυρία για απόδειξη του περιεχομένου του. Αν η άρνηση τρίτου είναι παράνομη, τότε πιθανώς να μην επιτραπεί η παρουσίαση δευτερογενούς μαρτυρίας, καθότι μπορεί να κινηθεί διαδικασία για εξαναγκασμό παρουσίασης του μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου (R v Llanfaethly (Inhabitants)
(1853)2 E&B 940) » Στο νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition Reissue, Volume 17
(2)γίνεται συζήτηση για την προσκόμιση ουσιώδες έγγραφου σε δίκη το οποίο βρίσκεται στη κατοχή προσώπου, άλλου από αυτού το οποίο επιθυμεί την κατάθεση του, και το εν λόγω πρόσωπο δεν επιθυμεί να το καταθέσει εθελούσια (voluntarity), όπως είναι και η προκειμένη περίπτωση. Στο ενδεχόμενο αυτό μπορεί να εκδοθεί εναντίον του εν λόγω προσώπου σχετική κλήση μάρτυρος (witness summons). Αφού εκδοθεί σχετική κλήση το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να ενστεί στη κατάθεση του σχετικού εγγράφου. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το πιο πάνω σύγγραμμα: 'When a witness objects to the production of a document it is for the judge who tries the case to decide on the validity of the objection. A witness may object to producing a document on the ground of privilege or public interest immunity.'' Στην πρωτόδικη απόφαση Tαμείο Συντάξεων και Χορηγημάτων Υπαλλήλων Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., αριθμός αγωγής 7457/14, ημερομηνίας 18/12/2015, τον δικαστικό της λόγο τον οποίο υιοθετώ, συζητήθηκε εκτενώς οι νομικές αρχές που ισχύουν για την έκδοση κλήσης subpoena duces tecum από τον Π.Ε.Δ κ. Πογιατζή (ως ήταν τότε). Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «(β) Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Όπως αναφέρεται πιο πάνω, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις της ορθής κλήτευσης, το κλητευθέν πρόσωπο υποχρεούται να παραστεί στον τόπο και χρόνο που προνοείται, μαζί με τα έγγραφα. Εάν όντως τα έγγραφα είναι στην κατοχή του, προβαίνει σε σχετική δήλωση για το γεγονός αυτό και, εάν δεν έχει ένσταση στην παρουσίασή τους, δύναται να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο χωρίς να προβεί σε όρκο. Σε περίπτωση που φέρει ένσταση στην παρουσίασή τους τότε, όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury's, πιο πάνω, παράγραφος 772, ο μάρτυρας ορκίζεται και εγείρει την ένστασή του υπό όρκο, οπότε και εναπόκειται στο εκδικάζον την υπόθεση Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο ευσταθεί η ένστασή του. Βασικά ως βάσιμοι λόγοι για έγερση ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) ότι τα έγγραφα καλύπτονται από προνόμιο (Halsbury's, πιο πάνω, παράγραφος 772, (β) ότι τα έγγραφα δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Κάτι τέτοιο είναι αυτονόητο αφού όλες οι ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες διεξάγονται στη βάση της σχετικότητας της μαρτυρίας που επιχειρείται να προσαχθεί με τα επίδικα θέματα. Υπάρχει και μία τρίτη περίπτωση που το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει το αίτημα για παρουσίαση εγγράφων και είναι όπου κρίνει ότι η διαδικασία που έχει χρησιμοποιηθεί είναι καταπιεστική. Στην υπόθεση Raymond v. Tapson
(1883)Ch. D. 430, λέχθηκε ότι σε περιπτώσεις υποβολής αίτησης για παραμερισμό κλήσης μάρτυρος, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει κατά πόσο οι διάδικοι έχουν καταχραστεί το προνόμιο που τους παρέχεται για έκδοση τέτοιας κλήσης. Σε περιπτώσεις που διαπιστωθεί έλλειψη καλής πίστης ή καταπιεστική χρήση της διαδικασίας, το Δικαστήριο διαθέτει συμφυή εξουσία να παραμερίσει τη διαδικασία.» Στο Practical Handbook on the Operation of the Evidence Convention (στο οποίο έγινε σχετική αναφορά ανωτέρω) αναφέρονται επίσης οι λόγοι που ένας μάρτυρας δύναται να αρνηθεί να απαντήσεις σχετικές ερωτήσεις που θα του υποβληθούν ή να αρνηθεί να καταθέσει σχετικά έγγραφα: «B4.9 Privileges and duties to refuse to give evidence (a) General 266. The Convention establishes rules on the law applicable to privileges and duties to refuse to give evidence that have been described as "privilege creating, rather than privilege limiting".380 Article 11 of the Convention provides that a person may refuse to give evidence in the execution of a Letter of Request insofar as s/he has a privilege or duty to refuse to give the evidence under: a. the law of the Requested State (Art. 11
(1)(a)) (B4.9(b)); b. the law of the Requesting State, subject to conditions (Art. 11
(1)(b)) (B4.9(c)); and c. the law of a third State, subject to conditions (Art. 11
(2)) (B4.9(d)).
- This provision is subject to any specific regime agreed upon between the Requested State and Requesting State with respect to the privileges and duties of witnesses to refuse to give evidence (Art. 28(d)). Depending on the relevant law, a range of privileges and duties may apply, including: a. self-incrimination or incrimination of related person;381 b. diplomatic immunity; c. sovereign immunity;382 d. professional secrecy; e. banking secrecy; f. trade secrecy;383 g. reporter's privilege; h. data protection / privacy; i. privileges based on special relationship (e.g., lawyer-client, spouse-spouse,384 parent-child, doctor-patient, priest-penitent); and j. oppression to the witness.385
- In general, how privileges and duties are invoked and applied is a matter for the law of the Requested State (Art. 9
(1)).'' Θα πρέπει να σημειωθεί εξ αρχής ότι το βάρος να αποδείξει στο Δικαστήριο ένας μάρτυρας ότι ένα έγγραφο καλύπτεται από κάποιο προνόμιο βαραίνει το άτομο το οποίο επικαλείται το προνόμιο (Westminster International BV v Dornoch [2009] EWCA Civ 1323). Κατάχρηση Διαδικασίας (1ος λόγος ένστασης) Αναφέρω εξ υπαρχής σε σχέση με τον 1ο λόγο ένστασης δεν προβάλλεται η θέση ότι η κλήση που εκδόθηκε από το παρών Δικαστήριο και ότι η διαδικασία που έχει ακολουθηθεί είναι καταπιεστική ώστε αυτό να μπορεί να δύναται να εξετάσει το ζήτημα αυτό, με βάση τη σχετική νομολογία στην οποία έχω προβεί σε αναφορά ανωτέρω. Εκείνο που προβάλλεται από την Abacus είναι ότι το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου για λήψη των πρωτοτύπων εγγράφων αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Κυπριακού Δικαστηρίου. Υπό τον μανδύα αυτό δεν μπορεί όμως τέτοιος ισχυρισμός να αποτελέσει λόγο ώστε να μην κατατεθούν τα ζητηθέντα πρωτότυπα έγγραφα. Μόνο εκεί που ανακύπτει κατάχρηση στη κλήση μάρτυρα θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο ώστε να μην κατατεθούν τα ζητηθέντα έγγραφα. Το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί κατά πόσο το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου αποτελεί κατάχρηση ή και είναι καταχρηστικό. Είναι ζήτημα που μπορεί να αποφανθεί είτε στο Δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή που καταχωρίστηκε στην Κύπρο ή αν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Ρωσίας θα αποφανθεί εκείνο επί του ζητήματος αυτού με βάση το Ρωσικό Δίκαιο. Το παρών Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αναστείλει την παρούσα διαδικασία εφόσον σκοπός της παρούσας διαδικασίας είναι αποκλειστικά η υποβοήθηση του Ρωσικού Δικαστηρίου για την λήψη εκ μέρους του σχετικής μαρτυρίας. Κάτω υπό τις περιστάσεις αυτές ο 1ος λόγος ένστασης, ως έχει προβληθεί, απορρίπτεται. Παρεμφερές και μόνο για να υπάρχει καταγεγραμμένη η θέση του Δικαστηρίου επί του λόγου ένστασης, ως αυτό προβάλλεται από την Abacus, σημειώνω ότι και πάλι θα απέρριπτα τον εν λόγω προβαλλόμενο ισχυρισμό. Εξηγώ το γιατί. Το βάρος της απόδειξης ότι μια δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που εγείρει το ζήτημα αυτό, στη προκειμένη περίπτωση της Abacus. Οφείλει η εν λόγω εταιρεία να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει η Abacus, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δικαιολογείται μόνο όταν και εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διάδικου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522) και η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου είναι σύμφυτη (Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Το Δικαστήριο όμως προτού προχωρήσει σε αναστολή ή απόρριψη μιας διαδικασίας ως καταχρηστικής, θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Κωνσταντίνου Χριστοφίδης, Ποινική Εφ. 4/2014, ημερ.3.3.2016). Η Κυπριακή νομολογία αναγνωρίζει ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και η εξουσία για αναστολή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, ασκείται με φειδώ και στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρέλλα (ανωτέρω), Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149) Στην David Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142 λέχθηκε ότι «Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Beogradska DD
(1996)1 A.A.Δ. 911, αποφασίστηκε ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Εκεί έγιναν παράλληλα δύο όμοιες εφέσεις κατά των ίδιων αποφάσεων. Δηλαδή, επρόκειτο για δύο παράλληλες διαδικασίες, ανεξάρτητες δικονομικά, αλλά όμοιες ως προς το αντικείμενο τους και, ως εκ τούτου, προς αποτροπήν κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η μεταγενέστερη έφεση θα έπρεπε να απορριφθεί. Κάθε υπόθεση, βέβαια, εξετάζεται υπό το φως των δικών της πραγματικών περιστατικών (Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, έκδοση 1995, παράγραφοι 4-44(b) σελ. 1/439). Κατ' αναλογία των πιο πάνω νομικών αρχών, εάν πράγματι διαπιστωθεί κατάχρηση το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την κατάθεση των ζητηθέντων εγγράφων. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπαγάγοντες αυτές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου ώστε να λάβει τα πρωτότυπα των ζητηθέντων εγγράφων δεν είναι καταχρηστικό. Καταρχάς δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνο το αναγκαίο υπόβαθρο ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ευρήματα περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Τα μόνα στοιχεία τα οποία έχουν παρατεθεί, είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν μπορούν από μόνα τους και χωρίς άλλο να οδηγήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Σημειώνω ότι με βάση την πάγια νομολογία το Δικαστήριο για να μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα περί κατάχρησης θα πρέπει να είναι απολύτως βέβαιο, κάτι που δεν συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση. Και εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Είναι θεωρώ αναντίλεκτο γεγονός ότι ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου εκκρεμεί η πολιτική υπόθεση υπ' αριθμό Α50‑17603/
- Διάδικοι εκεί φέρεται να είναι ο Σίλο ως αιτητής και ο Gabov ως ο καθ'ού η αίτηση. Αντικείμενο της είναι, με βάση την εντολή νομικής βοήθειας, η εξέταση της αίτησης του ανταγωνιστικού πιστωτή Σίλο περί αφερεγγυότητας (πτώχευσης) του Gabov σχετικά με την αναγνώριση της ακυρότητας της συναλλαγής πώλησης της Αλφα-Μπανκ στο πλαίσιο της πιο πάνω Σύμβασης εκχώρησης, των 999 μετοχών της εταιρείας στην εταιρεία Bakadri, η οποία ανήκει στον Gabov. Αντίθετα, μέσω της Κυπριακής αγωγής ενάγοντες είναι από κοινού ο Gabov μαζί με τον Σίλο. Τόσο η Αbacus όσο και οι εναγόμενοι της ενώπιον του Δικαστηρίου Κυπριακής αγωγής δεν φέρεται να είναι διάδικοι στην ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου δικαστική διαδικασία. Ούτε και η Abacus εξάλλου υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Η δικαστική διαδικασία στη Ρωσία φαίνεται ότι δεν στρέφεται εναντίων των ίδιων προσώπων που είναι εναγόμενοι στην αγωγή που έχει εγερθεί ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου. Το ζήτημα αυτό, δηλαδή η μη ταύτιση διαδίκων στις δύο εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες θεωρώ ότι ενέχει βαρύνουσα σημασία ως προς την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δηλαδή το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου για λήψη μαρτυρίας δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστικό. Στην υπόθεση FAR EASTERN SHIPPING COMPANY PLC ν. BN MARINE COMPANY LTD, ECLI:CY:AD:2016:C523, Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 5/2013, 15/11/2016 λέχθηκε, επί του προκειμένου, ότι: «Αναφορικά με τον τρίτο λόγο αναθεώρησης που αμφισβητεί το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εγερθείσα αγωγή αποτελεί ένδειξη κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, η εφεσείουσα ισχυρίστηκε ότι η ανυπαρξία ταυτότητας «διαδίκων», που τούτο εδράζεται στο γεγονός ότι η διεκδίκηση στη Ρωσία ήταν εναντίον του ναυλωτή του πλοίου, ενώ στην Κύπρο η αγωγή στρέφεται εναντίον του ιδιοκτήτη, διαφοροποιεί τα πράγματα. Τούτου δοθέντος το θέμα που εγείρεται είναι νομικό. Αν και κατά πόσο δικαιούται ή όχι η ενάγουσα να προωθεί την αγωγή της, και θα εξαρτηθεί η έκβαση της στο πλαίσιο μιας πλήρους ακροαματικής διαδικασίας και σε συνάρτηση με την επιδικασθείσα, σε περίπτωση επιτυχίας, αποζημίωση.Το κρίσιμο κατά την άποψη μας κριτήριο, όπως τίθεται και στην υπόθεση Spiliada, ανωτέρω, είναι, αν κάτω από όλες τις συνθήκες της υπόθεσης θα αποδοθεί δικαιοσύνη στην ενάγουσα στη Ρωσία. Με δεδομένη την ανυπαρξία ταυτότητας διαδίκων, η ύπαρξη και μόνο νομικού ζητήματος προς απόφανση, σε συνδυασμό με τη στοιχειοθέτηση παράλληλης δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων, δεν θεωρούμε ότι αποτελεί κατάχρηση η εκ μέρους της εφεσείουσας, προώθηση της υπόθεσης στην Κύπρο.» Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι εναγόμενη, μεταξύ άλλων, στην Κυπριακή αγωγή είναι η εταιρεία Abacus Secretarial Ltd, θυγατρική της Abacus. Αποτελεί βασική αρχή του εταιρικού Δικαίου ότι δύο εταιρείες, έστω και αν είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, αποτελούν ξεχωριστή νομική οντότητα έχοντας ξεχωριστές νομικές υποχρεώσεις και ευθύνες. Επιπρόσθετα, ως φαίνεται από το παρακλητικό αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου, συνάγεται ότι αποτελεί, μεταξύ άλλων, επίδικο ζήτημα η πτώχευση (αφερεγγυότητα) του Gabov, θεραπεία η οποία δεν επιζητείται μέσω της Κυπριακής αγωγής. Ομοίως, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου με ανάλογη και αναγκαία προς τούτο μαρτυρία, η οποία θα επέτρεπε εκ των προτέρων την υιοθέτηση της θέσης της Αbacus ότι η ουσιαστική διαφορά που αναδύεται μέσα από τα επίδικα ζητήματα της Κυπριακής αγωγής στο σύνολό της, έχει απασχολήσει ή θα απασχολήσει ή θα καλυφθεί από την δικαστική διαδικασία που εκκρεμεί στη Ρωσία. Ούτε έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατάλληλη μαρτυρία σε σχέση με το Ρωσικό Δίκαιο και την διαδικασία που εκκρεμεί στο διαιτητικό Δικαστήριο, η οποία θα επέτρεπε την υιοθέτηση της θέσης ότι τα ζητήματα που απασχολούν στα πλαίσια της Κυπριακής αγωγής είναι τα ίδια που θα απασχολήσουν την Ρωσική διαδικασία. Αντίθετα, έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, είναι φανερό ότι δεν μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθεί, σε αυτό το στάδιο, αν τα θέματα και νομικά ζητήματα τα οποία ηγέρθησαν ή θα εγερθούν στο πλαίσιο της Ρωσικής διαδικασίας ταυτίζονται με αυτά που εγείρονται, προωθούνται και απασχολούν την ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου αγωγή. Επαναλαμβάνω ότι το βάρος απόδειξης περί κατάχρησης βρίσκεται στους ώμους της Abacus. Επιπρόσθετα, τα ζητήματα που έχουν εγερθεί από την Abacus περί κατάχρησης, ίδιων θεραπείων αλλά και τα επίδικα ουσιαστικά ζητήματα στην Κυπριακή αγωγή από μόνα τους, αποτελούν ζητήματα για τα οποία επιβάλλεται δικαστική κρίση και τοποθέτηση τόσο σε επίπεδο πραγματικών γεγονότων όσο και σε νομικό επίπεδο κάτι που βεβαίως δεν μπορεί να αποφασίσει το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του. Και κάτι τελευταίο το οποίο θεωρώ εξίσου σημαντικό. Οι εναγόμενοι στην Κυπριακή αγωγή, δηλαδή τα συνδεόμενα με την Abacus φυσικά πρόσωπα αλλά και η θυγατρική της Abacus, Abacus Secretarial Ltd μέσω της υπεράσπισης τους δεν εγείρουν οποιαδήποτε προδικαστική ένσταση ότι η εν λόγω αγωγή αποτελεί κατάχρηση λόγω του ότι εκκρεμεί παράλληλη δικαστική διαδικασία ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου. Αντίθετα οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ να εκδικάσουν την αγωγή των εναγόντων, κάτι που βεβαίως θα τολμούσα να αναφέρω ότι είναι αντιφατικό με το ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου από την Abacus επιχείρημα. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα γεγονότα της παρούσας, κρίνω ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν, στο βαθμό που απαιτείται, στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου είναι καταχρηστικό, ότι η δικαστική διαδικασία στη Ρωσία ηγέρθη για σκοπό άλλο από εκείνον για τον οποίο προορίζεται χάριν της εξασφάλισης παρεμφερούς οφέλους του Σίλο καθώς και ότι η έγερση της δικαστικής διαδικασίας απολήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων της Abacus ή ότι η Abacus υφίσταται οποιαδήποτε ζημιά. Συνεπακόλουθα ο 1ος λόγος ένστασης της μάρτυρος ώστε να μην κατατεθούν τα ζητηθέντα έγγραφα απορρίπτεται. Μη Αναστρέψιμη βλάβη στην Abacus Αποτελεί, περαιτέρω, θέση της μάρτυρος ότι σε περίπτωση που η Abacus παραδώσει τα πρωτότυπα των ζητηθέντων εγγράφων στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Ρωσίας η τελευταία θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη εφόσον ένα από τα βασικά επίδικα ζητήματα της ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου αγωγής είναι η αυθεντικότητα τους και το κατά πόσο αυτά πράγματι παραδόθηκαν στην Abacus. Συνεπακόλουθα, είναι αναγκαία η διατήρηση των πρωτοτύπων εγγράφων στην κατοχή της εφόσον αποτελεί μαρτυρία και ουσιώδης σημασία για την υπεράσπιση της. Έχω μελετήσει τα σχετικά Παραρτήματα που η μάρτυρας προσκόμισε στο Δικαστήριο (Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων στην Αγωγή υπ' αριθμό 3596/18, υπεράσπιση των εναγομένων (διαφόρων φυσικών προσώπων και της εταιρείας Abacus Secretarial Limited) και απάντηση των εναγόντων στην υπεράσπιση των εναγομένων) προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών της. Επαναλαμβάνω και για σκοπούς και αυτού του λόγου ένστασης ότι η Abacus δεν είναι διάδικος στην εν λόγω αγωγή. Αποτελεί επίσης αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι είναι η Abacus που έχει στη κατοχή της τα εν λόγω έγγραφα και δεν προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αυτά κατέχονται είτε από τη θυγατρική της εταιρεία είτε από τα άλλα εναγόμενα φυσικά πρόσωπα που συνδέονται με την εν λόγω θυγατρική εταιρεία και που είναι εναγόμενοι στην Κυπριακή αγωγή. Επομένως, με κάθε σεβασμό, δεν συμμερίζομαι τη θέση της εν λόγου μάρτυρος ότι θα πληγεί με οποιοδήποτε τρόπο η προώθηση της υπεράσπισης της από τη στιγμή που αυτή δεν είναι καν διάδικος στην αγωγή που έχει εγερθεί ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα δεν συμμερίζομαι τη θέση της εν λόγου μάρτυρος, και πάλι με κάθε σεβασμό, ότι μέσω της αγωγής που οι ενάγοντες ήγειραν ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων αποτελεί ουσιώδες επίδικο ζήτημα ότι τα ζητηθέντα έγγραφα έχουν πλαστογραφηθεί. Αντίθετα, όπως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης οι ενάγοντες παραδέχονται (βλέπε παράγραφο 20 (ιιι)) ότι ο Gabov ενεχυρίασε τις 999 μετοχές του που κατείχε στην Bakadri υπέρ της εναγόμενης 9 (Αλφα-Μπανκ) σε περίπτωση που η εναγόμενη 3 (Elektrotekhnicheskaya Komamiya JSC) δεν θα εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της, βάσει των δανειακών διευκολύνσεων που θα είχε παράσχει η Αλφα-Μπανκ. Για το λόγο αυτό υπεγράφη η συμφωνία ενεχυρίασης μεταξύ του Gabov και της πιο πάνω τράπεζας. Αυτό που προβάλλουν εν ολίγοις οι ενάγοντες (βλέπε παραγράφους 24-46 της Ε/Α) είναι το γεγονός ότι η Αλφα-Μπανκ παραβίασε την μεταξύ τους συμφωνία ενεχυρίασης για τους λόγους που προβάλλουν. Στην παράγραφο 35 αναφέρεται ειδικότερα ότι η εναγόμενη 9 και ο εναγόμενος 11 (XXXXX Negrey) δόλια και παράνομα προέβησαν στην εκτέλεση της σύμβασης ενεχυρίασης μέσω της σύναψης ψευδών εγγράφων μεταβίβασης των 999 μετοχών του ενάγοντα 1 στην εναγόμενη
- Στις λεπτομέρειες απάτης και δόλου που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν με δόλο δημιουργώντας ψευδώς πλαστά και/ή αναληθή έγγραφα όπως τα Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Bakadri όπου αναφέρεται η συμμετοχή κάποιου τρίτου προσώπου ενώ ο τελευταίος δεν ήταν παρών και ουδέποτε ενημερώθηκε περί τούτου για να μην το μάθει ο Gabov. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί πλαστογραφίας της υπογραφής του Gabov είτε στο Instrument of Transfer (έγγραφο μεταβίβασης μετοχών) των 999 μετοχών του προς την Tekbrid είτε του ανέκκλητου πληρεξουσίου εγγράφου. Επίσης στη παράγραφο 61 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι επίδικες μετοχές μεταβιβάσθηκαν από τον Gabov στην Tekbrid με την μορφή του εμπιστέυματος. Συνεπακόλουθα δεν συμμερίζομαι τη θέση της Abacus ότι αποτελεί επίδικο ζήτημα η πλαστογραφία των πρωτότυπων εγγράφων. Ούτε επίσης συμμερίζομαι τη θέση ότι είναι αναγκαία η κατάθεση των πρωτοτύπων εγγράφων στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας στην Κύπρο. Αντίγραφα των πρωτοτύπων εγγράφων με βάση τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ.9 μπορούν να γίνουν αποδεκτά εφόσον δοθεί ικανοποιητικός λόγος στο Δικαστήριο για την μη προσαγωγή του πρωτοτύπου (άρθρο 34
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9). Αισθάνομαι ότι δεν θα αποτελέσει μη ικανοποιητικός λόγος ότι τα πρωτότυπα έγγραφα παραδόθηκαν σε Κυπριακό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ώστε αυτά να αποσταλούν σε Ρωσικό Δικαστήριο. Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, εάν η παρουσίαση των πρωτότυπων εγγράφων είναι καταλυτικής σημασίας για την εκδίκαση της αγωγής ενώπιων των Κυπριακών Δικαστηρίων, που με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν είναι τέτοια η περίπτωση, τίποτα δεν εμποδίζει τους εναγόμενους να υποβάλουν παρόμοια αίτημα στο Κυπριακό Δικαστήριο ώστε να ακολουθηθεί αντίστοιχη δικαστική διαδικασία (με αίτημα του Κυπριακού Δικαστηρίου προς το αντίστοιχο Ρωσικό αυτή τη φορά) όπως είναι η παρούσα όπου θα ζητούνται τα ζητηθέντα πρωτότυπα έγγραφα. Δεν πρέπει να παραγνωριστεί το γεγονός ότι η παράδοση των πρωτοτύπων εγγράφων γίνεται προς το ίδιο το Ρωσικό Δικαστήριο και όχι προς τα διάδικα μέρη της Ρωσικής δικαστικής διαδικασίας. Επομένως υπέυθυνο για την φύλαξη των πρωτότυπων εγγράφων είναι αποκλειστικά το Ρωσικό Δικαστήριο. Ούτε και επειδή οι ενάγοντες ζήτησαν αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων αποτελεί καλό λόγο ώστε να μην παραδοθούν τα ζητηθέντα έγγραφα ως η Abacus διατείνει. Μπορούν κάλλιστα οι ενάγοντες να επιθεωρήσουν τα πιστά αντίγραφα τους. Ούτε και ζητήθηκε η παρουσίαση των εν λόγω πρωτότυπων εγγράφων στα πλαίσια της αγωγής που έχει εγερθεί ενώπιων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συνεπακόλουθα και αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Κατοχή εγγράφων εκ μέρους τρίτου προσώπου Τέλος, η εν λόγω μάρτυρας ενίσταται στο να παραδώσει τα πρωτότυπα ζητηθέντα έγγραφα διότι αυτά κατέχονται από την Abacus υπό την ιδιότητα της ως αντιπρόσωπος και/ή εμπιστευματοδόχος και με υποχρεώσεις αυστηρής εμπιστευτικότητας της Bakadri. Ως εκ τούτου τα εν λόγω έγγραφα δεν ανήκουν στην ίδια αλλά σε άλλα πρόσωπα. Και πάλι με κάθε σεβασμό δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε η εισήγηση αυτή. Κατ' αρχάς οφείλω να σημειώσω ότι αυτός ο λόγος ένστασης βρίσκεται σε αντίφαση με τον 2ο λόγο ένστασης. Και τούτο γιατί από τη μια η εν λόγω μάρτυρας επικαλείται τη σχέση εμπιστευτικότητας της Abacus με τη Bakadri ώστε να μην παραδώσει τα εν λόγω έγγραφα ενώ από την άλλη προβάλλει ως λόγο ένστασης ότι τα εν λόγω πρωτότυπα έγγραφα θα χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία στα πλαίσια της Κυπριακής αγωγής, χωρίς μάλιστα να προβάλλει οποιοδήποτε θετικό ισχυρισμό ότι έχει τέτοια εξουσιοδότηση από τη Bakadri ώστε να προσκομίσει αυτά ενώπιον του. Επιπρόσθετα, παρά το γεγονός ότι δεν ηγέρθη ευθέως από τον ευπαίδευτο συνήγορο της μάρτυρος αλλά και από την ίδια, αυτό που έμμεσα η εν λόγω μάρτυρας επικαλείται ώστε να μην παραδώσει τα πρωτότυπα ζητηθέντα έγγραφα εξ όσων έχω αντιληφθεί είναι ότι τα πρωτότυπα ζητηθέντα έγγραφα είναι προνομιούχα και η κατάθεση τους δεν θα πρέπει να επιτραπεί εφόσον καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Ως γενική αρχή δικαίου παρόλο που ένας μάρτυρας είναι ικανός και εξαναγκάσιμος (Νικόλα Κουρέα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 116/14, ημερομηνίας 9/12/2014) έχει δικαίωμα να αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις ή να παραδώσει οποιαδήποτε έγγραφα στο Δικαστήριο, όταν η απάντηση που θα δώσει ή τα έγγραφα που θα προσκομίσει ενδέχεται να καλύπτονται από κάποιας μορφής προνόμιο (privilege), ακόμη και αν τα πιο πάνω μπορεί να έχουν βαρύνουσα σημασία στην επίλυση των επίδικων ζητημάτων (Blunt v Park Lane Hotel Ltd and Briscoe
(1942)2 All ER 187). Στο γενικό κανόνα του προνομίου, υπάρχουν εξαιρέσεις. Μία από αυτές τις εξαιρέσεις είναι και το επαγγελματικό απόρρητο ( σε αυτό εντάσσονται το δικηγορικό απόρρητο, το λογιστικό απόρρητο αλλά και το απόρρητο που κάποιος κατέχει έγγραφα υπό την ιδιότητα του εμπιστευματοδόχου όπως είναι η προκειμένη περίπτωση). Όπως αναφέρεται στο νομικό σύγγραμμα νομικό σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, 'Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές,'' ,σελίδα 982: «Η εμπιστευτική πληροφόρηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και εφαρμογή του κανόνα του προνομίου. Το δημόσιον συμφέρον για ορθή απονομή της δικαιοσύνης, υπερτερεί της ανάγκης διατήρησης της εμπιστευτικότητας. Όμως, σε μερικές περιπτώσεις, τα Δικαστήρια έχουν αναγνωρίσει ως υπέρτερη, εκείνη της εμπιστευτικότητας.» Στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται στη σελίδα 983 σε σχέση με το δικηγορικό απόρρητο ότι η εμβέλεια του δικηγορικού απορρήτου δεν δίδει το δικαίωμα και δεν καλύπτεται από το δικηγορικό απόρρητο το δικαίωμα σε δικηγόρο να αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήσεις ή να δώσει στοιχεία για τα στοιχεία του ιδιοκτήτη μετοχών τις οποίες ο δικηγόρος κατέχει ως αντιπρόσωπος (nominee) (Evangelou and Another v Ambizas and Another
(1982)1 C.L.R 41). Κατ' αναλογία και πόσο μάλλον που στη προκειμένη περίπτωση η εν λόγω μάρτυρας κατέχει τα εν λόγω ζητηθέντα έγγραφα για λογαριασμό πελάτη της, ως εμπιστευματοδόχος, και που η κατάθεση των προτοτύπων τους δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες για την ταυτότητα του τελικού δικαιούχου (ultimate beneficial owner) των μετοχών που η Abcus κατέχει εκ μέρους του. Στην σελίδα 993 του πιο πάνω συγγράμματος, κάτω από τον υπότιτλο 'Λογιστικό Απόρρητο' αναφέρεται, επίσης, ότι: «Μολονότι η επικοινωνία πελάτη και λογιστή δεν φαίνεται να διέπεται από προνόμιο (R (On the Application of Prudential Pic and Another) v Commissioner of Income Tax and Others
(2011)1 All ER 316), είναι πιθανόν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, να συζητηθεί η εφαρμογή τέτοιου προνομίου για το μέρος εκείνο της επικοινωνίας με τον λογιστή που αφορά στην αποκάλυψη σχετικής και εμπιστευτικής φύσης νομικής συμβουλής (USP Strategies Ltd ν London General Holdings Ltd
(2004)EWHC 373, Gotha City v Sotheby's (No 1)
(1998)1 WLR 114).» Κατ' αναλογία με τα πιο πάνω δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η Abacus κατέχει τα πρωτότυπα των εγγράφων κατόπιν συμβουλής που έδωσε έναντι του πελάτη της. Αντίθετα, ως ανάφερα πιο πάνω, οι εναγόμενοι, μέσω της υπεράσπισης τους, αναφέρουν ότι έλαβαν οδηγίες από τρίτα πρόσωπα ώστε να υλοποιήσουν την μεταβίβαση των μετοχών. Στην υπόθεση Ιωάννου Μιχάλης
(2010)1 ΑΑΔ 1664 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα αποκάλυψης το οποίο περιλαμβάνε διάφορα επιμέρους διατάγματα στρεφόμενα τόσο εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας όσο και εναντίον του δικηγόρου στου οποίου το λογαριασμό client account στην πιο πάνω τράπεζα, μεταφέρθηκε ποσό 1.000.000 στερλινών από κατ' ισχυρισμό παράνομη συναλλαγή σε σχέση με τη μεταβίβαση στο όνομα άλλου από τον ιδιοκτήτη ακινήτου. Οι Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου οι οποίες ερευνούσαν υπόθεση απάτης, πλαστογραφίας, απόσπασης περιουσίας με ψευδείς παραστάσεις και ξεπλύματος παράνομου χρήματος, σε σχέση με μεταβίβαση ακινήτου στο όνομα άλλου, είχαν ζητήσει τη διενέργεια εξετάσεων σε σχέση με τα εν λόγω χρηματικά ποσά και την εμπλοκή του δικηγόρου ώστε να μπορέσει να δώσει κατάθεση και να αναφερθεί στη μεταφορά των χρημάτων με αποκάλυψη των στοιχείων που αφορούσαν το θέμα. Ο δικηγόρος είχε επικαλεστεί το επαγγελματικό απόρρητο δικηγόρου πελάτη, όμως το Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση του προαναφερθέντος διατάγματος αποκάλυψης. Ο δικηγόρος - αιτητής καταχώρησε αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης Certiorari με σκοπό την ακύρωση του διατάγματος αποκάλυψης εναντίον του. Ο αιτητής υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι το διάταγμα δεν μπορούσε να εκδοθεί καθ' όσον πρόκειται για προνομιούχα πληροφορία ως εκ της σχέσης του δικηγόρου-αιτητή με τον πελάτη ο οποίος του είχε στείλει τα χρήματα. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση και σε σχέση με το αν η πληροφορία ήταν προνομιούχα ανάφερε τα ακόλουθα: «Η κατάληξή μου είναι ότι δεν πρόκειται για προνομιούχα πληροφορία εδώ για το λόγο ότι η εμβέλεια την οποία καθορίζει ο Νόμος στο Αρθρο 44 της έννοιας «προνομιούχα πληροφορία» περιορίζεται σε παροχή νομικής συμβουλής ή επαγγελματικών υπηρεσιών σχετικά με νομική διαδικασία και δεν μπορεί να επεκτείνεται στη μεταφορά χρημάτων επ' ονόματι δικηγόρου κατατεθειμένων σε client account. Η όλη φιλοσοφία του προνομίου μεταξύ δικηγόρου-πελάτη όσον αφορά την επικοινωνία τους αλλά και ο περιορισμός που τίθεται από τον ίδιο το νόμο τείνουν να καταδείξουν ότι τέτοια ενέργεια δεν σκοπείται να περιληφθεί μέσα στην έννοια της προνομιούχας πληροφορίας.» Στο Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση (Reissue), Τόμος 37, παράγραφος 582 όπου γίνεται ανάλυση των πιθανών ενστάσεων που ένα πρόσωπο μπορεί να εγείρει στα πλαίσια αποκάλυψης εγγράφων αναφέρεται κάτω από τον τίτλο 'Privilege claimed by persons in fiduciary capacity'. "When a fiduciary relationship exists, such as between a trustee and a beneficiary of the trust, or any analogous position, the privilege cannot be claimed by the trustee, except in respect of communications and documents brought into existence by the trustee for the purpose of litigation against him by the beneficiary. When there is a dispute between two beneficiaries in respect of the trust matters and the trustee acts as solicitor for one of them, communications between the trustee as solicitor and the beneficiary who is his client are not privileged against the other beneficiary, but communications between one trustee and a co-trustee, who is a solicitor, are privileged against a beneficiary if made to obtain legal advice". Στην Αγγλική υπόθεση In re State of Norway's Application In re State of Norway's Application (NO.2) [Consolidated Appeals]-[1990] 1 A.C 723 η Νορβηγική φορολογική επιτροπή (county tax committee) καταχώρησε αίτηση για υπολογισμό φόρου που θα έπρεπε να καταβάλει ο διαχειριστής της περιουσίας ενός αποθανόντος Νορβηγού, ο οποίος διέμενε στη Νορβηγία. Ο υπολογισμός του φόρου αφορούσε περιουσιακά στοιχεία μίας εταιρείας στην οποία ο αποβιώσας φερόταν να ήταν ο τελικός δικαιούχος (beneficial owner) της ή το πρόσωπο το οποίο είχε τον έλεγχο του εμπιστεύματος (trust) το οποίο κατείχε τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω εταιρείας. Ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος καταχώρησε αγωγή σε Νορβηγικό Δικαστήριο ζητώντας το παραμερισμό του υπολογισμού του φόρου καθώς και εφεσίβαλε την απόφαση για τον υπολογισμό του φόρου από την Νορβηγική φορολογική επιτροπή. Μέσα στα πλαίσια αυτά το Νορβηγικό Δικαστήριο εξέδωσε αίτημα για λήψη μαρτυρίας (letter of Request) προς το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας για την προφορική εξέταση δύο μαρτύρων, του διευθυντή της τράπεζας του πιο πάνω εμπιστεύματος που έδωσε οικονομική συμβουλή προς το εμπίστευμα καθώς και ενός υπαλλήλου της τράπεζας ο οποίος ήταν ο treasurer της εταιρείας. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε το αίτημα του Νορβηγικού Δικαστηρίου για τη λήψη μαρτυρίας. Έναντι της αποδοχής του πιο πάνω αιτήματος ασκήθηκε έφεση από τους μάρτυρες. Ένας από τους λόγους έφεσης ήταν ότι οι πληροφορίες που θα δίδοντο ήταν προνομιούχες και παραβίαζαν το καθήκον εμπιστευτικότητας ('it was submitted that in all circumstances the witnesses should not be ordered to break their duty of confidentiality to their trust'). Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχθηκε την Έφεση των μαρτύρων και ακύρωσε το εκδοθέν διάταγμα για άλλους λόγους που δεν αφορούν την παρούσα απόφαση. Σε σχέση όμως με την επίκληση του προνομίου από τους μάρτυρες δεν τέθηκε οποιοσδήποτε λόγος επέμβασης στην πρωτόδικη απόφαση («.that further were no grounds for interfering with the judge's findings that the second letter of request did not amount to 'fishing' or with his decision that public policy outweighed the witnesse's duty of confidence as bankers; and accordingly the witnesses could be ordered to give evidence»). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα επί του προκειμένου: "It is accepted on both sides that the question of confidentiality can only be answered by the court undertaking a balancing exercise, weighing on the one hand the public interest in preserving the confidentiality owed by the witnesses as bankers to their customers, and on the other hand the public interest in the English courts assisting the Norwegian court in obtaining evidence in this country. In Norway 2, that balancing exercise was performed by the judge. He took into account the considerations urged on behalf of the witnesses, and in particular the matters set out in affidavits sworn on behalf of them, stressing the importance of the duty of confidentiality owed by bankers in this country, notably in the City of London. He then said: "The major consideration is, undoubtedly, that referred to by Lord Kindersley in his letter to the Norwegian lawyer, acting for the estate, on 15 April 1984 namely the identity of the settlor. Lord Kindersley seeks that his identity and information which might indirectly reveal his identity should remain a matter of confidence and should not pass into the public domain, as it might do if he were required to give evidence in the Sandefjord proceedings. On the other hand, if it could be shown that the settlor in relation to the matters with which the Sandefjord court is directly concerned, was acting merely as the agent or nominee of Jahre, then the public policy of assisting a foreign court to the proper determination of the matter before it would, in all probability, outweigh the public interest in upholding the confidential relationship between the witnesses and the settlor." On that basis, he decided to reject the submission of the witnesses on the ground of confidentiality, but made his order subject to a direction:"that the said witnesses shall not be required to reveal the identity of the settlor, or to answer any questions under paragraphs 7, 9, 10 or 11, unless the said witnesses, or one of them, shall have said in evidence that the settlor was, in relation to the C.T.C. shares and/or the assets of C.T.C. held in the name of the foundation acting as the nominee or agent for Anders Jahre." The Court of Appeal unanimously decided not to interfere with the judge's exercise of his discretion on this point. In these circumstances, it would require cogent reasons to persuade your Lordships to interfere with the judge's decision." Στη προκειμένη περίπτωση η Abacus κατέχει απλά τα έγγραφα ως εμπιστευματοδόχος της Bakadri. Δεν έλαβε μέρος στον καταρτισμό τους ούτε και παρείχε οποιαδήποτε συμβουλή. Ούτε και προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός. Αντίθετα, μάλιστα το πιο πάνω γεγονός επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της ίδιας της υπεράσπισης που καταχώρησαν οι εναγόμενοι (Παράρτημα 5 του Τεκμηρίου 1). Ειδικότερα αναφέρεται στη παράγραφο 14 ότι κατά την 31/5/13 ο ενάγοντας 1 και η εναγόμενη 9 υπέγραψαν συμφωνία ενεχυρίασης με αντικείμενο τις 999 μετοχές του ενάγοντα 1 στην Bakadri. Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής ο ενάγοντας 1 υπέγραψε και παράδωσε στην εναγόμενη 9, μεταξύ άλλων, μη χρονολογημένο έγγραφο μεταβίβασης μετοχών (προφανώς το Schedule 2, 'Instrument of transfer' το πρωτότυπο του οποίου ζητείται από το Ρωσικό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας) και ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο (Schedule 3 'Irrevocable proximate and power of attorney' το πρωτότυπο του οποίου ζητείται από το Ρωσικό Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας). Με το ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ο Gabov ανέκκλητα εξουσιοδότησε την εναγόμενη 9 να ασκεί κάθε δικαίωμα στις μετοχές του. Στις 27.11.15 στη βάση των πιο πάνω η εναγόμενη 9 παρέδωσε στην εναγόμενη 1 και στην Abacus Secretarial Ltd όλα τα πιο πάνω έγγραφα και τους έδωσε οδηγίες όπως προχωρήσουν στη μεταβίβαση των μετοχών προς την Tekbrid. H Abacus Secretarial Ltd επομένως ενήργησε με βάση τις οδηγίες της Αλφα-Μπανκ σύμφωνα με το ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο. Κάτω από τις περιστάσεις αυτές δεν θεωρώ ότι η προσκόμιση των ζητηθέντων εγγράφων είναι προνομιούχα καθ'οινδήποτε τρόπο και προσκρούει σε οποιοδήποτε νομοθετικό, δημόσιο ή ιδιωτικό απόρρητο. Ούτε και έχει αναφερθεί με οποιοδήποτε θετικό τρόπο από την εν λόγω μάρτυρα ότι της απαγορεύθηκε ρητά από τους τελικούς δικαιούχους της εν λόγω εταιρείας να προσκομίσει τα εν λόγω ζητηθέντα πρωτότυπα έγγραφα (Crowther v Appleby
(1873)LR 9 CP 23). Αντίθετα η ίδια η μάρτυρας δήλωσε με θετικό τρόπο ότι προτίθεται να τα προσκομίσει στη διαδικασία της δικαστικής διαδικασίας ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω θα ήθελα να αναφέρω, με κάθε σεβασμό, επίσης ότι τα γεγονότα της Αγγλικής αυθεντίας Eccles & Co v Luisville and Nashville Railroad Company, στην οποία με έχει παραπέμψει ο ευπαίδευτος συνήγορος της Abacus, διαφέρει ουσιωδώς με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Και τούτο γιατί στη προκειμένη περίπτωση η μάρτυρας καταθέτει ως ένας εκ των διευθυνόντων σύμβουλων της Abacus, η οποία έχει στη κατοχή της τα ζητηθέντα έγγραφα. Αντίθετα, στην εν λόγω Αγγλική υπόθεση ο μάρτυρας ο οποίος κλήθηκε να παρουσιάσει τα ζητηθέντα έγγραφα, παρόλο που τα είχε στη κατοχή του, τα κατείχε ως υπάλληλος στον δικηγορικό οίκο που εργαζόταν. To Δικαστήριο με πλειοψηφία αποφάσισε με τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν θα έπρεπε να τα καταθέσει εφόσον δεν ικανοποιήθηκε ότι η κατάθεση τους δεν θα παραβίαζε το καθήκον του έναντι του εργοδότη του. Και κάτι τελευταίο. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υπογράψει διεθνή Σύμβαση με την Ρωσική Ομοσπονδία για την παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου καθώς και είναι συμβαλλόμενο μέρος της Σύμβασης Χάγης. Οι νομικές υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας έναντι των συμβαλλομένων μερών είναι δεδομένες (κατ'αναλογία βλέπε υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Irakliy Dzhandzhgava, Πολιτική ECLI:CY:AD:2017:D404, Αίτηση Αρ. 137/2017, 17/11/2017). Η παρούσα διαδικασία εμπίπτει στην κατηγορία των υποχρεώσεων που η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει έναντι της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη βάση σχέσης αμοιβαιότητας στο πλαίσιο της μεταξύ τους διακρατικής συνεργασίας για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου. Στη βάση των πιο πάνω η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να τιμήσει τις νομικές της υποχρεώσεις. Το Δικαστήριο έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι έχει νομικό καθήκον να ικανοποιήσει το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου εκτός εάν συντρέχουν νομικά αποδεκτοί λόγοι περί του αντιθέτου. Κανένας νομικός αποδεκτός λόγος δεν τέθηκε ενώπιον μου ώστε το αίτημα του Ρωσικού Δικαστηρίου να μην τύχει έγκρισης. Σύμφωνα με την Eμπεδοκλής Eυάγγελος (Aρ. 1) (ανωτέρω) η παρούσα διαδικασία αποσκοπεί για να βοηθηθεί η δικαστική αρχή του Συμβαλλόμενου μέρους για να συμπληρώσει την εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία στο αρμόδιο δικαστήριο της. Συνεπακόλουθα όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Καλώ επομένως τη μάρτυρα να καταθέσει τα πρωτότυπα ζητηθέντα έγγραφα που σύμφωνα με την ίδια έχει στην κατοχή της. Η παρούσα απόφαση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των πρακτικών του Δικαστηρίου. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ/Εξεταστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο