← Κύπρος

INTRALOT HOLDINGS INTERNATIONAL LTD ν. ION, Αρ. Αίτησης: 246/2020, 23/7/2021

INTRALOT HOLDINGS INTERNATIONAL LTD ν. ION, Αρ. Αίτησης: 246/2020, 23/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A423 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 246/2020 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ.44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. και Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) με αρ.1215/2012 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 12ης Δεκεμβρίου 2012, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000, Νόμο 121(Ι)/

  1. και Αναφορικά με την απόφαση αστικού δικαίου με αριθ.4305 ημερομηνίας 19/07/2016 η οποία εκδόθηκε από το Δικαστήριο Βουκουρεστίου - 6ο Αστικό Τμήμα στα πλαίσια της δικογραφίας με αρ.34204/3/
  2. και Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ: INTRALOT HOLDINGS INTERNATIONAL LTD Αιτήτριας και XXXXX ION Καθ' ου η αίτηση Ημερομηνία: 23 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: Ο κ. Κ. Μιχαηλίδης μαζί με κα Μαριάνα Κατσελλή για Κυριάκος Θ. Μιχαηλίδης & Σία Για τον Καθ' ου η αίτηση: Η κα Δανιέλα Ιατρείδου για Α. Karitzis & Associates LLC Για Μεσεγγυούχο: Η κα Χ" Γεωργίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση ημερ. 3.03.2021 για ακύρωση και/ή παραμερισμό διαταγμάτων αναγνώρισης και κήρυξης ως εκτελεστής στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλοδαπής δικαστικής απόφασης) ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Ανατρέχοντας στα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου είναι αναμφισβήτητο ότι ο XXXXX Ion από τη Ρουμανία καταχώρησε στο Δικαστήριο του Βουκουρεστίου, 6ον Αστικό Τμήμα, την αγωγή υπ' αρ.34204/3/2013 εναντίον της Κυπριακής εταιρείας Intralot Holdings International Ltd (Intralot). Στην αγωγή αυτή το Ρουμανικό Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση με αρ.4305 την 19.7.2016 εναντίον της Intralot. Σύμφωνα με το άρθ.33 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 η Ρουμανική απόφαση θα αναγνωρίζεται στις άλλες χώρες μέλη της Ε.Ε. χωρίς να απαιτείται ειδική διαδικασία, εφ' όσον η Ρουμανία είναι κράτος μέλος της Ε.Ε. Το άρθ.34

(1)του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 καθορίζει ότι η απόφαση του Ρουμανικού Δικαστηρίου, χώρας μέλους της Ε.Ε. δεν θ' αναγνωρίζεται σε άλλη χώρα εάν η αναγνώριση της αντίκειται προφανώς (manifestly) προς την δημοσία τάξη της χώρας εις την οποίαν επιζητείται η αναγνώριση, δηλαδή της Κύπρου. Το άρθ.38 του Κανονισμού προβλέπει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της Ρουμανίας, που εκδόθηκε και είναι εκτελεστή στην Ρουμανία, για να μπορεί να εκτελεσθεί στην Κύπρο θα πρέπει να κηρυχθεί εκτελεστή στην Κύπρο κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος στη Ρουμανία XXXXX Ion. Τέτοια αίτηση θα υποβληθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο της Κύπρου (άρθ.39 του Κανονισμού) και η διαδικασία διέπεται από το νόμο της χώρας μέλους της Ε.Ε. στην οποία επιζητείται η κήρυξη της εκτελεστότητος δηλαδή της Κύπρου (άρθ.40
(1). Επειδή η αγωγή ενώπιον του Ρουμανικού Δικαστηρίου καταχωρίστηκε προ της 10.01.2015 σύμφωνα με το άρθ.66 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση ο ανωτέρω Κανονισμός (ΕΕ) 44/2001. Ο Καθ' ου η αίτηση στις 31.07.2020 καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε (
  1. i)να αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία η απόφαση με αριθμό 4305 ημερομηνίας 19.07.2016 που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Βουκουρεστίου - 6ο Αστικό Τμήμα στην υπόθεση 34204/3/2013, εναντίον της εδώ Αιτήτριας για καταβολή του ποσού των €2.100.000 ως τιμή εκχώρησης 284,166 ονομαστικών μετοχών που εκδόθηκαν από την εταιρεία SC LOTROM SA και (
  2. ii)να κηρυχθεί η ως άνω απόφαση εκτελεστή εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το δικαστήριο στις 25.09.2020 έκδωσε τα αιτούμενα διατάγματα. Ο Καθ' ου η αίτηση στις 15.12.2020 καταχώρισε αίτηση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου με την οποία ζητούσε διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο (
  3. i)να διατάζει τους Μεσεγγυούχους Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Λευκωσία, όπως εμφανιστούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην καθορισμένη ημερομηνία και ώρα που θα ορίσει το Δικαστήριο για να εξεταστούν ως προς το ποσό το οποίο βρίσκεται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο τους επ' ονόματι της Αιτήτριας, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση του χρέους της Αιτήτριας όπως αυτό απορρέει από την απόφαση εναντίον της, (
  4. ii)να διατάζει τους Μεσεγγυούχους Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Λευκωσία, όπως μη αποχωριστούν ή πληρώσουν ή διαθέσουν ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε ποσό χρημάτων το οποίο βρίσκεται στην κατοχή τους επ' ονόματι της Αιτήτριας μέχρι πλήρους και τελείας εκδίκασης της παρούσας αίτησης και (iii) να επιτρέπει την έκδοση εντάλματος κατασχέσεως (writ of attachment) εις χείρας τρίτου με το οποίο να διατάζονται οι Μεσεγγυούχοι, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Λευκωσία, όπως καταβάλουν άμεσα στον Καθ' ου η αίτηση οποιοδήποτε ποσό χρημάτων το οποίο βρίσκεται στην κατοχή τους επ' ονόματι της Αιτήτριας μέχρι του ποσού των €2.100.000,00 πλέον €20.000,00 - έξοδα της απόφασης. Στις 14.01.2021 που ήταν ορισμένη η αίτηση το δικαστήριο έκδωσε διατάγματα ως το Α και Β της αίτησης και η αίτηση ορίσθηκε για επίδοση στις 24.02.2021. Στις 24.02.2021 εμφανίστηκαν οι συνήγοροι των Μεσεγγυούχων οι οποίοι ενημέρωσαν το δικαστήριο ότι έχουν συμμορφωθεί με τα διατάγματα του δικαστηρίου και έχουν παγοποιήσει το ποσό των €3.886,03 αναφορικά με τον λογαριασμό της Αιτήτριας με αρ. XXXXX6155. Εμφανίστηκαν και συνήγοροι για την Αιτήτρια οι οποίοι ζήτησαν όπως η αίτηση παραμείνει για οδηγίες αφού προτίθενται να καταχωρίσουν αίτηση παραμερισμού των διαταγμάτων του δικαστηρίου ημερ. 25.09.2020. Η ΑΙΤΗΣΗ: Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση που καταχωρίστηκε εκ μέρους της Αιτήτριας την 3.03.3021 στα πλαίσια της με τον ως άνω αριθμό αίτηση με την οποία ζητά από το δικαστήριο την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία (
  5. i)να κηρύττονται άκυρα και/ή να παραμερίζονται τα διατάγματα ημερ. 25.09.2020 με τα οποία το δικαστήριο αναγνώρισε και κήρυξε εκτελεστή στην Κυπριακή Δημοκρατία την απόφαση και (
  6. ii)να παραμερίζονται τα ως άνω διατάγματα ημερ. 25.09.2020 εφόσον επιπρόσθετα δεν προσκομίσθηκε πιστοποιημένη drawn up judgment και δεν ζητήθηκε η αναγνώριση και κήρυξη εκτέλεσης ολόκληρης της απόφασης του Ρουμανικού Δικαστηρίου. Στις 20.04.2021 η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση και η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 26.05.2021 ημερομηνία κατά την οποία οι δύο πλευρές ακούστηκαν διά των αγορεύσεων των συνηγόρους τους. Η αίτηση βασίζεται επί του Κανονισμού (ΕΕ) 44/2001 άρθ.33
(1)και
(2), 34
(1), 38
(1), 39
(1)και
(2), 40
(1), 42
(1)και
(2), 53
(1)και
(2)και επί του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 άρθ.66 και επί του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου 121(Ι)/2000 άρθ.3, 4 και 5
(1)(α) και επί του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ.1, 2, 3 και 8 και Δ.55 θ.θ.1 έως 4 και Τύπος 50, επί της παραβιάσεως των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, της νομολογίας και επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται σε ένορκη δήλωση της κας Ελένης Κυριάκου η οποία δηλώνει ότι είναι διευθύντρια της Intralot Holdings International Ltd, (Intralot) και ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα τα οποία αναφέρει σε αυτή και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει ότι έχει στην κατοχή της τα δικαστικά έγγραφα στα οποία κάνει αναφορά και ότι όσα γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά αναφέρει την πηγή της γνώσης της και ότι έλαβε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της Αιτήτριας στην παρούσα. Αναφέρει ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Intralot Holdings International Ltd βρίσκεται στην Λευκωσία όπου και εργάζεται. Δηλώνει ότι η πρώτη φορά που πληροφορήθηκαν ότι λήφθηκαν μέτρα να κηρυχθεί εκτελεστή στην Κύπρο η απόφαση του Ρουμανικού Δικαστηρίου ήταν στις 11.02.2021, όταν η αίτηση μεσεγγύησης ημερ.15.12.2020 επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της Intralot. Στην αίτηση μεσεγγύησης δεν περιλαμβάνονταν τα έγγραφα της μονομερούς αιτήσεως υπό τον άνω τίτλο και αριθμό. Για τούτο και οι δικηγόροι τους ήλθαν σε επαφή τηλεφωνικώς με τους δικηγόρους που είχαν χειριστεί την αίτηση αναγνώρισης και τα εζήτησαν. Ενώ αρχικά υποσχέθηκαν να τους τα αποστείλουν, αργότερα αρνήθηκαν. Για τούτο και οι δικηγόροι τους απέστειλαν επιστολή ημερ.17.02.2021 (Τεκμ. 1). Τα έγγραφα της αιτήσεως 246/2020 λήφθηκαν από το φάκελο του δικαστηρίου (Τεκμ.2), χωρίς τα επισυνημμένα τεκμήρια. Μελετώντας τα έγγραφα που έλαβαν από το δικαστήριο είδαν ότι η αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της δικηγόρου Δήμητρας Παΐση όπου στις παρ.4 και 5 αυτής αναφέρει ότι την 1.11.2013 εκδόθηκε διάταγμα στα πλαίσια αίτησης με αρ.2206/2013, το οποίο αναγνώριζε και κήρυττε εκτελεστή εντός της Κύπρου την απόφαση ημερ.19.10.2010 στην αγωγή 29019/3/2009 του δικαστηρίου Βουκουρεστίου, η οποία διέτασσε την Intralot να υπογράψει σύμβαση εκχώρησης μετοχών (Τεκμ.3). Η μονομερής αίτηση αρ.2206/2013 δεν επιδόθηκε στην Intralot ούτε και αυτή έλαβε γνώση του εκδοθέντος μονομερούς διατάγματος. Για τούτο, υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα το διάταγμα εκείνο είναι άκυρο για τους λόγους για τους οποίους ζητείται η ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην αίτηση αναγνώρισης. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ο Petre Ion καταχώρισε αγωγή ενώπιον του Ρουμανικού Δικαστηρίου, η οποία κατατέθηκε στις 23.10.2013 με αρ. φακέλου 34204/3/2013, με την οποία ο ενάγων, XXXXX Ion, ζητούσε εναντίον της Intralot:
(1)Την αναγγελία απόφασης που να επέχει θέση για: (α) Συμβόλαιο εκχώρησης που έχει σαν αντικείμενο 284.166 μετοχές της SC Lotrom S.A., τις οποίες κατείχε ο ενάγων, με την τιμή των €2.500.000. (β) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει €400.000 φόρο. και (γ) Συγκεκριμένα να πραγματοποιηθεί η υπογραφή, στην στήλη «εκδοχέα» στο Μητρώο Μετόχων Lotrom, που αντιστοιχεί στο συμβόλαιο εκχώρησης που συνάφθηκε με αυτόν τον τρόπο.
(2)Να υποχρεώσει την Intralot να καταβάλει στον ενάγοντα την τιμή της εκχώρησης, των €2.100.
  1. Όπως φαίνεται από την απόφαση στην αγωγή 34204/3/2013 καταχωρίστηκε από τον XXXXX Ion εναντίον της Aιτήτριας και άλλες αγωγές στη Ρουμανία. Όλες βασίζονταν σε ένα έγγραφο το οποίο είχε ως τίτλο Πρακτικό Συνάντησης (Minute of Meeting) ημερ.19.10.2007 (Τεκμ.4). Σύμφωνα με το Πρακτικό αυτό οι συμμετέχοντες στην συνάντηση αποφάσισαν τα ακόλουθα σχετικά με την μεταβίβαση των μετοχών του XXXXX Ion: (α) Ήταν η πρόθεση των μερών όπως συναφθεί συμφωνία πωλήσεως μετοχών μεταξύ του XXXXX Ion και της Αιτήτριας, η οποία να έχει ως αντικείμενο την μεταβίβαση προς την Intralot 284.166 μετοχών του XXXXX Ion στην εταιρεία SC Lotrom SA, αντί του ποσού των €2.500.
  2. (β) Περαιτέρω η σύναψη της συμφωνίας πωλήσεως μετοχών και η μεταβίβαση των μετοχών, η οποία προβλέπεται στο ως άνω Πρακτικό, αποτελούν την τρέχουσα αντίληψη (current understanding) μεταξύ των μερών, η οποία θα εκτελεστεί σύμφωνα με τον ισχύοντα Ρουμανικό νόμο και σύμφωνα με το Καταστατικό της εταιρείας (Lotrom). Kαταλήγει δε το ως άνω Πρακτικό ότι οι μέτοχοι (δηλ. XXXXX Ion και Ιntralot Holdings International Ltd) έχουν εκτελέσει το παρόν πρακτικό σε δύο αντίτυπα. Η Intralot στη Ρουμανία αρνείτο τις αξιώσεις του XXXXX Ion και ισχυριζόταν ότι δεν ήταν αποδεκτή η αγωγή του ενάγοντος ν' αναγγελθεί από το Δικαστήριο μία απόφαση που να παρέχει θέση συμβολαίου εκχώρησης και επικαλείτο περαιτέρω ότι η αγωγή ήτο παραγεγραμμένη. Το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: (α) «Στις 19.10.2007 ο ενάγων και η εναγομένη Intralot Holdings έκλεισαν μια συμφωνία, που καταγράφηκε στο έγγραφο με τον τίτλο "minute of meeting/πρακτικά της συνεδρίασης" (επ.12, 13), με το οποίο καθορίστηκε η πρόθεση των μερών να κλείσουν ένα συμβόλαιο αγοραπωλησίας μετοχών μεταξύ του ενάγοντος και της εναγόμενης, που είχε σαν αντικείμενο την μεταβίβαση των 284.166 μετοχών που κατέχει ο ενάγων στο πλαίσιο της εναγόμενης SC Lotrom SA. Τα μέρη συμφώνησαν η συνολική αξία των 284.166 μετοχών να είναι 2.500.000 ευρώ, και οιαδήποτε μερίσματα που διανέμονται στον ενάγοντα από την ημερομηνία σύμβασης και μέχρι τη στιγμή της μεταβίβασης των μετοχών προς την εναγόμενη Intralot να αφαιρεθεί από αυτή την συνολική αξία των 2.500.000 ευρώ. (β) Με την απόφαση εμπορικού δικαίου αρ.9822/19.10.2010 του Δικαστηρίου Βουκουρεστίου στο πλαίσιο του φακέλου αρ.29019/3/2009, που παρέμεινε αμετάκλητη, η εναγόμενη Intralot υποχρεώθηκε να κλείσει με τον ενάγοντα το συμβόλαιο εκχώρησης για 284.166 ονομαστικές μετοχές που εκδόθηκαν από την SC Lotrom SA με την τιμή των 2.500.000 ευρώ. Στην αιτιολόγηση της απόφασης σημειώνεται ότι το πρωτόκολλο από 19.10.2007 (minute of meeting) είναι προσύμφωνο αγοραπωλησίας, με το οποίο τα αμφότερα μέρη υποχρεώθηκαν να κλείσουν, στο μέλλον, ένα συμβόλαιο εκχώρησης σχετικά με τις μετοχές που κατέχει ο ενάγων στην SC Lotrom SA. Η συναίνεση των δύο μερών εκφράστηκε έγκυρα με την έννοια ανάληψης των υποχρεώσεων τους «να πραγματοποιήσουν», να συνάψουν τη σύμβαση εκχώρησης στο μέλλον, η πραγματική πρόθεση των μερών είναι ξεκάθαρη, δηλαδή η ανάληψη αυτών των υποχρεώσεων, το αντικείμενο της εκχώρησης καθορίστηκε με την αναγνώριση των μετοχών, και η τιμή, διαπραγματευόμενη στην τιμή αγοράς των μετοχών, αναφέρεται ρητώς». Και το δικαστήριο του Βουκουρεστίου αποφάσισε ότι: (α) «Η παρούσα απόφαση επέχει θέση του συμβολαίου εκχώρησης, που συνάφθηκε μεταξύ του ενάγοντος Πέτρε Ιόν με την ιδιότητα του εκχωρητή και της εναγόμενης Intralot Holdings, με την ιδιότητα του εκδοχέα, έχοντας ως αντικείμενο 284.166 ονομαστικές μετοχές, που εκδόθηκαν από την εναγόμενη Lotrom, αριθμημένες από 2.873.235 έως 3.157.400, έναντι της τιμής των 2.500.000 ευρώ. (β) Εξαναγκάζει την εναγόμενη Intralot Holding να πληρώσει προς τον ενάγοντα το ποσό των 2.100.000 ευρώ ως τιμή της εκχώρησης». Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει στη συνέχεια ότι για να αναγνωρισθεί μία απόφαση ξένου δικαστηρίου θα πρέπει να παρουσιασθεί ενώπιον του Κυπριακού Δικαστηρίου drawn up judgment (συνταχθείσα απόφαση) του Ρουμανικού Δικαστηρίου και όχι ολόκληρο το κείμενο της για να ψάχνει ο Κύπριος Δικαστής να ανακαλύψει την απόφαση που θα αναγνωρίσει. Το Κυπριακό Δικαστήριο δεν αναγνώρισε το μέρος που δήλωσε ότι η απόφαση επέχει θέση του συμβολαίου εκχώρησης, που συνάφθηκε μεταξύ του ενάγοντος XXXXX Ion με την ιδιότητα του εκχωρητή και της εναγόμενης Intralot με την ιδιότητα του εκδοχέα. Απλά το Κυπριακό δικαστήριο αναγνώρισε τον εξαναγκασμό της εναγόμενης Intralot να πληρώσει προς τον ενάγοντα το ποσό των €2.100.000 ως τιμή της εκχώρησης, χωρίς μάλιστα να διατάσσει τη μεταβίβαση των μετοχών, για τούτο και η απόφαση του Κυπριακού Δικαστηρίου είναι άκυρη διότι δεν αναγνώρισε ολόκληρο το κείμενο της εκδοθείσας απόφασης, αλλά μέρος αυτής. Η ενόρκως δηλούσα στη συνέχεια αναφέρει ότι στην Κύπρο, σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, ως θέμα δημοσίας τάξεως ένα δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξαναγκάσει δύο συμβαλλομένους να συνάψουν συμφωνία εκχώρησης είτε με βάση ένα προσύμφωνο είτε άλλως, δεν έχει εξουσία να διατάξει τον ενάγοντα ή άλλον να υπογράψει το μητρώο μετόχων ως εκδοχέας εκ μέρους της Intralot ή να διατάξει την ειδική εκτέλεση ενός εγγράφου που δεν είναι σύμφωνο με το άρ.76 του περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ.149) ή να διατάξει την εναγόμενη να πληρώσει το τίμημα των μετοχών που θα εξεχωρούντο, εάν υπήρχε νόμιμη συμφωνία. Δηλώνει περαιτέρω ότι τα θέματα δημοσίας τάξεως δεν έχουν σχέση με την παρούσα αίτηση. Αυτά θα έχουν σχέση αν καταχωρισθεί αίτηση διά κλήσεως να αναγνωριστεί και κηρυχθεί εκτελεστή ολόκληρη η Ρουμανική απόφαση. Η ενόρκως δηλούσα συνεχίζει την ένορκη δήλωσή της αναφέροντας ότι την 31.07.2020 καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση από τον XXXXX Ion, από το Βουκουρέστι Ρουμανίας, υπ' αρ.246/20 και υπό τον άνω τίτλο, με την οποίαν ζητούσε ν' αναγνωρισθεί και κηρυχθεί εκτελεστή μέρος της απόφασης του Ρουμανικού Δικαστηρίου, ως εξής: «Α. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση και ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου για αναγνώριση στην Κυπριακή Δημοκρατία της δικαστικής απόφασης με αριθμό 4305 ημερομηνίας 19/07/2016 που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Βουκουρεστίου - 6ο Αστικό Τμήμα στην υπόθεση 34204/3/2013, εναντίον της Κυπριακής εταιρείας Intralot Holdings International Ltd, η οποία εγέρθηκε από τον Αιτητή, XXXXX Ion, εναντίον της Intralot Holdings International Ltd για καταβολή του ποσού των Ευρώ Δύο Εκατομμύρια Εκατό Χιλιάδες (€2.100.000) ως τιμή εκχώρησης 284.166 ονομαστικών μετοχών που εκδόθηκαν από την εταιρεία SC Lotrom SA. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση και/ή άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου η οποία να αναγνωρίζει και/ή κηρύττει την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση εκτελεστή εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, με ή χωρίς όρους». Η ως άνω αίτηση συνοδευόταν από ένορκη δήλωση της κας XXXXX Παΐση. Ενώ στον τίτλο η αίτηση αναφέρεται ως Πρωτογενής, αυτή δεν ήταν συντεταγμένη σύμφωνα με τον τύπον 50 του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας, ούτε και έγραφε ότι βασίζεται στην Δ.55 θ.θ.1 και 2 αυτής. Ότι ουδεμία Πρωτογενής Αίτηση επιδόθηκε στην Intralot Holdings International Ltd. Η καταχωρηθείσα αίτηση αναγνώρισης βασιζόταν στον Κανονισμό (ΕΕ) 44/2001 και στο άρθ.66 του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012 και στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι)/2000 και στη Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και
  3. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε η ενόρκως δηλούσα η αίτηση προς αναγνώριση και κήρυξη της ως άνω Ρουμανικής απόφασης ως εκτελεστής έπρεπε να γίνει με διά κλήσεως αίτηση η οποία να επιδοθεί στην Intralot, ώστε να εφαρμοσθούν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, δηλαδή να ακουσθούν και οι δύο πλευρές προτού αποφασίσει το δικαστήριο. Ο Καθ' ου η αίτηση, XXXXX Ion, κατά παράβαση των ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων, επί των οποίων βασίζεται η παρούσα αίτηση, καταχώρισε μονομερή αίτηση την οποίαν δεν επέδωσε στην Intralot. Το Δικαστήριο την 25.9.2020 εξέδωσε στη μονομερή αίτηση στην απουσία της Intralot, αφού δεν έγινε επίδοση της αίτησης, μονομερές διάταγμα (Τεκμ. 5). Αναφέρει δε η ενόρκως δηλούσα ότι εάν επιδιδόταν η αίτηση στην Intralot σύμφωνα με τη νομική συμβουλή την οποίαν έχει η Intralot θα μπορούσε να προβάλει εναντίον της αιτήσεως αναγνωρίσεως και κηρύξεως της Ρουμανικής αποφάσεως ως εκτελεστής την ένσταση ότι παραβιάζουν την δημόσια τάξη η οποία επικρατεί στην Κύπρο και ότι η διαδικασία την οποίαν χρησιμοποίησε ο XXXXX Ion καθιστά τα ως άνω εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα σύμφωνα με την νομολογία άκυρα και ανύπαρκτα. Περαιτέρω ότι σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 44/2001 τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα θα έπρεπε να επιδοθούν στην Intralot. Ούτε και αυτά επιδόθηκαν. Η ΕΝΣΤΑΣΗ: Ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στην ως άνω αίτηση την οποία βασίζει στη Δ.48, θ. 1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 1 Α, 30, 35 και 179 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22/12/2000, ιδιαίτερα τα άρθρα 1-3, 5, 6, 22-23, 27-29, 32-56 αυτού, του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 12/12/2012, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Νόμο 121(Ι)/2000), στο δίκαιο της επιείκειας, στην Νομολογία και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι που προβάλλονται στην ένσταση είναι οι ακόλουθοι (καταγράφονται αυτούσιοι): «
  4. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τάσσει η δικονομία και/ή η νομολογία και/ή σχετικοί νόμοι και κανονισμοί και/ή ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/2001 και/ή νομική βάση την οποία επικαλούνται δεν έχει εφαρμογή.
  5. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή η Αιτήτρια δεν δύναται και/ή παράτυπα σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς και/ή τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 να στρέφεται με την παρούσα εναντίον της απόφασης αναγνώρισης και εκτέλεσης.
  6. Η απόφαση αναγνώρισης και εκτέλεσης ημερομηνίας 25/09/2020 εναντίον της Αιτήτριας είναι καθόλα ορθή και νόμιμη και/ή έχει εκδοθεί σύμφωνα και/ή τηρώντας πιστά τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς και/ή τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/
  7. Η απόφαση εναντίον της οποίας ζητείται παραμερισμός λήφθηκε στη βάση νομότυπης και καθ' όλα κανονικής αίτησης.
  8. Κανένας λόγος αναφέρεται υπό την Αιτήτρια στην Αίτηση της που να δείχνει ότι η απόφαση αναγνώρισης και εκτέλεσης της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 25/09/2010 εναντίον της Αιτήτριας λήφθηκε λανθασμένα και/ή κανένας εκ των αναφερόμενων στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 44/2001 λόγων έφεσης εναντίον της απόφασης εγγραφής και εκτέλεσης δεν αναφέρεται στην αίτηση τους ή την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει.
  9. Οι λόγοι για τους οποίους μια απόφαση μπορεί να μην αναγνωριστεί ή κηρυχθεί ως εκτελεστή δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 αναφέρονται ρητά στα άρθρα 34 και 35 και σε αυτά δεν περιλαμβάνονται οι λόγοι που προβάλλει η Αιτήτρια.
  10. Η αναγνώριση και εκτέλεσης της επίδικης απόφασης ουδόλως αντίκειται στην δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε και έχουν δοθεί στοιχεία που να τεκμηριώνουν παρόμοιοι αόριστο και αβάσιμο ισχυρισμό.
  11. Η Αιτήρια κατά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 25/09/2020 δεν είχε κανένα δικαίωμα και/ή δεν μπορούσε να εισακουσθεί στη διαδικασία.
  12. Το διάταγμα που εκδίδεται για αναγνώριση και εκτέλεσης αλλοδαπής απόφασης εκδίδεται μονομερώς δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 και με τον τρόπο αυτό ολοκληρώνεται η διαδικασία, χωρίς να προβλέπεται όπως το διάταγμα είναι επιστρεπτέο, εφόσον τούτο είναι τελικό και όχι ενδιάμεσο. Ούτε και πάσχει καθ' οιονδήποτε τρόπο η απόφαση αναγνώρισης και εκτέλεσης.
  13. Δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα της Αιτήτριας να ακουστεί.
  14. Η Αιτήτρια έχει λάβει γνώση της επίδικης απόφασης και/ή της έχει κοινοποιηθεί δεόντως η απόφαση για αναγνώριση και εκτέλεση μέσω της επίδοσης σε αυτήν της αίτησης ημερ. 15/12/2020 και/ή έχει πλήρως ασκήσει το δικαίωμα που της παρέχει ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/2001 καταχωρώντας την παρούσα αίτηση κατά της επίδικης απόφασης.
  15. Η παρούσα αίτηση είναι πρόδηλα αβάσιμη και καταχρηστική αφού αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση της επίδικης απόφασης και με αυτήν εγείρονται ζητήματα τα οποία έχουν ήδη αποφασιστεί από τα ρουμανικά και/ή κυπριακά Δικαστήρια.
  16. Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/2001 απαγορεύει την επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής απόφασης.
  17. Η αίτηση είναι έκδηλα νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και αντίκειται και/ή με αυτήν καταστρατηγείται ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/
  18. Οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί 44/2001 και ο 1215/12 υπερισχύουν έναντι του ημεδαπού δικαίου και/ή νόμων και/ή κανονισμών.
  19. Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και/ή είναι παραπλανητικοί και/ή χωρίς κανένα έρεισμα και/ή δεν μπορούν να στηρίξουν την αίτηση της.
  20. Η αίτηση είναι παράτυπη καθότι δεν καταγράφει ουσιαστικές και επαρκείς λεπτομέρειες.
  21. Η Αιτήτρια δεν έχει καλό και/ή ουσιαστικό και/ή οιανδήποτε λόγο νομικό ή πραγματικό που να δικαιολογεί την αίτηση παραμερισμού.
  22. Ουδείς λόγος και/ή δικαιολογημένος λόγος, επί του οποίου στηρίζεται, αναφέρεται στην Αίτηση». Τα γεγονότα της ένστασης υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Λαζαρίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί στην παρούσα τον καθ' ου η αίτηση, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό του καθώς δεν μπορούσε να μεταβεί άμεσα στην Κύπρο λόγω των περιοριστικών μέτρων που έχουν ληφθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία για αντιμετώπιση του κορωνοϊού/Covid-19, με σκοπό την υποστήριξη της παρούσας αίτησης. Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι τα γεγονότα που παραθέτει στην ένορκη δήλωση της είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει προέρχονται από πληροφορίες και στοιχεία που περιήλθαν στη γνώση και αντίληψη της από τον ίδιο τον καθ' ου η αίτηση, από τους συναδέλφους της που χειρίζονται την υπόθεση και από τους συναδέλφους της στην δικηγορική Εταιρεία SCA ANASTASESCU, POP SI ASOCIATII, δικηγόρους του καθ' ου η αίτηση στην Ρουμανία οι οποίοι χειρίστηκαν την υπόθεση με αρ. 34204/3/2013 του δικαστηρίου Βουκουρεστίου - 6ο Αστικό Τμήμα για την οποία εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό 4305 ημερομηνίας 19.07.2016 εναντίον της Αιτήτριας καθώς και τις δύο εφέσεις σύμφωνα με τις οποίες η απόφαση είναι τελεσίδικη και αμετάκλητη. Δηλώνει περαιτέρω ότι έχει διαβάσει με προσοχή την αίτηση ημερ. 03.03.2021 της Αιτήτριας ως και την ένορκη δήλωση της κας Κυριάκου, της ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την Αίτηση και δηλώνει ότι διαφωνεί και απορρίπτει πλήρως και στην ολότητα τους το περιεχόμενο τους δηλαδή τόσο τους νομικούς όσο και τους πραγματικούς λόγους που προβάλλονται προς υποστήριξη της έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων πλην όπου άλλως πως ρητά αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της. Περαιτέρω υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω στο μέρος αυτό όσα η κα Λαζαρίδου καταγράφει στην ένορκη δήλωσή της με σκοπό να αιτιολογήσει τους ως άνω λόγους ένστασης εφόσον όσα από αυτά κριθεί ότι είναι αναγκαία θα καταγραφούν κατά την εξέταση των γεγονότων της υπόθεσης κατά την ανάλυση που θα ακολουθήσει. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπ' όψιν τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Θα πρέπει να πω ότι στάθηκαν υποβοηθητικές στο δικαστήριο για να αντιληφθεί τις εκατέρωθεν θέσεις. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ Το ισχύον δεσμευτικό για την Κυπριακή έννομη τάξη νομοθέτημα που ρυθμίζει τη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικής απόφασης Κράτους Μέλους σε άλλο Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως είναι η περίπτωση μας, είναι ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ο οποίος ονομάζεται «Βρυξέλλες Ι». Από την άλλη ο Κανονισμός (ΕΚ) με 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 καλούμενος ως «Βρυξέλλες ΙΙ», για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κανονισμού αυτού μόνο στις αγωγές που ασκούνται, στα δημόσια έγγραφα που εκδίδονται ή καταγράφονται και τους δικαστικούς συμβιβασμούς που εγκρίνονται ή συνάπτονται κατά ή μετά την 10η Ιανουαρίου
  1. Μετά την σχετική τροποποίηση του Συντάγματος στην ιεράρχηση των κανόνων δικαίου στην Κύπρο το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης ακόμη και συνταγματικής περί του αντιθέτου πρόνοιας. Επιπρόσθετα, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζονται στην Κυπριακή έννομη τάξη. Σε περίπτωση εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, απόφαση που εκδίδεται σε Κράτος Μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά Κράτη Μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία, ως ορίζει το άρθρο 33 του Νόμου. Περαιτέρω οι λόγοι για τους οποίους μια απόφαση μπορεί να μην αναγνωριστεί ή κηρυχθεί ως εκτελεστή δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 αναφέρονται ρητά στα άρθρα 34 και
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 36 απαγορεύεται η επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής απόφασης. Απόφαση που εκδόθηκε και είναι εκτελεστή σε Κράτος Μέλος εκτελείται σε άλλο Κράτος Μέλος, αφού κηρυχθεί εκεί εκτελεστή, με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου (άρθρο 38). Περαιτέρω ο Αιτητής που επικαλείται την αναγνώριση και εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης οφείλει να προσκομίσει αντίγραφο της απόφασης, το οποίο να συγκεντρώνει τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας (άρθρο 53) καθώς επίσης και τη βεβαίωση που προβλέπεται στο άρθρο
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 54 το δικαστήριο ή η αρμόδια αρχή του Κράτους Μέλους έκδοσης της απόφασης, εκδίδει κατόπιν αίτησης του ενδιαφερομένου διαδίκου βεβαίωση, σύμφωνα με το υπόδειγμα εντύπου που επισυνάπτεται στο παράρτημα V του Κανονισμού (ΕΚ) 44/
  4. Με βάση το άρθρο 41 η απόφαση κηρύσσεται εκτελεστή ευθύς ως ολοκληρωθούν οι διατυπώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 53 χωρίς έλεγχο των λόγων μη εκτέλεσης, που αναφέρονται στα άρθρα 34 και
  5. Ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, να καταθέσει οποιεσδήποτε προτάσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 42
(2)«η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στο διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο». Κατά της απόφασης που εκδίδεται επί της αίτησης για την κήρυξη της εκτελεστότητας μπορεί να ασκηθεί ένδικο μέσο και από τους δυο διαδίκους [άρθρο 43
(1)] εντός μηνός από την επίδοση ή την κοινοποίησή της ή εντός δύο μηνών αν ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση έχει την κατοικία του στο έδαφος Κράτους Μέλους άλλου από εκείνο στο οποίο κηρύχθηκε η εκτελεστότητα [άρθρο 43
(5)]. Η καταχωρισθείσα αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση της επίδικης απόφασης βασιζόταν στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/
  1. Σημειώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 και όχι ο Κανονισμός (ΕΚ) με αρ. 1215/2012, καθότι πρόκειται για αγωγή που καταχωρίστηκε την 23.10.2013, προγενέστερα δηλαδή της 10.01.2015 που είναι η ημερομηνία εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) 1215/
  2. Σημειώνεται επίσης ότι σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι Ευρωπαϊκοί νόμοι και κανονισμοί υπερισχύουν έναντι του ημεδαπού δικαίου ή νόμων ή κανονισμών. Είναι δε γεγονός ότι σε τέτοια αίτηση δεν προβλέπεται εμπλοκή του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται η αναγνώριση και εκτέλεση απλά του κοινοποιείται η κήρυξη της εκτελεστότητας και μπορεί να ασκήσει ένδικο μέσο για να ανακαλέσει την κήρυξη της εκτελεστότητας μόνον εφόσον συντρέχει λόγος από τους οριζόμενους στα άρθρα 34 και
  3. Έχοντας υπ' όψιν το ως άνω νομικό υπόβαθρο που διέπει την αίτηση για αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης θα εξετάσω στη συνέχεια τις διάφορες αιτιάσεις που προβάλλει η πλευρά της Αιτήτριας.
  4. Ισχυριζόμενες παρατυπίες της αίτησης αναγνώρισης και εκτέλεσης α. Καταχώριση της αρχικής αίτησης μονομερώς Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατά παράβαση των ισχυουσών νομοθετικών διατάξεων καταχώρισε μονομερώς την αίτησή του. Συγκεκριμένα επικαλείται τον Ν.121(Ι)/2000 και συγκεκριμένα στο άρθρο 5 αυτού στο οποίο ρυθμίζεται ειδικά η ακολουθητέα διαδικασία για την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντιθέτως στην περίπτωση του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001 δεν υπάρχουν δικονομικές ρυθμίσεις σε σχέση με τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί για την αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους. Το γεγονός αυτό όμως δεν καθιστά ανενεργό τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/
  5. Το ερώτημα όμως το οποίο καλείται τώρα το δικαστήριο να απαντήσει συνίσταται στο κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής ο Ν.121(Ι)/
  6. Έχοντας υπ' όψιν τα πιο πάνω, το γεγονός ότι η κυρίως αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς δεν πλήττει κατά την αντίληψη μου την εγκυρότητα της διαδικασίας. Συγκεκριμένα συνάγεται από τις ρυθμίσεις του άρθρου 41 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, ο οποίος υπερισχύει έναντι του ημεδαπού δικαίου, ότι κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης για κήρυξη της εκτελεστότητας δεν δίδεται λόγος στον διάδικο εναντίον του οποίου επιχειρείται η εξασφάλιση άδειας για εκτέλεση απόφασης. Συγκεκριμένα το άρθρο 41 προβλέπει ότι στο στάδιο αυτό δεν δύναται ο εν λόγω διάδικος να καταθέσει προτάσεις. Στη Γεν. Αίτηση 60/2016 Ε.Δ. Αμμοχώστου Giovani Developers Ltd v.Taylor κ.ά. ημερ. 31.05.2019 ο αδελφός δικαστής κ. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. αναφέρει εν παρόδω στην απόφαση του και τα ακόλουθα με τα οποία συμφωνώ και υιοθετώ στην παρούσα: «Εν πάση περιπτώσει, εξετάζοντας το θέμα της μη επίδοσης της αίτησης από τη σκοπιά της γενικότερης θέσης των Αιτητών περί παραβίασης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, να σημειωθεί εδώ ότι ως προκύπτει από τη συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων, μεταξύ άλλων, 33
(1), 41, 42
(2), 43
(1)-
(3), 45, 53 και 54 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 επί του οποίου βασίστηκε ουσιαστικά η έκδοση του επίδικου διατάγματος προκύπτει σαφώς ότι η διαδικασία που ακολουθείται είναι συγκεκριμένη, χωρίς εμπλοκή ουσιαστικά του προσώπου κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση και εις το οποίο απλά κοινοποιείται η κήρυξη της εκτελεστότητας και έχει δικαίωμα να ασκήσει ένδικο μέσο ως προνοείται στον Κανονισμό (βλ. και Πολιτική Αίτηση 137/13, Valenora CoLimited κ.α.
(2013)1 ΑΑΔ 1432)». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Valenora Co Limited κ.α.,
(2013)1 ΑΑΔ 1432 ανάφερε τα ακόλουθα: «Το πνεύμα και το γράμμα του Κανονισμού αντανακλάται στις διατάξεις του Άρθρου 41, το οποίο και αποσκοπεί να δώσει σ' ένα αιτητή τη δυνατότητα να αναγνωριστεί η απόφαση το ταχύτερο δυνατό, δυνατότητα που προσφέρεται από το μονομερή χαρακτήρα του μέτρου κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης. Ρητώς και επιτακτικώς προνοεί το Άρθρο 41 πως, «ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δεν δύναται σε αυτό το στάδιο να καταθέσει προτάσεις». Σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Pontier and Burg: EU Principles on Jurisdiction and Recognition and Enforcement of Judgments in Civil and Commercial Matters, σελ.39-40, όπου εξετάζονται οι διατάξεις της Σύμβασης των Βρυξελών, Άρθρα 31-35, που αντιστοιχούν στα Άρθρα 38-46 του Κανονισμού 44/2001. Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Carron v. Federal Republic of Germany, Case 198/85 ECR [1986] ». Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λανθασμένη η επιλογή της καταχώρισης της αρχικής αίτησης μονομερώς καθότι κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο πνεύμα και στο γράμμα του νόμου. Σε κάθε περίπτωση η Αιτήτρια έχει ακουστεί στην διαδικασία του αλλοδαπού δικαστηρίου, εκδόθηκε απόφαση του δικαστηρίου και συνεπώς καμία βλάβη δεν έχει δημιουργηθεί στην Αιτήτρια αφού ήδη έχει ακουστεί. Σε κάθε περίπτωση, κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης για κήρυξη της εκτελεστότητας δεν δίδεται λόγος στον διάδικο εναντίον του οποίου επιχειρείται η εξασφάλιση άδειας για εκτέλεση απόφασης παρά μόνο για πολύ συγκεκριμένους λόγους που ορίζει ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001, οι οποίοι ούτε αυτοί συντρέχουν όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι η επίκληση άρθρου του Νόμου Ν.121(Ι)/2000 με σκοπό να προωθήσει την παρούσα διαδικασία η Αιτήτρια δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης εφόσον εκείνο που επιδιώχθηκε ήταν μέσα στα πλαίσια του (ΕΚ) 44/2001 να εγγραφεί η δικαστική απόφαση δικαστηρίου Κράτους της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως είναι η Ρουμανία σε άλλο Κράτος όπως είναι η Κύπρος. Ο ως άνω κανονισμός υπερισχύει του Ν. 121(Ι)/2000 ο οποίος και δεν καταργήθηκε έκτοτε καθώς κατά την αντίληψη μου, όπως αναφέρω και στην αρχή της απόφασης μου, εφαρμόζεται σε αποφάσεις αλλοδαπών δικαστηρίων τα οποία δεν ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνομολογήσει ή συνδέεται με συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων και η οποία είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδίδεται (βλ. άρθρο 3). Στη βάση όσων αμέσως πιο πάνω αναφέρω κρίνω ότι οι αποφάσεις In Re Gradio Holdings Ltd
(2014)1 (A) AAΔ.930 και Urals Energy Public Company Limited
(2013)1 AAΔ 2035 στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος κ. Κ. Μιχαηλίδης με όλο τον σεβασμό δεν εφαρμόζονται εφόσον αυτές καταπιάστηκαν με τη νομοθεσία που ίσχυε πριν την εφαρμογή του ως άνω (ΕΚ)44/2001 και αφορούσαν ούτως ή άλλως υποθέσεις διαιτησίας που κατά το Άρθρο 1 του Κεφ. 1 του (Ε.Κ.)44/2001 εξαιρούνται από την εφαρμογή του. Αναφέρονται τα ακόλουθα στις πιο πάνω αποφάσεις: «Ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος του 2000 (Ν.121 (Ι)/2000), εισάγει ουσιαστικό δίκαιο εφαρμοστέο υπό τις περιστάσεις, ως απόρροια της υπογραφής της συμβάσεως περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμος του 1979 που υπερισχύει του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, Ν.101 (Ι)/87». β. Λανθασμένη νομική βάση Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως η αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση αναφέρεται ως πρωτογενής και ως εκ τούτου αυτή δεν έπρεπε να ήταν συντεταγμένη σύμφωνα με τον τύπο 50 του Διαδικαστικού Κανονισμού Πολιτικής Δικονομίας και να βασίζεται στην Δ.55. Ο ισχυρισμός αυτός όμως της Αιτήτριας κρίνω ότι δεν είναι εύστοχος καθώς η ίδια η Δ.55, η οποία αναφέρεται σε πρωτογενή αίτηση στη βάση των τύπων 50 και 51, δείχνει (βλ. το θ.1 αυτής) ότι εφαρμόζεται «για απόφαση σε οιονδήποτε ερώτημα που εγείρεται από την πράξη» [βλ. έγγραφο μεταβίβασης, διαθήκη «ή άλλη γραπτή πράξη»] και «για δήλωση για τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων προσώπων [από τέτοια πράξη]» και δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 δεν προβλέπεται συγκεκριμένος τύπος επί του οποίου πρέπει να γίνει αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης. Ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 κάνει απλά αναφορά σε αίτηση. Σε κάθε περίπτωση ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι θα έπρεπε να ακολουθηθεί συγκεκριμένος τύπος, ενδεικτική είναι η νομολογία επί τούτου. Στην απόφαση, ημερ. 15.9.2017, του Στ. Ναθαναήλ. Δ. στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 115/2017, αναφορικά με την Αίτηση των JUNPORT INTERNATIONAL LIMITED K.A. επεξηγείται τί είναι η εναρκτήρια κλήση και πως διαφέρει από το κλητήριο ένταλμα αγωγής και πότε προσφέρεται η έναρξη ένδικου διαβήματος με εναρκτήρια κλήση βάσει της Δ.55 και πότε όχι: «Η εναρκτήρια κλήση δικονομικά προσφέρεται στη βάση του μηχανισμού που οριοθετεί η Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Έχει τις καταβολές της στη δικαιοδοσία του Chancery και περιοριζόταν, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην υπόθεση In re Busfield
(1886)32 Ch. D. 123, στις απλές υποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων για τη διαχείριση της προσωπικής περιουσίας αποβιώσαντος. Στην πορεία βεβαίως του χρόνου το πεδίο της διευρύνθηκε ώστε να καλύπτει και την εκτέλεση διαθηκών και εμπιστευμάτων. Η ουσιώδης διαφορά μεταξύ εναρκτήριας κλήσης και κλητηρίου εντάλματος είναι ότι στο κλητήριο ένταλμα υπάρχουν έγγραφες προτάσεις, ενώ στην εναρκτήρια κλήση η διαδικασία λαμβάνει χώρα στο γραφείο του Δικαστή και δεν υπάρχουν δικόγραφα. Πρόκειται, σύμφωνα με την υπόθεση In re Fawsitt 30 Ch. D. 231, για πολιτική διαδικασία που αρχίζει κατά τρόπο άλλο από το γνωστό κλητήριο ένταλμα και θεωρείται «αγωγή» εντός της έννοιας της, αλλά δεν εξισώνεται η εναρκτήρια κλήση με το κλητήριο ένταλμα. Σύμφωνα με τον Odgers' Principles of Pleading and Practice 2η έκδοση σελ. 314 κ.ε., η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ως το κύριο μέσο διαδικασίας όταν η διαφορά σχετίζεται με την ερμηνεία εγγράφου ή νομοθετήματος ή εξαντλείται σε απόφαση επί αμιγούς νομικού σημείου. Η χρήση της εναρκτήριας κλήσης ενδείκνυται λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες. Χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων και μάλιστα θεωρείται ότι αποτελεί λανθασμένο τρόπο έναρξης διαδικασίας όπου τα γεγονότα είναι υπό αμφισβήτηση ή πιθανό να τεθούν υπό αμφισβήτηση. Στην απόφαση του το κατώτερο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην εμβέλεια της Δ.55 με αναφορά σε νομολογία, (In re E-Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 C.L.R. 716 και Consortia Estates Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 387/2011, ημερ. 17.10.2014), θεωρώντας ότι θα πρέπει για τη χρήση του δικονομικού αυτού μέτρου να υπάρχει ειδική πρόνοια. Κατά το Δικαστήριο, η ίδια η Δ.55 θ. 1 προνοεί πότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η διαδικασία, ενώ η χρήση της καθίσταται επιβεβλημένη και όταν ρητώς μνημονεύεται σε νομοθετική διάταξη, όπως τα άρθρα 53 και 54 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου Κεφ.
  1. Είναι πρόδηλο ότι η εναρκτήρια κλήση προσφέρεται ρητά όπου επιδιώκεται αυτό που η ίδια η Δ.55 προδιαγράφει, δηλαδή, η ερμηνεία εγγράφου, τύπου «deed», διαθήκης ή άλλου γραπτού κειμένου στη βάση των οποίων πρόσωπο είναι, κατ' ισχυρισμόν, ενδιαφερόμενο. Οι τύποι αρ. 50 και 51 που μνημονεύονται στο θ. 1 της Διαταγής, περιορίζουν ακριβώς τη χρήση της εναρκτήριας κλήσης σε θέματα που προκύπτουν από διαχείριση (τύπος 50), ή, από ζητήματα προκύπτοντα από εμπιστεύματα προερχόμενα από διαθήκη (τύπος 51). Κατά παρόμοιο τρόπο, στην περίπτωση του Κεφ. 189, προβλέπεται η εναρκτήρια κλήση προς επίλυση διαφορών που προκύπτουν από τη διαχείριση και τον καθορισμό των δικαιωμάτων οποιουδήποτε προσώπου..». Σύμφωνα με τα ανωτέρω η απουσία της Δ.55 από την νομική βάση της αίτησης για αναγνώριση και εκτέλεση, ουδόλως προκαλεί παρατυπία ή συνιστά λόγο για ακύρωση των διαταγμάτων ημερ. 25.09.
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως καταμαρτυρεί ο Τύπος επί του οποίου καταχωρίστηκε η κυρίως αίτηση, επιλέγηκε ο μηχανισμός της Δ.48, ο οποίος δεν πλήττει την εγκυρότητα της διαδικασίας αφού έχει αναγνωριστεί ευρέως από τα Κυπριακά Δικαστήρια η δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η Δ.48 ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Συγκεκριμένα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd,
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1978, η οποία αφορούσε την απομάκρυνση Διαιτητή με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Καθίσταται αναγκαίο να προσδιορίσουμε τα μέσα, που προκρίνουν οι Θεσμοί, για την υποβολή αιτήματος για την απομάκρυνση διαιτητή, που ορίζεται σε συμφωνηθείσα διαιτησία. Εξουσία για τη μετακίνησή του παρέχεται από τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, ΚΕΦ. 4, (ο «Νόμος») προβλέπεται, ειδικά, από τις πρόνοιες του Άρθρου 14
(2). Το ίδιο εδάφιο παρέχει εξουσία για την αποκήρυξη συμφωνίας για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, που αποτελεί το δεύτερο σκέλος του αιτήματος των εφεσειόντων. Και οι δύο θεραπείες μπορεί, όπως το Άρθρο 14
(2)ορίζει, να ζητηθούν με «αίτηση» ("application"), που υποβάλλεται από πρόσωπο που αποτελεί μέρος στη συμφωνία διαιτησίας. Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιες του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  1. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων». Έχοντας επομένως υπόψη μου τα πιο πάνω αναφερόμενα, θεωρώ ότι προσφέρεται όταν η διαδικασία της Δ.48 για την καταχώριση της κυρίως αίτησης. Έτσι τα διατάγματα εναντίον των οποίων ζητείται παραμερισμός λήφθηκαν στη βάση νομότυπης αίτησης. γ. Μη προσκόμιση πιστοποιημένης drawn up judgment και μη αναγνώριση ολόκληρης της Ρουμανικής απόφασης Οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ότι τα διατάγματα ημερ. 25.09.2020 είναι άκυρα επειδή δεν προσκομίστηκε στο δικαστήριο πιστοποιημένη drawn up judgment δεν ζητήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση η αναγνώριση και η κήρυξη εκτέλεσης ολόκληρης της Ρουμανικής απόφασης δεν μπορούν να τύχουν θετικής σύγκλησης για τον λόγο ότι η αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης βασιζόταν στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 καθότι η επίδικη αγωγή καταχωρίστηκε στις 23.10.2013, προγενέστερα δηλαδή της 10.01.2015 που είναι η ημερομηνία εφαρμογής του Κανονισμού Ε.Ε. 1215/
  2. Προς τον σκοπό αυτό, ο Καθ' ου η αίτηση κατά την αντίληψη μου προσκόμισε προς το Δικαστήριο την προβλεπόμενη στο άρθρο 53 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, βεβαίωση του Δικαστηρίου Βουκουρεστίου - 6ο Αστικό Τμήμα, συντεταγμένη σύμφωνα με το υπόδειγμα εντύπου που επισυνάπτεται στο Παράρτημα V του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 μαζί με πιστό αντίγραφο της απόφασης μεταφρασμένη από τα Ρουμάνικα στα Ελληνικά με όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας. Επομένως κρίνω ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει πλήρως συμμορφωθεί με τις προβλεπόμενες διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 και έχει πράξει όσο έπρεπε να πράξει με σκοπό την αναγνώριση και εκτέλεση της Ρουμανικής απόφασης. Η προσκόμιση πιστοποιημένης drawn up judgment δεν αναφέρεται ως προϋπόθεση και ούτε απαιτείται με σκοπό καταχώρισης αίτησης για αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός ακύρωσης των διαταγμάτων ημερ. 25.09.2021 δεν έχει έρεισμα και απορρίπτεται. Σε κάθε περίπτωση είναι φανερό από το Τεκμήριο Γ' ότι πρόκειται για απόφαση με όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις γνησιότητας, ο οποίος δόθηκε από το Ρουμανικό δικαστήριο κατόπιν σχετικού αιτήματος του Καθ' ου η αίτηση στη βάση του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 και επομένως η προσκομισθείσα απόφαση ήταν η ενδεδειγμένη. Περαιτέρω είναι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι το δικαστήριο δεν αναγνώρισε ολόκληρο το κείμενο της απόφασης αλλά μέρος αυτής και ως εκ τούτου τα διατάγματα ημερ. 25.09.2021 είναι άκυρα. Παρατηρώ εντούτοις ότι το Τεκμ. Γ περιλαμβάνει ολόκληρο το σώμα της απόφασης την οποία το δικαστήριο είχε στην διάθεση του κατά την εκδίκαση της αίτησης. Περαιτέρω τόσο το αιτητικό της αίτησης ημερ. 31.07.2021 όσο και τα διατάγματα του δικαστηρίου για αναγνώριση και εκτέλεση ημερ. 25.09.2020 αναφέρουν ρητά τα στοιχεία της απόφασης η οποία έχει αναγνωρισθεί και κηρυχθεί εκτελεστή στην Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου καμία αμφιβολία δημιουργείται και/ή γεννάται από πλευράς της Αιτήτριας αναφορικά με την απόφαση και/ή το περιεχόμενο αυτής το οποίο έχει αναγνωριστεί και κηρυχθεί εκτελεστό στην Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως οι σχετικές αιτιάσεις που προβάλλει η Αιτήτρια και πάλι παρέμειναν χωρίς τεκμηρίωση και ως εκ τούτου απορρίπτονται.
  3. Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 α. Λόγοι μη αναγνώρισης αλλοδαπής απόφασης Οι λόγοι που καθιστούν απαγορευμένη την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης αναφέρονται ρητά στα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/
  4. Παραθέτω αυτούσιο το άρθρο 34: «Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:
  5. αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως
  6. αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει
  7. αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως
  8. αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως». Περαιτέρω, μία απόφαση δεν αναγνωρίζεται όταν έχουν παραβιασθεί οι κανόνες σε σχέση με τη διεθνή δικαιοδοσία σε υποθέσεις ασφαλίσεων, συμβάσεις καταναλωτών και αποκλειστικής διεθνούς δικαιοδοσίας (σχετικό είναι το άρθρο 35). Στη σελ. 457 του συγγράμματος International Commercial Disputes, εξηγούνται οι περιπτώσεις σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 34, ως ακολούθως: «the public policy defence ought to operate only in exceptional cases. Furthermore, Article 35
(3)expressly provides that public policy cannot be used as a basis for refusing to recognize a judgment in a situation where the court of origin misapplied the jurisdiction rules contained in Chapter II. The Court of Justice has confirmed that the public policy defence must be narrowly construed. In Krombach v. Bamberski case C-7/98
(2000)ECR1-1935 the Court of Justice considered that recourse to the public policy defence can be envisaged only when recognition or enforcement of the foreign judgment would be at variance to an unacceptable degree with the legal order of the state in which enforcement is sought inasmuch as it infringes a fundamental principle». Η Αιτήτρια επικεντρώνει την επιχειρηματολογία της στον πρώτο λόγο του άρθρου 34, ήτοι στο ότι η αναγνώριση αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κύπρου. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώην ΔΕΚ και τώρα ΔΕΕ) η έννοια της «δημόσιας τάξης» πρέπει να ερμηνεύεται στενά, εφόσον συνιστά εμπόδιο στην επίτευξη ενός από τους βασικούς σκοπούς του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 που είναι η απλοποίηση των διαδικασιών αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων (βλ. Μελέτιος Αποστολίδης v. David Charles Orams, Linda Elizabeth Orams, C-420/07). Στην υπόθεση Regie Nationale des Usines Renault SA v. Maxicar SpA Case C-38/98 ECR I-2973, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανάφερε ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του δημόσιου συμφέροντος απλώς επειδή ο κανόνας δικαίου στον οποίο βασίστηκε το δικαστήριο ήταν διαφορετικός από τους κανόνες δικαίου που θα εφαρμόζονταν εάν δικαζόνταν η υπόθεση στη χώρα στην οποία επιζητείται η αναγνώριση. Περαιτέρω στην υπόθεση Μελέτιος Αποστολίδης v. David Charles Orams, Linda Elizabeth Orams, C-420/07 αναφέρθηκε ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν ελεύθερα να καθορίσουν, δυνάμει της επιφυλάξεως που διατυπώνεται στο άρθρο 34, σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, σύμφωνα με τις εθνικές τους αντιλήψεις, τις απαιτήσεις της δημόσιας τάξεως, τα όρια της οποίας εμπίπτουν στην ερμηνεία του ως άνω Κανονισμού. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι: «η εφαρμογή της ρήτρας της δημόσιας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο Άρθρο 34, σημείο 1 του Κανονισμού 44/2001, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Προκειμένου να τηρηθεί η απαγόρευση της επί της ουσίας αναθεωρήσεως της αλλοδαπής αποφάσεως, η προσβολή θα έπρεπε να συνιστά κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου θεωρουμένου ως ουσιώδους στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως ή δικαιώματος αναγνωρισμένου ως θεμελιώδους στην εν λόγω έννομη τάξη... η ρήτρα της δημόσιας τάξεως έχει εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις μόνον εφόσον το εν λόγω νομικό σφάλμα έχει ως συνέπεια ότι η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως στο κράτος αναγνωρίσεως θεωρείται ως κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου ουσιώδους για την έννομη τάξη του εν λόγω κράτους μέλους». Χρήσιμη ερμηνεία δίδεται και στην Ολλανδική απόφαση Hupperichs v. Dothu
(1990)1 LPr 180 (Supreme Court of Netherlands): «in order to be contrary to public policy, a judgment must violate principles of justice and reason which are considered fundamental to the forum's legal system in such a manner that recognition or enforcement of the judgment cannot be justified and that, where a foreign judgment conflicts with the law of the forum, a refusal of its recognition or enforcement is justified only if the conflict is intolerable. A judgment is not contrary to public policy simply because the court of origin awarded damages on a different basis from that applied by the court addressed or because the court of origin upheld contract which the court addressed would regard as having been procured by undue influence or because the court of origin declared invalid an arbitration agreement which was regarded as valid by the court addressed. As a general rule, one would expect an objection founded on public policy to be more likely to fail than to succeed». Είναι γνωστή αρχή επίσης ότι τα δικαστήρια δεν καταφεύγουν στην αρχή αυτή παρά μόνο με φειδώ και σε ξεκάθαρες υποθέσεις. Στην Fender v. Mildway
(1937)3 All E.R. 402 sel. 455 λέχθηκε: «Τhe doctrine of public policy should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic interferences of a few judicial minds». Στην Κυπριακή υπόθεση Beogradska Banka D.D v. Westacre Investments In
(2008)1 Α.Α.Δ 1217, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «δημόσια τάξη» στα πλαίσια αναγνώρισης και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης με βάση τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001, ως εξής: «Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην καθοδηγητική απόφαση στην Υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft A.J.
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 585 στην οποία επεξηγήθηκε η έννοια και εμβέλεια του όρου «δημόσια τάξη» που συναντάται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν 101/87) και συγκεκριμένα στο άρθρο 34
(2)(β) (ιι), το οποίο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο V
(2)(β) της Διεθνούς Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων που κυρώθηκε από τον Κυρωτικό Νόμο του 1979 (Ν 84/79). Ο όρος «δημόσια τάξη», σύμφωνα με την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω), περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές και τις άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη». Τι συνιστά «δημόσια πολιτική» εξετάστηκε επίσης στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ,
(2010)1 ΑΑΑ 1131, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις αρχές της δημόσιας πολιτικής, ένας πολίτης δεν μπορεί να ενεργήσει με τρόπο που τείνει να είναι βλαβερός στο κοινό καλό ή το δημόσιο δίκαιο (βλ. Glamour Development v. Christodoulou Ltd.
(1984)1 CLR 444). Όπως περαιτέρω εξηγείται στη Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd, ανωτέρω, η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης». Στην υπόθεση C-320/13 FlyLAL-Lithuanian Airlines AS, υπό εκκαθάριση ν. Starptautiskā lidosta Rīga VAS, Air Baltic Corporation AS, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 34.1: «Σημειωτέον κατ' αρχάς ότι, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 16 και 17 του κανονισμού 44/2001, το σύστημα αναγνωρίσεως και εκτελέσεως το οποίο προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εμπιστοσύνη αυτή απαιτεί όχι μόνο να αναγνωρίζονται οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται σε ένα κράτος μέλος αυτοδικαίως και σε άλλο κράτος μέλος, αλλά και να είναι αποτελεσματική και ταχεία η διαδικασία με την οποία οι οικείες αποφάσεις κηρύσσονται εκτελεστές στο τελευταίο αυτό κράτος. Η σχετική διαδικασία, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 17 του κανονισμού 44/2001, θα πρέπει να συνίσταται σε έναν απλό τυπικό έλεγχο των εγγράφων που απαιτούνται για την κήρυξη της εκτελεστότητας στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η αίτηση (βλ., σχετικώς, απόφαση Prism Investments, EU:C:139/10, EU:C:2011:653, σκέψεις 27 και 28). Υπενθυμίζεται εν συνεχεία ότι, κατά το άρθρο 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, απόφαση δεν αναγνωρίζεται αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Οι λόγοι μη αναγνωρίσεως που προβλέπονται από τα άρθρα 34 και 35 του κανονισμού αυτού είναι συγκεκριμένοι. Η απαρίθμηση δηλαδή των διάφορων λόγων, οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά, είναι εξαντλητική (βλ., σχετικώς, αποφάσεις Αποστολίδης, EU:C:2009:271, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και Prism Investments, EU:C:2011:653, σκέψη 33). Τέλος, κατά πάγια νομολογία, μολονότι τα κράτη μέλη παραμένουν κατ' αρχήν ελεύθερα να καθορίζουν, δυνάμει της επιφυλάξεως του άρθρου 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001 και σύμφωνα με τις εθνικές τους αντιλήψεις, τις απαιτήσεις της δημοσίας τάξεως, εντούτοις τα όρια της έννοιας αυτής αποτελούν ζήτημα της ερμηνείας του εν λόγω κανονισμού. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν είναι μεν αρμόδιο να ορίσει το περιεχόμενο της έννοιας «δημόσια τάξη κράτους μέλους», πλην όμως οφείλει να ελέγξει τα όρια εντός των οποίων ο εθνικός δικαστής κράτους μέλους μπορεί να ανατρέξει στην έννοια αυτή προκειμένου να μην αναγνωρίσει απόφαση δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους (βλ., σχετικώς, αποφάσεις Krombach, EU:C:7/98, EU:C:2000:164, σκέψεις 22 και 23, καθώς και Renault, C‑38/98, EU:C:2000:225, σκέψεις 27 και 28). ................................... Η επίκληση της ρήτρας δημοσίας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 34, σημείο 1, του κανονισμού 44/2001, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση όπου η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Προκειμένου να τηρείται η απαγόρευση του επί της ουσίας ελέγχου της αλλοδαπής αποφάσεως, η παραβίαση θα πρέπει να συνίσταται είτε σε κατάφωρη παράβαση κανόνα δικαίου ο οποίος θεωρείται ουσιώδης στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως είτε σε προσβολή δικαιώματος το οποίο αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες στην ίδια έννομη τάξη (βλ. απόφαση Αποστολίδης, EU:C:2009:271, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)». Παρατηρείται λοιπόν από τις πιο πάνω αποφάσεις ότι για να πετύχει ένσταση επί της δημοσίας τάξης πρέπει κυρίως να αγγίζει θέμα ευρύτερο και γενικής σπουδαιότητας για την έννομη τάξη. Κρίνω ότι όρος «δημόσια τάξη», αν και το ζήτημα κατά τους ευπαίδευτους συνήγορους της Αιτήτριας δεν είναι της παρούσας, αλλά θα είναι αντικείμενο μιας ενδεχόμενης νέας αίτησης, σε περίπτωση που πετύχει αυτή, ερμηνεύεται από την Αιτήτρια όχι κατά δόκιμο τρόπο και η επίκληση της ρήτρας δημοσίας τάξεως καμία εφαρμογή δεν έχει στην παρούσα περίπτωση. Η υπόθεση αφορά καθ' όλα νόμιμη και δεσμευτική διμερή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και η απόφαση αφορά καταβολή ποσού ως τιμή εκχώρησης μετοχών που κατέχει ο Καθ' ου η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση στην παρούσα αίτηση δεν μπορεί να τίθεται θέμα ενασχόλησης του δικαστηρίου με την ουσία της απόφασης του Ρουμανικού δικαστηρίου αφού ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 και ειδικότερα το άρθρο 45
(2)απαγορεύει την επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής απόφασης. Οποιαδήποτε δε τέτοια προσπάθεια του δικαστηρίου να εμπλακεί στους ισχυρισμούς «ουσίας» της υπόθεσης δεν θα είναι σύμφωνη με τις ίδιες τις αρχές ενιαίας έννομης τάξης - κατά το δυνατό - της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της όπως απορρέει από το πνεύμα και το γράμμα του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 44/2001. Τούτο προκύπτει εμμέσως αλλά σαφώς από την υπόθεση Van Dabjsen v. Van Loon
(1991)ECR 1- 4743, σελ.
  1. Η Αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση είχε την ευκαιρία να αμφισβητήσει τις απαιτήσεις και συγκεκριμένα την έκδοση της απόφασης όπως και έπραξε στα δικαστήρια της Ρουμανίας κατά τον χρόνο που έπρεπε, καθιστώντας έτσι την απόφαση τελεσίδικη και εκτελεστή, επομένως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να παρεμποδίζει και προβάλει οιονδήποτε ισχυρισμό (πέραν αυτών που ρητά αναφέρει ο Κανονισμός (ΕΚ) αρ. 44/2001 μετά την εγγραφή της) και/ή ένσταση στην εγγραφή και εκτέλεση της στην Κύπρο. Ως εκ τούτου κρίνω ότι η παρούσα αίτηση είναι πρόδηλα αβάσιμη και/ή καταχρηστική και αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην εκτέλεση της επίδικης απόφασης αφού με αυτήν εγείρονται ζητήματα τα οποία έχουν ήδη αποφασιστεί από τα Ρουμανικά δικαστήρια. β. Χρονικό σημείο επίδοσης ή κοινοποίησης διατάγματος αναγνώρισης και εκτέλεσης και καταχώρισης ένδικου μέσου Το άρθρο 41 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 προνοεί ότι «ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να καταθέσει προτάσεις». Περαιτέρω, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω, ο Κανονισμός αυτός δεν επιβάλλει την επίδοση σ' αυτόν της αίτησης για αναγνώριση ή κήρυξη εκτελεστότητας. Το άρθρο 42 αναφέρει τα ακόλουθα: «
  2. Η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας γνωστοποιείται αμελλητί στον αιτούντα κατά τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
  3. Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στο διάδικο κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο.» Το δικαίωμά του εν λόγω διαδίκου περιορίζεται σε «άσκηση ένδικου μέσου» (may be appealed against) στη βάση του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, αφού προηγουμένως του επιδοθεί ή κοινοποιηθεί το σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου με βάση το άρθρο
  4. Είναι δε γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένος χρόνος για την επίδοση ή κοινοποίηση της απόφασης για αναγνώριση και εκτέλεση στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/
  5. Ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση η κοινοποίηση των σχετικών διαταγμάτων μέσω της αίτησης του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 15.12.2020 δεν είναι παράνομη ή παράτυπη. Εξάλλου η Αιτήτρια μετά από την κοινοποίηση σε αυτήν των διαταγμάτων για αναγνώριση και εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία της Ρουμανικής απόφασης έχει πλήρως ασκήσει το δικαίωμα που της παρέχει ο Κανονισμός (ΕΚ) 44/2001 καταχωρώντας την παρούσα αίτηση και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν παραβιάστηκε το δικαίωμα της να ακουστεί. Έτσι και αλλιώς το πνεύμα του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 είναι η απλούστερη αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών σε άλλα κράτη μέλη. Μάλιστα το πνεύμα αυτό ακολουθήθηκε και υιοθετήθηκε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τον Κανονισμό (ΕΚ) με 1215/2012, με τον οποίο δεν απαιτείται πλέον να ακολουθείται στο κράτος μέλος εκτέλεσης ενδιάμεση διαδικασία πριν ληφθούν μέτρα εκτέλεσης. Με βάση αυτό το συνδυασμό προνοιών αλλά και του γεγονότος ότι το διάταγμα κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια, εξ ου και η παρούσα αίτηση, θεωρώ ότι δεν ήταν λάθος η διαδικαστική πορεία της έκδοσης των διαταγμάτων. Σχετικό είναι επίσης το απόσπασμα του συγγράμματος με τίτλο International Commercial Disputes - Commercial Conflict of Law in English Courts, 4th edition, by Hill and Chong at page 475: «.. the Court's decision is based entirely on the ex-parte application of the person seeking enforcement of the foreign judgment and the party against whom enforcement is sought shall not at this stage of the proceedings be entitled to make any submissions on the application. (Article 41; Re National Organisation Systems SA's Application
(2005)1 LPr 728 (one Member First Instance Court, Athens). The insistence on the application for enforcement being by way of application without notice is to maintain the element of surprise which is necessary to ensure that the judgment debtor is not given the opportunity of withdrawing his assets from the jurisdiction. (Jenard Report
(1979)QJ C59/50). At this stage of the process, the fact that the defendant may have a defence to enforcement is not a reason for the court refusing to make a declaration of enforceability.once the decision to order enforcement has been made, the declaration of enforceability.must be served on the party against whom enforcement is sought». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι κανένας λόγος αναφέρεται από την Αιτήτρια στην αίτηση της που να δείχνει ότι η απόφαση αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της Αιτήτριας λήφθηκε λανθασμένα και κανένας εκ των αναφερόμενων στον Κανονισμό (ΕΚ) 44/2001 λόγων έφεσης εναντίον της απόφασης εγγραφής και εκτέλεσης δεν αναφέρεται ή τεκμηριώνεται στην αίτηση της ή την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και συνεπώς η απουσία οποιουδήποτε λόγου παραμερισμού ή έστω παραμικρής πιθανότητας επιτυχίας συμπαρασύρει σε αποτυχία της παρούσας αίτησης για παραμερισμό και ακύρωση της απόφασης για αναγνώριση και εκτέλεση ημερ. 25.09.2020. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.