ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. L. SOTERIOU TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 3234/2017, 29/7/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A426 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3234/2017 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD Ενάγουσα / Καθ' ης η Αίτηση και
- L. SOTERIOU TRADING LIMITED
- XXXXX Σωτηρίου
- XXXXX Σωτηρίου Εναγόμενοι / Αιτητές Ημερομηνία: 29 Ιουλίου, 2021 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους/ Αιτητές: Ο κ. Γιώργος Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση: Η κα Γιολάντα Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (σε αίτηση τροποποίησης της Υπεράσπισης ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ: Κρίνω σκόπιμο να καταγράψω το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό αναδύεται από τον φάκελο της. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε σε Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2,r.6) την 01.09.
- Σημείωμα εμφάνισης για τους εναγόμενους 1 και 2 καταχωρήθηκε την 11.09.2017 και την 15.09.2021 για τον εναγόμενο 3 από το ίδιο δικηγορικό γραφείο το οποίο τους εκπροσωπεί και τώρα στην παρούσα αίτηση. Την 4.10.2017 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση για όλους τους εναγόμενους. Ακολούθησε Κλήση για Οδηγίες την 11.10.2017 η οποία ορίστηκε την 12.01.2018 οπότε και δόθηκαν σχετικές οδηγίες για αποκάλυψη εγγράφων και επιθεώρηση τους και ορίστηκε εκ νέου την 7.03.2018 ημερομηνία κατά την οποία δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση ονοματικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας και δόθηκε ως νέα ημερομηνία η 17.04.2018 για να υπάρξει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και έτσι προγραμματίστηκε πλέον η ακρόαση της υπόθεσης για την 28.11.
- Εκείνη την ημερομηνία ζητήθηκε αναβολή με σκοπό τη συζήτηση της υπόθεσης για σκοπούς διευθέτησης. Ορίστηκε εκ νέου την 10.01.2019 και ακολούθως την 14.02.2019, 25.09.202 και εκ νέου στις 18.03.
- Λόγω της Πανδημίας του Covid-19 η υπόθεση προγραμματίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 6.05.2020 και ακολούθως για ακρόαση την 13.11.
- Στο μεταξύ την 19.06.2020 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση η οποία ορίστηκε στις 29.09.2020 και ακολούθως για οδηγίες με σκοπό να καταχωρηθεί η ένσταση στις 10.11.
- Η ένσταση καταχωρήθηκε σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου την 6.11.2020 και έτσι στη συνέχεια προγραμματίστηκε για ακρόαση την 27.01.
- Λόγω και πάλι της Πανδημίας αναβλήθηκε ξανά για τις 19.04.2021 για οδηγίες και ακολούθως για ακρόαση την 15.06.2021 ημερομηνία που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι απέστειλαν τις αγορεύσεις τους με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ: Με την αίτηση επιζητείται να προστεθεί το ακόλουθο λεκτικό του αιτητικού Α ως υποπαράγραφος 4.12 στην Υπεράσπιση: «Οι Ενάγοντες βάσει σχετικών οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου και/ή βάσει της Νομοθεσίας όφειλαν να προσαρμόζουν και/ή προσαρμόσουν και/ή να αντικαταστήσουν από την 01/01/2008 το βασικό τους επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που παράνομα και/ή αντισυμβατικά δεν το έπρατταν και/ή έπραξαν. Οι Ενάγοντες παρανόμως και/ή αυθαίρετα και/ή κατά παράβαση των οδηγιών και/ή εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου δεν εφάρμοσαν το Βασικό Επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά εφάρμοζαν το δικό τους Βασικό Επιτόκιο. Περαιτέρω οι Ενάγοντες προέβαιναν σε μονομερείς και/ή αυθαίρετες αυξήσεις στο περιθώριο και/ή δεν αναπροσάρμοζαν και/ή αναπροσάρμοσαν και/ή δεν αντικατέστησαν το βασικό τους επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με σκοπό να εξασφαλίσουν και/ή εξασφαλίζουν σταθερή κερδοφορία εις βάρος των Εναγομένων και/ή με αποτέλεσμα να υπερχρεώνουν παρανόμως και/ή καθημερινά το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες μέχρι και την 31/12/2018 χρέωσαν παρανόμως ποσό κατά ή περί €261.739,46 Ευρώ στον επίδικο λογαριασμό, το οποίο ποσό θα επαναυπολογιστεί κατά την ακρόαση και/ή δικάσιμο της ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής». Με τα αιτητικά Β - Δ επιθυμούν όπως προσθέσουν και στο τέλος της υφιστάμενης παραγράφου 10 και ως υποπαραγράφου 11.6 στην υφιστάμενη παράγραφο 11 και στο τέλος της παραγράφου 12 το ίδιο ως άνω λεκτικό. Η Αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.21, Δ.25 και ειδικότερα στον Θ.1
(3), Δ.48 Θ.1-9 και 9 (ss), Δ.57 Θ.3, Δ.64, στο Άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Νομολογία, στη Διακριτική Ευχέρεια, Συμφυείς Εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται με ένορκες δηλώσεις τις οποίες υπογράφουν ο εναγόμενος 2 κ. Σωτηρίου και η κα XXXXX Ζίγκα η οποία δηλώνει θυγατέρα του εναγόμενου 3 και ότι έχει εξουσιοδότηση από τους εναγόμενους να προβεί σε ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος. Ο κ. Σωτηρίου πέραν από την ιδιότητα του και την προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης, της εξουσιοδότησης που έχει για να προβεί στην ένορκη δήλωση, της νομικής συμβουλής που τυγχάνει όπως και συμβουλής που δέχονται από την αδελφή του XXXXX Ζίγκα η οποία είναι τραπεζικός υπάλληλος και αντιπροσωπεύει τον πατέρα του εναγόμενο 3 και η οποία με τους ίδιους ισχυρισμούς υποστηρίζει την αίτηση με δική της ένορκη δήλωση, επί της ουσίας δηλώνουν ότι πριν την καταχώριση της Υπεράσπισης ο ίδιος και η αδελφή του κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για να εντοπίσουν και κατ' επέκταση να καταγράψουν σε αυτή όλες τις παράνομες ή αυθαίρετες ενέργειες ή παραλείψεις της ενάγουσας τράπεζας. Η προσπάθεια τους συνεχίστηκε και μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης η οποία και απέδωσε με την εξασφάλιση επιστολών της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (Τεκμ. 1), οι οποίες δεν ήταν γνωστές στο κοινό και από τις οποίες διαφάνηκε ότι δεν γνώριζαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία και λογικώς δεν περιλήφθηκαν στην Υπεράσπισή τους. Με τις επιστολές αυτές αποδεικνύεται ακόμα μια παράνομη ή τουλάχιστον αυθαίρετη ενέργεια της ενάγουσας τράπεζας η οποία ενέργεια συνέβαλε ουσιαστικά στην υπερχρέωση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων. Συγκεκριμένα είναι ο ισχυρισμός τους ότι οι εν λόγω επιστολές της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αποδεικνύουν ότι η ενάγουσα τράπεζα όφειλε να προσαρμόζει ή να αντικαταστήσει από την 01.01.2008 το βασικό της επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κάτι που η ενάγουσα τράπεζα δεν έπραξε. Στην βάση αυτού του νέου δεδομένου έγινε υπολογισμός των παράνομων χρεώσεων οι οποίες φαίνεται ότι ανέρχονται σε ποσό κατά ή περί €261.739,46 Ευρώ μέχρι 31.12.
- Το εν λόγω ποσό διατείνονται ότι θα επαναυπολογιστεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Ως εκ των ανωτέρω το γεγονός ότι η ενάγουσα τράπεζα όφειλε να προσαρμόζει ή να αντικαταστήσει από την 01.01.2008 το βασικό της επιτόκιο με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης (repo rate) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αλλά και το γεγονός ή τουλάχιστον ο ισχυρισμός ότι κάτι τέτοιο δεν το έπραξε η ενάγουσα τράπεζα δεν αναφέρθηκε και δεν περιλήφθηκε στην Υπεράσπιση ως ήταν επόμενο και λογικό αφού τα εν λόγω γεγονότα παρόλη την προσπάθεια τους για συλλογή όλων των απαραίτητων εγγράφων, στοιχείων και δεδομένων πριν την σύνταξη της Υπεράσπισης δεν ήταν γνωστά σε αυτούς εφόσον δεν είχαν δημοσιευτεί στο κοινό κάτι που έγινε αργότερα με τη συνδρομή της αδελφής και κόρης των εναγόμενων 2 και 3 που είναι τραπεζικός υπάλληλος. Για όλους του πιο πάνω λόγους θεωρούν ότι είναι απαραίτητο να εγκριθεί η τροποποίηση για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα νέα δεδομένα αφού χωρίς αυτά δεν θα μπορεί να γίνουν πλήρως αντιληπτές από το Δικαστήριο οι παράνομες ή τουλάχιστον αυθαίρετες ενέργειες της ενάγουσας τράπεζας οι οποίες έγιναν σε βάρος των εναγόμενων. Προς τον σκοπό δε της ορθής απονομής της Δικαιοσύνης τα νέα δεδομένα τα οποία υπέχουν τέτοια ουσιαστικότητα και σπουδαιότητα το ίδιο το Δικαστήριο θα μπορούσε από μόνο του να τα αναζητήσει. Με αυτά αποδεικνύονται οι υπερχρεώσεις της ενάγουσας σε βάρος των εναγόμενων. Όπως δε συμβουλεύεται από τους δικηγόρους τους η ενάγουσα τράπεζα από την έγκριση της αίτησης τροποποίησης δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ή τουλάχιστον ζημιά η οποία να μη μπορεί να καλυφθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα και επίσης με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα μπορεί να καλυφθεί και οιανδήποτε τυχόν χρονική καθυστέρηση. Αντίθετα, εάν δεν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, οι εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να παρουσιάσουν τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει και έτσι η ενάγουσα τράπεζα δεν μπορεί να ευρεθεί προ δικονομικού μειονεκτήματος λόγω ενάρξεως της ακρόασης. Η ενάγουσα/ καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί της πρόθεσης της να ενστεί και σε αυτή προβάλλει τους ακόλουθους λόγους (καταγράφονται αυτολεξεί): «
- Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική.
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική.
- Η αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζει δυσμενώς τους ενάγοντες κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.
- Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή όσα αναφέρονται σε αυτήν και/ή στην Ένορκη Δήλωση είναι αναληθή.
- Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται αδικαιολόγητα καθυστερημένα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση, εάν εγκριθεί, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες και θα οδηγήσει σε κακοδικία.
- Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης
- Η αίτηση επιδιώκει την εισαγωγή και προσθήκη ισχυρισμών που εάν ευσταθούσαν ήταν ή όφειλαν να είναι γνωστοί στους αιτητές ενωρίτερα.
- Τα όσα επιδιώκονται να προστεθούν με την αίτηση, βασίζονται σε έγγραφα που ήταν γνωστά και στην κατοχή των αιτητών εδώ και πολύ καιρό.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη.
- Η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης ή και μεταθέτει τα επίδικα θέματα κάτω από άλλο νομικό και πραγματικό πέπλο.
- Δεν υφίστανται οι εξαιρετικές περιστάσεις που απαιτούνται για να επιτραπεί τροποποίηση σε αυτό το στάδιο με βάση την τροποποιηθείσα Διαταγή 25». Η ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9,10 και 11, Δ.12 Θ.1, 2, 3, 4 και 5, Δ.25 Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, Δ.21 Θ 8, Δ.48 Θ. 1,2,3,4,5,6,7,8,9, Δ.64 Θ.1 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου ως επίσης και επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30.2 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση υποστηρίζονται σε ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο υπάλληλος της Καθ' ης η αίτηση κ. XXXXX Θεοδώρου (ΕΔΘ), ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο κ. Θεοδώρου πέραν από την άρνηση των ισχυρισμών στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση επί της ουσίας δηλώνει τα ακόλουθα: «.λέγω ότι οι εγκύκλιοι που επικαλούνται και στις οποίες βασίζουν τα όσα επιδιώκουν να προσθέσουν με την τροποποίηση, πέραν του ότι δεν είναι σχετικές, εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου από το έτος 2007 και ήταν γνωστές στους τραπεζικούς κύκλους και συνεπώς ήταν και εν πάση περιπτώσει όφειλαν να είναι γνωστές και στην αδελφή του ενόρκως δηλούντα. Λέγω επίσης ότι η αίτηση είναι εν πάση περιπτώσει καθυστερημένη, σε βαθμό που να υπόκειται σε απόρριψη καθότι αίτηση τροποποίησης με ίδιο περιεχόμενο καταχωρήθηκε από την εταιρεία L. Soteriou Τrading ltd στην αγωγή 2764/2019 Ε.Δ. Λευκωσίας με ημερομηνία 06/09/2019, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου του ενόρκως δηλούντα στην παρούσα και της XXXXX Ζίγκα, στην οποία αναφέρεται ότι οι εν λόγω επιστολές εντοπίστηκαν περί το Μάιο του
- Παρόλο που πιστεύω ότι αυτές οι επιστολές ήταν εις γνώση τους από πολύ ενωρίτερα και δη κατά την καταχώρηση της υπεράσπισής τους, σύμφωνα με τα δικά τους λεχθέντα, είχαν γνώση αυτών τουλάχιστον από το Μάιο του 2019 και παρόλα αυτά και παρά το ότι η υπόθεση διέπεται από τη νέα διαταγή 25 και 30, εξ όσων έχω τύχει νομικής συμβουλής, οι αιτητές ουδέν έπραξαν παρά μόνο ένα
(1)και πλέον χρόνο μετά, σημειώνω ότι δεν επεξηγούν με τη δική τους μαρτυρία πότε περιήλθαν στη γνώση τους οι εν λόγω επιστολές. Λέγω επίσης ότι με την τροποποιημένη Διαταγή 25 που εφαρμόζεται στη παρούσα αγωγή, είναι μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις και πολύ πιο φειδωλά από την προ της τροποποίησης κατάσταση που επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου, η όλη στάση και η καθυστέρηση που επέδειξαν οι εναγόμενοι- αιτητές κάθε άλλο παρά δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης, αφού καμία σπουδή δεν έδειξαν ακόμη και με βάση τη δική τους εκδοχή στο να επιδιώξουν τροποποίηση αμέσως μόλις αυτή κατέστη, κατ' εκείνους αναγκαία». Περαιτέρω σε σχέση με την καθυστέρηση ισχυρίζεται ότι ο εκτροχιασμός και καθυστέρηση της δίκης, σε μια διαδικασία που διέπεται από τη νέα Διαταγή 25 και 30 και μάλιστα χωρίς αποχρώντα λόγο θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες, με την καθυστέρηση που θα προκληθεί συνεπεία των ενεργειών και πιο σωστά παραλείψεων των εναγόμενων. Η συμπεριφορά, απραξία και αμέλεια των εναγόμενων θα πρέπει να επενεργήσει εναντίον της έγκρισης της αίτησης, όπως συμβουλεύεται, καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα παρακαμφθεί το γράμμα και ο σκοπός της νέας Διαταγής 25 και 30 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Αρνείται τα περί παρανομίας της ενάγουσας τράπεζας και ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί γίνονται με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αχρείαστες, αβάσιμες, καταχρηστικές, κακόπιστες και ουδόλως θα βοηθήσουν κατά την εκδίκαση της υπόθεσης τους εναγόμενους, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει όφειλαν να ενεργήσουν ταχύτερα και πιο επιμελώς για τούτο και αξιώνει την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους παραπέμποντας στα γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και σε νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση όταν αυτή κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΤΗΣ ΠΤΥΧΗ: Το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει ή όχι το αιτούμενο διάταγμα λαμβάνοντας υπόψη του κατ' αποκλειστικότητα την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία (βλ. Federal Bank Of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 223). Η αίτηση υποβλήθηκε μετά που καταχωρήθηκε η Κλήση για Οδηγίες και το Παράρτημα των αιτητών. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η Κλήση για Οδηγίες καταχωρήθηκε την 11.10.2017 ενώ το Παράρτημα των αιτητών καταχωρήθηκε την ίδια μέρα. Θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι στο Παράρτημα των αιτητών δεν αναφέρεται πουθενά ως αίτημα η τροποποίηση δικογράφου ούτε και είναι σημειωμένο το οποιοδήποτε άλλο διάβημα. Είναι επίσης σημαντικό να επισημανθεί ότι η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε πολύ αργότερα ήτοι 3 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Κλήσης για Οδηγίες. Η Δ.25 κ. 3 ορίζει τα ακόλουθα: «
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης .». Η δε Δ.30 κ..3 προνοεί ότι διατάγματα μπορούν να εκδοθούν μόνο για αιτήματα που αναφέρονται στο Παράρτημα. Διαταγή τροποποίησης δεν επιζητείται στο Παράρτημα και συνεπώς το αίτημα δεν μπορεί καν να εξεταστεί. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει της παλαιάς Δ.25 Θ.1, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσον των Αγγλικών Δικαστηρίων όσον και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η τάση όπως προκύπτει από την νομολογία, ήταν ότι τα Δικαστήρια επέτρεπαν τροποποιήσεις, ακόμη και όπου αυτές ήταν αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείτο αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με την πληρωμή των εξόδων. Η προαναφερόμενη νομολογία όμως είχε ερμηνεύσει την παλαιά Δ.25 η οποία είχε καθιερώσει μια φιλελεύθερη προσέγγιση στην τροποποίηση δικογράφων η οποία όμως αναδιατυπώθηκε ενόψει της νέας Δ.30 έτσι ώστε να προσαρμοστεί στις νέες ανάγκες και η οποία κατά την αντίληψη μου δεν εφαρμόζεται επί της νέας Δ.25, στην οποία τίθενται πλέον αυστηρά κριτήρια τροποποίησης μετά την κλήση για οδηγίες. Παρότι η τροποποίηση της Δ.25 είναι πρόσφατη με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ακόμα σχετική ερμηνευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντούτοις είναι αρκετά σαφές κατά την κρίση μου ότι μετά την κλίση για οδηγίες, η τροποποίηση δικογράφου περιορίζεται σημαντικά. Είναι επί του προκειμένου σωστή η διαπίστωση της ευπαίδευτης συνηγόρου για την Καθ' ης η αίτηση ότι ο περιορισμός στην τροποποίηση δικογράφου μετά την κλήση για οδηγίες, κατέστη αναγκαίος ως επικουρικός προς την νέα Δ.30, η οποία αποσκοπεί στην σωστή προδικασία και σύντομη προώθηση και εκδίκαση των πολιτικών αγωγών. Ερμηνεία των ως άνω Διαταγών οδηγεί κατά την αντίληψη μου στην απόρριψη του αιτήματος αφού καμία από τις προϋποθέσεις της νέα Διαταγής 25 πληρείται. Συγκεκριμένα η τροποποίηση που επιδιώκουν οι αιτητές ούτε καλόπιστο λάθος αποτελεί (και ούτε καν υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση), αλλά και ούτε πρόκειται για νέα δεδομένα τα οποία να μην ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη οδηγιών και να προέκυψαν αργότερα. Η Εγκύκλιος που επικαλούνται είναι του 2008 ενώ φαίνεται ξεκάθαρα από τα γεγονότα ότι γνώριζαν την ύπαρξη της εν λόγω Εγκυκλίου από το Μάϊο του 2019 ενώ η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε 1.5 χρόνο μετά. Αυτά ανεξάρτητα αν η ενόρκως δηλούσα είναι και τραπεζικός υπάλληλος και συνεπώς είχε γνώση της εγκυκλίου που τώρα επικαλούνται οι αιτητές και τούτο άνευ σημασίας καθώς η ιδιότητα της τελευταίας δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία ως προς τα επίδικα ζητήματα τα οποία θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την δίκη και ανεξάρτητα από τη σχετικότητα ή βασιμότητα των ισχυρισμών, τους οποίους η πλευρά της ενάγουσας αρνείται διά της ενόρκου ΕΔΘ. Σύμφωνα με έρευνα που διενήργησα φαίνεται ότι δεν εκδόθηκε ακόμα απόφαση από το Εφετείο σε σχέση με το υπό συζήτηση ζήτημα. Χρήσιμες, αν και όχι δεσμευτικές, είναι πρωτόδικες αποφάσεις που εκδόθηκαν σε σχέση με το ζήτημα που εδώ απασχολεί μερικές εκ των οποίων παραθέτω στη συνέχεια: Όπως διατυπώνει το ζήτημα στην πτωχευτική αίτηση αρ. 14/2016 Ε.Δ. Λεμεσού ο κ. Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ στην απόφαση του ημερ. 9.07.2018: «.Υπενθυμίζω εδώ ότι τροποποίηση δικογράφου χωρεί πλέον σε δύο μόνο περιπτώσεις. Σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και όταν έχουν προκύψει νέα δεδομένα, μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών καταχώρησης του δικογράφου. Αντίθετη ερμηνεία θα εξουδετέρωνε στην ουσία το σκοπό των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας που όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε, αποσκοπούν στην διαχείριση και προώθηση των πολιτικών υποθέσεων για ακρόαση σε σύντομο χρονικό διάστημα». και στη συνέχεια στην ίδια απόφαση : «Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί από τον οφειλέτη - αιτητή καμία από τις προϋποθέσεις της νέας Δ.25 Θ.1
(3)ώστε να δικαιολογείται το αίτημα του για τροποποίηση της ειδοποίησης ένστασης που καταχώρησε στην υπό κρίση αίτηση πτώχευσης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, το καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση τροποποίησής και ενώ η κυρίως αίτηση πτώχευσης είχε ήδη οριστεί πολλές για ακρόαση, αποτελεί ένα επιπλέον εμπόδιο για έγκριση του αιτήματος. Τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την εκδίκαση της κυρίως αίτησης πτώχευσης αφού θα χρειαστεί να καταχωρηθεί τροποποιημένη ειδοποίηση ένστασης και συμπληρωματική ένορκη δήλωση χωρίς να αποκλείεται η ανάγκη για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και εκ μέρους της πιστώτριας για αντίκρουση των ισχυρισμών του οφειλέτη». Στην απόφαση Arizona Trading Ltd ν. Μοντεξύλ Λτδ, Αρ. Αγ. 15/17 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 31.05.2018 ο αδελφός κ. Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. επιλαμβανόμενος αίτησης τροποποίησης βάσει της νέας Διαταγής 25 ανέλυσε τα στάδια στα οποία επιτρέπεται η τροποποίηση αλλά και τις προϋποθέσεις και ακολούθως απέρριψε την αίτηση αναφέροντας τα ακόλουθα: «Από το λεκτικό των πιο πάνω δικονομικών διατάξεων προκύπτει ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου παρέχεται σε τρία διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Όσο προχωρά η διαδικασία, το εύρος της ευχέρειας τροποποίησης στενεύει. Έτσι στο στάδιο πριν την επίδοση του κλητηρίου, ο ενάγων μπορεί, χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, όποτε επιθυμεί και όσες φορές επιθυμεί να προβεί σε τροποποίηση αυτού. Στο επόμενο στάδιο, μετά την ανταλλαγή δικογράφων, και πριν την έκδοση κλήσεως για οδηγίες, επιτρέπεται για μια φορά (άπαξ) η τροποποίηση δικογράφου χωρίς και πάλι την άδεια του Δικαστηρίου. Μετά όμως την έκδοση της κλήσεως για οδηγίες δεν επιτρέπεται τροποποίηση δικογράφων εκτός κατ' εξαίρεση και κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Από το λεκτικό της Δ.25 θ. 3 προκύπτει ότι η τροποποίηση δικογράφου, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, δεν επιτρέπεται, με εξαίρεση την τροποποίηση που σκοπεί στη διόρθωση εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας και στην περίπτωση που η τροποποίηση είναι αναγκαία, λόγω του ότι έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση του δικογράφου του οποίου σκοπείται η τροποποίηση. Συνάγεται από τα ανωτέρω ότι για σκοπούς της νέας Διαταγής 25 Θ 3 δεν μπορεί να υιοθετηθεί η φιλελεύθερη προσέγγιση που καθιέρωσε η Νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25». Αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω αναφορές είναι ότι τα κατ' ισχυρισμό στοιχεία που καθιστούν την τροποποίηση αναγκαία ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής, πλην όμως δεν τα γνώριζαν οι ίδιοι οι εναγόμενοι και τέθηκαν υπόψη των δικηγόρων των εναγόμενων. Είναι δε αναμφισβήτητο ότι αυτές οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου δεν προέκυψαν μετά την καταχώριση της αγωγής και ως εκ τούτου η υπό κρίση περίπτωση δεν εμπίπτει στη δεύτερη εξαίρεση της νέας Δ.25 θ3. Απομένει, λοιπόν, να εξεταστεί το κατά πόσο στην παρούσα η μη συμπερίληψη των ισχυρισμών που επικαλούνται οι αιτητές εμπίπτει στην έννοια του καλόπιστου λάθους. Όπως έχει εξηγηθεί ανωτέρω με την τροποποιημένη Δ.25 Θ 3 η τροποποίηση δικογράφου είναι πλέον η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Συνακόλουθα δεν μπορεί πλέον να επιτραπεί τροποποίηση με τη διαπίστωση έλλειψης κακοπιστίας, ως εισηγούνται οι Αιτητές. Πλέον, για να είναι εφικτή η τροποποίηση, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η σκοπούμενη τροποποίηση στοχεύει στη διόρθωση «εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας». Δηλαδή το υπό διόρθωση λάθος θα πρέπει να είναι καλόπιστο και να οφείλεται σε παραδρομή στη σύνταξη της δικογραφίας. Δηλαδή η έννοια του λάθους, που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο τροποποίησης, προσδιορίζεται από το λεκτικό της δικονομικής διάταξης, ως οφειλόμενο σε παραδρομή και σχετιζόμενο με τη σύνταξη της δικογραφίας. Αποτελεί βασική ερμηνευτική αρχή ότι, όταν το λεκτικό του Νόμου είναι καθαρό και σαφές, πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική και συνηθισμένη του έννοια, γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Income Tax Commissioners v. Pemsel, [1891] A.C. 531,543, Pilavakis v. Cyprus Inland Telecommunications Authority,
(1963)2C.L.R. 429 και Γεωργίου v. Total Properties Ltd,
(2011)1B
- Στην υπό κρίση Διαταγή το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές και συνδέει το καλόπιστο του λάθους σε λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας. Αν ο Νομοθέτης ήθελε η Δ.25 θ. 3 να επιτρέπει την οποιαδήποτε τροποποίηση και διόρθωση οποιουδήποτε λάθους σε οποιαδήποτε έκταση, δεν θα περιόριζε το λεκτικό του Νόμου σε λάθος που προκύπτει στη σύνταξη της δικογραφίας. Σίγουρα η παράλειψη αναφορά σε Εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας δεν μπορεί να αναχθεί την ως άνω προϋπόθεση. Λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αναμένεται να συνδέεται με λεκτικά ή τυπογραφικά ή εκφραστικά λάθη που εμφιλοχωρούν κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και όχι στην παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση, κατά την αντίληψη των Αιτητών, της Υπεράσπισής τους. Στο σημείο αυτό υιοθετώ την προσέγγιση της κας Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ, στην υπόθεση ΣΠΕ Λεμεσού ΛΤΔ ν.
- Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου (Γένος: Θεόφιλου Γεωργίου), από τη Λεμεσό κ.ά, Αγωγή 911/2016,Ε/Δ Λεμεσού στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση».[1] Στο ίδιο συμπέρασμα κατατείνει και η συστηματική και τελεολογική ερμηνεία της επίδικης δικονομικής διάταξης, αφού η νέα Διαταγή 25 χωρίζεται σε τρία στάδια στα οποία η τροποποίηση επιτρέπεται στα δυο πρώτα κατ' εκλογήν του διαδίκου χωρίς άδεια του Δικαστηρίου στο δε τρίτο μόνο κατ' εξαίρεση. Η πιο πάνω κατηγοριοποίηση κατατείνει στο συμπέρασμα ότι σκοπός του Νομοθέτη ήταν μετά το στάδιο της κλήσεως για οδηγίες, η τροποποίηση να επιτρέπεται μόνο κατ΄ εξαίρεση και για συγκεκριμένους λόγους. Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με τον υπερκείμενο σκοπό (overriding objective) των νέων Δ.25 και 30, που είναι η θέσπιση διαδικασιών που θα οδηγούν στην ταχεία διεκπεραίωση των υποθέσεων». Στην υπόθεση Astro Bank Limited πρώην (Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ) ν. Νικόλας Χρυσοστόμου Αρ. Αγωγής 1688/2016, Ε.Δ. Λάρνακας, ημερομηνίας 08.02.2018 ο κ. Μ. Παπαμιχαήλ, Π.Ε.Δ. ανέφερε τα ακόλουθα: «Όπως μπορεί να διαπιστωθεί από την πιο πάνω παράθεση του λεκτικού της νέας Δ.25 θ.3, δεν χωρεί πλέον οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και μετά την έναρξη της δίκης, και/ή για οποιονδήποτε λόγο. Στην ουσία έχει εισαχθεί μια νέα τάξη πραγμάτων, στην οποία το Δικαστήριο στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες, για να επιτρέψει την τροποποίηση πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στη Δ.25 θ.
- Τονίζω ότι η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί κατά το έτος 2016 και ως εκ τούτου οι πρόνοιες της νέας τροποποιημένης διαταγής, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής στην περίπτωσή αυτή. Από την παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης, φαίνεται ότι η αγωγή έχει ήδη οριστεί στις 28.3.17 για ακρόαση, αφού είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες της έκδοσης οδηγιών και η συμμόρφωση με αυτές, ήτοι οι αποκαλύψεις εγγράφων, οι καταχωρήσεις ονομαστικών καταλόγων μαρτύρων αλλά και συνόψεις της μαρτυρίας. Ενόψει της καταχώρησης της αίτησης για τροποποίηση μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στο θεσμό 3 της νέας Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών, ήτοι: (α)Το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ή (β)Να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας. Η προϋπόθεση αυτή είναι πολύ συγκεκριμένη και αφορά σε νέα στοιχεία και νέα δεδομένα που δεν ήταν σε γνώση του αιτητή κατά την προετοιμασία της δικογραφίας του». Παρόμοια στην απόφαση ALEXIS TSIAKKAS & COMPANY LIMITED ν. SCOWMOUNTAIN ENTERPRISES LTD κ.α. Αρ. Αγωγής 1718/2016 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερομηνίας 31.05.2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα υπό της Στ. Λουκίδου - Βασιλείου Ε.Δ. (όπως ήταν τότε): «Το σημαντικότερο όμως είναι ότι τα γεγονότα που επιχειρείται να εισαχθούν με τη τροποποίηση όπως προκύπτει από την ίδια την ένορκη δήλωση του αιτητή ήταν υπαρκτά κατά το χρόνο καταχώρησης της υπεράσπισης και δεν προέκυψαν εκ των υστέρων. Διαπιστώνεται συνεπώς ότι δεν πρόκειται για νέα δεδομένα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης. Ο ισχυρισμός του αιτητή ότι «ανευρέθηκε το αρχείο που διατηρούσε» όπως έχει τεθεί δεν κρίνεται ικανοποιητικό στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι πρόκειται για νέα δεδομένα που προέκυψαν μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης. Ο αιτητής επιχειρώντας κατά την κρίση μου να εντάξει την αιτούμενη τροποποίηση στις εξαιρέσεις της νέας Δ.25 έθεσε γενικά και αόριστα τον εν λόγω ισχυρισμό παραλείποντας όμως να εξηγήσει που βρισκόταν και γιατί θα έπρεπε να ανευρεθεί και κάτω υπό ποιες συνθήκες ανευρέθηκε το αρχείο που ισχυρίζεται ότι διατηρούσε και στο οποίο μάλιστα σύμφωνα με την ένορκη του δήλωση υπήρχαν σημαντικά έγγραφα. Αντίθετα οι ισχυρισμοί του αιτητή καταδεικνύουν αμέλεια εκ μέρους του και συγκεκριμένα ότι αυτός επέλεξε να εντοπίσει τυχόν έγγραφα που κατά τον ισχυρισμό του σχετίζονται με την υπόθεση μετά από την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης του και όχι μόνο αλλά και μετά που αιτήθηκε σε δύο περιπτώσεις όπως περιγράφεται πιο πάνω την παράταση του χρόνου συμμόρφωσης του προς τις σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου.». Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνω ότι οι αιτητές δεν επιδιώκουν να προσθέσουν γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν την καταχώριση της υπεράσπισης τους, αλλά προβάλλουν ισχυρισμούς για εγκυκλίους του 2008, οι οποίοι στην καλύτερη για εκείνους περίπτωσης τους ήταν γνωστοί από το Μάϊο του
- Οι γενικές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης των δικογράφων που κατά την αντίληψη μου εξακολουθούν να ισχύουν όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν οι δύο πιο πάνω προαναφερθείσες προϋποθέσεις που προνοούνται στη νέα Διαταγή 25 και οι οποίες θα μπορούν να εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis) έχουν εκτεθεί στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α.,
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. σελ. 33 και αναλύονται από τον Δικαστή Πική ως ακολούθως: «1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. 2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμώνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. 3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. 4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave. Case 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 διευκρινίστηκε ότι: «Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων, στην έκταση που τη θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Το βάρος απόδειξης στην παρούσα διαδικασία βαρύνει τους ώμους των αιτητών, οι οποίοι πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο, μέσω της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες έχουν τεθεί από τη Νομολογία και κατά συνέπεια δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος τροποποίησης. Στη βάση της προαναφερόμενης νομολογίας κρίνω όti δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τους ακόλουθους λόγους. (α) Θα μπορούσαν οι αιτητές με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας να είχαν πληροφορηθεί για το περιεχόμενο των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου για το ζήτημα που τους ενδιέφερε ακόμα και ασκώντας δικονομικά το δικαίωμα τους για παροχή λεπτομερειών. (β) Στη βάση όσων αναφέρονται στην ΕΔΘ τα οποία δεν αντίκρουσαν οι αιτητές είχαν γνώση αυτών των Εγκυκλίων τουλάχιστον 1 ½ χρόνο πριν το αίτημα τους και όμως δεν προέβησαν σε αυτό, επομένως συντρέχει ο παράγοντας της καθυστέρησης. (γ) Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί απαραίτητη η περίληψη ισχυρισμών αναφορικά με Εγκύκλιους που επικαλούνται και στις οποίες βασίζουν τα όσα επιδιώκουν να προσθέσουν με την τροποποίηση. Το ζήτημα του κατά πόσο αυτές οι επαναλαμβανόμενες προσθήκες κρίνονται ως σχετικές και έχουν οποιαδήποτε σημασία για την Υπεράσπισή τους θα πρέπει να εξετασθεί σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτή περί παράνομων συμφωνιών, τιμωρητικών, καταχρηστικών και παράνομων ρητρών, χρέωσης επί πλέον τόκων και αυθαίρετης αύξησης του επιτοκίου οι οποίοι κατά την άποψη μου καλύπτουν αρκούντως το ζήτημα που τώρα θέλουν να εισαγάγουν ως μέρος της Υπεράσπισής τους και επομένως καθίστανται αχρείαστοι και τούτο στη βάση της νομολογίας μας ως προς τη σύνταξη των δικογράφων και των απαιτούμενων να συμπεριληφθούν σε αυτά όπου δεν είναι αναγκαία η συμπερίληψη μαρτυρίας. (δ) Η όλη συμπεριφορά, απραξία και αμέλεια των εναγομένων ενόψει του σταδίου που η αίτηση υποβλήθηκε και ενώ είχε προγραμματισθεί επανειλημμένα για ακρόαση θα πρέπει να επενεργήσει εναντίον της έγκρισης της αίτησης, σε διαφορετική περίπτωση θα παρακαμφθεί το γράμμα και ο σκοπός της νέας Διαταγής 25 αλλά και αυτής της Διαταγής 30 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και επιπλέον θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά με την επιπλέον καθυστέρηση και επιπλοκή που θα προκληθεί η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα ως η εισήγηση των αιτητών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση όσων πιο πάνω έχω εξηγήσει η διακριτική μου ευχέρεια δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος. Τουναντίον οι λόγοι ένστασης βρίσκω ότι βρίσκουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και ως εκ τούτου καταλήγω να απορρίψω την αίτηση. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα θα είναι υπέρ της ενάγουσας/ καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόμενων/ αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ........... Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Αρ. Αγωγής 2656/2016, Χαράλαμπος Παπατρύφωνος κ.α. ν. Αργυρώς Παπατρύφωνος, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 19.10.2017, Κ1/2017, Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λάρνακας - Αμμοχώστου Τμήμα Αμμοχώστου, Δίσπυρου ν. Ioannis N. Patsalides General Enterprises Ltd, ημερομηνίας 13.07.2018, Αρ. Αγωγής 3928/2015, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερομηνίας 24.02.2017. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο