← Κύπρος

ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΟΥ ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 216/21, 13/8/2021

ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΟΥ ν. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 216/21, 13/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A431 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 216/21 Αναφορικά με τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/65), ως τροποποιήθηκε και Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφής και Εκτιμήσεως) Νόμο Κεφ.224, ως τροποποιήθηκε Μεταξύ: XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΚΙΤΡΟΜΗΛΙΔΟΥ το γένος XXXXX Gourbet Εφεσείουσα/Αιτήτρια και THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED (προηγουμένως ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ - βλ. ειδοποίηση δυνάμει Ν169(Ι)/15 ημερ. 23/07/21) Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Αυγούστου 2021 Εμφανίσεις: Για εφεσείουσα-Αιτήτρια: κ. Σ. Αυγουστή για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ Για εφεσίβλητη-Καθ'ης η αίτηση: κα Χ. Χατζηγεωργίου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση έφεση που καταχώρησε στις 28/06/21, η πιο πάνω αιτήτρια εφεσείουσα (εφ' εξής η Στυλιανού), αξιώνει τα εξής: Α. Τον παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή αναστολή της ειδοποίησης Τύπου ΙΑ ημερ. 08/04/21 που της επιδόθηκε/κοινοποιήθηκε στις 17/05/21 από την ενυπόθηκο δανειστή της, Τράπεζα Κύπρου Λτδ (εφ' εξής η τράπεζα). Β. Τον παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή αναστολή οποιωνδήποτε ειδοποιήσεων και/ή πράξεων της τράπεζας που αφορούν στη διαδικασία εκποίησης των ακινήτων που επιβαρύνονται με την υποθήκη XXXXX/95 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λ/σου δυνάμει των αρ. 33 - 44 ΙΑΑ και 51 του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65 Γ. Την κήρυξη ολόκληρου του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/65 ως αρά παραβιάζον τα Αρ.23 και 30 του Συντάγματος και τα αρ. 1 και 6 της ΕΣΔΑ Σύμφωνα με το κυρίως σώμα της αίτησης, ο κεντρικός άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι λόγοι για τους οποίους αξιώνονται τα πιο πάνω, είναι, το κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο της διαδικασίας που ακολούθησε η τράπεζα σε σχέση με την ενεργοποίηση και προώθηση της διαδικασίας που προβλέπει ο Ν9/65 για την εκποίηση της υποθήκης Υ3562/95 και ειδικότερα ότι:

  1. Το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και των άλλων ειδοποιήσεων που στάληκαν από την τράπεζα είναι παράτυπο, άκυρο και αντινομικό εφόσον οι εν λόγω ειδοποιήσεις δεν περιέχουν τα τυπικά στοιχεία που τάσσονται από το Νόμο και δεν αναγράφουν, τον πρωτοφειλέτη της πιστωτικής διευκόλυνσης στην οποία αφορούν, την περίοδο παύσης της τοκοφορίας και το επακριβές ποσό των εξόδων που οφείλει η αιτήτρια (Λόγοι 1, 6, 7 και 11)
  2. Οι ειδοποιήσεις που απέστειλε η τράπεζα «δεν έχουν επιδοθεί και/ή δεν έχουν επιδοθεί προσωπικά στην εφεσείουσα και/ή δεν έχουν δεόντως επιδοθεί και/ή δεν έχουν επιδοθεί σε άπαντα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα», ενώ η ειδοποίηση ΙΑ «.δεν έχει σταλεί με διπλοσυστημένη επιστολή στην εφεσείουσα.αλλά έχει επιδοθεί μέσω ιδιώτη επιδότη στο σύζυγο της εφεσείουσας χωρίς πρώτα να γίνει προσπάθεια αποστολής της με διπλοσυστημένη επιστολή.» (Λόγοι 3, 4 και 9).
  3. Δεν στάληκαν πριν την αποστολή της ειδοποίησης ΙΑ οι ειδοποιήσεις Ι και Θ που προνοεί ο Νόμος και ούτε λήφθηκαν προηγουμένως τα απαραίτητα διαβήματα για να προχωρήσει η διαδικασία πώλησης με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία να είναι εσφαλμένη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντισυνταγματική (Λόγοι 2, 5, 8, 9 και 10) Σημειώνω εδώ ότι όταν η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 28/06/21 και το παρόν Δικαστήριο ενημερώθηκε ότι σύμφωνα με τις προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις, η τράπεζα είχε προγραμματίσει να προβεί στην εκποίηση της υποθήκης XXXXX/95 στις 17/08/21, δόθηκαν οδηγίες όπως αφού η αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά, εμφανιστούν οι συνήγοροι των διαδίκων στις 09/07/21 ώστε να γίνει ο ανάλογος προγραμματισμός και να μπορέσει να εκδικαστεί η υπόθεση και να εκδοθεί απόφαση πριν τις 17/08/
  4. Συμμορφούμενοι λοιπόν οι διάδικοι με τις οδηγίες που δόθηκαν από το Δικαστήριο κατά την πρώτη εμφάνιση στις 09/07/21, η εφεσίβλητη καθ' ης η αίτηση καταχώρησε την ένσταση της στις 28/07/21 και η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στις 06/08/21 με την κατάθεση εμπεριστατωμένων αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σύμφωνα τώρα με την ένσταση της εφεσίβλητης καθ' ης η αίτηση, η τελευταία προβάλλει εικοσιένα συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Εν συντομία, οι λόγοι ένστασης της εφεσίβλητης έχουν ως εξής:
  5. Η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για την ακύρωση και/ή παραμερισμό οποιασδήποτε ειδοποίησης στάληκε δυνάμει του Ν.9/65 παρά μόνο της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, ούτε και προσφέρεται ως μέσο για την αμφισβήτηση του ενυπόθηκου χρέους (Λόγοι Έντασης 1, 3, 4, 5, 9 και 17).
  6. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η περίπτωση της Στυλιανού εμπίπτει στις περιπτώσεις που προνοεί εξαντλητικά το αρ. 44Γ

(3)του Νόμου ως περιπτώσεις που δικαιολογείται η ακύρωση της ειδοποίησης ΙΑ αλλά ούτε και προβάλλεται από πλευράς της τελευταίας οποιοσδήποτε και/ή οποιοσδήποτε καλός λόγος για να αποδοθούν οι αιτούμενες θεραπείες Λόγοι Έντασης 2, 3, 15, 20 και 21).
  1. Η Στυλιανού δεν έχει locus standi και/ή δεν νομιμοποιείται να προσβάλλει την όλη διαδικασία εκποίησης εκ μέρους τρίτων προσώπων και/ή των άλλων εγγυητών του ενυπόθηκου χρέους (Λόγος Ένστασης 4)
  2. Η διαδικασία που ακολούθησε η τράπεζα τόσο σε σχέση με την αποστολή των εκ του Νόμου προβλεπόμενων ειδοποιήσεων όσο και σε σχέση με την όλη ενεργοποίηση και προώθηση της διαδικασίας εκποίησης ως είναι το συμβατικό αλλά και θέσμιο δικαίωμα της να πράξει ως ενυπόθηκος δανειστής ο οποίος δεν έχει εξοφληθεί , είναι σύμφωνη και συνάδει με τις πρόνοιες του Ν.9/65 (Λόγοι Ένστασης 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 16)
  3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των επίμαχων προνοιών του Νόμου αλλά και να πληρούνταν, καμία τέτοια αντισυνταγματικότητα δεν υπάρχει (Λόγοι Ένστασης 18 και 19). Στρεφόμενος τώρα στο πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την υπόθεση, σημειώνω τα εξής. Ο βασικός ισχυρισμός περί γεγονότων που προβάλλει η Στυλιανού, είναι ότι στις 18/05/21, η τράπεζα, χωρίς προηγουμένως να αποστείλει τις εκ του Νόμου προβλεπόμενες ειδοποιήσεις Θ και Ι, επέδωσε στο σύζυγο της ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ ημερ. 08/04/21, οι οποίες απευθύνονταν τόσο προς τον ίδια όσο και προς τον αδερφό του συζύγου της, Ν. Κιτρομηλίδη. Με τις εν λόγω ειδοποιήσεις, τις οποίες η Στυλιανού επεσύναψε στην αίτηση της και οι οποίες είναι σε επιστολόχαρτο της τράπεζας και υπογράφονται από την τελευταία, αυτή και ο Ν. Κιτρομηλίδης ενημερώθηκαν ότι: «.το ενυπόθηκο χρέος το εξασφαλιζόμενο με την Υποθήκη με αριθμό Υ3562/1995 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού προς όφελος μου έχει καταστεί πληρωτέο από τις 14/08/98 και 02/12/98 και γι' αυτό προτίθεμαι να προχωρήσω σε πώληση .των ακινήτων που περιγράφονται στον πιο κάτω Πίνακα ιδιοκτησίας της (Στυλιανού).Το ποσό το οποίο κατέστη απαιτητό δυνάμει της πιο πάνω Υποθήκης ανέρχεται στο ποσό των €85.430,08 πλέον τόκος €0.00 πλέον έξοδα €0.00» Σύμφωνα με τη Στυλιανού, η οποία μέσω της Ε/Δ της παρουσιάζει την τράπεζα να απηύθυνε σ' εκείνη και το Ν. Κιτρομηλίδη τις συγκεκριμένες ειδοποιήσεις ΙΑ διότι οι δύο τους ήταν εγγυητές ενυπόθηκου χρέους που όφειλε κάποια εταιρεία ως πρωτοφειλέτιδα καθώς και διότι η ίδια είναι ιδιοκτήτης του ενυπόθηκου ακινήτου που επιδιώκεται να πωληθεί, η τράπεζα, όχι μόνο δεν τήρησε τη διαδικασία που επιβάλλει ο Ν.9/65 αφού δεν έστειλε προηγουμένως τις προβλεπόμενες ειδοποιήσεις Θ και Ι, αλλά φαίνεται και να μην ενημέρωσε δεόντως όλα τα πρόσωπα που επηρεάζονται από τον πλειστηριασμό, ως επίσης επιβάλλει ο Νόμος. Αυτό κατά τη Στυλιανού γιατί η τράπεζα δεν φαίνεται να έστειλε παρόμοια ειδοποίηση ΙΑ στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, ενώ όσον αφορά την ίδια και τον άλλο εγγυητή του ενυπόθηκου χρέους, ήτοι το Ν. Κιτρομηλίδη, δεν έπρεπε να επιδοθούν στο σύζυγο της οι ειδοποιήσεις που τους αφορούν. Θέση της Στυλιανού είναι ότι ούτε αυτή αλλά ούτε και ο σύζυγος της είχαν τότε ή έχουν οποιαδήποτε επαφή με το Ν. Κιτρομηλίδη ώστε να δικαιολογείται η επίδοση που έγινε σε σχέση με εκείνον, ενώ για την ίδια έπρεπε πρώτα να προηγηθεί προσπάθεια να της αποσταλεί εκείνης προσωπικά η ειδοποίηση με διπλοσυστημένη επιστολή και αν αυτό δεν τελεσφορούσε τότε να επιδιωχθεί επίδοση με άλλο τρόπο. Συνεπώς, καταλήγει η Στυλιανού, από τη στιγμή που δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία που προνοεί ο Νόμος για την ενεργοποίηση και προώθηση της διαδικασίας εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου και από τη στιγμή που από τις ειδοποιήσεις ΙΑ που επιδόθηκαν στις 18/05/21, δεν φαίνεται ποιος είναι ο πρωτοφειλέτης του χρέους ή πώς είναι που προέκυψε το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό στην είσπραξη του οποίου αποσκοπεί ο πλειστηριασμός, το συνταγματικό της δικαίωμα στην ιδιοκτησία έχει παραβιαστεί αφού δεν της δόθηκε η ευκαιρία να καταβάλει έστω και την υστάτη το οφειλόμενο χρέος και να εξαλείψει την υποθήκη, όπως έχει παραβιαστεί και το δικαίωμα της να προσφύγει στη δικαιοσύνη για ν' αμφισβητήσει το εν λόγω χρέος, το οποίο φαίνεται να αποτελείται από υπέρογκα ποσά. Στην αντιπέρα όχθη, η εφεσίβλητη, η οποία δέχεται ότι οι επίμαχες ειδοποιήσεις ΙΑ επιδόθηκαν στο σύζυγο της Στυλιανού στις 18/05/21, ισχυρίζεται ότι το σύνολο των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεσης έχει ως εξής. Η Στυλιανού και ο Ν. Κιτρομηλίδης είχαν εγγυηθεί προσωπικά τις υποχρεώσεις που δύο εταιρείες όφειλαν απέναντι στην τράπεζα σε σχέση με παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν και με την υποθήκη XXXXX/95 η οποία είχε εγγραφεί επί ενός ακινήτου ιδιοκτησίας της Στυλιανού. Το ύψος δε του ποσού που εξασφαλιζόταν με την υποθήκη, ανερχόταν στις 25000ΛΚ πλέον τόκους (€42.750). Επειδή στην πορεία οι πρωτοφειλέτιδες εταιρείες δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους απέναντι στην τράπεζα και ούτε οι εγγυητές διευθέτησαν τις οφειλές που δημιουργήθηκαν, καταχωρήθηκαν τρεις πολιτικές αγωγές, ήτοι η 5599/99, η 5037/99 και η 5600/99, στις οποίες εναγόμενη ήταν μεταξύ άλλων και η Στυλιανού υπό την ιδιότητα της ως εγγυήτρια των εκεί αναφερόμενων χρεών των πρωτοφειλέτιδων εταιρειών. Η Στυλιανού εμφανίστηκε με δικηγόρο και στις τρεις αγωγές και με τη σύμφωνη γνώμη και συγκατάθεση της, εκδόθηκαν περί το 2001 αποφάσεις εναντίον της και υπέρ της τράπεζας, για 32.569,06ΛΚ, 56.257,14ΛΚ και 20.323,04ΛΚ αντίστοιχα, πλέον τόκους από το
  4. Σε όλες δε τις αγωγές, είχε εκδοθεί με την σύμφωνη της Στυλιανού, και δικαστικό διάταγμα που διέτασσε την εκποίηση της υποθήκης που είχε εγγραφεί επί του ακινήτου της, ήτοι της υποθήκης XXXXX/95 που επιχειρείται να εκποιηθεί τώρα, ώστε το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση του ανάλογου εξ' αποφάσεως χρέους (βλ. Τεκ.1 και 2). Παρά το ότι τα χρέη της Στυλιανού και των άλλων εμπλεκόμενων στις αγωγές προσώπων είχαν καταστεί πλέον χρέη από δικαστικές αποφάσεις, εντούτοις μέχρι και τις 15/11/19, ήτοι για 18 χρόνια περίπου, αυτά παρέμειναν πλήρως ανεξόφλητα. Ως εκ τούτου, για να εισπράξει το λαβείν της η τράπεζα αποφάσισε να ασκήσει το δικαίωμα που της παρείχαν τόσο ο Ν.9/65 όσο και οι δικαστικές αποφάσεις και να εκποιήσει την υποθήκη επί του ακινήτου της Στυλιανού. Ετοίμασε λοιπόν η τράπεζα ειδοποιήσεις τύπου Ι ημερ. 15/11/19, τις οποίες απέστειλε στις 30/01/20 με συστημένο ταχυδρομείο στη Στυλιανού, στον Επίσημο Παραλήπτη ο οποίος είχε εν τω μεταξύ διοριστεί ως εκκαθαριστής της μίας εκ των πρωτοφειλέτιδων εταιρειών και στο Ν. Κιτρομηλίδη. Στην άλλη πρωτοφειλέτιδα εταιρεία η τράπεζα δεν απέστειλε οποιαδήποτε ειδοποίηση εφόσον διαπιστώθηκε ότι εν λόγω εταιρεία είχε διαλυθεί από τις 15/09/14 λόγω ολοκλήρωσης της διαδικασίας εκκαθάρισης της (Τεκ.3) Σημειώνω εδώ ότι η εφεσίβλητη, αν και δέχεται ότι από πλευράς τράπεζας δεν στάληκαν προηγουμένως ειδοποιήσεις τύπου Θ, υποστηρίζει ότι με βάση το Ν.9/65 αυτό δεν ήταν αναγκαίο διότι τα χρέη για τα οποία θα επιδιώκετο η εκποίηση της υποθήκης, συνιστούσαν πλέον χρέη που προέκυπταν από δικαστικές αποφάσεις. Σύμφωνα λοιπόν με τις ειδοποιήσεις τύπου Ι που φέρεται να στάληκαν από την τράπεζα (Τεκ.4), η τελευταία ενημέρωνε τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονταν οι εν λόγω ειδοποιήσεις ότι αυτές αφορούσαν σε χρέος των δύο πρωτοφειλέτιδων εταιρειών, ότι ενυπόθηκος οφειλέτης του χρέους ήταν η Στυλιανού και ότι «.έγινε απαιτητό το ποσό των €85.430,08 (λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται εις την επισυνημμένη κατάσταση λογαριασμού) πλέον τόκοι επί €0.00.το οποίο οφείλετε σύμφωνα με τη δήλωση σύμβασης υποθήκης με αρ. XXXXX/1995 και ημερομηνία 18/05/1995.». Στις ειδοποιήσεις αναφερόταν επίσης ότι αν εντός 30 ημερών δεν εξοφλείτο πλήρως το χρέος ή δεν προβαλλόταν κάποια «διαφορετική γνώμη» σε σχέση με τα όσα αναφέρονταν στην ειδοποίηση, η τράπεζα θα προχωρούσε με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου μέσω της διαδικασίας πλειστηριασμού που προνοεί ο Ν. 9/
  5. Στην δε «Κατάσταση Λογαριασμού Οφειλόμενου Ενυπόθηκου Χρέους» που επισυναπτόταν στην κάθε ειδοποίηση, αναφέρετο ότι το σύνολο των χρεών που εξασφαλιζόταν με την επίμαχη υποθήκη ανερχόταν στις €497.089,35 ότι το εν λόγω συνολικό χρέος προέκυπτε από τις 3 δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται ανωτέρω και ότι το ποσό που διεκδικείτο να εισπραχθεί από την υποθήκη ως «υπόλοιπο υποθήκης», ανερχόταν στις €85.430,08, ήτοι το διπλάσιο του αρχικού ποσού στο οποίο αφορούσε η εν λόγω υποθήκη (25.000ΛΚ - €42.715,04). Επειδή από τις αποδείξεις των Κυπριακών Ταχυδρομείων που έλαβε στη συνέχεια η τράπεζα διαπιστώθηκε ότι μόνο ο Επίσημος Παραλήπτης είχε παραλάβει τις πιο πάνω ειδοποιήσεις, κρίθηκε αναγκαίο όπως επιχειρηθεί και επίδοση τους στη Στυλιανού και στο Ν. Κιτρομηλίδη. Ως εκ τούτου, το θέμα το ανέλαβε ιδιώτης επιδότης, ο οποίος, σύμφωνα με σχετικές Ε/Δ στις οποίες προέβη στις 27/02/20, επέδωσε στις 25/02/20 στο σύζυγο της Στυλιανού, τις ειδοποιήσεις για τη τελευταία αλλά και το Ν. Κιτρομηλίδη, υπό την αιτιολογία ότι αυτός συνιστούσε σύζυγο της μιας και αδερφό του άλλου καθώς και ενήλικα συγκάτοικο και των δύο τους (Τεκ.4). Όταν στη συνέχεια δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση από τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνονταν οι πιο πάνω ειδοποιήσεις, η τράπεζα ετοίμασε στις 30/09/20 ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ, με τις οποίες ενημέρωνε όλα τα εν λόγω πρόσωπα ότι είχε καταστεί απαιτητό το συνολικό ενυπόθηκο ποσό των €85.430,08 και ότι θα προχωρούσε να εισπράξει το ποσό αυτό μέσω πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σε διαδικασία πλειστηριασμού, η οποία θα λάμβανε χώρα στις 26/02/21 και ώρα
  6. Οι εν λόγω ειδοποιήσεις στάληκαν με τον ίδιο τρόπο, ήτοι πρώτα με συστημένο ταχυδρομείο στις 30/09/20 και στη συνέχεια, όταν και πάλι μόνο ο Επίσημο Παραλήπτης παρέλαβε την ειδοποίηση που τον αφορούσε, με ιδιωτική επίδοση των ειδοποιήσεων που αφορούσαν τη Στυλιανού και το Ν. Κιτρομηλίδη, στο σύζυγο της πρώτης στις 05/11/20 (Τεκ.5). Αν και ούτε στις πιο πάνω ειδοποιήσεις υπήρξε οποιαδήποτε αντίδραση από πλευράς οποιουδήποτε εντούτοις, λόγω του ξεσπάσματος της πανδημίας του κορονοϊού και των μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση του, δεν κατέστη δυνατό να λάβει χώρα στις 26/02/21 ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός. Ως εκ τούτου, η τράπεζα αποφάσισε να προβεί σε προγραμματισμό νέας ημερομηνίας για τον πλειστηριασμό, οπόταν ετοίμασε στις 08/04/21 νέες σχετικές ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ, με το ίδιο ουσιαστικά περιεχόμενο με τις προηγούμενες και τις οποίες απέστειλε με τον ίδιο τρόπο όπως και πριν, στη Στυλιανού, στον Επίσημο Παραλήπτη και στο Ν. Κιτρομηλίδη. Στάληκαν δηλαδή πρώτα οι ειδοποιήσεις με συστημένο ταχυδρομείο στις 15/04/21 και στη συνέχεια, όταν οι Στυλιανού και ο Ν. Κιτρομηλίδης δεν τις παρέλαβαν, διενεργήθηκε ιδιωτική επίδοση σε σχέση με αυτούς στις 17/05/21 στο σύζυγο της πρώτης (Τεκ.6). Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων συνεπώς, καταλήγει η εφεσίβλητη, κανένας λόγος που προβάλλει η Στυλιανού δεν βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα για να οδηγήσει στην απόδοση των θεραπειών που η τελευταία ζητά. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, εφόσον δεν επιδιώχθηκε από καμία πλευρά να αντεξεταστούν οι αντίστοιχοι ομνύοντες επί των ενόρκων ισχυρισμών τους, η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από πλευράς των συνηγόρων των διαδίκων. Σημειώνω εδώ ότι στη δική του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Στυλιανού περιορίζεται μόνο στο να αναπτύξει τις θέσεις που προβάλλει η τελευταία αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό εσφαλμένο της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε από την τράπεζα και καμία επιχειρηματολογία δεν προβάλλεται αναφορικά με την κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικότητα του Μέρους VIA του Ν.9/
  7. Μάλιστα δε, η όλη επιχειρηματολογία του συνηγόρου ως προς την ακολουθητέα από την τράπεζα διαδικασία, εδράζεται στο πώς κατά το συνήγορο έχουν παραβιαστεί στην προκειμένη περίπτωση οι πρόνοιες του Ν.9/65 οι οποίες διασφαλίζουν αυτά ακριβώς τα συνταγματικά δικαιώματα που έχει ένας ενυπόθηκος οφειλέτης όπως η Στυλιανού. Υπενθυμίζω εδώ ότι είναι καλά εδραιωμένη στη νομολογία μας η αρχή ότι θέματα συνταγματικότητας δεν αποφασίζονται in abstractum αλλά μόνο αν αυτό είναι απόλυτα αναγκαίο για την έκβαση της υπόθεσης. Ακόμη όμως και τότε, εφόσον τα Δικαστήρια δεν διατυπώνουν κανόνα συνταγματικού δικαίου ο οποίος είναι ευρύτερος από ότι χρειάζεται από τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία θα εφαρμοσθεί (βλ. Βoard of Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640), ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται στην εμβέλεια της συγκεκριμένης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που καλείται να εξετάσει τα όσα θέματα εγείρονται. Αυτό γιατί διαφορετική επιβάλλεται να είναι η προσέγγιση ενός Δικαστηρίου που καλείται να εξετάσει μια inter partes διαφορά, όπου το κριτήριο του «αναγκαίου με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα» είναι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της διαδικασίας ελέγχου της συνταγματικότητας νομοθετικών προνοιών, από τη δικαιοδοσία που παρέχει το αρ.140 του Συντάγματος στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση των συνταγματικών του εξουσιών, όπου «αποκλειστικός σκοπός της δικαστικής αρμοδιότητας που παρέχεται από το άρθρο 140 είναι ο προληπτικός έλεγχος της συνταγματικότητας του κρινόμενου νόμου» (βλ. Πρόεδρος Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπροσώπων
(1993)3 ΑΑΔ 1). Θα πρέπει λοιπόν οι αμφισβητήσεις της συνταγματικότητας νόμων, όταν αυτές εγείρονται σε μια inter partes διαφορά, να διατυπώνονται με βεβαιότητα και με λεπτομέρεια στις γραπτές παραστάσεις, μέσω της αντιπαραβολής των άρθρων και αρχών του Συντάγματος και των προνοιών του νόμου οι οποίες κατ' ισχυρισμό συγκρούονται ή έρχονται σε αντίθεση με αυτές (βλ. Ψηλογένη ν Πάζαρου κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A914, Πολιτική Έφεση Αρ. 172/2012, 2/12/2014 και τις αναφορές που η εν λόγω απόφαση κάνει στις αυθεντίες The Improvement Board of Eylenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 CLR 167 και Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κα ν. Καραγιώργη κα
(1991)3 ΑΑΔ 159). Εφόσον λοιπόν με την παρούσα αίτηση αυτό που ουσιαστικά προβάλλεται να παραβιάζει συνταγματικά δικαιώματα είναι ο τρόπος με τον οποίο η τράπεζα εφάρμοσε τις πρόνοιες του Ν.9/65 και όχι αυτό καθ' αυτό το πεδίο εμβέλειας και εφαρμογής των εν λόγω προνοιών, διαπιστώνεται από αυτό το στάδιο ότι δεν παρέχεται το αναγκαίο έρεισμα για τη διενέργεια του αιτούμενου συνταγματικού ελέγχου. Αυτό γιατί υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και τα συγκεκριμένα παράπονα που προβάλλει η Στυλιανού, τέτοιος έλεγχος θα ήταν και πρόωρος αλλά και καθαρά υποθετικός, αν μη τι άλλο διότι σύμφωνα με την ίδια την τελευταία, αν οι επίμαχες πρόνοιες τηρούνταν σύμφωνα με την «πρόθεση του Νομοθέτη», τότε τα συνταγματικά της δικαιώματα δεν θα καταστρατηγούνταν αλλά θα διασφαλίζονταν. Καθίσταται λοιπόν άτοπη η ενασχόληση με θέματα συνταγματικότητας του Ν.9/65 και επομένως το θέμα δεν θα με απασχολήσει (βλ. Γεωργιάδης ν. Περί Εισπράξεως Φόρων Νόμος
(1995)1 ΑΑΔ 893, αποφάσεις Καλλή Δ. και Αρτεμίδη Δ. ως ήταν τότε στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Γεροσκήπου και Άλλος ν. Yπουργικού Συμβουλίου και Άλλης,
(1996)3 Α.Α.Δ. 389). Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω τα θέματα διαδικασίας που εγείρει η Στυλιανού. Επισημαίνω κατ' αρχή ότι δεν αμφισβητούνται από την εφεσίβλητη οι ισχυρισμοί της Στυλιανού ότι στις 17/05/21 επιδόθηκαν στο σύζυγο της οι επίδικες ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ σε σχέση με την ίδια και το Ν. Κιτρομηλίδη καθώς επίσης και το ότι δεν είχε επιδοθεί προηγουμένως ειδοποίηση τύπου Θ. Την ίδια στιγμή όμως, θα πρέπει να επισημανθεί και το ότι αν και στην αίτηση της η Στυλιανού επεφύλαξε το δικαίωμα της να αμφισβητήσει με συμπληρωματική Ε/Δ οποιοδήποτε ισχυρισμό της εφεσίβλητης θα έκρινε αναγκαίο να αμφισβητήσει, εντούτοις τίποτα τέτοιο δεν έπραξε και ούτε ζητήθηκε από πλευράς της να αντεξετάσει τον ομνύοντα της τελευταίας. Από τις εκατέρωθεν Ε/Δ λοιπόν, τα πιο κάτω προκύπτουν να συνιστούν μη αμφισβητούμενά και κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Η Στυλιανού είχε αναλάβει μαζί με το Ν. Κιτρομηλίδη όπως εγγυηθούν προσωπικά τις υποχρεώσεις που δύο εταιρείες όφειλαν απέναντι στην τράπεζα σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που είχαν παραχωρηθεί στις εν λόγω εταιρείες. Η Στυλιανού είχε επιπλέον συγκατατεθεί και όπως οι υποχρεώσεις αυτές των δύο εταιρειών που εγγυήθηκε, εξασφαλιστούν με εγγραφή υποθήκης επί ενός ακινήτου της για το ποσό των 25000ΛΚ (€42.715,04) πλέον τόκους, ήτοι της υποθήκης Υ3562/95. Στην πορεία η τράπεζα οδήγησε στο Δικαστήριο τις υποχρεώσεις των δύο εταιρειών αλλά και των εγγυητών τους, ήτοι της Στυλιανού και του Ν. Κιτρομηλίδη, όπου σε τρεις χωριστές υποθέσεις αποφασίστηκε, με τη σύμφωνο γνώμη και συγκατάθεση της Στυλιανού, ότι τουλάχιστο αυτή, όφειλε να πληρώσει στην τράπεζα το συνολικό ποσό των 109,149.24ΛΚ (€186.644,20) πλέον τόκους από το 1998 και έξοδα και ότι το ενυπόθηκο ακίνητο της έπρεπε να πωληθεί ώστε να εισπραχτεί το χρέος της προς την τράπεζα. Σύμφωνα με την τράπεζα, για τα επόμενα 18 χρόνια, το εξ αποφάσεως χρέος που όφειλε η Στυλιανού και τα άλλα πρόσωπα παρέμεινε ανεξόφλητο και κανένας περί του αντιθέτου ισχυρισμός δεν προβάλλεται από πλευράς της τελευταίας, η οποία εν πάσει περιπτώσει δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το συγκεκριμένο χρέος της. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχω παραγνωρίσει ότι στην επίδικη ειδοποίηση τύπου ΙΑ δεν αναφέρεται οτιδήποτε σε σχέση με τις προαναφερόμενες δικαστικές αποφάσεις, όμως τόσο το φερόμενο ως οφειλόμενο ποσό που αναφέρεται στην εν λόγω ειδοποίηση όσο και το ενυπόθηκο ακίνητο της Στυλιανού, «συνδέθηκαν» με τις συγκεκριμένες αποφάσεις μέσω της μαρτυρίας της εφεσίβλητης και η Στυλιανού επέλεξε να μην προβάλει οποιαδήποτε θέση περί αυτού του θέματος. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα λοιπόν κάμνω ανάλογα ευρήματα. Η εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι επιδιώκει την σκοπούμενη εκποίηση της υποθήκης, τόσο στα πλαίσια των δικαιωμάτων της ως ενυπόθηκος δανειστής, όσο και ως εξ' αποφάσεως πιστωτής που έχει εξασφαλίσει σχετικό δικαστικό διάταγμα προς το σκοπό αυτό. Όντως, το αρ. 44Α
(1)του Ν.9/65 επιτρέπει στην τράπεζα, και πλέον στην εφεσίβλητη, να θεωρεί υπό τις ανωτέρω περιστάσεις ότι έχει ένα τέτοιο δικαίωμα εκποίησης της υποθήκης XXXXX/95, εφόσον «.οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.(και). η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου. δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.». Η διαδικασία συνεπώς που έπρεπε να ακολουθήσει η τράπεζα ώστε να ενεργοποιήσει και να προωθήσει δεόντως τη διαδικασία εκποίησης με βάση το Μέρος VIA του Ν.9/65, είναι, σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες η εξής: 44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των διατάξεων του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή προς οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος: Νοείται ότι η αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» πραγματοποιείται μόνο μία φορά: Νοείται περαιτέρω ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή εάν υπάρχει κατατεθειμένη αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI.
(3). 44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος δανειστής στην περίπτωση που είναι αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή αγοραστής κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, εφεξής καλούμενος «αγοραστής», αρνήθηκε να προσέλθει και/ή δεν προσήλθε ως όφειλε, σε διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων. (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση.
(4)(α) Ουδεμία διάταξη του παρόντος Νόμου εμποδίζει το χρεώστη ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, . να υποβάλει αίτηση (ex parte) σε αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αναστολής της σκοπούμενης πώλησης.. 44Δ.-
(1)..
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής επιδίδει ειδοποίηση στον ενυπόθηκο οφειλέτη, κατά τον Τύπο «ΙΒ» του Δεύτερου Παραρτήματος, η οποία δύναται να επιδίδεται είτε πριν από είτε μετά από είτε ταυτόχρονα με την ειδοποίηση κατά τον Τύπο «ΙΑ», αναφέροντας σε αυτήν ότι εντός δέκα
(10)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης θα προχωρήσει στο διορισμό εκτιμητή:.» Σημειώνω εδώ μέχρι τις 12/06/20 που θεσπίστηκε ο τροποποιητικός Ν. 61(Ι)/20, η προθεσμία που έπρεπε μέσω της ειδοποίησης Ι να δώσει ο ενυπόθηκος δανειστής στον οφειλέτη για σκοπούς εξόφλησης του χρέους του, ήταν, σύμφωνα με τις τότε πρόνοιες του αρ.44Γ, οι τριάντα μέρες. Μετά τις 12/06/20, η εν λόγω προθεσμία αυξήθηκε στις 45 μέρες ως αναφέρεται πιο πάνω. Σημειώνω επίσης ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ.44ΙΕ του Νόμου, η «επίδοση» των διαφόρων σχετικών ειδοποιήσεων και εγγράφων που επιβάλλεται να γίνει από πλευράς ενυπόθηκου δανειστή, «.σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης.». Αντιπαραβάλλοντας τώρα τις πιο πάνω πρόνοιες στα γεγονότα της παρούσας, επισημαίνω τα εξής. Κατά πρώτο, εφόσον το χρέος που επεδίωξε να εισπράξει η τράπεζα με την εκποίηση της υποθήκης και το οποίο χρέος επιδιώκει τώρα να το εισπράξει με τον ίδιο τρόπο η εφεσίβλητη, προέρχεται από δικαστική απόφαση, δεν υπήρχε καμία θέσμια υποχρέωση να σταλεί στους οφειλέτες η ειδοποίηση τύπου Θ[1]. Κατά δεύτερο, έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι από πλευράς Στυλιανού οι ισχυρισμοί της εφεσίβλητης, οι οποίοι ισχυρισμοί υποστηρίχτηκαν και με τη σχετική έγγραφη μαρτυρία, ότι σε σχέση τουλάχιστο με αυτή, τη Στυλιανού δηλαδή, είχε επιχειρηθεί αρχικά όπως οι ειδοποιήσεις Ι και ΙΑ σταλούν με συστημένο ταχυδρομείο στη δοθείσα και τελευταία γνωστή διεύθυνση της και ότι όταν αυτό δεν κατέστη εφικτό, αμφότερες οι εν λόγω ειδοποιήσεις επιδόθηκαν στο σύζυγο της. Ομοίως αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη όμως παρέμεινε και η μαρτυρία της εφεσίβλητης αναφορικά με το ότι όσον αφορά τις πρωτοφειλέτιδες του χρέους, η μια εταιρεία έπαυσε να υφίσταται από το 2014 και επομένως δεν τίθετο θέμα να της επιδοθεί οτιδήποτε ενώ για την άλλη, ο Επίσημος Παραλήπτης έλαβε δεόντως όλες τις ειδοποιήσεις ως εκκαθαριστής της. Η πάνω αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της εφεσίβλητης συνεπώς, η οποία υποστηρίχθηκε και με την αναγκαία έγγραφη μαρτυρία, γίνεται πλήρως αποδεκτή και στη βάση της προβαίνω σε περαιτέρω ανάλογα ευρήματα. Υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων μου, οι ισχυρισμοί της Στυλιανού ότι η τράπεζα δεν της έστειλε καθόλου ειδοποίηση τύπου Ι, ότι δεν προσπάθησε να της στείλει με συστημένο ταχυδρομείο την ειδοποίηση ΙΑ προτού την επιδόσει στο σύζυγο της και ότι δεν έστειλε καμία ειδοποίηση στους πρωτοφειλέτες του χρέους, κρίνονται πλήρως ανεδαφικοί και απορρίπτονται. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω αφ' ενός ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου[2], αν δεν καταστεί εφικτό να παραληφθούν με συστημένο ταχυδρομείο οι ειδοποιήσεις που αποστέλλονται σε κάποιο πρόσωπο, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να τις επιδόσει «με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας», και αφ' ετέρου ότι είναι αποδεκτό από πλευράς Στυλιανού ότι ο σύζυγος της συνιστά ενήλικα συγκάτοικο της. Εφόσον λοιπόν οι Θεσμοί καθιστούν καλή την επίδοση που γίνεται αναφορικά με κάποιο πρόσωπο όταν αυτή γίνει σε ενήλικα που συγκατοικεί με το εν λόγω πρόσωπο, και αυτό χωρίς να χρειάζεται διάταγμα Δικαστηρίου[3], η επίδοση των ειδοποιήσεων Ι και ΙΑ στο σύζυγο της Στυλιανού μετά που δεν κατέστη εφικτό να σταλούν στην τελευταία οι εν λόγω ειδοποιήσεις με συστημένο ταχυδρομείο, κρίνεται και θεμιτή αλλά και δικαιολογημένη. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι τόσο από πραγματικής όσο και από νομικής σκοπιάς, στο βαθμό που η διαδικασία εκποίησης αφορά τη Στυλιανού ως ενυπόθηκο οφειλέτη χρέους, η τράπεζα έστειλε δεόντως σ' εκείνη αλλά και στους πρωτοφειλέτες του χρέους, όλες τις ειδοποιήσεις που έπρεπε σύμφωνα με το Νόμο να σταλούν ώστε να μπορέσει να ενεργοποιηθεί και να προωθηθεί η εκεί προβλεπόμενη διαδικασία εκποίησης της υποθήκης που βαραίνει το ακίνητο της. Πρόσθετα όμως των ανωτέρω, λαμβανομένου υπόψη αφ' ενός του περιεχομένου όλων των ειδοποιήσεων που στάληκαν και επιδόθηκαν στη Στυλιανού, και αφ' ετέρου της έμμεσης αλλά σαφούς αναγνώρισης από πλευράς τελευταίας ότι είχε αντιληφθεί από την ειδοποίηση ΙΑ που έλαβε ο σύζυγος της, ότι επιχειρείτο να εισπραχθεί χρέος εταιριών το οποίο αυτή είχε εξασφαλίσει τόσο με προσωπική εγγύηση όσο και με την ακίνητη ιδιοκτησία της, τα παράπονα της Στυλιανού ως προς το ότι δεν της έγινε έγκαιρα ή καθόλου η ορθή και προβλεπόμενη ενημέρωση για το εν λόγω χρέος, κρίνονται αβάσιμα. Άλλωστε, με τις ειδοποιήσεις που έστειλε η τράπεζα, οι οποίες ειδοποιήσεις υπενθυμίζω και επισημαίνω, υπογράφονταν από την τελευταία αλλά ήταν και σε επιστολόχαρτο της, καθίστατο ρητό και ξεκάθαρο ότι είχε γίνει απαιτητό από την τράπεζα το ποσό των €85.430,08 το οποίο συνιστούσε το διπλάσιο του ποσού που εξασφαλιζόταν με την Υποθήκη XXXXX/95 και το οποίο δεν επιβαρυνόταν πλέον με οποιουσδήποτε τόκους ή έξοδα, προφανώς διότι επρόκειτο για χρέος που αποκρυσταλλώθηκε πριν το 1999, ότι το συνολικό χρέος που εξασφαλιζόταν με την εν λόγω υποθήκη ανέρχετο στις €500.000 περίπου και προέκυπτε από τρεις χωριστές δικαστικές αποφάσεις για τις οποίες δίνονταν λεπτομέρειες και ότι πρωτοφειλέτες του εν λόγω χρέους ήταν δύο συγκεκριμένες εταιρείες οι οποίες κατονομάζονταν ρητά. Καμία λοιπόν άλλη ενημέρωση δεν χρειαζόταν η Στυλιανού για να μπορέσει να ενεργήσει, αν ήθελε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας ώστε να εξοφλήσει το χρέος της και να εξαλείψει την υποθήκη που βάραινε το ακίνητο της ως εξασφάλιση του εν λόγω χρέους. Το αναφέρω τούτο επισημαίνοντας ταυτόχρονα και ότι ο ίδιος ο Νόμος που επικαλείται η Στυλιανού για να στηρίξει τη θέση της ότι το πνεύμα του Νομοθέτη είναι όπως ο οφειλέτης ενημερωθεί δεόντως και έγκαιρα για το χρέος του ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να το εξοφλήσει και να αποφύγει την εκποίηση, εξαιρεί ρητά το δανειστή, όταν αυτός είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, από την υποχρέωση να στείλει προηγουμένως στον εξ αποφάσεως οφειλέτη, ειδοποίηση τύπου Θ ώστε να τον ενημερώσει για την υπερημερία του χρέους και τον κίνδυνο εκποίησης του ακινήτου που το εξασφαλίζει. Αυτό προφανώς διότι συνεπεία των αρχών που διασφαλίζουν το κύρος και την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, τις οποίες αρχές ο Νομοθέτης του Ν.9/65 δεν ήθελε να «ενοχλήσει», ο εξ αποφάσεως οφειλέτης τεκμαίρεται αλλά και αναμένεται ότι γνώριζε για την εναντίον του δικαστική απόφαση αλλά και για την υποχρέωση του να συμμορφωθεί με αυτή, ιδιαίτερα όταν, όπως στην περίπτωση της Στυλιανού, η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στην παρουσία και με τη σύμφωνο γνώμη του. Των πιο πάνω λεχθέντων, το μόνο ζήτημα που παραμένει να εξεταστεί είναι το παράπονο της Στυλιανού ότι δεν ενημερώθηκε δεόντως για την σκοπούμενη πώληση ο άλλος εγγυητής του χρέους που αυτή οφείλει, ήτοι ο Ν. Κιτρομηλίδης. Επί αυτού του θέματος σημειώνω τα εξής. Θα συμφωνήσω κατ' αρχή με τη θέση της εφεσίβλητης ότι, εφόσον η παρούσα αίτηση υποβάλλεται αποκλειστικά από τη Στυλιανού, δεν τίθεται θέμα να εξεταστούν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τρίτων προσώπων και δη τρίτων προσώπων που δεν λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία. Άλλωστε, αν η Στυλιανού ήθελε, για τους λόγους που θα θεωρούσε αυτή αναγκαίους, να καταστήσει τα συμφέροντα και δικαιώματα τρίτων προσώπων ως μέρος της παρούσας διαδικασίας, θα έπρεπε να συμπεριλάβει τα πρόσωπα αυτά ως διάδικους στην αίτηση της και ακολούθως να τους την επιδόσει, κάτι όμως που ουδέποτε έπραξε. Με άλλα λόγια, στην παρούσα διαδικασία δεν μπορούν να εξεταστούν τα συμφέροντα και τα δικαιώματα του Ν. Κιτρομηλίδη αλλά μόνο το αν και πώς έχουν επηρεαστεί τα δικαιώματα της Στυλιανού, από το γεγονός ότι η τράπεζα επέλεξε στο τέλος να επιδώσει στο σύζυγο της και τις ειδοποιήσεις Ι και ΙΑ που αφορούσαν το Ν. Κιτρομηλίδη. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι οι ενέργειες της τράπεζας σε σχέση με το Ν. Κιτρομηλίδη δεν έχουν επηρεάσει καθόλου τα δικαιώματα της Στυλιανού ως ενυπόθηκος οφειλέτης του χρέους που επιδιώκεται να εισπραχθεί μέσω της σκοπούμενης εκποίησης της υποθήκης που βαραίνει το ακίνητο της. Εξηγώ. Κατά πρώτο, πέραν από μια γενική και αόριστη αναφορά στην Ε/Δ της Στυλιανού ότι «δεν έχουν ενημερωθεί όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα» συνεπεία της κατ' ισχυρισμό εσφαλμένης επίδοσης για το Ν. Κιτρομηλίδη, τίποτε άλλο δεν προβάλλεται από πλευράς της πρώτης αναφορικά με το πώς είναι που επηρεάζονται, αν επηρεάζονται, από πραγματικής τουλάχιστο σκοπιάς, τα δικαιώματα της λόγω του ότι ο Ν. Κιτρομηλίδης δεν ενημερώθηκε δεόντως για τον πλειστηριασμό. Η απλή επίκληση της αναφοράς του Νόμου στο ότι «ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο» τις ειδοποιήσεις για τον προτιθέμενο πλειστηριασμό, χωρίς οτιδήποτε άλλο που να υποδηλοί πώς μια τέτοια παράλειψη θεμελιώνει υπό τις περιστάσεις βάσιμο λόγο ακύρωσης της διαδικασίας από πλευράς ενυπόθηκου οφειλέτη, δεν αρκεί, και το λέω τούτο υπενθυμίζοντας την αρχή ότι τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν θεωρητικά θέματα, ούτε δικάζουν επί ματαίω και για ακαδημαϊκούς σκοπούς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1176, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εταιρείας Ρέϊνμποου Πλήτσιγκ και Ντάϊγκ Κο Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2055 και Khalil Farhan και άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2214). Κατά δεύτερο, ο μόνος που έχει συμφέρον στο ακίνητο που βαρύνεται με την Υποθήκη η οποία επιχειρείται να εκποιηθεί, είναι η Στυλιανού, η οποία, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, έχει δεόντως ενημερωθεί για τον επικείμενο πλειστηριασμό. Κατά τρίτο, ο σκοπός αλλά και το αποτέλεσμα μιας ενδεχόμενης πώλησης του ακινήτου της Στυλιανού μέσω του προτιθέμενου πλειστηριασμού, είναι όπως το χρέος που οφείλει η τελευταία αλλά και ο Ν. Κιτρομηλίδης μειωθεί με την πίστωση του προϊόντος πώλησης. Εκ πρώτης όψεως δηλαδή, φαίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του Ν. Κιτρομηλίδη να γίνει η εκποίηση της υποθήκης 3562/95 λόγω της ιδιότητας που αυτός έχει ως εγγυητής αλλά και συνοφειλέτης του χρέους που οφείλει και η Στυλιανού. Τυχόν ακύρωση συνεπώς της διαδικασίας εκποίησης της υποθήκης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας που καταχώρησε η Στυλιανού, και δη στην απουσία του Ν. Κιτρομηλίδη, θα συνεπάγεται εμμέσως πλην σαφώς την απώλεια της «προστασίας» που ο τελευταίος απολαμβάνει συνεπεία της μερικής εξασφάλισης του χρέους του από υποθήκη και τη συνέχιση της υποχρέωσης του να εξοφλήσει προσωπικά ολόκληρο το χρέος που εγγυήθηκε. Και το αναφέρω τούτο μη παραγνωρίζοντας και το ότι αν ο οποιοσδήποτε εκ των εγγυητών εξοφλήσει ο ίδιος το χρέος του πρωτοφειλέτη ή μέρος αυτού, τότε ο εν λόγω εγγυητής, ενδεχομένως να δικαιούται να στραφεί εναντίον τόσο του πρωτοφειλέτη όσο και των άλλων εγγυητών και συνοφειλετών του για να ανακτήσει τα χρήματα που κατέβαλε, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για χρέος που οφείλεται αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Με άλλα λόγια, αυτό που ουσιαστικά ζητά η Στυλιανού με την παρούσα αίτηση είναι να διασφαλιστούν τα δικαιώματα της ως ενυπόθηκου εγγυητή χρέους, με εξισορρόπηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που υφίστανται, όχι μεταξύ εγγυητή και πρωτοφειλέτη, αλλά μεταξύ συνεγγυητών, και δη συνεγγυητών που δεν λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία. Μάλιστα δε, στην ουσία η Στυλιανού ζητά όπως μην υποστεί τις συνέπειες της δικής της επιλογής να εξασφαλίσει χρέος με την ακίνητη ιδιοκτησία της (βλ. LOUCAS PANAYIOTOU ESTATES LTD κ.α. ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε203/2013, 11/9/2019[4]), ισχυριζόμενη ότι δεν ενημερώθηκε ο συνεγγυητής της να προσέλθει να εξοφλήσει εκείνος το χρέος ώστε να απαλλαχτεί το δικό της ακίνητο. Με κάθε σεβασμό όμως, δεν θεωρώ ότι είναι αυτό που είχε υπόψη του ο Νομοθέτης με την αναφορά στο Νόμο σε ενημέρωση όλων των επηρεαζόμενων προσώπων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, κρίνω ότι κανένας εκ των λόγων που προβάλλει η Στυλιανού με την παρούσα αίτηση δεν δύναται να οδηγήσει σε απόδοση των θεραπειών που αυτή ζητά. Η αίτηση-έφεση συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εφεσίβλητης καθ' ης η αίτηση και εναντίον της εφεσείουσας αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 44Β
(2)«.Νοείται περαιτέρω ότι δεν υπάρχει υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», εάν ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη.». [2] Αρ. 44ΙΕ [3] Δ.5 Θ.2 [4] «.Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.