← Κύπρος

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. RADU, Αρ. Ειδικού Μητρώου: 10/20, 31/8/2021

ΘΕΟΔΩΡΟΥ ν. RADU, Αρ. Ειδικού Μητρώου: 10/20, 31/8/2021 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2021:A436 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ Αρ. Ειδικού Μητρώου: 10/20 Μεταξύ: XXXXX ΘΕΟΔΩΡΟΥ Ενάγοντας και XXXXX RADU Εναγόμενη -------------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 30/06/21 για παραμερισμό της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου ημερ. 05/03/21) Ημερομηνία: 31 Αυγούστου 2021 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη / Αιτήτρια: κα Χ. Κωνσταντίνου για Kampouri & Gialeli LLC Για Ενάγοντα / Καθ' ου η Αίτηση: κ. Σ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 24/09/20 ο ενάγοντας καταχώρησε την Αίτηση Ε97/20 στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων (ΔΕΕ) αξιώνοντας αφ' ενός διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η εναγόμενη να του παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή μιας οικίας στο Πέρα Χωριό η οποία ισχυρίζεται ότι του ανήκει και αφ' ετέρου €7000 ως οφειλόμενα ενοίκια για την περίοδο Αυγούστου 2019 - Σεπτεμβρίου 2020, ήτοι €500 για κάθε μήνα της εν λόγω περιόδου. Με την ίδια αίτηση ενάγοντας αξίωνε από την εναγόμενη και το ποσό των €500 μηνιαίως για κάθε μήνα από το Σεπτέμβριο 2020 μέχρι παράδοσης της οικίας σε αυτόν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που ο ενάγοντας δικογράφησε στην εν λόγω αίτηση, αυτός, ως ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης κατοικίας, είχε συνάψει προφορική συμφωνία με την εναγόμενη την 01/09/11 για ενοικίαση της συγκεκριμένης κατοικίας έναντι μηνιαίου ενοικίου €

  1. Σε κάποιο στάδιο όμως και συγκεκριμένα από τον Αύγουστο 2019, ισχυρίστηκε ο ενάγοντας, η εναγόμενη άρχισε να μην του καταβάλλει το συμφωνηθέν ενοίκιο με αποτέλεσμα αυτός να απαιτήσει γραπτώς σε δύο περιπτώσεις, 05/06/20 και 24/07/20, τόσο την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών όσο και την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας. Όταν δεν υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από πλευράς εναγόμενης, τότε καταχωρήθηκε η προαναφερόμενη Αίτηση Ε97/20 εφόσον κατά την τότε αντίληψη του ενάγοντα, η περίπτωση ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του ΔΕΕ. Σύμφωνα με Ε/Δ ιδιώτη επιδότη ημερ. 05/10/20 που καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης, η Αίτηση φέρεται, σύμφωνα με τον εν λόγω επιδότη, να επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη στις 03/10/20, έναντι της υπογραφής της καθώς πλήρους αναγραφής του ονόματος της με λατινικούς χαρακτήρες, στη διεύθυνση που βρίσκεται η επίμαχη κατοικία και στην οποία διεύθυνση η τελευταία, σύμφωνα με τον ενάγοντα, διέμενε τότε. Στη συνέχεια, επειδή δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε εμφάνιση από πλευράς εναγόμενης εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από την περί Ενοικιοστασίου νομοθεσία, ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον της. Η εν λόγω αίτηση τέθηκε ενώπιον του ΔΕΕ στις 23/10/20 όμως το τελευταίο, μετά που ζήτησε διάφορες διευκρινίσεις από τον τότε συνήγορο του ενάγοντα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης εφόσον το Πέρα Χωρίο Νήσου στο οποίο βρίσκεται η επίμαχη κατοικία που φερόταν να είχε ενοικιαστεί, δεν βρίσκεται εντός των ελεγχόμενων περιοχών που εμπίπτουν στο δικαιοδοτικό του έλεγχο. Παρέπεμψε συνεπώς το ΔΕΕ την υπόθεση δυνάμει του αρ. 64Α Ν.14/60 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αφού ολοκληρώθηκαν τα σχετικά με την παραπομπή διαδικαστικά διαβήματα και η υπόθεση καταχωρήθηκε στο ειδικό μητρώο πολιτικών αγωγών λαμβάνοντας τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, ο ενάγοντας καταχώρησε στις 10/02/21 νέα αίτηση γι' απόφαση εναντίον της εναγόμενης εφόσον η τελευταία εξακολουθούσε να μην έχει καταχωρήσει εμφάνιση από τις 03/10/20 που φερόταν να της είχε επιδοθεί η υπόθεση. Η πιο πάνω αίτηση υποστηρίχθηκε από Ε/Δ του ενάγοντα ο οποίος επανέλαβε ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του και προς επίρρωση αυτών επεσύναψε στην αίτηση του τον τίτλο ιδιοκτησίας της κατοικίας και τις δύο επιστολές - απαίτηση ημερ. 05/06/20 και 24/07/20, τις οποίες, σύμφωνα με σχετικές Ε/Δ από ιδιώτη επιδότη, επέδωσε προσωπικά στην εναγόμενη στη Νήσου στις 24/06/20 και 29/08/20 αντίστοιχα, την πρώτη άνευ της υπογραφής της εφόσον αυτή αρνήθηκε να υπογράψει για την παραλαβή, τη δεύτερη όμως έναντι της υπογραφής της. Η αδελφή Δικαστής που επιλήφθηκε της αίτησης στις 05/03/21, έκρινε, κατόπιν κάποιων διευκρινίσεων που ζήτησε και έλαβε από την πλευρά του ενάγοντα, ότι δικαιολογείτο η έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου και εναντίον της εναγόμενης και προχώρησε και εξέδωσε σχετική απόφαση ως απαίτηση, ήτοι διάταγμα έξωσης της εναγόμενης και απόφαση για €7000 πλέον τόκο από 24/09/
  2. Με την ίδια απόφαση δε, δηλώθηκε, ως ήταν και μέρος της απαίτησης του ενάγοντα, ότι η προφορική συμφωνία ενοικίασης που υφίστατο με την εναγόμενη, είχε νομίμως και δεόντως τερματιστεί από τον ενάγοντα «.με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 24.7.2020 η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη.». Με νέα μονομερή αίτηση που καταχώρησε στη συνέχεια ο ενάγοντας και συγκεκριμένα στις 07/04/21, ζητήθηκε όπως το Δικαστήριο δώσει άδεια για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής (writ of possession) της επίμαχης κατοικίας. Κατά τον ενάγοντα, η απόφαση της 05/03/21 είχε επιδοθεί στην εναγόμενη στις 20/03/21 πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να συμμορφωθεί με το εκεί προβλεπόμενο διάταγμα έξωσης της. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε από τον Πρωτοκολλητείο για πρώτη φορά στις 19/05/
  3. Εν τω μεταξύ, στις 15/04/21 η εναγόμενη καταχώρησε μέσω δικηγόρου αίτηση με την οποία ζητούσε την άδεια του Δικαστηρίου όπως επιτραπεί σε ιδιώτη γραφολόγο που θα διόριζε, να εξετάσει την υπογραφή που φερόταν να είχε τοποθετηθεί ως δική της υπογραφή επί του κατ' ισχυρισμό επιδοθέν σε αυτή στις 03/10/20 αντιγράφου της Αίτησης Ε97/20, το οποίο επισυναπτόταν στην Ε/Δ του ιδιώτη επιδότη ημερ. 05/10/
  4. Κατά την εναγόμενη, η οποία ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την εναντίον της διαδικασία όταν στις 20/03/21 της επιδόθηκε η απόφαση που είχε εκδοθεί στην απουσία της στις 05/03/21, η υπογραφή που παρουσιάστηκε από τον επιδότη να βεβαιώνει την κατ' ισχυρισμό προσωπική επίδοση που της έγινε στις 03/10/20 δεν είναι δική της αλλά προϊόν πλαστογραφίας. Η αίτηση της εναγόμενης αντιμετώπισε διάφορους προβληματισμούς του Δικαστηρίου, εν τέλει όμως η αδελφή Δικαστής που της επιλαμβανόταν την ενέκρινε στις 11/06/
  5. Στο μεσοδιάστημα όμως και συγκεκριμένα στις 19/05/21, είχε εγκριθεί και η αίτηση που είχε καταχωρήσει ο ενάγοντας στις 07/04/21, βάση της οποίας εκδόθηκε και δόθηκε προς εκτέλεση ένταλμα ανάκτησης της κατοχής της επίμαχης κατοικίας από την εναγόμενη. Στις 30/06/21 η εναγόμενη καταχώρησε δύο αιτήσεις. Την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία της στις 05/03/21 και μία μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσε την προσωρινή αναστολή τόσο της εκτέλεσης της απόφασης της 05/03/21 όσο και του εντάλματος ανάκτησης κατοχής που είχε εκδοθεί στις 19/05/
  6. Σημειώνω εδώ ότι στις 22/06/21 είχε προηγηθεί άλλη ενδιάμεση αίτηση της εναγόμενης για αναστολή, η οποία όμως, εφόσον δεν είχε ενταχθεί, ως έπρεπε, σε κάποιο γενικότερο πλαίσιο, π.χ. αίτησης παραμερισμού, δεν φαίνεται να προωθήθηκε. Η μονομερής λοιπόν αίτηση της εναγόμενης ημερ. 30/06/21 για αναστολή, τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 05/07/21 λόγω προσωρινής τότε απουσίας της φυσικού Δικαστή της υπόθεσης. Αξιολογώντας τα όσα δεδομένα είχαν τεθεί τότε ενώπιον μου, έκρινα ότι δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής εκτέλεσης του εκδοθέντος εντάλματος ανάκτησης κατοχής μέχρι την εκδίκαση της «κυρίως» αίτησης παραμερισμού και εξέδωσα την ίδια μέρα ανάλογο διάταγμα υπό τον όρο ότι η εναγόμενη θα υπέγραφε σχετική εγγύηση. Επειδή η ημερομηνία που ορίστηκε επιστρεπτέο το προσωρινό διάταγμα ενέπιπτε μεν εντός των θερινών διακοπών αλλά εντός της περιόδου που θα συνεδρίαζε το παρόν Δικαστήριο και επειδή η φυσικός Δικαστής της υπόθεσης θα απουσίαζε κατά την εν λόγω ημερομηνία, δόθηκε άδεια από το Διοικητικό Πρόεδρο όπως της υπόθεσης της επιληφθεί το παρόν Δικαστήριο. Ακολούθως, κατά τις εμφανίσεις των δύο πλευρών, συμφωνήθηκε όπως άνευ βλάβης των εκατέρωθεν ισχυρισμών, δοθούν, και δόθηκαν, οδηγίες για σύντομη εκδίκαση της «κυρίως» αίτησης παραμερισμού και όπως μέχρι την αποπεράτωση της εν λόγω αίτησης, συνεχίσει να παραμένει υπό αναστολή το ένταλμα κατοχής. Συνοψίζω πιο κάτω τις αντίστοιχες θέσεις που προβάλλουν οι διάδικοι για σκοπούς ης αίτησης παραμερισμού της απόφασης ημερ. 05/03/
  7. Η εναγόμενη λοιπόν, της οποίας η Ε/Δ είναι στην ρουμάνικη γλώσσα, ήτοι τη μητρική της γλώσσα, διότι, ως είναι ο ισχυρισμός της, δεν γνωρίζει να διαβάζει ή να γράφει ελληνικά παρά μόνο να τα μιλά, ισχυρίζεται ότι, αντίθετα με το τι ορκίστηκε ο ιδιώτης επιδότης του ενάγοντα στις 05/10/20, την Ε/Δ του οποίου επισυνάπτει στη δική της Ε/Δ ως τεκμήριο, η εναντίον της διαδικασία, η οποία άρχισε με την αίτηση Ε97/20, δεν της επιδόθηκε στις 03/10/20 ως ορκίστηκε ο επιδότης και ούτε γνώριζε οτιδήποτε περί αυτής πριν τις 20/03/21 που της επιδόθηκε η απόφαση της 05/03/
  8. Σύμφωνα με την εναγόμενη, μόλις της επιδόθηκε προσωπικά στις 20/03/21 η εναντίον της απόφαση, αυτή επικοινώνησε με τη δικηγόρο της, η οποία της εξήγησε ότι ο λόγος που εκδόθηκε η απόφαση ήταν διότι δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία μετά που, σύμφωνα με τον επιδότη του ενάγοντα, της επιδόθηκε προσωπικά η υπόθεση στις 03/10/21 έναντι της υπογραφής της. Επειδή όμως η ίδια αρνείται ότι έλαβαν χώρα όσα ορκίστηκε ο επιδότης, περιλαμβανομένης και της από μέρους της υπογραφής του αντιγράφου της διαδικασίας, η δικηγόρος της προχώρησε με την καταχώρηση της αίτησης της 15/04/21 και ακολούθως το θέμα της φερόμενης υπογραφής της στο αντίγραφο της αίτησης Ε97/20, δόθηκε για εξέταση στον ιδιώτη γραφολόγο Α. Παναγιώτου. Ο τελευταίος, αφού εξέτασε επιστημονικά την εν λόγω υπογραφή, συγκρίνοντας την μεταξύ άλλων και με δείγματα υπογραφής που του έδωσε η εναγόμενη αλλά και με ένα πρωτότυπο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 02/08/11 που η εναγόμενη είχε υπογράψει και το οποίο βρισκόταν κατατεθειμένο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο, ετοίμασε στις 29/06/21 σχετική έκθεση με τα συμπεράσματα του, την οποία έκθεση η εναγόμενη επεσύναψε ως Τεκ.3 στην παρούσα αίτηση που καταχώρησε την επόμενη μέρα. Σημειώνω εδώ ότι στην έκθεση Παναγιώτου, ο τελευταίος, αφού παραθέτει τα διάφορα προσόντα του, μεταξύ των οποίων ο διορισμός του από το Υπουργικό Συμβούλιο ως Δικαστικός Γραφολόγος, καθώς επίσης και τη μεθοδολογία που ακολούθησε κατά την εξέταση της επίδικης υπογραφής και ονόματος που παρουσιάζεται στο τεκμήριο που επισυνάφθηκε στην Ε/Δ του ιδιώτη επιδότη ημερ. 05/10/20, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, «.τόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή όσο και η γραφή στο όνομα XXXXX δεν είναι γνήσια υπογραφή μήτε γνήσια γραφή της XXXXX RADU. Πρόκειται κατά τη γνώμη μου σε προσπάθεια αντιγραφής ή αποτίμησης της γνήσια υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της.». Επί των πραγματικών τώρα γεγονότων που περιβάλλουν τη διαφορά της με τον ενάγοντα, η εναγόμενη ισχυρίστηκε τα εξής στην Ε/Δ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση: «.Ως φαίνεται η παρούσα Αίτηση και με στοιχεία τα οποία παρουσίασε ο Ενάγοντας/Αιτητής, η επίδικη κατοικία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του. Τεχνηέντως o Ενάγοντας παραλείπει να αναφέρει προς το Σεβαστό Δικαστήριο ότι η επίδικη κατοικία ήταν δικής μου ιδιοκτησίας, την οποία ο Ενάγοντας με ψευδείς παραστάσεις και/ή με δόλιο τρόπο εξασφάλισε από εμένα. Επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4, αντίγραφο Τίτλου Ιδιοκτησίας της επίδικης οικίας, η οποία ως φαίνεται ήτο επ' ονόματι μου.Σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα θέλω να αναφέρω ότι τον Ενάγοντα / Αιτητή γνωρίζω, από το έτος 2011 τον οποίο μου σύστησε ένας οικογενειακός μου φίλος ονόματι Παρασκευάς. Την χρονική εκείνη περίοδο, είχα πολλά οικονομικά προβλήματα τα οποία δεν μου επέτρεπαν να μπορώ να αποπληρώνω το οικιστικό μου δάνειο. Ο Ενάγοντας/ Καθ' ου η Αίτηση κ. XXXXX Θεοδώρου, προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει να αποπληρώσω το δάνειο μου, με τον οποίο και έκανα προφορική συμφωνία η οποία προνοούσε, την αποπληρωμή του δανείου μου με δόσεις από τον ίδιο, τον οποίο θα αποπλήρωνα εγώ σταδιακά σε κατοπινό στάδιο. Περί το έτος 2013 εργοδοτήθηκα από τον Ενάγοντα ο οποίος διατηρούσε χώρο εστίασης και παρασκευής γρήγορου φαγητού. Έχοντας συμφωνήσει μεταξύ μας την αποκοπή του ποσού που αποπλήρωνε δια λογαριασμό μου στην Τράπεζα Κύπρου εργάστηκα κοντά του για περίπου 8 χρόνια. Στην ουσία εργαζόμουν διπλές βάρδιες με σκοπό την αποπληρωμή του ποσού που ως με ενημέρωνε ο Ενάγοντας πλήρωνε δια λογαριασμό μου. Να σημειώσω ότι από την εκτελεσθείσα εργασία μου, ελάμβανα πολύ εξευτελιστικά ποσά σε αναλογία των ωραρίων εργασίας μου και τούτο γιατί ως ισχυρίζετο απέκοπτε τα ποσά τα οποία έδιδε στο δάνειο μου. Στην ουσία δήλωνε στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι με πλήρωνε €400 μηνιαίως, ενώ στην πραγματικότητα μου έδιδε €200,00 μηνιαίως, ενώ οι ώρες εργασίας μου δικαιολογούσαν μισθό που ως με είχε ενημερώσει ο ίδιος, ανερχόταν στο ποσό των €1000 μηνιαίως, δηλαδή από την εργασία μου και με βάση την προφορική συμφωνία που είχα με τον Ενάγοντα — Καθ' ου η Αίτηση, πλήρωνα μέσω του στο οικιστικό δάνειο, το ποσό των €800 μηνιαίως για περίοδο 2 ετών. Το υπόλοιπο ποσό το πίστωνε στην αποπληρωμή του δανείου μου..Να σημειώσω ότι, στην αρχή της γνωριμίας μου με τον Ενάγοντα μου ζήτησε να υπογράψω ένα έγγραφο ως ισχυρίστηκε σε μένα, ήταν Πληρεξούσιο το οποίο έδιδε την συγκατάθεση μου στον ίδιο να εμφανιστεί στην Τράπεζα για να διευθετήσει το δάνειο μου. Στη πραγματικότητα το έγγραφο αυτό ως φάνηκε στην συνέχεια ήταν Πληρεξούσιο στο οποίο του έδιδα συγκατάθεση να μεταβιβάσει επ' ονόματι του την οικία μου η οποία βρίσκεται επί της οδού XXXXX 3, XXXXX, Λευκωσία, κάτι το οποίο ουδέποτε είχε συμφωνηθεί. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι το δάνειο αποπληρώθηκε πλήρως από τον ίδιο με αποτέλεσμα να αποδεσμευτεί από την Υποθήκη. Ακολούθως, με το Πληρεξούσιο το οποίο με ψευδείς παραστάσεις και με δόλιο τρόπο με ξεγέλασε και υπέγραψα, μεταβίβασε την οικία μου επ' ονόματι του. Τούτο διαπίστωσα όταν η Δικηγόρος μου μαζί με τον γραφολόγο K, XXXXX Παναγιώτου, επισκέφτηκαν για έρευνα του φακέλου, το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, στις 09/04/2021..Κατ' επέκταση, ο Ενάγοντα με ξεγέλασε και δολίως και/ή παράνομα μεταβίβασε την οικία μου στο όνομα του.» Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών της λοιπόν, η εναγόμενη, η οποία υποστηρίζει ότι καμία ολιγωρία δεν επέδειξε στην καταχώρηση του υπό κρίση αιτήματος, καταλήγει ότι δικαιούται στον αιτούμενο παραμερισμό αφού η διαδικασία δεν της επιδόθηκε ποτέ και αφού έχει λάβει χώρα δόλος και απάτη εναντίον της. Στην αντιπέρα όχθη ο ενάγοντας, με τριάντα συνολικά λόγους οι οποίοι περιστρέφονται τόσο γύρω από τις νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού της παρούσας φύσης όσο και το ιστορικό της υπόθεσης, υποστηρίζει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Εν συντομία η εκδοχή του ενάγοντα έχει ως εξής. Η εναγόμενη ενημερώθηκε δεόντως και επανειλημμένα για όλες τις εναντίον της διαδικασίες, τόσο γραπτώς όσο και προφορικά. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, πριν την καταχώρηση της αίτησης Ε97/20, είχαν επιδοθεί στην εναγόμενη δύο επιστολές - απαιτήσεις ως αναφέρθηκε στην προηγούμενη μαρτυρία του, ακολούθως, ως ορκίστηκε ο ιδιώτης επιδότης στις 05/10/21, της επιδόθηκε στις 03/10/21 προσωπικά και έναντι της υπογραφής της η αίτηση Ε97/20, την ίδια στιγμή η αίτηση αυτή είχε τεθεί υπόψη της και προφορικά κατόπιν σχετικής ενημέρωσης που της έδωσε ο ίδιος ο ενάγοντας, στη συνέχεια της επιδόθηκε προσωπικά στις 20/03/21 η απόφαση που εκδόθηκε στις 05/03/21 και τέλος, όπως επιβεβαιώνει και ο δικαστικός επιδότης που ανέλαβε να εκτελέσει το ένταλμα κατοχής (Τεκ.3), της επιδόθηκε προσωπικά και ειδοποίηση περί του εν λόγω εντάλματος στις 08/06/21 (Τεκ.4). Η εναγόμενη όμως, υποστηρίζει ο ενάγοντας, παρόλες αυτές τις ειδοποιήσεις που λάμβανε, ουδέποτε έδειξε οποιαδήποτε πρόθεση να σεβαστεί τα δικαιώματα του ιδίου και αποφάσισε για πρώτη φορά να αντιδράσει στις 30/06/21, ήτοι με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και αυτό τη στιγμή που εκείνος, ο ενάγοντας δηλαδή, στερείται εδώ και δύο χρόνια της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι παραδεκτό ότι είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι του ως ο ιδιοκτήτης της (Τεκ.2). Σημειώνω εδώ ότι το γεγονός της επίδοσης ειδοποίησης για την εκτέλεση του εντάλματος ημερ. 19/05/21 στην εναγόμενη προσωπικά στις 07/06/21, το επιβεβαιώνει και ο αρμόδιος δικαστικός επιδότης μέσω Ε/Δ που καταχώρησε στο φάκελο της υπόθεσης στις 16/06/21 για να ενημερώσει το Δικαστήριο ότι επέδωσε μεν την εν λόγω ειδοποίηση στην εναγόμενη προσωπικά στη διεύθυνση της στο Πέρα Χωριό Νήσου, πλην όμως όταν επιχείρησε στην παρουσία του ενάγοντα να εκτελέσει το ένταλμα στις 15/06/21 ως αναφερόταν στην ειδοποίηση, αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει διότι δεν μπορούσε να εντοπιστεί κάποιο πρόσωπο εντός της επίμαχης κατοικίας. Όσον αφορά την έκθεση Παναγιώτου και των συμπερασμάτων που εκεί καταγράφονται, ο ενάγοντας υποστηρίζει ότι η εν λόγω αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί εφόσον δεν περιβλήθηκε ποτέ από τη μαρτυρία του ίδιου του Παναγιώτου, ,αν μη τι άλλο ώστε να δοθεί η ευκαιρία να ζητηθεί η αντεξέταση του τελευταίου. Σε κάθε περίπτωση όμως, υποστηρίζει ο ενάγοντας, η εν λόγω έκθεση δεν μπορεί να οδηγήσει σε επιτυχία την παρούσα αίτηση και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν προέβη σε καμία καταγγελία στην Αστυνομία, ούτε και καταχώρησε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία, σε σχέση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει στα πλαίσια της παρούσας αίτησης της και ιδιαίτερα σε σχέση με τον ισχυρισμό της ότι «έχασε» την οικία της από τον ενάγοντα κατόπιν δόλου και απάτης. Άλλωστε, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, αυτός είναι που πλήρωσε το τίμημα αγοράς της επίμαχης κατοικίας εξ' ου και ενεγράφη στο όνομα του. Κατά τον ενάγοντα λοιπόν, είναι φανερό ότι όλοι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης περί άγνοιας της για την εναντίον της διαδικασία και περί δήθεν προηγούμενης εξαπάτησης της είναι εκ των υστέρων κατασκευάσματα της, τα οποία αποσκοπούν μόνο στο να καταφέρει να αποφύγει τις υποχρεώσεις της και να εμποδίσει και να καθυστερήσει την τελεσιδικία της επιτυχίας του ενάγοντα. Υπό αυτή την έννοια δε, υποστηρίζει ο τελευταίος, η παρούσα αίτηση αλλά κι η γενικότερη συμπεριφορά της ενάγουσας θα πρέπει να θεωρηθεί και ως κατάχρηση της διαδικασίας. Εφόσον δεν ζητήθηκε από καμία πλευρά η αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου (βλ. HOSSAN v. Γ. & Χ. ΛΑΜΨΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E134/2014, 21/4/2021), η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία αμφότερων των ευπάιδευτων συνηγόρων των διαδίκων, την οποία συνοψίζω πιο κάτω. Στη γραπτή της αγόρευση, η πλευρά της εναγόμενης, υποστήριξε ότι η λεπτομέρεια που κατ' εκείνη χαρακτηρίζει τη μαρτυρία που προσκόμισε η εναγόμενη και ιδιαίτερα την επιστημονική μαρτυρία του Παναγιώτου η οποία δεν αντικρούστηκε με ανάλογου βαρύτητας μαρτυρία, σε αντιδιαστολή με τη μαρτυρία του ενάγοντα, την οποία χαρακτήρισε ως γενική και αόριστη, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης της 05/03/21 ώστε να απονεμηθεί πραγματικά η δικαιοσύνη. Στον αντίποδα, ο κ. Στυλιανού υποστήριξε στη δική του προφορική αγόρευση ότι όχι μόνο η εναγόμενη δεν αποκαλύπτει να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης, αν μη τι άλλο διότι δέχεται ότι είναι ο ενάγοντας που κατέβαλε εξ ολοκλήρου το τίμημα αγοράς της κατοικίας η οποία ενεγράφη στο όνομα του και στην οποία αυτή διαμένει χωρίς να καταβάλλει οποιαδήποτε αποζημίωση, αλλά και ότι δεν αντικρούστηκε επαρκώς και καθόλου η άμεση μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη που ορκίστηκε ότι προέβη ο ίδιος σε προσωπική επίδοση της διαδικασίας στην εναγόμενη στις 03/10/
  9. Τα στοιχεία αυτά, υποστήριξε ο συνήγορος, σε συνδυασμό με τα όσα άλλα αναντίλεκτα δεδομένα παρουσιάστηκαν αναφορικά με την ενημέρωση που τύγχανε συνεχώς η εναγόμενη, καταδεικνύουν ότι η παρούσα διαδικασία είναι και καταχρηστική αλλά και υπόκειται σε απόρριψη επί της ουσίας της. Εξέτασα με προσοχή λοιπόν τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης δυνάμει της Δ.17 είναι γνωστές και δύναται να συνοψισθούν στο ότι για να πετύχει μια αίτηση παραμερισμού, ο εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο, εκ πρώτης όψεως βέβαια, ότι έχει καλή ή συζητήσιμη υπεράσπιση και ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, παράγοντες οι οποίοι είναι σωρευτικοί και εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο εξέτασης μιας αίτησης για παραμερισμό, της αρχής, δηλαδή, να υπάρχει οριστική λήξη της αντιδικίας το συντομότερο δυνατό («interest repuplicae ut sit finis litium») και από την άλλη να μην αποστερείται διάδικος με ευκολία της δυνατότητας να ακουστεί (βλ. JURGEN κ.α. v. ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014, 1/6/2020 και ΚΟΤΣΩΝΗΣ ν. ΔΗΜΟΣ ΓΕΡΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 254/2013, 31/10/2019). Ο όρος καλή υπεράσπιση δε, ο οποίος έχει νομολογηθεί να συνιστά «πρωταρχικό παράγοντα» που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, σημαίνει υπεράσπιση που «ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας.είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη» και η οποία δεν κρίνεται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης να είναι απλά επιφανειακή (βλ. KAMENEVA v. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (ΠΡΩΗΝ) CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD (ΠΡΩΗΝ) MARFIN POPULAR BANK PUBLIC LTD, Πολιτική Έφεση Αρ Ε102/2015, 29/3/2021 και ΚΑΛΛΙΣΙΗΣ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ (ΤΜΗΜΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΥΔΑΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε207/2014, 11/9/2020 καθώς και τη νομολογία στην οποία οι εν λόγω αυθεντίες παραπέμπουν). Ο αιτητής θα πρέπει επίσης να μην έχει επιδείξει αδικαιολόγητη καθυστέρηση αναγόμενη σε περιφρόνηση του δικαστηρίου στην υποβολή της αίτησης του για παραμερισμό, εφόσον όταν η συμπεριφορά του διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να αρνείται την επαναφορά (βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε66/2014, 12/4/2019, Mερκή Zήνωνας ν. Yiannoukas Holiday Inns Limited και Άλλου

(1994)1 ΑΑΔ 736 και Τσεσμελόγλου Κυριακή ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους
(2013)1 ΑΑΔ 64). Βεβαίως, η εγκυρότητα της διαδικασίας και ιδιαίτερα το νομότυπο της διαδικασίας επίδοσης μιας αγωγής, θέμα άμεσα συνδεδεμένο με τη μη εμφάνιση, είναι παράγοντας καθοριστικής σημασίας, εφόσον μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε ex debito justitiae παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, χωρίς να παρίσταται η ανάγκη να εξεταστούν θέματα μη εμφάνισης και καλής υπεράσπισης (βλ. μεταξύ άλλων ΗΛΙΑ ΜΑΝΩΛΗ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση Αρ. 413/11, 3/2/2017, I.O.A. v. A.D.A., Έφεση Αρ. 13/20, 24/3/2021, Γιωργαλλίδης Nικόλας ν. Xρυσόστομου Xρίστου (Tτόμη)
(1997)1 ΑΑΔ 247) και Τσεσμελόγλου ανωτέρω). Εφόσον ο βασικός ισχυρισμός που εγείρεται στην παρούσα περίπτωση σχετίζεται με τη θέση της εναγόμενης ότι η εναντίον της απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ex debito justitiae για τον λόγο ότι ουδέποτε της δόθηκε τέτοια ειδοποίηση ώστε να ενεργοποιηθεί, αφ' ενός η υποχρέωση της να εμφανιστεί στην αγωγή και αφ' ετέρου το δικαίωμα του ενάγοντα να πετύχει την έκδοση απόφασης εναντίον της χωρίς αυτή να ασκήσει το συνταγματικό της δικαίωμα να ακουστεί, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω μία σύνοψη των αρχών που πηγάζουν από τη νομολογία αναφορικά με την εξουσία παραμερισμού απόφασης ex debito justitiae. Αν και για το θέμα αυτό υπάρχουν σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντούτοις θα παραπέμψω μόνο σε κάποιες από τις πιο πρόσφατες σχετικές αποφάσεις, ήτοι στις CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED v. ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 245/18, 17/7/2020, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ ν. ΕΜΚΙΝ CONSULTING LTD κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 80/2018, 4/4/2019, Ηλία Μανώλη και HOSSAN ανωτέρω και MASLENIKOVA v. Μ. ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑ ΩΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ/ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ REALBACK MANAGEMENT LIMITED (ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ), Πολιτική Έφεση Αρ. Ε197/2019, 15/1/2021, στις οποίες παρατίθενται και εξηγούνται με περισσή επάρκεια οι αρχές που έχουν διαχρονικά εδραιωθεί από τη νομολογία αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Οι αρχές λοιπόν που συνάγονται από τις προαναφερθείσες αποφάσεις είναι ότι το κατά πόσο οι αιτητές είχαν γνώση της ημερομηνίας που ορίστηκε η υπόθεση τους είναι η αφετηρία αλλά και η ουσία του πράγματος (βλ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΟΥ) και διαδικασία που δεν επιδόθηκε και δεν περιήλθε σε γνώση του εναγομένου είναι άκυρη και όχι ακυρώσιμη, μη υποκείμενη σε θεραπεία ή νομιμοποίηση με οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη ή διάβημα οποιουδήποτε μέρους (βλ. Μανώλη και Maslenikova). Η ερήμην δε έκδοση απόφασης υπό αυτές τις συνθήκες συνιστά απόφαση που εδράζεται επί ανυπόστατου νομικά υποβάθρου και κατ' επέκταση είναι εξ υπαρχής άκυρη και μη δυνάμενη να διασωθεί, οπόταν και ο εναγόμενος νομιμοποιείται δικαιωματικά σε παραμερισμό της (βλ. Hossan, Μανώλη και Maslenikova). Για τον παραμερισμό αυτό δεν απαιτείται να ληφθεί προδιαγεγραμμένη ενέργεια ή συγκεκριμένο δικονομικό διάβημα αλλά ούτε και χρειάζεται να υποβληθεί αίτηση ή να γίνει επίκληση συγκεκριμένων δικονομικών προνοιών. Μάλιστα δε, μπορεί να μην υπάρχουν καν δικονομικές πρόνοιες που να καλύπτουν την συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED και την αναφορά που εκεί γίνεται στις Δημοκρατία ν. Πουλλή
(2001)3 ΑΑΔ και Τουβλοποιεία Παλαικύθρου ΓΙΓΑΣ ν. Ουστά (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 109. Αφ' ης στιγμής όμως τίθεται θέμα παραβίασης του θεμελιακού δικαιώματος της πρόσβασης στη δικαιοσύνη, το Δικαστήριο, ως «δικαστήριο της δικαιοσύνης» (court of law), έχει κάθε δυνατότητα, συμφυή εξουσία αλλά και καθήκον, να επιληφθεί του θέματος, ακόμη και αυτοβούλως, όχι για να αναθεωρήσει προηγούμενη απόφαση του, αλλά για να αναγνωρίσει και να διακηρύξει ότι η προηγούμενη απόφαση του είναι άκυρη ώστε να την παραμερίσει και να εκπληρώσει έτσι το οφειλόμενο προς τη δικαιοσύνη χρέος (βλ. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED), χωρίς να έχει σημασία η όποια καθυστέρηση έχει επιδείξει ο αιτητής ή να χρειάζεται να εξεταστεί το κατά πόσο ο τελευταίος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως μια καλή και συζητήσιμη υπόθεση επί της ουσίας της αγωγής (βλ. Hossan και Μανώλη, καθώς και την αναφορά γίνεται στην τελευταία στην υπόθεση Hewitson v. Fabre 21 Q.B.D. 6). Στα πιο πάνω προσθέτω και τα όσα λέχθηκαν στην πρόσφατη απόφαση ΠΕΡΑΤΙΚΟΥ v. ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 287/13, 16/6/2021 αναφορικά με τον τρόπο αλλά και τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας από το Δικαστήριο σε αιτήσεις αυτής της φύσης, ήτοι «.στην ολότητα της, αντιπαραβάλλοντας την όπου χρειάστηκε για να κατασταλάξει (αιτιολογημένως και ορθολογικώς) στην περί ης ο λόγος αξιολογική του κρίση.(και). στενώς και στοχευμένως επί του θέματος της επίδοσης της αγωγής, χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα περί της ουσίας της διαφοράς.» Με γνώμονα τα πιο πάνω λοιπόν, παρατηρώ τα εξής αναφορικά με την υπό κρίση περίπτωση. Η βασική διαφωνία των εδώ διαδίκων έγκειται στο κατά πόσο η διαδικασία είχε δεόντως επιδοθεί στην εναγόμενη στις 03/10/20 προσωπικά και έναντι της υπογραφής της, ως ο ιδιώτης επιδότης που ισχυρίστηκε ότι προέβη στην εν λόγω επίδοση ορκίστηκε ότι έγινε. Σημειώνω εδώ ότι αμφότεροι οι διάδικοι έχουν παραπέμψει και επικαλεστεί ως μέρος της μαρτυρίας τους τη συγκεκριμένη Ε/Δ του επιδότη ημερ.05/10/20, για να θεμελιώσουν και να υποστηρίξουν βεβαίως ο καθένας τους τη δική του θέση, η μεν εναγόμενη ότι δεν έγινε τέτοια επίδοση και ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή της, ο δε ενάγοντας ότι η εν λόγω επίδοση έγινε νόμιμα και νομότυπα. Εφόσον λοιπόν η βασική διαφωνία των διαδίκων άπτεται της εγκυρότητας της εκκαλούμενης απόφασης της 05/03/21, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει στο σύνολο της την ενώπιον του προσκομισθείσα μαρτυρία, στον νομολογιακά επιτρεπόμενο βέβαια βαθμό (βλ. Περατικού ανωτέρω), ώστε να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο η εναγόμενη έλαβε ή όχι γνώση της διαδικασίας στις 03/10/21 (βλ. Hossan ανωτέρω). Επί του προκειμένου, το δικαστικό έργο της αξιολόγησης θα γίνει στη βάση των εκ διαμέτρου αντίθετων Ε/Δ των μερών (βλ. μεταξύ άλλων Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 (Β) Α.Α.Δ. 1044) και με γνώμονα τόσο το γεγονός ότι κανένα πρόσωπο δεν αντεξετάστηκε επί οποιουδήποτε θέματος όσο και του ότι «.δεν υφίσταται άκαμπτος κανόνας ότι πρέπει ατέγκτως να εξάγονται ή να συνάγονται (στην κάθε περίπτωση), δυσμενή συμπεράσματα (οποιασδήποτε μορφής), εξαιτίας της παράλειψης διαδίκου να αντεξετάσει. Η μη αντεξέταση μαρτύρων δεν υποδηλοί πως η μαρτυρία των μαρτύρων αυτών γίνεται άνευ ετέρου αποδεκτή στη μορφή που παρουσιάζεται. Μηδέ και απολήγει σε εξαγωγή ανάλογων ευρημάτων, χωρίς αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τουναντίον, το Δικαστήριο - με την κάθε υπόθεση να κρίνεται στη βάση των γεγονότων και περιστάσεων της - αναμένεται (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), να αξιολογεί τις προβαλλόμενες εκδοχές και να καταλήγει στην κρίση του, συνυπολογίζοντας (κατά την αξιολογική βάσανο) και την όποια δυνητική επίδραση τής απουσίας αντεξέτασης, σταθμίζοντας (μεταξύ άλλων), το σύνολο των δικονομικών χειρισμών του αντεξετάζοντα, τους λόγους για τη μη αντεξέταση (στην έκταση που τούτοι μπορεί να αιτιολογήθηκαν ή και να ανακύπτουν από τα γεγονότα), τη φύση, το είδος και περιεχόμενο της μαρτυρίας τού μάρτυρα (αλλά και του μέρους εκείνου της μαρτυρίας του που δεν έτυχε αντεξέτασης), ως και πολλές άλλες μεταβλητές και γνώμονες που μπορεί (κατά περίπτωσιν), να έχουν τη δική τους αξία στην όλη δικαστική συνειρμική διεργασία και την προς τούτο ενάσκηση της παρεχόμενης διακριτικής ευχέρειας.» (βλ. Περατικού ανωτέρω) Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς, επισημαίνω κατ' αρχή ότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι η Ε/Δ επίδοσης της 05/10/11 δημιουργεί ένα ισχυρό εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι η διαδικασία είχε δεόντως επιδοθεί στην εναγόμενη προσωπικά στις 03/10/20 έναντι της υπογραφής της. Άλλωστε, η εν λόγω Ε/Δ παρουσιάζεται να συνιστά ένορκη μαρτυρία πρωτογενούς μάλιστα φύσης, από ένα ανεξάρτητο πρόσωπο, το οποίο θεωρείται ως λειτουργός του Δικαστηρίου, επιφορτισμένο από το Νόμο με την εξουσία αλλά και το καθήκον διενέργειας επιδόσεων δικαστικών εγγράφων βάσει των προνοιών της Δ.5Β (βλ. μεταξύ άλλων την Ανακοίνωση του Ανωτάτου Δικαστηρίου για πρόσληψη ιδιωτών επιδοτών που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της 08/11/13, Αρ.4728, Τμήμα Α, σελ.727). Αυτή δε η ιδιαίτερη χροιά που περιβάλλει την ένορκη μαρτυρία ενός επιδότη είναι και που εναποθέτει στο διάδικο που ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε ποτέ το έγγραφο που ο επιδότης ορκίστηκε ότι του επέδωσε, καθήκον όχι μόνο να αμφισβητήσει απλά τη συγκεκριμένη μαρτυρία του επιδότη αλλά και να την αμφισβητήσει σε τέτοιο ικανοποιητικό βαθμό ώστε να την κλονίσει και να την εκθεμελιώσει. Το πιο πάνω καθήκον της η εναγόμενη επέλεξε να το εκπληρώσει προσκομίζοντας την έκθεση Παναγιώτου, ήτοι του εμπειρογνώμονα γραφολόγου που διόρισε για να εξετάσει την υπογραφή που παρουσιάζεται να τέθηκε στο αντίγραφο της διαδικασίας που σύμφωνα με τον ιδιώτη επιδότη επιδόθηκε σε αυτή στις 03/10/21. Σίγουρα, ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε η εναγόμενη να αμφισβητήσει την ένορκη και φερόμενη ως πρωτογενή μαρτυρία του επιδότη συγκαταλέγεται στους ενδεδειγμένους για το σκοπό αυτό τρόπους. Το ερώτημα όμως είναι αν αυτή η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Παναγιώτου είναι αρκετή για να κλονίσει το ισχυρό εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα που εξάγεται από την Ε/Δ επίδοσης. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω τις αρχές που διέπουν τη μαρτυρία ενός πραγματογνώμονα. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, είναι θεωρώ άκρως κατατοπιστικό. «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες ως προς την απόδειξη. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης. Ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του. (Βλ. Vassilico Cement Works v. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CUR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie ν. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1.) Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. Δεν είναι επιτρεπτή η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας με στόχο την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος στο οποίο αναφέρεται επειδή εκείνος που μεταφέρει την πληροφορία στο Δικαστήριο είναι πραγματογνώμονας (Βλ. Republic v. Chacholiades
(1980)1 CLR 481). Όσο και αν είναι δυνατό να αναφερθεί ο πραγματογνώμονας σε υποθετική κατάσταση πραγμάτων ή σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση προκειμένου να στηρίξει τους συλλογισμούς του, αυτή η αναφορά δεν εισάγεται για να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για την ύπαρξή τους. Η διάκριση μεταξύ της πρωτογενούς μαρτυρίας που είναι επιτρεπτή και της εξ ακοής μαρτυρίας που είναι ανεπίτρεπτη, έχει να κάμει με την φύση της μαρτυρίας σε συνάρτηση, όμως, και προς το σκοπό για τον οποίο προσάγεται. Έτσι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis (ανωτέρω), η μαρτυρία του πραγματογνώμονα εισάγεται υπό την αίρεση της απόδειξης του πραγματικού της υπόβαθρου με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ακολουθεί πως η αποτυχία απόδειξης αυτού του υπόβαθρου με αποδεκτή μαρτυρία, θα αφήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα μετέωρη και χωρίς αξία.» Σημειώνω εδώ ότι αν και η πιο πάνω υπόθεση είχε αποφασιστεί πριν την τροποποίηση του Κεφ.9 όταν και πλέον κατέστη αποδεκτή η εξ' ακοής μαρτυρία, οι αρχές που αναφέρονται εκεί ότι περιβάλλουν τη μαρτυρία πραγματογνώμονα εξακολουθούν μέχρι σήμερα να ισχύουν. Σημειώνω επίσης και το ότι ο πραγματογνώμονας δεν μπορεί να αντικαταστήσει και ούτε αντικαθιστά τη κρίση του Δικαστηρίου, το οποίο άλλωστε δεν δεσμεύεται αλλά ούτε και υποχρεούται να ακολουθήσει τη γνώμη του πραγματογνώμονα (βλ. Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Παπαχριστοφόρου Ευριπίδης Φίλιππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 ΑΑΔ 488 και Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97) Ποια είναι λοιπόν η ουσία της έκθεσης Παναγιώτου η οποία συνιστά και το βασικό άξονα επί του οποίου επιχειρείται να κλονιστεί η κατά τ' άλλα σημαντικής βαρύτητας ένορκη μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη; Σύμφωνα με την έκθεση Παναγιώτου, ο τελευταίος, ως ειδικός γραφολόγος, αντιπαρέβαλε την υπογραφή που παρουσιάζεται στο αντίγραφο της διαδικασίας που ο επιδότης ισχυρίστηκε ότι επέδωσε στην εναγόμενη στις 03/10/20, με διάφορα δείγματα υπογραφών που του έδωσε η τελευταία καθώς επίσης και με ένα πληρεξούσιο έγγραφο που είχε υπογράψει η εναγόμενη και το οποίο ήταν κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Μέσω αυτής της επιστημονικής διεργασίας, ο Παναγιώτου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «.τόσο η αμφισβητούμενη υπογραφή όσο και η γραφή στο όνομα XXXXX δεν είναι γνήσια υπογραφή μήτε γνήσια γραφή της XXXXX RADU. Πρόκειται κατά τη γνώμη μου σε προσπάθεια αντιγραφής ή αποτίμησης της γνήσια υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της.». Βεβαίως, το πιο πάνω συμπέρασμα του Παναγιώτου πρόκειται, όπως αναφέρει η νομολογία αλλά και ο ίδιος ο Παναγιώτου, απλά περί μιας γνώμης, επιστημονικής βέβαια, και όχι περί μαρτυρίας γεγονότων για τα οποία ο Παναγιώτου προφανώς και δεν έχει προσωπική γνώση. Αφ' ης στιγμής λοιπόν η επιστημονική γνώμη του Παναγιώτου είναι ότι η συγκεκριμένη υπογραφή στο έντυπο που παρουσίασε ο επιδότης με την Ε/Δ του ημερ. 05/10/20 φαίνεται να συνιστά «.προσπάθεια αντιγραφής ή αποτίμησης της γνήσια υπογραφής της από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της.», η εξακρίβωση των πραγματικών συνθηκών κάτω από τις οποίες τέθηκε η συγκεκριμένη υπογραφή αποκτά βαρύνουσα πλέον σημασία για το βασικό υπό εξέταση ζήτημα. Αυτό γιατί, όπως αναφέρεται και στην σχετική νομολογία, για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να αξιοποιηθεί η επιστημονική γνώμη για το σκοπό που προσκομίστηκε, που στην προκειμένη περίπτωση είναι να κλονιστεί το εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα της ΄παρουσιαζόμενης ως πρωτογενούς μαρτυρίας του επιδότη, η γνώμη αυτή θα πρέπει και να συνδεθεί αλλά και να συναρτηθεί με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, αν μη τι άλλο διότι ο πραγματογνώμονας μπορεί μεν να προβεί σε υποθέσεις ως προς τα γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση, όμως το υποθετικό πραγματικό υπόβαθρο της γνώμης του θα πρέπει να αποδειχτεί με τον τρόπο που αποδεικνύεται κάθε άλλο γεγονός. Ποιες είναι λοιπόν οι πραγματικές συνθήκες που παρουσιάζονται από την προσκομισθείσα μαρτυρία να περιβάλλουν τη φερόμενη επίδοση της 03/10/20; Κατά πρώτο, η εναγόμενη δεν έχει αμφισβητήσει ότι κατά το χρόνο της φερόμενης επίδοσης αυτή όντως διέμενε στη συγκεκριμένη διεύθυνση που ορκίστηκε ο επιδότης ότι την εντόπισε στις 03/10/20. Μάλιστα δε, το γεγονός αυτό επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια και από την Ε/Δ του δικαστικού επιδότη ο οποίος εφτά μήνες αργότερα ανέλαβε να εκτελέσει το ένταλμα κατοχής και επέδωσε στην εναγόμενη προσωπικά και στην ίδια διεύθυνση τη σχετική ειδοποίηση. Και σίγουρα δεν θα μπορούσε εδώ να αγνοηθεί ούτε και το γεγονός ότι κανένας ισχυρισμός δεν τέθηκε από πλευράς εναγόμενης ως προς το ότι αυτή δεν μπορούσε να εντοπιστεί στη συγκεκριμένη διεύθυνση στις 03/10/20. Υπενθυμίζω και επισημαίνω εδώ ότι η «.νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις.» (βλ Jurgen και Maslenikova ανωτέρω καθώς επίσης και Iason Travel & Tours Ltd n. L. Pashias Travel Ltd
(2013)1 Α.Α.Δ. 402) και Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774) Κατά δεύτερο, η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι ο ίδιος επιδότης που ορκίστηκε ότι της επέδωσε τη διαδικασία στις 03/10/20, της είχε επιδόσει σε δύο ξεχωριστές περιπτώσεις στο παρελθόν, ήτοι στις επιδόσεις 24/06/20 και 29/08/20, και τις σχετικές με τη διαδικασία επιστολές - απαιτήσεις που της έστειλε τότε ο ενάγοντας. Μάλιστα δε, η μία εξ' αυτών των επιδόσεων αποτέλεσε και ρητό μέρος της απόφασης που εκδόθηκε στις 05/03/21 - «.η προφορική συμφωνία.για ενοικίαση.έχει τερματιστεί νομίμως και δεόντως από τον ενάγοντα με την επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 24.7.2020 η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη.». Δεν επρόκειτο δηλαδή για μια τυπική επίδοση που θα μπορούσε να αγνοηθεί από πλευράς εναγόμενης αλλά για ένα σημαντικό για την ουσία της υπόθεσης γεγονός, το οποίο είναι βέβαια άρρηκτα συνδεδεμένο και με το αξιόπιστο της υπό κρίση μαρτυρίας του επιδότη, αν μη τι άλλο διότι καταδεικνύει το λιγότερο ότι κατά το χρόνο της υπό εξέταση επίδοσης, ο συγκεκριμένος επιδότης είχε γνώση και για το ποια ήταν η εναγόμενη αλλά και για το που μπορούσε να την εντοπίσει. Και σημειώνω επιπρόσθετα εδώ ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να υποδηλοί ότι δεν ήταν ο ίδιος ο επιδότης που φέρεται να υπογράφει στο τεκμήριο της εναγόμενης ότι της επέδωσε στις 20/03/21, ως είναι παραδεκτό από την ίδια, και την επίμαχη απόφαση της 05/03/
  1. Ούτε όμως θα μπορούσε να αγνοηθεί για σκοπούς εξέτασης του αξιόπιστου της μαρτυρίας του συγκεκριμένου επιδότη αλλά και του γνήσιου των προθέσεων του, και το γεγονός ότι όταν η εναγόμενη αρνήθηκε να υπογράψει για την επίδοση που της έγινε της μίας εκ των δύο επιστολών του ενάγοντα, η άρνηση της αυτή δεν αποκρύφτηκε από τον επιδότη αλλά αντίθετα καταγράφηκε πλήρως στη σχετική Ε/Δ του, ως άλλωστε ήταν αναμενόμενο αλλά και επιβαλλόμενο να γίνει από ένα ανεξάρτητο λειτουργό του Δικαστηρίου. Τέλος, ουδόλως επιδιώχθηκε να αντεξεταστεί ο επιδότης επί των συνθηκών κάτω από τις οποίες φέρεται να έγινε η επίδοση της 03/10/20, αν μη τι άλλο ώστε να του τεθεί για το δικό του σχολιασμό, το υποθετικό γεγονός επί του οποίου βάσισε την ουσία της γνώμης του ο Παναγιώτου, ήτοι ότι η υπογραφή στο αντίγραφο της διαδικασίας τέθηκε από κάποιο πρόσωπο, άλλο από την εναγόμενη, το οποίο όμως «.γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της.». Και σίγουρα δεν θα μπορούσε εδώ να αγνοηθεί ότι ούτε από πλευράς εναγόμενης τέθηκε οποιοσδήποτε τέτοιος ισχυρισμός, ήτοι μπορούσε να εντοπιστεί, στη διεύθυνση της τουλάχιστο, κάποιο πρόσωπο που «.γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της.». Κοντολογίς, ενώ η όλη επί του προκειμένου εκδοχή της εναγόμενης βασίστηκε στην επιστημονική γνώμη που εξέφρασε ο Παναγιώτου, εντούτοις η εν λόγω γνώμη δεν επιχειρήθηκε να συνδεθεί ή να συναρτηθεί με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να παραμείνει μέχρι τέλους μετέωρη και εδραζόμενη επί ενός καθαρά υποθετικού υπόβαθρου γεγονότων. Και υπενθυμίζω εδώ ότι με βάση τα αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα γεγονότα που αναφέρω ανωτέρω, ο συγκεκριμένος επιδότης του οποίου η αξιοπιστία επιχειρήθηκε εμμέσως πλην σαφώς να πληγεί μέσω της έκθεσης Παναγιώτου, όχι μόνο γνώριζε από πριν τις 03/10/20 για το ποια ήταν η εναγόμενη και πού μπορούσε να την εντοπίσει αλλά και είχε ήδη επιδόσει στην τελευταία στη συγκεκριμένη διεύθυνση διάφορα άλλα σχετικά έγγραφα τουλάχιστο δύο φορές στο παρελθόν. Την ίδια στιγμή, τίποτα δεν έχει παρουσιαστεί από πλευράς εναγόμενης που να υποδηλοί είτε ότι ο εν λόγω επιδότης υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα ώστε να εξυπηρετήσει τον ενάγοντα, είτε ότι δέχτηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, να παραβεί το καθήκον του και να δεχτεί όπως του υπογράψει για την επίδοση άλλο από εκείνη πρόσωπο και δη πρόσωπο το οποίο «.γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή της.» εναγόμενης. Και βεβαίως, αν η θέση της εναγόμενης είναι ότι είναι ο επιδότης που πλαστογράφησε την υπογραφή της, τότε όχι μόνο έπρεπε μια τέτοια θέση να τεθεί στον τελευταίο μέσω αντεξέτασης αλλά έπρεπε και να υποστηριχτεί με κάποιας μορφής σχετική μαρτυρία, πλην όμως τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, θεωρώ σκόπιμο όπως για σκοπούς πληρότητας του έργου της αξιολόγησης αναφέρω και το εξής. Όπως προανέφερα, για την επιστημονική διεργασία του ο Παναγιώτου χρησιμοποίησε διάφορα έγγραφα και δείγματα υπογραφής που του έδωσε η εναγόμενη. Για άγνωστο όμως λόγο ο Παναγιώτου δεν εξέτασε τα έγγραφα που η εναγόμενη δεν αμφισβητεί ότι της επιδόθηκαν προσωπικά έναντι της υπογραφής της και τα οποία ήταν όχι μόνο άμεσα σχετικά με την υπόθεση αλλά και εναντίον των συμφερόντων της, όπως ήταν π.χ. οι επιστολές του ενάγοντα που της επιδόθηκαν από το συγκεκριμένο επιδότη στις 24/06/20 και 29/08/20 αντίστοιχα, για μία εκ των οποίων μάλιστα έγινε και ρητή μνεία στην απόφαση της 05/03/21, η ίδια η απόφαση της 05/03/21 που της επιδόθηκε στις 20/03/21 και η ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη για την ανάκτηση κατοχής της κατοικίας που επίσης της επιδόθηκε προσωπικά και έναντι της υπογραφής της στις 08/06/
  2. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί ο Παναγιώτου αναφορικά με τα όσα αναφέρει στην έκθεση του όμως θα ήταν σίγουρα χρήσιμο για σκοπούς αξιολόγησης της γνώμης του αλλά και του επίδικου ζητήματος γενικότερα, αν η γνησιότητα της αμφισβητούμενης υπογραφής εξεταζόταν και υπό το φως των υπογραφών που έθεσε η εναγόμενη σε έγγραφα που άπτονταν άμεσα της διαδικασίας και τα οποία δεν τη σύμφεραν. Άλλωστε, όπως εύλογα σχολίασε ως ΠΕΔ και ο Μαλαχτός Δ στην υπόθεση HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. GMPMIRROR HOMES LTD, Αρ.Αγωγής: 1439/2013, 27/4/2016 όπου ηγέρθηκαν παρόμοια ζητήματα με αυτά της παρούσας, το γεγονός «.ότι μια υπογραφή που αποδίδεται σε κάποιον δεν ταυτίζεται με την πραγματική του υπογραφή, μπορεί και να οφείλεται σε ενέργεια του ιδίου του προσώπου..». Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, κρίνω ότι ούτε με την έκθεση Παναγιώτου αλλά ούτε και με τα όσα άλλα έθεσε ενώπιον μου η εναγόμενη δεν έχει κλονιστεί ή εκθεμελιωθεί το εκ πρώτης όψεως ισχυρό συμπέρασμα που εξάγεται από την Ε/Δ του ιδιώτη επιδότη ημερ. 05/10/20 ως προς το ότι η διαδικασία είχε δεόντως και νομότυπα επιδοθεί στην εναγόμενη στις 03/10/20 και στη βάση αυτής της αξιόπιστης μαρτυρίας του επιδότη, προβαίνω σε ανάλογο εύρημα. Με την κατάρρευση του πιο πάνω βασικού ισχυρισμού της εναγόμενης το ερώτημα που τίθεται τώρα προς εξέταση είναι αν παρά ταύτα δικαιολογείται να διαταχθεί ο αιτούμενος παραμερισμός. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι κατά τη γνώμη μου αρνητική. Εξηγώ. Επί της ουσίας της υπόθεσης η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν ήταν ποτέ ενοικιαστής του ενάγοντα εφόσον η επίμαχη κατοικία ανήκε στην ίδια και ο τελευταίος της την απέσπασε με δόλιο τρόπο και ψευδείς παραστάσεις, ήτοι ξεγελώντας την κατά την υπογραφή του πληρεξουσίου της 02/08/
  3. Υπάρχουν όμως δύο βασικά σημεία που καθιστούν τρωτή αυτή την εκδοχή. Το πρώτο σημείο έγκειται στο γεγονός ότι όταν ο ενάγοντας της επέδωσε στις 29/08/20 τουλάχιστο, ήτοι πριν από ένα χρόνο περίπου, επιστολή με την οποία την αποκαλούσε ενοικιαστή της συγκεκριμένης κατοικίας και τον ίδιο ιδιοκτήτη της και την ενημέρωνε ότι έπρεπε να του καταβάλει τα ποσά που αυτός ισχυριζόταν ότι του οφείλονταν ως ενοίκια αλλιώς θα τερμάτιζε το κατ' ισχυρισμό δικαίωμα της σε κατοχή, αυτή ούτε αντέδρασε αλλά ούτε και πρόβαλε τον ισχυρισμό που προβάλλει τώρα. Σίγουρα, ακόμη και αν δεν μπορούσε να διαβάσει ελληνικά, ως ήταν ο ισχυρισμός της, η εναγόμενη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν αντιλήφθηκε τότε έστω την αναγκαιότητα να αποταθεί σε δικηγόρο, αν μη τι άλλο διότι έτσι είναι που ενήργησε όταν στη συνέχεια της επιδόθηκε η απόφαση της 05/03/21, η οποία ήταν επίσης συνταγμένη στον άγνωστο, κατ' εκείνη, γραπτό ελληνικό λόγο. Το δεύτερο σημείο έγκειται στο γεγονός ότι για τον επί του προκειμένου σοβαρό ισχυρισμό της αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη το συγκεκριμένο πληρεξούσιο, η εναγόμενη δεν φαίνεται να προέβη σε καμία καταγγελία στην Αστυνομία και το λέω τούτο επισημαίνοντας ταυτόχρονα και το γεγονός ότι η εναγόμενη δεν αμφισβήτησε το γεγονός που αναφέρεται επί του εν λόγω πληρεξουσίου, ότι η εκεί υπογραφή της τέθηκε στην παρουσία αρμόδιου κοινοτάρχη, ο οποίος πιστοποίησε την υπογραφή της ως προσώπου που του ήταν «προσωπικά γνωστή (τ)ου». Ούτε όμως και ενεργοποίησε η εναγόμενη οποιαδήποτε διαδικασία ακύρωσης της μεταβίβασης που έγινε δυνάμει του συγκεκριμένου πληρεξουσίου ώστε να αποκτήσει κάποιο ουσιαστικό σκοπό ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης. Σημειώνω εδώ ότι αν και κατά την τελική του αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγόμενης, απαντώντας στον επί του προκειμένου λόγω ένστασης του ενάγοντα, υποστήριξε ότι πρόθεση της εναγόμενης είναι όπως καταχωρήσει ανταπαίτηση για το συγκεκριμένο θέμα αν παραμεριστεί η απόφαση της 05/03/21, εντούτοις τέτοια πρόθεση δεν εκφράστηκε ποτέ από την ίδια την εναγόμενη μέσω της Ε/Δ της. Αν τώρα τα πιο πάνω ιδωθούν σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι σύμφωνα με την ίδια την εναγόμενη, «.το δάνειο (της) αποπληρώθηκε πλήρως από τον ίδιο (τον ενάγοντα) με αποτέλεσμα να αποδεσμευτεί (η κατοικία) από την Υποθήκη.», τότε η όλη εκδοχή της περί εξαπάτησης της από τον ενάγοντα, καθίσταται ακόμη πιο ακροσφαλής. Τα πιο πάνω βεβαίως δεν σημαίνουν και ότι η εναγόμενη δεν ενδέχεται να έχει κάποια παράπονα εναντίον του ενάγοντα σε σχέση με τις συμφωνίες που οι δύο τους σύναψαν αναφορικά με την εργοδότηση της ή το δάνειο με το οποίο εξασφαλίστηκε η επίμαχη κατοικία. Τα εν λόγω παράπονα όμως δεν μπορούν, τουλάχιστο με τον τρόπο που προβλήθηκαν από πλευράς εναγόμενης, να στοιχειοθετήσουν την ύπαρξη τέτοιας καλής υπεράσπισης που να δικαιολογεί τον αιτούμενο παραμερισμό, ιδιαίτερα όταν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι τα παράπονα αυτά η εναγόμενη δεν τα πρόβαλε πριν από ένα χρόνο που ο ενάγοντας της κατέστησε σαφείς και ξεκάθαρες τις θέσεις και προθέσεις του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους λοιπόν, κρίνω ότι όπως και να ιδωθεί η παρούσα αίτηση αυτή δεν μπορεί να πετύχει και συνεπώς απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εναγόμενης και υπέρ του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τέλος, λαμβανομένου αφ' ενός υπόψη ότι η εκτέλεση του εντάλματος κατοχής της επίμαχης κατοικίας παραμένει σε εκκρεμότητα εν αναμονή της παρούσας απόφασης και αφ' ετέρου ότι η εν λόγω εκκρεμοδικία δικαιολογεί όπως δοθεί κάποιος χρόνος στην εναγόμενη για να διευθετήσει τα της παράδοσης της κατοικίας, δίδονται οδηγίες στον αρμόδιο δικαστικό επιδότη όπως μην ενεργοποιήσει την προβλεπόμενη διαδικασία εκτέλεσης του εκκρεμούντος εντάλματος πριν την εκπνοή 1 μηνός από σήμερα. (Υπ.)........... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.